Ανάμεσα σε δυο γυναίκες (3o μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.36 (14 Votes)
Ξημέρωσε. Πήρα τηλέφωνο στην εταιρεία. Είπα ότι δε θα πάω. Προφασίστηκα ότι είμαι άρρωστος. Κατά τις έντεκα πήγα στην εταιρία τους. Μπήκα και τράβηξα κατευθείαν στο γραφείο του Γιάννη. Μπήκα χωρίς να χτυπήσω. Τα έχασε. Τον έπιασα και άρχισα να τον χτυπάω στο πρόσωπο. Του είχα σπάσει τα γυαλιά. Η μύτη του ήταν μέσα στα αίματα. Μέχρι να προλάβει να φωνάξει μια δυο φορές βοήθεια, τον είχα βάλει κάτω και τον χτυπούσα ανελέητα. Ήρθαν κάποιοι από τα άλλα γραφεία και τον έβγαλαν από τα χέρια μου.

- Θα σε γαμήσω κωλόπαιδο! μου λέει.

- Θα δούμε πούστη ποιος θα γαμήσει ποιον;

Έφυγα. Πήγα σπίτι. Σε λίγο ήρθε και η Δάφνη.

- Καλά τι πήγες κι έκανες;

- Αυτό που έπρεπε. Απλά το ευχαριστήθηκα πιο πολύ τώρα. Με το να τον χτυπούσα μέσα στο σπίτι και να μη μας έβλεπε κανένας δεν θα κέρδιζα τίποτα.

- Ξέρεις έγινε χαμός. Μετά από αυτό ο Γιάννης πήρε την εταιρία σου και ζήτησε να σε διώξουνε. Αλλιώς θα μας χάσουν από πελάτες.

- Αν γίνει κάτι τέτοιο, να ξέρεις ότι θα τα μάθει όλα ο πεθερός του, ο πατέρας σου, κι η γυναίκα του. Να σας δω τότε, τι ωραία παρέα θα είστε όλοι μαζί; Εγώ δε γαμιέται;… στο κάτω-κάτω, θα βρω άλλη δουλειά αλλού. Δεν έχω πρόβλημα. Έτσι και βγω στην πιάτσα με το όνομα που έχω, θα βρω το ίδιο εικοσιτετράωρο δουλειά.

- Δεν έχεις στοιχεία!

- Καλά, πήγαινε στο διάολο τώρα και παράτα με ήσυχο!

- Άντε γαμήσου και συ Δημήτρη…

είπε εκνευρισμένη με τη στάση μου. Σηκώθηκα εκνευρισμένος, την άρπαξα από το μαλλί και της έχωσα ένα δυνατό χαστούκι. Έπεσε στο πάτωμα του διαδρόμου. Η μύτη της άνοιξε.

- Τι έγινε μωρό μου; Σου άρεσε το χαστούκι; Έτσι δεν μου είπες χθες; Ότι έπρεπε να αντιδράσω; Να συμπεριφερθώ σαν φυσιολογικό αρσενικό; Ε, λοιπόν ορίστε! Τη σηκώνω βίαια από το μπράτσο και της χώνω κι ένα δεύτερο, πιο δυνατό, που κόντεψε να χάσει τις αισθήσεις της.

Χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο πρόεδρος της εταιρίας μου. Εκνευρισμένος μου είπε να πάω αμέσως εκεί. Πήγα. Μου ανακοίνωσε με αυστηρό ύφος ότι θα με απολύσει αν δε ζητήσω συγνώμη από τον Γιάννη μπροστά στο προσωπικό του.

- Κοιτάξτε κύριε Διευθυντά. Είμαι χρόνια στην εταιρία και δουλεύω πιστά όσο κανένας. Θα έκανα οτιδήποτε για το καλό της εταιρίας και νομίζω ότι το απέδειξα στα δύσκολα αυτό. Ξέρετε ότι πρώτος από όλους τους τεχνικούς σας ενημερώνομαι για ό,τι καινούριο συμβαίνει. Με το που βγει κάτι νέο στους τομείς που ασχολείται η εταιρία μας, γνωρίζω πριν από όλους την τεχνολογία του. Δε σας είπα ποτέ όχι σε τίποτα. Αλλά αυτό όμως, όχι! Τον έπιασα να πηδάει την γυναίκα μου μέσα στο σπίτι μου. Τι θέλατε να κάνω; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;

Σώπασε. Έμεινε σιωπηλός για λίγο. Ύστερα μου είπε ότι θα με βάλει σε άλλες δουλειές, ώστε να μη φαίνεται ότι δουλεύω εκεί. Μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα, γιατί δεν ήθελε να τους χάσει από πελάτες.

- Χαριστικά, μου λέει, επειδή είσαι χρόνια εδώ και γιατί είσαι πολύ καλός στη δουλειά σου. Υποσχέσου μου όμως βρε Δημήτρη μου ότι δεν θα γίνει τίποτα με αυτό το άτομο από εδώ και πέρα! Στο ζητάω και σαν χάρη βρε παιδί μου. Ξέρεις πόσο σε εκτιμάω!

- Από μένα, όχι πια! Σας το υπόσχομαι! Και ξέρετε τι σημαίνει για μένα να δώσω το λόγο μου. Εγώ ό,τι ήταν να κάνω το έκανα. Τώρα με τη γυναίκα μου θα ξεκαθαρίσω τα πράγματα. Να τελειώνω.

Τον χαιρέτησα ευγενικά και έφυγα. Έφυγα πολύ τσατισμένος. Πήγα στο σπίτι μετά από δύο ώρες. Η Δάφνη καθόταν στο σαλόνι.

- Το είπε και το έκανε ο τσόγλανος Δάφνη! Αλλά όπως σου είπα εγώ δεν πτοούμαι εύκολα. Μόλις έκλεισα ραντεβού αύριο σε άλλη εταιρεία. Από εκεί έρχομαι. Πες ότι με προσέλαβαν κιόλας. Με ζητούσανε σαν τρελοί.

- Δηλαδή σε έδιωξαν και βρήκες αμέσως δουλειά όπως το είπες;

- Ναι, και με καλύτερο μισθό και να του το πεις στο γαμιά σου ότι τώρα δεν έχει και τίποτα άλλο να με εκβιάσει. Τώρα θα τον γαμήσω όπως γουστάρω εγώ πες του! Τώρα δεν έχει έλεος! Θα παίξουμε σε δικά μου ταμπλό. Τώρα εγώ δεν έχω να χάσω. Αυτός θα χάσει κι εσύ από δω και πέρα.

Δεν ξέρω αν με πίστεψε. Δεν με ένοιαζε πια τι πίστευε και τι δεν πίστευε. Θα έκανα τέτοιο πόλεμο νεύρων σε όλους, που δεν θα είχε προηγούμενο. Ιδιαίτερα στη γυναίκα μου.

Τις επόμενες μέρες η Δάφνη και εγώ δε μιλάγαμε. Απορούσε κι η ίδια γιατί πήγαινα εκεί. Ούτε και εγώ ήξερα. Ούτε κι αυτή δεν πήγε ούτε ένα βράδυ στους γονείς της. Ίσως να θέλει να βλέπει, όσο μπορεί, τι κινήσεις θα κάνω, ίσως να φοβόταν τα χειρότερα; Δεν ξέρω τί είπε και στον πατέρα της για το σκηνικό στο γραφείο. Πλέον δε με ένοιαζε. Μακάρι όμως να ήξερα κι εγώ τι θα συμβεί από ένα σημείο και μετά. Ήμουν απρόβλεπτος ακόμα και για μένα τον ίδιο.

Ένα απόγευμα βγήκα να πάρω κάτι να πιω. Μόλις βγήκα από το σπίτι μου την έπεσαν κάτι τύποι… τρεις γεροδεμένοι. Στην αρχή τις μοιραστήκαμε. Ένιωσα ξαφνικά ένα βαρύ πράγμα να με χτυπάει στο λαιμό ζαλίστηκα. Με έβαλαν κάτω και με χτυπούσαν ανελέητα. Με άφησα σχεδόν λιπόθυμο. Πετάχτηκαν κάτι γείτονες και με τις φωνές τους, τους αποθάρρυναν και με άφησαν. Όταν γύρισα σπίτι πονούσα κι ήμουν μέσα στα αίματα. Γύρισε και η Δάφνη μόλις πέντε λεπτά μετά από μένα. Με είδε. Μάλλον κατάλαβε τι είχε γίνει ή μάλλον ήξερε.

- Θέλεις να πάμε στο γιατρό; Με ρώτησε.

- Ούτε που ρώτησες τι έγινε. Το ήξερες έτσι;

- Όχι, ναι, κάτι άκουσα που το έλεγε στο γραφείο σε κάποιον αλλά πού να φανταστώ ότι θα σου έκανε κάτι τέτοιο; Είπε κομπιασμένη.

- Αυτό ήταν η αρχή του πραγματικού τέλους μας Δάφνη μου. Ούτε μια προειδοποίηση να προσέχω. Τέτοια πουτάνα! Δεν πειράζει, τώρα όμως ο γαμιάς σου άνοιξε για τα καλά κι άλλες παρτίδες μαζί μου! Θα δείτε και εσύ κι αυτός πόσο επικίνδυνος ξέρω να γίνομαι.

- Τι εννοείς; Τι θα κάνεις; Γιατί δεν το τελειώνεις που να πάρει;

- Γιατί να σου πω; Για να τον ειδοποιήσεις; Όχι πουτανάκι! Δεν θα σου πω. Κι ούτε θα το τελειώσω για να σε ανακουφίσω. Θα το τελειώσω όποτε θέλω εγώ. Αλλά να ξέρεις… με μένα δεν τα βγάζει πέρα εύκολα κανείς, ούτε ο ίδιος ο διάολος! Θα το δείτε, θα το νιώσετε στον κωλαράκο σας όλοι· και το ωραίο είναι ότι θα πονέσετε αρκετά! Όλοι σας! Να το θυμάσαι αυτό!

Δε μίλησε. Ίσως να θεωρούσε ότι τα έλεγα πάνω στο θυμό μου. Κάθισε λίγο στο σαλόνι. Ύστερα έφυγε παίρνοντας το κινητό μαζί της. Δεν ξέρω πού τηλεφώνησε αλλά ελάχιστα πλέον με ενδιέφερε. Πείστηκα ότι έχασα πλέον την γυναίκα μου. Άφησα να περάσουν κάποιες μέρες. Συνήλθα από το ξύλο που έφαγα. Έκανα τον αδιάφορο. Θα μπορούσα να φύγω στο πατρικό μου αλλά δεν ήθελα. Θα ήταν σαν να τους αφήνω το πεδίο ελεύθερο. Μέναμε στο ίδιο σπίτι. Ίσως κι η Δάφνη να ήθελε να βλέπει έστω κάποιες κινήσεις μου γι’ αυτό δεν πήγε να μείνει με τους δικούς της, αλλά ήξερα να κρύβομαι και να υποδύομαι ρόλους πολύ καλά.

Ένα βράδυ η Δάφνη περίμενε δυο φίλες της. Εγώ σκέφτηκα τότε να της κάνω το βίο αβίωτο. Πήγα στο δωμάτιό μου και πήρα τηλέφωνο ένα call girl. Η κοπέλα ήρθε. Τη χαιρέτησα. Ήταν μια κούκλα. Ξένης προέλευσης. Της είπα να πάει στο δωμάτιο. Σε λίγο βγήκε η Δάφνη από το δωμάτιό της.

- Ποιος ήταν;

- Μια φίλη μου της είπα.

- Φίλη; Τι φίλη; Είπε, και διέκρινα μια υποψία αλλά και συνάμα ειρωνεία στο βλέμμα της.

- Ναι, φίλη. Τι σε νοιάζει;

Σε λίγο φάνηκαν οι φίλες της. Εγώ πήγα στο δωμάτιο. Η Λάουρα, έτσι τη λέγανε, ήταν γυμνή. Γυμνώθηκα κι εγώ. Άρχισε να μου παίρνει μια βαθιά πίπα όσο καμιά στη ζωή μου. Μου τον έκανε τούρμπο. Σε λίγο την είχα ξαπλωμένη στο κρεβάτι με τα πόδια πάνω. Εγώ γονατισμένος έγλειφα το μουνί της. Η Λάουρα έβγαζε κραυγές καύλας που ακούγονταν στο σαλόνι. Ύστερα την καβάλησα ιεραποστολικά άρχισα να τη γαμάω. Στήθηκε στα τέσσερα. Άρχισα να τη γαμάω δυνατά, τα βογκητά μας δυνατά. Σε λίγο το έβγαλα και την έχυσα στο στόμα. Ο πρώτος γύρος τελείωσε.

Βγήκα στην κουζίνα να πάρω δύο ποτήρια νερό. Η Βίκυ κοιτάζοντας πονηρά πότε τη Δάφνη πότε τη Γιάννα την άλλη φίλης τους, με ρώτησε με ένα ειρωνικό ύφος:

- Διψάει και η πρωταγωνίστρια στο βίντεο Δημητράκη;…

προφανώς νομίζοντας ότι όλα όσα ακούγονταν στο σαλόνι ήταν από κάποιο βίντεο με τσόντα. Εγώ ήμουν με το σώβρακο και τον πούτσο μισοσηκωμένο και αυτό διαγραφόταν στο μποξεράκι που φορούσα αλλά δεν με ένοιαζε. Ίσως σκέφτηκα πώς ούτε και η Δάφνη μπορεί να πίστεψε ότι είναι κάποια μέσα, μια και δεν ήταν παρούσα τη στιγμή που ήρθε η Λάουρα. Φάνηκε και στο δικό και στο δικό της ύφος.

- Λάουρα θέλεις χυμό; Της φώναξα.

- Ναι, θέλω αποκρίθηκε με σπαστά Ελληνικά.

Η Δάφνη και οι φίλες της πάγωσαν. Δεν το πίστευαν.

- Έχω πορτοκάλι έχω και καρύδα; Θέλεις να έρθεις να δεις;

Τότε βγήκε η Λάουρα με το στρινγκάκι και ένα σουτιέν μόνο. Μόλις είδαν τη θεογκόμενα αυτή κέρωσαν και οι τρεις. Η Λάουρα ήπιε το χυμό. Μου κλείνει το μάτι.

- Έλα πάμε, μου λέει και με φιλάει στο μάγουλο.

Πήγα μέσα. Κλείδωσα την πόρτα. Ήμουν σίγουρος ότι δε θα το πάλευε όλο αυτό η Δάφνη. Την έστησα στα τέσσερα. Άρχισα αρχικά να τη γαμάω από το μουνί. Ύστερα της τον κάρφωσα στον κώλο. Αυτό συνεχίστηκε για λίγο ακόμα. Έχυσα μέσα στο προφυλακτικό έχοντας καρφωμένο τον πούτσο μου στον κώλο της. Αργότερα η Λάουρα έφυγε. Τη συνόδεψα ως την πόρτα και τη χαιρέτησα με ένα γλωσσόφιλο. Η Δάφνη καθόταν στο σαλόνι μόνη της πυρ και μανία. Οι φίλες της είχαν φύγει.

- Γιατί το έκανες αυτό;

- Τι έκανα; Έφερα ένα μουνί και το γάμησα. Οι φίλες σου τι είπαν; Εκείνη η καργιόλα, η πουτάνα η Βίκυ που ξέρει να ειρωνεύεται, τι είπε; Δεν ήταν ωραία γκόμενα;

- Έφυγαν μόλις αρχίσατε να βογκάτε και να φωνάζετε.

- Δεν της άρεσε; Αλήθεια πώς σας φάνηκε η Λάουρα; Δεν είναι θεόμουνο; Αχ… δε μπορείς να φανταστείς τι γαμήσι κάνει! Να σου πω, θέλεις να το κάνουμε έτσι για πλάκα; Η Λάουρα μου έδειξε κάτι καινούρια κόλπα. Μετά μπορεί να τα κάνεις και εσύ με το μαλάκα το Γιάννη, είπα σαρκαστικά.

Σηκώθηκε και πήγε εκνευρισμένη και δακρυσμένη στο δωμάτιο. Δεν ξέρω γιατί δάκρυσε. Για τον πληγωμένο της εγωισμό; Δεν ξέρω. Αλλά ούτε και νοιάστηκα ποτέ να ξέρω.

Κάθε βδομάδα έφερνα δύο φορές κοπέλες και κάναμε όργια μέσα στο σπίτι. Σε μέρες και ώρες που ήξερα ότι ο Γιάννης ήταν με τη γυναίκα του κι η Δάφνη δε θα είχε την επιλογή να είναι μαζί του έστω κι από αντίδραση. Μια δυο φορές, έφερνα δύο ή τρεις μαζί και γινόταν χαμός. Η Δάφνη τις πιο πολλές φορές έφευγε χτυπώντας δυνατά την πόρτα πίσω. Πήγαινε μερικές φορές στο σπίτι της, στους γονείς της, αλλά τις πιο πολλές φορές πήγαινε στις φίλες της ή έβγαιναν μαζί έξω. Προφανώς συζητούσαν όλο αυτό που γινόταν, μια και δεν ήταν πλέον μυστικό από τις φίλες της.

Πέρασε κοντά ένας μήνας. Πλησίαζε το Πάσχα. Η Δάφνη μου είπε ότι θα πάνε σε ένα νησί των Κυκλάδων όλοι μαζί να περάσουν το Πάσχα.

- Να πάτε της είπα. Πού; στο εξοχικό του Γιάννη; Να πάτε! Άντε και καλά γαμήσια!

- Οικογενειακά θα πάμε…

μου είπε θιγμένη από τα λόγια μου και την ειρωνεία μου.

- Ναι! οικογενειακά! Τα πεθερικά του Γιάννη, η Μαργαρίτα με τον αρραβωνιαστικό της, ο Γιάννης, η γυναίκα του και τα παιδιά τους, ο κύριος Στάθης με την κυρία Μαρία, η παλλακίδα του Γιάννη! Οικογενειακά! Θαυμάσια! Θα είστε όλοι μια ευτυχισμένη οικογένεια, γαμώ την κοινωνία σας! Αυτό το οικογενειακά μου άρεσε που είπες! Και ξέσπασα στα γέλια. Κι εσύ θα παίζεις το ρόλο της παλλακίδας του άρχοντα, είπα μέσα στα ειρωνικά γέλια μου.

Εκνευρίστηκε πολύ με το σαρκαστικό μου σχόλιο που έτρεμε ολόκληρη.

- Α, δεν πιστεύω να θες να έρθω κι εγώ;

- Πρέπει να βρούμε μια δικαιολογία να το πούμε στο πατέρα μου. Το λόγο γιατί δε θα έρθεις.

- Πες του την αλήθεια!

- Μα τι λες; Αν δεν είχε συμβεί εκείνος ο καυγάς με το Γιάννη, ίσως να σου πρότεινα να έρθεις.

- Συγγνώμη, ακούς τι λες; Μου λες να ερχόμουνα μαζί σας ως τι; Ως κερατάς; Τι λες Δάφνη; Τι λες; Δηλαδή αυτό το θράσος σου με ξεπερνάει. Εσύ μπορεί να δέχεσαι για τους δικούς σου λόγους το ρόλο της παλλακίδας, αλλά εγώ δε δέχομαι το ρόλο του μαλάκα και του κερατά.

- Έχουμε πρόβλημα στην εταιρία. Εντάξει. Τα σκατώσαμε μεταξύ μας. Αλλά τα πράγματα δεν πάνε καλά για τον πατέρα μου.

- Και θα ήθελες να παίξω το ρόλο αυτόν εγώ, για να σώσει ο πατέρα σου την εταιρία; Ή μάλλον τις μετοχές του; Πας καλά; Τέτοια υποτίμηση; Είσαι τομάρι τελικά! Είσαι μεγάλο καθίκι! Και δε σου φαίνεται.

- Όχι, δεν είναι έτσι. Δε μπορείς να καταλάβεις.

- Καλώς! Όπως νομίζεις. Εξάλλου εγώ ήμουν κάτι άλλο για σας. Ξένο σώμα. Αλλά λυπάμαι για λόγου σου! Δε σε είχα για τόσο πουτάνα.

- Δεν είμαι ρε μαλάκα! Δεν είμαι! είπε κλαίγοντας. Αλλά έτσι πού ήρθαν τα πράγματα… κι έβαλε το κεφάλι στα γόνατα κι έκλαιγε.

Εκείνη τη στιγμή χτύπησε τηλέφωνο. Ήταν η μάνα της μέσα στις φωνές. Ο πατέρας της λιποθύμησε στο σπίτι. Παραμέρισα το μίσος μου. Ήμουν πάντα άνθρωπος της αρχής. Πήρα το αυτοκίνητο και πήγαμε μαζί. Είχε πάθει έμφραγμα. Τον πήγα στο νοσοκομείο. Μάλιστα μεσολάβησα με ένα γνωστό μου γιατρό να έχει την καλύτερη δυνατή περιποίηση. Σε όλη τη φάση κίνησα γη και ουρανό για να βοηθήσω. Η Δάφνη με ευχαρίστησε για τη στάση μου. Ο πατέρας της τη σκαπουλάρισε φθηνά εκείνη τη φορά.

Το γεγονός όμως αυτό τους απάλλαξε κι από το να περάσουν «οικογενειακά» το Πάσχα. Είχαν πλέον μια σοβαρή δικαιολογία να μην πάνε.

Πέρασαν οι μέρες. Το Πάσχα μείναμε εκεί. Τυπικά, μέσα στο φαρισαϊσμό και στην υποκρισία. Δεν ξέρω κι εγώ γιατί δέχθηκα να φάμε μαζί την Κυριακή του Πάσχα;

Με τη Δάφνη πια είχαμε αποξενωθεί. Στο σπίτι συμπεριφερόμαστε σαν δύο εντελώς ξένοι. Ένα απόγευμα που ήμουν πάλι μόνος στο σπίτι άνοιξα πάλι το λάπτοπ. Δοκίμασα τους ίδιους κωδικούς που είχα βάλει τότε και με έκπληξη είδα ότι δεν τους είχαν αλλάξει. Μπήκα πάλι στις κάμερές τους. Σε ένα διάδρομο είδα το Γιάννη να κρατάει τη Δάφνη από το χέρι. Την τράβηξε και φιλήθηκαν πεταχτά στο στόμα.

- Ακόμα τα έχουν… σκέφτηκα. Δεν έχουν την παραμικρή τσίπα. Το συνεχίζουν τα μουνόπανα!

Τότε ήταν που θύμωσα ξανά. Με εκείνους, με εμένα που δεν προχώρησα στις αποκαλύψεις. Κι εγώ γιατί δεν τη χώρισα; Γιατί δεν έφυγα από το σπίτι; Δε μπορούσα να απαντήσω σε αυτά τα ερωτήματα. Δεν ξέρω, ίσως ήμουν ερωτευμένος ακόμη μαζί της, ίσως ήταν ο πληγωμένος εγωισμός… Το μίσος φούντωσε ξανά μέσα μου. Ήθελα να τον ξεκάνω. Μου μπήκε σαν έμμονη ιδέα μέσα μου. Άρχισα να παρακολουθώ το γραφείο το Γιάννη. Σίγουρα βρισκόταν και έξω από αυτό σκέφτηκα. Δε μπορεί να βρίσκονται μόνο μέσα στην εταιρία.

Ήταν Τετάρτη. Άκουσα στο γραφείο όταν τους παρακολουθούσα ένα απόγευμα ότι θα πηγαίνανε στο νησί στο εξοχικό του οι δυο τους. Όχι μαζί. Πρώτα ο Γιάννης και μετά η Δάφνη μόνη της. Για να μη δώσουν στόχο. Πήρα το αμάξι και έφτασα στη Ραφήνα. Την Πέμπτη βράδυ ήμουν πριν από αυτούς στο νησί. Τα είχα σχεδιάσει όλα. Κι ύστερα οι αποκαλύψεις και το ρεζιλίκι. Έτσι θα έπαιρνα την πολυπόθητη εκδίκηση.

Ο Γιάννης ήρθε με το πρώτο πλοίο την άλλη μέρα. Ήξερα που ήταν το σπίτι του. Είχα στήσει καρτέρι. Παρακολουθούσα κάθε του κίνηση από μακριά. Πλησίαζε απόγευμα. Βγήκε από το σπίτι με το αυτοκίνητο και προφανώς πήγαινε να πάρει τη Δάφνη από το λιμάνι. Ήμουν σε ένα σημείο του δρόμου με ένα νοικιασμένο αυτοκίνητο. Έβλεπα το αυτοκίνητο του Γιάννη. Έστριβε σε μια απότομη στροφή. Από κάτω ήταν μια μεγάλη απόκρημνη πλαγιά που τελείωνε στη θάλασσα αρκετά μέτρα από το δρόμο. Σε λίγο το αυτοκίνητό του έδειχνε να έχανε τον έλεγχο. Βγήκε από το δρόμο. Έπεσε στο κενό κατρακυλώντας την πλαγιά του βουνού μέχρι τη θάλασσα. Εγώ έβλεπα. Απλά. Καθόμουν σε ένα πεζούλι και απλά έβλεπα, ευχαριστιόμουνα. Δεν ένιωθα κανένα συναίσθημα συμπόνιας κι ανθρωπιάς μέσα μου εκείνη τη στιγμή. Μέσα μου ένιωθα μια μεγάλη ικανοποίηση! Ένιωσα να μου φεύγει ένα βάρος από την ψυχή. Σταμάτησαν περαστικά αυτοκίνητα. Έτρεξαν να βοηθήσουν το αυτοκίνητο ήταν ανάποδα μέσα στο νερό. Ήπια και την τελευταία γουλιά του καφέ από το πλαστικό ποτήρι μου και το πέταξα στο χαντάκι. Μπήκα στο αυτοκίνητο. Έφυγα για το λιμάνι γεμάτος ικανοποίηση. Σε λίγο ήρθε το πλοίο. Βγαίνοντας από το λιμάνι, έβλεπα το άλλο πλοίο που έμπαινε στο λιμάνι και σίγουρα με αυτό ερχόταν η Δάφνη στο νησί. Σε δύο ώρες φτάσαμε στη Ραφήνα. Γύρισα στο σπίτι. Άνοιξα την τηλεόραση. Σε κάποια στιγμή στο δελτίο είπανε τη δυσάρεστη είδηση.

Την άλλη μέρα ήρθε και η Δάφνη. Ήταν συντετριμμένη και έκλαιγε.

- Πού ήσουν;… τη ρώτησα. Τι έπαθες;

- Να μη σε νοιάζει…

κι έφυγε κλαίγοντας μέσα στην κρεβατοκάμαρά μας. Την άλλη μέρα ήμασταν στην κουζίνα. Ήταν μαγκωμένη. Σαστισμένη. Σηκώθηκε να πάρει ένα ποτήρι. Ζαλίστηκε κι έπεσε κάτω. Τη συνέφερα.

- Τι έπαθες; Θέλεις να πάμε στο γιατρό;

- Όχι, είμαι καλύτερα…

και πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση, της ήρθε να κάνει εμετό και έτρεξε στην τουαλέτα. Μετά την είδα χλωμή. Ζαλίστηκε κι έπεσε στο πάτωμα. Την άρπαξα στην αγκαλιά μου και μπήκαμε στο αυτοκίνητο. Πήγαμε στο νοσοκομείο. Βγήκε σε λίγο ένας γιατρός.

- Είστε ο σύζυγος; Ελάτε μέσα! μου είπε.

Μπήκα της έπιασα τρυφερά το χέρι. Τη χάιδεψα στο πρόσωπο.

- Είσαι καλά;… της λέω. Τι έχει γιατρέ;… είπα απευθυνόμενος στο γιατρό.

- Τίποτα ανησυχητικό μου είπε. Μάλλον τα νέα είναι ευχάριστα. Η γυναίκα σας είναι έγκυος. Κι όλο αυτό δεν ήταν παρά τα πρώτα συμπτώματα της εγκυμοσύνης.

- Αυτό είναι και ανησύχησα; Έσκυψα και τη φίλησα στοργικά στο μάγουλο δείχνοντας έναν ψεύτικο και σε όλα πειστικό ενθουσιασμό χαράς. Αυτό είναι υπέροχο!

Φύγαμε στο δρόμο δεν μιλούσαμε. Εγώ οδηγούσα κι είχα πάρει το ύφος του χαζοχαρούμενου μελλοντικού πατέρα. Ήθελα να δω ως πού θα φτάσει η υποκρισία της.

Φτάσαμε στο σπίτι. Εγώ ήμουν περιποιητικός. Καθίσαμε στο σαλόνι. Τη ρώτησα τι θέλει να φάει. Εκείνη μου είπε ότι δεν θέλει κάτι. Ήρθε δίπλα μου και με φίλησε στο μάγουλο.

- Σε ευχαριστώ για όλα. Θα με συγχωρήσεις; Δεν ήθελα να σε πληγώσω αγάπη μου. Θέλω να είμαστε όπως πρώτα. Τώρα που θα έχουμε και το μωράκι μας!

Τη χάιδεψα στο μάγουλο, έκυψα και τη φίλησα στοργικά στο μάγουλο. Εκείνη χαμογέλασε.

- Καλά βρε αγάπη μου, για τόσο κόπανο με περνάς; Ποια νομίζεις ότι είσαι; Πας καλά; Είπα με ένα ήρεμο και ψύχραιμο ύφος.

- Γιατί το λες αυτό;… είπε και τραβήχτηκε από δίπλα μου λίγο.

- Καλά, ο γιατρός είπε ότι άντε να είσαι το πολύ δυο μηνών έγκυος. Το άκουσα όταν ήμουν ακόμα έξω και ανοιγόκλεινε η πόρτα του ιατρείου για άλλους ασθενείς. Επειδή έπαιξα το θέατρο για να μη γίνουμε ρεζίλι, νομίζεις ότι θα με κοροϊδέψεις ακόμα και τώρα; Έχουμε να το κάνουμε πάνω από τέσσερις μήνες. Θυμάσαι; Το παιδί δεν είναι δικό μου, σε καμιά περίπτωση. Με έχεις για τόσο μαλάκα; Πας να μου φορτώσεις ένα μούλικο; Τι στο διάολο για τόσο μαλάκα με περνάς;

Άρχισε να κλαίει.

- Ω! θεέ μου τι θα κάνω;

- Τι να σου κάνω;… είπα με ψυχρό ύφος. Ήθελες να μου το φορτώσεις αλλά δεν σου έκατσε Δαφνούλα μου. Ήταν τυχερό να μεγαλώσεις μόνη σου ένα μπάσταρδο. Αν δεν το θέλεις σταμάτησέ το. Νωρίς ακόμα είναι. Εγώ τέλειωσα το ρόλο μου ως άντρας σου. Αύριο θα λάβεις από το δικηγόρο μου τα χαρτιά του διαζυγίου. Μην τολμήσεις και φέρεις αντίρρηση. Α, και κάτι άλλο. Πάρε τη μάνα σου τηλέφωνο. Μπορεί να χρειαστείς βοήθεια. Καλό είναι όμως να το ρίξεις το παιδί. Α! ξέχασα να σου πω ότι ταχυδρόμησα το βίντεο που γαμιόσαστε με το Γιάννη στη γυναίκα του την Ξένια. Ε, τώρα θα το έχει δει σίγουρα. Στο λέω, γιατί αύριο στην κηδεία να είσαι προετοιμασμένη για επίθεση.

- Γιατί το έκανες;

Ούρλιαξε από τα νεύρα της. Δεν ήξερε πια από πού της έρχονται τα χτυπήματα.

- Εσύ, γιατί με ξεφτίλισες με αυτόν τον τρόπο; Μου λες; Σου φέρθηκα τίμια. Εσύ με πρόδωσες. Γιατί δεν με χώριζες γαμώ τη φαμίλια σου και να κάνεις ό,τι θέλεις μετά; Και μάλιστα ο μπάσταρδος έβαλε μπράβους και με χτύπησαν μετά το επεισόδιο στο γραφείο. Και το ήξερες και δεν έκανες τίποτα να με προφυλάξεις. Έμεινες έγκυος με το τσογλάνι. Βγάλ’ τα πέρα τώρα μόνη σου! Να σε δω πώς θα πας στην εταιρία μετά από αυτό; Θα έχει πλάκα. Μέχρι και πριν λίγο ήθελες να με πιάσεις για μαλάκα!

- Δε μπορεί να είσαι τόσο κακός! Κι έκλαιγε με αναφιλητά.

- Είμαι! μπορώ να είμαι περισσότερο, θα το δεις ακόμα! Α και κάτι άλλο. Όταν εσύ πήγαινες στο νησί να βρεις το γαμιά σου, εγώ ερχόμουν με το άλλο πλοίο που έβγαινε από το λιμάνι. Και κάτι άλλο. Έβλεπα με μεγάλη ευχαρίστηση το αυτοκίνητο του Γιάννη να παίρνει την κατηφόρα. Καθόμουν σε ένα πεζούλι και το χάζευα πίνοντας τον καφέ μου. Δεν ξέρεις τι ικανοποίηση ένιωσα. Εγώ πίστευα σε σένα. Πίστευα ότι βρήκα τον άνθρωπό μου. Από τη μέρα στο καράβι. Θυμάσαι; Κι όταν ξανασυναντηθήκαμε, ένιωσα να ξαναγεννιέται ο κόσμος μου. Σε αγάπησα, σε ερωτεύτηκα. Ήσουν για μένα ό,τι πιο όμορφο μου συνέβαινε κάθε μέρα. Το πιο χαρούμενο κομμάτι της κάθε μου μέρας. Συνεχίσατε να τα έχετε και μετά, από τότε που σας έπιασα. Τα είχατε και πριν σας πιάσω. Σε είδα που σε γαμούσε στην αποθήκη. Αυτή τη σκηνή έχει η γυναίκα του. Κατάλαβες αγάπη μου; Όπως κατέστρεψες εσύ τα όνειρά μου κατέστρεψα κι εγώ τα δικά σου. Να δω και την κοντέσα, την πλούσια, τη μάνα σου! Να τη δω τώρα τι θα κάνει; Όταν σε γνώρισα ντρεπότανε να με παρουσιάσει στους ανθρώπους του κύκλου σας. Μη χέσω! Μια πουτάνα κόρη είχε όλο κι όλο. Να σας δω τώρα τι θα κάνετε; Αλλά να σε ρωτήσω και κάτι ακόμα; Τι πίστευες ότι θα γινόταν με το μαλάκα; Έστω και να ζούσε. Θα χώριζε τη γυναίκα του; Δεν νομίζω. Απλά να σε γαμάει ήθελε. Και σας πήρε και μερίδιο από τις μετοχές σας χωρίς να το πάρετε είδηση κουτορνίθια. Στημένο κόλπο ήταν η κρίση στην εταιρία. Και σπούδασες πάνω σ’ αυτά ανάθεμά σε! Αυτά είχα να σου πω.

- Εσύ τι δουλειά είχες στο νησί; Τι πήγες κι έκανες Δημήτρη; Δεν το πιστεύω!

- Πήγα για ψάρεμα Δάφνη μου, κι έπιασα κάτι ψαρούκλες να… είπα ειρωνικά. Νόμιζες ότι θα άφηνα στο τσογλάνι να γελάει πίσω από την πλάτη μου; Αύριο θα έρθω να πάρω τα προσωπικά μου πράγματα. Θα φύγω οριστικά από το σπίτι και από τη ζωή σου. Την εκδίκησή μου την πήρα.

Έφυγα. Η Δάφνη δεν τόλμησε να πάει στην κηδεία του Γιάννη. Την είχε προειδοποιήσει η Μαργαρίτα στο τηλέφωνο πριν φύγω ακόμα από το σπίτι. Πήγαν μόνο οι γονείς της. Μετά έμαθα ότι στην εταιρία έγινε χαμός. Έδιωξαν τη Δάφνη κακήν κακώς. Ο κ. Στάθης πούλησε το μερίδιό του για ένα κομμάτι ψωμί σε κάποιο τρίτο. Εγώ της μεταβίβασα της Δάφνης το μερίδιό μου από το σπίτι. Αργότερα το πούλησε και πήγε στους γονείς της. Το παιδί δεν το κράτησε. Το σταμάτησε αμέσως. Μετά από δύο μήνες ο κ. Στάθης έφυγε μετά από ένα δεύτερο καρδιακό επεισόδιο. Στην κηδεία του πήγα κι ήμουν τυπικός και ψυχρός. Σαν ένα απλός γνωστός, σαν ξένος, που ήμουν πάντα. Βγήκε το διαζύγιο. Χωρίσαμε.

Εγώ γύρισα στην παλιά μου γειτονιά. Είχα κουραστεί. Σκεφτόμουν αυτά που είχαν συμβεί. Αυτά που έκανα και ένιωθα τύψεις. Τα βράδια περνούσαν ανιαρά. Δεν είχα όρεξη για τίποτα. Δουλειά σπίτι, δουλειά σπίτι…

Πέρασε ενάμισης χρόνος. Συνάντησα μια μέρα τη Δάφνη σε μια εταιρία. Ήρθε να δώσει βιογραφικό. Έψαχνε δουλειά. Αντιμετώπιζε πολλά οικονομικά προβλήματα. Οι τράπεζες απειλούσαν ότι θα τους έπαιρναν και το πατρικό. Τη λυπήθηκα. Ήταν πολύ αποκαρδιωμένη, απογοητευμένη. Την περίμενα έξω. Της πρότεινα να πάμε για ένα καφέ. Στην αρχή αρνήθηκε αλλά ύστερα δέχθηκε. Καθίσαμε λίγο και τα είπαμε.

- Τώρα έχεις κάποια σχέση;… τη ρώτησα.

- Όχι. Δεν έχω καμιά διάθεση πια. Κάθισα και σκέφτηκα τα βράδια όλα τα λάθη που έχω κάνει. Αλλά τι σημασία έχει; Θεωρούσα ότι είσαι εσύ ο σκληρός απέναντί μου αλλά τελικά ξανασκέφτηκα τα γεγονότα, κατάλαβα ότι είχες δίκιο σε ό,τι έκανες.

- Μην τα σκέφτεσαι! και της έπιασα στοργικά το χέρι.

- Εσύ είσαι σε κάποια σχέση;

- Όχι, Δάφνη μου. Μετά από την αποτυχία που είχαμε να είμαστε μαζί, πλέον δεν εμπιστεύομαι καμιά γυναίκα. Όσο και να σου φαίνεται περίεργο. Στη ζωή μου είχα δυο δυνατές περιπέτειες με γυναίκες που με οδήγησαν σε αυτή τη διαπίστωση. Ο πρώτος μου σοβαρός δεσμός κατέληξε άδοξα λόγω αδυναμίας που είχε εκείνη που τα είχα. Και μαζί σου, που τα είδα πιο σοβαρά τα πράγματα, το πράγμα κατέληξε, αναπάντεχα, πάλι άδοξα. Πάνω που έκανα παραπάνω όνειρα για μας. Έτσι ποιος ο λόγος τώρα να κάνω σχέση; Για να πληγωθώ ξανά; Δε θέλω Δάφνη μου. Δεν έχω το κουράγιο να περάσω καινούργιες περιπέτειες.

- Συγγνώμη! Ήμουν άδικη μαζί σου. Σε πλήγωσα.

Εκεί βούρκωσε. Μέσα μου ένιωσα περίεργα. Ίσως να ήμουν ακόμα ερωτευμένος. Αλλά δεν επέτρεπα τον εαυτό μου να της το δείξει.

- Τι τα θες τώρα; Να σου πω, θέλεις να μιλήσω στο αφεντικό της εταιρίας που πήγες; Μπορώ να του ζητήσω να σε προσλάβει.

- Μου είπανε να περάσω μετά από δεκαπέντε μέρες.

- Όπως θέλεις. Μπορώ όμως να μεσολαβήσω να γίνει κάτι πιο γρήγορα.

- Είσαι πολύ καλός τελικά.

- Τώρα που το κατάλαβες κορίτσι μου, είναι κάπως αργά. Αλλά έλα... Τι τα θες; Αλήθεια με τι ήρθες; Με αμάξι;

- Όχι, με συγκοινωνία το αμάξι το πούλησα. Δεν τα έβγαζα πέρα.

- Θέλεις να σε πάω κάπου;

- Όχι θα πάω μόνη μου. Καλύτερα.

Χωρίσαμε μετά τον καφέ. Είπε πως θα πήγαινε και σε μια άλλη εταιρεία να δώσει βιογραφικό. Τη λυπήθηκα. Πραγματικά.

Το βράδυ σκεφτόμουν όλα αυτά που συνέβησαν. Οι σκέψεις βασανιστικές. Αποκοιμήθηκα. Την άλλη μέρα με πήρε κάποιος κύριος τηλέφωνο. Ήταν κάποιος κ. Νίκος. Ήθελε να με συναντήσει. Πριν τη συνάντηση πήρα τηλέφωνο στον κ. Θωμά που είχε την εταιρία που κατέθεσε βιογραφικό η Δάφνη. Τον παρακάλεσα κι έτσι προσέλαβε τη Δάφνη στη δουλειά μετά από τρεις μέρες.

Το ραντεβού με τον κ. Νίκο ήταν σε μια διάσημη γνωστή καφετέρια στο κέντρο της Αθήνας. Πήγα. Με περίμενε ένας κομψός ηλικιωμένος κύριος.

- Καλησπέρα είπα. Είστε ο κ. Νίκος;

- Ναι. Είσαι ο Δημήτρης;… με ρώτησε με μια ματιά γεμάτη όλο συγκίνηση. Κάθισε παιδί μου!

Κάθισα.

- Σε τι οφείλω την τιμή της συνάντησής μας κύριε Νίκο; Ποιος είστε και γιατί ζητήσατε να με δείτε;

- Κάτσε και θα σου πω παλικάρι μου.

Παρήγγειλα έναν καφέ.

- Κοίτα, με λένε Νίκο Γεωργίου.

Πάγωσα. Το ίδιο όνομα με το πατέρα μου που μας παράτησε κάποτε κι εμένα με τη μάνα μου. Για μια στιγμή πέρασαν σαν αστραπή οι σκέψεις από το μυαλό μου.

- Είμαι… ο πατέρα σου.

Θόλωσα. Σε λίγο ξαναβρήκα την ψυχραιμία μου.

- Και τώρα τι θέλεις; Του είπα με μια οργή που άρχισε να φουντώνει μέσα μου. Πού στο διάολο ήσουν τόσα χρόνια; Πού στο διάολο ήσουν όταν σε είχαμε ανάγκη κι εγώ κι η μητέρα μου. Ξέρεις ότι έχει πεθάνει; Τι θες τώρα κι εμφανίζεσαι στη ζωή μου;

- Μη φωνάζεις σε παρακαλώ! Πρέπει να με ακούσεις.

- Ωραία λοιπόν! Ακούω. Σύντομα όμως γιατί έχω δουλειά.

- Με τη μητέρα σου χωρίσαμε γιατί έφταιγα εγώ. Ήμουν απερίσκεπτος. Είχα απατήσει τη μάνα σου πολλές φορές. Με έδιωξε και με το δίκιο της… αργότερα έφυγα για το εξωτερικό. Έκανα λεφτά. Έκανα άλλη οικογένεια. Γύρισα τώρα και ήθελα να σε γνωρίσω.

- Κάπως αργά δεν είναι;

- Ναι, κοίτα ήρθα γιατί θέλω να σου μεταβιβάσω κάποια περιουσία που θεωρώ ότι πρέπει.

Γέλασα.

- Κύριε Νίκο, βλέπετε τόσα χρόνια δεν έμαθα τη λέξη πατέρας, δεν έχω ανάγκη καμιά περιουσία, όση κι αν έχετε. Τα κατάφερα μια χαρά κι από μόνος μου! Τις μέρες που αρρώσταινα ήθελα να σε έχω στο πλάι μου. Τις μέρες που δεν είχαμε χρήματα ήθελα να σε έχω στο πλάι μου. Τις μέρες που κλεινόμουν στο σπίτι και δεν έβγαινα έξω να μη φέρω τη μάνα μου σε δύσκολη θέση ήθελα να σε έχω πλάι μου. Τα βγάλαμε όμως πέρα μόνοι μας. Η μάνα μου ήταν αγωνίστρια κι περήφανη. Κι έτσι με έμαθε και μένα. Σπούδασα δουλεύοντας. Σε ευχαριστώ για τη μεγαθυμία σου αλλά δεν την έχω ανάγκη. Κάπως αργά το θυμήθηκες, είπα κυνικά.

- Έκανες οικογένεια;

- Ναι, αλλά ατύχησα. Αλλά αυτό δεν σας αφορά. Λοιπόν, με συγχωρείτε, θα πρέπει να φύγω γιατί το πρόγραμμά μου είναι πολύ φορτωμένο.

- Δεν ήπιες ούτε τον καφέ σου! Κάτσε λίγο ακόμα.

- Όχι! Δεν γίνεται. Χάρηκα για τη γνωριμία κύριε Νίκο. Χαίρεται! Και του έδωσα τυπικά το χέρι μου.

Ήμουν σίγουρος ότι είχε γίνει κομμάτια από αυτή τη ψυχρή συμπεριφορά μου και το φτύσιμο που έφαγε. Πήγα πίσω στην εταιρεία. Ήταν ο Διευθυντής στο γραφείο του. Του έδωσα ένα φάκελο από μια δουλειά. Μόλις με είδε, με ρώτησε:

- Τι έχεις βρε Δημήτρη πάλι; Το πρωί ήσουν καλά, τώρα είσαι συννεφιασμένος. Κάτσε βρε να μου τα πεις. Τόσα χρόνια γνωριζόμαστε.

Κάθισα. Παρήγγειλε καφέδες. Του είπα για τη συνάντηση με τη Δάφνη την προηγούμενη μέρα. Τη συνάντηση με τον πατέρα μου. Εκείνος εξεπλάγη με όλα όσα μου συνέβησαν τα τελευταία δύο χρόνια.

- Κοίτα, πέρασες πολύ δύσκολα και θαυμάζω το κουράγιο σου. Είσαι πολύ δυναμικός άνθρωπος γι’ αυτό και πήγες πολύ καλά και στην εταιρεία, για αυτό και εξελίχθηκες σε έναν από του πιο καλούς επιστήμονες στο είδος σου. Αν θέλεις όμως τη συμβουλή μου, να δώσεις μια ευκαιρία στους ανθρώπους που είναι στη ζωή σου. Όλοι κάνουμε λάθη. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν αξίζουμε να προσπαθήσουμε, να μας δοθεί μια ευκαιρία να επανορθώσουμε.

- Μα δεν είναι στη ζωή μου. Ο πατέρας μου δεν ήταν ποτέ στη ζωή μου. Από μικρός τον είχα ξεγράψει. Δεν με συγκινεί το γεγονός που ήρθε. Έχω θυμό και γι’ αυτόν το άνθρωπο. Εγώ ξέρω πώς με μεγάλωσε μόνη της η μάνα μου. Και τώρα που τον έπιασαν οι τύψεις να έρθει, γιατί; Για να είναι αυτός καλά με η συνείδησή του; Όχι. Δεν θέλω να τον ξέρω. Δεν υπάρχει αυτός ο άνθρωπος για μένα.

- Κι Δάφνη;

- Ούτε η Δάφνη! Τελειώσαμε! Ούτε κι αυτή κύριε διευθυντά. Με πρόδωσε. Και μάλιστα με το χειρότερο τρόπο. Οι δικοί της μου φέρονταν με μια υπεροψία λες κι ήταν Εγγλέζοι πρίγκιπες. Μετά από όσα συνέβησαν, τι να πω; Το έχει η μοίρα μου φαίνεται να πορεύομαι μόνος μου. Ίσως και να είναι καλύτερα. Ποιος ξέρει;

- Κοίτα είσαι δυνατός άνθρωπος. Μην το βάλεις κάτω. Απλά βλέπω ότι είσαι και λίγο απόλυτος. Μέσα σου πονάς και το βλέπω. Μάθε να δίνεις μια δεύτερη ευκαιρία και σε άλλους ανθρώπους, αλλά και κυρίως στον εαυτό σου. Ξέρω πώς είσαι μπερδεμένος ακόμα. Ξέρω ότι πονάς. Ξέρω πώς είσαι όταν είσαι ευτυχισμένος. Και τώρα δεν είσαι. Τώρα πονάς και φαίνεται. Δώσε σ’ αυτούς άλλη μια ευκαιρία. Ξέρω ότι μέσα σου φοβάσαι μην πληγωθείς. Κάνε αυτό που σου λέω. Άκουσέ με. Και για τον πατέρα σου ιδιαίτερα, αλλά και στη Δάφνη, γιατί δεν της δίνεις μια δεύτερη ευκαιρία; Νομίζω ότι πλήρωσε και με το παραπάνω αυτό που σου έκανε. Εξάλλου την αγαπάς. Έτσι δεν είναι; Σε ξέρω χρόνια. Δε σε γνώρισα χθες. Ρίξε λίγο νερό στο κρασί σου.

- Τι να πω, μου μιλάτε καλύτερα κι από πατέρας. Σας ευχαριστώ πολύ.

Καθίσαμε και κάναμε λίγη ακόμα χαλαρή κουβέντα για τη δουλειά. Πέρασε η ώρα χωρίς να το καταλάβουμε.

Μετά από εκείνη τη μέρα πέρασε ένας μήνας περίπου, χωρίς να συμβεί κάτι το ιδιαίτερο. Πήγα μια μέρα στον κύριο Θωμά για τις κάμερες. Έλπιζα ότι θα βρω τη Δάφνη εκεί. Δεν ήταν. Τον ρώτησα ευθέως, αν είναι ευχαριστημένος με τη Δάφνη. Μου απάντησε ότι η Δάφνη έχει μια βδομάδα που έφυγε. Έγινε κάτι που δεν μπόρεσε να την κρατήσει στη δουλειά. Δεν επέμενα να μάθω από τον ίδιο. Το ίδιο βράδυ πήρα τη Δάφνη στο τηλέφωνο. Μου είπε ότι της ρίχτηκε. Και φυσικά του έφερε ένα φάκελο στο κεφάλι και έφυγε από μόνη της.

- Δεν το πιστεύω βρε Δάφνη μου. Δεν περίμενα κάτι τέτοιο από αυτόν τον άνθρωπο. Δεν ήξερα, συγγνώμη!

- Έτσι έκανε και στην προηγούμενη που έφυγε. Γι’ αυτό έφυγε. Κι εσυ μη ζητάς συγγνώμη. Εσύ τι φταις, αν είναι τομάρι αυτός;

Κλείσαμε το τηλέφωνο. Έκανα ένα μπάνιο. Είχα ραντεβού με μια κοπέλα για αγοραίο έρωτα σε ένα ξενοδοχείο της Αθήνας. Συναντήθηκα μαζί της για ένα δίωρο. Τον τελευταίο καιρό μετά το χωρισμό μου με τη Δάφνη πλήρωνα μια φορά τη βδομάδα. Δεν ήθελα δεσμεύσεις και υποχρεώσεις. Εξάλλου είχα χάσει την εμπιστοσύνη μου στους ανθρώπους. Γύρισα σπίτι κι έπεσα για ύπνο.

Πέρασε ένας 20 ήμερο από η μέρα εκείνη που έμαθα ότι η Δάφνη έχασε τη Δουλειά της. Ήταν Παρασκευή βράδυ. Είχα τηλεφωνήσει στο γνωστό πρακτορείο να κανονίσω με κοπέλα για σεξ όπως συνήθιζα. Ήμουν ήδη από τους πιο καλούς πελάτες. Μου είπε ο άνθρωπος που κανόνιζε τα ραντεβού ότι έχει μια καινούρια κοπέλα, τη Λάουρα. Ελληνίδα, και είναι το πρώτος της ραντεβού. Μάλιστα, μου είχε βγει το παρατσούκλι στους κύκλους τους «Δημήτρης ο ευγενικός», μια και φερόμουν πολύ ευγενικά με τις όποιες κοπέλες συναντούσα. Ο Νικήτας, ο πράκτορας θεώρησε τύχη τόσο για μένα που θα πήγαινα με αυτή ως πρώτος πελάτης όσο και γι’ αυτήν ώστε να μην αποθαρρυνθεί από κανένα μαλάκα και σταματήσει. Το ραντεβού κλείστηκε για τις 8:00 το βράδυ στο συνηθισμένο ξενοδοχείο. Η κοπέλα θα ήταν εκεί και θα με περίμενε.

Έφτασα. Πήγα στο δωμάτιο χτύπησα και άνοιξε η πόρτα. Στα επόμενα δευτερόλεπτα έμεινα με το στόμα ανοιχτό.

- Δάφνη;

- Δημήτρη;

- Τι κάνεις εδώ;… και πέρασα χωρίς δεύτερη κουβέντα.

- Εσύ τι κάνεις εδώ; Ρώτησε.

- Εσύ είσαι η Λάουρα;

- Ναι, απάντησε στα χαμένα. Εγώ.

Καθίσαμε λίγο στο κρεβάτι να συνέλθουμε. Ήταν μαζεμένη. Ξαφνικά την έπιασαν τα κλάματα. Έκλαιγε με λυγμούς. Την πήρα αγκαλιά. Δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Σηκώθηκε πήγε στο μπάνιο. Βγήκε. Κάπως καλύτερα.

- Έλα, κάτσε. Ηρέμησε… μην κάνεις έτσι.

- Τι να μην κάνω έτσι βρε Δημήτρη; Τι να μην κάνω έτσι; Έτσι όπως κατάντησα;… και ξανάβαλε τα κλάματα.

- Α… για να σου πω, δεν πληρώνω κάποια να μυξοκλαίει μπροστά μου…

είπα μπας και την κάνω να θυμώσει λίγο, να σταματήσει το θρήνο που μου θύμιζε ταινία με τη Μάρθα Βούρτση και με εκνεύριζε πολύ. Σοκαρίστηκε. Σταμάτησε να κλαίει. Ανασκουμπώθηκε.

- Ωραία κύριε Δημήτρη, πώς θέλετε να γαμήσετε;…

είπε με ένα πείσμα. Καταπίνοντας εγωιστικά το κλάμα της. Το υφάκι αυτό του εγωισμού με τσάτισε. «Τώρα θα σου δείξω εγώ βλαμμένο! είπα από μέσα μου, προσπαθώντας από την άλλη να μη σκάσω στα γέλια· το όλο θέαμα ήταν πολύ αστείο και με διασκέδαζε.

- Γδύσου! της είπα επιτακτικά.

Με κοίταζε στα χαμένα μετά την επιτακτική φωνή μου.

- Γδύσου τι κάθεσαι; Δε γουστάρω τα ρούχα. Μου αρέσει να είμαστε ολόγυμνοι, δεν το ξέρεις; Το πρώτο πράγμα που κάνει μια κοπέλα σ’ αυτή τη δουλειά είναι το ξεβράκωμα. Έλα, κι ο χρόνος περνά και ο χρόνος είναι χρήμα, είπα με ένα σκληρό ύφος.

Γδύθηκε στα χαμένα. Γδύθηκα κι εγώ. Την έβαλα να γονατίσει και της έδωσα τον πούτσο μου στο στόμα.

- Όλον μέσα πουτανάκι! Όλον. Γι’ αυτό σε πληρώνω, να κάνεις αυτά που θέλω!

Άρχισε να μου παίρνει πίπα. Στην αρχή έγλειφε το πουτσοκέφαλο. Ύστερα άρχισα να τον παίρνει όλον μέσα όπως παλιά. Τρελάθηκα από τη γλύκα. Την έστησα στα τέσσερα. Έσκυψα και άρχισα να της γλείφω τον κώλο και το μουνί. Η γλώσσα μου ένιωθε τα χύσια της που έτρεχαν από την τρύπα του μουνιού της. Παρόλο την φάση που είχε γίνει κατάφερα να την καυλώσω. Σηκώθηκα, της τον κάρφωσα με δύναμη. Σίγουρα πόνεσε. Άρχισα να τη γαμάω. Πονούσε. Ήταν στενή. Έμοιαζε να έχει να το κάνει καιρό. Μου είπε να χαμηλώσω την ένταση. Δε με ένοιαζε. Σε λίγο το μουνί της προσαρμόστηκε. Συνέχισα. Ύστερα την ξάπλωσα ανάσκελα και έπεσα πάνω της. Έπιασα τα υπέροχα βυζιά της και άρχισα να πιπιλάω τις ρώγες της. Τη γαμούσα όπως τότε όταν ήμαστε ερωτευμένοι. Τόσο καιρό με τις διάφορες κοπέλες του αγοραίου έρωτα δεν ένιωσα τόσο πολύ καυλωμένος. Τη φίλησα στο στόμα. Ανταπέδιδε μαζεμένα στην αρχή. Ύστερα αφέθηκε στο πάθος μου. Με φιλούσε κι αυτή με το ίδιο πάθος. Τη γύρισα στο πλάι. Της τον έχωσα σιγά-σιγά στον κώλο. Σε λίγο τη γαμούσα με δύναμη. Το γαμήσι από τον κώλο ήταν συμφωνημένο. Δε μπορούσε να πει ή να κάνει τίποτα. Έχυσα μέσα στην κωλοτρυπίδα της. Σε όλη τη διαδικασία δεν φόρεσα προφυλακτικό όπως έκανα με τις άλλες. Στο τέλος έβγαλα και της έδωσα τα 200 €.

- Αυτά για ό,τι συμφωνήσαμε κι άλλα 100 για το ό,τι γαμήθηκες χωρίς καπότα. Και να ξέρεις ότι έκανες μαλακία. Αυτή τη φορά δε σε γαμούσε Δημήτρης από τα παλιά, αλλά ένας άλλος οποιοσδήποτε πελάτης μπορεί να σε είχε κολλήσει οτιδήποτε. Και δεύτερον, η πληρωμή γίνεται πριν το γαμήσι, κατάλαβες; Βάλτο καλά στο μυαλουδάκι σου. Δεν είναι εύκολο να γίνεις πουτάνα στο σώμα. Στην ψυχή είναι πιο εύκολο. Αύριο πάλι εδώ, θέλω να σε πηδήξω όπως σήμερα εδώ στο ίδιο μέρος. Κατάλαβες;

Έβαλε τα κλάματα. Δεν άντεξε την ψυχική πίεση.

- Ποιος σε σύστησε στο κλαμπ Δάφνη; Εσύ δεν είχες τέτοιες επαφές από ό,τι θυμάμαι;

- Η Γιάννα. Τη θυμάσαι όταν έφερες στο σπίτι για πρώτη φορά εκείνη τη Λάουρα και ήμουν με τη Βίκυ και τη Γιάννα;

- Ναι.

- Ε, αυτή η Γιάννα μετά το χωρισμό της έγινε επαγγελματίας στη δουλειά αυτή. Αυτή με σύστησε και μου πρότεινε να κάνω αυτή τη δουλειά μέχρι να ξελασπώσω.

- Σήκω και πάμε να φύγουμε από εδώ, είπα με ύφος που δεν σήκωνε αντιρρήσεις, αλλά ταυτόχρονα έδειχνε και μια συμπόνια.

Φύγαμε. Δεν της έδωσα λόγο που θα πηγαίναμε. Πήγαμε κατευθείαν στο σπίτι μου. Στο δρόμο δε μιλούσε. Μπήκαμε στο σπίτι. Μπήκε στο μπάνιο και πλύθηκε. Ύστερα έβγαλα ένα σετ πιτζάμες και εσώρουχα και της τις έδωσα.

- Τις θυμάσαι; Δικές σου είναι.

- Ναι, μου τις πήρες δώρο εσύ στα γενέθλιά μου.

Τις πήρε και πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Άνοιξε τη ντουλάπα. Στο φύλο που είχε αφήσει κάποτε κάποια δικά της ρούχα τα βρήκε όλα καθαρά και σιδερωμένα. Ντύθηκε. Βγήκε και ήρθε στην κουζίνα. Εγώ είχα βάλει να ψήσω κάτι πίτσες από την κατάψυξη. Στάθηκε στην πόρτα της κουζίνας φορώντας τις πιτζάμες της. Με κοιτούσε με ένα βλέμμα γλυκό, όμορφο, ζεστό, όπως με κοιτούσε παλιά.

- Μάλιστα! είπα. Τώρα μάλιστα! Τώρα βλέπω την μικρή μου Δάφνη μπροστά μου. Εκείνη που αγάπησα. Εκείνη που ερωτεύτηκα παράφορα και μου άλλαξε τη ζωή. Αλήθεια μέσα σου υπάρχει κάτι από εκείνο το κοριτσάκι που ερωτεύθηκα τότε;

- Υπάρχει, μου είπε με βουρκωμένα μάτια. Υπάρχει…

κι έπεσε στην αγκαλιά μου κλαίγοντας.

- Σ’ αγαπώ πολύ αλλά ντρέπομαι για όσα έκανα Δημήτρη μου. Να ξέρεις ότι δεν έπαψα να σ' αγαπώ! Θέλω κάποια στιγμή να σου τα πω όλα. Όλα όσα δεν σου είπα. Το έχω ανάγκη να με ακούσεις! Εσύ θέλεις να με ακούσεις;

- Ποτέ δεν μου μίλησες κορίτσι μου. Ποτέ δεν μου εξήγησες τίποτα. Με είχατε στην απ' έξω σαν τον ξένο.

Φάγαμε ήσυχα στην κουζίνα. Λερώθηκε σε μια στιγμή στα χείλη της. Πήρε τη χαρτοπετσέτα να σκουπιστεί. Της την πήρα από το χέρι και τη σκούπισα, όπως έκανα παλιά. Ύστερα τη φίλησα στο στόμα. Τη χάιδεψα στο πρόσωπο απαλά. Έγειρε το κεφάλι προς τη μεριά του χεριού μου με ευχαρίστηση. Πήγαμε στο σαλόνι. Καθίσαμε στο μεγάλο καναπέ. Άρχισε να μου μιλάει. Την άκουγα…

- Ήμουν αδικαιολόγητη. Πίστευα ότι με τον Γιάννη θα έπαιρνα ένα μεγάλο μέρος της εταιρείας. Μετά έμπλεξα για τα καλά μαζί του. Ήταν ένα φαύλος κύκλος. Δεν ήξερα πώς να ξεμπλέξω. Ήσουν κι εσύ τόσο υπερήφανος, που δεν δεχόσουν μύγα στο σπαθί σου. Δε λέω, είσαι ακέραιος άνθρωπος, το απέδειξες πολλές φορές. Ακόμα και στα δύσκολα, κι όταν ακόμα ήσουν προδομένος και αδικημένος. Αλλά είσαι και σκληρός. Πολύ σκληρός ανάθεμά σε! Πες μου κάτι πρώτα σε παρακαλώ που με τρώει όλο αυτόν τον καιρό. Το Γιάννη, εσύ τον σκότωσες;

- Όχι!

- Μα ήσουν μπροστά! Σε έχω ικανό για όλα. Είσαι αρκετά ευφυής να καταστρώσεις κάτι τέτοιο. Μας παρακολούθησες με τα ίδια μας τα μέσα. Μπροστά σου στο τέλος όλοι μοιάζαμε ζώα, ηλίθιοι. Εκεί που σου παίξαμε τόσο άδικο παιχνίδι βρεθήκαμε όλοι χαμένοι στο τέλος, και τα μάτια της ήταν βουρκωμένα καθώς μου μιλούσε.

- Δεν υπήρχε περίπτωση να καθίσω με σταυρωμένα τα χέρια. Έχασα την αγάπη μου και θα του τη χάριζα; Εγώ όμως δεν τον έβγαλα από τη μέση το Γιάννη. Απλά, αυτός ήταν μαλάκας. Έτρεχε. Βγήκε χωρίς να το καταλάβει από το δρόμο μόνος του. Δεν τρέχεις έτσι σε αυτές τις στροφές Δάφνη. Εκείνη τη μέρα το σχέδιο ήταν να σας παίξω ένα καλό μπερντάκι ξύλο και στους δυο σας. Θα καταλήγατε στο νοσοκομείο. Με ελικόπτερο θα φεύγατε από το νησί. Θα το θυμόσαστε σε όλη σας τη ζωή. Πλέον είχα φτάσει στο σημείο να μην υπολογίζω τις συνέπειες. Το ατύχημά του απλά σε έσωσε εσένα από το ξύλο, εμένα από τη φυλακή αλλά όχι αυτόν από το θάνατο.

Δεν ξέρω αν με πίστεψε σε αυτά που τις είπα. Δεν είχα σκοπό να απολογηθώ περισσότερο για το θέμα.

- Τώρα πες μου κάτι σε παρακαλώ! Πώς ξέπεσες έτσι; Να καταλήξεις να γίνεις πουτάνα βρε Δάφνη; Και δεν το έχεις γαμώ το.

- Κοίτα θα σου τα πω όλα. Όλα ξεκίνησαν όταν ο πατέρας αντιμετώπισε οικονομική πίεση στην εταιρία. Πήρε ένα ρίσκο προσωπικά και φυσικά δεν πήγε καλά. Υπήρχε ενδεχόμενο να του κατάσχουν το μερίδιό του. Τότε προσφέρθηκε ο Γιάννης να με βοηθήσει να ξελασπώσουμε με το αζημίωτο βέβαια. Όμως εμάς μας κρατούσε στο χέρι. Άρχισε να μου την πέφτει. Για να σωθούμε του έκανα τα γλυκά μάτια. Δε λέω, φταίω. Το θεώρησα εύκολη υπόθεση κι ότι θα τελείωνε. Όμως μπλέξαμε για τα καλά. Είχα άγχος για το μέλλον της δουλειάς κι ο Γιάννης ήταν ο μόνος που με βεβαίωνε, ότι όλα θα πάνε καλά. Με το Γιάννη αρχίσαμε να κλέβουμε ουσιαστικά την εταιρία. Διπλασιάσαμε στην αρχή τα έσοδά μας και μετά παίρναμε ακόμα περισσότερα. Με αυτόν το τρόπο ήλπιζα ότι θα ξεχρέωνα τα χρέη του πατέρα μου. Όμως ο Γιάννης από την αρχή με πίεζε να πηγαίνω μαζί του. Ύστερα μας έγινε απλά συνήθεια. Ο ένας εξεβίαζε τον άλλον. Εγώ τον εκβίαζα με την αποκάλυψη της όλης κατάστασης κι εκείνος με τη φυλακή. Η σχέση μας ήταν μόνο σεξ και τίποτα άλλο. Δεν περιμέναμε κάτι διαφορετικό ο ένας από τον άλλο. Και δεν κάναμε τίποτα άλλο από το να ψάχνουμε να βρούμε τρόπο να ξεγλιστρήσουμε από την παγίδα που μόνοι μας πέσαμε μέσα. Έτσι μπλέξαμε. Κατάλαβες. Δεν είχα κανένα άλλο λόγο να σε απατήσω και να σε προδώσω. Και τι κατάφερα; Μια τρύπα στο νερό. Καταστράφηκα και κατέληξα να θέλω… να θέλω να γίνω πουτάνα για να τα βγάλω πέρα. Κινδυνεύουμε να μείνουμε στο δρόμο με τη μάνα μου.

Εδώ δάκρυσε.

- Καλά, γιατί δεν μου είπες ποτέ τίποτα; Γιατί δεν μου είπες για τα προβλήματα του πατέρα σου;

- Τι να πω; Εσύ ήσουν στη δουλειά σου. Τι θα έλεγες αν πήγαινα φυλακή;

- Ενώ τώρα σκέφτηκα και είπα τα καλύτερα! Μπορούσα να πάρω δάνειο από τη δουλειά μου. Θα βρίσκαμε τρόπο. Αλλά βλέπεις Δάφνη μου εσείς δεν με θέλατε στο κύκλο της υψηλής κοινωνίας. Δεν καταδεχόσαστε να σας βοηθήσει ένα απλός άνθρωπος. Απορώ πώς δέχτηκε ο πατέρα σου να παντρευτούμε;

- Δε δέχτηκε. Απλά συμβιβάστηκε με την απειλή τη δική μου τότε ότι θα φύγω και θα τους παρατήσω.

- Και τώρα πώς είστε οικονομικά με τη μάνα σου;

- Πώς να είμαστε; Χάλια! Υπάρχει υπόλοιπο χρέους στην τράπεζα. Μας απειλεί με πλειστηριασμό.

- Μάλιστα. Και αποφάσισες να πουλάς το κορμί σου για να βγάλεις την τράπεζα. Κοίτα όλον αυτόν το καιρό, μετά το κεράτωμα εγώ δεν σταμάτησα την σεξουαλική μου ζωή. Επειδή δεν ήθελα υποχρεώσεις, επειδή πληγώθηκα κυρίως, δεν ήθελα σταθερή σχέση. Μια και τα οικονομικά μού το επέτρεπαν, πλήρωνα κάθε φορά μια κοπέλα να κάνω σεξ. Μάλιστα στο γραφείο που πρακτορεύει τις κοπέλες μου κόλλησαν το παρατσούκλι του «ευγενικού», είπα χαμογελώντας. Την έκανα κι αυτήν να χαμογελάσει. Πικρόχολα, αλλά χαμογέλασε. Εσύ πόσες φορές το έκανες;

- Ποτέ! Σήμερα ήταν το «ντεμπούτο» μου ως πόρνη αλλά και σ’ αυτό ήμουν άτυχη… ή μάλλον καλύτερα πολύ τυχερή! Έπεσα πάνω σε σένα! είπε χαριτολογώντας, ενώ τα μάτια της βούρκωσαν για άλλη μια φορά.

- Δεν πειράζει. Αύριο μπορεί να είσαι πιο τυχερή, είπα αστειευόμενος. Μπορεί να έχεις και δύο και τρία ραντεβού.

- Ούτε ένα, ούτε τρία, ούτε κανένα! Δεν το έχω όπως μου είπες. Δεν το θέλω! Σε απόγνωση είμαι.

Κοίταξε το ρολόι της.

- Εγώ θα φύγω, είναι αργά.

Σηκώθηκε, άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε τα 300€ και μου τα έριξε στο τραπέζι του σαλονιού.

- Πες ότι αυτό που έγινε απόψε Δημήτρη μου, έγινε απλά για να θυμηθούμε τα παλιά. Δεν είμαι όμως πουτάνα, ούτε πρόκειται να γίνω, είπε συγκινημένη.

Σηκώθηκα πάνω και την έπιασα από τα μπράτσα. Την αγκάλιασα και τη φίλησα στο στόμα. Την κοίταξα στα μάτια.

- Ξέρεις βρε Δαφνούλα μου… σ’ αγαπώ ακόμα! Δεν σταμάτησα ποτέ να σ’ αγαπώ.

Με αγκάλιασε κι εκείνη.

- Κι εγώ σ’ αγαπώ! Τι νομίζεις ότι δεν σ’ αγαπώ;

- Νομίζω ότι θα έπρεπε να δώσουμε στον εαυτό μας μια ευκαιρία ακόμα. Τι λες; Μόνο που πρέπει να το πάρουμε σιγά-σιγά. Από την αρχή. Νομίζω ότι αν το πάρουμε επιπόλαια, ίσως να πληγωθούμε ξανά.

- Θα με συγχωρέσεις;

- Σε συγχώρεσα ήδη.

Έγειρε στην αγκαλιά μου. Της χάιδεψα τρυφερά στα μαλλιά. Η Δάφνη εκείνο το βράδυ έμεινε σπίτι μου. Δεν ξανακάναμε έρωτα. Απλά κούρνιασε στην αγκαλιά μου και δεν ήθελε να ξεκολλήσει όλο το βράδυ. Κατάλαβα πόσο άσχημα ένιωθε.

Την άλλη μέρα ζήτησα από τη Δάφνη να πάμε στην τράπεζα μαζί. Δεν ήθελε να χαλάσω τις όποιες οικονομίες είχα Εγώ επέμεινα. Ρύθμισα το θέμα με την τράπεζα. Την πήρα και πήγαμε μαζί στην εταιρία. Τη γνώρισα στον γενικό. Ήξερα ότι θέλαμε υπάλληλο. Τη προσέλαβαν αμέσως. Η Δάφνη είχε πολλά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα. Κάθε μέρα ήταν τυπική. Ερχόταν στη δουλειά της. Ήταν πολύ συνεπής, σοβαρή κι εργατική.

Μια μέρα χτύπησε το τηλέφωνο στη δουλειά ήμουν με τον διευθυντή σε μια σύσκεψη. Ήταν ο δικηγόρος που μου ανακοίνωσε ότι ο πατέρας μου πέθανε στο εξωτερικό που ήταν. Η διαθήκη ανοίχτηκε και μου άφησε ένα καλό χρηματικό ποσό. Έμεινα άφωνος. Ο διευθυντής μου είπε να φερθώ έξυπνα.

- Πάρε τα χρήματα Δημήτρη. Σου ανήκουν. Μην είσαι ανόητος. Έτσι θα συγχωρεθεί η ψυχή του.

Έτσι έγινε. Τον άκουσα. Δέχθηκα τα χρήματα. Ήταν αρκετά. Έδωσα κάποιο κεφάλαιο αργότερα και αγόρασα μετοχές στην εταιρία που δούλευα. Πλέον ήμουν κι εγώ αφεντικό. Αγόρασα μετοχές της εταιρίας τις οποίες κάποιος μέτοχος πούλησε. Οι δουλειές πήγαιναν καλά και έτσι αυξήθηκε και το εισόδημά μου.

Μια μέρα η μητέρα της με κάλεσε για φαγητό. Δεν το περίμενα τόσο άμεσα να πω την αλήθεια. Μάλιστα μου ζήτησε και συγνώμη για τη στάση τους. Δεν πίστευα αυτά που άκουγα. Προφανώς τα συζητήσανε με τη Δάφνη. Τότε στο γεύμα τους είπα για τον πατέρα μου. Δεν πίστευαν στ’ αυτιά τους. Με τη Δάφνη η σχέση μας εκείνο τον καιρό παρέμεινε στο φιλικό. Άρχισε όμως να ανεβαίνει το ηθικό της· το έβλεπα και το χαιρόμουν. Το χρέος τους τακτοποιήθηκε χωρίς να το γνωρίζουν. Στην εταιρία η Δάφνη δεν έχανε την ευκαιρία να με συναντάει. Το καταλάβαινα αυτό. Πάντα έβρισκε ένα λόγο να με συναντάει πότε στο γραφείο μου, πότε ακόμα και στο καφέ.

Ήταν Σεπτέμβρης εγώ έτρεχα στη δουλειά. Με πήραν τηλέφωνο να πάω να κάνω μια προσφορά. Όταν έφτασα στην εταιρία με στείλανε στην υπεύθυνη για να της παρουσιάσω την προσφορά. Ανέβηκα στο γραφείο. Χτύπησα. Μόλις μπήκα με περίμενε μια έκπληξη.

- Δημήτρη!

- Ανδριάνα!

Σηκώθηκε! Αγκαλιαστήκαμε! Η έκπληξη ήταν το ίδιο ευχάριστη και για τους δυο. Έδωσα την προσφορά. Έφυγα. Την περίμενα στο πάρκινγκ. Ήρθε και φύγαμε για το μικρολίμανο. Καθίσαμε σε μια ψαροταβέρνα.

- Τα νέα σου; Τη ρώτησα.

- Εγώ; Ε, περιπλανήθηκα σε διάφορες εταιρίες στη βόρεια Ελλάδα. Τώρα κατέληξα εδώ. Δεν έχω παράπονο. Με πληρώνουν καλά. Κάνω ταξίδια στο εξωτερικό.

- Με σένα τι έκανες;

- Ε, σου είπα.

- Δεν εννοώ τη δουλειά! Παντρεύτηκες; Τι;

- Όχι, Δημήτρη μου. Όχι. Έκανα μια δυο σχέσεις αλλά δεν προχώρησαν. Εσύ;

- Εγώ; Είναι μεγάλη ιστορία. Σκέτο μυθιστόρημα.

- Μου αρέσουν τα μυθιστορήματα. Το ξέρεις αυτό άλλωστε. Για πες μου παλιέ μου έρωτα!

Άρχισα να εξιστορώ τα γεγονότα. Της τα είπα όλα. Αργά το απόγευμα συνεχίσαμε για καφέ στην παραλιακή.

- Πάντως η πρώην γυναίκα σου έχει δίκιο σε ένα πράγμα. Είσαι σκληρός ανάθεμά σε! Και με μένα ήσουν πολύ σκληρός. Οφείλεις να το παραδεχθείς. Τιμωρείς εύκολα τον άλλο. Όμως αφήνεις ανεξίτηλα τα σημάδια σου από εκεί που περνάς. Να το ξέρεις αυτό.

- Δηλαδή;

- Ε, να εγώ δυσκολεύτηκα να κάνω σχέση με άλλον πάρα πολύ. Δε με ικανοποιούσε κανένας. Είχες βρε παιδί μου το χάρισμα του ιππότη στον έρωτα. Νοιαζόσουν πρώτα για την ικανοποίηση του άλλου και το έδειχνες με έναν πολύ ωραίο κι ευγενικό τρόπο. Μου το έλεγε κι η Μαρία όταν γυρίσαμε τότε από το νησί.

- Αλήθεια αυτή τι κάνει;

- Ιδέα δεν έχω. Παντρεύτηκε, έφυγε με τον άντρα της στη Γερμανία. Έκτοτε έχασα τα ίχνη της. Μετά από το δικό μας χωρισμό δεν ξαναέκανα τίποτα μαζί της. Δεν ξέρω… πάγωσα. Άλλαξα.

- Και τώρα είσαι σε καμιά σχέση;

- Όχι, ναι… υπάρχει κάποιος στη δουλειά που με φλερτάρει αλλά δεν ξέρω τίποτα. Φοβάμαι τις σχέσεις πια. Φαντάσου, έχω να κάνω σεξ πάνω από δύο χρόνια. Σε αντίθεση με σένα βέβαια που δεν αφήνεις τίποτα να περάσει από μπροστά σου.

Το βράδυ πήγαμε σε μια παμπ. Ήταν αργά όταν φύγαμε.

- Πού μένεις να σε πάω;

- Απόψε λέω να μείνω σπίτι σου αν δεν έχεις πρόβλημα, μου είπε με ένα βλέμμα όλο υπονοούμενα.

Πήγαμε σπίτι μου. Μπήκαμε. Στην είσοδο με τράβηξε από το λαιμό. Κόλλησε πάνω μου δίνοντάς μου ένα καυτό φιλί.

- Όπως παλιά, θυμάσαι; Βλάκα έ βλάκα!

Δεν είπα τίποτα την πήρα αγκαλιά και την πήγα στην κρεβατοκάμαρα. Σε λίγο γδυθήκαμε. Το σώμα της ήταν ωραίο όπως παλιά. Το φρόντιζε, γυμνασμένο. Το μουνί της ξυρισμένο. Αρχίσαμε τα φιλιά. Κατέβηκα στα στήθη της και άρχισα να πιπιλάω τις σκληρές ρώγες της. ύστερα κατέβηκα στο μουνί της. Της φιλούσα τρυφερά τα τέλεια ξυρισμένα μουνόχειλα. Τα υγρά της έτρεχαν από το μουνί της. Έβαλα τη γλώσσα απαλά στη σχισμή του μουνιού της και άρχισα το πάνω κάτω. Στο τέλος οδηγήθηκα στην κλειτορίδα της. Την πείραζα απλά ακουμπώντας την άκρη της γλώσσας μου στη μύτη της κλειτορίδας. Αυτό την απογείωσε. Ταλάντευε όλο το σώμα της στα κύματα της ηδονής που της χάριζα. Πίεσα σταθερά τη γλώσσα μου πάνω στην κλειτορίδα της. Ύστερα άρχισα να της τη γλείφω κανονικά. Την έπιασα και τη ρούφηξα απαλά. Είχε φτάσει σε οργασμό. Σε τίποτα δεν είχε αλλάξει. Ήταν η Ανδριάνα που ήξερα από παλιά. Η παθιασμένη γυναίκα που ήξερε να απολαμβάνει το σεξ. Σηκώθηκα και την έβαλα να γονατίσει μπροστά μου. Εγώ στάθηκα όρθιος. Την έπιασα στο πίσω μέρος του κεφαλιού της και της τον έχωσα στο στόμα. Πίπα βαθιά. Όλο πάθος. Τον ευχαριστιόταν μέσα της. Με το χέρι της μάλαζε τα αρχίδια μου. Δεν άργησα να χύσω μέσα στο στόμα της. Δεν τα έφτυσε όπως παλιά. Τα κατάπιε όλα. Ήταν φανταστικό. Η ίδια ήταν μια φανταστική γυναίκα που ήξερε να γαμιέται όταν γουστάρει.

Ξαπλώσαμε ο ένας δίπλα στον άλλο.

Σε λίγο σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο. Βγήκε σε ένα μισάωρο. Μετά μπήκα εγώ. Πλύθηκα καλά. Βγήκα. Με περίμενε γυμνή στο κρεβάτι. Ξάπλωσα δίπλα της. Αρχίσαμε τα φιλιά και τα χάδια. Την τράβηξα τα πόδια κάτω από το κρεβάτι. Ήταν ξαπλωμένη με τα πόδια λυγισμένα κάτω στο πάτωμα. Γονάτισα στο πάτωμά. Έχωσα τον πούτσο μου μέσα στο μουνί της και άρχισα να τη γαμάω. Της τον έχωνα όλο. Μου άρεσε αυτή η στάση γιατί έβλεπα τον πούτσο μου να χώνεται μέσα στο μουνί της. ήταν το πιο τέλειο θέαμα. Συνεχίσαμε για λίγο ακόμα. Ύστερα την έβαλα να γονατίσει κάτω και μπρούμυτα πάνω στο κρεβάτι. της τον έχωσα από πίσω στο μουνί. Ύστερα βγήκα και μπήκα στον κώλο της. Άρχισα να ανεβάζω ταχύτητα. Η κωλοτρυπίδα της ήταν καθαρή και λαδωμένη. Σηκωθήκαμε και άρχισα πάλι να τη γαμούσα στο μουνί έχοντάς την ανάσκελα με τα πόδια σηκωμένα. Τον έβγαλα και της τον έχωσα στον κώλο. Πλέον τη γαμούσα με δύναμη. Έχυσε πλημυρίζοντας με χύσια. Έχυσα κι εγώ μέσα στον κώλο της. Σηκωθήκαμε. Καθίσαμε στο κρεβάτι. Μετά ξαπλώσαμε και μας πήρε ο ύπνος.

Το πρωί ξύπνησα μετά από αυτή. Φορούσε ένα στριγνκ και καθόταν στον καναπέ του σαλονιού. Την πήρα και την έβαλα να καθίσει στο μπράτσο με τον κώλο να προεξέχει τουρλωμένος. Ήταν στο ύψος που ήθελα. Παραμέρισα το κιλοτάκι της και τον έχωσα με αργές κινήσεις μέσα στο υγρό μουνί της. Άρχισα να τη γαμάω με δύναμη χώνοντάς τον μέχρι μέσα. Τα αρχίδια μου ακουμπούσαν σε κάθε σπρώξιμο στα ωραία κωλομάγουλά της. Έχυσε πολύ γρήγορα. Τον έβγαλα και τον έβαλα σιγά-σιγά στον κώλο της. Το μέσα έξω αργό. Τον έβγαζα από την τρύπα της και αυτή έμεινε ανοιχτή. Μου άρεσε πάρα πολύ αυτό που γινόταν. Έπαιξα αρκετά έτσι με το μέσα έξω. Σε λίγο ένιωσα τον πούτσο μου να τεντώνεται κι άλλο.

- Χύσε με μέσα. Τα θέλω όλα μέσα μου γαμιά μου. Γέμισέ μου τον με χύσια.

Τα λόγια της και μόνο ήταν αρκετά να αρχίσω να χύνω δυνατά μέσα της. Της είχα ξεσκίσει τον κώλο για τα καλά. Τον έβγαλα και το πήρε στα χέρια της. Τον χάιδευε μέχρι που έπεσε. Κάθισα δίπλα της στον καναπέ.

Με την Ανδριάνα βρισκόμαστε δύο φορές την εβδομάδα για σεξ και μόνο. Κόντεψε μήνας σχεδόν. Ποτέ δεν είπε κανένας τον άλλο σ’ αγαπώ. Απλά ήμαστε τρυφεροί ο ένα απέναντι στον άλλο όσο βρισκόμαστε κι όταν το κάναμε το κάναμε με πάθος. Μας χαλάρωνε αυτό. Ήταν σαν να ξαναγεννιόμαστε.

Μια μέρα ήρθε στη εταιρία να υπογράψουμε μια συνεργασία. Στην αρχή το παίζαμε απλά γνωστοί. Ήταν κι η Δάφνη παρούσα, μια και ήταν στον ίδιο τομέα με το δικό μου και είχε αναλάβει αυτή τη υποχρέωση με τα συμβόλαια. Όσο ήταν εκεί η Ανδριάνα, ήταν φιλική μαζί μου και συμπεριφερόμαστε ο ένας τον άλλο με μεγάλη οικειότητα. Πώς να γινόταν το αντίθετο βέβαια· και φυσικά διέκρινα έναν εκνευρισμό στη Δάφνη όσο ήταν παρούσα η Ανδριάνα. Όταν τελείωσε η δουλειά πρότεινα στην Ανδριάνα να πάμε για φαγητό. Δέχθηκε με χαρά. Η πόρτα του γραφείου της Δάφνης ήταν ανοιχτή και το άκουσε. Σε λίγο μπαίνει μέσα με ένα δήθεν αδιάφορο βλέμμα

- Κύριε Γεωργίου, να σας υπενθυμίσω το ραντεβού σας με τον Κ. Αντωνίου είναι στις 18:00. Μην το ξεχάσετε γιατί ξέρετε πόσο παράξενος πελάτης είναι.

- Δεν το ξέχασα Δάφνη παιδί μου, είπα με ένα ύφος υπεροψίας, αλλά το κανόνισα για άλλη μέρα, γιατί δεν μπορούσε εκείνος.

- Πολύ καλά είπε με ένα ύφος αμήχανο. Μετά πήρε ένα δήθεν αδιάφορο ύφος και μπήκε στο γραφείο της κλείνοντας πίσω της την πόρτα.

Η Ανδριάνα μόνο που δεν ξέσπασε στα γέλια.

- Πάμε έξω ρε μαλάκα, μου λέει σε χαμηλό τόνο.

Βγήκαμε και καθίσαμε στο καφέ απέναντι από την εταιρεία. Παραγγείλαμε καφέδες. Το καφέ ήταν απέναντι από τα γραφεία. Η Δάφνη ήξερα ότι μπορούσε να μας βλέπει από εκεί.

- Καλά βρε Δημήτρη μου, δεν τη λυπάσαι;

- Γιατί; Δεν καταλαβαίνω βρε Ανδριάνα μου.

- Αν το ήξερα βρε συ δεν θα ερχόμουν. Αλήθεια σου λέω. Έλιωσε η κακομοίρα. Τη λυπήθηκα. Σ’ αγαπάει ακόμα βρε χαμένε, να το ξέρεις. Φωνάζει το πράμα. Δεν το καταλαβαίνεις; Τόσο μπουμπούνας είσαι;

- Το κατάλαβα, απλά θέλω να την παιδέψω λίγο. Εγώ νομίζεις δεν πόνεσα;

- Και τι θα κάνεις; Πόσο θα το τραβήξεις; Ως πότε;

- Τώρα για την ώρα δε με νοιάζει. Όπως υπέφερα εγώ ας υποφέρει κι αυτή. Αλήθεια θα έρθεις το βράδυ στο σπίτι μου;

- Όχι!

- Γιατί;

- Τέρμα Δημήτρη! Τέρμα! Εγώ σήμερα δέχθηκα την πρόταση από το Γιώργο το συνάδελφό μου στη δουλειά. Θα βγούμε. Ίσως και να προκύψει κάτι σοβαρό. Δεν ξέρω. Αλλά μαζί τέρμα. Εξάλλου τι κάναμε; Μόνο σεξ. Δεν ήταν δυνατόν το πράγμα να πάει κάπου αλλού. Ωραία πέρασα αυτό το μήνα μαζί σου. Όταν σε είδα φούντωσε ο πόθος μέσα μου να ξανανιώσω γυναίκα. Ίσως κι ο Γιώργος να είναι κανένας πύραυλος. Να τον χάσω τώρα που τον έχω δίπλα μου;

- Έχεις δίκιο. Τώρα όμως η Δάφνη θα έχει θυμώσει. Την ξέρω.

- Πάντως μην το συνεχίσεις. Αφού την αγαπάς κι εσύ. Σε είδα μια μέρα πώς κοίταζες μια φωτογραφία της που έχεις στο σπίτι σου. Παραδέξου το. Πάντα την αγαπούσες.

- Τώρα;

- Τώρα, θα ανέβω για λίγο να τη χαιρετήσω. Θα σε δω εδώ σε μισή ώρα. Εσύ περίμενε εδώ.

- ΟΚ.

Η Ανδριάνα ανέβηκε πάνω στη Δάφνη. Μιλήσανε. Της τα εξήγησε όλα. Κατέβηκε και τα είπε και σε μένα. Στην αρχή η Δάφνη δεν ήθελε να ακούσει από καθαρό εγωισμό. Ύστερα ξέσπασε σε κλάματα στην αγκαλιά της Ανδριάνας.

- «Ξέρεις Δάφνη μου αγαπήσαμε έναν άντρα που είναι δύσκολο κεφάλαιο. Δεν είναι ο άντρας που θα τον ξεχάσεις, θα τον ξεπεράσεις εύκολα και θα πας παρακάτω.»

- «Το ξέρω, είπε η Δάφνη. Το ένιωσα στο πετσί μου, όταν έκανα τις μαλακίες μου.»

- «Πάντως να ξέρεις ότι σ’ αγαπάει κι ο Δημήτρης. Το κατάλαβα με τον τρόπο που κοίταζε τη φωτογραφία σου όταν ήμαστε στο σπίτι του. Ξεχάστηκε μια φορά, κι αυτό τον πρόδωσε σε μένα.»

Όλα όσα ειπώθηκαν με τη Δάφνη ανάμεσα στις δυο, μου τα είπε η Ανδριάνα όταν κατέβηκε.

- Φεύγω τώρα Δημήτρη μου. Να τα λέμε καμιά φορά. Να μη χαθούμε. Θα πάρεις και τη Δάφνη και θα βγούμε μια μέρα οι τέσσερις μας. Εμείς ζήσαμε δυνατές συγκινήσεις, μπορεί να μην ήταν γραφτό να μείνουμε μαζί, αλλά άξιζε. Ας μη χαθούμε κι ως φίλοι. Έτσι δε είναι;

- Συμφωνώ. Σου εύχομαι καλή τύχη με το παλληκάρι Ανδριάνα μου. Σίγουρα δεν θα χαθούμε. Κι όταν με το καλό κατασταλάξουμε και εσύ κι εγώ, να κανονίσουμε να βγούμε παρέα όλοι μαζί να φάμε.

- Σύμφωνοι… είπε με ένα γλυκό χαμόγελο.

Με φίλησε στο μάγουλο. Γύρισε και χαιρέτησε τη Δάφνη που μας έβλεπε από το παράθυρο, κουνώντας το χέρι .

- Τι κοιτάζεις; Εγώ φεύγω. Άντε… γιατί πολύ περίμενε η κακομοίρα. Και με χτύπησε ελαφριά στην πλάτη.

Έφυγε. Ανέβηκα στην εταιρία. Πήγα στο γραφείο που ήταν η Δάφνη. Εκείνη τη στιγμή μιλούσε στο τηλέφωνο με κάποιον άλλο υπάλληλο. Όταν τέλειωσε το τηλέφωνο με κοίταξε.

- Θέλεις κάτι;

- Ναι. Εσένα θέλω.

Πλησίασα στο γραφείο της. Της έπιασα το χέρι της και το φίλησα. Σηκώθηκε και με αγκάλιασε.

- Σ’ αγαπώ Δημήτρη μου!

- Και εγώ σ’ αγαπώ μωρό μου!

- Πάμε να φύγουμε, να πάμε να φάμε;

- Πάμε.

Φύγαμε από την εταιρία. Πήγαμε σε ένα εστιατόριο. Φάγαμε ένα ωραίο γεύμα. Νιώθαμε κι δυο τόσο όμορφα. Βράδιασε, πήγαμε για ένα ποτό. Όλο το βράδυ η Δάφνη με κοίταζε στα μάτια. Όπως τότε στο πλοίο που πρωτογνωριστήκαμε. Μετά περπατήσαμε λίγο. Ύστερα μπήκαμε στο αυτοκίνητο και φύγαμε.

Πήγαμε στο σπίτι μας. Αμέσως κάναμε ένα ντους. Πέσαμε στο κρεβάτι γυμνοί. Αρχίσαμε τα φιλιά και τα χάδια. Το κορμί της πάντα θεϊκό. Η αίσθηση που ακουμπούσε πάνω μου με έκανε να καυλώσω. Ένιωθα τον πούτσο μου να ακουμπάει στα μπούτια της και στην κοιλιά της όσο φιλιόμαστε. Ήταν αρκετό να μου σηκωθεί. Η Δάφνη άνοιξε τα πόδια της όπως ήμαστε γυρισμένη στο πλάι κι οι δυο και δίναμε γλωσσόφιλα. Έβαλε το αριστερό της πόδι πάνω μου δίνοντάς μου χώρο να της χώσω σιγά-σιγά τον πούτσο μου στο μουνί. Από τη στάση που είχαμε δεν μπορούσα να βάλω πάνω από το μισό μέσα της. Τη γάμησα σε αυτή τη στάση αρκετό χρόνο. Σιγά, αργά θέλοντας να νιώθω το μουνί της στο πούτσο μου όσο γίνεται περισσότερο. Τον έβγαλα και άρχισα να της τρίβω με το πουτσοκέφαλο την κλειτορίδα. Την έκανα να χύσει. Ύστερα έχυσα κι εγώ πάνω στην κλειτορίδα. Δε σταμάτησα να τον τρίβω μέχρι που έχυσα και την τελευταία σταγόνα.

Καθίσαμε σ’ αυτή τη στάση αρκετή ώρα. Μέχρι που μας έπιασε φαγούρα και σηκωθήκαμε να πλυθούμε. Ξάπλωσα ανάσκελα κι η Δάφνη στο πλάι μου είχε σχεδόν το μισό κορμί της πάνω μου. Ο δεξιός της μηρός ήταν επάνω μου. Κοιμηθήκαμε αγκαλιά.

Το πρωί ξύπνησα πρώτος. Ήμαστε γυμνοί αγκαλιασμένοι. Ο πούτσος μου άρχισε να σηκώνεται. Τη γύρισα στο πλάι. Η Δάφνη σήκωσε τη μέση της νωχελικά τουρλώνοντας τον κώλο της καλύτερα ώστε να μπορώ να μπω μέσα της. Της τον έχωσα με απαλές κινήσεις. Σήκωσε το δεξί πόδι και έβαλε τον αστράγαλό της πάνω στο γόνα το μου. Έτσι άνοιγε καλύτερα και μπορούσα να της τον χώνω πιο βαθιά. Συνεχίσαμε λίγο σε αυτή τη στάση. Τον έβγαλα και με το χέρι μου τον οδήγησα στην κωλοτρυπίδα της που είχε γίνει μούσκεμα από τα υγρά του μουνιού της. Άρχισα να της τον βάζω αργά. Σε λίγο ήταν μέχρι τη μέση μέσα. Ένιωσα το πουτσοκέφαλο να πρήζεται. Άρχισα να χύνω μέσα στη σούφρα της. Αφέθηκε εντελώς τις κινήσεις μου. Άφησα τον πούτσο μου μέσα της μέχρι που μου έπεσε. Μείναμε αγκαλιασμένοι γύρω στο τέταρτο φιλώντας την και χαϊδεύοντάς την.

- Καλημέρα αγάπη μου! μου είπε με ένα γλυκό χαμόγελο.

- Καλημέρα μωρό μου.

- Ώρα να σηκωθούμε γιατί αρχίζω να έχω φαγούρα.

Σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο. Μετά από ένα τέταρτο πήγα κι εγώ. Στην κουζίνα με περίμενε ζεστός καφές και πρωινό. Μετά πήγαμε στην εταιρία και όταν σχολάσαμε πήγαμε στο σπίτι της μάνας της. Φάγαμε μεσημεριανό.

Το βράδυ πήγαμε πάλι στο σπίτι μου. Όλο το Σαββατοκύριακο το περάσαμε με αγκαλιές φιλιά και πολύ σεξ. Έτσι κύλισαν δύο μήνες περίπου.

Ήταν Τετάρτη μεσημέρι. Η Δάφνη για κάποιο λόγο έφυγε ξαφνικά από τη δουλειά. Όταν γύρισα δεν τη βρήκα εκεί. Μια συνάδελφός της μου είπε ότι είχε ένα σημαντικό ραντεβού. Απόρησα. Πώς δεν μου είπε τίποτα; Σχόλασα την πήρα στο τηλέφωνο. Ήταν στο σπίτι μου. Όταν έφτασα η Δάφνη είχε μαγειρέψει.

- Καλά τι ώρα έφυγες;

- Στις 11:00

- Συμβαίνει κάτι;

- Ναι. Τώρα τελευταία δεν αισθανόμουν καλά. Πήγα στο γιατρό.

- Είσαι καλά αγάπη μου;… είπα με εκνευρισμό. Γιατί δε μου είπες τίποτα;

- Δημήτρη μου… είμαι έγκυος είπε με ένα χαμόγελο και μια ανησυχία συνάμα.

Σηκώθηκα την αγκάλιασα τρυφερά.

- Αυτό είναι υπέροχο! της είπα και τη φίλησα

- Ναι. Είναι υπέροχο! Είναι το παιδί μας! Το δικό μας παιδί Δημήτρη μου!

Με τη Δάφνη παντρευτήκαμε ξανά με πολιτικό γάμο σε μια βδομάδα. Μετά από δύο χρόνια αποκτήσαμε κι άλλο ένα παιδί. Από τότε ζούμε ευτυχισμένοι. Σταμάτησε να εργάζεται και έγινε πια η καλύτερη σύζυγος, μαμά, νοικοκυρά αλλά προπάντων η καλύτερη ερωμένη στον κόσμο. Το σεξ μαζί της είναι πάντα ενδιαφέρον και θα είναι όσα χρόνια κι αν περάσουν. Και μιλάμε πολύ μεταξύ μας πια. Για όλα.

Ξέρω ότι, με όλα όσα μου συνέβησαν, ένα πράγμα έμαθα που ποτέ δεν ήξερα τόσα χρόνια. Να συγχωρώ τους άλλους. Το ό,τι έβλεπα τη μάνα μου να βασανίζεται για να με μεγαλώσει, θύμωνα, με ανθρώπους που με πείραζαν και δε μπορούσα να συγχωρήσω κανένα. Ήμουν αφάνταστα άκαμπτος. Κατάφερα και συγχώρεσα δύο γυναίκες που με πρόδωσαν. Την Ανδριάνα που μείναμε καλοί φίλοι για πάντα και τη Δάφνη που είναι η γυναίκα που θα μοιραστώ το υπόλοιπο της ζωής μου. Προχώρησα, και πήγα παραπέρα. Σταμάτησα ο ίδιος να βασανίζομαι στη ουσία. Αυτές οι δύο γυναίκες, όσο και να με πλήγωσαν, κατάφεραν να με αλλάξουν, να με κάνουν να μπορώ να συγχωρώ και να αγαπώ περισσότερο· και κατάφεραν να αλλάξουν και οι ίδιες. Θα τους χρωστώ μεγάλη χάρη σε όλη μου τη ζωή.




Copyright protected OW ref: 167609