Γυμνοί στο μπαλκόνι

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 2.30 (10 Votes)
Νύχτα με ζέστη και άπνοια μιας καθημερινής. Ήμασταν μόνοι στο σπίτι, γιατί το παιδί ήθελε να μείνει ένα βράδυ με τον παππού και τη γιαγιά. Εφόσον το ήθελαν κι εκείνοι, δε χαλάσαμε χατίρι. Η ώρα είχε πάει ήδη 11 και έξω ήταν ήσυχα. Πέρα από ένα ζευγάρι νεαρών Πακιστανών ή Ινδών (δε μπορούσα να καταλάβω), που κάθονταν σε ένα παγκάκι στην πλατεία απέναντί μας, χαζεύοντας τα κινητά τους και σχολιάζοντας, ο υπόλοιπος κόσμος είχαν μαζευτεί πια στα σπίτια τους.

Κάναμε ο καθένας από ένα βραδινό ντους για να ξεϊδρώσουμε, έπειτα και από τις απογευματινές μικρές υποχρεώσεις. Μπήκε πρώτη, εγώ δεύτερος, ενώ την ίδια ώρα τέλειωνε και το πλυντήριο της μέρας. Λίγα λεπτά αφού τέλειωσα και βγήκα ολόγυμνος, τέλειωσε και δαύτο. Με παρακάλεσε να της ετοιμάσω τα ρούχα, για να τα απλώσει εκείνη. Είχε απομείνει μόνο με εκείνη την παλιά αγαπημένη μου κοντομάνικη μπλούζα. Μία κάπως ξεχειλωμένη, που αποκάλυπτε κολασμένα τα μεγάλα κρεμαστά στήθια της, είτε από μπροστά, είτε ακόμη και από τα πολύ κοντά μανικάκια. Από κάτω, φαίνονταν τα αφράτα και τρυφερά κωλομέρια της και τα καλοξυρισμένα χειλάκια της.

Έβαλα τα ρούχα στη λεκάνη και την κουβάλησα ως το μπροστινό μπαλκόνι, βάζοντάς την πάνω σε ένα μικρό καρεκλάκι. Η τέντα ήταν χαμηλωμένη, ως λίγο πάνω από το τέρμα. Πάνω στο μπαλκόνι, έχω προσαρμόσει δύο μεγάλα ρολά λεπτής καλαμωτής, δεμένα καλά και όσο γίνεται πυκνά. Με τα μισά φώτα σβησμένα, δε μπορούσα να είμαι σίγουρος αν η γύμνια της φαινόταν έξω. Ήμουν λίγο σε αναμμένα κάρβουνα. Εκείνη, ατάραχη, συνέχισε να απλώνει τα ρούχα στην απλώστρα.

Καθώς το βλέμμα μου έπεφτε συχνά στους δύο νεαρούς, τους έβλεπα να κοιτούν κάποιες φορές προσεκτικά προς εμάς. Ήταν πιθανό να μπορούσαν από τα περίπου 70-80 μέτρα μακριά, να διακρίνουν τα στήθια μιας γυναίκας που άπλωνε τα ρούχα της, όπως φωτίζονταν ακριβώς κάτω από το αχνό φως της παλιάς λάμπας. Σχολίαζαν μεταξύ τους και κατά στιγμές συνέχιζαν να ρίχνουν βλέμματα.

Πολύ σύντομα, το άπλωμα των ρούχων τέλειωσε. Έσπρωξε λίγο την απλώστρα στην άκρη, σήκωσε ελάχιστα την τέντα και στηρίχτηκε στην κουπαστή με τους αγκώνες και τα κωλομέρια τουρλωμένα, ανάβοντας τσιγάρο. Την παρατηρούσα και περνούσαν σκέψεις από το μυαλό μου. Κοιτούσα τα μπούτια και τον κώλο της, και αναρωτιόμουν πόσο πολύ απόλαυσε όλα αυτά τα αρσενικά που είχαν περάσει πάνω από το κορμί της. Πόση ηδονή είχε απλόχερα χαρίσει, έτσι, στημένη στα τέσσερα, αφήνοντάς τους να την πηδούν αχόρταγα και από τις δύο τρύπες, τελειώνοντας μέσα της. Η στάση που με άναβε αφάνταστα, ήταν το ιεραποστολικό. Καθώς έβλεπα το κάθε μαυριδερό αρσενικό να χάνεται, να βυθίζεται κυριολεκτικά ανάμεσα στα μπούτια της, παρατηρώντας από κάτω του τα στήθια της να πάλλονται σε κάθε εισχώρησή του και πιο χαμηλά, το πετρωμένο καβλί τους να γλιστράει απαλά και να χάνεται στο γλυκό της μουνί, μέχρι να αδειάσει μέσα της το σπέρμα ημερών-εβδομάδων-μηνών.

Κάπως έτσι, καύλωσα. Πριν ακόμη τελειώσει και το δικό μου τσιγάρο, σηκώθηκα και πήγα από πίσω της. Κόλλησα το καβλί μου στη σχισμή της, και άρχισα να τρίβομαι. Δεν είπε κουβέντα. Μονάχα, άνοιξε τα πόδια της περισσότερο, σαν να μου έλεγε "χώσ' το μέσα". Οι νεαροί φαίνονταν πως μας κοιτούσαν. Μάλιστα, είχαν καθίσει πιο αναπαυτικά στο παγκάκι, και με τα κινητά μπροστά στα μάτια τους καταλάβαμε πως μας τραβούσαν βίντεο.

Τελειώσαμε τα τσιγάρα μας, και τα πετάξαμε. Σάλιωσα καλά το κεφαλάκι και την κωλότρυπά της. Πολύ καλά, μέχρι το σάλιο να αρχίσει να κυλάει πάνω στα μπούτια της. Ακούμπησα την τρύπα της, και το έσπρωξα απαλά μέσα. Ήταν ήδη τόσο καλά σαλιωμένη, που δεν βρήκε αντίσταση. Σε κάθε κίνηση, χωνόμουν ακόμα περισσότερο. Την άκουσα να ψιθυρίζει"...αχ, ναι... ναι... ". Πλέον, είχα μπει ολόκληρος στον κώλο της. Άρχισα να τη χαϊδεύω απαλά, αρχίζοντας από τα βελούδινα μπούτια της, περνώντας γύρω από τα μουνόχειλά της, ανεβαίνοντας για να χουφτώσω και να ζουλήξω λίγο τα στήθια και τις τεράστιες ρώγες της, για να καταλήξω στα κωλομέρια της. Γραπώνοντάς τα και σπρώχνοντας πιο δυνατά μέσα της. Οι αναστεναγμοί της είχαν γίνει πιο έντονοι και πιο δυνατοί.

- Θα μας ακούσουν απέναντι, κορμάρα μου.

- Δεν πειράζει μωρό μου. Γουστάρω τρελά να μας βλέπουν και να καυλώνουν για πάρτη μου. Αχ, μωρό μου. Αχ, έτσι. Έτσι, πήδα με απ' τον κώλο.

Με μία κίνηση, έβγαλε επιτόπου και πέταξε δίπλα τη μπλούζα, ελευθερώνοντας τα στήθια της μπροστά από την κουπαστή. Οι νεαροί πήραν χαμπάρι το γαμήσι που ρίχναμε. Πάνω στην απόλαυσή μου, τους είδα που έβαλαν τα κινητά τους στην τσέπη και σηκώθηκαν για να έρθουν κοντά. Φτάνοντας από κάτω, έβγαλαν και τα δικά τους καβλιά, αρχίζοντας να τα παίζουν όσο τα στήθια της κρέμονταν και πάλλονταν από το μπαλκόνι.

Εκείνη όμως, έδειχνε πως δεν θα άντεχε για πολύ ακόμη. Εδώ που τα λέμε, με τόση γλύκα ούτε εγώ. Πέρασε το χέρι της και άρχισε να τρίβει την κλειτορίδα της.

- Αχ, μωρό μου, θέλω να με χύσεις στον κώλο! Χύσε με στον κώλο!

- Είναι από κάτω οι νεαροί;

- Ναι. Κάτω είναι και βλέπουν τα βυζιά μου. Χύσε με μωρό μου! Δεν αντέχω άλλο!

Με τη γλύκα και τη στενότητα του κώλου της και τη σκέψη πως και οι νεαροί γεύονταν τη γυναίκα μου με το δικό τους καβλί... γράπωσα τον κώλο της, κόλλησα όσο πιο βαθιά μπορούσα, και έχυσα μέσα της. Σε δευτερόλεπτα, έχυσε και εκείνη. Για τους νεαρούς, δεν ξέρω τι έγινε. Αν πρόλαβαν, ή δεν πρόλαβαν.

Σε πολύ λίγο, βγαίνοντας από μέσα της, δεν ήθελε συνέχεια. Είχε χορτάσει. Οι νεαροί, όπως φαίνεται, δεν είχαν προλάβει να τελειώσουν ή δεν είχαν σκοπό να τελειώσουν έτσι και μάλλον έμειναν σύξυλοι. Άρχισαν να φωνάζουν και να σφυρίζουν. "Άσ' τους", μου είπε. "Θα ξανάρθουν", της είπα. "Θα δούμε", μου απάντησε. Έσβησε τα φώτα, χαμήλωσε εντελώς την τέντα, μου είπε να μιλάω χαμηλόφωνα και καθίσαμε λίγο στο τραπέζι, για ένα ακόμη τσιγάρο. Το ήθελε από πίσω, εδώ και καιρό. Απλά, δεν της έβγαινε.

Η ώρα ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Κλείσαμε τα πάντα, από πόρτες και φώτα, και αφού πήγαμε να ξεπλυθούμε λίγο, πέσαμε ευχαριστημένοι για ύπνο.




Copyright protected OW ref: 170398