Για όλα φταίει η μάνα μου

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.20 (10 Votes)
Η ώρα είχε πάει οχτώ το βράδυ. Χτύπησε το τηλέφωνο.

- Δημήτρη όλα ΟΚ;

- Ναι, δεν είπαμε; Γιατί ρωτάς;

- Λέω, μήπως και το μετάνιωσες.

- Κοίτα, δεν είμαι από εκείνους που το μετανιώνουν εύκολα. Κατάλαβες;

- Εντάξει, θα βρεθούμε σε λίγο στο μπαρ.

Ετοιμάστηκα. Κατέβηκα στο μπαρ. Γύρω γινόταν ένας χαμός. Πρώτη φορά είχα έρθει στη Μύκονο. Πήγα στο μπαρ της παραλίας. Σε λίγο βρέθηκα με το Σωτήρη. Του έδωσα τα φάρμακα και πήγα πίσω στο ξενοδοχείο και περίμενα.

Σε λίγο χτύπησε το κινητό.

- Έλα Δημήτρη, κατέβα.

- Έρχομαι.

Πήγα κάτω. Με περίμενε ο Σωτήρης με το αυτοκίνητο. Μπήκα μέσα και τραβήξαμε για ένα χωριό. Φτάσαμε σε μία εξοχική μικρή κατοικία. Ήταν χτισμένη κάπως απόμερα.

Μπήκαμε μέσα, όσο πιο ήσυχα μπορούσαμε. Με το που μπήκαμε στο σαλόνι η «παράσταση» είχε ξεκινήσει. Η Ρένα και η Πόπη ήταν γυμνές, ανάσκελα ξαπλωμένες στους καναπέδες. Όμορφες κοπέλες. Ο Γιάννης είχε καβαλήσει την Πόπη και της έδινε πίπα. Ο Τάσος είχε ήδη ξάπλα τη Ρένα και τη γαμούσε. Ο Σωτήρης με το που μπήκε δεν άργησε να γδυθεί. Έδωσε με τη μία το πούτσο του στο στόμα της Ρένας. Εκείνη τον πήρε σα λυσσασμένη και τον τσιμπούκωνε κανονικά. Ύστερα γύρισε και καβάλησε το τον Τάσο. Ο Σωτήρης πήγε από πίσω. Τον έχωσε με τη μία στον κώλο της. Άρχισε να τη γαμάει με λύσσα. Της τον άνοιξε κανονικά.

Εγώ κοντοστάθηκα λίγο τραβώντας φωτογραφίες με το κινητό μου. Πρόσεχα τα πρόσωπα των αγοριών. Δεν ήθελα να φαίνονται σε καμιά περίπτωση τα πρόσωπά τους. Ύστερα άνοιξα το σακίδιο και τους έδωσα μάσκες για το πρόσωπό τους. Έστησα δύο βιντεοκάμερες σε δύο σημεία του δωματίου.

Γδύθηκα κι εγώ. Έβαλα τη μάσκα μου και πήγα στην Πόπη. Άρχισα να τη γαμάω στο μουνί. Βογκούσε από καύλα. Ξάπλωσα ανάσκελα και την έβαλα να με καβαλήσει ανάσκελα. Της τον έχωσα στον κώλο της. Ο κώλος της είχε αρκετό λιπαντικό. Τα παιδιά φρόντισαν να τις λαδώσουν καλά από πριν. Ο πούτσος μου χωνόταν ολόκληρος. Η Πόπη βογκούσε και φώναζε δυνατά. Πάνω της ήρθε κι ο Γιάννης χώνοντας τον πούτσο του στο μουνί της. Η Φάση κράτησε περίπου στο δεκάλεπτο. Σε λίγο ένας ένα τελειώσαμε. Καθίσαμε στον καναπέ.

Ύστερα έκλεισα τις κάμερες. Τα παιδιά φύγανε. Ο Ρένα γυμνή και ζαλισμένη καθόταν στην πολυθρόνα του σαλονιού. Την πήρα αγκαλιά και την οδήγησα στην κρεβατοκάμαρα. Ύστερα γύρισα και πήρα την Πόπη και την οδήγησα κι αυτή στο δωμάτιο. Ξάπλωσα γυμνός ανάμεσά τους. Έβγαλα τη μάσκα.

Ο πούτσος μου σηκώθηκε πάλι. Τις έστησα στα τέσσερα και άρχισα να τις γαμάω εναλλάξ. Αυτή η φάση κράτησε περισσότερο. Έχυσα μέσα στο μουνί της Πόπης. Τον έβγαλα όπως ήταν μέσα στα χύσια και τον έχωσα και το μουνί της Ρένας. Ξαπλώσαμε όλοι ανάσκελα στο κρεβάτι.

Τα κορίτσια κοιμήθηκαν. Κοιμήθηκα κι εγώ. Ήμαστε γυμνοί κι τρεις. Είχα βάλει το κινητό μου να χτυπήσει πριν τις έξι το πρωί. Ξύπνησα και περίμενα κι αυτές να ξυπνήσουν. Πήγε οχτώ. Άνοιξα τα χέρια μου και τις πήρα και τις δύο αγκαλιά.

Πρώτη ξύπνησε η Πόπη γουργουρίζοντας. Χασμουρήθηκε και τεντώθηκε. Όταν άνοιξε τα μάτια της και με κοίταξε, τρόμαξε. Πετάχτηκε πάνω.

- Δημήτρη!

Ήταν τον μόνο που κατάφερε να πει. Ύστερα πήρε τα ρούχα της που τα είχα σε μια καρέκλα και τα φόρεσε. Σκούντησε και τη Ρένα. Όταν κι εκείνη ξύπνησε τρελάθηκε.

- Τι ζητάς εσύ εδώ; Με ρώτησε;

- Εγώ τι ζητάω;… τη ρώτησα. Χθες το βράδυ με στραγγίσατε στο γαμήσι και με ρωτάς τώρα τι ζητάω; Τι έγινε; Με το που με είδατε στο μπαρ μου την πέσατε κι οι δυο. Πρώτα εσύ Πόπη κι ύστερα ακολούθησε και η Ρένα. Καλά ρε παιδί μου δεν θυμάστε τίποτα;

- Μα εμείς ήμαστε με άλλη παρέα. Είπε η Ρένα.

- Εγώ Ρένα μου μόνες σας σάς βρήκα. Μιλήσαμε λίγο κι ύστερα η Πόπη άρχισε να μου τρίβεται. Ε, και μετά έγιναν όσα έγιναν.

Με κοίταζαν με το στόμα ανοιχτό.

- Καλά βρε βλαμμένα, τι στον πούστη σας πότισαν; Να σε δω εσένα Ρένα… η κόρη του ματιού σου είναι διασταλμένη. Τι στο διάολο πήρατε; Κι εσύ Πόπη το ίδιο.

- Τίποτα δεν πήραμε, είπε η Πόπη.

- Καλά, δικαιολογίες! Ξεχνάς ότι είμαι γιατρός;

Η Πόπη άρχισε να κλαίει. Η Ρένα κοίταζε άναυδη.

- Πάντως κορίτσια εγώ πέρασα υπέροχα μαζί σας! Είστε πολύ καυλιάρες τελικά. Να έχω και κάποιες φωτογραφίες που κάναμε έρωτα. Στο χωριό που σας έβλεπα παλιά δεν φαινόσαστε για τόσο καυλιάρες. Μπράβο! Ηρεμήστε όμως. Δε θέλετε να έχουμε άλλο ένα γύρο; Βγάζετε πολύ πάθος. Εγώ έπαθα μαζί σας.

Η Πόπη εκνευρίστηκε.

- Μας βίασες! Θα το πληρώσεις!

- Α, ναι; Λες ε; Τι λες βρε βλαμμένο; Όταν μου έπαιρνες πίπα και βογκούσες από καύλα, όταν με παρακαλούσες να τον βγάλω από την Ρένα και να τον χώσω σε σένα, αυτό είναι βιασμός; Τι λες; Άντε και πνίξου βλαμμένο!

- Ηρέμησε Δημήτρη, είπε η Ρένα θέλοντας να κατεβάσει την ένταση εκείνης της στιγμής. Εντάξει κι εμείς δεν καταλαβαίναμε τι κάναμε με τα ποτά που ήπιαμε κι ό,τι, τέλος πάντων άλλο μας έδωσαν, αλλά σε παρακαλώ να μείνει μεταξύ μας ό,τι έγινε, εντάξει;

- Εγώ κοριτσάκι μου δεν είπα τίποτα. Η Πόπη άρχισε να μου επιτίθεται.

- Εντάξει, έληξε τώρα. Σε παρακαλώ σβήσε τις φωτογραφίες από το κινητό σου, εντάξει;…

είπε με μια αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.

- ΟΚ. Δεν έχω αντίρρηση. Παίρνω το κινητό μου και σβήνω τις φωτογραφίες που τις έδειξα, μπροστά τους να το βλέπουνε. Εντάξει τώρα;

- Σε ευχαριστώ. Είπε η Ρένα. Και κάτι ακόμα, μην πεις τίποτα στο χωριό. ΟΚ;

- Πας καλά; Τι να πω;

Έφυγαν. Εγώ ξάπλωσα. Ήμουν ικανοποιημένος. Τελείωσα με το πρώτο σκέλος της εκδίκησης.

Την άλλη μέρα έφυγα από το νησί για την Αθήνα. Συμπωματικά συναντηθήκαμε στο καράβι. Στο τραπέζι τους υπήρχε μια θέση κενή. Πλησίασα.

- Μπορώ να καθίσω; Είπα με ευγενικό τρόπο.

- Κάτσε, αυτό θα μας πειράξει τώρα;… μου είπε η Πόπη.

Στη συζήτηση πάνω, μού είπαν ότι δεν ξαναείδαν τα παιδιά που τις έφεραν στη Μύκονο. Και δεν κατάλαβαν ποτέ το γιατί. Επίσης, έμαθα ότι θα έμεναν στην Αθήνα για λίγες μέρες να τελειώσουν κάτι εκκρεμότητες με τη σχολή που πήγαιναν. Ύστερα θα πήγαιναν στο χωριό. Η κουβέντα κύλισε χαλαρά, μέχρι που το πλοίο έφτασε στον Πειραιά. Εγώ ήμουν διακριτικός και δεν έκανα καμία αναφορά για το συμβάν. Στο λιμάνι με περίμενε η Λίζα με το αμάξι.

Γυρίσαμε στο σπίτι. Δεν της είπα τίποτα, για να μην της ξυπνήσω άσχημες αναμνήσεις. Φάγαμε και έπεσα για ύπνο. Η Λίζα βγήκε με μια παρέα. Εγώ την άλλη μέρα είχα κλινική. Έπρεπε να ξεκουραστώ.

Το μεσημέρι, στο νοσοκομείο πήγα μετά το χειρουργείο να φάω κάτι στο κυλικείο και να πιω έναν καφέ. Μαζί μου ήρθε και η Χριστίνα. Μια όμορφη κοπέλα που ήταν εργαλειοδότρια. Καλή στη δουλειά της και πολύ σοβαρή στο χώρο που εργαζόταν. Μάλιστα τόσο πολύ σοβαρή που οι συναδέλφισες της, θεωρούσαν ότι τις σνομπάριζε στην αρχή. Με τον καιρό, όμως, κατάλαβαν πόσο χρυσό κορίτσι είναι.

Με τη Χριστίνα καθίσαμε και λέγαμε διάφορα. Περί ανέμων και υδάτων δηλαδή. Η συντροφιά της μου ήταν ευχάριστη· το ίδιο και η δική μου γι’ αυτή. Με τον καιρό κάναμε ολοένα και περισσότερο παρέα μέσα στο χώρο της δουλειάς.

Το βράδυ εκείνο είχα εφημερία. Κάποια στιγμή χτύπησε το κινητό μου. Ήταν ο Αντώνης. Άρχισε να με βρίζει και να με απειλεί, γιατί βίασα και καλά τις αδερφές του.

- Μα τι λες βρε μαλάκα;… του απάντησα. Αυτές κάνανε σαν λυσσάρες. Άντε ρώτα τες να σου πούνε. Μιλάς κι εσύ κάθαρμα για βιασμό; Παλιοτόμαρο. Έχε χάρη που έπρεπε να κοιτάξω τη Λίζα τότε, αλλιώς θα ήσουν μακαρίτης.

Και του έκλεισα το τηλέφωνό μου κατάμουτρα. Την άλλη μέρα επέστρεψα στο σπίτι, έκανα ένα μπάνιο και έπεσα για ύπνο. Όταν ξύπνησα, βρήκα τη Λίζα στο σαλόνι με ένα φίλο της, τον Πέτρο. Κατάλαβα ότι πήγαινε να γίνει φάση μεταξύ τους. Ο Πέτρος μαγκώθηκε μόλις με είδε. Εγώ του συστήθηκα και κάθισα μαζί τους στον καναπέ, λέγοντας αστεία να φτιάξει η ατμόσφαιρα. Έβλεπα τη Λίζα να είναι ευτυχισμένη· μετά από πολύ καιρό. Εκεί έμαθα ότι ο Πέτρος τελείωνε Μηχανολόγος. Γνωρίστηκαν στο πολυτεχνείο, μια κι Λίζα σπούδαζε πληροφορική. Χάρηκα με όλη την εξέλιξη της αδερφής μου. Όταν αργότερα έφυγε ο Πέτρος, η Λίζα ήρθε στο σαλόνι. Με κοίταξε.

- Λοιπόν αδερφούλη τι λες; Τον εγκρίνεις;

- Φυσικά! Για μένα, φτάνει αυτός που είσαι μαζί του, να σε κάνει χαρούμενη, τίποτα άλλο δεν θέλω· και τώρα είσαι πολύ ευτυχισμένη, και χαίρομαι γι’ αυτό.

Σηκώθηκα από το σημείο που καθόμουν και πήγα και τη φίλησα στο μάγουλο.

- Θέλεις νερό;

- Ναι φέρε μου ένα ποτήρι.

Πήγα στην κουζίνα κι έβαλα νερό.

- Μα δε μου λες, πήγες στη Μύκονο; Τι ξαφνικό ήταν αυτό;

- Ναι, πήγα για σαββατοκύριακο με κάτι φίλους. Ε! μη φανταστείς ότι πέρασα και τέλεια. Δε μου άρεσε γενικά. Απλά επειδή επιμένανε κι είχα καιρό να τους δω. Κούραση και τίποτα άλλο. Δε μου αρέσει τέτοιου είδους διασκέδαση εμένα.

Καθίσαμε λίγο ακόμα και συζητούσαμε για διάφορα. Σε λίγο χτύπησε το τηλέφωνο. Από την αναγνώριση κατάλαβα ότι ήταν η μάνα μας.

- Εγώ δεν είμαι εδώ, είπα της Λίζας, δεν έχω καμιά όρεξη να της μιλήσω.

- Καλά βρε Δημήτρη, όπως θέλεις, αλλά δεν είναι καιρός να ρίξεις λίγο νερό στο κρασί σου; Μάνα μας είναι…

- Ας το σκεφτόταν, όταν έκανε τα λάθη που έκανε. Μας δηλητηρίασε τη ζωή.

Η Λίζα σήκωσε το τηλέφωνο και μιλήσανε λίγο. Εγώ αποσύρθηκα στο γραφείο μου να μελετήσω. Είχα φορτωμένο πρόγραμμα, τόσο στην κλινική, όσο και με το διδακτορικό που έκανα ταυτόχρονα. Αργά το βράδυ πήρα ένα μήνυμα από την Πόπη. Μού είπε ότι θέλει να μιλήσουμε. Την πήρα τηλέφωνο.

- Καλησπέρα Πόπη, τι θέλεις;

- Κοίτα, ο αδερφός μου είναι έξω φρενών.

- Τρόμαξα ρε Πόπη, πώς μου το λες έτσι απότομα;… της είπα. Κοίτα κοριτσάκι μου. Εσείς γουστάρατε να ξεσκιστείτε στο γαμήσι και ξεσκιστήκατε. Λοιπόν γιατί του τα είπατε; Όχι, πως με αφορά δηλαδή. Να του πείτε ότι μπορεί με το βιασμό της Λίζας να το γλίτωσε, αλλά αν κάνει καμιά μαλακία, πες του, θα τον τσακίζω εγώ ο ίδιος αυτή τη φορά. Κατάλαβες; Και τι διάολο θέλεις να μου πεις και μου στέλνεις μηνύματα τέτοια ώρα;

Την πήρα κυριολεκτικά από τα μούτρα.

- Κοίτα, εγώ και η Ρένα δεν θέλουμε να μαθευτεί τίποτα. Εντάξει;

- Ναι, το είπαμε αυτό, το ξεκαθαρίσαμε, αλλά να πεις και το μαλάκα τον Αντώνη να το βουλώσει και να καθίσει στ’ αυγά του. Στο κάτω-κάτω εσείς, γιατί ανοίξατε το γαμημένο το στόμα σας;

- Εντάξει, θα το φροντίσω.

Κλείσαμε το τηλέφωνο. Ήμουν μέσα στα νεύρα. Από την άλλη φάνηκε ότι οι όλοι τους είχαν μια αγωνία μήπως τους ρεζιλέψω βγάζοντας τα καμώματά τους στη φόρα. Θα τους στοίχιζε πολύ κάτι τέτοιο, σκέφτηκα.

Η εβδομάδα πέρασε με πολύ τρέξιμο. Την επόμενη βδομάδα, μεσοβδόμαδα, πήρα ένα διήμερο ρεπό. Έφυγα και πήγα στο χωριό. Πήγα στο σπίτι. Πάρκαρα το αμάξι έξω. Μπήκα στο σπίτι με τα κλειδιά. Εκεί με μεγάλη μου έκπληξη βρήκα το Θωμά να κάθεται με τη μάνα μου και να πίνουνε καφέ. Η μάνα μου ήταν όρθια βέβαια, στην κουζίνα. Σάστισαν κι οι δυο μόλις με είδαν. Τον άρπαξα από το γιακά.

- Τι κάνεις εδώ ρε τσογλάνι; Δεν σου είπα να μην ξαναπατήσεις το πόδι σου στο σπίτι μου;

Δεν πρόλαβε να αρθρώσει κουβέντα· τον πέταξα έξω ρίχνοντάς του μια κλωτσιά στον κώλο. Βγήκε από την πόρτα του σπιτιού παραπατώντας στο διάδρομο της αυλής. Γύρισα πίσω.

- Καλά δε ντρέπεσαι;… λέω στη μάνα μου, δεν έχεις τσίπα καθόλου;

- Για δουλειά ήρθε βρε Δημήτρη…

- Άσε τα ψέματα ρε μάνα. Αφού πίνατε καφέ μέσα στις αγκαλιές και τα φιλιά, να φανταστώ… ή δεν είναι έτσι;

- Δεν είναι έτσι! Απάντησε με νεύρα η μάνα μου.

- Και πώς καθόσαστε, απέναντι ο ένας με τον άλλο;

- Ναι, παιδί μου Δημήτρη! Μη με κατηγορείς άδικα!

- Σε κατηγορώ άδικα; Πρώτον τα φλιτζάνια είναι κοντά-κοντά στο τραπέζι του σαλονιού. Δεύτερον, ο καναπές έχει ακόμα το αποτύπωμα που καθόσαστε στα μαξιλάρια. Μη μου λες ψέματα. Γιατί ρε γαμώτο; Αυτοί οι άνθρωποι μάς έκαναν τόσο κακό! Τι στο διάολο θέλεις μαζί τους; Τόσο ερωτευμένη είσαι με το μαλάκα;

Έσκυψε το κεφάλι και δεν μίλησε. Ύστερα βρήκε λίγο θάρρος.

- Κοίτα, Δημήτρη ήρθε και μου είπε αυτά που έγιναν με σένα και τις κόρες του.

- Ε! και; Του γάμησα τις κόρες. Πού το κακό; Θέλανε, δεν τις βίασα, όπως λέει ο γυιόκας του! Άκου να σου πω, και βαλ’ το καλά στο μυαλό σου. Αυτούς τους ανθρώπους δεν τους χωνεύω. Μακριά από δαύτους, όσο γίνεται. Μη μου γυρίσει το μάτι καμιά μέρα και θα έχουμε τραγωδίες. Κατάλαβες; Αλλά τι λέω; Αν καταλάβαινες, μετά από αυτό που έκαναν στη Λίζα μας, θα έπρεπε να μην του μιλάς του μαλάκα, είπα και πήγα στο δωμάτιό μου.

Το βράδυ έπρεπε να βγω. Είχα ραντεβού με μία κοπέλα. Εκείνη πέθαινε να βγει μαζί μου. Όσο να 'ναι και ως άντρας είμαι αρκετά εμφανίσιμος και το γεγονός ό,τι είμαι γιατρός, με κάνει να με θέλουν αρκετές επαρχιώτισσες. Δεν είναι ό,τι ήθελα στη ζωή μου, αλλά δε με χαλούσε κιόλας για μια ξεπέτα. Εξάλλου αποφεύγω τις δεσμεύσεις. Τη γυναίκα που θα αγαπήσω θέλω να την αγαπώ και να με αγαπάει πραγματικά.

Με τη Δήμητρα βγήκαμε για καφέ σε μια καφετέρια της πόλης. Ύστερα πήραμε το αμάξι να πάμε σε μια ψησταριά να φάμε σε ένα χωριό δέκα χιλιόμετρα έξω από την πόλη. Στο δρόμο μου ζήτησε να σταματήσω με το αυτοκίνητο λίγο. Μόλις σταμάτησα, πριν προλάβω να τη ρωτήσω τι συμβαίνει, με άρπαξε ξαφνικά και με φίλησε. Ανταπέδωσα αμέσως. Αρχίσαμε να φιλιόμαστε με πάθος μέσα στο αμάξι. Έβαλα το χέρι μου πάνω από τη μπλούζα της και της χούφτωσα τα βυζιά. Αυτό κράτησε δύο τρία λεπτά.

- Σε θέλω Δημήτρη μου! Πάντα σε γούσταρα! Μου αρέσεις πολύ!

- Κι εσύ μου αρέσεις Δήμητρα… της είπα.

Ξεκίνησα με το αυτοκίνητο και βγήκα από το δημόσιο δρόμο. Τράβηξα σε ένα αγροτικό δρόμο που δεν είχε φώτα. Βγήκαμε και πήγαμε στα πίσω καθίσματα. Ήμαστε πιο άνετα. Της έβγαλα τη μπλούζα. Έμεινε με το σουτιέν και της χάιδευα τα βυζιά. Σε λίγο βρεθήκαμε εντελώς γυμνοί. Άρχισε να μου παίρνει μια φανταστική πίπα. Τον έπαιρνε ολόκληρο. Ύστερα την έριξα ανάσκελα. Μπήκα μέσα της. Η Δήμητρα έβγαζε ένα φοβερό πάθος πάνω στο γαμήσι. Με είχε τρελάνει. Δεν άργησα να τελειώσω πάνω στα βυζιά της. Σκουπιστήκαμε. Ντυθήκαμε και ξεκινήσαμε για την ψησταριά. Πεινούσα πολύ.

Όλο το βράδυ ήμαστε μέσα στα φιλιά και τα σιρόπια. Το βράδυ πήγαμε στο σπίτι μου. Ήταν αργά. Η μάνα μου προφανώς κοιμόταν. Μπήκαμε μέσα προσέχοντας να μην κάνουμε θόρυβο. Πήγαμε στο δωμάτιό μου. Μόλις μπήκαμε, γδυθήκαμε και πέσαμε στο κρεβάτι. Η καύλα μας είχε βαρέσει κόκκινο. Άρχισα να της πιπιλάω τις ρώγες των βυζιών της. Κατέβηκα στο μουνί της και άρχισα να παίζω με την κλειτορίδα της. Η Δήμητρα είχε τρελαθεί από την ηδονή. Ύστερα ξάπλωσα ανάσκελα κι άρχισε να μου τον παίρνει όλο μέσα στο στόμα της. Τον έπαιρνε ολόκληρο. Τον έβγαζε. Άρχισε να μου τον γλείφει από το πλάι. Κατέβηκε και άρχισε να παίζει με τα αρχίδια μου.

Ύστερα με καβάλησε. Άρχισε να παίρνει μέσα, βαθιά τον πούτσο μου στο μουνί της. Σε λίγο έφτασε σε οργασμό. Είχε εκστασιαστεί εντελώς. Ανάσαινε γρήγορα. Οι ρώγες της είχαν σκληρύνει. Σε λίγο τελείωσα κι εγώ μέσα της. Ξαπλώσαμε λαχανιασμένοι. Την πήρα αγκαλιά και της έλεγα τρυφερόλογα.

Σηκωθήκαμε και πήγαμε στο μπάνιο. Αφού βγήκαμε, καθίσαμε να πιούμε ένα αναψυκτικό.

Σε λίγο ένιωσα τον πούτσο μου να σηκώνεται ξανά. Δεν πέρασε απαρατήρητο από τη Δήμητρα. Την ξάπλωσα στο πλάι και ξάπλωσα κι εδώ δίπλα της. Ήμουν κουρασμένος. Μπήκα μέσα της και άρχισαν τη γαμάω. Την κρατούσα αγκαλιά και τη χάιδευα στα βυζιά της. Γύρισε λίγο ανάσκελα ούτως ώστε να μπορώ να της φυλάω το βυζί. Συνεχίσαμε έτσι ακόμα λίγο. Ύστερα την έσπρωξα και ήρθε με την πλάτη σε μένα. Τον έβγαλα και τον ακούμπησα στον κώλο της. Γύρισε και με κοίταξε πονηρά.

- Θέλεις να μου το κάνεις κι από τον κώλο μωρό μου;

- Ναι, γλυκιά μου, θέλω.

Πήρε μια πιο καλή στάση. Τον έσπρωξα. Τα υγρά από το μουνί της βοήθησαν την κατάσταση. Άρχισε να τρίβει το μουνί της με το χέρι. Μπήκα μέσα της και την κρατούσα από τη μέση. Τη γαμούσα αρκετά δυνατά. Η κωλοτρυπίδα της είχε και στο παρελθόν δεχθεί πούτσο. Ήταν χαλαρή. Της τράβηξα το χέρι από το μουνί και άρχισα να της το τρίβω όσο τη γαμούσα από τον κώλο. Δεν άργησα να χύσω μέσα της.

Βγήκα. Καθίσαμε λίγο κι ύστερα πήγα στο μπάνιο να πλυθώ. Βγαίνοντας από το μπάνιο, την είδα να κρατάει το κινητό της. Προφανώς έστελνε κάπου μήνυμα. Δεν ήθελα να είμαι αδιάκριτος.

- Έλα θα πλυθείς κι εσύ μωρό μου; Όσο έχει ακόμα ζεστό νερό. Μετά θα πρέπει να περιμένεις να τον ανάψω ξανά.

Πέταξε το κινητό της πάνω στο κρεβάτι και πήγε γρήγορα στο μπάνιο. Με το που κάθισα στο κρεβάτι, χτύπησε το κινητό της. Ήταν στο αθόρυβο. Στην οθόνη όμως φαινόταν η φωτογραφία του Αντώνη. Και το όνομα στην επαφή «Αγαπούλα». Έμεινα άναυδος. Δεν ήξερα τι γίνεται. Γύρισα το κινητό ανάποδα να μη φανεί ότι το είδα.

Η Δήμητρα βγήκε από το μπάνιο. Πήρε το κινητό της, κοίταξε τις κλήσεις και το έκλεισε. Ύστερα ξάπλωσε δίπλα μου κι αρχίσαμε τα χάδια. Σε λίγο την πήρε ο ύπνος. Εμένα στην αρχή δε με κολλούσε. Σκεφτόμουν αν παιζόταν κάποιο παιχνίδι πίσω από την πλάτη μου. Αν το κωλόπαιδο ο Αντώνης είχε στήσει κάποια πλεκτάνη πίσω μου. Αποκοιμήθηκα κι εγώ.

Το πρωί ξυπνήσαμε κατά τις δέκα. Πρώτα εγώ κι ύστερα ξύπνησα και τη Δήμητρα. Άρχισα να είμαι όλο χάδια και φιλιά. Μου σηκώθηκε. Η Δήμητρα ζήτησε να πάει στην τουαλέτα. Βγήκε γυμνή όπως ήταν. Δε χρειάστηκε να κάνει κάτι να με ανάψει περισσότερο. Ήταν όμορφη γυναίκα. Την έστησα στα τέσσερα κι άρχισα να τη γαμάω με δύναμη. Την έκανα να χύσει πολύ γρήγορα. Έχυσα κι εγώ μέσα στο μουνί της βαθιά.

Πλυθήκαμε ντυθήκαμε και κατεβήκαμε στο σαλόνι για καφέ. Εκεί ήταν κι μάνα μου. Πρώτος κατέβηκα εγώ.

- Καλημέρα μάνα!

- Καλημέρα παιδί μου! Θέλεις καφέ;

- Θα φτιάξω εγώ, μη μπαίνεις στον κόπο. Θα κάνω και για τη Δήμητρα.

- Ποια Δήμητρα;… μου είπε με ένα χαμόγελο.

Και πριν τελειώσει τη φράση της, παρουσιάστηκε και η Δήμητρα.

- Καλημέρα κυρία Στέλλα… είπε με μια γλυκιά χαμογελαστή έκφραση.

- Καλημέρα Δήμητρα… κατάφερε να πει μη μπορώντας να κρύψει την έκπληξή της.

Καθίσαμε στο σαλόνι. Είπαμε διάφορες σαχλαμάρες. Κάθισε κι μάνα μου μαζί μας. Η ώρα πήγε 11:00. Η Δήμητρα έπρεπε να φύγει. Την ξεπροβόδισα μέχρι την πόρτα. Γύρισα. Η μάνα μου ήταν στην κουζίνα.

- Θα πάω στο χασάπη για λίγο, μου λέει.

- Κάτσε κάτω πρώτα της λέω.

- Τι είναι;

- Γιατί τα έχασες όταν είδες τη Δήμητρα;

Κόμπιασε λιγάκι.

- Κοίτα Δημήτρη, η Δήμητρα είναι κοπέλα του Αντώνη. Πάνε για γάμο. Σε λίγο πρόκειται να αρραβωνιαστούν. Τι πήγες κι έκανες;

- Εγώ; Τίποτα ρε μάνα. Τίποτα. Αυτή μου την έπεσε. Άντρας είμαι κι εγώ. Πήρα από σένα βλέπεις.

- Τι κάνεις βρε Δημήτρη; Θα γίνει κανένα κακό.

- Ενώ εσύ όταν έκανες τις μαλακίες σου, και κεράτωνες τον πατέρα μας, δεν έκανες κακό. Και δε φοβόσαστε. Νομίζατε τον πατέρα μου για ηλίθιο. Δεν ήταν ηλίθιος μάνα! Για μένα και τη Λίζα ανέχτηκε τα όσα ανέχτηκε! Κι εσύ ρε μάνα, γιατί το έκανες αυτό; Τόσο μεγάλος έρωτας με το μαλάκα το Θωμά; Ο πατέρας μας ήταν καθωσπρέπει άνθρωπος.

- Μια και μιλάμε πρώτη φορά μεταξύ μας, ο Θωμάς ήταν ο πρώτος μου έρωτας.

- Και τότε γιατί παντρεύτηκες τον πατέρα μου;

- Γιατί ο Θωμάς παντρεύτηκε τη γυναίκα του. Στην αρχή με τον πατέρα σου περνούσαμε καλά. Ύστερα άρχισαν τα προβλήματα. Μετά το ατύχημα. Ο πατέρας σου είχε γίνει πολύ εριστικός μαζί μου. Οι δικοί μου από την αρχή δεν τον ήθελαν για γαμπρό. Ο πατέρας σου έπαθε ατύχημα προσπαθώντας να φτιάξει ένα μηχάνημα στο σπίτι του παππού. Ο αδερφός μου, ο Στέφανος, έσπευσε να του ρίξει της ευθύνες μια και τον είδε να χτυπάει με τρόπο που θα του άφηνε ελάττωμα. Έκτοτε αρχίσαμε να μαλώνουμε. Αποξενωθήκαμε εντελώς. Με το Θωμά συναντηθήκαμε κάποια στιγμή τυχαία. Τα είπαμε. Πλησιάσαμε μαζί. Κι εκείνος είχε και έχει προβλήματα με τη γυναίκα του.

- Γιατί δεν τον χώρισες τον πατέρα. Ήταν πιο τίμιο. Μας ξευτέλιζες και μένα και τη Λίζα με αυτόν τον τρόπο. Έφτασες παραλίγο να σκοτώσεις και τη Λίζα με το ηρεμιστικό τότε. Μη μου πεις ότι η Λίζα το πήρε μόνη της· θα είναι ψέμα. Δε θα στο συγχωρήσω ποτέ αυτό. Και μετά, το κακό που έκανε στη Λίζα το κωλόπαιδο, ο Αντώνης, συνεχίζεις και βλέπεις το μαλάκα. Λυπάμαι για λογαριασμό σου! Εγώ, να ξέρεις, δεν μπορώ να το χωνέψω όλο αυτό, θα εκδικηθώ για όσα τράβηξα, κι εγώ κι η Λίζα ειδικά. Να το ξέρεις αυτό. Με τον τρόπο μου φυσικά. Τώρα αν προκύψουν συνέπειες και εναντίον σου, τι να σου πω· βγάλε τα μόνη σου πέρα. Δε με αφορά. Εγώ θα προστατέψω τη Λίζα και μόνο.

Η μάνα μου με άκουγε και δε μιλούσε. Καταλάβαινε ότι έχω τόσο πληγωθεί στη ζωή μου εξαιτίας της. Ίσως ένιωθε και ενοχές. Δεν ξέρω. Την είδα που δάκρυσε. Με την μάνα μου κρατούσα αποστάσεις πάντα. Δε δεχόμουν ως παιδί, ούτε το χάδι της από όταν κατάλαβα και βίωσα όσα βίωσα.

Ύστερα βγήκα να συναντήσω κάτι φίλους μου. Το μεσημέρι πήγα στο σπίτι. Η μάνα μου είχε μαγειρέψει. Καθίσαμε και φάγαμε μαζί. Από τις σπάνιες φορές. Είχα πάρει κι ένα μπουκάλι κρασί. Η μάνα μου συγκινήθηκε όταν της πήρα το ποτήρι και της το γέμισα κρασί. Χαμήλωσε το βλέμμα της, δεν έκλαψε. Ίσως να ήθελε να μη χαλάσει την ατμόσφαιρα μεταξύ μας. Φάγαμε ένα ήσυχο γεύμα. Ύστερα κάθισα στον καναπέ του σαλονιού. Νύσταζα και με πήρε ο ύπνος. Η μάνα μου πήρε ένα σκέπασμα και με σκέπασε. Με φίλησε στο μάγουλο. Εγώ έκανα ότι κοιμόμουν βαθιά. Την έβλεπα με μισανοιγμένο το ένα μάτι. Δάκρυσε. Την είδα που σκούπιζε τα δάκρυά της. Το απόγευμα βγήκα έξω για λίγο. Γύρισα. Η μάνα μου ήταν στο δωμάτιό της. Μιλούσε στο τηλέφωνο. Έστησα αφτί και κρυφάκουγα.

- Άκου Θωμά. Μην ξανάρθεις σε παρακαλώ. Δε θέλω να σε ξαναδώ. Δεν οδηγεί πουθενά αυτό που κάνουμε. Ε, ναι ρε άνθρωπε. Τι υποχώρηση άλλη να κάνω. Ανάθεμά με! Μου κάνατε τόσο κακό! Γιατί; Πες μου γιατί; Ε… αϊ στο διάολο!

Έκλεισε το τηλέφωνο κι άρχισε να κλαίει.

«Κατέστρεψα το σπίτι μου κάθαρμα για σένα. Τι ηλίθια που ήμουν Θεέ μου! Πόσο κακό θα κάνω ακόμα σ’ αυτά τα παιδιά!»

Βγήκε και με βρήκε στο σαλόνι. Ήρθε δίπλα μου. Με χάιδεψε στο κεφάλι.

- Κοίτα τη ζωή σου Δημήτρη μου. Μην το συνεχίζεις! Τι θα κερδίσεις;

- Η εκδίκηση είναι κρύο πιάτο μάνα. Θα τελειώσει όπου να ‘ναι κι εγώ θα κρίνω πότε πρέπει να τελειώσει.

Το βράδυ βγήκαμε πάλι με τη Δήμητρα. Πήγαμε για ποτό και μετά στο σπίτι μου. Εκείνο το βράδυ έστησα ένα τάμπλετ στην κρεβατοκάμαρα να τραβάει βίντεο, χωρίς να το ξέρει η Δήμητρα. Τη γάμησα σε πολλές στάσεις. Μέχρι το πρωί ξεθεωθήκαμε. Σχεδόν δεν κοιμήθηκα καθόλου. Η Δήμητρα έφυγε κατά τις δέκα την άλλη μέρα. Εγώ αφού ήπια καφέ χαιρέτησα τη μάνα μου με ένα φιλί στο μάγουλο. Δεν το περίμενε.

- Κοίτα μανούλα, αν είσαι καλό κορίτσι από δω και στο εξής, ίσως φτιάξουν τα πράγματα μεταξύ μας.

Χαμογέλασε. Ένιωθε ευτυχισμένη. Ίσως μετά από πολύ καιρό. Ήξερα ότι παρ' όλο που έκανε αυτά που έκανε με το Θωμά, μέσα της βασανιζόταν. Δεν ξέρω γιατί δεν το σταματούσε;

Έφτασα το απόγευμα στην Αθήνα. Έπεσα για ύπνο.

Την άλλη μέρα είχε πολλή δουλειά. Στο διάλλειμα βρεθήκαμε οι δυο μας με τη Χριστίνα. Ήμουν λίγο σκεπτικός και το έδειχνα. Η Χριστίνα το κατάλαβε αμέσως. Με ρώτησε σε μια στιγμή τι έχω, αλλά όταν είδε ότι δεν ήθελα να μιλήσω, δεν επέμεινε. Ήταν πολύ διακριτική.

Το βράδυ πήγα στο σπίτι. Βρήκα τη Λίζα με τον Πέτρο. Βγήκαμε οι τρεις μας να φάμε. Περάσαμε χαλαρά. Τέλεια θα έλεγα. Έβλεπα και τα παιδιά να είναι ερωτευμένα κι ευτυχισμένα και χαιρόμουν μαζί τους. Σε κάποια στιγμή παίρνω ένα μήνυμα από τη Δήμητρα. Μου ζητούσε να μην προχωρήσουμε. Θα παντρευόταν σε ένα μήνα.

- Η ώρα η καλή! Στο κάτω-κάτω αφού ήσουν με τον Αντώνη. Έτσι δεν είναι; Να 'σαι καλά.

- Πώς το ξέρεις;… με ρώτησε με ένα δεύτερο μήνυμα.

- Ο κόσμος το έχει τούμπανο και εμείς κρυφό καμάρι. Απορώ με μένα γιατί έκανες φάση. Δε μπορεί, κάποιος πούστης λόγος θα υπάρχει!

- Με κεράτωσε μια φορά και ήθελα να πάρω το αίμα μου πίσω, γι’ αυτό.

- Με ποιον μιλάς με ρώτησε η Λίζα.

- Με κάποια βρε Λίζα. Μου είπε ότι παντρεύεται και μου ζήτησε να ξεκόψουμε... είπα γελώντας.

- Και θα στενοχωρήθηκες, φαντάζομαι; Φαίνεται στο ύφος σου! Είπε ο Πέτρος αστειευόμενος.

- Δε βλέπεις, κοντεύω να σαλτάρω από τη στενοχώρια μου!

- Ποια είναι; Την Ξέρω; Ρώτησε η Λίζα.

- Ναι. Η Δήμητρα.

- Η Δήμητρα; Έκανε η Λίζα. Και συννέφιασε με τη μία. Αυτή τα έχει με το καθίκι τον Αντώνη.

- Το ξέρω. Απλά ήταν ιστορία μιας βραδιάς.

- Τι να σου πω; Το ήξερες;… με ρώτησε η Λίζα;

- Ναι, Λίζα μου. Τίποτα δεν κάνω τυχαία.

- Μα, ήταν ανάγκη, βρε Δημήτρη μου;

- Τέλος πάντως παιδιά. Απόψε βγήκαμε να περάσουμε καλά. Κι όχι να μιζεριάσουμε. Για πες μου βρε Πέτρο, Με τη σχολή πού βρίσκεσαι;

- Τελειώνω μεταπτυχιακά. Έχω μια καλή πρόταση από μια καλή εταιρία.

- Τέλεια Πέτρο μου! Αυτό σηκώνει λίγο κρασί ακόμα. Τι λες; Θα καταφέρουμε ένα μπουκάλι ακόμα;

- Σίγουρα. Ε, θα οδηγήσει η Λίζα. Ε Λίζα; Ρώτησε ο Πέτρος χαμογελώντας.

- ΟΚ. Εγώ θα οδηγήσω. Μόνο μη μεθύσετε πολύ, γιατί δε μπορώ να σας κουβαλάω στην πλάτη μου και τους δύο.

- Μη Φοβάσαι… κι εγώ αύριο έχω κλινική.

Καθίσαμε αρκετά με τα παιδιά. Φύγαμε και πήγαμε στο σπίτι. Ήμουν τόσο χαρούμενος. Την άλλη μέρα όταν κάναμε διάλειμμα στη δουλειά, καθίσαμε με τη Χριστίνα για ένα καφέ στο κυλικείο. Εκεί της πρότεινα να βγούμε το βράδυ για ένα ποτό και φαγητό.

Το βράδυ ήρθε. Ντύθηκα και πήγα από το σπίτι της. Η Χριστίνα ήταν ντυμένη και με περίμενε είχε φτιάξει και τα μαλλιά της. Ήταν μια καλλονή. Όμορφα καστανόξανθα μαλλιά. Τέλειο σώμα. Όμορφο πρόσωπο και δυο υπέροχα καστανά μάτια. Πήγαμε για φαγητό. Ύστερα πήγαμε σε ένα μπαρ για ποτό. Βγήκαμε στο δρόμο παραπάτησε. Την έπιασα και την κράτησα αγκαλιά σχεδόν. Κοιταχτήκαμε στα μάτια. Εκεί φιληθήκαμε για πρώτη φορά.

Την πήγα στο σπίτι και τη χαιρέτησα. Εκείνο το βράδυ έμαθα ότι η Χριστίνα μεγάλωσε χωρίς οικογένεια. Την είχε μια θεία της στην Κρήτη. Οι δικοί της είχαν πεθάνει, όταν εκείνη ήταν μωρό ακόμα.

Την επόμενη βρεθήκαμε στη δουλειά. Με το που συναντηθήκαμε με καλημέρισε με ένα πανέμορφο χαμόγελο. Ένιωσα ότι έφτιαξε η μέρα μου. Το βράδυ είχα βάρδια. Την άλλη μέρα ήμουν κατάκοπος στην κούραση. Έπεσα ξερός στον ύπνο. Είχα δύσκολο βράδυ στην κλινική. Ξύπνησα κατά τις έξι το απόγευμα. Πήγα στο μπάνιο. Άκουσα συζήτηση στο σαλόνι. Ξεχώρισα τη φωνή της Λίζας και του Πέτρου. Άκουσα και μια άλλη γυναικεία φωνή. Πήγα στο μπάνιο και πλύθηκα. Βγήκα στο σαλόνι. Κι εκεί ήταν η μεγάλη μου έκπληξη. Η Χριστίνα καθόταν με τα παιδιά και συζητούσανε. Πήγα και τη φίλησα!

- Τι ξαφνικό ήταν αυτό Χριστίνα μου;

- Εγώ την κάλεσα! Είπε η Λίζα. Πήρε στο σταθερό και σε ζήτησε. Για να σου κάνω έκπληξη αδερφούλη, της είπα να έρθει από εδώ.

Καθίσαμε όλοι μαζί μέσα σε μια υπέροχη ατμόσφαιρα. Το βράδυ βγήκαμε σε μια πιτσαρία. Γυρίσαμε στο σπίτι. Η Χριστίνα έμεινε στο σπίτι. Καθίσαμε λίγο με τα παιδιά στο σαλόνι και ύστερα πήγαμε στο δωμάτιο. Η Χριστίνα πήρε από τη Λίζα ένα σετ πιζάμες. Τις φόρεσε. Μόλις μπήκα στο δωμάτιο την έπιασα και τη φίλησα. Ξαπλώσαμε στο κρεβάτι. Αρχίσαμε τα φιλιά και τις αγκαλιές. Σκεπαστήκαμε γιατί έκανε λίγη ψύχρα.

Σε λίγο με τα φιλιά και τις αγκαλιές ανάψαμε για τα καλά. Άρχισα να της χουφτώνω τα όμορφα στήθη. Έβαλα το χέρι μου από κάτω και άρχισα να τα χαϊδεύω. Η Χριστίνα αφέθηκε στα χάδια μου. Της έβγαλα τη πιζάμα. Σε λίγο ήμαστε γυμνοί κι δυο. Τη φιλούσα και τη χάιδευα. Δεν άργησα να βρεθώ πάνω της, Μπήκα μέσα της αργά. Ύστερα επιτάχυνα το ρυθμό. Έχυσε δύο φορές μέχρι που και εγώ έχυσα πάν στην κοιλιά της. Ξαπλώσαμε αγκαλιά. Μου έλεγε και της έλεγα τρυφερόλογα. Εκείνο το βράδυ δεν κοιμηθήκαμε.

Το πρωί νυστάζαμε κι οι δυο. Πήγαμε όμως μαζί στη δουλειά κι ένιωθα υπέροχα που ήμουν μαζί της. Το απόγευμα όταν σχολάσαμε πήγαμε στο σπίτι της, που έμενε σε μια ξαδέρφη της. Πήρε κάποια ρούχα σε ένα σακίδιο και φύγαμε για το σπίτι μου.

Βρήκαμε τη Λίζα να ετοιμάζει ένα σακίδιο.

- Για πού ετοιμάζεσαι Λίζα μου; τη ρώτησα.

- Θα πάμε με τον Πέτρο πέντε μέρες στη Θεσσαλονίκη. Είναι ένα συνέδριο που πρέπει να το παρακολουθήσει. Κι έτσι, είπαμε να το συνδυάσουμε με μια βόλτα.

- Καλά θα κάνετε.

Καθίσαμε κι τρεις και πίναμε καφέ. Η Λίζα και η Χριστίνα άρχισαν να λένε τα δικά τους. Σε κάποια στιγμή βρίσκω τη Λίζα στην κουζίνα. Βγάζω και της δίνω χρήματα.

- Έλα βρε Δημήτρη… μου λέει. Δεν θέλω. Τι να τα κάνω; Εξάλλου έχω κάποια χρήματα.

- Δεν πειράζει πάρε κι αυτά και κοιτάξτε να περάσετε όσο γίνεται καλύτερα.

- Σε ευχαριστώ, μου είπε και με φίλησε στο μάγουλο.

Γύρισα στο σαλόνι. Η Χριστίνα χάζευε τις φωτογραφίες από ένα άλμπουμ. Σε λίγο έφτασε κι Πέτρος.

- Έλα βρε Λίζα θα χάσουμε την πτήση. Κανόνισες ταξί για το αεροδρόμιο;

- Όχι δεν πρόλαβα, απάντησε η Λίζα μέσα στο άγχος.

- Δεν πειράζει παιδιά, θα σας πάω εγώ. Θα κάνουμε και βόλτα με τη Χριστίνα. Τι λες Χριστίνα μου;

- Κανένα πρόβλημα.

Σε λίγο φύγαμε. Φτάσαμε στο αεροδρόμιο. Τα παιδιά έφυγαν. Εγώ με τη Χριστίνα γυρίζοντας στο δρόμο συζητούσαμε για διάφορα πράγματα. Σε κάποια στιγμή με ρωτάει.

- Θα πας στο χωριό αυτό το ρεπό;

- Όχι, μωρό μου. Βαριέμαι. Κι είναι κι ο δρόμος…

- Πάντως είστε δεμένα αδέρφια με τη Λίζα!

- Ναι, την προσέχω την αδερφή μου από μικρός, από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, και με προσέχει κι αυτή. Περάσαμε πολύ δύσκολα. Με βοήθησε και τη βοήθησα στα δύσκολα.

Φτάσαμε στο σπίτι. Γδυθήκαμε και κάναμε μπάνιο. Ύστερα ξαπλώσαμε στο κρεβάτι. Αρχίσαμε τα φιλιά. Η Χριστίνα ήταν πολύ παθιάρα γυναίκα. Με ξάπλωσε και άρχισε να μου παίρνει μια υπέροχη πίπα. Δεν το περίμενα να βγάζει τόσο πάθος. Τον έπαιρνε ολόκληρο. Την έβαλα να ξαπλώσει και άρχισα να της φιλάω τις ρώγες. Αναστέναζε από την καύλα. Ύστερα κατέβηκα στην κοιλιά της περνώντας τη γλώσσα μου από παντού. Έφτασα στο μουνάκι της. Άρχισα να παίζω με την κλειτορίδα. Εκείνη βογκούσε από καύλα. Άρχισε να μου πιέζει το κεφάλι. Έχυνε και το κορμί της έκανε σπασμούς από τον οργασμό. Την έστησα στα τέσσερα. Μπροστά μου έβλεπα ένα καλοσχηματισμένο κώλο. Άρχισα να τη γαμάω τρυφερά. Τον έχωνα αργά και βαθιά. Έσπρωχνα πιέζοντας τα κωλομέρια της. Η αίσθηση ήταν υπέροχη. Ύστερα ξαπλώσαμε ανάσκελα κι δυο. Τη γύρισα στο πλάι και της τον έβαλα στο μουνί. Άρχισα να τη γαμάω και να τη φιλάω στο στόμα. Σε λίγο έχυσα πάνω στην κοιλιά της. Χαλαρώσαμε.

Η ίδια έβαλε το μπράτσο μου μαξιλάρι και κούρνιασε στην αγκαλιά μου. Έτσι μας πήρε ο ύπνος μέχρι το πρωί. Την άλλη μέρα μου έτυχε έκτακτη εφημερία. Έπρεπε να αντικαταστήσω ένα συνάδελφο που αρρώστησε. Η Χριστίνα στενοχωρήθηκε, γιατί είχαμε κανονίσει να βγούμε. Καταλάβαινε όμως γιατί ήταν στον ίδιο χώρο της δουλειάς και ήξερε τις ιδιαιτερότητες.

- Χριστίνα μου, πήγαινε στο σπίτι μου. Κοιμήσου εκεί αν θέλεις. Εγώ μόλις γυρίσω θα ξεκουραστώ και θα βγούμε, τι λες;

- Ναι αμέ! Μην πάρεις όμως απ' έξω. Θα μαγειρέψω.

- Ωραία! Ανυπομονώ να δοκιμάσω τη σπεσιαλιτέ σου αγάπη μου!

Η Χριστίνα σχόλασε. Πήγε όπως είπαμε στο σπίτι. Εκείνη η βάρδια στην κλινική ήταν ήσυχη. Έτσι, βρήκα χρόνο και κοιμήθηκα τρεις τέσσερις ώρες. Είχα δώσει εντολή σε νοσοκόμες να με ξυπνήσουν αν συνέβαινε κάτι. Το πρωί ήμουν ξεκούραστος. Πήγα σπίτι. Η Χριστίνα είχε μαγειρέψει και με περίμενε.

- Αγάπη μου γύρισα! Φώναξα όταν μπήκα μέσα στο σπίτι.

Βγήκε φορώντας μια ποδιά κουζίνας. Την αγκάλιασα και τη φίλησα στο στόμα. Καθίσαμε στην κουζίνα. Η Χριστίνα ήταν κάπως μαζεμένη.

- Συμβαίνει τίποτα; Δεν σε βλέπω καλά.

- Ναι, θα σου πω, γιατί να ξέρεις ότι δεν μου αρέσει να κρύβομαι. Το βράδυ χτύπησε το τηλέφωνο το σταθερό. Το σήκωσα. Θεώρησα μήπως είναι ανάγκη.

Ήταν κάποιος Αντώνης. Άρχισε να βρίζει εσένα. Ήθελε να σου μιλήσει. Του το έκλεισα την πρώτη φορά, αλλά μετά πήρε και έβριζε.

- Κοίτα Χριστίνα μου. Κατ’ αρχήν να μην τον φοβάσαι το μαλάκα. Είναι ένας ηλίθιος. Θυμάσαι που κάποτε μου είπες πώς είμαι τυχερός που έχω τη μάνα μου;

- Ναι!

- Ε, δεν είμαι, με τη μάνα που έχω. Θα σου τα πω όπως τα θυμάμαι από τότε που κατάλαβα τον εαυτό μου.

Και τότε άρχισα να της διηγούμαι την ιστορία μου.

Ήταν μια βροχερή μέρα του Νοέμβρη. Στο σχολείο καθόμουν σιωπηλός σε μια γωνιά του προαυλίου. Εκείνη την ημέρα δεν είχα καμιά διάθεση να παίξω με τα άλλα παιδιά. Η δασκάλα μας, η κα Μαρία, κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με μένα. Όταν με ρώτησε δικαιολογήθηκα ότι έχω λίγο πονοκέφαλο.

Κανείς δεν ήθελα να μάθει για το δράμα που περνούσα μέσα στο σπίτι μου. Τους αμέτρητους καυγάδες των γονιών μου, τις απειλές του ενός στον άλλο. Η μητέρα μου κατηγορούσε τον πατέρα μου ότι ήταν δειλός και άτολμος, τον σύγκρινε με άλλους εύπορους της πόλης. Ήθελε η ίδια να κάνει τη μεγάλη ζωή, που έκαναν οι φίλες της.

Ο πατέρας μου φτωχός, τίμιος και βιοπαλαιστής, οικογενειάρχης. Μπορεί να μην ήμαστε πλούσιοι, αλλά πάντα φρόντιζε να μη μας λείψει τίποτα. Είχε ένα συνεργείο που επισκεύαζε μηχανάκια. Αν και κουτσός μετά από ένα ατύχημα, ήταν πολύ καλός στη δουλειά του και γι’ αυτό είχε πάντα πολύ πελατεία.

Όλα ήταν ωραία και καλά, μέχρι που η μάνα μου άρχισε να συναναστρέφεται με κάτι «κότες υψηλής κοινωνίας». Ήταν κι από τη μάνα της φαντασμένη. Από ένα σημείο και μετά, άρχισε να απορρίπτει τον πατέρα μου. Τα αδέρφια της ήταν γιατροί, φαντασμένοι κι εκείνοι και δεν ήθελαν η αδερφή τους να παντρευτεί το μαστρο-Νίκο.

Όταν καυγάδιζαν, εγώ έτρεχα στη μικρή μου αδερφή που τρόμαζε, την έπαιρνα αγκαλιά και να την παρηγορούσα, λέγοντάς της παραμύθια.

Εκείνη την ημέρα σχολάσαμε νωρίτερα. Ο πατέρας μου που ερχόταν να με πάρει ως συνήθως, τηλεφώνησε στη δασκάλα να με αφήσει να φύγω μόνος μου. Εξάλλου σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, δεν διατρέχαμε και κινδύνους τότε.

Έφτασα στο σπίτι μου. Άνοιξα την αυλόπορτα σχεδόν αθόρυβα. Προχώρησα. Πήγα στην αυλή να μαζέψω μια μπάλα της αδερφής μου, της Λίζας. Την έβαλα σε μια ξύλινη αποθήκη και μπήκα στο σπίτι από την πίσω πόρτα της κουζίνας. Σε μια στιγμή άκουσα φωνές και βογκητά από το διάδρομο των δωματίων στον πάνω όροφο. Ανέβηκα τη σκάλα προχώρησα αθόρυβα. Οι φωνές κι αναστεναγμοί έρχονταν από το δωμάτιο των γονιών μου. Προχώρησα. Στάθηκα μπροστά στη μισάνοιχτη πόρτα. Αντίκρισα ένα θέαμα, που ως παιδί με έκανε να κοκαλώσω. Η μητέρα μου κι ο Θωμάς ήταν γυμνοί και έκαναν έρωτα. Σάστισα. Σε μια στιγμή, μάζεψα όσες δυνάμεις είχα και φώναξα.

- Μαμά!

Κι οι δυο τους κοκάλωσαν. Τους έπιασε πανικός. Ο κ. Θωμάς ντύθηκε κακήν κακώς. Βγήκε από το δωμάτιο. Με έπιασε, με ταρακούνησε δυνατά και μου είπε:

- Μην πεις σε κανένα μικρέ γι’ αυτό που είδες. Αλίμονο σε σένα αν ανοίξεις το στόμα σου, κατάλαβες; Κι έβγαλε ένα κατοστάρικο και μου το έδωσε.

Αν και μικρός στην ηλικία κατάλαβα τι γινόταν. Εξάλλου τους είχα δει πολλές φορές μαζί, να της πιάνει το χέρι και να τη φιλάει. Δεν έλεγα τίποτα στον πατέρα μου, για να μην τον στενοχωρήσω. Τα καταλάβαινα όμως όλα και τους μισούσα και τους δυο.

Ο Θωμάς ήταν ένας ευκατάστατος έμπορος στην πόλη. Είχε τρία παιδιά. Ένα γιο και δυο κόρες. Ο γιος του ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος από μένα. Οι κόρες του μικρότερες. Κοντά στην ηλικία της Λίζας.

Όταν εκείνος έφυγε, πέταξα τα χρήματα στα μούτρα της μάνας μου, καθώς καθόταν σοκαρισμένη στο κρεβάτι.

Κατέβηκα στην αυλή. Κάθισα σε μια κούνια που κρεμόταν κάτω από ένα δέντρο. Έβρεχε κι έκανε κρύο. Δε με ένοιαζε. Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Ντρεπόμουν για τη μάνα μου.

- Δημήτρη έλα μέσα… με φώναξε η μάνα μου.

Δεν της απάντησα. Καθόμουν εκεί και σκεφτόμουν. Φανταζόμουν τη ζωή μας με το μπαμπά και τη Λίζα κάπου αλλού, χωρίς την παρουσία της μαμάς. Ονειροπολούσα· ήταν το μόνο που μπορούσε εκείνη τη στιγμή να απαλύνει τον πόνο που ένιωθα μέσα μου.

Ήρθε σε λίγο κι ο πατέρας μου. Είδα το μπαστούνι του από την αυλόπορτα. Έτρεξα να του πάρω τα πράγματα που κουβαλούσε. Μπήκαμε μέσα. Καλημέρισε τη μαμά.

- Καλά βρε Στέλλα, δεν είδες το παιδί που καθόταν έξω στη βροχή;

- Σε περίμενα μπαμπά, να σου πάρω τα πράγματα.

Έσκυψε και με φίλησε.

- Άντε να αλλάξεις και να φωνάξεις και τη Λίζα να φάμε όλοι μαζί.

Η μαμά δε μίλησε. Πήγε να ξυπνήσει τη Λίζα.

Κάποια στιγμή φώναξε.

- Νίκο!

- Τι είναι; Αποκρίθηκε ο πατέρας μου.

Έτρεξε κι αυτός εκεί. Η Λίζα κοιμόταν βαθιά και δεν ξυπνούσε. Την πήρε στα χέρια του. Την ταρακούνησε. Τίποτα. Την άρπαξε στην αγκαλιά.

- Ρίξε κάτι επάνω του, θα το πάμε στο νοσοκομείο.

Πήγαμε στο νοσοκομείο. Η Λίζα συνήλθε μετά από δύο ώρες. Όσο ήμαστε στο νοσοκομείο και περιμέναμε, η μάνα μου με κοίταζε με ένα ένοχο βλέμμα. Εγώ ήμουν με το κεφάλι χαμηλωμένο. Δεν την κοιτούσα καθόλου. Ένιωθα τόσο μίσος μέσα μου, όσο ποτέ. Ο πατέρας μου δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Σε λίγο βγήκαν οι γιατροί. Μας είπαν ότι η μικρή πρέπει να έφαγε ένα ηρεμιστικό χάπι, κι ότι μόλις που την προλάβανε.

Η Λίζα συνήλθε. Θα έβγαινε την άλλη μέρα από το νοσοκομείο. Εμένα με πήγε ο πατέρας μου στο σπίτι. Ύστερα ήρθε η αδερφή της μάνας μου να μείνει μαζί μου. Η θεία έμεινε.

Εμένα, αν και μικρός τότε, μου μπήκε ο διάολος να βρω τι έγινε. Άνοιξα το φαρμακείο. Άνοιξα ένα κουτί που ήξερα ότι μέσα υπήρχαν χάπια ηρεμιστικά. Έλειπε μόνο ένα. Η Αδερφή μου ήταν πολύ μικρή για να φτάσει να τα πάρει. Έλειπε μόνο ένα. Ήμουν σίγουρος ότι χέρι μεγάλου της το έδωσε. Κι υποψίες μέσα που φώλιασαν μέσα μου ήταν ότι το έδωσε η μάνα μου ή ο γκόμενός της.

Η Λίζα ήρθε σπίτι. Τις επόμενες μέρες μόλις γύριζα από το σχολείο, πρώτη μου έννοια ήταν να δω τι κάνει η Λίζα. Πήγαινα στο δωμάτιό της να τη δω. Πολλές φορές το χαρτζιλίκι, που μου έδινε ο πατέρας μου στο σχολείο, το κρατούσα και της αγόραζα την αγαπημένη της σοκολάτα. Από εκείνο το συμβάν και μετά δεν την άφηνα από τα μάτια μου.

Η Λίζα έφτασε να πάει στην Έκτη Δημοτικού Εγώ την πρόσεχα και την προστάτευα πάντα. Ένα μεσημέρι συναντηθήκαμε στο δρόμο και πηγαίναμε στο σπίτι. Στο δρόμο βρέθηκε ο Αντώνης, ο γιος του Θωμά. Ήταν με δυο άλλους συμμαθητές του.

- Ρε συ Κώστα λέει ο Αντώνης, κοίτα πώς ξεπετάχτηκε το μούλικο της κυρά Στέλλας! Φούσκωσαν και τα βυζάκια του.

- Ποιανής ρε μαλάκα; Αυτής που πηδάει ο πατέρας σου;

- Ναι, ρε συ. Για να δούμε πόσο μεγάλωσαν τα βυζάκια του; Θα έγιναν μεγάλα σαν της καργιόλας της μάνας της;

Εγώ δεν ήθελα άλλο, να πετάξω την τσάντα κάτω και να ορμήσω πάνω του. Τον χτύπησα στο πρόσωπο και έπεσε κάτω. Ύστερα με έβαλαν κι τρεις κάτω και με χτυπούσαν. Η Λίζα άρχισε να φωνάζει βοήθεια. Στο δρόμο βρέθηκαν δύο μεγάλοι περαστικοί και με έσωσαν κυριολεκτικά. Φύγαμε στο μαύρο χάλι. Φτάσαμε στο σπίτι. Με είδε η μάνα μου. Τρόμαξε όπως με είδε.

- Μη με πλησιάσεις, είπα. Σε σιχαίνομαι!

- Μα τι λες παιδί μου; είπε. Ποιος σου το έκανε αυτό;

- Δεν τον αφήνεις καλύτερα βρε μάνα; Φώναξε υστερικά η Λίζα. Εξαιτίας σου τραβάμε αυτά που τραβάμε. Αϊ στο διάολο πια!

Η Λίζα ήρθε και με βοήθησε να αλλάξω ρούχα. Πλύθηκα και πήγα στο δωμάτιό μου. Σε λίγο ήρθε κι η Λίζα και μου έφερε φαγητό. Επέστρεψε κι ο πατέρας κατάκοπος από τη δουλειά. Τα έμαθε πριν του πούμε εμείς τίποτα.

- Ως εδώ και μη παρέκει Στέλλα. Ανέχτηκα το κέρατο όλα αυτά τα χρόνια για χάρη των παιδιών. Αλλά το σημερινό παραπάει.

Κι από τον πατέρα, η μάνα μας έμαθε λεπτομέρειες για το συμβάν. Μετά από δύο χρόνια συνέβη ό,τι πιο τραγικό θα μπορούσε να μας συμβεί. Ο πατέρας μας μάς άφησε μετά από μια σκληρή μάχη με τον καρκίνο. Λίγο πριν πεθάνει, μας κάλεσε με τη Λίζα.

- Να προσέχετε ο ένας τον άλλο. Μόνοι σας θα είστε από εδώ και μπρος.

Η Λίζα είχε καταρρεύσει. Εγώ από την άλλη πονούσα τόσο μέσα μου. Το κατάπινα όμως. Έπρεπε να φανώ γενναίος. Είχα ένα παγερό ύφος.

Έφτασα στην Τρίτη λυκείου. Ο πατέρας μας φρόντισε να μας αφήσει μοναδικούς κληρονόμους με τη Λίζα. Με τα χρήματα που μας άφησε μπόρεσα και πέρασα ιατρική.

Τον πρώτο καιρό είχα ένα μεγάλο άγχος για τη Λίζα που ήταν μόνη της. Σε δύο χρόνια θα έδινε εξετάσεις για να περάσει στο πανεπιστήμιο. Η μάνα μας προσπαθούσε να μας προσεγγίσει. Είχαμε όμως τόσο παγώσει με όλα όσα γινόταν. Η ίδια μετά το θάνατο του πατέρα συνέχιζε να συναντιέται με το Θωμά.

Ήταν ένα σαββατοκύριακο του χειμώνα, φοιτητής πια. Ήθελα να πάω στο πατρικό μου. Να δω τη Λίζα. Της το είχα υποσχεθεί. Έφτασα με το λεωφορείο. Ήταν βραδάκι. Όταν έφτασα στο σπίτι είδα φως στο δωμάτιο της μάνας μου με τα παντζούρια κλειστά. Δεν ξέρω τι με έπιασε. Μπήκα όπως και τότε από την πόρτα της κουζίνας. Προχώρησα στο σκοτεινό διάδρομο. Από το δωμάτιο ακούγονταν βογκητά κι αναστεναγμοί. Η μάνα μου πηδιόταν με το Θωμά. Θόλωσα.

- Πες μου μωρό μου σε γαμούσε έτσι ο μακαρίτης;

- Τι να με γαμήσει ο κουτσός, ρε Θωμά μου;… είπε μέσα στα βογκητά της.

Μόλις άκουσα αυτά που έλεγαν κι οι δυο για τον πατέρα μου, μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Τρελάθηκα εντελώς. «Μπορεί τότε να ήμουν μικρός, αλλά τώρα δεν τη γλιτώνετε», σκέφτηκα μέσα μου. Γύρισα πίσω στην κουζίνα. Η πρώτη σκέψη ήταν να πάρω ένα μαχαίρι και να τους αποτελειώσω. Ύστερα το ξανασκέφτηκα. Πήρα από την αποθήκη ένα κοντό καδρόνι.

Μπήκα μέσα κλωτσώντας την πόρτα. Ο Θωμάς είχε στα τέσσερα τη μάνα μου και την πηδούσε. Σάστισαν και τρόμαξαν, με το που με είδαν με το καδρόνι στα χέρια μου. Το σηκώνω και η πρώτη έπεσε στα πόδια του Θωμά πίσω από τα γόνατα. Αυτό το έκανε να γονατίσει. Η δεύτερη τον βρήκε στην πλάτη και τον πέταξε χάμω. Άρχισα να τον κλωτσάω στα πλευρά. Έπεσε ανάσκελα. Δε μπορούσε να ανασάνει. Ύστερα έπιασα τη μάνα μου και άρχισα να τη χαστουκίζω με όση δύναμη είχα. Πρέπει να έφαγε πάνω από είκοσι χαστούκια. Η μύτη της έτρεχε αίματα και τα μάτια της ήταν κατακόκκινα. Δε έλεγε τίποτα, απλά έκλαιγε. Την πέταξα κάτω. Πήρα πάλι το καδρόνι. Ήθελα να τους αποτελειώσω και τους δυο. Σήκωσα το καδρόνι…

Μια φωνή με σταμάτησε.

- Μη, Δημήτρη μου!

Ήταν η Λίζα. Μόλις είχε γυρίσει και μας πέτυχε πάνω στον καυγά. Με έπιασε και με τράβηξε από το δωμάτιο. Έτρεμα από τα νεύρα μου. Άρχισα να κλαίω στην αγκαλιά της αδερφής μου. Η Λίζα μου έδωσε ένα ποτήρι νερό. Ύστερα πήγε στο δωμάτιο. Είδε τη μάνα μας.

- Ντύσου μωρή ξετσίπωτη! Ντύσου που να σε πάρει ο διάολος! Μας κατέστρεψες!

Και της έδωσε κι αυτή ένα χαστούκι. Η Μάνα μας έκλαιγε με αναφιλητά. Ντύθηκε.

- Κοίτα να πάρεις και τον κοπρίτη από εδώ, γιατί θα τελειώσω αυτό που άρχισε ο Δημήτρης, κατάλαβες;

Ο Θωμάς δε μπορούσε να περπατήσει. Τον είχα χτυπήσει άσχημα. Η Λίζα βγήκε στο σαλόνι και πήρε τηλέφωνο τη γυναίκα του. Ήρθε η κα Μαρία. Φώναξε και το γιο της. Τον πήραν. Δεν ήθελαν να πάνε στην αστυνομία για να αποφύγουν τον σκάνδαλο. Όταν έφυγαν, η Λίζα φώναξε τη μάνα μου να βγει από το δωμάτιο.

- Τσακίσου κι έλα εδώ τώρα!

Ποτέ δεν είδα τόσο αγριεμένη τη Λίζα. Καθίσαμε στον καναπέ.

- Κοίτα της λέει. Το σπίτι είναι δικό μου και του Δημήτρη. Μόλις ενηλικιωθώ κι εγώ, την κάνεις από εδώ. Δε με ενδιαφέρει που θα πας. Κατάλαβες; Δεν έχεις θέση εδώ μέσα.

- Ηρέμησε Λίζα, σε παρακαλώ. Της είπα.

Ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Ξέσπασε σε κλάματα και έπεσε στην αγκαλιά μου. Κάθισα δέκα μέρες να ηρεμήσουν τα πράγματα. Ύστερα έφυγα για την Αθήνα.

Ο καιρός περνούσε. Είχα γνωρίσει μια κοπέλα τη Βίκυ. Η Λίζα τα είχε με ένα συμμαθητής της όταν έφτασε στην Τρίτη λυκείου. Φαινόταν καλό παιδί. Οι μέρες μας κυλούσαν ομαλά. Ο Θωμάς δεν ξαναπάτησε το πόδι του στο σπίτι μας. Η Λίζα υποψιαζόταν ότι βρίσκονταν κάπου αλλού οι δυο τους, αλλά δεν ασχολήθηκε μαζί τους.

Πλησίαζαν Χριστούγεννα. Εγώ ήθελα να πάω στο χωριό. Όμως εκείνη η κοπέλα που τα είχαμε τότε επέμενε να μείνουμε μαζί στην Αθήνα. Έτσι έμεινα. Ένα βράδυ χτύπησε το κινητό μου. Ήμουν με τη Βίκυ σε ένα εστιατόριο με μια μεγάλη παρέα. Ήταν η Λίζα στο τηλέφωνο. Έκλαιγε. Η φωνή της μόλις που έβγαινε.

- Δημήτρη, δεν είμαι καλά. Έλα σε παρακαλώ!

Έφυγα σαν τρελός. Η Βίκυ προσπάθησε να με μεταπείσει κι εκεί ρίξαμε κι έναν καυγά. Πήγα στο σπίτι και πήρα όσα χρήματα είχα. Πήρα ταξί και πήγα. Η Λίζα ήταν στον νοσοκομείο. Την είχαν βιάσει. Ο Αντώνης και η παρέα του. Συνένοχος ήταν κι ο φίλος της Λίζας. Θόλωσα. Πήγα στην αστυνομία και το κατήγγειλα. Όμως δεν υπήρχαν μάρτυρες. Και σαν να μην έφτανε αυτό με απείλησαν ότι αν δεν ζητήσω συγγνώμη που τους συκοφάντησα θα μου κάνανε μήνυση. Με τη μεσολάβηση του Θωμά, και προφανώς της μάνας μου, σταμάτησε εκεί το θέμα· αν και εγώ δε συμφωνούσα με τίποτα σε αυτήν την εξέλιξη. Ήθελα την τιμωρία τους. Η Λίζα είχε πάθει νευρικό κλονισμό και άργησε να συνέλθει.

Πήγα στο σπίτι μου και έριξα έναν καυγά με τη μάνα μου. Ήθελα να την πετάξω έξω· η Λίζα πάλι δε με άφησε.

Την άλλη μέρα που βγήκαμε με τη Λίζα συναντήσαμε τον Αντώνη και την παρέα του σε μια καφετέρια. Φύγαμε αμέσως, γιατί η Λίζα δεν μπορούσε να τους βλέπει. Μας κοίταζαν και γελούσαν ειρωνικά.»

Από εκείνη την ημέρα ορκίστηκα εκδίκηση. Πριν σε γνωρίσω, του πήδηξα και τις αδερφές και τη μέλλουσα γυναίκα του. Τα έχω όλα σε βίντεο. Απλά περιμένω να παντρευτεί το τσογλάνι και ύστερα θα του τα στείλω με τα δικά μου χαρακτηριστικά αλλοιωμένα. Κι ύστερα τέρμα. Δεν θα ασχοληθώ ξανά μαζί τους.

Η Χριστίνα έπιασε το χέρι μου.

- Δημήτρη μου, τι τράβηξες; Θαμάζω το κουράγιο σου! Τώρα καταλαβαίνω την κουβέντα που μου είπες κάποτε, πως το ότι έχεις μάνα δεν είσαι κι πιο τυχερός άνθρωπος στον κόσμο. Αυτός ο Αντώνης πόσο επικίνδυνος μπορεί να είναι;

- Θρασύς είναι και βλάκας. Τίποτα παραπάνω.

Με τη Χριστίνα εκείνη τη μέρα νιώσαμε να πλησιάζουμε αρκετά ο ένας τον άλλο. Εκείνη μου είπε για τη ζωή της και τις περιπέτειες που τράβηξε χωρίς γονείς. Σε μια στιγμή δάκρυσε. Την αγκάλιασα τρυφερά. Με τη Χριστίνα ερωτευτήκαμε πολύ. Δεθήκαμε τόσο πολύ. Νιώθαμε τόσο όμορφα όταν ήμαστε μαζί.

Μετά από ένα μήνα ο Αντώνης παντρευόταν με τη Δήμητρα. Στο γάμο τους περίμενε η μεγαλύτερη έκπληξη. Εκεί που ήταν μαζεμένοι έξω από την εκκλησία μετά την γαμήλια τελετή, έστειλα κάποιους και πέταξαν τυπωμένες φωτογραφίες στις οποίες φαίνονταν τα γαμήσια που έκαναν οι αδελφές του στη Μύκονο, καθώς και εκείνα με εμένα με τη Δήμητρα. Φυσικά τα δικά μου χαρακτηριστικά φρόντισα να είναι εντελώς αλλοιωμένα. Όλοι έπαθαν σοκ. Ο κόσμος άρχισε να κρυφογελάει και να σχολιάζει. Έστειλα και τα βίντεο στον Αντώνη. Μετά από αυτό, την άλλη μέρα τον πήρα τηλέφωνο.

- Άκου μαλακισμένε! Αν κάνεις τίποτα από εδώ και πέρα, τα γαμήσια που έκαναν οι αδερφούλες σου και η γυναίκα σου θα τα δεις να παίζουν στα πιο μεγάλα πορνοσάιτ. Κατάλαβες;

Ο Αντώνης εξαγριώθηκε. Κι άρχισε να με απειλεί.

- Κατάλαβες μαλάκα;… του είπα. Σου γάμησα το σόι που λέμε. Σε πλήρωσα με το ίδιο νόμισμα. Και παραπάνω μάλιστα. Είδες τα πουτανάκια τις αδερφές σου πώς το απολάμβαναν; Είδες τη γυναικούλα σου πόσο ωραία τη γάμησα από τον κώλο;

Με τη Δήμητρα δεν χώρισαν. Δεν έμαθα ποτέ το γιατί μετά από αυτό το ρεζίλεμα. Για να το κάνεις θα πρέπει να έχεις και τσίπα σκέφτηκα.

Πέρασε άλλος ένας χρόνος η Λίζα τέλειωσε τις σπουδές της. Ένα βράδυ της είπα για τα βίντεο που έστειλα και τα φέιγ βολάν με τις φωτογραφίες στο γάμο του.

- Γιατί βρε Δημήτρη μου, δεν έδινες τόπο στην οργή;

- Δεν το πάλευα βρε Λίζα. Με έτρωγε τόσα χρόνια.

Η Χριστίνα ήρθε και κάθισε δίπλα μου, μόλις τα άκουσε.

- Μου υπόσχεσαι ότι θα τα ξεχάσεις από εδώ και μπρος; Πρέπει να πάμε μπροστά Δημήτρη μου!

- Ναι, αγάπη μου. Στο υπόσχομαι.

- Έχει δίκιο η Χριστίνα Δημήτρη μου, μου είπε η Λίζα. Πρέπει να κοιτάξουμε τις ζωές μας.

Με τη Χριστίνα παντρευτήκαμε το καλοκαίρι που ήρθε. Το φθινόπωρο έπιασα μόνιμη δουλειά στο νοσοκομείο. Πήγαμε λίγο πριν το γάμο να γνωρίσει τη μάνα μου. Η Χριστίνα τότε ζήτησε να έρθει και η μάνα μου να μείνει μαζί μας, μια και το σπίτι που έμενα με τη Χριστίνα ήταν αρκετά μεγάλο. Η κα Στέλλα την αγκάλιασε δακρυσμένη.

- Να ‘σαι καλά παιδί μου… φοβόμουν πολύ για το Δημήτρη.

Η μάνα μου ήρθε στην Αθήνα και έμεινε πια μαζί μας. Με τη Χριστίνα αποκτήσαμε δύο παιδιά. Η κα Στέλλα είχε μεταμορφωθεί πια σε μια καταπληκτική χαζογιαγιά. Η Χριστίνα από τη μέρα που την γνώρισε δεν έπαψε να τη φωνάζει μάνα.

Η Λίζα κι ο Πέτρος παντρεύτηκαν ένα χρόνο μετά από μας. Έβλεπα την αδερφή μου χαρούμενη στο γάμο της και κάποια στιγμή δάκρυσα. Η Χριστίνα το κατάλαβε. Με χάιδεψε στα μαλλιά και μου ψιθύρισε.

- Σ’ αγαπώ Δημήτρη μου! Τώρα όλοι μας θα κοιτάξουμε μπροστά, κι όχι πίσω. Μπροστά αγάπη μου!




Copyright protected OW ref: 169902