Η Νεφέλη μου

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.55 (11 Votes)
Καλοκαίρι θυμάμαι. Μικρά εγώ και η Ελένη, η αδερφή μου, δυο χρόνια μικρότερή μου πηγαίναμε στο χωριό με τον παππού. Εκεί περνούσαμε όλα τα καλοκαίρια. Τρέχαμε μέσα στην καταπράσινη φύση. Το αγρόκτημα του παππού είχε μια αφάνταστη ομορφιά και γοητεία. Χτισμένο το παλιό αρχοντικό σε πρόποδες ενός λόφου έβλεπε τη θάλασσα πιάτο. Πιο κάτω υπήρχε μια ρεματιά κρυμμένη σε πελώρια πλατάνια. Πιο πέρα ήταν το εξοχικό του κυρίου Γιάννη. Ο κύριος Γιάννης ήταν στρατιωτικός. Κάθε καλοκαίρι έρχονταν οικογενειακά με τα δυο τους παιδιά. Το Διονύση και την Νεφέλη. Από μικρά κάναμε παρέα και οι τέσσερις μας. Ο Διονύσης ήθελε πάντα να το παίζει αρχηγός της παρέας μιας και με περνούσε ένα χρόνο στην ηλικία. Η Νεφέλη ήταν στην ίδια ηλικία με την αδερφή μου την Ελένη. Κάθε απόγευμα, μετά το μπάνιο στη θάλασσα, κατεβαίναμε οι τέσσερίς μας στον ποταμό και παίζαμε με τις ώρες. Η Νεφέλη ήταν ένα όμορφο καστανόξανθο κοριτσάκι με γαλάζια μάτια. Θα έλεγε ότι ήταν ένας άγγελος σε ομορφιά. Το ίδιο και η αδερφή μου η Ελένη. Μελαχρινή με ωραίο πρόσωπο και πολύ χιούμορ. Πάντα ήθελε να σκαρώνει φάρσες σε όλους μας· διασκεδάζαμε πολύ!

Ο πατέρας μας τεχνίτης με δικό του μηχανουργείο στην πόλη μας, πολυάσχολος πάντα. Η μητέρα μας, η Αντιγόνη, καθηγήτρια χορού. Αυτή μας έμαθε τα πάντα γύρω από το χορό. Εκείνη με έκανε να αγαπήσω τους ευρωπαϊκούς χορούς και να τους χορεύω. Πάντα μου έλεγε ότι έχω ταλέντο. Τα καλοκαίρια μάλιστα έδειχνε χορό και στο Διονύση με τη Νεφέλη. Η Νεφέλη λάτρευε το χορό, όπως κι εγώ.

Περισσότερο μάλιστα από την αδερφή μου και το Διονύση. Όταν αυτοί οι δυο βαριούνταν, εγώ με τη Νεφέλη ήμαστε πάντα πρόθυμοι και ευδιάθετοι για το χορό. Πολλές φορές απορούσε και η μάνα μου πώς βρίσκαμε τόσες αντοχές. Πολλές φορές χορεύαμε και κάναμε πρόβες με τη Νεφέλη μέχρι και τρεις ώρες συνέχεια. Θυμάμαι μάλιστα που μας έβαζε να χορεύουμε με τη Νεφέλη, όταν ήταν εκεί η κυρία Μαρία, η μάνα της Νεφέλης. Μας καμάρωναν. Άκουγα, που έλεγαν το πόσο ταιριαστά χορεύουμε.

Μεγαλώνοντας η Ελένη κι ο Διονύσης έχασαν το ενδιαφέρον για το χορό. Εγώ με τη Νεφέλη όμως, συνεχίσαμε. Θυμάμαι, όταν ήταν οι οικογένειές μας καλεσμένες σε ένα γάμο, πήρα τη Νεφέλη και χορέψαμε ένα βαλς, την ώρα πού χόρευε η νύφη κι γαμπρός. Ήμαστε τότε δεκατεσσάρων εγώ και δώδεκα η Νεφέλη. Κλέψαμε την παράσταση. Ο πατέρας της Νεφέλης καμάρωνε τότε, σα γύφτικο σκεπάρνι που έβλεπε την κόρη του να χορεύει τόσο όμορφα. Θυμάμαι, σαν να ναι τώρα, όταν τελείωσε το βαλς, εγώ έκανα μια ιπποτική υπόκλιση, ενώ η Νεφέλη έπιασε το φόρεμά της κι και υποκλίθηκε κι αυτή με χάρη μπαλαρίνας. Τότε σηκώθηκαν όλοι και μας καταχειροκρότησαν. Όλο το βράδυ οι γονείς μας δέχονταν τα συγχαρητήρια από τους καλεσμένους.

Μεγαλώσαμε, σιγά-σιγά φτάσαμε να έχουμε άλλα ενδιαφέροντα. Άρχισαν τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα. Η Ελένη ξέκοψε θα έλεγα με τη Νεφέλη. Εγώ όμως όχι. Την έβλεπα, όχι μόνο στο εξοχικό του παππού, αλλά και στην πόλη που μέναμε. Η Νεφέλη όσο μεγάλωνε, τόσο ομόρφαινε και έπαιρνε πλέον τα χαρακτηριστικά μιας όμορφης και γοητευτικής κοπέλας. Μια φορά τσακώθηκα με κάποια αγόρια που θέλησαν να της πάρουν της σχολική τσάντα και να την πετάξουν στο σκουπιδοτενεκέ. Ήταν κι ο Διονύσης εκείνη τη μέρα εκεί, πιο κάτω με φίλους του, αλλά δεν έδωσε καμία σημασία στο σκηνικό με την αδερφή του. Εγώ θυμάμαι, πήγα και τους περίλαβα στις φάπες. Ήμουν από μικρός γεροδεμένο παιδί. Τους πήρα την τσάντα και μάλιστα, συνόδεψα τη Νεφέλη μέχρι το σπίτι. Μας είδε θυμάμαι ο πατέρας της. Θύμωσε, όταν άκουσε από τη Νεφέλη, ότι ο Διονύσης δεν έδωσε σημασία στην αδερφή του. Μάλιστα μου είπε να περάσω μέσα, για να με κεράσει πορτοκαλάδα.

Όταν γύρισε ο Διονύσης, άκουσε μια κατσάδα, που εμένα με έκανε να νιώσω άσχημα. Έφυγα, αφού τους χαιρέτησα ευγενικά. Από τότε η Νεφέλη με είχε για τον ήρωα της. Δε χάναμε την ευκαιρία να βρισκόμαστε πιο συχνά. Η συμπάθεια ήταν αμοιβαία.

Το επόμενο καλοκαίρι βρεθήκαμε πάλι στο εξοχικό. Ο Διονύσης έφυγε με φίλους του. Οι δικοί μας είχαν πάει στη θάλασσα. Η Νεφέλη ήταν μόνη όπως κι εγώ. Καθόμαστε στην αιώρα που είχε ο παππούς μου στην αυλή. Λέγαμε διάφορα. Ζέστη. Η Νεφέλη, ξαφνικά, πιάνει ένα ποτήρι νερό και μου το πετάει πάνω μου. Θύμωσα στην αρχή. Άρχισε να γελάει και να με κοροϊδεύει. Προσπάθησα να την πιάσω.

- Θα σε πιάσω βλαμμένο και θα σε βάλω να το πιείς από κάτω, της είπα.

- Ναι, αλλά πρέπει να με πιάσεις πρώτα! Χα, χα!

Έτρεξε τον κατήφορο προς τον ποταμό. Κρύφτηκε πίσω σε έναν ανθισμένο θάμνο τριανταφυλλιάς. Την είδα, αλλά ήταν μάταιο να την κυνηγήσω, μια κι εκείνη ήταν πολύ γυμνασμένη και γρήγορη στο τρέξιμο. Έκανα πως την έψαχνα. Σε κάποια στιγμή προσποιήθηκα πως λιποθύμησα. Τρόμαξε. Ήρθε πάνω μου. Εγώ έκανα τον ψόφιο κοριό. Με έπιασε και με κούναγε το κεφάλι να συνέλθω. Την έπιασα από τα μπράτσα και την τράβηξα πάνω μου.

- Σ’ έπιασα, της λέω.

Άρχισε να με σπρώχνει να φύγει.

- Άσε με βρε βλαμμένε με κατατρόμαξες!

Ήταν αδύνατο. Έπεσε πάνω μου, σχεδόν ξάπλωσε πάνω μου· το γέλιο της σταμάτησε. Σοβαρέψαμε κι οι δυο. Τα σώματά μας ήταν σε επαφή και προκαλούσαν ένα πρωτόγνωρο ερεθισμό και αναστάτωση και στους δύο. Κοιταχτήκαμε στα μάτια. Οι ανάσες μας καυτές και κοφτές. Νιώθαμε ο ένας την ανάσα του άλλου. Την έπιασα και τη φίλησα στα χείλη. Με κοίταξε απορημένη. Την άφησα. Με χαστούκισε. Δεν αντέδρασα. Σηκώθηκε λίγο στα γόνατα. Νόμισα ότι θα φύγει. Ύστερα έσκυψε και με φίλησε κι αυτή. Ένα τρυφερό φιλί!

- Σ’ αγαπώ της λέω. Θέλω να είσαι το κορίτσι μου.

Κοιταχτήκαμε στα μάτια. Φιληθήκαμε ξανά. Εκείνο το ζεστό απόγευμα κάτω από τη σκιά των δέντρων δώσαμε όρκους αιώνιας αγάπης. Με όλη τη αθωότητα της ηλικίας μας. Ήταν ο ένας για τον άλλο ο πρώτος έρωτας, ο πιο αγνός, ο πιο τρυφερός. Της κρατούσα το χέρι, έγειρε πάνω μου. Μείναμε έτσι αρκετά. Ταξιδεύαμε σε πελάγη ευτυχίας. Ήταν τόσο όμορφα! Σηκώθηκα, έκοψα ένα τριαντάφυλλο και της το έδωσα. Το έβαλε στα ξανθά μαλλιά της. Ήταν σωστή νεράιδα!

Μας πήρε το σούρουπο καθισμένους στο σημείο εκείνο. Ξαφνικά ακούσαμε την Ελένη να μας φωνάζει. Σηκωθήκαμε πήγαμε στο σπίτι. Στα πρόσωπά μας ήταν ζωγραφισμένη η ευτυχία που νιώθαμε. Η Ελένη μας κοίταξε λίγο περίεργα στην αρχή. Σα να κατάλαβε ότι κάτι συμβαίνει μεταξύ μας. Ο αγνός αυτός έρωτάς μας ήταν ένα συναίσθημα που συνεχώς μεγάλωνε μέσα στις καρδιές μας. Είτε στην πόλη, είτε στο χωριό, βρίσκαμε χρόνο να είμαστε μαζί. Η Αδερφή μου, όταν το έμαθε από την ίδια τη Νεφέλη, πέταξε από τη χαρά της. Δεν έχανε ευκαιρία, να μας λέει πόσο ταιριαστοί είμαστε οι δυο μας.

Είχαμε πλέον φτάσει εγώ στα δεκαοχτώ και η Νεφέλη στα Δεκάξι. Ήταν καλοκαίρι και ήμαστε στο χωριό όπως πάντα. Μάλιστα ο κυρ Γιάννης έφτιαξε κι ένα μικρό λαχανόκηπο στο εξοχικό τους. Τον συντηρούσε ο παππούς μου. Εγώ, συχνά πήγαινα και βοηθούσα τον πατέρα μου στο μηχανουργείο. Τις μέρες εκείνες ο πατέρας μου με έστειλε στο χωριό να βοηθήσω τον παππού σε κάποιες δουλειές. Ύστερα ήρθε κι αυτός.

Ήταν απόγευμα. Οι δικοί μου και οι γονείς της Νεφέλης πήγαν παρέα στην θάλασσα. Εγώ προφασίστηκα πονοκέφαλο. Όλοι τότε το απέδωσαν στο άγχος για τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Μόλις πέρασε λίγο η ώρα, άκουσα να χτυπάει το τζάμι η Νεφέλη. Βγήκα έξω. Τραβήξαμε για την ποταμιά. Στο σημείο που είπαμε το πρώτο σ’ αγαπώ, στο σημείο που πρωτοφιληθήκαμε. Μόλις φτάσαμε, πήγαμε σε ένα σημείο που δε μπορούσε ανθρώπου μάτι να μας δει. Αγκαλιαστήκαμε. Η Νεφέλη φορούσε μια φούστα πάνω από το γόνατο. Εγώ ήμουν με μια βερμούδα. Ξαπλώσαμε κάτω στα χόρτα. Τα φιλιά μας γινόταν όλο και πιο παθιασμένα. Άπλωσα το χέρι μου και της χάιδεψα τον όμορφο στήθος πάνω από τη μπλούζα. Ύστερα έβαλα το χέρι μου κάτω από τη μπλούζα και της χάιδευα τα όμορφα νεανικά βυζιά της. Φιλιόμαστε με πάθος. Ανάψαμε κυριολεκτικά. Όλο αυτό το σκηνικό κράτησε περίπου ένα τέταρτο. Άρχισα να της χαϊδεύω τα μπούτια, φτάνοντας μέχρι το κιλοτάκι της. Με μια κίνηση το κατέβασα προς τα κάτω. Είχα καυλώσει αφάνταστα.

Δεν είχα εμπειρία με άλλη γυναίκα. Ούτε κι ίδια. Της έβγαλα το κιλοτάκι σιγά-σιγά.

- Θέλω να σε κάνω δική μου, της είπα.

- Σ’ αγαπώ Δημήτρη μου! Σε λατρεύω! Μου ψιθύρισε στο αυτί.

Κατέβασα τη βερμούδα μου. Έπιασα τον πούτσο μου σιγά-σιγά και άρχισα να το τρίβω στο παρθένο της μουνάκι. Άρχισα να πιέζω. Πονούσε. Παραπονέθηκε και μου ζήτησε να σταματήσω να τον πιέζω. Φοβόταν. Δε σταματήσαμε τα φιλιά και τα χάδια. Τον ξαναέβαλα ανάμεσα στα μουνόχειλά της. Πίεσα απότομα και το πουτσοκέφαλο καρφώθηκε μέσα της. Ένα βογκητό πόνου βγήκε από το στόμα της. Πίεσα ακόμα περισσότερο. Άρχισα να μπαινοβγαίνω σιγά-σιγά. Ο πόνος που ένιωθε αντικαταστάθηκε από ηδονή. Έσφιξε τα χείλη της και με αγκάλιασε δυνατά! Συνέχισα για λίγο ακόμα. Τραβήχτηκα και έχυσα στην κοιλιά της. Αγκαλιαστήκαμε τρυφερά.

- Σε λατρεύω κοριτσάκι μου! Θα σ’ αγαπώ για πάντα.

- Κι εγώ σ’ αγαπώ Δημήτρη μου! Θα είμαι για πάντα δική σου!

Φιληθήκαμε στο στόμα. Είχε περάσει η ώρα. Έπρεπε να φύγει πριν έρθουν οι δικοί της. Εγώ έφυγα μετά από ένα τέταρτο. Είχα ξαπλώσει ευτυχισμένος και κοίταζα τα δέντρα, τον ουρανό. Τα πάντα γύρω μου ήταν τόσο όμορφα! Γύρισα στο σπίτι. Έκανα ένα μπάνιο. Ήμουν τόσο ευτυχισμένος! Τόσο ερωτευμένος!

Την άλλη μέρα πήγαμε κι εμείς στη θάλασσα. Μαζί μας αυτή τη φορά ήταν κι ο Διονύσης. Έπρεπε να μην υποψιαστεί κανείς τίποτα.

- Εγώ θα βγω Διονύση, είπα. Δεν έχω όρεξη.

- Τι έπαθες, είσαι καλά;

Ήρθε σε λίγο εκεί που στεκόμουν. Ύστερα εγώ με το Διονύση καθίσαμε κάτω από μια ομπρέλα. Τον ρωτούσα για τη σχολή που πέρασε στρατιωτικός. Μου έλεγε διάφορες ιστορίες. Γυρίσαμε το αργά το απόγευμα.

Το βράδυ με τη Νεφέλη βρεθήκαμε στο ίδιο σημείο στις όχθες του ποταμού. Μόλις συναντηθήκαμε αρχίσαμε τα φιλιά. Δεν αργήσαμε να γυμνωθούμε τελείως. Ξαπλώσαμε χαϊδεύοντας ο ένας τον άλλο. Μπήκα μέσα της, πιο τρυφερά αυτή τη φορά. Η πρώτη μας φορά δεν κράτησε πάνω από τρία τέσσερα λεπτά. Έχυσα πάνω στην κοιλιά της. Σε ένα τέταρτο, ίσως και λιγότερο ακόμα, ήμαστε έτοιμοι κι δυο. Μπήκα μέσα της. Τούτη τη φορά κράτησε περισσότερο. Η Νεφέλη έφτασε δύο φορές σε οργασμό. Πλέον δεν πονούσε. Έχυσα ξανά πάνω σε πόδια της. Μείναμε αγκαλιασμένοι φιλώντας τρυφερά ο ένας τον άλλον. Το βράδυ εκείνο δε θέλαμε να τελειώσει. Φύγαμε για τα σπίτια μας. Όλο το βράδυ στέλναμε ο ένας τον άλλο ερωτικά μηνύματα στα κινητά μας.

Όλο το καλοκαίρι βρισκόμαστε στην κρυψώνα μας, όποτε μπορούσαμε. Του δίναμε και καταλάβαινε στον έρωτα. Δεν ήταν απλά σεξ, ήταν έρωτας. Λίγο να αργούσε ο ένας στο ραντεβού, ο άλλος αγωνιούσε!

Το καλοκαίρι έφτασε στο τέλος του. Εγώ πέρασα σε μια πολυτεχνική σχολή. Βλέπεις, οι επιρροές του πατέρα μου στο μηχανουργείο. Από μικρός μου άρεσαν οι μηχανές και οι κατασκευές. Γυρίσαμε στα σπίτια μας στην πόλη. Η Νεφέλη έμπαινε κι αυτή στο χορό της προετοιμασίας των πανελληνίων. Της άρεσε η τέχνη. Δεν είχαν αντίρρηση και οι δικοί της· μια κι ο πατέρας ης θεωρούσε ότι ο άντρας πρέπει να είναι αυτός που θα πρέπει να εργάζεται. Η γυναίκα έπρεπε να είναι στο σπίτι και να υπηρετεί τον άντρα. Παλιές αντιλήψεις, αλλά δε σήκωνε αντίρρηση στις απόψεις του ως στρατιωτικός.

Τον πρώτο χρόνο ως φοιτητής πηγαινοερχόμουν συχνά. Μια και η πόλη που σπούδαζα ήταν κοντά στη δική μου. Με τη Νεφέλη βρισκόμαστε κάθε φορά που ερχόμουν στο σπίτι ενός φίλου μου. Ήταν θυμάμαι Χριστούγεννα. Είχα έρθει για διακοπές στους δικούς μου. Η Νεφέλη ήταν στην Τρίτη Λυκείου. Η ζωή της ήταν διάβασμα, σχολείο, φροντιστήριο. Όταν της είπα ότι θα έρθω, πέταξε από τη χαρά της.

- Μωρό μου θα σε περιμένω πώς και πώς να περάσουμε μαζί αυτές τις μέρες.

- Κι εγώ, αγάπη μου, δεν βλέπω την ώρα και τη στιγμή, της απάντησα.

Πήγα. Την πρώτη μέρα βρήκαμε την ευκαιρία να συναντηθούμε στο πάρκο της πόλης. Παρόλο που έκανε κρύο η Νεφέλη ήταν ντυμένη με μια μίνι φούστα, κι ένα παλτό που τη σκέπαζε ως τα νύχια. Μάλιστα, όπως μου είπε, η μητέρα της άρχισε να υποψιάζεται ότι υπάρχει κάτι, κάποιος δεσμός. Καθίσαμε για λίγο σε ένα καφέ μέσα στο πάρκο κι ύστερα τραβήξαμε στο σπίτι του φίλου μας. Μπήκαμε μέσα. Είχε παγωνιά. Ανάψαμε μια σόμπα. Σε λίγο η ατμόσφαιρα έφτιαξε.

Καθόμαστε στον καναπέ του σαλονιού αγκαλιασμένοι και φιλούσε ο ένας τρυφερά τον άλλο. Γυμνωθήκαμε. Την έβαλα να ξαπλώσει ανάσκελα και άρχισα να τη φιλάω στο λαιμό. Κατέβηκα στα βυζιά της και πιπίλιζα τις πεταγμένες ρώγες της. Η Νεφέλη αναστέναζε από ηδονή. Κατέβηκα στην κοιλιά της, σε λίγο δεν άργησε η γλώσσα μου να αγγίζει την κλειτορίδα της. Το σώμα της τιναζόταν από τα κύματα ηδονής που την χτυπούσαν. Της έβαλα το δάχτυλό μου και άρχισα να τη γαμάω με αυτό. Την παίδεψα περίπου στα πέντε λεπτά.

- Σε παρακαλώ Δημήτρη μου! Βαλ’ τον μου, σε θέλω μέσα μου, αγάπη μου!

Σηκώθηκα τη φίλησα στο στόμα.

- Σ’ αγαπάω Νεφέλη μου! Σε λατρεύω.

Έπεσα πάνω της. Μπήκα με αργές κινήσεις μέσα της. Ήταν υπέροχο. Σε κάποια στιγμή της σήκωσα τα πόδια ψηλά στους ώμους. Έτσι ο πούτσος μου έμπαινε μέσα της πιο βαθιά. Έχυσε βογκώντας δυνατά. Ένιωσα την πλημύρα του μουνιού της στον πούτσο μου. Βγήκα με σκοπό να τη γυρίσω στα τέσσερα. Όμως αυτή με ξάπλωσε ανάσκελα και άρχισε να μου παίρνει μια καταπληκτική πίπα. Τον έβαζε σχεδόν ολόκληρο μέσα στο στόμα της. Όπως ήταν γονατισμένη έτριβε με το χέρι της το μουνί της. Συνέχισε μέχρι που έχυσε ακόμα μια φορά. Ύστερα κάθισε πάνω μου. Άρχισε να ανεβοκατεβαίνει με ένα ρυθμό που μας τρέλαινε και τους δυο. Δεν άργησα να φτάσω στο τέλος. Πήγα να τραβηχτώ. Με κράτησε μέσα της. Δε μπορούσα να κρατηθώ. Έχυσα μέσα της.

- Μη φοβάσαι αγάπη μου, παίρνω αντισύλληψη, είπε.

- Από πότε μωρό μου; τη ρώτησα.

- Λίγες μέρες πριν έρθεις. Θέλω να τελειώνουμε μαζί. Μου αρέσει να είσαι μέσα μου όταν σπαρταράς από οργασμό.

Τη φίλησα στο στόμα. Μείναμε αγκαλιασμένοι. Σε λίγο χτύπησε το κινητός της. Ήταν η μάνα της. Την έψαχνε ο πατέρας της. Φύγαμε. Η Νεφέλη γύρισε στο σπίτι. Με το που μπήκε μέσα ο πατέρας της της έδωσε ένα χαστούκι.

- Δεν θα σε ρωτήσω με ποιον ήσουν! Ξέρω, της είπε. Με το τσογλάνι το Δημήτρη, το γιο του Κώστα. Τα έμαθα όλα. Αλλά έννοια σου! Από σήμερα και πέρα κομμένα όλα αυτά. Μόνο διάβασμα και τίποτα άλλο.

Εγώ αυτά τα έμαθα από τη Νεφέλη, όταν την είδα στα πεταχτά μια μέρα, που πήγαινε στο φροντιστήριο. Οι δικοί μου τα έμαθαν από τον ίδιο τον πατέρα της. Μάλιστα πήγε στη σχολή χορού, που είχε η μάνα μου, και της έκανε επεισόδιο. Ο πατέρας μου θύμωσε πάρα πολύ με την κίνηση που έκανε. Ήθελε να πάει να του τα πει ένα χεράκι.

- Τι νομίζει ο μαλάκας, για φαντάρους του μας πέρασε; Με ποιο δικαίωμα μας συμπεριφέρεται έτσι; Ο άξεστος! Κοίτα Δημήτρη μου. Τη Νεφέλη εγώ τη συμπαθώ σα να είναι δικό μου παιδί. Αλλά πρόσεξε αυτόν τον ηλίθιο. Είναι μαλάκας και εγωιστής. Έτσι είναι κι ο γιος του.

- Έχει δίκιο ο πατέρας σου Δημήτρη μου, είπε η μάνα μου! Η κα Μαρία διαφέρει ως άτομο, αλλά δεν την παίρνει να κάνει και κάτι. Πρόσεχε!

Εκείνο τα βράδυ κάθισα και σκέφτηκα. Σκέφτηκα πολύ. Τη Νεφέλη την αγαπούσα όσο τίποτα στον κόσμο. Δεν θα ήθελα να τη χάσω. Συναντήθηκα με τη Νεφέλη και τα είπαμε. Συμφωνήσαμε να είμαστε πιο προσεκτικοί. Πάντα βρισκόμαστε στο ίδιο σπίτι και ξεδίναμε. Έφτασαν οι εξετάσεις. Η Νεφέλη τα πήγε καλά. Μάλιστα, ο πατέρας της ήταν εκεί όταν έφτιαχνε το μηχανογραφικό της. Της απαγόρεψε, μάλιστα, να δηλώσει σχολές στην πόλη που σπούδαζα εγώ. Το καλοκαίρι τους πήρε και πήγαν σε άλλο μέρος διακοπές.

Όταν τελείωσε η άδειά του και έπρεπε να επιστρέψει στη δουλειά του, η Νεφέλη κι εγώ ξεκλέψαμε μια βδομάδα καιρό και πήγαμε στο εξοχικό του παππού. Εκεί ζήσαμε τον απόλυτο έρωτά μας. Μάλιστα τη βδομάδα αυτή ο παππούς ήταν με τους δικούς μου για να περάσει κάτι γιατρούς. Ήμαστε μόνοι μας. Κάθε μέρα για μπάνιο. Τα απογεύματα φτιάχναμε ένα φραπέ. Και αράζαμε στην τριανταφυλλιά μας κοντά στο ποτάμι. Ήταν το σημείο που φιληθήκαμε για πρώτη φορά.

Ήταν βράδυ. Το φεγγάρι κόντευε να γεμίσει. Καθόμαστε στην αιώρα στην αυλή του σπιτιού. Τη κρατούσα αγκαλιά. Δεν μιλούσαμε. Μόνο κοιτάζαμε τον ουρανό με το φεγγάρι.

- Ξέρεις, της λέω. Μια που οι δικοί μας το ξέρουν, μια που η μάνα σου δεν έχει αντιρρήσεις, λέω να αρραβωνιαστούμε. Εγώ μωρό μου θα τελειώσω σε δύο τρία χρόνια τη σχολή. Εσύ κάνε τα χαρτιά για μια μετεγγραφή. Πού ξέρεις;

- Και πώς βρε αγάπη μου θα ξεπεράσουμε το εμπόδιο που λέγεται πατέρας μου; Κι ύστερα είναι κι ο Διονύσης. Το βλαμμένο. Είναι κι αυτός ίδιος με τον πατέρα μου.

- Δεν αντέχω να σε χάσω, δεν αντέχω άλλο να είσαι μακριά μου αγάπη μου… δεν το καταλαβαίνεις;

Με φίλησε στο μάγουλο και με χάιδεψε τρυφερά.

- Όμορφέ μου, νομίζεις ότι εγώ υποφέρω λιγότερο; Δε μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς εσένα.

Την πήρα αγκαλιά. Μπήκαμε μέσα στο σπίτι. Πήγαμε στην κρεβατοκάμαρα. Τη γύμνωσα. Ξαπλώσαμε πλάι-πλάι. Αρχίσαμε τα φιλιά. Ξάπλωσα. Ήρθε από πάνω μου. άρχισε να μου παίρνει μια υπέροχη πίπα. Σε λίγο κάθισε φέρνοντας το μουνί της στο στόμα μου. Άρχισα να της το φιλάω στα όμορφα μουνόχειλα. Ύστερα η γλώσσα μου έπαιζε την κλειτορίδα της. Κάθισε πάνω μου. Τον πήρε όλο μέσα και άρχισε να τρίβεται και να κουνιέται μπρος πίσω κρατώντας τον πούτσο μου ολόκληρο μέσα της. Όσο το μωρό μου έκανε αυτό, εγώ της χάιδευα τα όμορφα και πλούσια στήθη της. Την τράβηξα προς τα κάτω. Άρχισα να τη φιλάω στο στόμα. Οι γλώσσες μας έπαιζαν η μια με την άλλη. Τη σήκωσα για λίγο και άρχισα να παίζω με τα βυζιά της. Την έκανα να χύσει· έχυσα κι εγώ δευτερόλεπτα μετά. Τα σώματά μας σπαρταρούσαν από την ηδονή του οργασμού. Τρέμανε σε κάθε κύμα εκτόνωσης. Έμεινε σφιγμένη επάνω μου. Η βδομάδα εκείνη πέρασε. Και οι δυο δε θέλαμε να τελειώσει.

Έφτασε ο Αύγουστος. Η Νεφέλη πέρασε φιλόλογος στην Αθήνα. Για δυο χρόνια πήγαινα τακτικά στην Αθήνα και την έβλεπα. Ήρθε καλοκαίρι. Εγώ τελείωσα τη σχολή μου. Ένα βράδυ βγήκαμε με τη Νεφέλη. Εκεί μου είπε ότι ο πατέρας της, της βρήκε κάποιον και την προξένευε. Εγώ έπεσα από τα σύννεφα.

- Καλά βρε αγάπη μου, γιατί δε μου το είπες πιο πριν;

- Μήπως το ήξερα κι εγώ; Τώρα μας το ξεφούρνισε, το μεσημέρι στο τραπέζι. Αύριο βράδυ θα τον φέρει από το σπίτι. Θα είναι εκεί κι ο Διονύσης.

- Κι εσύ; Τι λες;

- Τι να πω. Φυσικά αρνήθηκα, αλλά έγινε στο σπίτι χαμός. Μόνο που δεν έδειρε και τη μάνα μου. Τη θεώρησε υπεύθυνη για τη σχέση μας.

- Του είπες για μας;

- Ναι. Το αφτί μου ακόμα βουίζει από το χαστούκι που έφαγα.

- Εσύ τον ξέρεις αυτόν;

- Ναι, είναι ο Στάθης. Ο γιος αυτουνού που έχει τα εμπορικά.

- Αυτό το βόδι, ο χοντρός; Καλά αυτός είναι κοντά στα σαράντα. Κατάλαβα, μυρίστηκε λεφτά ο μπαμπάκα σου.

- Γιατί τι λες αυτό;

- Γιατί έτσι είναι. Και εσύ το σκέφτηκες; Τι θα κάνεις; Θα το δεχθείς; Τη ρώτησα με μια παγωμάρα.

- Όχι! Είμαι σε απόγνωση. Δεν ξέρω πώς να το χειριστώ. Εγώ μόνο εσένα θέλω.

- Μα… είσαι ενήλικη!

- Δεν ξέρεις τον πατέρα μου!

- Αυτό δε θα το αφήσω να γίνει.

- Τι θα κάνεις;

- Πάμε να φύγουμε οι δυο μας, τώρα!

- Δεν γίνεται, η μάνα μου; αυτή θα πληρώσει για όλα μετά.

Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Ο πρωί σηκώθηκα ήπια τον καφέ μου. Ζήτησα από την Ελένη να μου σιδερώσει ένα κουστούμι. Με κοίταξε περίεργα.

- Μεσημέρι, κουστούμι· για γαμπρός θα πας;

- Ναι, ακριβώς! Για γαμπρός! Και της εξήγησα τι είχα σκοπό να κάνω.

Σε λίγο βρισκόμουν με μια ανθοδέσμη στο σπίτι. Μου άνοιξε η μάνα της η κυρία Μαρία. Μόλις με είδε δαγκώθηκε.

- Είναι μέσα ο κύριος Γιάννης;

- Παιδί μου, δεν είναι καλό αυτό που πας να κάνεις!

- Ποιος είναι Μαρία; Ακούστηκε από μέσα ο πατέρας της Νεφέλης.

- Εγώ είμαι κύριε Γιάννη, ο Δημήτρης.

Σε λίγο είδα και το Διονύση με τη Νεφέλη να κατεβαίνουν από τη σκάλα του πάνω ορόφου.

- Και τι θέλεις;… με ρώτησε, αν και κατάλαβε το σκοπό της επίσκεψής μου.

Δίνω τα λουλούδια στη Νεφέλη. Ο πατέρας της με τον αδερφό της με κοιτούσαν με ένα ειρωνικό ύφος και χαμογελούσαν.

- Σου ζητάω το χέρι της Νεφέλης. Αγαπιόμαστε χρόνια τώρα.

Γέλασε ειρωνικά.

- Και τι να σε κάνει εσένα βρε ταλαίπωρε; Δεν την έχω για πέταμα την κόρη μου. Αντί να κοιτάξεις να βγάλεις κανένα μεροκάματο με τον πατέρα σου, ήρθες μεσημεριάτικο να μου πεις το πιο γελοίο πράγμα που θα μπορούσα να ακούσω από το στόμα σου. Δε στη δίνω νεαρέ μου. Φύγε. Κι άλλη φορά να μην ξαναπλησιάσεις την κόρη μου. Δεν είναι για τα μούτρα σου!

Θύμωσα. Η Νεφέλη με κοιτούσε δακρυσμένη. Κατάλαβα πόσο πονούσε εκείνη τη στιγμή, που έβλεπε να με προσβάλει ο πατέρας της με αυτό τον απαίσιο τρόπο. Με πλησίασε ο Διονύσης. Με έπιασε από τα πέτα στου σακακιού και με έσπρωξε προς την πόρτα.

- Φύγε ρε μαλάκα! Μου φώναξε θέλεις να τις φας;… και προσπάθησε α με χαστουκίσει.

Του έπιασα δυνατά το χέρι και του το κατέβασα. Φάνηκε η έκπληξή του με τη δύναμη που είχα. Δεν το περίμενε.

- Άκου να σου πω καραβανά. Σε μένα δεν θα απλώσεις χέρι. Θα σου το σπάσω από τον ώμο. Και τον έσπρωξα πίσω με δύναμη. Δεν τελειώσαμε κύριοι. Εγώ τη Νεφέλη θα την πάρω.

Έφυγα. Καθώς κατέβαινα τα σκαλιά της εισόδου είδα την ανθοδέσμη να περνάει πάνω από το κεφάλι μου. Την πέταξε ο Διονύσης. Ο πατέρας της είχε ένα θυμωμένο και παγωμένο ύφος. Κι αυτό ήταν που με τρόμαζε πιο πολύ. Δεν μπορούσα να φανταστώ την επόμενη κίνησή του.

Έφυγα. Πήγα στο κατάστημα του Στάθη. Βρήκα τον ίδιο. Του τα είπα. Ήταν τόσο εγωιστής. Δεν καταλάβαινε τίποτα. Μάλιστα μου είπε ότι αν ξαναπλησιάσω την Νεφέλη, θα βάλει να με ξεκάνουν.

Αρπαχτήκαμε στα χέρια μέσα στο μαγαζί του. Βγήκαν από την αποθήκη δύο αλλοδαποί υπάλληλοι. Με πέταξαν έξω με τις κλωτσιές. Γύρισα στο σπίτι. Με είδε η αδερφή μου η Ελένη έτσι και τρόμαξε. Της τα είπα.

- Δεν θα γίνει Ελένη μου αυτό απόψε! Θα το σταματήσω! Θα δεις!

- Μην κάνεις καμιά τρέλα βρε Δημήτρη μου, και με αγκάλιασε όλο στοργή.

Σε λίγο ήρθε κι Γιώργος, το αγόρι που τα είχε η Ελένη. Του τα είπε.

- Κοίτα Δημήτρη. Ο πατέρας της Νεφέλης δεν είναι κι ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου. Ένας απατεώνας είναι. Με μίζες έβγαλε όλα αυτά τα λεφτά και καβάλησε το καλάμι. Πρόσεχε! Δεν είναι από εκείνους που αστειεύονται. Ούτε κι αυτός που θέλει για γαμπρό του είναι καλό πετσί. Τι νομίζεις ότι όλα τα εμπορικά τα έχει με νόμιμο τρόπο; Μια λέρα είναι!

- Δε με νοιάζει!

Ύστερα τα παιδιά βγήκαν έξω. Έμεινα μόνος μου. Η μάνα μου με τον πατέρα μου πήγαν στο χωριό και θα γύριζαν αργά το βράδυ. Έστειλα μήνυμα στη Νεφέλη.

- «Θα έρθω το βράδυ να σε πάρω με το ζόρι»

- «Θα σε περιμένω, αγάπη μου!»

Ξαφνιάστηκα με την άμεση απάντηση. Τότε κατάλαβα ότι κάποιος άλλος απάντησε στο κινητό της. Την πήρα στο καπάκι τηλέφωνο. Δεν το σήκωνε. Το είχα πάρει απόφαση. Το βράδυ θα τους έκανα χαλάστρα. Κάθισα και ήπια δύο τρία ουίσκι. Έφτασε το βράδυ. Πήγα έξω από το σπίτι της. Η αυλόπορτα ήταν ανοιχτή. Πέρασα χτύπησα το κουδούνι. Άνοιξε η μάνα της.

- Τι κάνεις εδώ παιδί μου;… φύγε μη γίνει κανένα κακό!

Πριν τελειώσει τη φράση της, ο πατέρας της Νεφέλης ήταν πίσω της.

- Ήρθα να πάρω τη Νεφέλη, του είπα με ένα έντονο ύφος.

- Τώρα περίμενε να σου τη φέρω, είπε ο πατέρας της με ένα ειρωνικό ύφος.

Πριν τελειώσει τη φράση του δύο μπράβοι του γαμπρού πετάχτηκαν από μέσα και με αρπάξανε. Με τράβηξαν βίαια στην αυλή του σπιτιού και με χτύπησαν άσχημα. Ύστερα με πέταξαν στο δρόμο. Έκλαιγα από τα νεύρα μου.

- Νεφέλη! Νεφέλη! Φώναζα με όση δύναμη είχα.

Βγήκε στο παράθυρο κλαμένη. Με κοιτούσε με ένα βλέμμα όλο πόνο. Έβλεπα, που στο πρόσωπό της· είχε τον πόνο και την απόγνωση.

- Σ’ αγαπάω Νεφέλη. Να το θυμάσαι αυτό αγάπη μου! Θα σ’ αγαπάω για πάντα. Να το θυμάσαι καρδιά μου… φώναζα με όση δύναμη είχα.

Μόλις που πρόλαβε να ανοίξει για λίγο το παράθυρο.

- Και εγώ σ' αγαπάω. Να μην το ξεχάσεις ποτέ Δημήτρη μου!

Και τότε είδα τον αδερφό της να την τραβάει μέσα, να τη χαστουκίζει κι ύστερα να κλείνει το παράθυρο. Ήμουν ένα ερείπιο. Πήγα στο σπίτι. Με είδε ο Γιώργος με την Ελένη που μόλις γύρισαν και τρόμαξαν. Κατέβασα ένα μπουκάλι ουίσκι. Δε μιλούσα σε κανένα. Ήθελα να πεθάνω εκείνη τη στιγμή! Την άλλη μέρα ήταν όλοι στο σπίτι. Δε με άφηναν από τα μάτια τους. Πέρασα τη μέρα μόνος. Δε μιλούσα σε κανένα. Έπεσα σε κατάθλιψη. Την επόμενη σηκώθηκα να πιω νερό. Ζαλίστηκα έχασα τις αισθήσεις μου. Συνήλθα στο νοσοκομείο. Εκεί, ο πατέρας μου μού είπε ότι ο πατέρας της Νεφέλης ζήτησε με περιοριστικά μέτρα από γνωστό του εισαγγελέα να μην πλησιάζω το σπίτι μετά από κάποια μέτρα. Του το ανακοίνωσε η αστυνομία όσο ήμουν αναίσθητος στο νοσοκομείο.

Όταν βγήκα, πήγα στο εξοχικό του παππού. Μου έκανε και του έκανα παρέα. Εκείνος ήξερε να με προσεγγίζει. Δε μιλούσα πολύ. Ήμουν πικραμένος. Κάθε απόγευμα πήγαινα στο ποτάμι. Καθόμουν δίπλα στην τριανταφυλλιά και έκλαιγα. Πέρασε το καλοκαίρι. Άρχισα να πηγαίνω στο πανεπιστήμιο ξανά. Όταν το τελείωσα και γράφτηκα σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα. Το Νοέμβρη εκείνης της χρονιάς με επισκέφτηκαν η Ελένη με το Γιώργο. Μου είπαν για το γάμο. Μου έπεσε κεραμίδα. Θύμωσα μαζί τους που δεν μου το είπανε πιο πριν. Πέρασε ένας χρόνος. Άρχισα να συνέρχομαι. Δεσμό δεν έκανα, αν και είχα πολλές ευκαιρίες. Δε μπορούσα. Σε κάθε γυναίκα έβλεπα τη Νεφέλη μου. Τελείωσα το μεταπτυχιακό και γύρισα πίσω. Έδειχνα να έχω συνέλθει κάπως.

Ένα βράδυ ήμουν στο πάρτι ενός φίλου μου. Εκεί γνώρισα την Άννα. Μια κοπέλα όχι ιδιαίτερα όμορφη, με ένα κορμί ιδιαίτερα γυμνασμένο και διατηρημένο. Μελαχρινή με καρέ μαλλιά και καστανά μάτια. Ήταν γυναίκα του πάθους, όπως μου έλεγε ο φίλος μου που έκανε το πάρτι. Έμαθα ότι καταγόταν από το ίδιο μέρος με μένα. Κι επειδή, πότε έμεναν στη Θεσσαλονίκη και πότε στην πόλη μας, δεν έτυχε ποτέ να γνωριστούμε. Μάλιστα έμαθα ότι τα είχε και με ένα δικηγόρο, με τον οποίο χώρισε πρόσφατα, η καλύτερα τη χώρισε πρόσφατα. Η Άννα ήταν μεγαλύτερή μου κατά τρία χρόνια. Δεν της φαινόταν όμως. Θυμάμαι την άλλη μέρα μετά το πάρτι, η Άννα μου ζήτησε να βγούμε. Πήγαμε για καφέ. Η Άννα ήταν ζωγράφος. Οι δικοί της ήταν αρκετά εύποροι. Καθίσαμε για καφέ κι ύστερα βγήκαμε να περπατήσουμε.

Ήμαστε στο πάρκο. Εκεί που έβλεπα κρυφά τη Νεφέλη. Καθίσαμε σε ένα παγκάκι. Ήταν το ίδιο, που καθόμαστε πάντα με τη Νεφέλη όταν βρισκόμαστε στο πάρκο. Όλα πέρασαν σαν τρέιλερ από σινεμά στο μυαλό μου. Δεν ήθελα να καθίσω σε εκείνο το παγκάκι ποτέ πια. Της ζήτησα να πάμε λίγο πιο πέρα. Περπατούσαμε και ξαφνικά με έπιασε από το χέρι, κοιταχτήκαμε, με άρπαξε και με φίλησε στο στόμα. Το ένα φιλί έφερε το άλλο.

- Σε γουστάρω… μου λέει.

- Και εγώ σε γουστάρω… της απάντησα.

Θεώρησα ότι ήταν μια διέξοδος για μένα. Πήγαμε στο αυτοκίνητό της. Σε λίγο βρεθήκαμε στο σπίτι της. Αφού καθίσαμε λίγο στο χαμούρεμα με παίρνει και με οδηγεί στην κρεβατοκάμαρα. Γδυθήκαμε εντελώς. Με ξάπλωσε ανάσκελα και άρχισε να μου παίρνει ένα τσιμπούκι τρέλα. Τον έχωνε όλο μέσα της. Έπαιζε μόνο με το στόμα της. Είχα ξετρελαθεί. Με καβάλησε. Τον πήρε μέσα όλον. Σε λίγο άρχισε να χοροπηδάει πάνω μου. Ο πούτσος μου δεν άντεχε άλλο. Τον έβγαλα. Ήθελα να ηρεμήσω. Την έστησα στα τέσσερα και άρχισα να τη γαμάω από πίσω. Εκεί δεν άντεξα άλλο. Έχυσα πάνω στην πλάτη της.

Ξαπλώσαμε δίπλα-δίπλα.

- Μμ! Μωράκι μου ήθελα να με χύσεις μέσα.

- Θέλω να ξέρεις, ότι εκείνο που με τρελαίνει είναι να βλέπω τα χύσια μου να σε γεμίζουν, στα στήθη, στον κώλο, και στα μουνόχειλα. Με τρελαίνει ιδιαίτερα αυτό.

Δεν ήταν αλήθεια αυτό. Το πέσιμο, η στάση της, αλλά κι ο τρόπος που έκανα έρωτα μαζί της με έκαναν να είμαι μαγκωμένος μαζί της. Φοβόμουν το μπλέξιμο. Μετά από μισή ώρα ο πούτσος μου δεν έμεινε αδιάφορος. Τα χέρια της τον χάιδευαν και τον έκαναν πάλι σκληρό. Άρχισε πάλι να με τσιμπουκώνει. Την έπιασα και την έβαλα να με καβαλήσει στο πρόσωπο. Άρχισα να της γλείφω το μουνί. Έπαιζα με την κλειτορίδα της. Έχωσα τη γλώσσα μου ανάμεσα στα μουνόχειλα και γευόμουν τα υγρά της. Την έβαλα στα τέσσερα. Άρχισα να τη γαμάω. Την κρατούσα από τα κωλομέρια. Σε μια στιγμή τα άνοιξα. Η σούφρα έδειχνε ότι είχε δεχθεί ψωλή στο πρόσφατο παρελθόν. Έφτυσα την κωλοτρυπίδα της. Της έχωσα ένα δάχτυλο. Ήταν ήδη χαλαρή. Τον έβγαλα από το μουνί της. Η ίδια πήρε μια πιο βολική στάση. Έπιασε τον πούτσο μου και τον οδήγησε μόνη της στην κωλοτρυπίδα της. Άρχισα να σπρώχνω. Με το χέρι της με κρατούσε να μην την πονέσω. Την άφησα και με οδήγησε η ίδια. Σε λίγο ο πούτσος μου χωνόταν μέχρι τη μέση. Ένιωθα υπέροχα. Ένιωσα ότι έρχεται το τέλος.

- Έλα Δημήτρη μου! χύσε τουλάχιστον μέσα στον κώλο μου… μου αρέσει να με χύνουν μέσα.

Δεν τραβήχτηκα. Έχυσα μέσα της. Όσο έχυνα τόσο έχωνα τον πούτσο μου όλο και πιο βαθιά. Βγήκα όταν πια άρχισε να μου πέφτει. Εκείνο το βράδυ με την Άννα δεν κοιμηθήκαμε καθόλου. Ξεσκιστήκαμε στο γαμήσι μέχρι το πρωί. Την άλλη μέρα πήγα στο σπίτι μου. Βρήκα τους δικούς μου όλους εκεί. Φάγαμε ένα καλό γεύμα που ετοίμασε η Έλενα με τη μάνα μου. Ήταν κι ο Γιώργος εκεί. Εκείνη τη μέρα ο Γιώργος ήρθε και κανονίσαμε το γάμο τους. Έβλεπα την Ελένη μας ευτυχισμένη και χαιρόμουν. Με τα παιδιά, την Έλενα και το Γιώργο, βγήκαμε για ένα ποτό το βράδυ, να το γιορτάσουμε. Με πήρε τηλέφωνο η Άννα στο κινητό. Ήθελε να με δει.

- Πού είσαι αγόρι μου;

- Στο γνωστό κλαμπ είμαστε Άννα μου… της είπα.

- Άννα μου;… είπε η Ελένη. Ποια Άννα βρε Δημήτρη;

- Κάνε υπομονή και θα δεις.

Σε λίγο έσκασε μύτη η Άννα. Συστηθήκανε. Δε γνωρίζονταν. Ο Γιώργος όμως ήταν μαγκωμένος. Ίσως και σκεπτικός. Σαν να ήθελε κάτι να μου πει. Αυτό το γεγονός δεν πέρασε απαρατήρητο ούτε από την αδερφή μου. Πήγε αργά. Εγώ με την Άννα φύγαμε πριν από τα παιδιά. Πήγαμε κατευθείαν στο σπίτι της. Μόλις μπήκαμε μέσα, ήπιαμε άλλο ένα ποτό. Έβαλε μια αισθησιακή μουσική στο στέρεο και αράξαμε στον καναπέ. Η Άννα ήξερε να οδηγεί το παιγνίδι με έναν άντρα. Έδειχνε ότι είχε την εμπειρία. Γυμνώθηκε και ήρθε και γύμνωσε κι εμένα, ζητώντας μου να μην κάνω τίποτα. Ήταν πολύ καυλωτική όλη η φάση. Ο πούτσος μου σηκώθηκε. Τον χάιδεψε με τα χέρια της. Όπως ήμουν καθισμένος στον καναπέ, ήρθε με την πλάτη σε μένα. Νόμισα ότι θα καθόταν και θα τον έπαιρνε μέσα της. Όμως γελάστηκα. Έσκυψε μπροστά μου και έπιασε τον πούτσο μου με το χέρι της. Άρχισε ένα τον τρίβει στο μουνί της. Μαλάκιζε το μουνί της με το πουτσοκέφαλό μου χωρίς να τον βάζει μέσα. Με τρέλανε κυριολεκτικά.

Ύστερα άρχισε να το τρίβει στη σούφρα της παίρνοντας την κατάλληλη στάση. Ξανά στο μουνί της. Έβλεπα το πουτσοκέφαλο να οργώνει τα μουνόχειλά της. Έχυσε κι έβλεπα τα χύσια της να πλημυρίσουν τον πούτσο μου. Δεν άντεξα άλλο. Έχυσα πάνω στο μουνί της. Ήταν υπέροχο θέαμα όλο αυτό. Ένα μουνί να στάζει από καύλα κι εγώ να συμπληρώνω όλη αυτή την πλημύρα από την καύλα μας με τα χύσια μου. Γύρισε και με άρχισε στα γλωσσόφιλα. Καθίσαμε λαχανιασμένοι. Ύστερα πήγα στο μπάνιο. Έκανα ένα δροσερό ντους να συνέλθω. Ακολούθησε κι εκείνη. Πήγα στην κρεβατοκάμαρα.

- Έχω πάθει μαζί σου Δημήτρη μου. Σε θέλω συνεχώς μαζί μου, κάθε μέρα σε ποθώ και περισσότερο.

- Κι εσύ με έχεις τρελάνει.

Φιληθήκαμε. Εκείνο το βράδυ δεν κοιμηθήκαμε καθόλου. Μέχρι το πρωί τη γάμησα και την έχυσα σε όλες τις τρύπες. Το πρωί της άλλης μέρα βγήκαμε να πιούμε καφέ στο κάστρο, έξω από την πόλη. Από μακριά διέκρινα την Νεφέλη με τον άντρα της. Αναστατώθηκα. Ταράχτηκα. Αλλά και κάπου ένιωσα ένα παράπονο και ένα θυμό. Θυμό για την πρώτη μου αγάπη, που δεν αντιστάθηκε καθόλου στον πατέρα της. Που τους υπάκουσε σαν σκλάβα. Όμως δε μπορούσα να λέω ψέματα και στον εαυτό μου. Την αγαπούσα ακόμα. Πολλές φορές τα βράδια τη σκεφτόμουν. Με έπαιρνε ο ύπνος βλέποντας στο νου μου την εικόνα της. Πολλές φορές την έβλεπα στα όνειρά μου να κλαίει, όπως εκείνο το μοιραίο βράδυ στο παράθυρο του σπιτιού της. Κι εκείνο το «Κι εγώ σ’ αγαπάω, να μην το ξεχάσεις ποτέ Δημήτρη μου», που μου φώναξε στο παράθυρο, το άκουγα στη σκέψη μου κάθε βράδυ, κάθε βράδυ· και τα μάτια μου δάκρυζαν.

Σε κάποια στιγμή σκέφτηκα να πω στην Άννα να φύγουμε, αλλά όμως, το πάλεψα. Πήγαμε σε ένα τραπέζι όπου θα ήμαστε ορατοί από όλους. Δεν κατάλαβα γιατί το διάλεξε αυτό η Άννα. Εγώ δεν της είχα πει τίποτα για τη Νεφέλη. Καθίσαμε δίπλα-δίπλα και με είχε μέσα στα φιλιά και στα χάδια. Εγώ αδιαφόρησα για τη Νεφέλη. Δέχτηκα παθητικά της συμπεριφορά της Άννας. Η Νεφέλη με είδε. Καρφώθηκε πάνω μας. Πράγμα που έγινε αντιληπτό από τον Στάθη. Εκείνος όμως αντί να φύγει, κάθισε εκεί. Η Νεφέλη προφανώς του ζήτησε να φύγουν. Εκείνος μάλλον κατάλαβε, ότι βλέποντας εμένα μέσα στα σιρόπια με την Άννα θα την έκανε να αλλάξει γνώμη. Δεν ήξερα τι σκεφτόταν. Πάντως, ένα ήταν σίγουρο, υπέφερε πολύ από όλο το σκηνικό. Το έβλεπα στο πρόσωπό της. Το διάβαζα στα μάτια της. Με την Άννα φύγαμε μετά από μία ώρα ακριβώς. Μόλις έφευγε και μια παρέα με δύο ζευγάρια. Στα σκαλιά όπως κατεβαίναμε η Άννα χαιρετήθηκε με έναν άντρα της παρέας.

- Γεια σου Τηλέμαχε!

- Γεια σου Άννα.

Ήταν ένας ξερός χαιρετισμός, που όμως έδειχνε ότι κρύβει κάποιο υπονοούμενο. Θυμάμαι επίσης ότι αυτός ο Τηλέμαχος μίλησε σε μια στιγμή και στη Νεφέλη με το Στάθη. Δε μπορούσα να εξηγήσω τίποτα. Είχα τόσο ταραχτεί από την συνάντηση με τη Νεφέλη, που θα έλεγα, ότι ήρθα σε σύγχυση και δεν καταλάβαινα τι γινόταν γύρω μου. Γυρίσαμε στο σπίτι της. Χτύπησε το κινητό μου. Ήταν η μητέρα μου. Μου ζήτησε να πάω γρήγορα στο σπίτι. Μας ειδοποίησε ότι ο παππούς δεν είναι καλά. Όταν έφτασα στο σπίτι βρήκα και την Ελένη. Πήραμε το αυτοκίνητό μου και πήγαμε στο χωριό. Σε μισή ώρα φτάσαμε. Βρήκαμε το παππού να έχει χτυπήσει. Ζαλίστηκε και έπεσε από τη σκάλα. Τον πήραμε και πήγαμε στο νοσοκομείο της πόλης. Βγήκε το ίδιο βράδυ μια και δεν ήταν κάτι το σοβαρό. Το βράδυ μιλήσαμε λίγο με την Άννα στο τηλέφωνο και ύστερα κάθισα με το Γιώργο και την Ελένη στο σαλόνι.

- Γιώργο, να σε ρωτήσω κάτι, χωρίς παρεξήγηση.

- Ναι αμέ, ρώτα με τι θέλεις Δημήτρη;

- Την ξέρεις την Άννα;

- Εγώ, όχι προσωπικά. Γιατί;

- Μου φάνηκες μαγκωμένος, όταν ήμαστε στο μπαρ το βράδυ.

- Κοίτα Δημήτρη, θα σου πω εγώ, πετάχτηκε η Ελένη. Η Άννα δεν είναι κι ό,τι καλύτερο από γυναίκα. Είναι λίγο αδίστακτη. Είναι εμφανίσιμη, αλλά ξέρει να χειρίζεται τους άνδρες. Τα είχε με ένα δικηγόρο. Τηλέμαχο τον λένε νομίζω. Αυτός την παράτησε στα κρύα του λουτρού και αρραβωνιάστηκε με άλλη. Δεν είναι πολύς καιρός που έγινε αυτό.

- Κοίτα Δημήτρη, λέει ο Γιώργος. Ο Δικηγόρος αυτός έμαθα από ένα κοινό φίλο που έχουμε ότι δεν την παράτησε απλά, αλλά την κάλεσε και στο γάμο του για σπάσιμο. Δεν ξέρω τι διάολο παίζει μεταξύ τους. Αλλά πρόσεχέ τη! Δεν είναι από καλή πάστα. Ούτε κι ο δικηγόρος είναι καλός άνθρωπος. Απλά σου τα λέω να έχεις τα μάτια σου δεκατέσσερα.

Την άλλη μέρα βρεθήκαμε με την Άννα. Βρεθήκαμε στο σπίτι της. Μαγείρεψε και με κάλεσε να φάμε μαζί το μεσημέρι. Καθόμαστε μέσα στις γλύκες και τα φιλιά. Κάποια στιγμή μου σκάει το μυστικό για το γάμο του Τηλέμαχου. Και μάλιστα είπε ότι είμαστε καλεσμένοι και οι δυο.

- Εγώ ρε μωρό μου πώς να έρθω; Από πού κι ως πού; Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο.

- Δεν πειράζει. Θα πούμε ότι είσαι αρραβωνιαστικός μου. Μην ανησυχείς. Θα πάμε… ε, κι αν δεν γουστάρουμε φεύγουμε και ερχόμαστε στο σπίτι μας. Τι λες;

- Και γιατί να μην πούμε ότι είσαι απλά το κορίτσι μου; Γιατί να πούμε ένα τέτοιο ψέμα δημόσια.

- Ε, μωρέ, δημόσια; Στον Τηλέμαχο θα το πούμε. Δεν θα μας ανακρίνουν κιόλας! Λοιπόν τι λες;

- ΟΚ.

Δεν ξέρω γιατί δέχτηκα. Φευγαλέα πέρασε η σκηνή που ο Τηλέμαχος χαιρέτησε το Στάθη. Και πέρασε από το μυαλό μου ότι θα είναι κι εκείνος εκεί με τη Νεφέλη.

Το Σάββατο που θα γινόταν ο γάμος ήρθε. Εγώ φτιαχνόμουν όλη μέρα. Ζήτησα από την αδερφή μου να με κουρέψει μια και τα κατάφερνε τέλεια. Φόρεσα ένα καλό καινούργιο κουστούμι. Σε μια στιγμή η Έλενα μου λέει.

- Καλά βρε συ, τόσο όμορφος άντρας και θα συνοδέψεις αυτό το γελοίο υποκείμενο;

- Γιατί το λες αυτό βρε συ;

- Κοίτα αδερφούλη μου. Δε μπορώ να το κρατήσω άλλο μυστικό. Δε θέλω εξάλλου να πληγωθείς περισσότερο από όσο πληγώθηκες. Εκεί θα είναι και η Νεφέλη με τους γονείς της, τον αδερφό της, τη μνηστή του και τον άντρα της, το βόδι, το χοντρό.

- Ε, και;

- Τι, ε και μωρέ;

- Θα στεναχωρηθεί πολύ με το όλο σκηνικό. Κρίμα δεν είναι.

- Μας με έχει δει με την Άννα.

Και της εξήγησα για τη συνάντησή μας.

- Δημήτρη, αυτό είναι άλλο.

- Κι εγώ στεναχωρήθηκα, Ελένη μου, όταν πήγε και παντρεύτηκε το χοντρό, το μαλάκα. Αλλά δεν έκανε κάτι να το αποτρέψει. Ήταν ενήλικη. Θα μπορούσε απλά να φύγει μαζί μου. Προτίμησε να με πληγώσει. Αναρωτήθηκε κανείς πώς ένιωσα εγώ τότε. Πού βρήκα το κουράγιο και δε λύγισα;

- Να σου πω εγώ. Κάπου έλπιζες μέσα σου για τη Νεφέλη. Και να σου πω και κάτι άλλο... σε αγαπάει ακόμα. Είδες να έχει παιδί μαζί του; Όχι. Ή δεν μπορούν ή η ίδια με πονηρό τρόπο το αποτρέπει. Τη Νεφέλη την απείλησαν τότε και ο αδερφός της και ο πατέρας της, καθώς και το γουρούνι που την πάντρεψαν. Την απείλησαν ότι θα σε σκοτώσουν. Το ήξερα εγώ εδώ και πολύ καιρό τώρα. Μου το είπε η ίδια. Βρεθήκαμε και πήγαμε για καφέ. Μια και μοναδική φορά μετά από τόσον καιρό. Δεν έπαψε να σ’ αγαπάει. Και να ξέρεις· απόψε πρόσεξε τη συμπεριφορά σου. Μην τη βάλεις σε μπελάδες. Είναι καθίκι ο χοντρός.

Έπεσα από τα σύννεφα. Δεν μπορούσα να πιστέψω στ’ αυτιά μου. Κάθισα σκεφτικός. Αποφάσισα να ακολουθήσω η συμβουλή της Ελένης. Θα ήμουν τυπικότατος. Έφυγα και πήγα στην Άννα. Όταν με είδε μου ζήτησε να κάνω μία στροφή.

- Με τέτοιο κούκλο, θα σκάσουν όλες από τη ζήλεια τους απόψε!

Η Άννα φορούσε μια ακριβή τουαλέτα. Ήταν όμορφα ντυμένη. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο. Φτάσαμε σε λιγότερο από δέκα λεπτά. Πήγαμε στην εκκλησία. Κατάλαβα σε μια στιγμή, ότι πολλά βλέμματα ήταν καρφωμένα επάνω μας. Όπως και αυτό του Στάθη με της Νεφέλης. Αδιαφόρησα. Μετά την τελετή πήγαμε στο κέντρο όπου θα δινόταν η γαμήλια δεξίωση. Μπήκαμε στο κέντρο κι ο υπάλληλος μας έδειξε το τραπέζι που θα καθόμαστε. Καθίσαμε από τους πρώτους. Άρχισε ο κόσμος να έρχεται κι η αίθουσα και τα τραπέζια γεμίζανε. Σε λίγο είδα τον υπάλληλο να οδηγεί την παρέα του Στάθη. Τον κύριο Γιάννη, την κα Μαρία και τον Διονύση με την μνηστή του την Καίτη στο ίδιο τραπέζι με μας.

- «Ωραία είπα μέσα μου. Πιο ωραία παρέα δεν θα μπορούσε να είμαστε», σκέφτηκα.

Για κάποια στιγμή ήθελα να φύγω αμέσως από τη δεξίωση. Ύστερα το ξανασκέφτηκα. «Θα έδειχνε απλά δειλία και τίποτα άλλο», είπα μέσα μου. Σηκώθηκα και τους χαιρέτησα ευγενικά όλους. Σύστησα την Άννα ως μνηστή μου. Η Νεφέλη μαγκώθηκε όταν το άκουσε. Εγώ μιλούσα για διάφορα θέματα με την Άννα. Σε λίγο άρχισαν να καλούν να πάμε να γεμίσουμε τα πιάτα στο μπουφέ. Πάντα διασκέδαζα με αυτή τη στιγμή. Το έλεγα, θυμάμαι, και στη Νεφέλη και γελούσαμε σχολιάζοντας τα ευτράπελα από κάθε γάμο. Η μητέρα της Νεφέλης ήταν, όμως, διαφορετικός άνθρωπος, λεπτός. Μου άνοιξε συζήτηση, μιας και καθόταν δίπλα μου. Οι υπόλοιποι ήταν τσιτωμένοι μαζί μου.

- Δημήτρη μου τι κάνεις; Τι νέα;

- Τίποτα ιδιαίτερο κυρία Μαρία. Τελείωσα τις σπουδές μου και επίσης και το μεταπτυχιακό μου. Μου έγινε πρόταση από τον καθηγητή μου να κάνω διδακτορικό. Μου πρότειναν ήδη και μια συνεργασία στο πανεπιστήμιο.

Εκεί από πείσμα πρόβαλα τις επιτυχίες μου μπροστά στον πατέρα της Νεφέλης.

- Μα αυτά κι αν είναι σπουδαία νέα παιδί μου!

Ο κ. Γιάννης άκουγε τα όσα έλεγα στη γυναίκα του.

- Μπράβο Δημήτρη παιδί μου… είπε θέλοντας να δείξει ότι είναι υπεράνω.

Μιλήσαμε περί ανέμων και υδάτων και με το Στάθη. Ο άνθρωπος ήταν άξεστος.

- Ξέρεις Άννα με τις κυρίες και τους κυρίους γνωριζόμαστε χρόνια. Με το Διονύση και την Νεφέλη μεγαλώσαμε σχεδόν μαζί.

Η συζήτηση κύλισε χαλαρά. Η Νεφέλη έριχνε κάποιες ματιές κατάματα. Όποτε συναντιόνταν οι ματιές μας αλλάζαμε βλέμμα. Δεν ήθελα κι εγώ να τη φέρω σε καμιά περίπτωση σε δύσκολη θέση. Εξάλλου, η Άννα ήταν ένα καλό ξεκάρφωμα. Λέγαμε αστεία.

Ήρθε η σειρά μας να πάρουμε φαγητό. Πήγαμε με την Άννα. Εγώ ίσα που πήρα ελάχιστο. Η Άννα αφέθηκε στη λαιμαργία της λίγο και γέμισε το πιάτο περισσότερο. Γύρισα στο τραπέζι. Ο κ. Γιάννης, ο Διονύσης και ο Στάθης γέμισαν τα πιάτα τους λες και ήταν χρόνια πεινασμένοι. Μόλις τους είδα χαμογέλασα. Η Νεφέλη το κατάλαβε και γέλασε κι αυτή. Καιρό είχα να δω το όμορφο χαμόγελό της. Κι η ίδια πήρε ελάχιστο, όσο και εγώ.

Μετά ήρθε η ώρα του γαμπρού και της νύφης. Η ορχήστρα άρχισε να παίζει ένα βαλς. Χόρευαν μόνο ο γαμπρός και η νύφη. Ήταν μόνοι τους στην πίστα. Ύστερα έπαιξαν το βαλς που είχα χορέψει κάποτε με τη Νεφέλη. Σηκώθηκε κι ένα άλλο ζευγάρι και έκαναν πως χόρευαν, απλά κουνιόταν. Ζήτησα αρχικά από την Άννα να χορέψουμε. Δεν ήθελε με τίποτα.

- Δεν ξέρω βρε Δημήτρη μου. Θέλεις να γίνουμε ρεζίλι;

Η Νεφέλη το άκουσε, χαμογέλασε. Και χαμήλωσε το βλέμμα της. Η κα. Μαρία έσκυψε μελαγχολικά το κεφάλι της. Χαμογέλασε με μια πίκρα, που έβγαινε στο ύφος της. Τότε πήρα τη μεγάλη απόφαση. Σηκώθηκα σαν Εγγλέζος τζέντλεμαν και ζήτησα την άδεια από το Στάθη να χορέψω το βαλς με τη Νεφέλη. Πρώτος κουμπώθηκε ο Διονύσης.

- Παρακαλώ, μου είπε ο Στάθης θέλοντας να δείξει ανωτερότητα.

Βγήκαμε στην πίστα. Επιστράτευσα τον καλύτερό μου εαυτό στο χορό. Το ίδιο έκανε κι η Νεφέλη. Την κράτησα αρχικά από τη μέση κι αρχίσαμε να χορεύουμε ταλαντεύοντας τα σώματά μας σε απόσταση. Η Νεφέλη είχε προς τα κάτω τα χέρια με χάρη μπαλαρίνας. Άγγιξα το χέρι της τρυφερά, σαν να ήταν κάτι εύθραυστο. Η κίνηση ρυθμικά πάνω κάτω, την οδηγούσα και ακολουθούσε αισθησιακά στο ρυθμό της μουσικής. Της έπιασα το χέρι και την κράτησα πιο σταθερά. Με κοιτούσε και την κοιτούσα στα μάτια. Το βλέμμα μου χάθηκε μέσα στο δικό της.

- Ας αφιερώσουμε το χορό αυτό στα δύο άλφα, της είπα.

Ήταν ένα συνθηματικό, που βγάλαμε όταν πρωτοφιληθήκαμε μικρά. Από το «αιώνια αγάπη».

Τα μάτια της άστραψαν, το πρόσωπό της έλαμψε. Το άγγιγμα των χεριών μας ήταν πιο πολύ άγγιγμα καρδιάς. Αρχίσαμε να χορεύουμε οδηγώντας ο ένας κι ακολουθώντας ο άλλος. Κινήσεις απόλυτα συντονισμένες· όπως μας έμαθε η κυρία Αντιγόνη. Την έπιασα από τη μέση και αρχίσαμε τις δυνατές φιγούρες. Φιγούρες που ποτέ δεν ξεχάσαμε. Κερδίσαμε τα βλέμματα όλων. Ο χορός τελείωσε. Εγώ έκανα μια καθόλα ιπποτική υπόκλιση στη Νεφέλη.

Και ξαφνικά με πλησιάζει ο Τηλέμαχος, ο γαμπρός.

- Δημήτρη, θέλω να μας αφιερώσετε άλλο ένα βαλς, είναι παράκληση τόσο δική μου όσο και της αγαπημένης μου. Χορεύετε κι δυο τόσο υπέροχα!

Δε μπορούσαμε να αρνηθούμε, μια και ήταν επιθυμία των νεόνυμφων. Η πίστα άδειασε κι όλα τα βλέμματα ήταν καρφωμένα πάνω μας. Χορέψαμε με τρόπο που νόμιζε κανείς ότι γλιστράμε στην πίστα. Όσο χορεύαμε κοιτούσε ο ένας τον άλλο βαθιά μέσα στα μάτια. Ο κόσμος γύρω μας έπαψε να υπάρχει. Ήμαστε οι δυο μας, αφεθήκαμε στη θάλασσα της μαγευτικής μελωδίας. Ο χορός τελείωσε. Στο τέλος έκανα μια ιπποτική υπόκλιση στη Νεφέλη. Την έπιασα από χέρι και κάναμε μια υπόκλιση στο κοινό. Μας καταχειροκρότησαν. Τη συνόδεψα σαν να ήταν δική μου ντάμα στο τραπέζι. Τράβηξα την καρέκλα της να καθίσει.

- Σε ευχαριστώ πολύ.

- Κι εγώ σ’ ευχαριστώ για το χορό. Μεγάλη μου τιμή! Και υποκλίθηκα ελαφρά.

Η Άννα μας κοιτούσε αμήχανη. Το ίδιο κι ο Στάθης. Δεν πίστευε ότι η γυναίκα του ξέρει τόσο καλά να χορεύει. Είδα την κα Μαρία να δακρύζει και να σκουπίζει διακριτικά τα δάκρυά της, προκειμένου να μη δώσει αφορμή για επεισόδιο. Φύγαμε. Όταν φτάσαμε στο σπίτι, η Άννα με ρώτησε…

- Έχεις ή είχες κάποια σχέση εσύ και η Νεφέλη;

- Όχι, της είπα.

- Μα δε μου λες, μοιάζω για ηλίθια; Την είδα πώς σε κοίταζε. Σε είδα πώς την κοίταζες κι εσύ. Έμοιαζε λες και λέγατε ερωτόλογα με τα μάτια. Μη μου κρύβεσαι Δημήτρη! Δεν είμαστε παιδιά.

- Θα σου τα πω όλα.

Και κάθισα και της τα είπα όλα. Η Άννα δεν πίστευε στα αφτιά της. Δεν περίμενε με τίποτα να ακούσει όλα αυτά που περάσαμε. Σε κάποια στιγμή δάκρυσε. Συγκινήθηκε.

- Τώρα, μου λέει, δεν ξέρω… να θυμώσω, να σε βρίσω για το θέατρο, όχι θα σε… δεν ξέρω τι να κάνω, κι έσκυψε και με φίλησε στο μάγουλο, και σκούπισε τα δάκρυά της.

- Εγώ ήμουν ειλικρινής μαζί σου. Και θα σου πω και κάτι ακόμα, επειδή δε μου αρέσει να κρύβομαι, της είπα. Την αγαπάω ακόμα. Δεν έπαψα ποτέ να την αγαπώ. Κι ίσως δεν καταφέρω να αγαπήσω άλλη γυναίκα, όπως αγάπησα τη Νεφέλη.

Σώπασε… Δάκρυσε.

- Δεν ήταν έντιμο από μέρους σου όμως, είπε. Με μένα γιατί ξεκίνησες κάτι, ενώ αγαπούσες εκείνη;

- Κοίτα, με σένα τι; Κι εσύ δεν με χρησιμοποίησες; Εσύ δεν ξεκίνησες την όλη φάση; Ήθελες Άννα να κάνεις σπάσιμο στον Τηλέμαχο. Νομίζεις δεν το κατάλαβα; Ας είμαστε λίγο ειλικρινείς μεταξύ μας!

Με κοίταξε άφωνη.

- Έχεις δίκιο. Τον Τηλέμαχο τον αγαπούσα. Ήθελα απλά να του μπω στο μάτι, έχοντας μαζί μου έναν άντρα όμορφο, γοητευτικό και νεότερο. Είσαι κι ένας μορφωμένος άνθρωπος, δεν είσαι ότι να 'ναι. Δεν έχεις καμιά σχέση μπορώ να πω με όλους αυτούς τους άξεστους που καθόμαστε στο τραπέζι. Μιλάω για τον ανδρικό πληθυσμό. Η Νεφέλη και η μητέρα της διαφέρουν. Συγγνώμη!

- Δεν πειράζει Άννα μου. Οι αλήθειες είναι καλό να λέγονται, όσο κι αν μας πικραίνουν, είναι πάντα το καλύτερο γιατρικό.

- Πάντως ωραία περάσαμε· δεν νομίζεις;

- Ναι, είσαι καταπληκτική γυναίκα. Σου εύχομαι να βρεις αυτό που αξίζει πραγματικά. Εγώ θα φύγω τώρα.

- Εσύ τι θα κάνεις με τη Νεφέλη; Αφού την αγαπάς και σ’ αγαπάει. Την άφησες τότε, γιατί δε μπορούσες να κάνεις αλλιώς, τώρα μην το κάνεις. Τώρα μπορείς. Η ίδια μπορεί να χωρίσει τον άντρα της. Αφού κι εκείνη εσένα αγαπάει. Μιλούσε το πράγμα. Αυτό το βλέμμα σας! Θα μου μείνει αξέχαστο! Πρώτη φορά έχω δει ανθρώπους, να κοιτάζονται τόσο βαθιά ο ένας με τον άλλον, να μιλάνε με τα μάτια και να χορεύετε τον πιο ερωτικό χορό που έχω δει ποτέ μου! Κάποια στιγμή θα το αποθανατίσω σε ένα πίνακα αυτό το βλέμμα σας που είδα απόψε.

- Δεν ξέρω τι θα γίνει!

- Σου εύχομαι τα καλύτερα Δημήτρη.

Σηκώθηκα να φύγω. Σηκώθηκε κι η ίδια. Με φίλησε με ένα φιλί στο στόμα. Γύρισα στο σπίτι μου. Άνοιξα το κινητό μου που είχε κλείσει. Βρήκα ένα μήνυμα από τη Νεφέλη. «Αγάπη μου σε ευχαριστώ για την υπέροχη βραδιά. Αύριο το απόγευμα θα πάρω το αμάξι να πάω στο εξοχικό. Ξέρεις πού θα με βρεις». Τρελάθηκα, σηκώθηκα και έκοβα βόλτες πέρα δώθε. Ύστερα ξάπλωσα. Χαμογελούσα μόνος μου. Ήμουν ξανά ευτυχισμένος, μετά από τόσο καιρό! Κοντά στα χαράματα με πήρε ο ύπνος. Σηκώθηκα κατά τις δέκα. Κάθισα στην κουζίνα να πιω τον καφέ μου. Ήρθε η μάνα μου και κάθισε παρέα. Άπλωσε το χέρι της και με χάιδεψε στα μαλλιά.

- Έχω πολύ καιρό να δω αυτό το πρόσωπο. Λες και ήρθε η άνοιξη μέσα σου. Τι έγινε στο γάμο; Πώς περάσατε με την Άννα; Πώς και δεν έμεινες εκεί απόψε;

- Χωρίσαμε!

- Χωρίσατε;

- Ναι, δεν ήταν καμιά σχέση που θα κρατούσε και περισσότερο. Ήταν για να εξυπηρετήσει έναν εγωισμό και μόνο. Τέλειωσε, είπα με ένα χαμόγελο ικανοποίησης.

- Όλοι σας συζητάνε.

- Ποιους, εμένα με την Άννα;

- Όχι! Και μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις. Εσένα και τη Νεφέλη!

- Α! κυρία Αντιγόνη τα έμαθες βλέπω! Ε, ναι λοιπόν δώσαμε, όπως παλιά, τα ρέστα μας στο χορό που μας έμαθε η καλύτερη δασκάλα του χορού στον κόσμο…

Κι έσκυψα και τη φίλησα στο μάγουλο.

- Να προσέχεις παιδί μου! δεν θέλω να πληγωθείς ξανά. Ούτε κι αυτή να την πληγώσεις. Είναι καλή κοπέλα. Ξέρεις, ότι παρ' όλα όσα έγιναν, την αγαπάω σαν παιδί μου.

- Θα τη δω μάνα!

- Πού; Τρελάθηκες;

- Στο χωριό σήμερα το απόγευμα!

- Να προσέχεις!

Δεν έβλεπα πώς και πώς να έρθει το απόγευμα. Έφυγα με το αμάξι. Έφτασα μετά από μισή ώρα. Πήγα στο εξοχικό του παππού. Κοίταξα προς το εξοχικό τους. Δεν είχε φως. Μια αγωνία με έπιασε. Σκέφτηκα ότι ίσως στράβωσε το πράγμα. Κάθισα λίγο σκεφτικός. Σκέφτηκα στην αρχή να την πάρω τηλέφωνο. Αλλά ύστερα σκέφτηκα μήπως της δημιουργήσω πρόβλημα. Κατηφόρισα στον ποταμό. Ήταν χειμώνας ακόμα. Τα δέντρα γυμνά. Πήγα στο δέντρο που είχαμε σκαλίσει κάποτε μια καρδιά με τα αρχικά μας και τα δύο άλφα. Το βρήκα. Άπλωσα το χέρι μου και χάιδευα αυτό που είχαμε χαράξει κάποτε. Ήταν εκεί… ανεξίτηλο, όπως κι αυτά που ένιωθα μέσα στην καρδιά μου. Ήμουν μέσα στην απογοήτευση. Το μυαλό μου ταξίδευε στο παρελθόν. Ξαφνικά ένιωσα δυο τρυφερά χέρια να μου κλείνουν τα μάτια από πίσω. Ξαφνιάστηκα. Γύρισα ύστερα προς το μέρος της.

Κοιταχτήκαμε, αγκαλιαστήκαμε σφιχτά. Τα χείλη μας ενώθηκαν σε ένα φιλί όλο πάθος. Δεν ξέρω πόση ώρα μείναμε αγκαλιασμένοι. Όταν ξεχωρίσαμε να πάρουμε ανάσα, μια λέξη βγήκε από το στόμα μου… αγάπη μου. Ύστερα πήγαμε στο σπίτι μου. Καθίσαμε μέσα. Άναψα τη σόμπα. Καθίσαμε δίπλα-δίπλα. Δεν κάναμε τίποτα άλλο από το να είμαστε αγκαλιά και να φιλάει ο ένας με πάθος τον άλλο. Ήμαστε κι οι δυο τόσο ευτυχισμένοι. Ζούσαμε ένα όνειρο. Έκλεισε το κινητό της.

- Κι αν σε ψάχνουν;

- Σκοτίστηκα αγάπη μου! Άφησα ένα σημείωμα ότι πάω στη Θεσσαλονίκη. Ας πάνε εκεί να με βρουν.

- Με τι ήρθες;

- Με δανεικό αμάξι μιας φίλης μου. Έλα κλείσε κι εσύ το κινητό σου. Γιατί να μας ενοχλήσουν;

Το έκανα.

- Τέρμα πια Δημήτρη μου. Δε μπορώ άλλο μακριά σου. Θα τον χωρίσω το Στάθη. Εξάλλου μη νομίζεις ότι θα τον νοιάξει. Με τσούλες γυρνάει κάθε βράδυ. Έχουμε να έχουμε επαφή εδώ και οχτώ μήνες και καλύτερα. Αλλά και πριν η επαφή μαζί του ήταν μια αηδία. Τέλος πάντων, εγώ χαίρομαι αγάπη μου, που είμαι μαζί σου. Μετά το γάμο κάθισα και σκέφτηκα το λάθος που έκανα τότε. Φοβήθηκα για σένα μωρό μου. Δεν άντεχα στην ιδέα να πάθεις κάτι κακό. Τρελάθηκα από την αγωνία μου. Αν πάθαινες κάτι δεν θα ήθελα να ζω.

- Μην τα σκέφτεσαι αγάπη μου, τώρα είμαστε μαζί. Θα είμαστε μαζί από εδώ και πέρα.

Φιληθήκαμε ξανά. Το σπίτι σε λίγο ζεστάθηκε. Πήγαμε στην κρεβατοκάμαρα. Ξαπλώσαμε. Αρχίσαμε τα φιλιά. Το πάθος ήταν μεγάλο και από τους δυο. Σε λίγο ήμαστε γυμνοί κι οι δυο στο κρεβάτι. Άρχισα να τη φιλάω στα πλούσια στήθη της. Ήταν υπέροχα. Οι ρώγες της σκληρές και μεγάλες, σκέτη απόλαυση. Η Νεφέλη με χάιδευε στο κεφάλι όσο της φιλούσα τα βυζιά της. Κατέβηκα προς τα κάτω περνώντας τη γλώσσα μου από την κοιλιά της. Έφτασα πάνω στο ξυρισμένο της μουνί. Άρχισα να παίζω με την κλειτορίδα της. η Νεφέλη μου άνοιξε τα πόδια της περισσότερο. Κίνηση που ήταν σαν να μου έλεγε: «Πάρε το μουνί μου αγάπη μου, είναι δικό σου.». Αφέθηκε εντελώς στα χάδια και τα φιλιά μου.

Σηκώθηκα πιο πάνω. Τη φίλησα στο στόμα. Άνοιξε τα πόδια της και έπεσα από πάνω της. Της τον έβαλα αργά, τρυφερά μέσα. Αναστέναξε. Με κοίταξε στα μάτια.

- Σ’ αγαπάω Δημήτρη μου!

- Μωρό μου, λατρεία μου!

Άρχισα να μπαινοβγαίνω μέσα της αργά δεν ήθελα να τελειώσει γρήγορα. Τελικά βρήκαμε ένα ρυθμό που ικανοποιούσε και τους δυο. Σε λίγα λεπτά φτάσαμε κι δυο σε έναν δυνατό οργασμό. Με έσφιγγε με τα χέρια της. Έχωνε τα νύχια της στην πλάτη μου. Δεν με άφησε να βγω. Τελείωσα μέσα της, με αγκάλιασε σφιχτά. Με κρατούσε μέσα της. Οι ανάσες μας γρήγορες. Η καρδιά μας χτυπούσε δυνατά. Χαλαρώσαμε. Ξαπλώσαμε δίπλα-δίπλα. Έβαλε το μπράτσο μου μαξιλάρι και γύρισε προς τα μένα. Πήγα κάτι να πω.

- Σ… Μην πεις τίποτα καρδιά μου. Απλά να ξέρεις ότι δεν έπαψα να σ’ αγαπώ. Ποτέ!

Έγειρα το κεφάλι προς το μέρος της. Ήμαστε τόσο ευτυχισμένοι! Μας πήρε ο ύπνος για μια δυο ώρες. Ξυπνήσαμε από το κρύο. Η Σόμπα έσβησε και έπρεπε να κάνω κάτι. Σηκώθηκα και πήρα ξύλα από την αποθήκη. Ύστερα φτιάξαμε ένα καφέ. Τον ήπιαμε στην κουζίνα. Έβγαλα μπριζόλες από την κατάψυξη που είχε ο παππούς. Το βράδυ φάγαμε κι δυο το πιο ευτυχισμένο δείπνο της ζωής μας. Ύστερα απολαμβάναμε την συντροφιά ο ένας του αλλουνού αγκαλίτσα. Μέσα σε μια απέραντη ευτυχία. Μετά από δύο ώρες η Νεφέλη άρχισε τα πειράγματα όπως παλιά. Ύστερα ντυθήκαμε και βγήκαμε έξω. Το κρύο λίγο τσουχτερό, αλλά είχε ένα ολόγιομο φεγγάρι. Ήταν πολύ όμορφα. Μετά από μισή ώρα μπήκαμε μέσα. Πήγαμε στο κρεβάτι μας κατευθείαν. Ξαπλώσαμε. Δε θέλαμε πολλά. Το σώμα μας μιλούσε από μόνο του. Γυμνοί και οι δύο. Εγώ ανάσκελα, η Νεφέλη να μου παίρνει την πιο ωραία πίπα και εγώ να της γλείφω το μουνάκι της που έσταζε από την καύλα. Την έβαλα στα τέσσερα. Άρχισα να τη γαμάω με πάθος. Μέχρι που κουράστηκα. Ύστερα ξαπλώσαμε στο πλάι. Ήταν πιο ξεκούραστη στάση. Την κρατούσα στην αγκαλιά μου και την έσπρωχνα. Έχυσε. Τον έβγαλα και τον ακούμπησα στην κωλοτρυπίδα της. Ήταν παρθένα. Τον έσπρωχνα σιγά-σιγά.

- Αν πονέσεις θέλω να με σταματήσεις.

- Μη σταματάς σε παρακαλώ αγάπη μου. Σε σένα ανήκει το σώμα μου. Κάνε με ό,τι θες. Σου έχω εμπιστοσύνη.

Άρχισε η ίδια να κάνει κινήσεις τέτοιες που κάθε φορά ο πούτσος μου χωνόταν μέσα της όλο και πιο πολύ. Τελικά καταφέραμε να μπει μέχρι τη μέση. Αρχίσαμε να κουνιόμαστε. Σε τρία τέσσερα λεπτά έχυσα μέσα στον κώλο της. Μείναμε για λίγο έτσι. Ύστερα σηκωθήκαμε και κάναμε ένα μπάνιο. Εκείνο το βράδυ δεν κοιμηθήκαμε. Κάναμε έρωτα μέχρι το πρωί. Δε χορταίναμε ο ένας τον άλλον. Μας πήρε ο ύπνος τα χαράματα. Το μεσημέρι ξυπνήσαμε μέσα στις γλύκες. Η Νεφέλη έφτιαξε ένα υπέροχο πρωινό. Ύστερα πήρα ένα κλαδευτήρι και πήγαμε και κλαδέψαμε την τριανταφυλλιά μας, που ήταν κάτω στον ποταμό. Έριξα κοπριά από την αποθήκη του παππού.

- Θέλω, όταν θα έρθει η άνοιξη, να τη δω ανθισμένη. Θέλω το πρώτο τριαντάφυλλο να το κόψω και να στο χαρίσω, να το βάλεις στα μαλλιά σου όπως παλιά.

- Θα το βάλλω αγάπη μου. Και μόλις το βάλω θα σου δώσω ένα φιλί όπως το πρώτο μας.

Ανεβήκαμε προς το σπίτι αγκαλιασμένοι.

- Ξέρεις Δημήτρη μου, είμαι τόσο ευτυχισμένη, που φοβάμαι ότι κάτι θα συμβεί και θα μας χαλάσει αυτή την ευτυχία μωρό μου!

- Σε καταλαβαίνω. Δεν πέρασες και λίγα. Εκείνο που πρέπει πάντα να έχεις στο μυαλό σου είναι ότι αγάπη μας είναι τόσο δυνατή, που άντεξε και στο χρόνο και στις τόσο μεγάλες δυσκολίες. Κανείς δεν μπορεί να μας νικήσει όσο έχουμε ασπίδα την αγάπη μας.

Με αγκάλιασε και με φίλησε στο μάγουλο.

- Θα σ’ αγαπάω πάντα καλέ μου!

- Και εγώ ομορφούλα μου!

Στο σπίτι μείναμε τέσσερις μέρες. Τα κινητά μας δεν τα ανοίξαμε καθόλου. Δε θέλαμε κανείς να μας χαλάσει αυτό που ζούσαμε. Η Νεφέλη πήρε τις αποφάσεις της. Θα χώριζε το Στάθη μόλις γύριζε στο σπίτι. Εγώ από την πλευρά μου θα τη στήριζα. Θα φεύγαμε από την πόλη μας, αν χρειαζόταν. Όσο για τους δικούς της, ελάχιστα την ένοιαζε. Θα το δεχόταν με τον καιρό. Εξάλλου η κα Μαρία έβλεπε όλα αυτά τα χρόνια που ήταν δυστυχισμένη και υπέφερε κι εκείνη. Γυρίσαμε πίσω. Πήγαμε στο σπίτι μου. Η μάνα μου μόλις μας είδε έμεινε.

- Εσύ εδώ Νεφέλη μου;

- Ναι κυρία Αντιγόνη. Εδώ. Και θα μείνω για πάντα αν με θέλετε. Και θα είμαι από εδώ και μπρος δίπλα στον παντοτινά αγαπημένο μου.

- Θα μπλέξουμε βρε παιδί μου! φοβάμαι!

- Μη φοβάσαι μάνα. Θα το κανονίσουμε εγώ με τη Νεφέλη. Έξυπνα αυτή τη φορά.

Η Νεφέλη πήρε τηλέφωνο το Στάθη. Εκείνος άρχισε να ωρύεται στο τηλέφωνο και να ξεστομίζει απειλές.

- Κοίτα Στάθη, τις απειλές αλλού. Στις Τσούλες που γυρνάς, όχι σε μένα. Καλά ρε μαλάκα δεν έχεις εγωισμό; Αφού ήξερες, πάντα, ότι ήμουν με το Δημήτρη πολύ ερωτευμένη. Τι ήθελες μαζί μου; Τι νόμιζες, με τα νταηλίκια και τους τσαμπουκάδες θα μπορείς για μια ζωή να κάνεις ό,τι θέλεις; Τελειώσαμε Στάθη!

- Θα τα πούμε πουτάνα, τον άκουσα να λέει από το τηλέφωνο.

Ύστερα πήρα τηλέφωνο την Άννα. Ζήτησα να μου δώσει το τηλέφωνο του Τηλέμαχου. Το έδωσε με προθυμία. Της εξήγησα αυτό που κάναμε με τη Νεφέλη.

- Με συγκίνησες κωλόπαιδο, για άλλη μια φορά. Ανάθεμά σε! Είπε και έκλεισε το τηλέφωνο.

Πήρα τον Τηλέμαχο στο γραφείο και ζήτησα να τον δω. Βρεθήκαμε οι τρεις μας. Ετοίμασε την αίτηση διαζυγίου. Η Νεφέλη δε ζητούσε τίποτα άλλο παρά μόνο την ελευθερία της. Οι δικοί της αντέδρασαν έντονα. Ο Διονύσης πήγε να τη χτυπήσει. Μπήκε η μνηστή του μπροστά και τον σταμάτησε.

- Καίτη φύγε από τη μέση, της είπε με έντονο ύφος.

- Γιατί τι θα μου κάνεις; Θα με δείρεις; Για τόλμα, του είπε. Καλά βρε βλάκα, ενδιαφέρεσαι ή όχι για την ευτυχία της αδερφή σου; Ναι ή όχι; Τι το περάσατε κι εσύ κι ο πατέρας σου το σπίτι και την οικογένεια, στρατόπεδο; Πάτε καλά; Της καταστρέψατε τη ζωή. Τόσο καθάρματα είστε; Η Νεφέλη ποτέ δεν έπαψε να τον αγαπάει το Δημήτρη. Τι δεν καταλαβαίνετε; Το βράδυ που χορέψανε δεν το πήρατε είδηση ή δεν σας άφηνε ο εγωισμός σας, να δείτε δυο υπέροχους ανθρώπους, που αγαπιούνται πραγματικά. Ο Διονύσης έσκυψε το κεφάλι. Κι ο πατέρας της κάθισε στον καναπέ συνοφρυωμένος. Τα λόγια της Καίτης τους αφόπλισαν. Η κα Μαρία έπιασε την Καίτη και τη φίλησε. Η Καίτη έπιασε τη Νεφέλη από το χέρι.

- Κάνε ό,τι λέει η καρδούλα σου. Αρκετά βασανιστήκατε κι οι δυο σας.

Εγώ όλα όσα διαδραματίστηκαν στο σπίτι τους τα έμαθα από τη Νεφέλη την ίδια μέρα που βρεθήκαμε. Ο Στάθης υπέγραψε την αίτηση για το διαζύγιο τη μεθεπόμενη μέρα. Υποχώρησε τελικά, όταν είδε ότι στην απόφαση της Νεφέλης συναίνεσαν κι οι δικοί της, περισσότερο για να μη γίνει θέμα στην πόλη. Την Κυριακή που ήρθε, πήγα στο σπίτι της Νεφέλης. Αυτή τη φορά με περίμεναν με άλλη στάση. Όταν μπήκα μέσα, τους χαιρέτησα ευγενικά. Ο Διονύσης και ο πατέρας του ήταν μαγκωμένοι. Το ίδιο και εγώ στην αρχή. Η κυρία Μαρία με αγκάλιασε και με φίλησε.

- Καλωσόρισες Δημήτρη μου!

- Καλώς σας βρήκα κυρία Μαρία.

Κι εκείνη φυσικά που χάρηκε ανοιχτά, ήταν η Καίτη.

- Κοίτα την αγαπημένη σου! Πετάει από χαρά Δημήτρη μου! Φαίνεται, δε φαίνεται;…

είπε η Καίτη κάνοντας την ατμόσφαιρα πιο ζεστή. Εκείνη τη μέρα ξεκαθάρισα τη θέση μου απέναντι στο αδερφό και στον πατέρα της. Δεν τους κρατούσα κακία για ό,τι κι αν μου κάνανε. Εκείνοι δεν το πήραν και με καλό μάτι. Απλά, θα έλεγα συμβιβάστηκαν. Ύστερα πήρα τη Νεφέλη και φύγαμε. Με τη Νεφέλη πήγαμε στο εξοχικό του παππού ξανά. Όταν φτάσαμε βρήκαμε τον πατέρα μου και τον παππού να μας περιμένουν. Ο παππούς αγγάρεψε τον πατέρα μου να πάρουν κάτι προμήθειες. Ύστερα θα φεύγανε από το χωριό. Ο παππούς μου μας κοίταξε με ένα σοφό βλέμμα που είχε πάνα.

- Παιδιά τα εφόδια φτάνουν και περισσεύουν μέχρι το Πάσχα που θα έρθουμε όλοι μας. Ε, αν λείψει και κάτι, πετάγεστε μέχρι την πόλη. Αυτοκίνητο έχετε. Α, κι αν θέλετε μπορείτε να έρχεστε πότε-πότε να πίνουμε κανένα καφέ.

Άνοιξε την αγκαλιά του και αγκάλιασε την Νεφέλη.

- Να μου τον προσέχεις κόρη μου… και να προσέχεις κι εσύ!

- Έννοια σας παππού, θα προσέχει ο ένας τον άλλο.

Εμείς τακτοποιήσαμε τα πράγματα και η Νεφέλη μαγείρεψε. Το μεσημέρι φάγαμε όλοι μαζί.

- Ε τέτοια νοικοκυρά και να τη χάσουμε; Είπε ο παππούς με χιούμορ πού πάντα τον διέκρινε. Κορίτσι μου δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι πού σας βλέπω μαζί. Έχω να σας δω τόσο ευτυχισμένους πολύ καιρό. Έλαμψε το πρόσωπό σας.

Έπειτα σηκώθηκαν και έφυγαν. Η Νεφέλη συμμάζεψε κι εγώ άναψα την σόμπα. Καθίσαμε στην κουζίνα. Ήπιαμε ένα καφέ κι ύστερα βγήκαμε να περπατήσουμε λίγο έξω. Νύχτωσε σχεδόν και το κρύο άρχισε να τσιμπάει. Μπήκαμε μέσα. Κάναμε ένα ζεστό μπάνιο να χαλαρώσουμε. Πρώτος μπήκα εγώ. Εκεί που είχα γεμίσει τη μπανιέρα και κάθισε μέσα, η Νεφέλη χτύπησε την πόρτα.

- Μπορώ να μπω αγάπη μου;

- Ναι μωρό μου και το ρωτάς;

Άνοιξε την πόρτα.

- Λες να μας χωρέσει και τους δυο η μπανιέρα;

- Μμ, τι να σου πω; της απάντησα με νάζι. Έλα και βλέπουμε.

Γδύθηκε. Ήταν μια θεά. Μπήκε προσεχτικά να μη γλιστρήσει. Καθίσαμε απέναντι. Η αίσθηση του γυμνού της κορμιού κάθε φορά που με άγγιζε μέσα στα σαπούνια ήταν υπέροχη. Άρχισα να της τρίβω την πλάτη. Τη φίλησα στο λαιμό. Έβαλα τα χέρια μου και έπιασα τα σαπουνισμένα στήθη της και τα έτριβα. Καύλωσα αφάνταστα. Εκείνη έβαλε το χέρι της πίσω της και έπιασε τον πούτσο μου. Άρχισε να τον παίζει. Είχε γίνει πολύ σκληρός. Σηκωθήκαμε πήραμε το ντους και ξεπλυθήκαμε από τα σαπούνια. Έγειρε λίγο μπροστά. Τούρλωσε τον καλοσχηματισμένο κώλο της Μπήκα από πίσω της και άρχισα να τη γαμάω. Την έπιανα από τα βυζιά της και τη γαμούσα. Η καύλα ήταν τόση πολλή! Σε λίγο χύσαμε κι δυο ταυτόχρονα. Τελείωσα μέσα της. μείναμε αγκαλιασμένοι και όρθιοι. Ήταν υπέροχο! Ύστερα σκουπιστήκαμε και βγήκαμε γυμνοί από το μπάνιο. Πήγαμε στην κρεβατοκάμαρα. Ξαπλώσαμε.

Πέρασε ένας μήνας μέσα στις γλύκες και την τρυφερότητα. Ήμαστε τόσο ευτυχισμένοι. Μια μέρα χτύπησε το κινητό μου. Ήταν η μητέρα μου. Μου είπε ότι είχε έρθει μια ειδοποίηση να πάω επιτέλους να υπηρετήσω φαντάρος. Στεναχωρηθήκαμε κι δυο. Το διαζύγιο δεν είχε βγει ακόμα. Ο πατέρας της δεν ήξερα τι θα έκανε, όσο θα έλειπα. Μείναμε άλλες δεκαπέντε μέρες στο χωριό. Ύστερα γυρίσαμε στο σπίτι μου στην πόλη. Την επόμενη μέρα η Νεφέλη πήγε στο σπίτι της. Ο πατέρας της έκανε επεισόδιο. Δεν μπορούσε να συγχωρήσει ούτε μένα, ούτε την ίδια για ό,τι συνέβη τον τελευταίο καιρό. Η Νεφέλη νευρίασε. Πήρε τα πράγματά της και έφυγε. Ήρθε να μείνει μαζί μου. Εγώ παρουσιάστηκα να υπηρετήσω τη θητεία μου. Με κάποιο «ανεξήγητο» τρόπο η μετάθεσή μου ήταν στη Λήμνο. Σημείο δύσκολο να βρίσκομαι με την καλή μου. Δε με ένοιαζε. Επικοινωνούσαμε συχνά.

Κάποτε ήρθε στο νησί που υπηρετούσα φαντάρος. Τότε είχα ακόμη πέντε μέρες κανονική άδεια. Δεν ήθελα να φύγω από το νησί, για να μη χάσω πολύτιμο χρόνο. Εξήγησα στο διοικητή το λόγο που θα ήθελα εκείνη την περίοδο την άδειά μου και κάποια φορά που τα συζητούσα στο γραφείο με ένα συνάδελφο λέγοντάς του την περιπέτειά μου, την άκουσε κι ο διοικητής. Η Νεφέλη ήρθε. Εγώ βγήκα και πήγαμε σε ένα ξενοδοχείο. Εκεί δεν θα μας ενοχλούσε κανείς. Δεν με ένοιαζε που δε θα έφευγα από τη νησί.

Με το που ήρθε η Νεφέλη, πήγαμε κατευθείαν να φάμε. Πεινούσαμε σαν λύκοι κι οι δύο. Εκεί που καθόμαστε ξαφνικά είδα το διοικητή μου με τη γυναίκα του και το παιδί του. Τον χαιρέτησα. Με χαιρέτησε κι αυτός ευγενικά. Σε μια στιγμή με πλησιάζει

- Μπορεί να πέρασες πολλά βάσανα, αλλά για τέτοιο άγγελο άξιζε…

κι έφυγε ύστερα προς το αμάξι. Με τη Νεφέλη πήγαμε μια βόλτα στο λιμάνι. Το βραδάκι νωρίς πήγαμε στο ξενοδοχείο. Μου παραπονέθηκε ότι πονάει το κεφάλι της. Μπήκαμε στο δωμάτιο. Κάναμε ένα ντους κι οι δυο. Ξαπλώσαμε στο κρεβάτι φορώντας μόνο τα εσώρουχα. Αρχίσαμε τα φιλιά και τα χάδια. Σε λίγο είχα καυλώσει αφάνταστα. Ποθούσα τόσο πολύ το κορμί της αγαπημένης μου. Η Νεφέλη ξάπλωσε ανάσκελα και περίμενε τα φιλιά μου. Άρχισα να της φιλάω τα όμορφα βυζιά της και να παίζω για ώρα με τις ρώγες της. Η ίδια με χάιδευε στο κεφάλι όσο εγώ περιποιούμουν το στήθος της.

Κατέβηκα πιο χαμηλά έφτασα στην κοιλιά αγγίζοντάς τη με τη γλώσσα μου. Έφτασα στο μουνί της. Άρχισα με φιλιά πάνω από τα μουνόχειλα. Είχε καυλώσει αρκετά. Το μουνί της έτρεχε υγρά από τη σχισμή της. γύρισα πάνω στο κρεβάτι έτσι να φτάνει πιο καλά τον πούτσο μου. τον έπαιξε με τα χέρια της. ύστερα με έσπρωξε ανάσκελα και άρχισε να τον βάζει σχεδόν όλο μέσα στο στόμα της. Αν συνεχίζαμε λίγο ακόμα θα έχυνα. Της έβαλα ένα μαξιλάρι κάτω από τη μέση και της σήκωσα τα πόδια ψηλά. Της τον έβαλα μέσα αργά. Σιγά-σιγά στην αρχή. Από την πολύ καύλα που είχε ο πούτσος μου γλιστρούσε μέσα της. Άρχισα να τη γαμάω με ένταση. Το απολάμβανε. Σε λίγο δεν άργησα να φτάσω στην κορύφωση. Πήγα να τραβηχτώ.

- Όχι αγάπη μου! Μέσα μου θέλω.

Συνέχισα, έχυσα χωρίς να σταματήσω. Σε δευτερόλεπτα έχυσε κι εκείνη. Μείναμε έτσι μέχρι που η αναπνοή μας βρήκε τον κανονικό της ρυθμό. Αγκαλιαστήκαμε. Μας πήρε ο ύπνος. Ήμαστε κι δυο κουρασμένοι. Κατά τις τέσσερις το πρωί ξυπνήσαμε. Κάναμε ένα μπάνιο. Η Νεφέλη άνοιξε το σακίδιο και έβγαλε κάτι κρουασάν. Το είχε προβλέψει ότι κάποια στιγμή θα πεινούσαμε. Φάγαμε από δύο κρουασάν κι δύο. Ύστερα βάλαμε την τηλεόραση που είχε το δωμάτιο. Χαζεύαμε και μιλούσαμε. Δεν έπαυε να με πειράζει συνέχεια. Άρχισα να τη γαργαλάω. Σε κάποια στιγμή πήγε να μου φύγει μπουσουλώντας πάνω στο κρεβάτι. Την είδα με τουρλωμένο τον καλοσχηματισμένο κώλο της σε μένα. Άναψα. Το κατάλαβα. Σταμάτησε όπως ήταν και άρχισε να κουνάει τη λεκάνη της. Γονάτισα πίσω της. Της τον έχωσα. Άρχισα να τη γαμάω με δύναμη. Την έπιανα από την λεκάνη και της τον έχωνα με όση δύναμη είχα. Η αίσθηση το κώλου της πάνω μου σε κάθε σπρώξιμο με έκανε να χύσω μέσα σε πέντε λεπτά. Ο πούτσος πήγαινε να σπάσει από καύλα. Έχυσα μέσα της πάλι. Καθίσαμε λίγο να ξελαχανιάσουμε. Πλυθήκαμε. Ύστερα, ήρθε και με πήρε αγκαλιά λες και ήμουν κάποιο μικρό παιδί, και με χάιδευε και μου έλεγε πόσο ευτυχισμένη και χαρούμενη είναι όταν είναι μαζί μου.

Πέρασε περίπου μισή ώρα. Ο πούτσος μου δεν έμεινε αδιάφορος στην αίσθηση του γυμνού κορμιού της. Τη γύρισα μπρούμυτα, της έβαλα ένα μαξιλάρι στη μέση και της σήκωσα το κωλαράκι της προς τα πάνω. Τον έβαλα στο μουνί. Άρχισα να τη γαμάω με δύναμη. Αρκετή ώρα μέχρι που κουράστηκα. Ύστερα ξάπλωσα και με καβάλησε με την πλάτη στο πρόσωπό μου. Ήταν υπέροχο. Έβλεπα τον όμορφο κώλο της να ανεβοκατεβαίνει πάνω μου και με άναβε περισσότερο. Με το δάχτυλο του χεριού μου έπαιζα με την κωλοτρυπίδα της. Το απολάμβανε κι ίδια με αναστεναγμούς. Σηκώθηκε πήρε ένα τζελ που είχε φέρει μαζί της. Έβαλε αρκετό στην τρύπα της, αλλά και στον πούτσο μου. Τον έβαλε με αργές κινήσεις μέσα της. άρχισε να κουνιέται. Τον έπαιρνε ολόκληρο μέσα της. Ανασήκωσε το κορμί της σε πιο όρθια στάση χώνοντας τον πούτσο μου μέσα βαθιά στην κωλοτρυπίδα της. Έπιασε και μου χάιδευε τ’ αρχίδια με το χέρι της.

Αυτό κράτησε επίσης αρκετά. Κουράστηκε. Ήρθε και ξάπλωσε δίπλα μου στο πλάι τουρλώνοντας τον κώλο της προς τα μένα. Συνέχισα λίγο ακόμα με την κωλοτρυπίδα της. Είχα κουραστεί και μου έπεσε. Βγήκα. Γύρισε προς τα μένα. Με αγκάλιασε.

- Έλα μωρό μου. Συνεχίζουμε πιο μετά. Έλα αγάπη μου να κοιμηθούμε λίγο!

- Ναι, μωράκι μου!

Την αγκάλιασα. Η αίσθηση, ότι ήταν στην αγκαλιά μου, ήταν υπέροχη! Δεν καταλάβαμε πότε μας πήρε ο ύπνος. Με τη Νεφέλη περάσαμε ένα υπέροχο τετραήμερο. Όνειρο. Έφυγε. Γύρισε στους δικούς της. Έμεναν πέντε μήνες να απολυθώ. Δεν έβλεπα την ώρα και τη στιγμή. Μιλούσαμε κάθε μέρα στο τηλέφωνο. Μετά από ένα μήνα μου είπε ότι θα μου έχει μια έκπληξη όταν επιστρέψω. Αργότερα, από κύκλους μέσα στο στρατόπεδο, έμαθα ότι ο κυρ Γιάννης μεσολάβησε για την «ευνοϊκή» μετάθεσή μου. Ο καιρός πέρασε. Απολύθηκα.

Τη μέρα που επέστρεφα, ήρθαν και με πήρε η Έλενα με το Γιώργο. Απόρησα γιατί δεν ήρθε η Νεφέλη. Στο δρόμο μου είπαν ότι η Νεφέλη ήταν στο σπίτι της, κι εδώ και τρεις τέσσερις μήνες δεν έβγαινε καθόλου. Ζήτησα από τα παιδιά να πάμε στο σπίτι της.

- Εννοείται ότι θα σε πάμε από εκεί λέει η Ελένη. Σε περιμένει πώς και πώς. Μην κοιτάς που δεν ήρθε να σε υποδεχθεί, μπορεί να έχει τους λόγους της.

- Μου κρύβετε τίποτα;

- Εμείς όχι! Πώς σου πέρασε κάτι τέτοιο από το μυαλό! μου είπε ο Γιώργος με ύφος που, άλλα εννοούσε.

Με περίμεναν πιο κάτω στη γωνιά του δρόμου. Χτύπησα το κουδούνι. Άνοιξε η κα Μαρία και με αγκάλιασε μόλις με είδε.

- Καλώς τον Δημήτρη!

- Πού είναι η Νεφέλη της είπα.

- Θα την ειδοποιήσω να έρθει Δημήτρη μου.

Περίμενα με αγωνία στο σαλόνι. Σε λίγο φάνηκε η κυρία Μαρία. Πίσω της η Νεφέλη. Με το που την είδα σηκώθηκα και την αγκάλιασα. Η κοιλιά της φουσκωμένη.

- Αγάπη μου μη μου πεις…

- Ναι αγάπη μου, Περιμένω παιδί. Το παιδί μας!

Την αγκάλιασα. Πέταξα από τη χαρά μου. Η κα. Μαρία δάκρυσε από συγκίνηση. Σχεδόν αμέσως μπήκε κι ο πατέρας της.

- Α, εδώ είσαι και του λόγου σου; Ήρθες; Πάρε την και φύγετε κι δυο από το σπίτι. Αρκετά με ρεζιλέψατε κι οι δυο.

- Άκου κύριε Γιάννη! Εγώ θα την πάρω και θα φύγουμε. Κάπου σε καταλαβαίνω, να έχεις ακόμα θυμό. Αφού ξέρω, ότι δε σου έφυγε, και κανόνισες να περάσω όσο μακρύτερα γίνεται τη θητεία μου. Δεν πειράζει όμως. Όπως σας είπα και παλιότερα, εγώ δεν κρατάω κακία. Να το ξέρετε αυτό. Εγώ, τη Νεφέλη μου, θα την κάνω γυναίκα μου, και θα την κάνω την πιο ευτυχισμένη γυναίκα στον κόσμο.

Πήρα τη Νεφέλη από το χέρι και φύγαμε. Η κα Μαρία μας ξεπροβόδισε. Στην πόρτα της αυλής τους με αγκάλιασε και με φίλησε.

- Να μου την προσέχεις γυιόκα μου!

- Έννοια σας κα Μαρία, θα την έχω σαν τα μάτια μου.

Η Νεφέλη έμεινε με τους δικούς μου. Δίπλα της η μητέρα μου και η Έλενα. Συχνά ερχόταν και η κυρία Μαρία. Εγώ έπιασα δουλειά σε μια μεγάλη εταιρεία που είχε αναλάβει ένα μεγάλο έργο στα μέρη μας. Έτσι ήμουν σπίτι με τη μέλλουσα γυναίκα μου, με την αγάπη μου.

Το διαζύγιο βγήκε. Παντρευτήκαμε σε ένα εκκλησάκι στο χωριό μας. Την ίδια μέρα, μαζί με μας, παντρεύτηκαν κι η Έλενα με τον Γιώργο. Ήταν όλοι εκεί, εκτός από τον κ. Γιάννη. Ένα μήνα αργότερα η Νεφέλη μου γέννησε το γιο μας. Όταν συνήλθε από τη γέννα, πήραμε το παιδί και πήγαμε στο σπίτι της. Χτύπησα το κουδούνι. Άνοιξε ο πατέρας της. Η Νεφέλη στεκόταν πιο πίσω με το παιδί στα χέρια. Εκείνος τα έχασε. Έστεκε σα χαμένος στην πόρτα. Έμοιαζε σαν να μην ήξερε τι να κάνει.

- Καλημέρα κύριε Γιάννη. Ξέρετε κύριε Γιάννη, ο μικρός Γιαννάκης θα κρυώσει αν μείνει κι άλλο έξω. Είναι μικρούλης ακόμα! είπα.

Εκεί τον είδα για πρώτη φορά να δακρύζει. Αγκάλιασε την κόρη του. Με χτύπησε στην πλάτη. Μπήκαμε μέσα στο σπίτι.

- Μαρία! τρέξε να δεις ποιοι ήρθαν…

φώναξε με ένα πρωτόγνωρο, για όλους μας, ενθουσιασμό. Σε κάποια στιγμή με κοίταξε, όπως ήμαστε όρθιοι. Με αγκάλιασε.

- Σε ευχαριστώ για την τιμή. Τελικά είσαι μεγάλη ψυχή! Σε αδίκησα βρε Δημήτρη. Σου ζητάω ταπεινά συγγνώμη.

- Κύριε Γιάννη, όπως σας εξηγήθηκα και την άλλη φορά, δεν κρατάω κακία. Δεν είναι στο χαρακτήρα μου.

Η κα Μαρία στεκόταν δίπλα-δίπλα με τη Νεφέλη δακρυσμένη, κρατώντας το παιδί στα χέρια της. Γύρισα προς την Νεφέλη. Την αγκάλιασα.

- Τελικά τα δύο άλφα νίκησαν αγάπη μου, της είπα.

- Ναι, αγάπη μου, νίκησαν. Και τώρα και πάντα. Κι έγειρε το κεφάλι της επάνω μου.

Τη φίλησα στοργικά στο κεφάλι και της χάιδεψα τα μαλλιά. Η ίδια με αγκάλιασε και με κράτησε σφιχτά.




Copyright protected OW ref: 168560