Η οικογένεια που δεν είχα (10o μέρος)

Δημοσιεύθηκε από 8elo
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.27 (11 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Η οικογένεια που δεν είχα (9o μέρος)

Χτύπησε η πόρτα. Τα χρώματα ήταν λίγο αλλαγμένα. Δε μπορούσα να περπατήσω και πονούσε η μέση μου πάρα πολύ. Παρατήρησα ότι κάτι είχαν τα χέρια μου πάνω σαν κάτι τσιμπήματα. Άνοιξα την πόρτα και μπήκαν κάποια ξένα άτομα πρώτη φορά τα έβλεπα. Έκαναν φασαρία και χτυπούσαν από εδώ κι από εκεί.

Όταν πήγα να φωνάξω απλά πέρασαν από μπροστά μου και δε μου έδωσαν καμία σημασία. Ξαφνικά όλοι κοιτούσαν τη Ρίτα κι εμένα. Ένα δέντρο καταπράσινο στη μέση στο σαλόνι και όλα σκοτείνιασαν πάλι. Ήμουν αλλού. Κάποιος μου έλεγε κάτι για κρέατα και μου τα έδειχνε ωμά. Έπρεπε να τα κρατώ. Κάποια ήταν βαριά και έπεσα κάτω την ώρα που τα κρατούσα.

- Λουκά! Ξύπνα ρε μαλάκα, τι βαριανασαίνεις. Νόμιζα ότι ψοφάς!

- Τι έγινε ρε; Μαλάκα χάθηκα. Πω… ότι να ναι έβλεπα.

- Τι έβλεπες δηλαδή;

- Κάτι κρέατα, κάτι δέντρα, κάτι τύπους. Μαλακιές. Γάμησε το.

- Χα, χα, χα, χα, χα έχεις ιδρώσει. Άντε σήκω. Το μπάνιο είναι ελεύθερο. Όλοι είναι έτοιμοι. Όπου να ναι θα πλακώσει κόσμος.

- Οκ, οκ… πάω.

Σηκώθηκα και ένιωθα περίεργα. Κωλο-όνειρο. Μου τη σπάνε τα περίεργα όνειρα. Πήρα πετσέτα και μπήκα μέσα στο μπάνιο. Ανοίγω το νερό και περίμενα μέχρι να έρθει το ζεστό. Δεν είχε μείνει και πολύ. Οπότε άραξα λίγο εκεί και χάζευα στον καθρέπτη. Χτυπάει η πόρτα.

- Άλλος. Κάνω μπάνιο.

- Λούκα είναι κλειδωμένα; η Ρίτα είμαι θέλω να πάρω κάτι καλλυντικά.

- Όχι δεν είναι έλα μέσα.

Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα. Εγώ καθόμουν όρθιος και την κοιτούσα. Μου έριξε μια ματιά. Άφησα την πετσέτα να πέσει. Είχα αρχίσει να καυλώνω. Κοίταξε τον πούτσο μου για λίγο και έφυγε. Δε μπορούσα να καταλάβω τι γίνεται. Σαν ξένη έκανε. Μπήκα για μπάνιο. Με μισή καρδιά γιατί το νερό ήταν χλιαρό. Έκανα όσο μπορούσα πιο γρήγορα. Βγήκα παγωμένος. Ανοίγω πόρτα… ήττα. Έξω ο μπαμπάς.

- Ρεμάλι ντύσου και τράβα με το αμάξι να πάρεις τους "μουσαφίρηδες" στα ΚΤΕΛ.

- Καλά οι άλλοι τι κάνουν; Εμένα περίμενες;

- Πολλά λες. Τράβα, περιμένουν.

Κατέβηκα και μπήκα στο αμάξι. Η Ρίτα πέρασε από δίπλα. Κοίταξε μέσα στο αμάξι αλλά δεν της έδωσα σημασία.

- Λούκα όταν γυρίσεις να έρθεις πάνω να κουβαλήσουμε καρέκλες.

- Πάλι καλά που μιλάς.

Έβαλα μπροστά και έφυγα. Πήγα στα ΚΤΕΛ, γύρισα. Ανέβηκα πάνω και ρώτησα πόσες καρέκλες θέλουμε. Μου είπαν ότι πρέπει να πάρουμε καμία 15αρια σπαστές να ανεβάσουμε. Με βοήθησε η Ζωή και ο Γιάννης. Σε κάποια φάση λέει η Ζωή.

- Πάω να πλυθώ.

- Έρχομαι και εγώ.

Πάω πίσω της και μπαίνουμε στο μπάνιο. Εκείνη την ώρα ήταν μέσα η Ρίτα και καθάριζε κάτι. Αρχίσαμε να πλένουμε τα χέρια μας και λέω στη Ζώη.

- Τι θα φορέσεις;

- Ένα άσπρο φόρεμα γιατί;

- Ωχ. Θα μας τρελάνεις πάλι απόψε;

- Χα, χα, χα, θα δεις, θα δεις.

Όπως πάει να βγει της ρίχνω μια στον κώλο επίτηδες και γέλασε. Η Ρίτα με κοίταξε περίεργα.

- Έλα μη ζηλεύεις.

- Τελείωσα πάω έξω.

Της ρίχνω επίσης μια στον κώλο, γυρίζει με ένα νευριασμένο ύφος, μου ρίχνει ένα χάλια βλέμμα.

- Ρίτα σαν το δικό σου κώλο δεν έχει καμία... της λέω.

Έφυγε από το μπάνιο. Βγήκα κι εγώ και ετοιμάστηκα με τα καλά μου. Το γλέντι άρχισε και η ώρα θα ήταν 11. Ακόμα τρώγαμε και πίναμε. Ο Μπαμπάς και η Ρίτα δίπλα-δίπλα. Εγώ δίπλα στη Ρίτα, η Ζωή απέναντι μου και δίπλα μου ο Γιάννης ο οποίος μιλούσε ασταμάτητα με τη γιαγιά μου παραδίπλα.

Είχα πιει πολύ και όπως πάω να πάρω κάτι να φάω, η Ρίτα ρίχνει πάνω μου το κρασί της. Βασικά εγώ, αυτή, ούτε κατάλαβα πως έγινε. Γελάσαμε όλοι, είπαμε γούρι, γούρι και πήγα να αλλάξω. Φόρεσα μια φόρμα εννοείται. Ευκαιρία. Άραξα πάλι στο τραπέζι. Η Ρίτα είχε σκύψει και καθάριζε το χάλι με ένα πανί. Φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα με ένα σκίσιμο στο πλάι. Κάτι ωραία παπούτσια σα γόβες και μπροστά ήταν ανοιχτό να φαίνονται τα βυζιά. Πήγα και έκατσα και της έκανα νόημα να το αφήσει.

- Έλα δεν πειράζει.

- Χάλια έγινε.

- Ε… τα έχει αυτά η μέρα, έλα κάτσε.

Τη σήκωσα. Η Ζωή από απέναντι με κοιτούσε όλη την ώρα. Κι εγώ αυτή. Η Ρίτα μας έριχνε ματιές με σπίθες. Πιάνω το χέρι της Ρίτας και το βάζω πάνω στον πούτσο μου. Έμεινε κάγκελο. Δε φαινόταν έτσι όπως ήμασταν στριμωγμένοι. Ήταν και το τραπεζομάντιλο μεγάλο. Δεν το πήρε. Μετά από λίγο έδωσε φαγητό σε μια απέναντι και το τράβηξε. Τα πόδια μας ακουμπούσαν συνέχεια. Ίσως επίτηδες και από τις δύο μεριές.

Κάποιοι χόρευαν. Το πάρτι είχε αρχίσει για τα καλά. Βάζω το χέρι μου μέσα στο φόρεμα. Από κάτω. Χαϊδεύω πα πόδια της και καθόταν. Η ζωή ήρθε δίπλα μου. Ήταν κενή η θέση. Πιάνει το χέρι μου και το βάζει στο μουνί της. Το αριστερό μου χέρι στο μουνάκι της Ζωής και το δεξί στο πόδι της Ρίτας.

Η Ρίτα το κατάλαβε και σηκώθηκε. Σηκώθηκα και εγώ. Κάναμε ότι χορεύουμε λίγο και μετά χόρεψα με τη Ζωή. Ήρθε 12 και κλείσαμε φώτα. Γινόταν ένας χαμός. Άλλαξε ο χρόνος. Και αρχίσαμε να αγκαλιαζόμαστε όλοι. Φίλησα τους δικούς μου και κάποιους από τους ξένους. Η Ζωή μου είπε ότι ευχήθηκε να είμαι πάντα στη ζωή της. Φίλησα το μπαμπά και στο τέλος έπιασα τη Ρίτα. Πλησίασα στο αυτί της.

- Είσαι πολύ μουνάρα απόψε. Ότι πιο όμορφο έχω δει.

- Χρόνια πολλά. Υγεία.

- Θέλω να σε ξεσκίσω. Με έχεις καυλώσει.

Έφυγε. Η ώρα πέρασε με χορούς και πολύ-πολύ κρασί. Κατά τις 2-3 κλασικά κάποιος ρίχνει ιδέα για ποτό έξω. Και όλοι μπούγιο όπως ήμασταν βγήκαμε σε ένα μαγαζί. Τα παππούδια, δικά μου και του Γιάννη, ύπνο εννοείται. Και κάποιοι άλλοι ξένοι. Καμία 25αρια άτομα φύγαμε για το μαγαζί. 6 αμάξια γεμίσαμε και πήγαμε. Μπήκαμε μέσα. Πίναμε και χορεύαμε χειρότερα και από Νεάντερνταλ. Κάποια στιγμή η Ζωή μου έπιασε τον πούτσο και μου λέει:

- Με τη φόρμα ήρθες;

- Ωχ… ξεχάστηκα.

- χα, χα, χα, χα, χα, χα…

Το είπε σε όλους και γελούσαμε. Με είχαν πιάσει τα γέλια. Μέχρι που η Ρίτα είπε πως θα φύγει.

- Θες να σε πάω;

- Ναι αν μπορείς.

Αφού χαιρέτησε πήγα μαζί της. Θα ερχόταν και η Ζωή αλλά στην πόρτα μπήκε μια φίλη της μαζί με κάτι άλλα παιδιά και έμεινε πίσω. Στο δρόμο αμίλητοι. Ανεβαίνει πάνω και ανέβηκα και εγώ να αλλάξω και να βάλω ένα τζιν. Ευκαιρία ήταν. Αλλάζω και την ώρα που πάω να φύγω με φωνάζει.

- Λουκά…

- Έλα τι έγινε;

- Έλα λίγο.

Πάω μέσα και καθόταν όρθια. Την κοιτάζω και έκλαιγε. Πάω κοντά της και τη ρωτάω τι έχει. Μου είπε ότι όλα είναι καλά και να φύγω, να πάω να περάσω καλά. Της είπα καληνύχτα και έφυγα. Κατέβηκα μερικά σκαλιά και χτυπάει το τηλέφωνο. Ήταν η Ζωή.

"Μην έρθεις. Το διάλυσε ο μπαμπάς, άρχισε τις μαλακίες. Θα φύγουμε. Είναι σκόνη. Εγώ θα κοιμηθώ με την Μαρία στο τροχόσπιτο".

Ξανά μπαίνω μέσα στο σπίτι και πάω στη Ρίτα. Της το λέω και γέλασε λίγο. Ακόμα φορούσε το φόρεμα.

- Αυτό το φόρεμα θέλω να στο βγάλω εγώ.

Δεν είπε ίποτα. Πήγα και άρχισα να της το βγάζω. Έμεινε με τα εσώρουχα. Την αγκάλιασα. Έκανε να φύγει αλλά της είπα:

- Ξέρω ότι το θες!

Φορούσε ένα στρινγκάκι στο χρώμα του δέρματος. Από πάνω κάτι σα σουτιέν κόκκινο. Πιο πολύ έμοιαζε με ύφασμα. Αρχίζω και τη χαϊδεύω. Πιάνω τον κώλο της και παρατηρώ ότι ήταν φουσκωτός. Ακόμα και το στήθος της ενώ ήταν μεγάλο φαινόταν πιο πρησμένο. Δάγκωσα τις ρώγες της από πάνω. Πόνεσε και μου το είπε.

- Πόνεσα. Πιο ήρεμα.

- Θέλω να τις φάω.

Βγάζει αυτό που φορούσε και αμέσως βγάζει και το στρινγκάκι της. Ήθελα να την ευχαριστήσω. Όσο πιο καλά μπορούσα. Την ξαπλώνω και ενώ έπιανα τις βυζάρες της, έγλειφα το νόστιμο μουνί της. Ήταν για άλλη μια φορά τέλεια ξυρισμένο, όμως είχε και μια γραμμούλα από πάνω. Την έγλειφα τόσο μα τόσο πολύ. Έχωνα τη γλώσσα μου μέσα της και της άρεσε.

- Λούκα μου, το κάνεις πολύ καλά αυτό.

- Μ… ποιο καύλα μου; Που σου γλείφω το μουνάκι;

- Μ… ναι αυτό.

- Πες το. Πες τι σου κάνω.

- Γλείφεις το μουνί μου.

Είχα καυλώσει τόσο πολύ αλλά την έγλειφα και περίμενα να τελειώσει στο στόμα μου.

- Αχ… κι άλλο. Πιο πολύ αγόρι μου, πιο πολύ... αχ…

- μ…

Την έγλειφα και είχε έντονους σπασμούς. Μέχρι που με πιάνει από το κεφάλι και με πνίγει με το μουνί της. Με έπνιξε κανονικότατα. Παντού είχα τα υγρά της στο πρόσωπο μου. Κάθισα εκεί και δε μίλησα καθόλου. Ακουμπούσε το μουνί της πάνω μου.

- Πρέπει να φύγεις.

- Ναι έρχονται.

Ακούμε πόρτα. Κάτι έλεγε ο Γιάννης στον πατέρα του. Να του βγάλει τα παπούτσια. Δεν άκουσα καλά. Χώθηκα μέσα στα σκεπάσματα με τη Ρίτα και κρύφτηκα κάπως. Αυτή κάθισε μπροστά μου. Μου είπε να μην κουνιέμαι. Έμεινα εκεί. Άκουσα και τον αδερφό του Γιάννη να μπαίνει στο δωμάτιο. Κανένας δε με έψαξε. Ήταν όλοι τους σκόνη στο μεθύσι. Μόνο ο μικρός αδερφός τους μπήκε μέσα στο δωμάτιο.

- Μαμά ο Γιάννης με έδιωξε.

- Έλα μην κάνεις έτσι άντε στο δωμάτιο το διπλό. Είναι άδειο.

- Καλά.

Ήρθε την φίλησε και έφυγε. Κάποια στιγμή λέει και ο Γιάννης.

- Καληνύχτα…

- Αντε κοιμηθείτε, αχ…

- Τι;

- Τίποτα το πόδι μου.

Της έβαλα το καυλί μέσα της ενώ μιλούσε.
Δεν κουνιόταν. Σα να ξενέρωσε. Εγώ συνέχισα να την γαμάω αργά.

- Λούκα θέλεις να σταματήσουμε;

- Όχι θέλω να χύσουμε.

Μιλούσαμε ψιθυριστά.

- Λούκα βγες σε παρακαλώ.

- Σταμάτα. Πάλι τα ίδια;

Κάτι πήγε να πει και της κλείνω το στόμα. Άρχισα να τη γαμάω αλλά δεν το απολάμβανε. Το χέρι μου γέμισε με τα δάκρυα της. Ήμουν και μεθυσμένος και καυλωμένος. Δε θα έκανα πίσω. Καθόταν ακίνητη, έκλαιγε και τη γαμούσα και ξαφνικά μου λέει:

- Κάρφωσε με δυνατά. Θέλω να πάει οδό πιο μέσα γίνεται.

- Σήκω!

Τη σηκώνω. Παίρνω ένα μαξιλάρι και το βάζω κάτω στα πλακάκια. Την ξαπλώνω σε αυτό. Ανεβαίνω από πάνω της. Βάζω τα πόδια της στον ώμο και μπαίνω μέσα της. Κλείνει τα μάτια και μου λέει:

- Πιο δυνατά.

Της τον χώνω δυνατά και ξανά λέει με κλειστά μάτια:

- Δε μπορείς άλλο;

Της τον χώνω ακόμα πιο δυνατά.

- Θέλω πιο δυνατά. Αν δε μπορείς σταμάτα!

Ανεβαίνω πάνω της με το βάρος μου και αρχίζω να την καρφώνω με όλη μου τη δύναμη κάθε 3 δευτερόλεπτα. Το μουνί της είχε ανοίξει πάρα πολύ. Είχε τόσα υγρά που πραγματικά ένιωσα να κολυμπώ εκεί μέσα.

Ανοίγει τα μάτια της και μου λέει:

- Χύσε μέσα μου!

Τη γαμάω και το μουνί της αρχίζει και γίνεται πιο σκληρό. Άρχισε να χύνει αλλά δεν είπε τίποτα. Από την καύλα μου άρχισα να χύνω και δεν της είπα ούτε εγώ τίποτα. Ήθελα μόνο να χύσω και να πάω για ύπνο. Όση όρεξη είχα απλά είχε χαθεί. Έχυσα και τον έβγαλα έξω. Της τον βάζω στο στόμα.

- Ρούφα τον, καθάρισε τον να τελειώνουμε.

Το έκανε. Και μετά με κοιτάει στα μάτια μία μου λέει:

- Είμαι έγκυος.

Κόβονται τα πόδια μου. Ξενερώνω. Η Ρίτα με κοιτάει. Δε μιλάμε. Έκατσα κάτω και δεν κοιμήθηκα. Περίμενα να ξημερώσει. Καθόταν γυμνή απέναντι μου και σιγόκλαιγε. Ήρθε το ξημέρωμα και πήγα στην τουαλέτα να πλυθώ. Όλη την ημέρα δεν ήμουν καλά. Κανένας μας δεν ήταν. Άλλοι ζαλισμένοι άλλοι πονεμένοι.

- Ρίτα; Κοιμάσαι;

- Όχι πέρασε.

- Είσαι καλύτερα;

- Πες μου.

- Είναι δικό μου;

- Λούκα. Έκανα και με το μπαμπά σεξ 2 φορές. Δεν ξέρω. Αλλά δε θα το ρίξω. Πότε δε θα το έκανα αυτό.

- Και τώρα;

- Θα δούμε Λούκα μου. Θα δούμε…





Copyright protected OW ref: 168170