Γαμώ το κέρατό μου, γαμώ

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.29 (14 Votes)
Ήταν Ιούνιος μετά τις πανελλήνιες εξετάσεις. Όλοι περιμέναμε με αγωνία τα αποτελέσματα. Επιτέλους η μέρα ξημέρωσε και οι βάσεις βγήκαν. Θυμάμαι τότε ότι το τελευταίο βράδυ δεν κοιμήθηκα καθόλου από την αγωνία. Η κα Δώρα, η μητριά μου, μού πρότεινε να πάω στην αδερφή της την κα Χρυσούλα. Εκεί θα ήταν κι ο γιος της κας Χρυσούλας ο Νίκος, η κόρης της η Καίτη και η αδερφή μου ή καλύτερα η κόρη της κας Δώρας από τον πρώτο της γάμο, η Ζέτα. Αν και δεν είχα όρεξη, λόγω της κατάστασης που βίωνα, πήγα για να μην της χαλάσω το χατίρι.

Το βράδυ, έχοντας το χαρτζιλίκι από τους πατεράδες μας, βγήκαμε βόλτα. Πήγαμε σινεμά. Με την Καίτη καθόμαστε δίπλα-δίπλα. Όταν έσβησαν τα φώτα και άρχισε η ταινία σε κάποια στιγμή ένιωσα την Καίτη να με χαϊδεύει μέσα από το μπούτι μου. Ήταν καλοκαίρι και φορούσα μια βερμούδα. Στην αρχή δεν αντέδρασα. Ύστερα η Καίτη προχώρησε προς τα πάνω και δεν άργησε να φτάσει πάνω από τον πούτσο μου. Έγινα τούρμπο από καύλα. Ο πούτσος μου είχε γίνει κάγκελο. Έβαζα το σακουλάκι με τα ποπ κορν πάνω να μην προδοθώ. Τα είχα χάσει. Σε κάποια στιγμή άναψαν τα φώτα. Τότε είδα τα πονηρά χαμόγελα που αντάλλασσαν η Ζέτα με την Καίτη, κάνοντας νοήματα με τα μάτια η μια στην άλλη. Κατάλαβα ότι ήταν προσχεδιασμένο. Η όλη φάση μου άρεσε. Με καύλωσε, αλλά μ’ έφερε και σε μια αμηχανία. Εκείνο το καιρό δεν είχα κάποιο δεσμό. Και η Καίτη ως γυναίκα δεν ήταν και στα γούστα μου. Μια ασχημόφατσα ήταν. Το μόνο της δυνατό σημείο, ήταν ένα γυμνασμένο σώμα και τα πεταχτά βυζιά της. Τουλάχιστον αυτό έβλεπα εγώ, μέσα από τη δική μου ματιά.

Εγώ το έπαιζα αδιάφορος στην αρχή, όταν βγήκαμε από το σινεμά. Ύστερα άρχισα να την καρφώνω με τα μάτια μου. Στην αρχή αντιδρούσε το ίδιο, όμως μετά από κάποια στιγμή άρχισε να αδιαφορεί σαν να μη συνέβη τίποτα. Αυτή της η αδιαφορία ή η δήθεν αδιαφορία άρχισε να γίνεται βασανιστική για μένα. Γυναικείο νάζι και καπρίτσιο;… σκέφτηκα. Δεν ήξερα τι να υποθέσω. Βγήκαμε βόλτα στην πλατεία της πόλης μας. Εγώ από την πλευρά μου ήθελα να το παίζω άνετος, αλλά δεν μου έβγαινε και φαινόταν. Μέχρι κι ο Νίκος, ο αδερφός της, που δεν ήμαστε και κολλητοί, κατάλαβε ότι κάτι έχω. Το απέδωσε όμως στο άγχος της αναμονής των αποτελεσμάτων. Αρκετές φορές μέσα στο βράδυ μου έλεγε να μην άγχομαι. «Μιλούσε η πείρα!», μιας και ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερός μου.

Η ώρα πέρασε. Γυρίσαμε στο σπίτι. Εγώ πήγα για ύπνο στο δωμάτιό μου. Μόλις βεβαιώθηκα ότι όλοι κοιμόνταν εγώ άρχισα αθόρυβα να τον παίζω για να ξεφουσκώσω. Αυτό που μου συνέβη εκείνο το βράδυ, αν καθόμουν έτσι, θα ήταν πολύ μαρτυρικό για μένα. Το βράδυ εκείνο ελάχιστα κοιμήθηκα. Από τη μια είχα το άγχος για τα αποτελέσματα, από την άλλη σκεφτόμουν όλο το σκηνικό με τη Καίτη.

Βγήκαν τα αποτελέσματα την άλλη μέρα. Σημείωσα μια πάρα πολύ καλή βαθμολογία που θα μου άνοιγε τις πόρτες στο μέλλον. Αρκετά καλή βαθμολογία, πιο υψηλή, τόσο από τη Ζέτα όσο και από την Καίτη. Εγώ πέταξα από τη χαρά μου. Το ίδιο έδειξε κι ο πατέρας μου. Δεν θα έλεγα όμως το ίδιο και για την κα Δώρα, που η κόρη της μόλις που θα περνούσε σε μια σχολή της επαρχίας με τη χαμηλότερη δυνατή βαθμολογία. Το ίδιο και η Καίτη τα πήγε χάλια. Αυτή τη δυσαρέσκεια, ή και τη ζήλεια από τη μητριά μου, την εισέπραξα αμέσως από την πρώτης της αντίδραση, από τον τρόπο που μου έδωσε τα συγχαρητήρια. Δεν έδωσα παραπέρα σημασία. Δε με ένοιαζε. Εγώ πέτυχα το στόχο μου. Απλά εκείνο που με στενοχωρούσε ήταν που δε ζούσε η μάνα μου για να χαρεί κι εκείνη μαζί μου. Τη μέρα εκείνη πήγα και της άναψα το καντήλι.

Το καλοκαίρι περνούσε. Ο πατέρας μου και ο κύριος Τάσος, ο πατέρας της Καίτης, ήταν πολύ απασχολημένοι με το συνεργείο που είχαν. Μαζί τους δούλευα κι εγώ κάθε μέρα. Κοίταζα να κάνω ένα κομπόδεμα για το χειμώνα. Αν και είχα ανάγκη τις διακοπές, του ζήτησα να κάτσω στο συνεργείο όλο το καλοκαίρι, ακόμα κι όταν οι υπόλοιποι στο σπίτι μου θα πήγαιναν διακοπές σε ένα παραθαλάσσιο μέρος. Ο πατέρας μου στην αρχή δε συμφωνούσε, αλλά ύστερα πείστηκε και από τη γυναίκα του. Εξάλλου, δεν της ήμουν καλή συντροφιά και φρόντιζε να μου το δείχνει πάντα όταν ήμαστε μόνοι μας, χωρίς την παρουσία του πατέρα μου.

Ήταν πια Ιούλιος. Βγήκα ένα βράδυ με τα κορίτσια σε ένα κλαμπ. Η Ζέτα καμάκωνε ένα νεαρό. Εγώ με την Καίτη μείναμε οι δυο μας. Με πλησίασε η Καίτη σε μια στιγμή και μου ζήτησε να τη συνοδεύσω έξω, να τη χτυπήσει λίγος φρέσκος αέρας. Βγήκαμε από το μαγαζί. Παραπατούσε λίγο από το ποτό.

Προχωρήσαμε στο δρόμο, σε σημείο που ήταν σκοτεινό. Τότε γύρισε απότομα και άρχισε να με φιλάει στο στόμα. Ανταπέδωσα αμέσως. Άρχισε να με χουφτώνει. Δεν έχασα κι εγώ την ευκαιρία να βάλω το χέρι μου κάτω από τη μπλούζα της και να της χουφτώνω τα στητά βυζιά της. Συνέχισα τα χάδια και τα φιλιά για λίγα λεπτά. Είχαμε καυλώσει κι δυο πάρα πολύ. Αυτή η ασχημόφατσα έβγαζε ένα πρωτόγνωρο πάθος. Την ακούμπησα σε ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Της άνοιξα τα πόδια της σηκώνοντας λίγο τη μίνι φούστα που φορούσε. Παραμέρισα το βρακάκι της και άρχισα να τρίβω τον πούτσο μου πάνω στο παρθένο της μουνί. Σφίχτηκε λίγο, αλλά δε με απομάκρυνε θα έλεγα.

- Χαλάρωσε Καιτούλα. Με παίδεψες πολύ στο σινεμά και τώρα είναι η ώρα να τον φας.

- Σε παρακαλώ… είμαι παρθένα Κώστα μου, μη!

- Ως πότε; Κι εμένα θα με φάει η μαλακία μέχρι να σου έρθει εσένα η ώρα;

- Δεν είμαι έτοιμη.

- Εγώ, όμως, είμαι έτοιμος και θα σου την πάρω την παρθενιά…

και με μια κίνηση έσπρωξα βίαια τον πούτσο μου στο στενό μουνί της. Δαγκώθηκε από τον πόνο. Την έσπασα. Περίμενα λίγο να συνέλθει από το σοκ. Άρχισα να μπαινοβγαίνω αργά· σε λίγο συνήθισε και ο πόνος της αντικαταστάθηκε από ηδονή. Η γλύκα απερίγραπτη. Σε ένα με δύο λεπτά έχυσα πάνω στα μπούτια της. φιληθήκαμε στο στόμα. Έβγαλε από το τσαντάκι της χαρτομάντιλα και σκουπιστήκαμε. Ύστερα, μόλις συνήλθαμε, πήγαμε στο κλαμπ. Η Ζέτα με τον Πάνο μας έψαχναν. Η δικαιολογία ήταν ότι ζαλίστηκε. Αργά φύγαμε. Πήγαμε σπίτι.

Η Ζέτα άρχισε να με ρωτάει διάφορα. Απέφευγα τις απαντήσεις για να αποφύγω την όποια πιθανή παρεξήγηση. Γνώριζα ότι δεν ήταν κι εκείνη καλύτερη από τη μάνα της. Και το χειρότερο ήταν ότι συζητούσε τόσο τα προσωπικά της, όσο και τα προσωπικά των άλλων πολλές φορές με την μάνα της. Ήταν σαν δυο καλές φίλες.

Την μεθεπόμενη μέρα πήρα το αυτοκίνητο του πατέρα μου από το συνεργείο μόλις σχόλασα. Ήταν απόγευμα. Συναντηθήκαμε με την Καίτη και βγήκαμε από την πόλη. Τραβήξαμε σε ένα δασάκι λίγο έξω από την πόλη. Εκεί συνήθιζαν να πηγαίνουν ζευγαράκια.

Σταματήσαμε το αυτοκίνητο πίσω από μια συστάδα θάμνων. Αρχίσαμε τα φιλιά και τα χουφτώματα. Της έβγαλα το κιλοτάκι. Πήγαμε στο πίσω κάθισμα για πιο άνετα. Εκεί την έβαλα να ξαπλώσει. Έπεσα πάνω της φιλώντας τα στητά βυζιά της. Της τον έχωσα. Πιο τρυφερά τούτη τη φορά. Δεν ήμουν βίαιος, άγαρμπος. Άρχισα να τη γαμάω. Σε λίγο έχυσα. Χαλαρώσαμε για ένα τέταρτο και ένιωσα τον πούτσο μου να σηκώνεται πάλι. Ξανά στην ίδια στάση. Αυτή τη φορά κράτησε παραπάνω. Έχυσε κι η ίδια με δυνατούς σπασμούς σε όλος της το σώμα. Βογκούσε και φώναζε. Σε λίγο έχυσα πάνω στα βυζιά της. Καθίσαμε χαλαρά και χαϊδευόμαστε. Μας άρεσε αυτό που κάναμε. Η ίδια ήταν τρυφερή μαζί μου. Άρχισε να με φιλάει και να μου λέει πόσο πολύ της αρέσω. Εγώ ανταπέδιδα στην όλη φάση λέγοντάς της ότι τη γουστάρω πολύ κι ότι κάθε φορά που συναντιόμαστε νιώθω πολύ όμορφα μαζί της. Φύγαμε.

Με την Καίτη βγαίναμε συνέχεια, σχεδόν κάθε μέρα. Είμαστε ενθουσιασμένοι από όλη τη φάση. Περνούσαμε καλά. Δεν ήμουν ερωτευμένος μαζί της. Η Καίτη είχε όμορφο σώμα, αλλά δεν ήταν και ωραία ως γυναίκα. Ιδιαίτερα στο πρόσωπο. Απλά τη βρίσκαμε οι δυο μας. Όταν κάναμε έρωτα, ξεδίναμε καλά και τη βρίσκαμε. Δεν είχαμε δώσει μεγάλες υποσχέσεις ο ένας στον άλλο. Απλά, το αφήσαμε να δούμε πού θα πάει, στην τύχη του. Δε μπορούσα να της πουλήσω έρωτα και μεγάλα παραμύθια. Δεν ήταν στο χαρακτήρα μου. Ήθελα να είμαι ειλικρινής απέναντί της. Κι αυτό έδειξε να το εκτιμάει. Τουλάχιστον έτσι φάνηκε στην αρχή.

Στην ηλικία που ήμαστε… κι εγώ κι αυτή, μας άρεσε να πειραματιζόμαστε όταν κάναμε σεξ. Μια μέρα θυμάμαι που την πήρα στο ίδιο μέρος, τον έβγαλα από το μουνί της και της τον έδωσα στο στόμα. Άρχισε να μου τον γλείφει παίρνοντάς τον μέσα αρκετά. Έχυσα απροειδοποίητα στο στόμα της. Αηδίασε στην αρχή. Όταν τα έφτυσε με ένα μορφασμό αηδίας, τη ρώτησα.

- Καλά βρε κορίτσι μου, τόσο αηδιαστικός είμαι;

- Όχι, βρε μωρό μου, απλά πήγα να πνιγώ στην αρχή…

μου είπε για να δικαιολογήσει την συμπεριφορά της. Είχε προηγηθεί από μένα ένα γλειφομούνι, που όσο αυτή έχυνε εγώ συνέχισα να τη γλείφω και να παίζω με την κλειτορίδα της.

- Τα δικά σου μου άρεσαν, της είπα· αν και για να είμαι ειλικρινής δεν τα γεύτηκα μια και η γλώσσα μου έπαιζε μόνο με την κλειτορίδα της.

Τότε έσκυψε ξανά κι άρχισε να μου γλείφει ξανά τον πούτσο. Τον καθάρισε από τα χύσια. Ήταν φανερό ότι το έκανε από υποχρέωση εκείνη τη στιγμή. Το έβλεπα ότι ζοριζόταν κι αυτό μου την έδωσε. Δεν είπα τίποτα όμως. Θύμωσα όμως μέσα μου γιατί δεν ήταν ο εαυτός της. Θα μπορούσε να μου πει ναι, σιχαίνομαι. Θα το εκτιμούσα κάτι τέτοιο.

Ήταν 10 Αυγούστου. Δεν θα ξεχάσω αυτή τη μέρα ποτέ στη ζωή μου. Τέλειωσα από το συνεργείο. Γύρισα σπίτι. Πλύθηκα με σκοπώ να βγω με κάτι φίλους μου έξω, μια κι η Καίτη μου είπε στο τηλέφωνο ότι θα πήγαινε με τη μάνα της σε μια θεία της, οπότε ακυρώσαμε το καθημερινό μας ραντεβού. Σε κάποια φάση βλέπω την Δώρα να παίρνει ιδιαίτερα τον πατέρα μου στο δωμάτιό τους κλείνοντας την πόρτα. Μετά από ένα πεντάλεπτο η Ζέτα βγήκε έξω βιαστική, προφασιζόμενη ότι έχει δουλειά. Ο πατέρας μου βγήκε πυρ και μανία από το δωμάτιο. Ήμουν στη κουζίνα. Ήρθε κατά πάνω μου. Μου έδωσε δυο δυνατά χαστούκια, που αν δεν κρατιόμουν από τον τοίχο, θα είχα πέσει κάτω. Η Δώρα βγήκε για λίγο και ύστερα πήγε πάλι στο υπνοδωμάτιο αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή. Δήθεν να μας αφήσει μόνους. Έβαλε απλά τη φωτιά, απ’ ότι κατάλαβα, και ύστερα έφυγε.

- Τι έκανες βρε κωλόπαιδο; Την έπεσες στην Καίτη. Το ξέρεις ότι οι γονείς της θέλουν να μου ζητήσουν τα ρέστα; Και τι θα τους πω τώρα; Συγγνώμη που ο γιός μου απαύτωσε την κόρη σας;

Κι εκεί έπεσε και το τρίτο χαστούκι. Ζαλίστηκα. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι. Η Δώρα πήγε κι άνοιξε. Ήταν η μάνα της Καίτης.

- Πού είναι ο αλήτης;…

είπε και άρχισε να μου περνάει γενεές δεκατέσσερις. Βγήκε και η Δώρα και στεκόταν στην άκρη του διαδρόμου, απλά και παρατηρούσε. Μάλλον απολάμβανε το θέαμα, θα έλεγα. Ύστερα βγήκε από το σπίτι. Εγώ τα είχα χάσει. Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω. Δεν ήξερα από πού να φυλαχτώ. Ο πατέρας μου συνέχιζε να με χτυπάει με μανία μπροστά στη μάνα της Καίτης. Δεν ήξερα κι εγώ πόσα χαστούκια είχα φάει. Έχασα το μέτρημα. Το κεφάλι μου πονούσε και βούιζε. Κάποια στιγμή ο φόβος μου έσβησε από τα πολλά χαστούκια που έφαγα. Τι πιο χειρότερο να μου συνέβαινε; Χαστούκια, βρισιές· μόνος μου εντελώς, σε ένα, ξαφνικά, εντελώς εχθρικό περιβάλλον.

Ήρθε κι ο πατέρας της Καίτης ως μαινόμενος ταύρος. Μόλις έφαγα το πρώτο χαστούκι κι από τον ίδιο, τότε πλέον άρχισε να λειτουργεί το ένστικτο αυτοσυντήρησης. Τραβήχτηκα από την άλλη πλευρά του τραπεζιού. Επιστράτευσα όσο κουράγιο είχα εκείνη της στιγμή.

- Για καθίστε καλά όλοι σας, είπα κλαίγοντας. Μη σας γαμήσω μαλάκες! Θα πάω στην Αστυνομία και θα το μετανιώσετε όλοι σας, γι’ αυτό που κάνετε. Στο κάτω-κάτω αυτή μου την έπεσε στο σινεμά! Γούσταρε να τη γαμήσω, το πουτανάκι και το γάμησα. Ψυχικό έκανα στο κάτω-κάτω σε μια ασχημομούρα…

είπα με μια υστερική φωνή μέσα στα κλάματα. Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω. Ήμουν τρομαγμένος και μπερδεμένος, αλλά αυτό έπρεπε να πάρει τέλος. Έπρεπε να περάσω στην επίθεση. Ο πατέρας μου τότε, μετά από αυτό που ξεστόμισα, όρμησε καταπάνω μου να με χτυπήσει ξανά.

- Θα σε αποτελειώσω κωλόπαιδο!

Ήμουν αποφασισμένος να αντιδράσω. Σήκωσα πιο γρήγορα το χέρι μου και τον χτύπησα με μια γρήγορη γροθιά στο πρόσωπο. Δεν το περίμενε. Του ήρθε ξαφνικό. Παραπάτησε προς τα πίσω. Χωρίς δεύτερη σκέψη άρπαξα μια καρέκλα της κουζίνας και την έφερα στο κεφάλι του Τάσου. Εκείνος ζαλίστηκε και έκανε προς τα πίσω. Τους έσπρωξα, έπεσε κάτω κι η Χρυσούλα. Βγήκα τρέχοντας και κλαίγοντας στο δρόμο. Είδα ότι η Ζέτα με τη καριόλα τη μάνα της ήταν έξω από το σπίτι και σίγουρα απολάμβαναν αυτό που γινόταν μέσα. Άρχισα να τρέχω από το φόβο μου. Σε ένα σταυροδρόμι παραλίγο να με πατήσει ένα αυτοκίνητο. Περπατούσα στα στενά σοκάκια. Δεν έμενα σε ένα σημείο. Δεν ήθελα να με εντοπίσουν. Μέχρι που νύχτωσε γύριζα εδώ κι εκεί. Πήγα λίγο έξω από την πόλη. Βρήκα ένα απάγκιο έξω από μια παλιά αποθήκη. Εκεί υπήρχε ένα ξύλινο παγκάκι. Ήμουν πτώμα στην κούραση και φρικαρισμένος, πονούσα, έκλαιγα. Ήμουν σε απόγνωση.

Τα σκεφτόμουν όλα όσα μου συνέβησαν ξαφνικά και κόντευε να μου στρίψει. Τους μισούσα όλους. Και περισσότερο την πουτάνα τη Δώρα. Ήξερα ότι εκείνη ήταν που έβαλε τον πατέρα μου στα λόγια και έγινε όλο αυτό. Μισούσα και τον πατέρα μου, που τον έβαλε μια πουτάνα στο βρακί της. Τελικά αποκοιμήθηκα αργά τη νύχτα εξαντλημένος πάνω στο παγκάκι. Όλο το βράδυ πονούσα από το ξύλο που έφαγα και έβλεπα εφιάλτες.

Νωρίς το πρωί, πριν ξημερώσει, άρχισα να κρυώνω και να τρέμω. Πήρα κάτι χαρτόκουτα που βρήκα έξω από την αποθήκη και σκεπάστηκα με αυτά. Ξημέρωσε. Ξύπνησα από τη φωνή μιας νεαρής γυναίκας. Ήταν γύρω στα 30.

- Τι κάνεις εδώ νεαρέ μου; Εδώ την έβγαλες; Δεν έχεις σπίτι;

- Ενοχλώ κάποιον κυρία μου; Δεν είχα που να κοιμηθώ.

- Βρε μπας και το έσκασες από καμιά φυλακή;

- Σου μοιάζω για τέτοιος;

- Ξέρω κι εγώ;… τόσα βλέπουμε κάθε μέρα. Και το μάτι σου, τι έπαθε κι είναι μελανιασμένο; Και στο πρόσωπο έχεις μελανιές και αίματα.

- Τίποτα κυρία μου αφήστε με ήσυχο… είπα με αγανάκτηση. Τι διάολο ρε πούστη μου, σας ενοχλώ και που υπάρχω, γαμώ το σπίτι μου, τον αέρα σας αναπνέω;

Έσκυψα το κεφάλι μου με τα μάτια βουρκωμένα και σκεφτόμουν τι να κάνω. Η γυναίκα με κοίταξε λίγο περίεργα μετά από αυτό που είπα και έφυγε. Σήκωσα το κεφάλι μου και την παρατηρούσα καθώς έφευγε. Ήταν μια στιλάτη γυναίκα με ένα ωραίο κορμί. Λεπτοκαμωμένη. Φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα μέχρι λίγο πάνω από το γόνατο.

Κάθισα λίγο ακόμα. Δεν είχα χρήματα. Και πώς να πήγαινα να ζητήσω, κι από ποιον; Ήμουν σε απόγνωση. Έπρεπε να βρω λύση. Θα τρελαινόμουν. Σκέφτηκα τον κυρ Γιώργη το γείτονα, αλλά ήταν σαν να πήγαινα στο στόμα του λύκου, θα με βλέπανε, φοβόμουν. Δεν ήξερα τι θα έκαναν ακόμα οι δικοί μου πάνω στον παροξυσμό και την τρέλα που βρίσκονταν, αν με έβλεπαν να πλησιάζω στο σπίτι. Κι ύστερα δεν ήθελα να μπλέξω και άλλους ανθρώπους στο πρόβλημά μου. Σκεφτόμουν ότι έπρεπε να το λύσω μόνος μου, αλλά δεν είχα στήριξη από κανέναν.

Σε λίγο είδα την ίδια γυναίκα να ξανάρχεται. Κάθισε δίπλα μου. Μου συστήθηκε. Την έλεγαν Ρούλα. Πιάσαμε την κουβέντα. Προφανώς σκέφτηκε αυτό το «σας ενοχλώ και που υπάρχω». Κατάλαβε σε πόσο χάλια κατάσταση ήμουν. Της τα είπα όλα. Κάποια στιγμή δάκρυσα ξανά. Με λυπήθηκε. Εκεί, μου είπε ότι γνώριζε και τη μακαρίτισσα τη μάνα μου, την οποία έχασα πριν πέντε χρόνια.

- Κοίτα, έλα στο σπίτι μου. Να φας λίγο, να ξεκουραστείς και να δω και το μάτι σου, κι ύστερα βρε παιδί μου βλέπεις τι κάνεις. Σε τέτοια κατάσταση δε μπορείς να σκεφτείς καθαρά.

- Όχι, κα Ρούλα δε θέλω να σας μπλέξω σε μπελάδες. Να με δει κανένα μάτι και να έχετε κι εσείς τραβήγματα με τους βλαμμένους;

- Κανένα τράβηγμα Κώστα μου. Τι θα μου κάνουν; Αυτοί σε πετάξανε στο δρόμο. Δεν έχουν δικαίωμα να πουν οτιδήποτε. Ιδίως ο πατέρας σου. Εξάλλου αν κάνουν τίποτα, δεν αργώ να φωνάξω και την αστυνομία· που κανονικά θα έπρεπε να το έχεις κάνει εσύ. Σήκω πάμε!

Με τα πολλά, με έπεισε και πήγαμε στο σπίτι της. Ήταν δύο τρία στενά πιο κάτω. Μπήκαμε ένα μικρό σπιτάκι συγυρισμένο. Πήγα στο μπάνιο. Μου έδωσε καθαρές πετσέτες. Πλύθηκα, το είχα ανάγκη. Κάθισα στο σαλόνι. Μου έφερε πρωινό και καφέ. Άρχισε να μου περιποιείται το μάτι μου. Πονούσα πολύ. Το βράδυ ήθελα να φύγω. Δε με άφησε.

- Πού να πας βρε Κώστα. Κάτσε εδώ. Δεν μου πιάνεις τόπο. Κι εγώ μόνη μου είμαι, το πολύ-πολύ να μου κάνεις και παρέα. Εξάλλου, να πας να κοιμηθείς πού, στο δρόμο;

- Σίγουρα δε σας είμαι βάρος;

Πείστηκα, μια και δεν είχα πολλές επιλογές. Καθίσαμε στο σαλόνι. Εμένα με πήρε ο ύπνος από την κούραση, τον πόνο και τη στενοχώρια στον καναπέ του σαλονιού. Το απόγευμα μου έφτιαξε κάτι τοστ και έφαγα. Με ξαναπήρε ο ύπνος γιατί πονούσα σε όλο μου το σώμα από το ξύλο και την ταλαιπωρία.

Το πρωί της επόμενης ξύπνησα από το θόρυβο και τις μυρωδιές της κουζίνας. Το μεσημέρι φάγαμε. Πεινούσα πάλι σαν λύκος. Άρχισα να συνέρχομαι και να παίρνω το πάνω μου.

Το απόγευμα καθόμαστε στη βεράντα του σπιτιού της. Είχε κι ένα κήπο μπροστά. Συζητούσαμε. Είχε πάει πριν ξυπνήσω στο φαρμακείο και έφερε κάτι για το μάτι μου που είχε τα μαύρα χάλια.

Το βράδυ μπήκαμε μέσα. Καθόμαστε στον καναπέ το σαλονιού. Τότε έμαθα ότι ήταν μόνη της, γιατί ο άντρας της την είχε εγκαταλείψει. Εκείνη άρχισε σιγά-σιγά μια κουβέντα για τις σχέσεις. Η Ρούλα φορούσε ένα κοντό σορτς και μια μακό μπλούζα που τόνιζαν τα πλούσια βυζιά της. Μέσα στη χαλαρή κουβεντούλα δεν έχανε την ευκαιρία να με αγγίζει. Πότε στον ώμο. Πότε στο χέρι.

Σε μια στιγμή με τραβάει απότομα και με φιλάει στο στόμα. Σταμάτησε. Δεν ήξερε την αντίδρασή μου. Με ξαναφίλησε. Αυτή τη φορά ανταπέδωσα ενθαρρύνοντάς τη. Άρχισα να τη χουφτώνω τα βυζιά πάνω από τη μπλούζα. Με μια κίνηση έβγαλε τη μπλούζα και έπεσα πάνω στα βυζιά της φιλώντας με πάθος της ρώγες της. Γδυθήκαμε εντελώς. Δε λέγαμε τίποτα. Αφήσαμε το πάθος να μιλάει. Ήταν τόσο ωραία γυναίκα. Με ξάπλωσε και άρχισε να παίρνει τον πούτσο μου στο στόμα της απογειώνοντάς με στους ουρανούς από την καύλα. Κάθισε πάνω μου και άρχισε να χοροπηδάει στον πούτσο μου παίρνοντάς τον βαθιά στο μουνί της· έχυνε. Σε λίγο μου ήρθε να χύσω και έκανα να τραβηχτώ. Με κράτησε. Έχυσα μέσα της.

Ξάπλωσε πάνω μου χαϊδεύοντάς με και φιλώντας με τρυφερά. Χαλαρώσαμε. Κάναμε ένα μπάνιο να ξεϊδρώσουμε. Καθίσαμε στο σαλόνι. Χαμουρευόμαστε. Μου έλεγε ότι έχει πολύ καιρό να πάει με άντρα και της έχει λείψει πολύ το γαμήσι.

Με πήρε από το χέρι και με οδήγησε στην κρεβατοκάμαρα. Εκεί με έβαλε να της γλείψω το μουνί. Ήταν η δεύτερη φορά που το έκανα, αλλά αυτό ήταν κάτι το ξεχωριστό. Ήταν ξυρισμένο. Στην αρχή ήμουν αδέξιος. Με οδήγησε αυτή. Όταν έχυσε, έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου να τρέχουν τόσα υγρά από μουνί. Δοκίμασα με τη γλώσσα μου. Μου άρεσε η γεύση τους. Σηκώθηκα και της τον κάρφωσα. Τη γαμούσα με δύναμη νιώθοντας τον καυτό μουνί της στον πούτσο μου. Έπειτα γυρίσαμε στο πλάι. Ένιωθα τα κωλομάγουλά της πάνω στην κοιλιά μου και με καύλωνε πολύ. Έχυσα. Αυτή τη φορά βγήκα και τον πίεσα στην τρύπα του κώλους της. Δε μπήκα μέσα, αλλά μου άρεσε η αίσθηση της σούφρας της πάνω στο πουτσοκέφαλο όταν έχυνα.

Εκείνο το βράδυ είδα πώς είναι να σε ξεζουμίζει πραγματικά μια γυναίκα. Η Ρούλα δε χόρταινε γαμήσι, και το έδειχνε. Κοιμηθήκαμε χαράματα. Εγώ ξεράθηκα μέχρι το μεσημέρι.

Ξύπνησα, η Ρούλα δεν ήταν δίπλα μου, προφανώς βγήκε έξω στην πόλη. Σηκώθηκα και βγήκα στον κήπο. Σκεφτόμουν όλα όσα μου είχαν συμβεί τις τελευταίες μέρες. Προσπαθούσα να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά μέσα στο κεφάλι μου. Δεν ήξερα πού να πάω. Δεν είχα πού να πάω. Κάθισα σε ένα παγκάκι μέσα στο γρασίδι. Ξαφνικά ένιωσα δυο χέρια να με πιάνουν από πίσω μου. Τρόμαξα. Ήταν η Ρούλα. Έσκυψε και με φίλησε στο λαιμό, χαϊδεύοντάς με τα μαλλιά στο κεφάλι.

- Κοιμήθηκες καλά ;

- Ναι, πολύ καλά!

- Έκανες καφέ;

- Όχι.

- Ωραία θα φτιάξω και θα έρθω να τον πιούμε μαζί στον κήπο.

Σε λίγο ήρθε με καφέδες και δύο τυρόπιτες. Καθίσαμε.

- Σε βλέπω πολύ προβληματισμένο!

- Είναι να μην είμαι βρε Ρούλα; Πλέον αρχίσαμε να μιλάμε με τα μικρά μας σαν να είμαστε συνομήλικοι. Εκεί που χάρηκα με την επιτυχία μου στις εξετάσεις, βίωσα ό,τι χειρότερο μπορεί να βιώσει ένας άνθρωπος. Την απόρριψη από τον ίδιο τον πατέρα μου.

Εκεί σταμάτησα να μιλάω. Ένας κόμπος μου ανέβηκε στο λαιμό. Σε λίγο συνέχισα…

- Ευτυχώς που βρέθηκες εσύ!

- Έλα μην τα σκέφτεσαι! Θα βρεθεί κάποια λύση. Πρέπει να ηρεμήσεις.

- Αποκλείεται να γυρίσω πίσω. Το σπίτι αυτό, το κατέλαβε η μητριά μου με την αχώνευτη κόρη της. Κάπου σκέφτομαι ότι ήταν στημένο όλο αυτό με την Καίτη. Απλά, το άλλο ήταν ένα κουτορνίθι που έπαιξε το ρόλο τους. Και πολύ περίτεχνα το φόρτωσαν σε μένα, για να με ξεφορτωθούν. Και το πέτυχαν.

- Όπως μου τα λες, έχεις απόλυτο δίκιο Κώστα μου. Είσαι όμως ακόμα πολύ φορτισμένος. Θέλω να ηρεμήσεις, για να μπορέσεις να σκεφτείς ήρεμα. Θα μείνεις εδώ όσο χρειαστείς. Εξάλλου ωραία περνάμε οι δυο μας, δε συμφωνείς;

- Συμφωνώ. Ίσως είναι το καλύτερο που έχω να κάνω. Έσκυψα και τη φίλησα στο στόμα και ταυτόχρονα της χάιδεψα στο στήθος πάνω από τη μπλούζα. Εξάλλου πού να πάω; Το μάτι μου είναι ακόμα μαύρο.

- Όχι εδώ, Κώστα μου! Δε θέλω να μας δει κανένα μάτι. Δεν πάμε μέσα να ετοιμάσω και να φάμε, είπε και τραβήχτηκε χαμογελώντας.

Πήγαμε μέσα. Την άρπαξα από τη μέση και τη φίλησα παθιασμένα στο στόμα. Το ίδιο κι αυτή.

- Σε θέλω τώρα… της λέω.

- Κι εγώ μωρό μου!

Την έβαλα να ακουμπήσει τα χέρια στο τραπέζι της κουζίνας. Της κατέβασα το τζιν μέχρι τα γόνατα. Άρχισα να της χαϊδεύω τα κωλομέρια της. Ο Πούτσος μου είχε γίνει πέτρα. Τον έπιασα, παραμέρισα το κιλοτάκι της και τον έχωσα στο καυλωμένο μουνί της. Άρχισα να την γαμάω δυνατά. Ήταν ένα θεσπέσιο θέαμα. Η καλοσχηματισμένη κωλάρα της, το κιλοτάκι στο πλάι κι ο πούτσος μου να της ανοίγει το μουνί. Η Ρούλα έχυσε στα πρώτα δύο τρία λεπτά· δεν άργησα κι εγώ να χύσω πάνω στον όμορφο κώλο της. Ανασηκώθηκε, γύρισε και με φίλησε στο στόμα. Με αγκάλιασε και με φιλούσε στο λαιμό. Σταματήσαμε. Με μια κίνηση απλά μάζεψε το παντελόνι της. Δε σκουπίστηκε. Ούτε κι εγώ, τράβηξα απλά το παντελόνι μου. Με ξαναφίλησε στο στόμα. Έφτιαξε δύο καφέδες και τους ακούμπησε στον πάγκο της κουζίνας.

- Πρέπει να μαγειρέψω.

- Έχει κανένα κλαδευτήρι;

- Τι να το κάνεις;

- Ο κήπος θέλει λίγη περιποίηση.

- Α… ώστε ξέρεις κι απ’ αυτά Κωστάκη;

- Ναι, από μικρός. Μου τα έμαθε η μάνα μου. Της άρεσαν πάρα πολύ τα λουλούδια και η κηπουρική. Από αυτήν τα αγάπησα κι εγώ.

- Στο παράθυρο της αποθήκης είναι, θα το δεις.

Βγήκα πήρα το κλαδευτήρι και άρχισα να περιποιούμαι τα λουλούδια. Τα πρώτα τριαντάφυλλα τα έκανα μια ανθοδέσμη. Πήγα μέσα και της τα έδωσα.

- Τα όμορφα πάνε με τα όμορφα…

της είπα και της τα πρόσφερα.

- Σε ευχαριστώ…

μου είπε με ένα γλυκό χαμόγελο και με φίλησε στο στόμα. Βγήκα πάλι στον κήπο. Άρχισα να τον καθαρίζω. Σε δύο ώρες είχα τελειώσει. Βγήκε η Ρούλα και έπαθε. Δεν τον είχε ξαναδεί έτσι.

- Τελικά έχεις ταλέντο και στην κηπουρική! Μπράβο! Τον έκανες πανέμορφο τον κήπο μου!

- Ε; Ωραίος δεν είναι;

- Έλα να κάνεις ένα μπάνιο και να φάμε.

Πήγα έκανα ένα μπάνιο. Βγήκα. Με περίμενε ένα πλούσιο γεύμα. Και τι δεν είχε πάνω στο τραπέζι. Η Ρούλα ήταν μια καλή νοικοκυρά. Φάγαμε. Ύστερα καθίσαμε στο σαλόνι.

- Κοίτα Κώστα. Από ό,τι μου είπες, εσύ δούλεψες κάποιες μέρες στο συνεργείο του πατέρα σου. Νομίζω ότι πρέπει να διεκδικήσεις τα χρήματά σου. Θα σου χρειαστούν από εδώ και μπρος. Και πρέπει να μην τους φοβάσαι πια. Δε μπορούν να σου κάνουν τίποτα. Είσαι ενήλικος πια. Τίποτα δεν μπορούν να σου επιβάλλουν. Και να σου πω και κάτι· μπορούσες να τους τραβήξεις άσχημα με το νόμο για όσα σου έκαναν. Καταλαβαίνω ότι δεν το ήθελες, ούτε κι εσύ ο ίδιος, δε μπορούσες να πιστέψεις αυτό που σου συνέβαινε εκείνη τη στιγμή. Πάλι καλά. Άλλος στη θέση σου θα είχε κάνει καμιά τρέλα. Σου τα λέω αυτά, γιατί έχω καταλάβει, τις μέρες που είσαι εδώ, ότι στο μυαλό σου έχεις σκοπό να την κάνεις, να φύγεις. Και καλά, το δέχομαι. Αλλά πού θα πας χωρίς χρήματα. Σκέψου το πάντως. Εγώ, στη θέση σου, δε θα άφηνα τα χρήματα που δούλεψα, τον κόπο μου. Και μη μου πεις ότι δεν τα δούλεψες; Από τον τρόπο που προθυμοποιήθηκες να φτιάξεις τον κήπο, κατάλαβα ότι είσαι φιλότιμο παιδί και σίγουρα στο συνεργείο δούλευες και δεν κωλοβαρούσες.

- Έχεις δίκιο. Όχι, στη δουλειά μου ήμουν καλός. Ήμουν το δεξί χέρι του καλύτερου τεχνίτη που είχαν. Πολλές φορές σκαρφιζόμουν πράγματα, που τους έλυναν τα χέρια στη δουλειά. Εξάλλου, δε τους πείραξα σε κάτι.

- Έτσι μπράβο! Θα έπρεπε να σου πούν κι ευχαριστώ που τους έδωσες κι αξία. Κι εκείνο το χαζοπούτανο, η Καίτη με την άσχημη μούρη… λαχείο της έτυχε… είπε θέλοντας να ελαφρύνει τη συζήτηση. Εσύ είσαι πολύ όμορφος! Για σκέψου να την κυκλοφορούσες κι επίσημα! Βρε, θα σε κορόιδευαν κι πέτρες! Τέτοιο όμορφο αγόρι με μια ασχημόφατσα δίπλα του. Ούτε να το σκέφτομαι δεν θέλω…

είπε και σκάσαμε κι δυο στα γέλια. Σωπάσαμε σε μια στιγμή. Την κοίταξα τρυφερά και το ίδιο κι αυτή. Έσκυψε και με φίλησε.

- Πάω στο μπάνιο. Πήγαινε στην κρεβατοκάμαρα και περίμενέ με.

- ΟΚ! της λέω.

Σηκώθηκα, πήγα στην κρεβατοκάμαρα, έκλεισα το παντζούρι, γδύθηκα και ξάπλωσα ανάσκελα στο κρεβάτι. Η Ρούλα ήρθε μετά από ένα τέταρτο, φορώντας μόνο ένα μπουρνούζι που μόλις κάλυπτε το μουνί της. Το έβγαλε. Ήρθε πάνω μου και άρχισε να μου κάνει ένα τσιμπούκι βάζοντας όλον τον πούτσο μου μέσα. Αργά αισθησιακά. Τον έβγαλε και άρχισε να τον γλείφει από το πλάι. Κατέβηκε και άρχισε να μου γλείφει τα αρχίδια. Με το ένα χέρι μου έπαιζε αργά τον πούτσο μου και με το άλλο μου έβαζε κωλοδάχτυλο. Καύλωσα πολύ! Σηκώθηκε και με καβάλησε στο πρόσωπο. Άρχισα να φιλάω τα μουνόχειλα και γύρω-γύρω από το μουνί. Έβαλα τη γλώσσα μου στη σχισμή της και γεύτηκα τα υγρά της. Αναστέναξε. Έσκυψε πάνω μου και άρχισε πάλι να παίζει με τον πούτσο μου. Ήξερε να οδηγεί το παιχνίδι. Η γλώσσα μου άρχισε να παίζει με την κλειτορίδα της. Τη ρούφηξα μέσα στο στόμα μου κι άρχισα να την πιπιλάω. Έχυνε στο πρόσωπό μου. Μου άρεσε.

Ύστερα σηκώθηκε και κάθισε πάνω μου έχοντας την πλάτη σε μένα. Ακουμπούσε στα γόνατά μου. Άρχισε να τρίβεται πίσω μπρος, έχοντας καρφωμένο τον πούτσο μου μέσα της, βαθιά. Της χάιδευα τον όμορφο κώλο της. Έσκυψε δίνοντάς μου τη θέα της σούφρας της που πάλλονταν με τις κινήσεις της. Έβαλα το αντίχειρα του χεριού μου. Διαπίστωσα ότι γλιστρούσε. Είχε βάλει λιπαντικό. Η κωλοτρυπίδα της ήταν καθαρή. Τότε πήρα θάρρος και έχωσα το ένα δάχτυλο μέσα της. Το δέχθηκε. Ύστερα κι ένα δεύτερο. Ανασηκώθηκε λίγο, έβγαλε τον πούτσο μου από το μουνί της και τον ακούμπησε στη σούφρα της. Άρχισε να τρίβει το πουτσοκέφαλο πάνω στη κωλοτρυπίδα της. Τον κεντράρισε. Άρχισε να κατεβαίνει σιγά-σιγά. Σε λίγο το πουτσοκέφαλο ήταν μέσα. Άρχισε να ανεβοκατεβαίνει αργά. Είχε τον απόλυτο έλεγχο. Σε λίγο έπαιρνε το μισό και παραπάνω μέσα της. Άρχισα και εγώ να κουνιέμαι. Βρήκαμε ένα κοινό ρυθμό. Ο πούτσος μου έμπαινε στον κώλο της ολοένα και περισσότερο. Η κωλοτρυπίδα της χαλάρωσε αρκετά. Οι κινήσεις της έγιναν πιο έντονες. Έπαιρνε τον πούτσο μου ολοένα και πιο βαθιά. Σε λίγο τον εξαφάνιζε ολόκληρο μέσα στην τρύπα της. Ένιωσα τον πούτσο μου να πρήζεται. Θα έχυνα. Το κατάλαβε. Σηκώθηκε στα τέσσερα τουρλώνοντας τον κώλο της.

- Έλα ξαναβάλ' τον μου!

Τον έχωσα αργά. Άρχισα να μπαινοβγαίνω για λίγο. Αυτή κράταγε τα κωλομέρια της ανοιχτά με τα χέρια της. Έχυσα σπρώχνοντας με δύναμη μέσα της τον πούτσο μου.

- Χύνω… είπα μουγκρίζοντας σαν αγρίμι.

Κρατούσα τα κωλομέρια της με τα χέρια μου και την έσπρωχνα με δύναμη. Έχυσε κι εκείνη. Όσο την έσπρωχνα με δύναμη εκείνη έβαλε το χέρι της στην κλειτορίδα και την έτριβε. Τον έβγαλα από μέσα της. Κρατούσα τον κώλο της πιέζοντας προς τα έξω τα κωλομέρια της. Η μισάνοιχτη τρύπα της ήταν ένα φανταστικό θέαμα. Με έκανε να νιώθω υπερήφανος ως αρσενικό. Το ευχαριστιόμουν, που ήμουν εγώ αυτός που άνοιξε με τέτοια επιτυχία αυτόν τον όμορφο κώλο. Έσκυψα πάνω της και της έγλειψα την κωλοτρυπίδα. Ήταν πρωτόγνωρο για μένα. Η μυρωδιά του καθαρού κώλου της μου άρεσε. Ύστερα πέρασα τη γλώσσα μου πιο κάτω στο μουνί της, που ήταν μούσκεμα από τα χύσια. Τα ζουμιά της έτρεχαν μέχρι στα μπούτια της. Είχε χύσει πάρα πολύ.

Ξαπλώσαμε λαχανιασμένοι και ιδρωμένοι κι δυο ανάσκελα. Την αγκάλιασα και τη φίλησα στο στόμα. Μείναμε αγκαλιασμένοι αρκετά. Άρεσε και στους δυο μας αυτό που κάναμε. Μας πήρε ο ύπνος αγκαλιασμένους.

Πέρασαν δέκα ημέρες. Με τη Ρούλα ήμαστε κάθε μέρα, φαΐ, γαμήσι και ύπνο. Χαλάρωσα, είχα ηρεμήσει από όλο αυτό το κακό που με βρήκε. Ύστερα άρχισα να σκέφτομαι τι θα κάνω. Αποφάσισα να πάω στο σπίτι, όπως με δασκάλεψε η Ρούλα. Ήμουν πια αποφασισμένος. Θα έφευγα από το σπίτι μου. Για πού δεν ξέρω, αλλά δεν γινόταν να γυρίσω εκεί.

Έφτασα στο σπίτι μου αποφασισμένος, μετά από την ενθάρρυνση της Ρούλας, να μη δεχθώ άλλη βία από τους άλλους. Χτύπησα. Δεν μου άνοιγε κανένας. Άνοιξα με το κλειδί μου. Το σπίτι συγυρισμένο. Σαν να μην έμενε κανείς εκεί. Στο τραπέζι της κουζίνας ένα σημείωμα από τον πατέρα μου. Όλοι τους είχαν φύγει για μια βδομάδα σε διακοπές.

«Με ρεζίλεψες. Φύγε και μην ξαναπατήσεις το πόδι σου στο σπίτι παλιόπαιδο. Στο φάκελο σου έχω τα μεροκάματα που δούλεψες το καλοκαίρι και κάτι ακόμα για τα πρώτα σου έξοδα.»

Υπολόγισα τα μεροκάματα που είχα κάνει και τα υπόλοιπα χρήματα τα έβαλα πίσω. Έγραψα ένα σημείωμα στο πίσω μέρος του χαρτιού.

«Αν και μου χρωστάς τα ένσημα, αλλά δεν πειράζει κράτα τα. Δώσε το αντίτιμο μαζί με αυτά τα παραπάνω που λες στην Καιτούλα, ως αμοιβή για τις υπηρεσίες της. Αν και δεν αξίζει για τόσα. Μια πουτάνα στο μπουρδέλο αξίζει περισσότερα. Αν πάλι κωλύεσαι να το κάνεις, πάρε ένα δώρο στην καριόλα τη γυναίκα σου, τη Μέγαιρα για τη συμβολή της να με διώξεις από το σπίτι. Πάντως, οφείλω να σου το αναγνωρίσω. Είσαι από τους λίγους μαλάκες πατεράδες, που πρέπει να τους γράψει η ιστορία. Σπάνιο είδος. Εύγε! Να ξέρεις εμένα δεν θα με ξαναδείς. Ούτε στο θάνατό σου δεν θέλω να έρθω. Και μην πεις ποτέ, ότι με φρόντιζες οικονομικά. Θα είναι ένα φτηνό ψέμα. Και δούλεψα από πολύ μικρός και τα χρήματα που χρειάστηκα για τη συντήρησή μου και τα φροντιστήρια που έκανα τόσα χρόνια ήταν από την ασφάλεια ζωής της μάνας μου. Εσύ φράγκωνες και στήριζες την καινούργια σου κόρη πια. Δε σου χρωστάω απολύτως τίποτα. Αντίο για πάντα!»

Δάγκωσα την καρδιά μου. Μέσα μου πάγωσε όλος ο κόσμος. Πήγα στο δωμάτιό μου. Βρήκα τα ρούχα μου πεταμένα στο κρεβάτι. Πήρα μια βαλίτσα κι ένα σάκο και άρχισα να μαζεύω τα πράγματά μου. Σχεδόν με ευλάβεια έβαλα τη φωτογραφία της μάνας μου που είχα στο κομοδίνο μέσα στη βαλίτσα. Ύστερα βγήκα και βρήκα και δυο κούτες. Έβαλα και τα βιβλία μου. Πήρα οτιδήποτε ήταν δικό μου. Ό,τι δε χρειαζόμουν το πέταξα στα σκουπίδια. Πήγα στην αυλή και ξεκρέμασα ένα καλάθι του μπάσκετ που είχα από μικρός σε ένα δέντρο. Το πέταξα κι αυτό στα σκουπίδια. Δεν ήθελα τίποτα από τη δική μου εικόνα να μείνει πίσω. Ακόμα και όποιες φωτογραφίες ήμουν εγώ ή η μάνα μου τις πήρα. Πήγα όλα όσα θεώρησα ότι έχουν αξία για μένα προσωρινά στης Ρούλας. Έκλεισα το σπίτι πετώντας το κλειδί κάτω από την πόρτα. Πέρασα από το γείτονά μας, τον κυρ Γιώργη και τον χαιρέτησα. Τον αγαπούσα τον κυρ Γιώργη. Με είχε σαν παιδί του. Δάκρυσε, μόνο που δεν έκλαιγε μόλις του τα είπα. Με αγκάλιασε και με χαιρέτησε. Δάκρυσα κι εγώ. Τελικά, ήταν ο μόνος άνθρωπος που μου έμεινε. Έμεινα άλλες τρεις μέρες στη Ρούλα. Φεύγοντας με αγκάλιασε.

- Σε ευχαριστώ για όλα, της είπα. Αν δεν ήσουν, δεν ξέρω πού θα είχα καταλήξει. Δε θα ξεχάσω ποτέ αυτό που έκανες για μένα.

- Εγώ σε ευχαριστώ που με έκανες να ξανανιώσω γυναίκα, Κώστα μου. Να ξέρεις όποτε κι αν χρειαστείς βοήθεια, μη διστάσεις. Κατάλαβες;

Με χάιδεψε τρυφερά στο κεφάλι και με φίλησε στο μάγουλο.

Έφτασα στην Αθήνα. Νοίκιασα μια γκαρσονιέρα και άρχισα να ψάχνω δουλειά. Με την πείρα που είχα από το συνεργείο, δεν άργησα να βρω δουλειά σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων. Ο ιδιοκτήτης ενθουσιάστηκε από τις ικανότητές μου. Έτσι θα μπορούσα να συντηρηθώ στην αρχή οικονομικά.

Ήρθε το τέλος του Αυγούστου. Πέρασα στην Αθήνα, στη σχολή που ήθελα. Αναπτερώθηκε λίγο το ηθικό μου. Θυμάμαι τα παιδιά στο συνεργείο όταν πήγα και ξόδεψα δύο μεροκάματα στα κεράσματα να με συγχαίρουν. Τους είχα σαν οικογένεια. Ο Κυρ Γιάννης που το είχε, ήξερε την ιστορία μου και συγκινήθηκε.

- Θα βγεις απόψε να το γιορτάσεις; Με ρώτησε.

- Όχι κυρ Γιάννη. Γι’ αυτό σας κερνάω. Την ευχαριστιέμαι μαζί σας την επιτυχία μου. Εσάς έχω εδώ. Δεν έχω άλλους ανθρώπους.

Ο κυρ Γιάννης συγκινήθηκε. Προσπάθησε να το κρύψει πίσω από ένα χαμόγελο.

Στην αρχή βέβαια, δεν πήγαινα στη σχολή κάθε μέρα, γιατί έπρεπε να δουλεύω για να τα βγάζω πέρα. Στη σχολή, γνώρισα τη Ράνια. Μια κοπέλα πανέμορφη. Ήμαστε στον ίδιο κλάδο. Στην αρχή ήμαστε απλά φίλοι, όπως και με άλλα παιδιά από τη σχολή.

Ήταν ένα βροχερό απόγευμα του Νοέμβρη, όταν της ζήτησα να βγούμε μετά το μάθημα οι δυο μας για καφέ. Περάσαμε τέλεια. Η Ράνια ήταν μια πανέμορφη, καστανόξανθη, φινετσάτη κοπέλα με ένα υπέροχο κορμί που θα λιμπιζόταν κάθε αρσενικό. Τα μάτια της καστανά με μια ζεστή έκφραση που συμπλήρωνε το γλυκό της χαμόγελο. Βρήκαμε πολλά κοινά μεταξύ μας. Περάσαμε τέλεια. Ξαναβρεθήκαμε πάλι την άλλη μέρα. Από τότε άρχισε ένας μεγάλος έρωτας.

Θυμάμαι σαν να ήταν χθες… τη μέρα που φιληθήκαμε για πρώτη φορά! Ένιωσα να ομορφαίνει όλος ο κόσμος γύρω μου. Αργότερα, το βράδυ, πήγαμε στο σπίτι μου. Καθίσαμε στον καναπέ. Αρχίσαμε να φιλιόμαστε. Την ξάπλωσα στον καναπέ ανάσκελα. Άρχισα να της χουφτώνω τα βυζιά από κάτω από τη μπλούζα. Οι ρώγες είχαν πεταχτεί από την καύλα. Της έβγαλα τη μπλούζα. Έβγαλα και εγώ τη δική μου. Άρχισα να της πιπιλάω τα βυζιά. Η Ράνια είχε απογειωθεί. Εκεί φάνηκε ότι η Ρούλα με εκπαίδευσε καλά, εκείνο το διάστημα που έμεινα μαζί της. Της έβγαλα το παντελόνι που φορούσε. Σε λίγο ήμαστε γυμνοί κι δυο αγκαλιάζοντας ο ένας τον άλλο. Έσκυψα και άρχισα να τη φιλάω στην κοιλιά κατεβαίνοντας προς τα κάτω. Έφτασα στο μουνί της· δεν ήταν εντελώς ξυρισμένο. Ήταν όμως καθαρό και μυρωδάτο. Μύριζε φρεσκάδα και σαπούνι. Άρχισα να πιέζω την κλειτορίδα με τη γλώσσα. Ύστερα άρχισα τις δονήσεις της κλειτορίδας με τη γλώσσα πιεσμένη πάνω της. Φιλούσα τα εξωτερικά μουνόχειλα τρυφερά. Έχυνε. Ύστερα έβαλα τη γλώσσα στο εσωτερικό και άρχισα να ρουφάω τα εσωτερικά μουνόχειλα. Έβαλα τη γλώσσα μέσα στην τρύπα και την έχωνα όσο βαθιά μπορούσα. Έχυνε. Τα υγρά της είχαν ωραία γεύση. Μου άρεσαν. Σηκώθηκα. Την καβάλησα στο στήθος και έδωσα τον πούτσο μου να τον πάρει στο στόμα. Έπαιρνε το πουτσοκέφαλο. Το έγλειφε όμως ωραία. Κατέβηκα κάτω. Της σήκωσα τα πόδια στους ώμους και της κάρφωσα σιγά-σιγά τον πούτσο στο ζεστό μουνάκι της. Άρχισα να μπαινοβγαίνω. Συνεχίσαμε για ένα πεντάλεπτο. Ίσως και λιγότερο. Ένιωσα να πιέζομαι. Δεν άντεχα άλλο. Τον έβγαλα και έχυσα στην κοιλιά της, στα βυζιά της και κάποιες σταγόνες έφτασαν στα μαλλιά της. Έπεσα πάνω της και τη φίλησα στο στόμα. Το βράδυ εκείνο ήταν ατέλειωτο. Από τότε με τη Ράνια γίναμε αυτοκόλλητοι. Ζούσε ο ένας για τον άλλο.

Το χειμώνα άλλαξα σπίτι. Νοίκιασα ένα μεγαλύτερο. Η Ράνια ερχόταν και έμενε σχεδόν συνέχεια σε μένα. Ζούσαμε σαν κανονικό ζευγάρι. Εγώ από μια στιγμή και μετά έπιασα βραδινή δουλειά σε κάποιο σουβλατζίδικο. Δε μπορούσα να μη δουλεύω, αλλά έπρεπε ταυτόχρονα να κοιτάξω τις σπουδές μου. Η Ράνια όλο αυτό το καταλάβαινε, κι έδειχνε να το εκτιμά και να το θαυμάζει στο χαρακτήρα μου. Γνώριζε τα πάντα για μένα, για τη ζωή μου. Αισίως φτάσαμε στο τελευταίο έτος των σπουδών μας. Ήρθε η ώρα να γνωρίσω τους δικούς της. Ο πατέρας της είχε αντιρρήσεις για το γάμο. Με θεωρούσε ένα ξεβράκωτο, ένα παραπεταμένο. Ήθελαν να παντρέψουν την κόρη τους με το γιο κάποιου που είχε χρήματα, από το νησί τους. Όταν, άθελά μου, το άκουσα αυτό το… «παραπεταμένος» και το «ξεβράκωτος», φρίκαρα, θύμωσα πολύ· ήταν μια φορά όταν πήγαμε στους δικούς της στο νησί. Η Ράνια δεν παραδεχόταν με τίποτα ότι το είπαν ποτέ οι δικοί της, μάλιστα πάνω στην κουβέντα άφησε να εννοηθεί ότι το έλεγα εσκεμμένα. Είχαμε σκοτωθεί εκείνες τις μέρες. Παραλίγο να χωρίσουμε. Ύστερα ηρεμήσαμε. Όταν απολύθηκα από το στρατό της έκανα πρόταση γάμου. Δέχθηκε. Πήγαμε και παντρευτήκαμε στο Δημαρχείο, μια και υπήρξαν αντιρρήσεις από τους γονείς της. Οι δυο μας, με δύο μάρτυρες.

Εγώ έπιασα δουλειά αμέσως μετά σε μια μεγάλη εταιρία με γεωργικά φάρμακα και λιπάσματα. Ως γεωπόνος έπρεπε να κάνω συχνά ταξίδια στην επαρχία. Έφτιαξα ένα καλό προφίλ στην εταιρία. Μετά από λίγο καιρό μεσολάβησα και έπιασε και η Ράνια δουλειά στην ίδια εταιρία. Ήμαστε ευτυχισμένοι.

Με τη Ράνια ήμαστε πολύ ερωτευμένοι. Κάθε μέρα, κάθε βράδυ ήταν σαν να ζούσαμε τον έρωτά μας από την αρχή. Ήταν η επέτειός που φιληθήκαμε πρώτη φορά, θυμάμαι. Βγήκαμε για φαγητό. Μετά πήγαμε στο σπίτι. Αρχίσαμε να φιλιόμαστε με το που μπήκαμε στο σπίτι μας.

- Γιατί βιάζεσαι αγάπη μου;… με ρώτησε η Ράνια όλο νάζι.

- Γιατί σε θέλω μωρό μου!

Αρχίσαμε να γδυνόμαστε. Μέχρι να φτάσουμε στην κρεβατοκάμαρα ήμαστε εντελώς γυμνοί. Τα ρούχα μας τα πετάξαμε στο χολ και στο διάδρομο. Πέσαμε στο κρεβάτι μέσα στα φιλιά και τα χάδια. Την έβαλα κάτω. Άρχισα να τη γαμάω. Το μουνί της έσταζε από καύλα. Τη γάμησα αρκετά λεπτά. Ύστερα τη γύρισα στο πλάι και άρχισα να γαμάω με δύναμη. Η κωλοτρυπίδα της γέμισε υγρά από το μουνί . Έβγαλα τον πούτσο μου και τον ακούμπησα πάνω στην τρύπα της. Έσπρωξα. Τραβήχτηκε. Την κρατούσα από τη μέση.

- Μη… θα πονέσω, μου λέει.

- Δε θα πονέσεις, της λέω. Θα σε προσέχω ματάκια μου.

Με άφησε. Χαλάρωσε και πήρε καλύτερη στάση. Τον έβαλα αργά μέσα. Δεν ήθελα να την πονέσω. Μόλις η σούφρα της χαλάρωσε άρχισε να κουνιέται όπως της ζήτησα. Σε λίγο ήρθε το τέλος. Το κατάλαβε από το πρησμένο πουτσοκέφαλο. Έχυσα μέσα της.

Χαλαρώσαμε κι δυο.

- Σου άρεσε άντρα μου;

- Πάρα πολύ, της λέω.

- Αν είναι να το κάνουμε έτσι και να μην πονάω, τότε θα ο κάνουμε ΟΚ;

- ΟΚ μωρό μου.

Έτσι αρχίσαμε να έχουμε πιο έντονη σεξουαλική ζωή. Όσο περνούσε ο καιρός ανακαλύπταμε συνεχώς καινούργια πράγματα που μας χάριζαν περισσότερη ηδονή. Κάθε μέρα ανυπομονούσαμε να βρεθούμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.

Τα καλοκαίρια πηγαίναμε στο νησί της· πράγμα που δεν μου ήταν καθόλου ευχάριστο, μια και οι δικοί της δεν άλλαξαν ποτέ τη στάση τους απέναντί μου, ιδιαίτερα μετά το γάμο μας. Και αυτό μου το έδειχναν με κάθε ευκαιρία.

Η Ράνια έμεινε έγκυος στο πρώτο μας παιδί. Ήμαστε τόσο ευτυχισμένοι! Μάλιστα, δώσαμε και το όνομα της μάνας μου όταν τη βαφτίσαμε. Το δεύτερό μας παιδί πήρε το όνομα του πεθερού μου. Η ζωή μας κυλούσε ήρεμα.

Ήρθε η κρίση. Οι εταιρίες άρχισαν να διώχνουν κόσμο και να μειώνουν μισθούς. Την ίδια πολιτική ακολούθησε και η εταιρία που δουλεύαμε. Ένα από τα θύματα ήταν κι Ράνια. Και θυμάμαι ότι μου έριχνε και ευθύνες, που δε μπόρεσα να κάνω κάτι να παραμείνει στη δουλειά. Τα πράγματα ζόρισαν οικονομικά. Η Ράνια μερικές φορές έπαιρνε χρήματα που της έδινε η μάνα της. Ήταν κάτι που δεν το ήθελα καθόλου. Άρχισα να ψάχνω για δεύτερη δουλειά. Βρήκα για μερικές μέρες του μήνα όταν είχε πολύ δουλειά - στο συνεργείο που πρωτοδούλεψα.

Ο Πεθερός μου δεν έχανε την ευκαιρία να με λέει άχρηστο και τεμπέλη· ποιον, εμένα που δε μου χαρίστηκε τίποτα στη ζωή· απεναντίας μάλιστα. Μια φορά με έφερε στο αμήν και αρπαχτήκαμε για τα καλά. Τότε του μίλησα άσχημα και σηκώθηκα και έφυγα μόνος μου για την Αθήνα με το πρώτο πλοίο. Άρχισαν οι καυγάδες και με τη Ράνια. Οι σεξουαλικές μας επαφές αραίωσαν, όπως ήταν φυσικό μέσα σε αυτό το κλίμα.

Πέρασε ένας χρόνος. Η κατάσταση χειροτέρευε μεταξύ μας. Το σεξ με τη Ράνια πλέον έπαψε να υπάρχει. Η ίδια άρχιζε να με αντιμετωπίζει εντελώς ψυχρά και ειρωνικά πολλές φορές. Άρχισε να παίρνει τα παιδιά και να πάει στο νησί για ένα και δύο μήνες συνεχώς, μια και δεν εργαζόταν πια. Όταν πήγαινα να τους δω, αντιμετώπιζα μια ξινίλα και μια ψυχρότητα από όλους ακόμα και από την ίδια τη Ράνια. Η μόνη παρηγοριά μου ήταν ο Γιαννάκης και η Σοφία μου, τα δυο μου αγγελούδια.

Ήταν δεκαπενταύγουστος. Εγώ ήμουν στην Αθήνα κι Ράνια ήταν στο νησί με τα παιδιά. Ήταν προγραμματισμένο να φύγω στις 14 του μήνα. Από τη δουλειά όμως μου δόθηκε η ευκαιρία να φύγω από τις δώδεκα του μήνα. Και μια και είχα αυτήν την ευκαιρία, ήθελα να τους κάνω έκπληξη, στα παιδιά μου κυρίως. Πήγα στο νησί με το πρωινό πλοίο.

Όταν πήγα στο σπίτι το βρήκα κλειστό. Η γειτόνισσα μου είπε ότι τα παιδιά πήγαν με τον πεθερό μου και την πεθερά μου για μπάνιο. Πήγαιναν συνήθως με το αμάξι σε μια απομακρυσμένη παραλία, που θεωρούσαν καθαρή. Σχεδόν μισή ώρα με το αυτοκίνητο.

Δεν έχασα καιρό, πήρα το αυτοκίνητο και τράβηξα για την παραλία με σκοπό να του συναντήσω εκεί και να τους κάνω έκπληξη. Σε ένα σημείο του δρόμου, καθώς πήγαινα, υπήρχε μια μεγάλη εσοχή με θάμνους και δέντρα κι ένα μικρό δρομάκι. Με μεγάλη μου έκπληξη είδα ξαφνικά το αυτοκίνητο της γυναίκας μου παρκαρισμένο. Κοντοστάθηκα. Δεν είδα κάποιον μέσα στην αρχή. Παραξενεύτηκα. Προχώρησα και σταμάτησα λίγο πιο κάτω που ήταν πιο πλατύς ο δρόμος. Πλησίασα με τα πόδια στο αυτοκίνητο.

Όταν έφτασα κοντά στο αμάξι, έπεσε ο ουρανός και με πλάκωσε. Η Ράνια ήταν ανάσκελα στα πίσω καθίσματα και πάνω της ένας γυμνός άντρας να την πηδάει. Θόλωσα. Πήρα μια πέτρα και με δύναμη την έριξα στο πλαϊνό τζάμι και το έσπασα. Στο άλλο χέρι κρατούσα μια άλλη πέτρα. Έτρεμα από τα νεύρα μου. Εκείνος σηκώθηκε. Τράβηξε τη βερμούδα, για ορμήσει πάνω μου. Μόλις πάτησε το πόδι κάτω του έριξα στο γόνατο την πέτρα με δύναμη. Ο πόνος τον σταμάτησε. Βρήκα την ευκαιρία και τον άρπαξα από το λαιμό, τον τράβηξα έξω από το αυτοκίνητο. Του έριξα δύο γροθιές. Με χτύπησε και εκείνος. Ήταν πιο ογκώδης από μένα, αλλά όχι όμως πιο δυνατός. Έπεσα κάτω. Σηκώθηκα αμέσως. Με μια κλωτσιά στο χτυπημένο γόνατο τον πέταξα κάτω. Τον χτύπησα και μια κλωτσιά στην κοιλιά. Σηκώθηκε και έκανε να έρθει κατά μέρος μου. Ήμουν έτοιμος να φτάσω εκεί, που ποτέ δεν έφτασα στη ζωή μου. Βγήκε και η Ράνια. Ούρλιαξε.

- Σταμάτα Νίκο… είναι ο άντρας μου!

Εκείνος τα έχασε για μια στιγμή. Αυτό μου έδωσε την ευκαιρία να του δώσω μια κλωτσιά στο στομάχι που τον δίπλωσε κάτω. Αμέσως τον χτύπησα στον αυχένα με μια γροθιά που τον έκανε να χάσει τις αισθήσεις του. Τον άφησα κάτω ζαλισμένο, σχεδόν λιπόθυμο. Έπιασα τη Ράνια από το μαλλί και της έδωσα δυο δυνατά χαστούκια.

- Με σένα πουτάνα θα τα πούμε στην Αθήνα, της είπα τραντάζοντας το κεφάλι όπως τα κρατούσα από τα μαλλιά.

Τα έχασε από το σοκ και τις φάπες. Με κοιτούσε γυμνή με τα μάτια κατακόκκινα. Γύρισα και έφυγα. Πήγα στο αμάξι, μπήκα και πήγα στο λιμάνι. Έφυγα για την Αθήνα με το επόμενο πλοίο. Δεν ξέρω τι στο διάολο έκαναν, πώς έφυγαν, πού πήγαν μετά από αυτό το σκηνικό.

Οι μέρες του δεκαπενταύγουστου πέρασαν. Ήταν απόγευμα. Καθόμουν λυπημένος, με μια βαριά θλίψη να πλημυρίζει την ψυχή μου. Ήταν μετά τη δουλειά και έπινα ένα καφέ να πάρω λίγες δυνάμεις. Όλη τη βδομάδα που πέρασε δεν έτρωγα σχεδόν καθόλου από τη στενοχώρια μου. Αδυνάτισα και ήταν εμφανές. Άκουσα κλειδιά στην πόρτα, άνοιξε. Ήταν η Ράνια. Κρατούσε μόνο ένα μικρό σακίδιο πλάτης, πράγμα που δήλωνε ότι θα έφευγε πίσω ξανά.

- Καλησπέρα!

- Καλησπέρα, απάντησα ψυχρά.

- Τι κάνεις; Είσαι καλά;

- Καλύτερα δεν ήμουν ποτέ. Εσύ πώς τα πέρασες με το γαμιά σου;

- Ήρθα να μιλήσουμε. Δε θα ήθελα να είναι εδώ τα παιδιά.

- Α! Μάλιστα. Σωστά. Τέλος πάντων. Κάτσε να ξεκουραστείς και θα τα πούμε.

Εγώ βγήκα για λίγο έξω. Πήγα στο φαρμακείο και πήρα κάποια φάρμακα. Από το στρες και το άγχος εκείνες τις μέρες άρχισα να έχω πονοκεφάλους και πόνους στο στομάχι. Όταν γύρισα πήρα ένα παυσίπονο κι ένα φάρμακο για το στομάχι.

- Δεν είσαι καλά; Τι έχεις;

- Καλά, πας καλά; Με ρωτάς τι έχω γαμώ την πίστη σου; Δε τρέπεσαι; Ήρθες να μιλήσουμε. Αν θέλεις να γίνει σε πολιτισμένα επίπεδα καλά θα κάνεις να δείξεις σεβασμό απέναντί μου. Πρέπει να σου ξεκαθαρίσω, πως αν είχα κάτι στα χέρια μου εκείνη τη στιγμή, μπορεί και να τον σκότωνα το γαμιά σου. Έμαθα ποιος είναι και τι είναι.

- Κοίτα, θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη είπε με χαμηλωμένο το κεφάλι.

- Όχι, δεν τη δέχομαι. Ούτε πρόκειται ποτέ να τη δεχθώ. Τι να την κάνω; Θα πήγαινα στη γυναίκα του να της τα πω όλα. Όμως, έγιναν όλα τόσο γρήγορα, που δεν πρόλαβα ούτε μια φωτογραφία με το κινητό μου να βγάλω. Δεν έχω στοιχεία βλέπεις. Κι εξάλλου τι νόημα θα είχε; Δε μου χάλασε αυτός το σπίτι· εσύ μου το χάλασες. Εσύ γούσταρες να γαμηθείς με άλλον και να με κερατώσεις. Αν δεν ήταν αυτός, θα ήταν κάποιος άλλος. Αν θέλεις όπως λες να κάνουμε πολιτισμένη συζήτηση, θα μου πεις την Αλήθεια.

Είχε χαμηλωμένο το κεφάλι.

- Εντάξει, όπως θέλεις.

- Πόσον καιρό γαμιέσαι μαζί του;

- Όχι πολύ.

- Τι έγινε έχασες το μέτρημα; Να σου πω εγώ! Ενάμισι χρόνο περίπου. Από όταν άρχισες να μένεις μήνες στο κωλόνησο . Αυτός έχει τρία παιδιά και έχει και δυο μαγαζιά. Είναι ματσωμένος, στα γούστα του πατέρα σου! Αλήθεια πόσο σε πληρώνει το κάθε γαμήσι; Το είπες στον πατέρα σου να σε καμαρώνει;

- Σε παρακαλώ Κώστα, ας μην ξεκινήσουμε τέτοια συζήτηση. Ξέκοψα μαζί του.

- Ναι, το ξέρω.

- Πώς το ξέρεις;

- Ο κόσμος το έχει τούμπανο και εμείς κρυφό καμάρι. Από «κολλητό» μου. Ξέρεις ότι γνωρίζω πολλούς ανθρώπους από το νησί. Ε, κάποιο πουλάκι βρέθηκε και μου τα είπε. Κατάλαβες; Και η γυναίκα του το έμαθε, σε έπιασε μπροστά στον πατέρα σου, όταν σας βρήκε στην αγορά και σε έβρισε μπροστά σε τρίτους. Είναι έτσι ή όχι; Έγινες απλά μια τσούλα που τη γαμάει ένας παντρεμένος και τίποτα άλλο. Θα ήθελα να δω τα μούτρα του μαλάκα του πατέρα σου. Να δω το τουπέ που σήκωνε πάντα και μου το έπαιζε άρχοντας! Ειλικρινά λυπάμαι, που δεν είχα την τύχη να απολαύσω τέτοιο θέαμα!

Η Ράνια χαμήλωσε το κεφάλι.

- Και τι θα κάνουμε τώρα;

- Δεν θα χωρίσουμε. Όσο και να περίμενες ν’ ακούσεις το αντίθετο από μένα.

Σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε περίεργα.

- Δηλαδή θα με συγχωρέσεις;… με ρώτησε με ένα διστακτικό ύφος.

- Όχι Ράνια! Απλά για τα παιδιά θα ζούμε τυπικά κάτω από την ίδια στέγη. Τυπικά! Δε μπορώ να φανταστώ ότι τα παιδιά μου θα ζήσουν με άλλον άνθρωπο πλάι τους που δε θα είναι η μητέρα τους ή ο πατέρας τους. Έχω προσωπικά πικρή πείρα. Ο πατέρας μου, ο μαλάκας, έκανε τόσο κακό σε μένα και βασανίστηκα τόσο πολύ στη ζωή μου, χωρίς να έχω φταίξει σε τίποτα. Για τα παιδάκια μου όμως, εγώ νοιάζομαι πολύ. Αυτό που προτείνω, δεν ξέρεις πόσο με πονάει. Σε σένα είχα βρει αποκούμπι. Ήσουν η γυναίκα της ζωής μου, ο άνθρωπός μου, ο έρωτάς μου. Αλλά εσύ… με πρόδωσες. Αν δεν υπήρχαν παιδιά θα χωρίζαμε. Μπορείς, φυσικά, να γαμιέσαι μαζί του ή με όποιον θέλεις άλλον, αλλά μπροστά στα παιδιά θα είμαστε ζευγάρι, κατάλαβες; Τύπος και υπογραμμός! Πήγαινε και πηδήξου ακόμα και σε μπουρδέλο, γίνε πουτάνα. Δε με νοιάζει πια για σένα. Το σκέφτηκα πολύ καλά. Για μένα ως γυναίκα τελείωσες. Απλά, όπως σου είπα, μπροστά στα παιδιά θα είσαι οσία. Μη διανοηθείς και κάνεις καμιά μαλακία και κυκλοφορείς φανερά με κανένα γκόμενο και μάλιστα τον γνωρίσεις και στα παιδιά, γιατί τότε μπορεί και να σε σκοτώσω κι σένα κι αυτόν. Κι αυτό θα πάει μέχρι να μεγαλώσουν τα παιδιά. Μετά θα το τελειώσουμε οριστικά και τράβα στο διάολο κι ακόμα παραπέρα. Κατάλαβες;

Η Ράνια έσκυψε το κεφάλι και σκεφτόταν.

- Θέλω όμως να σου εξηγήσω τι έγινε.

- Δε θέλω να ακούσω. Και αλήθεια να θέλεις να μου πεις, δε μπορώ να την ακούσω. Στη φάση που είμαι, θα νιώθω ότι λες δικαιολογίες, κατάλαβες; Τα σκέφτηκα όλα. Α, και κάτι άλλο· η εταιρία πήρε το απάνω της και άρχισε πάλι να επεκτείνεται. Τα πράγματα πάνε πού καλύτερα. Στη δουλειά άδειασε μια θέση. Μπορώ να μεσολαβήσω· θέλεις να έρθεις πίσω στην εταιρία;

- Ναι, εσύ θέλεις να έρθω Κώστα μου;

- Ναι, έτσι δεν θα σε πληρώνω κι από πάνω. Και να λείπουν τα «μου». Κατάλαβες; Όταν είμαστε μαζί, οι δυο μας, θα πάψουν τα μου και τα σου. Τελειώσαμε ως ζευγάρι! Χώνεψέ το!

Ο Αύγουστος πέρασε. Η Ράνια το Σεπτέμβρη έπιασε δουλειά. Δεν ξέρω, ίσως να το μετάνιωσε για όλα όσα έκανε. Έβλεπε και μένα μόνο μου, χωρίς να δείξω σημάδια ότι θα έκανα μια σχέση με άλλη. Στη δουλειά υπήρχαν κοπέλες ελεύθερες. Μάλιστα, μια από αυτές με θαύμαζε ως άντρα και δεν έχανε ευκαιρία να λέει ακόμα και στη Ράνια το πόσο τυχερή είναι που είναι μαζί μου, όπως και να μου κάνει κομπλιμέντα. Εγώ από την πλευρά μου ήμουν πολύ σοβαρός και μετρημένος στο χώρο της δουλειάς μου. Δεν υπήρχε περίπτωση να δώσω οποιοδήποτε δικαίωμα.

Από αυτή τη στάση μου, η Ράνια ίσως να περίμενε να τα ξαναβρούμε. Μάλιστα μια μέρα που βγήκαμε με τα παιδιά έξω με έπιανε από το μπράτσο και στηριζόταν πάνω μου με την παραμικρή ευκαιρία· όμως, κάθε φορά την απομάκρυνα διακριτικά. Κοιμόμαστε σε ξεχωριστά δωμάτια. Πλέον είχα κρυώσει για τα καλά. Κι από την άλλη τη σιχαινόμουν. Κι αυτό από τη στιγμή που την είδα να γαμιέται με τον άλλον. Κάθε βράδυ, ιδιαίτερα τον πρώτο καιρό, όταν έκλεινα τα μάτια μου, μού ερχόταν η σκηνή που τους έπιασα στο αυτοκίνητο. Βασανιζόμουν φριχτά.

Από την άλλη όμως, δεν άντεχα κι άλλο την αγαμία. Κι όσο σκεφτόμουν ότι η Ράνια γαμιόταν με τον χοντρομαλάκα για ένα, ενάμισι χρόνο και εγώ ήμουν στην ξεραΐλα και στην απέξω, μου την έδινε χειρότερα. Δεν ήθελα από την άλλη να κάνω δεσμό και υποχρεώσεις. Δεν θα άντεχα πια άλλη ψυχική και σωματική φόρτιση.

Ένα απόγευμα Παρασκευής γύρισα από τη δουλειά στο σπίτι. Η Ράνια είχε μαγειρέψει, μια και σχόλασε νωρίτερα. Δεν έφαγα μαζί τους. Παραξενεύτηκε, το είδα στα μάτια της. Έκανα ένα μπάνιο και βγήκα βόλτα. Πήγα σε ένα μπουρδέλο. Έπρεπε να γαμήσω, δεν άντεχα άλλο.

Μπήκα μέσα. Με χαιρέτησε η μαντάμ. Σε λίγο βγήκε ένα κοριτσάκι πανέμορφο. Ήταν γύρω στα 20. Δε μιλούσε Ελληνικά, ούτε Αγγλικά. Μπήκα μέσα. Περίμενα λίγο.

Όταν μπήκε άρχισε να μου τρίβεται. Παρόλο που είχα καιρό να γαμήσω είχα πάθει ένα σοκ. Ένιωσα ένα τρομερό άγχος. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά λες κι ήμουν έφηβος που πάει πρώτη φορά με γυναίκα. Η κοπέλα άρχισε να με μου παίρνει μια γρήγορη και άγαρμπη πίπα. Δε μου σηκωνόταν με τίποτα. Με ξάπλωσε στο κρεβάτι. Έπεσε πάνω και άρχισε να με φιλάει στο σώμα, και ιδιαίτερα στο στήθος. Άρχισε να με πιπώνει ξανά. Μου σηκώθηκε κάπως. Γύρισε ανάσκελα. Έπιασε τον πούτσο μου και τον οδήγησε στο μουνί της. Η ζέστη του μουνιού της βοήθησε να μου σηκωθεί ακόμα λίγο. Σε λίγο ένιωσα να φτάνει το τέλος. Τελείωσα μέσα της, στο προφυλακτικό. Τη φίλησα στο μάγουλο. Της είπα ένα ευχαριστώ στα Ρωσικά. Σε λίγο με χαιρέτησε και έφυγε. Έφυγα μέσα στο άγχος. Δεν ήξερα τι μου συμβαίνει.

«Τουλάχιστον έχυσα»… είπα μέσα μου, «ξαλάφρωσα που να πάρει ο διάολος».

Αντί για ικανοποιημένος, έφυγα πιο προβληματισμένος. Άρχισα να σκέφτομαι διάφορα. Μήπως δεν ικανοποιούσα και τη Ράνια; Μήπως αυτός ήταν ο λόγος που με απάτησε; Έκανα διάφορες μακάβριες σκέψεις στο μυαλό μου. Δεν ήθελα να πάω σπίτι μου. Αν αντίκριζα τη Ράνια, θα ένιωθα σίγουρα χειρότερα μετά από αυτό.

Πήρα το αμάξι και το γέμισα βενζίνη στο πρώτο βενζινάδικο. Βγήκα στην Εθνική. Λες και με τραβούσε κάτι. Μετά από τρεις τέσσερις ώρες ταξίδι έφτασα στην πόλη που μεγάλωσα, αλλά και μου έδωσε τόσο πόνο!

Σταμάτησα σε μια ταβέρνα να φάω. Τα παιδιά με αναγνώρισαν αμέσως. Με κέρασαν και μια μπύρα. Μάλιστα με το γιο του ταβερνιάρη ήμαστε συμμαθητές σε Γυμνάσιο και Λύκειο. Τον ρώτησα τα νέα του.

- Καλά ρε Κώστα, εσύ τυχαία ήρθες εδώ;

- Ναι τυχαία. Είναι μεγάλη ιστορία. Γιατί ρωτάς με αυτό το ύφος σε παρακαλώ;

- Γιατί; Δεν ξέρεις ότι παντρεύεται η Ζέτα. Εγώ νόμισα ότι σε έχουν καλέσει μόλις σε είδα.

- Τι να με καλέσουν βρε Θανάση; Δεν ξέρεις πώς έφυγα από εδώ; Εγώ δεν θέλω να του δω ζωγραφιστούς. Τι μου λες τώρα; Και να με καλούσαν δεν υπήρχε περίπτωση να τους κάνω τέτοια τιμή. Τι βρε Θανάση, για να δικαιολογηθούν στα μάτια του κόσμου; Άσε ρε φίλε! Δεν την μπορώ την υποκρισία. Με ξέρεις πώς ήμουν από παιδί. Με έδιωξαν σαν το σκυλί. Αυτό Θανάση μου, δεν θα τους το συγχωρήσω ποτέ!

Καθίσαμε λίγο ακόμα με το Θανάση και θυμηθήκαμε τα παλιά. Ύστερα, τράβηξα για το σπίτι της Ρούλας. Δίστασα για λίγο… χτύπησα το κουδούνι. Μου άνοιξε η Ρούλα. Μόλις με είδε έπαθε. Αγκαλιαστήκαμε.

- Πέρνα μέσα… μου είπε.

- Τι κάνεις, είσαι καλά;

- Καλά είμαι, μια χαρά! Εσύ πώς είσαι;

Η Ρούλα παρόλο που ήταν πια μια σαραντάρα, κρατιόταν καλά ως γυναίκα. Λιγνή κομψή, όμορφη· όπως πάντα.

Καθίσαμε στο σαλόνι. Μου πρόσφερε καφέ και αρχίσαμε να μιλάμε. Μου είπε ότι ήταν με ένα άνθρωπο και χώρισε ξανά πριν δύο μήνες. Εγώ της είπα τα δικά μου. Πραγματικά ένιωθα ότι μόνο σε αυτήν τη γυναίκα μπορούσα να τα πω όλα. Να ξαλαφρώσω. Της τα είπα όλα. Ακόμα και το σκηνικό στο μπουρδέλο.

- Κοίτα δεν είναι λίγα αυτά που τράβηξες. Ήταν πολύ πιθανόν να σου συμβεί αυτό. Δεν ήσουν χαλαρός. Γι’ αυτό σου συνέβη.

- Μα λες βρε Ρούλα; Μήπως να πήγαινα σε κανένα γιατρό;

- Όχι ρε βλαμμένο. Να σου πω, πού θα κοιμηθείς απόψε; Με ρώτησε με ένα νάζι.

- Έκλεισα στο ξενοδοχείο.

- Να το ακυρώσεις. Πάρε τώρα τηλέφωνο. Θα κοιμηθείς εδώ, δε σηκώνω αντίρρηση!

Κι έτσι έγινε. Πήρα και ακύρωσα την κράτηση. Είχε πάει έντεκα το βράδυ. Καθόμαστε και λέγαμε τον πόνο του καθένας. Καθόμαστε στο ίδιο σημείο όταν πρωτοφιληθήκαμε. Σε μια στιγμή πήρα την πρωτοβουλία και τη φίλησα στο στόμα. Αντέδρασε αμέσως με ένα παθιασμένο φιλί. Με πήρε από το χέρι. Πήγαμε στην κρεβατοκάμαρα. Γδυθήκαμε. Αρχίσαμε τα γλωσσόφιλα. Ο πούτσος μου είχε γίνει τούρμπο πριν ακόμα τον αγγίξει η Ρούλα. Κατέβηκε να μου τον πάρει πίπα. Δεν ήθελα. Ήθελα να τη γαμήσω εδώ και τώρα. Της σήκωσα τα πόδια και της κάρφωσα τον πούτσο μου μέσα. Άρχισα να τη γαμάω δυνατά. Σε λίγο ένιωσα να με σφίγγει στα πόδια της. Έχυνε. Σε λίγο έχυνα κι εγώ μέσα της. Μείναμε αγκαλιά.

- Κατάλαβες τώρα όλα όσα σου είπα; Δε θέλεις γιατρό. Ηρεμία θέλεις, κατάλαβες;

Όλο το βράδυ δεν κοιμηθήκαμε. Την έγλειψα στο μουνί και στον κώλο. Τη γάμησα άλλες δυο φορές και από το μουνί και από τον κώλο. Ήταν υπέροχο. Ξημέρωσε Σάββατο. Ξυπνήσαμε κατά τις μία το μεσημέρι μέσα στις γλύκες και στα φιλιά. Της πρότεινα να βγούμε να φάμε έξω. Δεν είχε πρόβλημα. Πήγαμε σε μια ταβέρνα λίγο έξω από την πόλη. Ένιωθα πολύ υπόχρεος απέναντι σ’ αυτή τη γυναίκα και δεν την άφησα να πληρώσει σε καμιά περίπτωση. Εκεί, στο σημείο εκείνο, υπάρχουν άλλες δύο τρεις μεγάλες ταβέρνες, που ασχολούνται με συνεστιάσεις σε γάμους και γιορτές. Πήγε αργά το απόγευμα. Αργότερα καθίσαμε σε μια καφετέρια κοντά για να πιούμε ένα καφέ. Ξαφνικά βλέπω τον πατέρα μου να μπαίνει μέσα. Έμεινα, κι εγώ κι εκείνος. Ήρθε προς το μέρος μου.

- Τι κάνεις Κώστα μου;… και πήγε να με αγκαλιάσει.

Τον σταμάτησα απλώνοντας το χέρι μου.

- Καλά είμαι. Να σου ζήσουν οι νιόπαντροι. Να χαίρεσαι το γαμπρό σου και την κόρη σου…

του είπα με ένα έκδηλα ειρωνικό ύφος. Εκείνος έμεινε σύξυλος. Δεν περίμενε τέτοια ψυχρή αντίδραση από μένα. Ίσως να θεώρησε ότι το ξεπέρασα, ότι ξέχασα μετά από τόσα χρόνια. Πήρα τη Ρούλα από το χέρι και έφυγα, γιατί όλο το θέαμα ήταν εκνευριστικό για μένα. Όταν βγήκαμε στο δρόμο συνάντησα και τη σκύλα, τη Δώρα. Πήγε να μου μιλήσει. Δεν της έδωσα σημασία, την αγνόησα εντελώς. Προχώρησα. Φύγαμε με τη Ρούλα και πήγαμε στο σπίτι. Ηρεμήσαμε λίγο. Όλο το υπόλοιπο χρόνο που είμαστε μαζί, δεν κάναμε τίποτα άλλο παρά μόνο σεξ. Σεξ σε όλες τις στάσεις. Πραγματικά αυτή η γυναίκα ήξερε να με απογειώνει.

Την Κυριακή το απόγευμα έφυγα για την Αθήνα. Έφτασα αργά το βράδυ στο σπίτι. Η Ράνια με περίμενε. Νευρίασε που είχα κλειστό το κινητό μου από την Παρασκευή το απόγευμα. Δεν της έδωσα σημασία. Πήγα στο δωμάτιό μου και έπεσα για ύπνο. Την άλλη μέρα πήγαμε μαζί στη δουλειά. Όλο με ρωτούσε πού ήμουν. Δεν της απαντούσα σε αυτήν την ερώτηση, την αγνοούσα εντελώς. Γυρίσαμε στο σπίτι μαζί. Κάθισα λίγο με τα παιδιά και το βράδυ έπεσα νωρίς για ύπνο.

Χτύπησε την πόρτα, μπήκε μέσα.

- Θέλω να μιλήσουμε!

- Ωραία!

Παραμέρισα την καρέκλα να καθίσει. Σηκώθηκα κι εγώ και κάθισα σε μια άλλη καρέκλα.

- Σε ακούω.

- Τι θα γίνει με μας;

- Δηλαδή;

- Ε, έτσι θα πορευτούμε;

- Σαν πώς δηλαδή;

- Ε, τι σαν πώς; Τα παιδιά κάποια στιγμή θα το καταλάβουν. Κι έπειτα το ότι κοιμόμαστε σε ξεχωριστά δωμάτια· είναι κάτι που θα κινήσει τις υποψίες τους κάποια στιγμή.

- Κοίτα, δε μπορώ να σε πλησιάσω σεξουαλικά. Είσαι ωραία γυναίκα, αλλά μετά από αυτό που έκανες σε σιχαίνομαι. Πραγματικά. Πιο καλά το έχω να πάω με μια πόρνη παρά με σένα. Άδικα χαλιέσαι. Δεν πρόκειται να γίνει τίποτα μεταξύ μας από εδώ και στο εξής. Εγώ, όπως σου το ξεκαθάρισα, δεν πρόκειται να ξαναπαντρευτώ. Δε μπορώ να εμπιστευτώ σε άλλον άνθρωπο τα παιδιά μου, παρά μόνο σε σένα. Όσο και να σου φαίνεται κουλό, δεν γίνεται. Τρομάζω στην ιδέα και μόνο. Μπορεί εσύ να με πρόδωσες εμένα, αλλά ο Γιάννης και η Σοφία είναι παιδιά σου. Είσαι μάνα τους, τα αγαπάς και θα τα φροντίσεις καλύτερα από κάθε άλλη γυναίκα. Απλά, σου είπα ότι για μένα ξόφλησες ως γυναίκα. Δεν μπορώ μαζί σου πια. Συμβιβάσου με αυτό. Τώρα, αν εσύ θέλεις να κάνεις σχέση με κάποιον, ελεύθερα από μένα. Μόνο μακριά από τα παιδιά. Πρόσεξέ το αυτό, γιατί τότε θα έχω άσχημες αντιδράσεις. Μπορώ να φτάσω σε σημείο που δεν φαντάζεται ανθρώπου νους. Εσύ Ράνια μου διάλεξες και έκανες το κομμάτι σου πίσω από την πλάτη μου, κι εγώ τώρα πρέπει να κάνω το δικό μου ως άντρας. Κατάλαβες;

Ενώ η ίδια ήρθε να μιλήσουμε με την ελπίδα να βρει κάποια λύση, τα λόγια μου τη γείωσαν κανονικά. Έχασε τα λόγια της, σε μια στιγμή βούρκωσε. Ήταν η πρώτη φορά που την είδα να δακρύζει πραγματικά, με πόνο, μετά από τα γεγονότα. Κατάλαβα πόσο πολύ την πονούσαν τα λόγια μου. Αλλά δε θα μπορούσε να βγει από μέσα μου και κάτι άλλο. Η ίδια δεν περίμενε να είμαι τόσο θυμωμένος μαζί της και να το καταπίνω κάθε μέρα, σαν να μην συμβαίνει τίποτα.

- Καλά όπως θες Κωστή μου. Θέλω να ξέρεις μετάνιωσα που έκανα αυτή τη μαλακία στη ζωή μου. Σε καταλαβαίνω πώς νιώθεις.

- Όχι Ράνια. Δε με καταλαβαίνεις. Νομίζεις πως με καταλαβαίνεις. Δεν ξέρεις πόσο υπέφερα και πόσο ακόμα υποφέρω. Τίποτα δε μπορείς να καταλάβεις. Θα ήθελα να ήξερα, τι σκεφτόσουν όταν πήγαινες με τον άλλον; Την ώρα που του σήκωνες τα πόδια και γαμιόσουν. Φαντάζομαι ότι άδειαζες το κεφάλι σου. Σκεφτόσουν το μουνί σου και μόνο το μουνί σου εκείνη τη στιγμή. Δεν υπήρχα ούτε εγώ, ούτε τα παιδιά σου, ούτε κανένας στον κόσμο σου εκείνη τη στιγμή που ήσουνα στην καύλα και στο χύσι. Πήγαινε τώρα σε παρακαλώ, γιατί θέλω να κοιμηθώ.

Έφυγε. Τη νύχτα που σηκώθηκα για να πιω νερό στην κουζίνα την άκουσα στο δωμάτιο να κλαίει. Δεν έδωσα σημασία, δεν με ένοιαζε, γύρισα στο δωμάτιο και την έπεσα για ύπνο. Την άλλη μέρα σχολάσαμε μαζί και γυρίσαμε μαζί στο σπίτι. Το βράδυ βγήκα έξω. Πήγα σε ένα μπαρ στην Καλλιθέα να βρω ένα γνωστό μου, το Σωτήρη. Δεν έμεινα πολύ εκεί. Πριν επιστρέψω στο σπίτι, πέρασα από ένα μπουρδέλο ξανά.

Μπήκα μέσα. Στο μαγαζί δούλευε μία κοπέλα ψηλή και ξανθιά. Μιλούσε σπαστά Ελληνικά. Μπήκα στο δωμάτιο και γδύθηκα από τη μέση και πάνω. Περίμενα. Όταν μπήκε με ρώτησε γιατί δεν είμαι έτοιμος. Γδύθηκα αμέσως. Άρχισε να μου παίρνει πίπα γρήγορη, όπως συνηθίζουν οι περισσότερες. Της ζήτησα να ρίξει το ρυθμό και να είναι πιο τρυφερή. Το έκανε. Ο πούτσος μου σηκώθηκε. Με ξάπλωσε και κάθισε πάνω μου. Οι κινήσεις της γρήγορες και αισθησιακές. Χαμήλωσα το ρυθμό. Δεν ήθελα να χύσω γρήγορα. Ύστερα της ζήτησα το κωλαράκι. Ήταν μέσα στην πληρωμή. Κάθισε στα τέσσερα και πήρε τον πούτσο μου και τον οδήγησε μέσα της. Άρχισα να τη γαμάω σιγά. Δεν ήθελα να την κάνω να πονέσει. Στο κάτω-κάτω δε θα ήμουν πιο πολύ άντρας, αν την έκανα να πονέσει. Ήθελα, αν δεν το ευχαριστιέται τουλάχιστον και το κάνει επειδή πρέπει, να μην της το κάνω και ανυπόφορο. Δεν είχε πρόβλημα με το χρόνο και φάνηκε. Ήταν υπομονετική. Σε λίγο έχυσα. Μόλις τελείωσα βγήκα. Καθίσαμε λίγα λεπτά και λέγαμε μαλακίες. Έβγαλα και της έδωσα άλλα 20 ευρώ.

- Αυτά δικά σου και μόνο δικά σου, της είπα, γιατί ήσουν άψογη.

- Ευχαριστώ, μου είπε με σπαστά Ελληνικά. Με φίλησε στο μάγουλο και έφυγε.

Βγήκα ικανοποιημένος και ενθουσιασμένος. Η Ρούλα είχε δίκιο. Το άγχος και το στρες των τελευταίων ημερών δεν με άφησαν να ολοκληρώσω την προηγούμενη φορά. Γύρισα σπίτι ανακουφισμένος. Η Ράνια με περίμενε.

- Θα φας με ρώτησε;

- Όχι της λέω, σ’ ευχαριστώ.

Κάθισε δίπλα μου στον καναπέ απέναντι στην τηλεόραση. Παρατήρησα σε μια στιγμή ότι κάτι οσμιζόταν. Ήταν το άρωμα της κοπέλας στον οίκο ανοχής. Μαζεύτηκε. Σηκώθηκε, πήγε μέχρι την κουζίνα. Ήπιε νερό. Γύρισε και κάθισε απέναντί μου.

- Πού πήγες αν επιτρέπεται;

- Στην Καλλιθέα. Σε ένα μαγαζί με το Σωτήρη.

- Και ήταν κι άλλος στην παρέα;

- Όχι γιατί;

- Μυρίζεις γυναικείο άρωμα.

- Α, ναι; Θα είναι της κοπέλας στο μπουρδέλο.

Η Ράνια έμεινε να με κοιτάζει με ανοιχτό το στόμα.

- Τι με κοιτάζεις; Μετά την Καλλιθέα πήγα σε ένα μπουρδέλο να γαμήσω. Ήταν μια ωραία ξανθιά κοπέλα που μου έκανε κλικ και πήγα μαζί της. Κακό είναι;

- Όχι, τι κακό να είναι;… είπε με μια ψεύτικη ψυχραιμία, σηκώνοντας το κεφάλι της με ένα πληγωμένο εγωισμό. Γιατί να είναι κακό;

- Σε πειράζει;

- Όχι για μένα Κώστα, αλλά για τα παιδιά που έρχεσαι σε επαφή κάθε μέρα μαζί τους. Τι θα γίνει άμα κολλήσουν τίποτα;

- Μην ανησυχείς παίρνω τα μέτρα μου. Εξάλλου, ούτε κι εσύ νοιαζόσουν γι’ αυτό όταν γαμιόσουν με το γκόμενο στο νησί, έτσι δεν είναι;

- Δεν είναι το ίδιο.

- Α… όλα κιόλα. Εσύ δηλαδή ήσουν σίγουρη ότι αυτός δεν ξενογαμούσε κι άλλες εκτός από σένα; Πώς το ξέρεις;

- Θα το ήξερα, αν γινόταν τίποτα.

- Καλά, μου φαίνεται ότι είσαι εντελώς χαζή! Εγώ από την Αθήνα και ξέρω περισσότερα. Αυτός, να ξέρεις, πηδούσε παράλληλα με σε σένα και τη ανιψιά του περιπτερά, που έχει το περίπτερο στην παραλία, τη Μαρίκα. Νομίζω έτσι τη λένε. Και μάλιστα αυτή, όπως κι εσύ θα ξέρεις, δεν αφήνει πούτσα για πούτσα στο νησί. Έχει γαμάτη φήμη. Όποιος έρθει στο νησί κι είναι μόνος του, εύκολα θα πηδήξει τη Μαρίκα. Έχει πάρει κι όλους τους μετανάστες. Μάλιστα, ακούστηκε ότι ένα βράδυ την είχανε πάρει πέντε Πακιστανοί παρτούζα. Αυτό πριν οχτώ, εννιά μήνες, τέλος του χειμώνα, αρχές της άνοιξης νομίζω. Κι ο μαλάκας που γαμιόσουν την πήρε αμέσως μετά από αυτό το συμβάν με ένα φίλο του στο σπίτι της. Κι εσύ ύστερα πηδιόσουν με αυτόν χωρίς προφύλαξη. Ξέρεις, ότι τώρα, πριν δύο μέρες, αυτό το πουτανάκι ήρθε στην Αθήνα για εξετάσεις για έιτζ; Δεν πας κι εσύ καλύτερα, να κάνεις καμιά εξέταση, μήπως σε κόλλησε ο καλός σου τίποτα; Για σένα το λέω, να μην μείνουν τα παιδιά μας χωρίς μάνα. Για το μαλάκα ποιος χέστηκε!

Η Ράνια έμεινε κόκαλο. Δεν πίστευε στα αυτιά της, ότι εγώ ήξερα τόσα πράγματα, για όσα συνέβαιναν στον νησί. Βέβαια, μπορεί να μάθαινα όλων των άλλων ανθρώπων, αλλά δυστυχώς όχι τα δικά μου, έγκαιρα τουλάχιστον. Προφανώς οι δυο τους πρόσεχαν και ήξεραν να κρύβονται καλά. Κι αυτό μέχρι τη μέρα που τους έπιασα.

- Ράνια εγώ παίρνω προφυλάξεις. Εσύ δεν έπαιρνες.

- Έπαιρνα!

- Όχι Ράνια, λες ψέματα. Όταν σας έπιασα, είδα τον τύπο με την πούτσα έξω, χωρίς προφυλακτικό. Καλύτερα να το δεις και εσύ. Αλλά έχεις πλάκα. Είσαι και συ ψώνιο όπως όλοι σας στο σόι κι οι περισσότεροι στο νησί σας. Είστε από τζάκι βλέπετε. Δεν είστε «παραπεταμένοι», «ξεβράκωτοι» όπως εγώ… είπα με αρκετή δόση σαρκασμού. Δε σας κολλάει αρρώστια εσάς τους γαλαζοαίματους! Εσείς κάνετε γαμήσια χάι κλας, γκλαμουράτα. Μη χέσω! Μια κοινωνία υποκριτών είστε και τίποτα άλλο. Και πάτε και στις εκκλησίες και κάνετε και μακρύ σταυρό, γαμώ το καντήλι σας! Πάνω από τις μισές ξενοπηδιούνται στο «ευλογημένο νησί» σας. Είστε όλοι «καλοκάγαθοι άνθρωποι»! Του θεού!

Η Ράνια είχε κερώσει από το σοκ, έφυγε.

Την άλλη μέρα προφασίστηκε αδιαθεσία και έφυγε από τη δουλειά νωρίτερα. Το απόγευμα που συναντηθήκαμε στο σπίτι μου εξομολογήθηκε ότι πήγε στο «Συγγρός» και έκανε εξέταση για έιτζ. Τα αποτελέσματα θα έβγαιναν σε λίγες μέρες.

Οι μέρες πέρασαν βασανιστικά γι’ αυτή· εγώ συνέχιζα τις επισκέψεις στον οίκο ανοχής. Βρήκα τα κοριτσάκια που γούσταρα και το γλεντούσα κανονικά.

Θυμάμαι όταν τη μέρα που θα έβγαιναν τα αποτελέσματα για τις εξετάσεις της Ράνιας. Ήταν μέσα στο άγχος. Την έβλεπα λίγο πριν φύγουμε για τη δουλειά. Την είδα και στη δουλειά κάποια στιγμή ,πως ήταν διαφορετική, σκεπτική. Εγώ την έβλεπα που ήταν έτσι και το γλεντούσα από μέσα μου. Ήμουν ευδιάθετος σαν να μην συνέβαινε τίποτα· κατά βάθος όμως είχα και εγώ την αγωνία μου. Στη δουλειά ήμουν ευχάριστος, με τα αστεία μου πάντα. Μάλιστα όταν μετά τις δέκα πήγα στο τμήμα που ήταν η Ράνια έκανα κάτι που τη φρίκαρε εντελώς. Πήρα ένα όμορφο κόκκινο τριαντάφυλλο από τον κήπο της εταιρείας και το χάρισα στην υπάλληλο που ήξερα ότι πάντα με θαύμαζε, τη Χριστίνα.

- Αυτό, το χαρίζω στο πιο ωραίο χαμόγελο της ημέρας, είπα και της έδωσα το τριαντάφυλλο μπροστά σε όλους στο γραφείο και φυσικά και στη Ράνια. Να ξέρεις ότι δεν υπάρχει πιο σπουδαίο από το να χαμογελάς στη ζωή κάθε μέρα. Έτσι η ζωή γίνεται πιο όμορφη, όπως κι εσύ επίσης.

- Σε ευχαριστώ Κώστα μου, είπε και με φίλησε στο μάγουλο.

Η Ράνια είχε σκάσει από τη ζήλια της. Την ήξερα πώς αντιδρούσε. Άρχισε να τακτοποιεί νευρικά τα συρτάρια της. Έφυγα από το γραφείο τους. Όταν κατέβηκε να πάει για τα αποτελέσματα, συναντηθήκαμε στο πάρκινγκ.

- Φεύγω, μου λέει. Πάω για τα αποτελέσματα. Θα τα πούμε μετά.

- ΟΚ! Της λέω. Εύχομαι να μην σου έχει κολλήσει τίποτα πακιστανικά κουσούρια ο μαλάκας.

Νευρίασε, δε μίλησε. Μπήκε μέσα στο αμάξι της χτυπώντας δυνατά την πόρτα. Τόσο αυτό που έγινε στο γραφείο, όσο και το τσίτωμα που της έκανα για τα αποτελέσματα, ήξερα ότι τη βασάνιζαν αρκετά.

Ήρθε το απόγευμα. Όταν η Ράνια πήρε τα αποτελέσματα ήρθε και μου τα πέταξε στη μούρη.

- Ορίστε! μου λέει, πεντακάθαρη!

- Εύγε κοπέλα μου! Και τώρα τι θέλεις; Να σου δώσω και έπαθλο;

- Να πας να κάνεις κι εσύ.

- Όχι. Εγώ και να κολλήσω, δεν πρόκειται να πάω μαζί σου. Οπότε δεν έχεις να φοβάσαι.

- Ε άι στο διάολο Κώστα! Είπε και έφυγε μέσα στα νεύρα.

Ήταν απόγευμα. Καθόμουν στο σαλόνι. Όταν ηρέμησε η Ράνια βγήκε στο σαλόνι. Εγώ είχα φτιάξει ένα καφέ και περίμενα να περάσει η ώρα. Θα πήγαινα να πάρω τα παιδιά από μια ξαδέρφη της.

- Άσε Κώστα, θα πάω να πάρω εγώ τα παιδιά, μου είπε.

- Ωραία έτσι θα έχω χρόνο να πάω να ξεδώσω σήμερα. Έχω κάτι καύλες!

- Τι να σου πω καημένε; Έχεις ξεφύγει εντελώς! Καλά ρε μαλάκα τι κάνεις; Το σκέφτεσαι καθόλου;

- Γαμάω, θέλω να συμπληρώσω τα όσα γαμήσια μου στέρησες. Θέλω να το γλεντήσω. Κατάλαβες; Εγώ ήμουν στη νηστεία ως πιστός σύζυγος κι εσύ το γλεντούσες με το γκόμενο. Θέλω να ρεφάρω. Δε θέλω να συνεχίσω να ζω για κανένα πούστη λόγο στο ίδιο τρισάθλιο μοτίβο, κατάλαβες;

- Τι να σου πω; Είπε και πήρε τα κλειδιά και έφυγε νευριασμένη.

Εγώ έκανα ένα μπάνιο. Ετοιμάστηκα και βγήκα για την τσάρκα μου. Τράβηξα για το γνωστό σπιτάκι, όπου βρήκα πάλι την ίδια κοπέλα να δουλεύει. Το ό,τι πήγαινα ξανά και ξανά σε αυτή, η περιποίηση που είχα από την ίδια ήταν ιδιαίτερη. Μιλούσαμε πλέον με τα μικρά μας ονόματα.

Μπήκε μέσα και άρχισε τις αγκαλιές τα φιλιά και τα γλυκόλογα. Αυτό ίσως και να ήταν αναμενόμενο από μια τέτοια κοπέλα, μια και ήμουν από τους λίγους πελάτες που άφηνε και πουρμπουάρ πότε-πότε. Έτσι ξαπλώσαμε στο κρεβάτι χαϊδεύοντας ο ένας τον άλλο. Η κοπέλα ήταν καθαρή. Μύριζε φρεσκάδα. Μόλις είχε πιάσει δουλειά. Πιπίλισα τα στητά της στήθη. Της άρεσε που ήμουν τρυφερός και ευγενικός μαζί της. Σε λίγο άρχισε μια φανταστική πίπα. Το έπαιρνε ολόκληρο μέσα. Αυτό για κανένα τρίλεπτο. Αν συνέχιζε λίγο ακόμα. Θα έχυνα. Την έστησα στα τέσσερα και άρχισα να τη γαμάω. Η θέα του καλοσχηματισμένου κώλου της με άναβε περισσότερο. Ο πούτσος μου είχε πρηστεί. Σταμάτησα γιατί ήθελα να το τρενάρω. Ξάπλωσα και την έβαλα να κάτσει από πάνω μου. Κάθισε. Τον πήρε όλον μέσα και άρχισα να κουνιέται μπρος πίσω. Ένιωθα τον κώλο της να ζουλάει τα αρχίδια μου. Το μουνί της ήταν ζεστό. Της χούφτωνα τα βυζιά. Κατέβασα τα χέρια μου και την έπιασα από τη μέση. Τη γαμούσα με δύναμη. Σε λίγο ήρθε το τέλος μέσα στην καπότα. Δε βγήκε αμέσως. Έπεσε πάνω μου και με φιλούσε στο λαιμό. Μου έδωσε και δυο τρία γλωσσόφιλα. Έμεινε δυο τρία λεπτά μαζί μου. Έβγαλα και της έδωσα ξανά πουρμπουάρ. Με φίλησε με ένα πεταχτό γλωσσόφιλο. Δε με ένοιαζε που μια απλή πουτάνα σε ένα μπουρδέλο έπαιρνε περισσότερα χρήματα λες και ήμουν σε στούντιο. Θεωρούσα ότι αφού η κοπέλα συμπεριφερόταν άψογα, το άξιζε. Εξάλλου και το σπίτι που δούλευε ήταν πολύ καθαρό. Ντύθηκα και βγήκα στο δρόμο. Ήμουν χαλαρός, ικανοποιημένος.

Πήγα στο σπίτι. Η Ράνια δεν είχε γυρίσει ακόμη από την ξαδέρφη της. Έκανα ένα ντους και πήγα και άραξα στον καναπέ. Άνοιξα την τηλεόραση και χάζευα. Σε λίγο ήρθαν και τα παιδιά. Εγώ ασχολήθηκα μαζί τους. Δε με ένοιαζε η Ράνια. Από ένα σημείο και μετά άρχισα να παγώνω. Ένιωσα ότι έφυγε ο θυμός. Απλά ήμουν συμβατικά μαζί της.

Είχε περάσει πάνω από μήνας. Ένα πρωινό ετοιμαστήκαμε να πάμε μαζί στην εταιρία. Η Ράνια είχε ντυθεί και θα πήγαμε παρέα. Πάντα ήταν πολύ κομψή στο ντύσιμο. Και πάντα διάλεγε ρούχα που τόνιζαν την ομορφιά της.

- Είσαι πολύ όμορφη σήμερα, της είπα. Μια κούκλα!

- Σε ευχαριστώ πολύ για το κομπλιμέντο. Καιρό είχα να ακούσω κάτι καλό από σένα. Κι έσκυψε και με φίλησε στο μάγουλο. Άπλωσε το χέρι της και με χάιδεψε. Γιατί δεν θέλεις να ξαναπροσπαθήσουμε βρε Κώστα μου;

- Δε γίνεται βρε Ράνια μου. Δεν το μπορώ. Πάλεψα πολύ με τον εαυτό μου. Το ό,τι σε έπιασα στα πράσα με το μαλάκα, δεν μπορώ να το ξεπεράσω. Έχουν περάσει δυο μήνες σχεδόν, αλλά η σκηνή όταν πάω να κλείσω τα μάτια μου έρχεται μπροστά μου. Και να σου πω, δε θέλω καν να ξαναπατήσω το πόδι μου και στο νησί. Δεν το μπορώ. Αισθάνομαι πολύ άσχημα.

Δε μίλησε. Ήταν το καλύτερο που μπορούσε να κάνει να μη χαλάσει την ατμόσφαιρα εκείνη τη στιγμή.

Φτάσαμε στην εταιρία. Εκείνη τη μέρα η Ράνια έπρεπε να ασχοληθεί με κάτι πελάτες από την επαρχία. Ήταν εκπρόσωποι ενός συνεταιρισμού. Μόλις είδαν τη Ράνια άρχισαν να τη γδύνουν με τα μάτια τους. Η Ράνια το κατάλαβε, όπως κατάλαβε επίσης, ότι κι εγώ το είδα και αντιλήφθηκα το πώς την κοίταζαν. Προφανώς σκέφτηκε να με κάνει να ζηλέψω και άρχισε να είναι διαχυτική μαζί τους. Πάντα με μέτρο όμως. Μάλιστα ο ένας από αυτούς, όπως ερχόταν προς το μέρος μου με τη Ράνια, της πρότεινε να βγούνε. Η Ράνια το απέφυγε με ένα ευγενικό τρόπο μπροστά μου. Εγώ τους παρέδωσα τα χαρτιά και έφυγα γιατί έπρεπε. Εκείνη τη στιγμή τσιτώθηκα μέσα μου, αλλά το έκρυψα. Προφανώς η Ράνια το κατάλαβε. Ξαναγύρισα στο τμήμα και τους χαιρέτησα. Μάλιστα, ο ένας έδωσε τον αριθμό του κινητού του στη Ράνια. Είχε αναγκαστικά και της Ράνιας το εταιρικό κινητό από την κάρτα της. Έφυγαν. Σχολάσαμε και πηγαίναμε στο σπίτι. Στο δρόμο χτύπησε το κινητό της. Η Ράνια δεν το σήκωνε. Ίσως προσπαθούσε να μου κάνει σπάσιμο.

- Θα το σηκώσεις επιτέλους;

- Όχι, ξέρω ποιος είναι.

- Ποιος;

- Ο εκπρόσωπος από την επαρχία. Έχει τρελαθεί να βγούμε και να βγούμε.

- Και γιατί δεν βγαίνεις;

- Είσαι καλά μωρέ; Τι λες; είπε φανερά εκνευρισμένη.

- Τι λέω; Ελεύθερη είσαι να βγεις. Αφού σε γουστάρει ο άνθρωπος… είπα με μια κυνικότητα. Κοίτα εγώ δεν έχω πρόβλημα, όπως σου είπα. Απλά μακριά από το σπίτι. Πάτε και σε ξενοδοχείο. Δεν με νοιάζει. Αλήθεια σου λέω. Δε γίνεται, πρέπει να βρεις και εσύ έναν άντρα να βλέπεις και λίγο δροσιά στα σκέλια σου…

είπα με σαρκασμό, που προφανώς την εκνεύρισε φοβερά. Η ίδια είχε κοκκινίσει από τα νεύρα και χτυπούσε νευρικά τα δάχτυλά της στην πόρτα του αυτοκινήτου. Κάποια στιγμή ξαναχτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο ίδιος τύπος που της έγινε κολλιτσίδα. Ξαφνικά τη βλέπω να κοκκινίζει ξανά από τα νεύρα της. Σηκώνει το τηλέφωνο:

- Ε αι στο διάολο ρε μαλάκα κι εσύ, μας τα έπρηξες σήμερα! Σου φέρθηκα ευγενικά, αλλά εσύ μου φαίνεται μόνο με μπινελίκια καταλαβαίνεις, μαλάκα! Καταρχήν είμαι παντρεμένη και κατά δεύτερο δε σε γουστάρω. Και ο τελευταίος άντρας στη γη να ήσουν, δεν θα πήγαινα μαζί σου παλιομαλάκα! Τι στο διάολο άλλο θέλεις να ακούσεις;…

Κι έκλεισε μέσα στα νεύρα το τηλέφωνο. Άρχισα να γελάω. Πραγματικά όμως! Άρχισε κι εκείνη. Την κοίταξα. Ήταν όμορφη όπως πάντα.

- Καλά, σκέφτεσαι να πάει στο διευθυντή και να του κάνει παράπονα ότι του μίλησες άσχημα;… της είπα για να την πειράξω.

- Ας πάει. Τότε θα τον καλέσω στη εταιρία για καφέ, τάχα μου να του ζητήσω συγγνώμη, και θα του ρίξω και φυτοφάρμακο μέσα στον καφέ. Έχουμε μπόλικο εκεί. Θα τον πάρουν οι τέσσερις από εκεί.

- Άρχισες να γίνεσαι επικίνδυνη Ράνια μου, το ξέρεις;

- Ναι, Κωστή μου, άρχισα να γίνομαι! Και καλά θα κάνεις να προσέχεις κι εσύ! Κατάλαβες;… και ξέσπασε στα γέλια, όπως κι εγώ.

Όσο είμαστε στο αυτοκίνητο η ατμόσφαιρα είχε φτιάξει μεταξύ μας πολύ, περισσότερο από άλλη φορά μετά το κεράτωμα. Δεν ξέρω, ένιωθα πιο χαλαρός απέναντί της· κι εκείνη το ίδιο βλέποντάς με να είμαι έτσι. Κατάλαβα ότι η Ράνια κατέβαλλε μεγάλη προσπάθεια να φτιάξουν τα πράγματα μεταξύ μας όλον αυτόν το καιρό.

Φτάσαμε στο σπίτι της αδερφής της. Μπήκαμε μέσα. Εγώ ήμουν ευδιάθετος. Η αδερφή της με κοίταξε παράξενα. Δε με είχε συνηθίσει τόσο χαρούμενο τον τελευταίο καιρό. Είδε και την αδερφή της να είναι κι αυτή ευδιάθετη και χαρούμενη. Φύγαμε με τα παιδιά.

Φτάσαμε στο σπίτι μας. Το βράδυ παραγγείλαμε απ’ έξω. Φάγαμε ένα ωραίο δείπνο με τα παιδιά μας. Όλοι μαζί στο τραπέζι. Τα παιδιά σε λίγο πέσανε για ύπνο. Μείναμε οι δυο μας στο σαλόνι. Είχαμε ανοίξει ένα μπουκάλι κρασί. Το κατεβάσαμε σιγά-σιγά στον πάτο και είχαμε κάνει κεφάλι. Λέγαμε αστεία. Η ατμόσφαιρα είχε πολύ καιρό να γίνει έτσι. Σε κάποια στιγμή η Ράνια μου λέει:

- Δεν θα πας για μάθημα Ρωσικών σήμερα;… και ξέσπασε στα γέλια.

- Αχ μωρέ ξεχάστηκα, θα χάσω το μάθημα. Και σηκώθηκα ξαφνικά πάνω. Πήρα το μπουφάν από την πολυθρόνα του σαλονιού το έριξα στην καρέκλα της κουζίνας.

Η Ράνια τα έχασε για μια στιγμή. Δεν πίστευε στα μάτια της. Πείστηκε ότι θα έφευγα. Σοβάρεψε. Άνοιξα το ψυγείο και πήρα ένα δεύτερο μπουκάλι κρασί. Πήρα το ανοιχτήρι και πήγα πάλι στο σαλόνι. Άρχισε να γελάει. Το ίδιο και εγώ. Μου έδωσε το ποτήρι. Της έβαλα.

- Με κοψοχόλιασες, βλαμμένε!

- Γιατί; Τι το τρομακτικό είδες;

- Για μια στιγμή πίστεψα ότι πράγματι θα πήγαινες.

- Ε, και;… γιατί τρόμαξες;… δεν είναι η πρώτη φορά τον τελευταίο καιρό.

- Δεν ήθελα να χαλάσουμε την τόσο ωραία ατμόσφαιρα μεταξύ μας απόψε.

- Δεν είμαι τόσο κάφρος. Με ξέρεις καλά νομίζω, έτσι δεν είναι;

Σε κάποια στιγμή σοβάρεψε πάλι. Με κοίταξε στα μάτια.

- Θα μπορέσεις να με συγχωρέσεις ποτέ; Το μετάνιωσα ρε Κώστα μου. Πάρα πολύ το μετάνιωσα. Σ’ αγαπάω. Κάθε φορά που πήγαινες με άλλες δεν ξέρεις πόσο υπέφερα. Δε λέω, μεγάλη η μαλακία που έκανα, αλλά σ’ αγαπάω. Δεν ξέρω, ίσως είναι νωρίς να ζητήσω κάτι τέτοιο, αλλά δε μπορώ. Υποφέρω. Το ξέρω, ότι μου αξίζει. Ό,τι και να πεις έχεις δίκιο. Δε σου φέρθηκα εντάξει. Θα ήθελα να προσπαθήσουμε ξανά, αλλά δε μπορώ και να επιμείνω. Είναι νωρίς ίσως ακόμα. Οι πληγές είναι ανοιχτές. Σε καταλαβαίνω και ας πιστεύεις το αντίθετο.

- Σε είδα πώς σούταρες το βλάχο. Σε είδα πως κατάφερες να με κάνεις να ζηλέψω. Και το κατάλαβες κι ίδια στο γραφείο. Ξέρω ότι με αγαπάς. Το καταλαβαίνω. Αλλιώς θα είχες φύγει. Κι εγώ σε αγαπώ. Αν δεν σε αγαπούσα θα είχα φύγει, να το ξέρεις. Αλλά… θέλω το χρόνο μου κορίτσι μου, δε μπορώ.

- Σε καταλαβαίνω αγάπη μου. Από μένα θα έχεις όσο χρόνο θέλεις. Στο υπόσχομαι. Θα σε περιμένω για όσο χρειαστεί. Και δεν θα σε αδικήσω, αν τελικά δε μπορέσεις.

Έσκυψα και τη φίλησα στο μάγουλο. Την αγκάλιασα. Καθίσαμε στον καναπέ αγκαλιασμένοι. Την αγαπούσα. Πλέον το ομολογούσα στον εαυτό μου· μέσα μου. Ακουμπούσε τρυφερά το κεφάλι της στον ώμο μου. Γύρισε και με φίλησε ξανά στο μάγουλο. Ήταν ένα τρυφερό γλυκό φιλί όπως παλιά, από τη Ράνια μου. Αποκοιμηθήκαμε εκεί.

Την άλλη μέρα ξυπνήσαμε πιασμένοι από τον καναπέ. Γελάσαμε κι οι δυο. Ήπιαμε ήρεμα ένα καφέ. Πήγαμε τα παιδιά στην αδερφή της και μετά στη δουλειά. Εγώ γύρισα πιο νωρίς. Έκανα ένα μπάνιο και άλλαξα, φόρεσα ένα καλό κουστούμι και καθόμουν στο σαλόνι και έπινα καφέ. Ήρθε και η Ράνια.

- Θα βγεις; Μου λέει με ένα μαγκωμένο ύφος.

- Όχι πώς σου πέρασε από το μυαλό βρε Ράνια μου;

- Σε βλέπω να είσαι έτοιμος να πας τη «βόλτα σου» πάλι;

- Εσένα περίμενα.

Χαμογέλασε. Το χαμόγελό της την ομόρφυνε ακόμα περισσότερο.

- Έλεγα να πηγαίναμε στο θέατρο απόψε. Πήρα και εισιτήρια. Τι λες;

- Σοβαρά; Κι ήρθε και με αγκάλιασε. Αυτό είναι υπέροχο! Πάω να ετοιμαστώ.

Βγήκε σε μισή ώρα ντυμένη. Ήταν μια καλλονή. Πανέμορφη όπως πάντα. Εγώ φόρεσα το σακάκι μου και φύγαμε. Ο ενθουσιασμός της ήταν τέτοιος, που ξέχασε να με ρωτήσει για τα παιδιά.

- Κοίτα Ράνια μου πήρα την Ρένα τηλέφωνο και της ζήτησα να κρατήσει τα παιδιά λίγο παραπάνω. Μου είπε να μην ανησυχούμε. Θα κοιμηθούν εκεί απόψε. Και να πάμε αύριο, που είναι Σάββατο, να τα πάρουμε. Τι λες;

- Σύμφωνοι, δεν με χαλάει… είπε με μια ικανοποίηση στο πρόσωπό της.

Πήγαμε στην παράσταση. Πραγματικά όταν την έβλεπα, καθώς τη συνόδευα, ένιωθα ότι συνόδευα μια θεά. Ήμουν πολύ ευγενικός μαζί της. Το χαιρόταν και η ίδια. Είχαμε καιρό να νιώσουμε έτσι ο ένας για τον άλλο. Η παράσταση τελείωσε. Ύστερα πήραμε το αμάξι και πήγαμε σε ένα εστιατόριο στο Χαλάνδρι. Καθίσαμε και φάγαμε ένα ωραίο δείπνο. Το συνοδέψαμε με ένα ωραίο ακριβό κρασί.

Γυρίσαμε αργά στο σπίτι. Μόλις μπήκαμε στο σπίτι η Ράνια είχε ζαλιστεί από το κρασί. Με όλη αυτή τη φάση, παρασύρθηκε και ήπιε λίγο παραπάνω. Τη σήκωσα και την πήρα αγκαλιά όπως παλιά. Την πήγα στη κρεβατοκάμαρα. Την έγδυσα. Θαύμαζα το υπέροχο κορμί της. Της φόρεσα με δυσκολία τις πιτζάμες της και την ξάπλωσα. Γύρισα να φύγω. Άλωσε το χέρι της και κράτησε το δικό μου.

- Μη φεύγεις σε παρακαλώ αγάπη μου! Μείνε δίπλα μου απόψε. Το έχω ανάγκη, είπε κοιτάζοντάς με στα μάτια με ένα βλέμμα παράκλησης αλλά και που έδειχνε ερωτικό συνάμα.

Κάθισα δίπλα της στο κρεβάτι. Με κοίταζε στα μάτια. Την κοίταζα κι εγώ. Δεν ξέρω, ζούσα ένα όνειρο εκείνη τη στιγμή. Είχα ξεχάσει τα πάντα. Την κοίταζα βαθιά στο βλέμμα της. Ήθελα να δω την ψυχή της. Ήθελα να δω την καρδιά της.

- Τι ψάχνεις καλέ μου; Σ’ αγαπάω. Τι δεν καταλαβαίνεις; Εδώ είμαι για σένα αυτή τη στιγμή. Για σένα νιώθω ότι ζω. Πίστεψέ με. Σ’ αγαπάω. Κι εδώ θα είμαι για πάντα, μόνο για σένα, αλλιώς θα είχα φουντάρει για να με τιμωρήσω. Σ’ αγαπάω!

Έσκυψα. Φιληθήκαμε στο στόμα τρυφερά. Ύστερα στο φιλί μας προστέθηκε το πάθος. Σηκώθηκα γδύθηκα και ξάπλωσα δίπλα της. Την πήρα αγκαλιά. Άρχισε να με χαϊδεύει στο πρόσωπο. Την αγκάλιαζα και τη χάιδευα τρυφερά. Άπλωσε το χέρι πάνω από το μποξεράκι μου. Της τράβηξα το χέρι. Δε μπορούσα να κάνω έρωτα μαζί της. Την αγαπούσα, αλλά ένιωθα ότι μέσα μου με βασάνιζαν όλα όσα διαδραματίστηκαν τελευταία στη ζωή μας. Έπρεπε ο χρόνος να βάλει το γιατρικό του. Με φίλησε στο στόμα, κούρνιασε στην αγκαλιά μου. Αποκοιμηθήκαμε, όπως και το προηγούμενο βράδυ στον καναπέ. Το πρωί σηκώθηκε πριν από μένα. Έφτιαξε πρωινό στην κουζίνα. Ήρθε μετά στο δωμάτιο και με ξύπνησε με χάδια και φιλιά.

- Καλημέρα αγάπη μου! Μου είπε.

- Καλημέρα μωρό μου… της απάντησα και ανταπέδωσα το φιλί της.

- Είναι εννιά η ώρα. Σηκωνόμαστε;

- Ναι, Ράνια μου, σε λίγο, είπα νυσταγμένος.

Εγώ μισοέκλεισα τα μάτια μου από τη νύστα. Η Ράνια έγειρε δίπλα μου με το κεφάλι της ακουμπισμένο στο χέρι της. Με κοίταζε και με χάιδευε πότε στο κεφάλι, πότε στο μάγουλο. Σε λίγο άνοιξα τα μάτια μου. Με κοιτούσε με ένα πανέμορφο βλέμμα και ένα ζεστό χαμόγελο. Τη φίλησα. Σηκωθήκαμε. Πήγα στο μπάνιο και ύστερα στην κουζίνα. Με περίμενε ένα πρωινό τραπέζι, βασιλικό. Πήραμε το πρωινό μας χαλαρά. Ύστερα πήγα και πήρα τα παιδιά από την αδερφή της. Η Ράνια έδωσε τον καλύτερο εαυτό της, στο να ετοιμάσει ένα καταπληκτικό γεύμα για όλους μας. Όταν μπήκαμε με τα παιδιά μέσα ήταν πλέον μία το μεσημέρι. Βρήκαμε ένα τραπέζι στρωμένο με όλα τα καλά. Οι μυρωδιές των φαγητών είχαν πλημυρίσει την ατμόσφαιρα του σπιτιού και μας τσάκισαν τη μύτη. Καθίσαμε και φάγαμε. Το απόγευμα μείναμε οι δυο μας. Τα παιδιά παίξανε λίγο ακόμα και ύστερα πήγαν για ύπνο. Εκεί που πίναμε τον καφέ μας η Ράνια μου λέει:

- Έρχεσαι να δεις κάτι στο δωμάτιό μας σε παρακαλώ. Δεν ξέρω τι είναι.

Με το που μπήκα μέσα με έσπρωξε και με έριξε ανάσκελα στο κρεβάτι. Έπεσε πάνω μου και άρχισε να με φιλάει με πάθος. Δε μπόρεσα να αντισταθώ στα φιλιά της. Κατέβηκε και μου ξεκούμπωσε το παντελόνι. Πήγα να πω κάτι και μου έβαλε το χέρι της στο στόμα μου.

- Σουτ! Τσιμουδιά σε παρακαλώ.

Έβγαλε τον πούτσο μου και άρχισε να μου τον παίρνει στο στόμα. Στην αρχή έβαζε το πουτσοκέφαλο μόνο μέσα. Ύστερα άρχισε να μου τον παίρνει βαθιά, βαθύτερα και τέλος τον έχωνε μέχρι το λαρύγγι της μέσα. Μου θύμισε τις πίπες που μου έκαναν στο μπουρδέλο που πήγαινα. Ο πούτσος μου είχε σηκωθεί καλά. Τράβηξε το παντελόνι μου και το έβγαλε εντελώς. Γδύθηκε στο δευτερόλεπτο. Με καβάλησε χώνοντας τον πούτσο μου στο μουνί της ολόκληρο. Το καυτό μουνί της με ώθησε να την πιάσω από τη μέση. Συντονίσαμε τις κινήσεις μας. Ύστερα βγήκα και την έστησα στα τέσσερα. Τη γαμούσα με δύναμη. Έχυσε! Το μουνί της είχε πλημυρίσει από τα υγρά της. Έχυσα κι εγώ σε λίγο πάνω στον όμορφο κώλο της γεμίζοντας τα κωλομέρια με χύσια.

Ξαπλώσαμε ανάσκελα λαχανιασμένοι κι δυο. Γύρισε πάνω μου και άρχισε να με φιλάει. Μείναμε αγκαλιασμένοι αρκετά. Δε μιλούσαμε, απολαμβάναμε τη στιγμή. Ακούσαμε τη φωνή της Σοφίας στο σαλόνι. Ντυθήκαμε γρήγορα και βγήκαμε από το δωμάτιο. Όλο το απόγευμα το περάσαμε με τα παιδάκια μας. Δεν ξέρω, ήμαστε κι δυο πιο ήρεμοι, πιο χαρούμενοι.

Το βράδυ μόλις η Ράνια έβαλε τα παιδιά για ύπνο ήρθε στο σαλόνι με ένα ναζιάρικο ύφος. Με έπιασε από το χέρι, χωρίς να μιλάει και με οδήγησε στην κρεβατοκάμαρα. Άρχισε να με γδύνει. Γονάτισε μπροστά μου και άρχισε να παίρνει ον πούτσο μου στο στόμα της. τον έγλειφε με τόση τρυφερότητα! Μου έγλειφε τα αρχίδια. Ύστερα σηκώθηκε και γδύθηκε. Στήθηκε όρθια ακουμπώντας τα χέρια της στην πόρτα της ντουλάπας. Τούρλωσε τον κώλο της και με κοίταζε με ένα προκλητικό βλέμμα όλο νάζι. Πήγα πίσω της και τον κάρφωσα στο μουνί της. Άρχισα να τη γαμάω αργά-αργά χώνοντας τον πούτσο μου ολόκληρο στο υγρό μουνί της. Έπιασε τα κωλομέρια της και τα άνοιξε με τα χέρια της. Ήταν καταπληκτικό. Γύρισε και σήκωσε το ένα πόδι. Το κράτησα με το χέρι μου και οδήγησα τον πούτσο μου μέσα της. με αγκάλιαζε για να κρατιόμαστε. Η αίσθηση των βυζιών της πάνω μου ήταν υπέροχη. Εγώ της κρατούσα τη μέση από τα κωλομέρια και την τραβούσα προς το μέρος μου με κάθε σπρώξιμο. Είχα τον έλεγχο των κινήσεων. Έχυνε ασταμάτητα. Η Ράνια τύχαινε πολλές φορές να χύνει περισσότερες από μία φορά σε κάθε μας γαμήσι. Σε κάποια στιγμή ένιωσα ότι φτάνει σε οργασμό. Άρχισε να φωνάζει. Να βογκάει δυνατά. Κράτησα το ρυθμό όσο γίνονταν να τη δω να τελειώνει. Λαχάνιασε! Εγώ κουράστηκα από τη στάση, το ίδιο και αυτή. Ο πούτσος μου έπεσε από την κούραση.

Με ξάπλωσε στο κρεβάτι και άρχισε την πίπα ξανά. Δεν άργησε ο πούτσος μου να γίνεται το ίδιο σκληρός όπως πριν. Τη γύρισα μπρούμυτα. Της έβαλα ένα μαξιλάρι από κάτω και έπεσα πάνω της καρφώνοντας τον πούτσο μου στο υγρό μουνί της. Άρχισα να τη γαμάω με δύναμη. Είχα και πάλι τον έλεγχο. Κι αυτή τη φορά τον απόλυτο. Της χάιδευα τα ωραία κωλομέρια. Τον έβγαλα έχυσα πάνω στον κώλο της. τον έτριβα με τα χύσια πάνω στον κώλο της. Έπεσα πάνω της. τη φίλησα στο πίσω μέρος του λαιμού. Αναστέναζε και γουργούριζε. Γυρίσαμε στο πλάι. Αγκαλιαστήκαμε και μείναμε έτσι μέχρι το πρωί.

Ο χειμώνας πέρασε πιο ήρεμα. Το απολάμβανα. Εγώ δεν ξαναπήγα πια στα γνωστά σπιτάκια από τότε. Η Ράνια ήταν τόσο τρυφερή μαζί μου, όσο ποτέ. Δε μπορούσα να πιστέψω ότι ξεπεράσαμε όλο αυτό. Μας φαινόταν όλο πια μια μακρινή ανάμνηση, ένα ψέμα, ένας εφιάλτης μέσα σε ένα κακό όνειρο.

Ήταν ένα απόγεμα του Γενάρη. Εγώ πήγα σε σουπερμάρκετ να ψωνίσω κάτι πράγματα. Ανάμεσα σε όλα αγόρασα και ένα τζελ, λιπαντικό. Όταν πήγα στο σπίτι τακτοποίησα τα πράγματα στη θέση τους. Σε λίγο ήρθε η Ράνια με τα παιδιά. Τα παιδιά είχαν πάει στο γιατρό με τη Ράνια. Το βράδυ κοιμήθηκαν νωρίς. Ο Γιαννάκης μετά το εμβόλιο ήταν λίγο αδιάθετος. Εγώ πήγα έκανα ένα μπάνιο και ξάπλωσα στο κρεβάτι. Έβαλα την τηλεόραση και χάζευα περιμένοντας την Ράνια.

Σε λίγο ήρθε και η Ράνια. Ετοιμάστηκε και πήγε στο μπάνιο. Βγήκε φορώντας ένα μπουρνούζι. Το έβγαλε και το έβαλε κοντά στο καλοριφέρ. Έμεινε θεόγυμνη. Ήταν μια θεά. Ήρθε στο κρεβάτι και ξάπλωσε ανάσκελα. Άρχισαν τα φιλιά κι από τους δυο μας. Κατέβηκα και της έγλειψα το μουνί όπως εγώ ήξερα. Τη φίλησα αρχικά στα μουνόχειλα απ' έξω. Ύστερα έχωσα τη γλώσσα μου μέσα στη σχισμή και την πέρασα προς τα πάνω. Έφτασα στην κλειτορίδα. Την έπαιξα λίγο με την άκρη της γλώσσας και κατέβηκα προς τα κάτω πάλι. Έχωσα η γλώσσα μου μέσα και άρχισα να τη γαμάω με αυτή. Έχυσε ένα ποταμό από υγρά. Το σώμα της πάθαινε σπασμούς από την καύλα. Συνέχισα. Έπιασα την κλειτορίδα ξανά και τη ρούφηξα. Έπαιζα με την κλειτορίδα και της έχωνα δύο δάχτυλα. Το ένα στο μουνί και το άλλο στον κώλο της. Διαπίστωσα ότι η κυρία είχε πλύνει καλά την τρυπούλα του κώλου της και έβαλε και τζελ. Συνέχισα με το μουνί της. Ύστερα κατέβηκα προς τον κώλο της. Έγλειψα την περιοχή ανάμεσα στο μουνί και τον κώλο της. Κατέβηκα ακόμα και άρχισα να παίζω την κωλοτρυπίδα της με τη γλώσσα μου. Δε βιαζόμουν. Έφτασε ακόμα μια φορά σε δυνατό οργασμό καθώς της έγλειφα τον κώλο. Σηκώθηκα στα γόνατα. Της σήκωσα τα πόδια ψηλά. Έχωσα τον πούτσο μου μέσα της αργά, βαθιά. Άρχισα να τη γαμάω με δύναμη. Έχωσε τα νύχια της στην πλάτη μου φτάνοντας για άλλη μια φορά στον οργασμό. Της έβαλα ένα μαξιλάρι στη μέση. Σήκωσα τα πόδια της πάλι και της τον έχωσα προσεκτικά αλλά γρήγορα στον λαδωμένο κώλο της. Τον έβαζα και έβλεπα να μπαίνει χαρίζοντάς μου μια υπέροχη αίσθηση. Τον έχωσα ολόκληρο. Ο κώλος της άνοιξε καλά. Προσαρμόστηκε. Το γαμήσι από τον κώλο της δεν κράτησε πάνω από δύο τρία λεπτά. Ο πούτσος μου τεντώθηκε. Τον έβγαλα και την έχυσα απάνω στα μουνόχειλα και τη σούφρα. Η Ράνια πασάλειφε τα χύσια μου πάνω στο μουνί της, μέσα και έξω από τα μουνόχειλα.

Ξαπλώσαμε για μια ώρα, μιλώντας περί ανέμων και υδάτων. Ύστερα μας πήρε ο ύπνος. Στις τέσσερις το πρωί σηκώθηκα να πάω για κατούρημα. Την είδα να κοιμάται σαν άγγελος. Έπεσα δίπλα της. Ήταν γυρισμένη στο πλάι. Ανασήκωσα λίγο τη μέση της και ακούμπησα το πουτσοκέφαλό μου στο μουνί της και το έτριβα. Δεν άργησε να μου σηκωθεί. Η ίδια νύσταζε. Αλλά πήρε μια πιο βολική στάση. Μπήκα μέσα της. Άρχισα να τη γαμάω. Σε λίγο έχυσα μέσα στον μουνί της. Μείναμε έτσι μέχρι το πρωί.

Ήρθε η άνοιξη. Πήγαμε στο νησί όλοι μαζί. Εγώ αν και δεν είπα τίποτα, πήγα με βαριά καρδιά. Αυτή τη φορά ήταν και η αδερφή της Ράνιας. Ο πεθερός μου ήταν λίγο πιο φιλικός μαζί μου, θα έλεγα καλύτερα, όχι εριστικός με την κάθε ευκαιρία όπως παλιά. Πώς να μην είναι, μετά τα καμώματα της κόρης του; Μεταξύ μας, όμως, υπήρχε μια τυπικότητα. Ίσως την καλλιεργούσα κι εγώ, από εγωισμό και μόνο. Η άδεια τελείωσε και γυρίσαμε στην Αθήνα. Δουλειά και ρουτίνα πάλι. Αλλά με τη Ράνια ήμαστε όπως πρώτα. Δε βλέπαμε την ώρα και τη στιγμή να πέσει ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.

Θυμάμαι όταν ένα βράδυ βάλαμε τα παιδιά για ύπνο. Πήγα στο μπάνιο να πλυθώ. Η Ράνια συμμάζεψε την κουζίνα. Βγήκα και άραξα στο κρεβάτι μας. Η Ράνια πήγε στο μπάνιο. Έκανε σχεδόν μία ώρα να βγει. Βγήκε.

Μόλις έβγαλε μια ρόμπα που φορούσε έμεινα. Άρχισε να χαϊδεύεται μπροστά μου. Άρχισε να τρίβει το μουνί της. Αυτή τη φορά το είχε ξυρίσει εντελώς. Άρχισε να μαλακίζεται και να τρίβεται. Έβαζε το δάχτυλο και έτριβε την κλειτορίδα της. Έβαλε ένα δάχτυλο και γαμούσε το μουνί της. Ο πούτσος μου είχε γίνει σκληρός σαν πέτρα. Τον έπιασα και τον χάιδευα αργά. Μου γύρισε την πλάτη ακουμπώντας στη συρταριέρα τούρλωσε τον κώλο της που είδα τον είχε ξυρίσει εντελώς. Άρχισε να βάζει κωλοδάχτυλο μόνη της. Κουνούσε καυλιάρικα τη μέση και μαλάκιζε τον κώλο της κα το μουνί της. Δεν άντεχα άλλο. Έπρεπε να τη γαμήσω. Η πρόκληση ήταν μεγάλη για μένα. Σηκώθηκα και πήγα από πίσω της. Πήγα να τον βάλω στο μουνί της που ήταν μέσα στα καυλόνερα. Μου τον έπιασε και τον οδήγησε μέσα στον κώλο της. Διαπίστωσα ότι είχε βάλει αρκετό λιπαντικό. Η σούφρα της ήταν καθαρή. Μπήκα μέσα της. Σε κάθε σπρώξιμο τον έχωνα όλο και πιο μέσα. Άρχισε να κουνιέται με ένταση κι αυτή. Δεν άργησα να φτάσω σε οργασμό. Τον έβγαλε μόλις κατάλαβε ότι θα έχυνα. Τον ακουμπούσε πάνω στα κωλομάγουλά της και έχυσα απάνω τους. Πασάλειψε τον κώλο της με χύσια. Ύστερα έκανε κάτι εντελώς αναπάντεχο. Γύρισε και μου τον πήρε στο στόμα. Άρχισε μια βαθιά πίπα. Κι όσο πούτσος μου μαλάκωνε τόσο τον έβαζε όλο μέσα και τον κρατούσε στο στόμα. Ξαπλώσαμε στο κρεβάτι αποκαμωμένοι από την ένταση.

- Σου άρεσε;

- Είσαι καλά; Με τρέλανες!

- Θα έχει και δεύτερο γύρο μου λέει.

Σηκώθηκα και πήγα στην κουζίνα να πιω νερό. Η Ράνια πήγε στο μπάνιο και σε δέκα λεπτά βγήκε. Καθίσαμε και φιλιόμαστε λέγοντάς μου ερωτόλογα. Με είχε βάλει σε άλλη διάσταση. Ζούσα ένα όνειρο. Σε λίγο αρχίσαμε να φιλιόμαστε και να ανάβουμε. Έπεσα με τα μούτρα στο μουνί της. Άρχισα να το γλείφω στα μουνόχειλα. Έβαλα το δάχτυλο μέσα της και άρχισα να της παίζω τον κόλπο. Η γλώσσα μου πέρασε από την κλειτορίδα. Άρχισε να συσπάται το μουνί της και να με πλημμυρίζει με υγρά. Την τρέλανα κυριολεκτικά στο γλείψιμο. Έφτασε σε οργασμό. Της σήκωσα τα πόδια με σκοπό να της τον χώσω στο μουνί. Με σταμάτησε. Έβαλε άλλο ένα μαξιλάρι από κάτω της. Σήκωσε τα πόδια μόνη της και άνοιξε τα κωλομέρια της, προβάλλοντας τη σούφρα της. Πλησίασα, έτριψα τον πούτσο μου πάνω στο μουνί της. Τον έπιασε με το χέρι της και τον οδήγησε ξανά στον κώλο της. Χώθηκε με περισσότερη ευκολία. Άρχισα να μπαινοβγαίνω. Η καύλα είχε πιάσει κόκκινο και για τους δυο. Τον έχωνα αργά. Ήθελα να νιώθω την αίσθηση της κωλοτρυπίδας της. Τον έβγαζα και τον ξαναέβαζα. Γονάτισα και ήμουν όρθιος έχοντας όλο το θέαμα της διείσδυσης μπροστά μου. Το έκανα αργά για να μπορώ να το χαίρομαι όλο το θέαμα. Ο πούτσος μου τεντώθηκε, όσο δεν πήγαινε άλλο. Η όλη φάση κράτησε γύρω στο δεκάλεπτο. Έφτανα στην κορύφωση. Το ένιωσε κι η Ράνια και άρχισε να παίζει την κλειτορίδα της. Όταν έφτασα στο τέλος τον έβγαλα και άρχισα να χύνω έξω από την κωλοτρυπίδα της και στο μουνί της που μαλάκιζε η ίδια. Η Ράνια έφτασε σε οργασμό, καθώς έτριβε το μουνί της με τα χύσια μου επάνω. Έχυνε πολλά υγρά και το θέαμα ήταν καταπληκτικό. Όταν τελείωσε έπεσα πάνω της και τη φίλησα. Ήμαστε λαχανιασμένοι κι δυο. Τη φίλησα με ένα γλωσσόφιλο διαρκείας. Με χάιδεψε στο κεφάλι.

- Σ’ αγαπώ Κωστή μου!, είπε και με αγκάλιασε δυνατά πάνω της.

- Κι εγώ σ’ αγαπώ μωρό μου. Σε λατρεύω.

Έτσι περνούσαν οι μέρες μας μέσα στη ηρεμία και την ζεστή οικογενειακή θαλπωρή, τον έρωτα και ψυχική μας ηρεμία· ασχολούμαστε με μας, με τη δουλειά μας, με τα παιδάκια μας…

Μια μέρα που περπατούσαμε στην Αθήνα, στα μαγαζιά της Ερμού. Η Ράνια κοντοστάθηκε σε μια βιτρίνα με ρούχα δύο τρία μέτρα πιο πέρα. Εγώ Ακούω μια φωνή δίπλα μας με σπαστά Ελληνικά.

- «Κύριε Κώστα μας ξεχάσατε, δεν έρχεστε από το σπίτι κατόλου!»

Εγώ ένιωσα ότι ήταν καλύτερα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Αναγνώρισα την μαντάμ του οίκου ανοχής που πήγαινα. Η Ράνια το κατάλαβε αμέσως, όπως και κατάλαβε το πόσο ντράπηκα εγώ ο ίδιος και μόλις που κρατιόταν να μη σκάσει ανοιχτά στα γέλια μπροστά μου, καθώς με έβλεπε να κοκκινίζω από την ντροπή μου.

- Κάνετε λάθος κυρία μου, κάποιον άλλο με περνάτε.

- «Με συγχωρείται κύριε. Έκανα λάτος», είπε και έφυγε.

- Αχ βρε Κώστα μου… τι τρόποι είναι αυτοί; μου είπε η Ράνια. Δε ντρέπεσαι; Ούτε ένα τηλέφωνο ρε συ;

- Ράνια κόφ’ το σε παρακαλώ!

Σε όλη τη βόλτα η Ράνια δν σταμάτησε να με πειράζει. Από την άλλη κι εγώ γελούσα με όλη τη φάση. Γυρίσαμε σπίτι. Είχαμε τσιμπήσει κάτι απ’ έξω. Τα παιδιά είχαν μείνει στο νησί με τους παππούδες. Είμαστε μόνοι μας. Εγώ έκανα ένα μπάνιο. Πήγα και ξάπλωσα. Η Ράνια μάζεψε λίγο το σπίτι. Ύστερα έκανε κι εκείνη ένα ντους. Ήρθε στο δωμάτιο.

- Κύριε Κώστα, επιτέλους ήρτατε! Είπε θέλοντας να διασκεδάσει την κατάσταση.

- Ράνια σταμάτα το σε παρακαλώ… είπα επιστρατεύοντας όση σοβαρότητα μπορούσα.

- «Μα γκιατί κύριε Κώστα; Σας επιτυμήσαμε!»… είπε μιμούμενη την προφορά της γυναίκας.

Αρχίσαμε να γελάμε. Έπεσε στην αγκαλιά μου γυμνή. Αρχίσαμε να τριβόμαστε. Η αίσθηση του γυμνού της σώματος πάνω στο δικό μας ήταν υπέροχη. Χαϊδευόμαστε και φιλιόμαστε όλο πάθος. Μπήκα μέσα της, ενώ ήταν ξαπλωμένη ολόκληρη πάνω μου. Η διείσδυση δεν ήταν βαθιά αλλά ήταν πολύ αισθησιακή. Ένιωθα ολόκληρο το σώμα της πάνω μου. Την έπιασα από τα κωλομέρια και την πίεζα ώστε να της τον χώνω μέσα ολόκληρο. Τελείωσα μέσα της. Δεν τον έβγαλα. Συνέχισα λίγο ακόμα. Σε λίγο τελείωσε κι η Ράνια.

Μείναμε έτσι. Χαλαρά με τη γυναίκα μου ξαπλωμένη πάνω μου. Ήταν υπέροχο! Την αγκάλιασα μέσα στα μπράτσα μου. Την κρατούσα λες και επρόκειτο να μου φύγει. Το ένιωθε ότι την κρατούσα έτσι. Δεν μιλούσαμε. Το απολαμβάναμε απλά.

Αν με ρωτούσε κανείς το περασμένο Σεπτέμβρη, μετά από τα γεγονότα, αν περίμενα ποτέ να τα ξαναβρώ με τη γυναίκα μου, θα έλεγα ένα απόλυτο «όχι». Τώρα φάνηκε ότι αγαπιόμαστε ακόμα και μπορούσαμε να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες μας.

Ήρθε το καλοκαίρι. Η δουλειά στην εταιρία ήταν πάρα πολύ. Εγώ με τις εξειδικευμένες γνώσεις που είχα, πήρα προαγωγή, αναβαθμίστηκε ο ρόλος μου μέσα στην εταιρία. Πλέον ανέλαβα ρόλο επιστημονικού συμβούλου σε πολλά θέματα. Αυτό είχε ως θετική συνέπεια την αύξηση των εσόδων μας.

Έφτασε ο Αύγουστος. Τους δύο προηγούμενος μήνες εγώ σκοτώθηκα στη δουλειά. Η Ράνια έφυγε τέλη Ιούλη για να είναι λίγο με τα παιδιά. Θα ήταν και η αδερφή της εκεί με τον αρραβωνιαστικό της. Εγώ θα πήγαινα γύρω στις 10 του μήνα και θα μέναμε ως το τέλος του Αυγούστου.

Ήταν παραμονές του Σωτήρος, 5 Αυγούστου. Στη δουλειά μπόρεσα και πήρα άδεια νωρίτερα. Είχα τακτοποιήσει διάφορα ζητήματα μαζεμένα, ώστε να βρω χρόνο να πάω πιο νωρίς στην οικογένειά μου. Πήρα το πρώτο πλοίο της γραμμής πρωί-πρωί. Έφτασα στο νησί. Με το αυτοκίνητο, η χώρα ήταν μισή ώρα από το λιμάνι.

Σταμάτησα στα μαγαζιά και αγόρασα κάτι στα παιδιά. Προχώρησα στο λιμάνι της χώρας. Όλη η παραλιακή ήταν γεμάτη, μαγαζιά κατάμεστα στον κόσμο. Στο δρόμο συνάντησα ένα γνωστό μου. Μου είπε ότι είδε τη Ράνια με την αδερφή της και τον αρραβωνιαστικό της εκεί κοντά.

Προχώρησα πεζός με την ελπίδα να τους βρω. Ξαφνικά αναγνώρισα την αδερφή της από μακριά. Ήταν η Ρένα με τον Πέτρο, τη Ράνια κι ένας άντρας ανάμεσα στη Ράνια και την αδερφή της. Απέναντί τους ένα άλλο ζευγάρι που δεν γνώριζα. Πλησίαζα χωρίς να με πάρουν είδηση. Όταν πλησίασα πιο κοντά, αναγνώρισα και το Νίκο. Αυτόν με τον οποίο το προηγούμενο καλοκαίρι με είχε κερατώσει. Έφυγε η γη κάτω από τα πόδια μου. Δε μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου. Κάποια στιγμή ήθελα να φύγω, να γυρίσω πίσω.

Πλησίασα κοντά τους χωρίς να με αντιληφθούν. Ξαφνικά ο Νίκος βάζει το χέρι πίσω από την πλάτη της Ράνιας ακουμπώντας το στην καρέκλα. Έκανε να της πιάσει και τα μαλλιά. Έφτασα στο τραπέζι τους χωρίς να με δει η Ράνια και η Ρένα. Του έπιασα το χέρι από τον καρπό με δύναμη και το πίεσα προς τα κάτω. Όλοι ξαφνιάστηκαν.

- Να σου πω ρε φίλε, έχουμε αφήσει τίποτα λογαριασμούς στη μέση από πέρυσι; Πες μου, γιατί μπορούμε να ξοφλήσουμε το υπόλοιπο τώρα, αυτή τη στιγμή, εδώ; Τι λες;…

είπα με ένα αγριεμένο ύφος. Εκείνος μαζεύτηκε. Προφανώς φοβήθηκε. Δε μίλησε καθόλου. Κανείς τους δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Η Ράνια με κοίταζε χλωμή. Το άλλο το ζευγάρι έμεινε κοκαλωμένο. Προφανώς τα γνώριζαν όλοι όλα.

- Γεια σου Πέτρο, γειά σου Ρένα, είπα με ένα καθόλα τυπικό και ψυχρό ύφος. Τι κάνετε; Πώς τα περνάτε;

- Γεια σου Κώστα, κατάφερε να πει κι ο Πέτρος. Πότε ήρθες; Δε σε περιμέναμε!

- Το βλέπω Πέτρο μου, το βλέπω. Σήμερα ήρθα, τώρα· μου έδωσαν πιο νωρίς άδεια από τη δουλειά… όπως και πέρυσι· αλλά θα φύγω σήμερα κιόλας, τώρα.

Να μη σας χαλάσω και την παρέα. Βλέπεις… αυτοί οι ξαφνικοί ερχομοί μου στο νησί δεν είναι κι ό,τι καλύτερο απ’ ό,τι φαίνεται για μια ακόμα φορά! Σας χαιρετώ λοιπόν και καλό υπόλοιπο των διακοπών σας. Γεια σας!

Γύρισα και έφυγα. Μετά από μένα ο Νίκος και το άλλο ζευγάρι έφυγαν. Τους είδα που με προσπέρασαν με ένα κόκκινο αυτοκίνητο. Πίσω μου η Ράνια με βιαστικό βήμα

- Κώστα στάσου! Δεν είναι αυτό που νομίζεις!

Εγώ προχωρούσα με σταθερό βήμα προς το αυτοκίνητο. Με πλησίασε.

- Κώστα, έτυχε και καθίσαμε με τα άλλα παιδιά. Κι ήταν κι αυτός στην παρέα μας. Δεν έγινε τίποτα μεταξύ μας. Σου το ορκίζομαι. Βρε αγάπη μου άκουσέ με!

Σταμάτησα λίγο πιο πέρα από το αμάξι. Γύρισα και την κοίταξα με ένα θυμό και μια πίκρα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό μου.

- Μετά το περσινό έκανα μεγάλη υπέρβαση για τον εαυτό μου. Μπορεί να είναι έτσι όπως τα λες... αλλά γιατί; Τον είδα σχεδόν να σε αγκαλιάζει κι εσύ το έπαιζες άνετη δίπλα του. Πήγε να σου χαϊδέψει τα μαλλιά κι ούτε που κουνήθηκες. Και μου λες να μην τσατίζομαι; Ξέρεις τι με πείραξε περισσότερο; Ότι δε λογάριασες καθόλου την ψυχή μου, την αξιοπρέπειά μου. Δε με σκέφτηκες καθόλου! Με αυτό που έκανες, δηλαδή να καθίσεις μαζί του και να χαχανίζετε, σα να μην συμβαίνει τίποτα, έδειξες ότι δε με σέβεσαι. Κατάλαβες; Δεν ήταν ένας απλός γνωστός Ράνια. Ήταν εκείνος που με πρόδωσες, που πηδιόσουνα για πάνω από ένα χρόνο. Είσαι σοβαρή; Τι λες; Εγώ; Ποιος είναι ο ρόλος μου; Τι πούστη ρόλο παίζω εγώ σε όλο αυτό; Εγώ από τη στιγμή που είπα να σε συγχωρήσω και να φτιάξουμε τη σχέση μας, ήμουν πολύ σοβαρός και το ξέρεις πολύ καλά. Εσύ, γιατί με πληγώνεις έτσι; Και μη μου πεις ότι είναι ζήλεια; Δεν είναι! Είναι προσβολή στο πρόσωπο μου. Και δεν την ανέχομαι. Αυτό σήμερα με ξεπέρασε. Τι σημασία έχει που δεν έγινε τίποτα μεταξύ σας; Βρήκες να με προσβάλεις με άλλο τρόπο.

Όση ώρα της τα έλεγα η Ράνια ήταν άναυδη. Δε μπορούσε να αρθρώσει λέξη.

- Μη φύγεις σε παρακαλώ! είπε κάποια στιγμή με βουρκωμένα μάτια. Με μια φωνή που μόλις έβγαινε από το στόμα της. Μη φύγεις!

- Γεια σου Ράνια. Καλό υπόλοιπο των διακοπών σου… είπα και έφυγα.

Μπήκα στο αυτοκίνητο. Είδα και τον Πέτρο και τη Ρένα. Την πλησίασαν. Η Ρένα την κρατούσε από το χέρι. Προφανώς, η Ράνια ήταν έτοιμη να καταρρεύσει. Έφυγα. Σε λίγες ώρες ήμουν στην Αθήνα. Πήρα ένα μπουκάλι ουίσκι και το κατέβασα ολόκληρο σιγά-σιγά. Άρχισα να κλαίω. Στο μυαλό μου ερχόταν όλα αυτά σαν τρέιλερ από ταινία. Όλη η ζωή μου. Δεν ξέρω πόση ώρα έκλαιγα. Ένιωθα την αδικία του όλου του κόσμου να έχει πέσει επάνω μου. Με πήρε ο ύπνος στον καναπέ.

Το πρωί σηκώθηκα. Ήπια ένα καφέ και πήρα ένα παυσίπονο. Το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει. Αργότερα πήγα στην εταιρία. Βρήκα τον διευθυντή. Καθίσαμε λίγο στο γραφείο του. Του ζήτησα να διακόψω την άδεια. Κατάλαβε ότι κάτι προσωπικό και σοβαρό μου συμβαίνει.

- Συμβαίνει κάτι βρε Κωστή;

- Όχι, κύριε διευθυντά. Τίποτα.

- Μα, εσύ σκοτώθηκες να βγάλεις πέρα τις υποχρεώσεις σου να φύγεις νωρίτερα. Τέλος πάντων αυτό είναι δικό σου θέμα, προσωπικό. Δε μου αρέσει να ανακατεύομαι σε ξένα ζητήματα. Αν θες να μου μιλήσεις, μίλα μου.

Μου είπε ότι έψαχνε κάποιον υπάλληλο να στείλει στην Ιταλία. Προσφέρθηκα εγώ. Μια και κατάλαβε ότι δεν είμαι καλά, του ζήτησα να το κρατήσει μυστικό το ταξίδι μου. Μετά από δύο μέρες αναχώρησα. Θα έμενα εκεί με όλα τα έξοδα πληρωμένα. Εν τω μεταξύ η Ράνια είχε σπάσει τα τηλέφωνα. Έπαιρνε και στην εταιρία, γιατί κάποιος με είδε που είχα πάει από εκεί, έπαιρνε στο σπίτι, στο κινητό. Σήκωσα μια φορά το τηλέφωνο και της είπα να μη με ενοχλήσει άλλη φορά.

Στην Ιταλία πήγα σε μια μικρή πόλη κοντά στο Μπάρι. Σε συνεχή επικοινωνία με το γενικό, κατάφερα και έκλεισα τη δουλειά γρήγορα, σε δύο μέρες.

- Τώρα Κώστα μου κοίτα να το γλεντήσεις τις υπόλοιπες μέρες που θα είσαι εκεί. Τέτοια δουλειά λίγοι την πετυχαίνουν τόσο γρήγορα.

- Ευχαριστώ κύριε διευθυντά! Θα τα πούμε μόλις επιστρέψω.

Ήμουν μόνος. Τα βράδια έτρωγα σε ένα καλό εστιατόριο. Τις επόμενες τρεις μέρες θα ήμουν μόνος και βαριόμουν. Πήγα σε ένα μπαρ. Ήπια μια μπύρα. Εκεί συνάντησα κι έναν άλλο Έλληνα. Καθίσαμε και τα λέγαμε. Εκείνος μου σύστησε ένα μαγαζί με κοπέλες. Πήγαμε μαζί. Όλες ήταν μία και μία. Έρχονταν και έκαναν κονσομασιόν. Και φυσικά αν ήθελες καμιά την έπαιρνες και πήγαινες σε ένα διπλανό ξενοδοχείο. Αυτό έκανα κι εγώ.

Πήρα μια κοπέλα. Την έλεγαν Ρομπέρτα· τουλάχιστον έτσι μου συστήθηκε. Έπρεπε κάπως να την προσφωνώ. Μπήκαμε στο δωμάτιο και κάναμε ντους μια και η ζέστη ήταν αφόρητη. Πέσαμε γυμνοί στο κρεβάτι. Έκανε τα τυπικά που κάνει μια πουτάνα και ύστερα μου άνοιξε τα πόδια. Μπήκα μέσα και άρχισα να τη γαμάω. Έχυσα στο πρώτο πεντάλεπτο. Ύστερα κατέβηκα στο μπαρ και άρχισα να πίνω.

Το σκηνικό συνεχίστηκε όλα τα βράδια που έμεινα εκεί. Έπαιρνα τη Ρομπέρτα και μετά γινόμουν σταφίδα στο μεθύσι. Οι μέρες πέρασαν. Έφυγα για την Ελλάδα ακτοπλοϊκώς. Δεν ήθελα να φτάσω γρήγορα στο σπίτι μου. Έφτασα στο σπίτι. Ήταν όπως τ’ άφησα. Η Ράνια δεν ήρθε από το νησί. Το γεγονός και μόνο ότι δεν ήρθε στην Αθήνα να προσπαθήσουμε να τα βρούμε ή έστω να μιλήσουμε με έκανε να θυμώσω ακόμα πιο πολύ, αλλά και να με βυθίσει ταυτόχρονα σε μια βαθιά μελαγχολία.

- «Αρκέστηκε μόνο στα τηλεφωνήματα! Το εκεί ήταν πιο σημαντικό από μένα!», σκέφτηκα.

Την Άλλη μέρα τηλεφώνησα στα πεθερικά μου να μάθω πώς είναι τα παιδιά. Η Ράνια έλειπε με τα παιδιά για μπάνιο. Το απόγευμα με πήρε τηλέφωνο. Το σήκωσα.

- Πού ήσουν Κώστα μου;… ανησύχησα, είπε κλαίγοντας.

- Για δουλειές ήμουν. Σταμάτησα την άδεια και γύρισα στη δουλειά. Δεν είχα τι άλλο να κάνω. Πήγα στην Ιταλία για λίγες μέρες και έκλεισα μια δουλειά.

- Γιατί δεν έμεινες να μιλήσουμε;

- Δε γινόταν. Σου εξήγησα τότε στην παραλία. Από όλα όσα σου είπα, γαμώ την πίστη σου, τι δεν κατάλαβες;

Μιλήσαμε λίγο ακόμα, περισσότερο για τα παιδιά. Την επόμενη μετά τη δουλειά μιλήσαμε ξανά στο τηλέφωνο. Σε κάποια στιγμή της είπα:

- Κοίτα Ράνια επειδή είναι περίεργος μήνας ο Αύγουστος, στο τέλος, όταν όλοι επιστρέψουν στις δουλειές τους, θα βάλω μπροστά το διαζύγιο.

- Όχι Κώστα μου! όχι. Όχι ρε γαμώτο! Τώρα που ήμαστε μια χαρά να τιναχτούν όλα στον αέρα; Όχι! Δεν έκανα τίποτα! Σου το ορκίζομαι βρε αγάπη μου! Σ’ αγαπάω Κωστή μου! Κι έκλαιγε με λυγμούς.

Την άλλη μέρα νύχτωσε σχεδόν όταν επέστρεψα από τη δουλειά. Η Ράνια με περίμενε στο σπίτι. Είχε έρθει νωρίς με το πρώτο πλοίο.

- Καλησπέρα! Δε σε περίμενα.

- Καλησπέρα Αγάπη μου! Σηκώθηκε και μ’ αγκάλιασε παρόλο που στην αρχή έκανα πίσω.

- Κάθισε πρώτα να πλυθώ και θα τα πούμε.

Πήγα στο μπάνιο. Μόλις βγήκα με περίμενε μια κούπα με ζεστό καφέ στο τραπέζι της κουζίνας. Καθίσαμε.

Για πέντε λεπτά δε μιλούσαμε. Η Ράνια απέναντί μου ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Υπέφερε. Το έβλεπα. Από μέσα μου σκεφτόμουν διάφορα. Καθώς ρουφούσα τον καφέ βυθίστηκα στις σκέψεις. Είχα θυμό. Κατάλαβα ότι στο νησί μού έλεγε αλήθεια, ότι από μπέρδεμα κάθισαν μαζί. Απλά αυτός ήταν μαλάκας και προσπαθούσε να κάνει φάση ξανά, ίσως και να ήθελε να με εκδικηθεί για το ξύλο που του έπαιξα. Αλλά γιατί δεν κρατήθηκε στο ύψος της; Γιατί δεν απέφευγε τη συνάντηση μαζί του. Ήταν σαν να ποδοπατούσε τον εγωισμό μου εκείνη τη στιγμή. Ένιωσα ξένο σώμα σε όλο το περιβάλλον. Αυτά και άλλα ερωτήματα με βασάνιζαν στο μυαλό μου. Κι έπρεπε να συζητηθούν και να ξεκαθαρίσουν τώρα.

- Κοίτα μια και δεν θες εσύ, θα αρχίσω εγώ τη συζήτηση, μου είπε. Καταρχήν θέλω να σου ξαναπώ ότι εκείνη τη στιγμή που μας είδες να καθόμαστε μαζί ήταν η μία και η μοναδική. Έτυχε η στραβή. Μακάρι τα ανακλαστικά μου να δούλευαν και να προλάβαινα να απέφευγα τη συνάντηση μαζί του. Δε μου ήταν και ευχάριστη και για μένα, να ξέρεις. Αργότερα, όταν είχες ήδη φύγεις, η Ρένα μου είπε ότι λίγο πριν φτάσεις στο σημείο, αυτός είχε κοιτάξει πίσω προς το μέρος που ερχόσουν. Πιθανόν να σε είδε, γι’ αυτό άπλωσε το χέρι του μόλις πλησίασες· για να δημιουργήσει πρόβλημα. Ξέρω ότι δεν έπρεπε να γίνει. Ξέρω ότι ένιωσες άσχημα. Συγγνώμη. Δεν το επεδίωξα όμως αυτό. Κατάλαβέ με. Σε παρακαλώ Κώστα μου! Σε αγαπάω. Δε θέλω να χωρίσουμε.

- Ξέρεις τι άλλο με πείραξε; Ήρθα στην Αθήνα. Εσύ ήρθες τώρα να το συζητήσουμε, μόλις σου είπα ότι χωρίζουμε. Πέρασαν δύο βδομάδες σχεδόν. Δεν νοιάστηκες πού ήμουν; Απλά αρκέστηκες στα τηλέφωνα. Κοίταζες τα καθώς πρέπει στον κύκλο σου. Δεν ήθελες προφανώς να δώσεις δικαιώματα· σωστά! Πήγατε τυπικά σαν οικογένεια στην εκκλησία τη μέρα του δεκαπενταύγουστου. Καθίσατε σαν καλή οικογένεια σε ταβέρνες και καφενεία, να σας δει όλος ο «καλός κόσμος του νησιού». Μόνο που από την οικογένειά σου έλειπα εγώ Ράνια μου. Δε νιώθω μέλος της οικογένειά σου Ράνια. Νιώθω ξένο σώμα. Νιώθω σαν το σκουπίδι που είμαι στην απ' έξω από τους δικούς σου… και το χειρότερο… από σένα την ίδια. Δε λογάριασες καθόλου πόσο μεγάλη προσπάθεια έκανα να τα ξαναβρούμε. Πόσο έπνιξα τον πόνο μου και την προσβολή μου. Τι πιστεύεις;… ότι αισθανόμουν καλά όταν πήγαινα σε πουτάνες; Καθόλου καλά! Απαίσια αισθανόμουν. Από αντίδραση το έκανα. Σιχαινόμουν τον εαυτό μου. Κάποια στιγμή ήθελα να σου ομολογήσω το δράμα μου, αλλά τώρα νιώθω ακόμη μια φορά ότι δε με καταλαβαίνεις. Όχι, όχι, μάλλον καλύτερα… με θεωρείς δεδομένο. Το απέδειξες με τη στάση σου. Αλήθεια, πώς θα σου φαινόταν, αν τον έσπαζα μέσα στον κόσμο στο ξύλο το μαλάκα; Και μας συζητούσε όλο το νησί; Ε; Θα σας ξεβόλευα όλους από το λήθαργο του φαρισαϊσμού που ζείτε, όλοι σας! Ήμουν έτοιμος. Δεν το έκανα, να ξέρεις, μόνο και μόνο για τα παιδιά μου. Και μόνο αυτό να ξέρεις! Γιατί κάποια στιγμή που θα μεγαλώσουν και θα έχουν γύρισμα στο νησί, θα τα μάθουν· και δε θέλω να πληγωθούν από ένα δικό μου λάθος.

- Έχεις δίκιο.

- Ναι, που να μην είχα. Πίστεψα ότι μπορώ να είμαι σημαντικό κομμάτι στη ζωή σου. Αλλά αισθάνομαι ότι έπεσα έξω.

- Είσαι βρε Κωστή μου! Είσαι και μου έπιασε το χέρι κλαίγοντας. Σε αγαπάω δεν το βλέπεις;

- Όχι! Δεν το βλέπω!

Ήμουν σίγουρος ότι ήταν ειλικρινής μαζί μου. Αλλά είχα κι εγώ λυγίσει με όλα αυτά. Ένιωθα ταπεινωμένος, πληγωμένος. Ένιωθα ότι πράγματι ήμουν ξένο σώμα… και ένα περίεργο συναίσθημα μοναξιάς όλες αυτές τι μέρες να έχει φωλιάσει στην καρδιά μου. Κι από την άλλη δε μπορούσα να ανεχτώ να μου έχει πηδήξει ένας τσόγλανος τη γυναίκα και μετά να με προκαλεί από πάνω.

- Δεν ξέρω! Είχε το θράσος να με κοιτάει ειρωνικά. Και το δέχθηκες. Το καθίκι! Σαν μου έλεγε «καλώς τον κερατά που του γάμησα τη γυναίκα!» Καταλαβαίνεις Ράνια; Και εσύ καθόσουν μαζί του στην ίδια παρέα και απολαμβάνατε τη θάλασσα και τον καφέ σας, γελούσατε και περνούσατε ωραία!

Δε μιλούσε.

- Κοίτα, αν θες να μη χωρίσουμε, θα περάσουμε μια ωραία δοκιμασία. Θα είναι η τελευταία μας κι η μοναδική ευκαιρία να αποδείξεις ότι όλα αυτά που λες ότι αισθάνεσαι για μένα τα εννοείς. Η τελευταία ευκαιρία να είμαστε ξανά μαζί. Δεν θα υπάρξει άλλη!

- Ό,τι θέλεις Κώστα μου! Σου το υπόσχομαι.

- Μη βιάζεσαι. Άκου πρώτα! Και μετά υπόσχεσαι. Θα του τη στήσω. Θα τον σπάσω στο ξύλο. Θα τον φέρω ένα βήμα πριν το θάνατο. Κι αν κάνεις κάτι να το σταματήσεις, τότε το διαζύγιο θα είναι αναπόφευκτο. Αυτό να το βάλεις καλά μέσα στο μυαλό σου!

- Μην το κάνεις, σε παρακαλώ, θα μπλέξεις.

- Δεν πειράζει. Στο χωριό μου λένε ότι το ξύλο και το γαμήσι δε βγαίνει, δεν παίρνεται πίσω, παρά μόνο με ξύλο και γαμήσι. Έτσι θα του εξηγηθώ κι εγώ. Δε θα μπορώ να δω τα πράγματα με θετικό μάτι για μας αν δεν το κάνω· κατάλαβες; Και μάλιστα θέλω να το ξέρεις από πριν. Αλλιώς θα γίνει αυτό που σου είπα. Πες το όπως θες, πληγωμένο εγωισμό; Ναι! Αλλά ή αυτό ή τέρμα!

Σώπασε· με είδε να μιλάω σοβαρά. Εκείνο το βράδυ κοιμηθήκαμε ξεχωριστά. Την άλλη μέρα πήγα στη δουλειά. Τηλεφώνησα στο φίλο μου το Σωτήρη, που είχε παρτίδες με κάτι «καλά παιδιά». Η Ράνια με περίμενε στο σπίτι. Είδε που αργούσα. Γύρισα μετά τη συνάντηση με το Σωτήρη, να κανονίσω συνάντηση με τα παλικάρια, που θα κανόνιζαν καθαρά και παστρικά τον τσογλάνι. Έμενε να τους συναντήσω και να κανονιστούν οι λεπτομέρειες. Πήγα στο σπίτι αργά, κατά τις έντεκα το βράδυ.

- Πού ήσουν σε παρακαλώ; Ανησύχησα!

- Είχα πάει από το μαγαζί ενός φίλου μου.

- Πήγες πάλι σε αυτές;… είπε μαγκωμένη.

- Όχι, Ράνια μου. Δεν πήγα σ’ αυτές, πήγα βρω κάτι παλικάρια που θα κανονίσουν το φίλο σου στο νησί. Δεν μπορώ να το ρισκάρω ο ίδιος. Θα βάλω επαγγελματίες, για να γίνει πιο καθαρή δουλειά. Δεν είμαι τόσο μαλάκας, όσο μερικοί νομίζουν.

- Μα είσαι τρελός; Θα μπλέξεις. Γιατί δεν δίνεις τόπο στην οργή;

Θύμωσα φανερά με αυτήν τη κουβέντα που μου είπε.

- Γιατί δε φρόντισες εσύ να μην οδηγηθούν εκεί τα πράγματα; Γιατί δεν προστάτεψες το γάμο μας, την αγάπη μας; Γιατί με πλήγωσες τόσο πολύ; Οι συνέπειες από τα καμώματά σου είναι όλο αυτό. Αυτό είναι η ύστατη προσπάθεια που κάνω. Η πιο δύσκολη. Ξέρεις πόσο δύσκολο μου είναι να πάμε παρακάτω; Αν δεν τον κανονίσω τον πούστη, δε θα μπορέσω να βρω την ψυχική δύναμη να συνεχίσουμε μαζί. Σου είπα, μην κάνεις καμία βλακεία και τον ειδοποιήσεις άμεσα ή έμμεσα. Επίτηδες στο λέω και σε ενημερώνω γι’ αυτό που θα κάνω, να δοκιμάσω την εμπιστοσύνη σου. Αν με προδώσεις, για οποιοδήποτε πούστη λόγο, με οποιοδήποτε τρόπο, τότε τελειώσαμε οριστικά. Να το ξέρεις. Είπα ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής μου.

- Πότε θα το κάνεις;

- Θα σε ειδοποιήσω. Θα το ξέρεις κι εσύ. Και τη μέρα θα ξέρεις και την ώρα θα ξέρεις. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Στα μέσα της επόμενης εβδομάδας πιστεύω πως θα έχει τελειώσει το ζήτημα, ίσως και πιο νωρίς. Το Σαββατοκύριακο θα πάμε στο νησί. Θέλω να το απολαύσω από κοντά.

Ήμουν σοβαρός στη συζήτηση. Η Ράνια με κοίταζε αποσβολωμένη. Από μια στιγμή και μετά δεν έβγαιναν τα λόγια από το στόμα της.

Η Ράνια δεν δούλευε κι έμεινε σπίτι όλη τη μέρα. Ήταν συνεχώς μαγκωμένη. Δεν ήξερε ως πού μπορώ να φτάσω. Ίσως φοβόταν ότι είχα σκοπό και να τον βγάλω από τη μέση. Ήταν Παρασκευή βράδυ. Καθόμαστε στο σαλόνι. Εγώ συμπεριφερόμουν φυσιολογικά. Η Ράνια προσπαθούσε το ίδιο. Το καταλάβαινα. Ένιωθε ενοχές για όλο αυτό, αλλά και άγχος. Το έβλεπα. Χτύπησε το κινητό μου. Ήταν οι άνθρωποι που θα έκαναν τη δουλειά. Τους είπα να βρεθούμε στο μπαράκι του Σωτήρη. Είπα στη Ράνια να έρθει μαζί μου. Ντύθηκε απλά με ένα τζιν παντελόνι. Σεμνά θα έλεγα. Ούτε βάφτηκε, ούτε τίποτα. Εξάλλου η ομορφιά της δεν είχε ανάγκη κάτι τέτοιο. Πήγαμε στο μπαρ στην Καλλιθέα. Βρήκα τα παιδιά να με περιμένουν. Δεν σου γέμιζαν το μάτι ότι έκαναν τέτοιες δουλειές. Καθίσαμε. Συστηθήκανε και με τη γυναίκα μου.

- Λοιπόν κύριε Κώστα, ξέρεις; Τα μισά λεφτά τώρα αν είναι να γίνει η δουλειά… τα υπόλοιπα μετά.

Τους τα έδωσα. Σε λίγο φάνηκε κι ο Σωτήρης. Η Ράνια ένιωθε άβολα με όλη τη φάση· δε με ένοιαζε όμως. Ήθελα να την κάνω να καταλάβει ότι μπορώ και στα σκατά να κυλιστώ αν το βάλω πείσμα με κάτι. Και το έβλεπε.

- Και πώς τον θέλεις να τον κάνουμε το λεβέντη μας;

- Με τα κρεμμυδάκια, απάντησα με ένα χαμόγελο. Λίγο πριν το Χάρο. Θέλω να σέρνεται για ένα δυο χρόνια. Ξέρετε εσείς.

- Όχι, πρωτάρηδες είμαστε, είπαν και γέλασαν με ένα απαίσιο γέλιο των ανθρώπων της νύχτας.

Φύγαμε από το μπαρ. Η Ράνια δεν μιλούσε στο δρόμο.

- Καλά τι έπαθες και δεν μιλάς;

- Ποτέ δεν πίστευα ότι μπορείς να φτάσεις σε τέτοια πράγματα. Σε είχα για πιο ηθικό.

- Είμαι ηθικός αγάπη μου. Πολύ μάλιστα. Ξέρεις, βαρέθηκα στη ζωή μου να τρώω άδικα χαστούκια. Αποφάσισα να αντιδράσω. Λίγο δυσάρεστα για τους άλλους, αλλά δυστυχώς στην κωλοκοινωνία μας δεν γίνεται διαφορετικά. Γνώρισα την αδικία πάνω στο άνθος της ηλικίας μου. Δε μου χαρίστηκε τίποτα. Πάλεψα και ξέρεις πώς. Δε γονάτισα, στάθηκα όρθιος. Δεν είναι στο χαρακτήρα μου να σκύβω κεφάλι. Αλλά να… δεν είμαι από σίδερο. Λυγίζω κι εγώ. Τι να κάνω! Δεν θέλω να χάσω αυτό που δημιούργησα και αγαπώ!

- Φαντάζεσαι να μπλέξεις; Γιατί δεν τα παρατάς;

Φρενάρισα απότομα.

- Καταλαβαίνεις τι μου ζητάς; Ε; καταλαβαίνεις; Είπα υψώνοντας δυνατά τη φωνή μου.

- Φοβάμαι!

- Δεν πειράζει, λίγη αδρεναλίνη πιο πάνω, δε μας χαλάει! Να τα σκεφτόσουν νωρίτερα όλα αυτά. Όταν πήγαινες και πηδιόσουν με τον μαλάκα. Τότε, γαμώ τον πούστη μου, δεν είχες αγωνία; Πώς διάολο το έκανες όλο αυτό σε μένα; Γιατί με υποτίμησες τόσο;… γαμώ τη ζωή μου. Τώρα είναι η ώρα να καταλάβεις πόσο λάθος έκανες κι εσύ κι όποιος άλλος με υποτιμά.

Ξεκίνησα οδηγώντας εκνευρισμένος. Φτάσαμε στο σπίτι και ήμουν μέσα στα νεύρα. Πήγα στο μπάνιο. Έκανα ένα καυτό μπάνιο. Έπρεπε να ηρεμήσω. Ύστερα βγήκα και κάθισα στο σαλόνι. Μπήκε η Ράνια στο μπάνιο. Όσο η Ράνια ήταν μέσα στο μπάνιο, πήρε η αδερφή της τηλέφωνο. Μιλήσαμε λίγο.

- Πάντως να ξέρεις ότι δεν έγινε τίποτα Κώστα μου. Δε φταίει η Ράνια σε τίποτα, σ’ αυτή τη φάση εννοώ. Αυτός ο μαλάκας άπλωσε το χέρι του, είπε η Ρένα.

- Φταίει Ρένα μου. Φταίει. Αφού δέχθηκε και κάθισε μαζί του σαν να μην τρέχει τίποτα φταίει. Δείχνει ότι δε με σέβεται. Αυτό με εξόργισε περισσότερο. Και τώρα δεν ξέρω τι θα γίνει. Έδωσα σκληρή μάχη μέσα μου να προχωρήσω παραπέρα και να μη χαλάσω την οικογένειά μου. Ξεπέρασα τον εαυτό μου σε πολλά. Και με χαλάει το ό,τι δεν το σεβάστηκε όλο αυτό. Ξέρεις όσον καιρό ήμαστε καλά και περνούσαμε χαρούμενα μεταξύ μας, το χειμώνα υπήρχαν βράδια που μου έρχονταν η σκηνή στο αυτοκίνητο που τους έπιασα. Έκλεινα τα μάτια μου να κοιμηθώ και έβλεπα τη σκηνή στο μυαλό μου και φρίκαρα. Κι εγώ έπρεπε να το ξεπεράσω αυτό… για να μη χαλάσω την οικογένειά μου. Αλλά ήθελα και τη δικιά της την αφοσίωση και το σεβασμό και τη μετάνοιά της. Όταν θέλεις κάτι το παλεύεις με νύχια και με δόντια. Εγώ έτσι έμαθα στη ζωή μου. Ήρθε στην Αθήνα μόνο όταν της είπα ότι θα προχωρήσω στο διαζύγιο. Όταν έφτασε ο κόμπος στο χτένι. Κάθισε για τα μάτια του κόσμου στο νησί μετά το σκηνικό και ήρθε μόνο όταν έμαθε ότι θα προχωρήσω σε διαζύγιο. Την ένοιαζε περισσότερο τι θα πουν οι άλλοι. Βέβαια αυτό δεν το σκεφτόταν καθόλου, όταν πηδιόταν με το χοντρομαλάκα για πάνω από ένα χρόνο. Δεν ξέρω τι στο διάολο νόμιζε, ότι δεν θα μαθευόταν κάποια στιγμή, ότι θα έμενε κρυφό;

- Έχεις δίκιο! Σε ότι και να πεις έχεις δίκιο.

Σε λίγο βγήκε και η Ράνια από το μπάνιο. Πήρε το τηλέφωνο και μίλησε με την αδερφή της. Σε κάποια στιγμή την ακούω να λέει:

- Ξέρω, που να με πάρει ο διάολος κι έχει και δίκιο. Τι να πω; Ύστερα της το καπάκωσε. Κι άρχισε να κλαίει.

Κάθισα δίπλα της. Την πήρα αγκαλιά.

- Να φέρω ένα μπουκάλι κρασί; Το πλοίο για το νησί φεύγει το απόγευμα. Το πολύ-πολύ να μεθύσουμε.

- Ναι, φέρ' το να το τσούξουμε είπε χαμογελώντας, κάνοντας μια ύστατη προσπάθεια να φτιάξει το κλίμα ανάμεσά μας.

Σιγά-σιγά κατεβάσαμε το μπουκάλι. Μιλούσαμε για άσχετα θέματα. Μάλιστα η Σοφία μας θα πήγαινε στο σχολείο το Σεπτέμβρη και θα έπρεπε να την προετοιμάσουμε να το δεχθεί όμορφα. Με τις συζητήσεις αυτές χαλαρώσαμε. Σηκώθηκα και πήγα στην κουζίνα. Είχε λίγο ζαμπόν και τυρί. Έφτιαξα δύο τοστ να φάμε γιατί το κρασί μας είχε θερίσει. Φάγαμε.

- Πού θα κοιμηθείς; Να πάω να σου στρώσω μέσα;

- Γιατί το ξέστρωσες το πρωί;

- Ναι, έτσι θα το άφηνα;

- Καλά μη κάνεις κόπο. Θα κοιμηθώ στην κρεβατοκάμαρα.

Σηκωθήκαμε και πήγαμε να ξαπλώσουμε. Καθώς γδυνόταν μπροστά την έβλεπα γυμνή και μου ερχόταν να της ορμήσω. Την ποθούσα τόσο πολύ. Φόρεσε μια διάφανη πιτζάμα που την έκανε πιο σέξι. Εγώ γδύθηκα και έμεινα με το μποξεράκι. Ξάπλωσα. Ξάπλωσε δίπλα μου. Έκανε αν με πιάσει πάνω από το μποξεράκι, τραβήχτηκα. Το ξέρω ότι ήταν τραβηγμένο, εγωιστικό, αλλά δε μου έβγαινε κάτι άλλο εκείνη τη στιγμή. Κοιμηθήκαμε. Το πρωί σηκωθήκαμε νωρίς ετοιμάσαμε τα πράγματα στο αυτοκίνητο. Το μεσημέρι φύγαμε για το λιμάνι. Όταν φτάσαμε έλαβα ένα γραπτό μήνυμα ότι τα παιδιά ήταν στο πλοίο.

Φτάσαμε στο νησί. Πήγαμε στο σπίτι. Ήταν κι η Ρένα με τον Πέτρο εκεί. Μετά από μισή ώρα χτύπησε το κινητό. Οι μάγκες τον εντόπισαν. Περίμεναν το ΟΚ.

- Έλα να σου πω, της λέω.

- Τι είναι Κώστα μου; λέει η Ράνια.

- Να δώσουμε το ΟΚ;

Πάγωσε. Στιγμή αμηχανίας.

- Δεν ξέρω. Είπες απλά να μην τον ειδοποιήσω. Τίποτα άλλο.

- Έλα δώσε εσύ την εντολή, κάνε την υπέρβαση που είπαμε, και της έδωσα το τηλέφωνο.

- Δεν μπορώ να το κάνω. Λυπάμαι Κώστα. Όχι αυτό. Δεν το μπορώ, κι άρχισε να τρέμει.

Έφυγε. Πήγε μέσα στο σπίτι. Οι άλλοι κάθονταν στη βεράντα, σε μια στιγμή η αδερφή της μας κοίταξε περίεργα. Έδωσα το ΟΚ. Μπήκα μέσα στη κουζίνα. Την είδα με το κινητό στο χέρι. Έμοιαζε να είναι σε δίλημμα. Την κοίταξα με ένα ψυχρό ύφος. Με κοίταξε με ένα τρομαγμένο ύφος. Δε μίλησα. Γύρισα και βγήκα έξω. Κάθισα με τους άλλους.

- Θα μείνεις όλη τη βδομάδα Κώστα;… με ρώτησε ο Πέτρος.

- Δεν ξέρω Πέτρο μου θα εξαρτηθεί από μια δουλειά το πώς θα εξελιχθεί. Θα δούμε.

Η Ράνια στεκόταν πίσω μου ακριβώς και με άκουγε παγωμένη. Ίσως στην αρχή, όταν της το είπα στην Αθήνα, να μην το είχε πιστέψει μέσα της, τώρα το βίωνε στο πετσί της. Χτύπησε το τηλέφωνό μου. Το σήκωσα.

- ΟΚ κύριε Κώστα. Τα υπόλοιπα χρήματα;

- Θα σας τα δώσει ο Σωτήρης παιδιά. Του τα έστειλα σήμερα κιόλας.

- Ο τύπος είναι πολύ άσχημα στο κέντρο υγείας, του κάναμε καλή ζημιά, θα κάνει χρόνια να συνέλθει και θα μείνει με κουσούρι για πάντα σίγουρα.

- ΟΚ! Σας ευχαριστώ παιδιά.

Η Ράνια άκουσε όλη τη συζήτηση.

- Έλα, πάμε μέχρι το κέντρο υγείας της είπα.

Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Ακολούθησε χωρίς δεύτερη κουβέντα. Οι άλλοι μείναν και μας κοίταζαν απορημένοι. Πήγαμε, δήθεν να μου μετρήσουν την πίεση. Υπήρχε ένας πανικός. Περιμέναμε με τη Ράνια. Άκουσα ότι οι γιατροί κάλεσαν το ΕΚΑΒ και θα στείλει ελικόπτερο για να γίνει διακομιδή στην Αθήνα σε νοσοκομείο. Σε λίγο φάνηκε η γυναίκα του αναστατωμένη. Σε κάποια στιγμή μας είδε με τη Ράνια. Εγώ ήμουν αδιάφορος. Η Ράνια δε μιλούσε. Η γυναίκα του, απλά, κοίταξε λίγο περίεργα τη Ράνια.

- Δε μπορώ μου είπε, πάμε να φύγουμε, να καθίσουμε κάπου αλλού, δεν το αντέχω όλο αυτό.

Πήγαμε σε ένα καφενείο στην πλατεία της αγοράς. Αν και βράδυ παραγγείλαμε καφέ. Το νέο είχε διαδοθεί σε όλο το νησί. Ακούγαμε διάφορες συζητήσεις. Μια παρέα στο διπλανό τραπέζι έλεγε ότι αυτό ήταν ξεκαθάρισμα λογαριασμών μια και το τομάρι – έτσι τον χαρακτήρισαν – είχε πάρε δώσε με ναρκωτικά.

- Ξέρεις Ράνια, κάποια στιγμή ένιωσα να μετανιώνω μέσα μου όταν είδα τη γυναίκα του. Αλλά με αυτά που άκουσα για το ποιόν του, από τις συζητήσεις τριγύρω, όχι μόνο δε μετανιώνω αλλά αισθάνομαι και ήρωας.

- Πήρες την εκδίκησή σου! Τώρα; Τι θα γίνει;

- Πέρασες το τεστ. Τώρα το παιγνίδι θα είναι στη δική μας αρένα, ανάμεσα σε σένα και μένα, να προσπαθήσουμε, κατάλαβες;

- Ναι, είπε με ένα ψυχρό ύφος.

Φύγαμε για το σπίτι. Τα νέα είχαν φτάσει κι εκεί. Το συζητούσε ο πεθερός μου με τον μπατζανάκη μου. Ήρθε η Τρίτη που θα επιστρέφαμε στην Αθήνα. Η Ράνια ήταν σκεπτική και προβληματισμένη απέναντί μου. Φύγαμε στην Αθήνα. Εγώ από την άλλη «ένιωθα» άνετος, έλεγα αστεία. Προσπαθούσα, τουλάχιστον στα παιδιά, να είμαι πολύ ευχάριστος. Όταν φτάσαμε, καθίσαμε στο σαλόνι.

- Έχεις τίποτα τη ρώτησα;

- Όχι, μου λέει.

- Από το συμβάν και μετά είσαι ψυχρή· τι συμβαίνει; Στενοχωρήθηκες; Δεν έχεις παρά να πας να του κάνεις την αποκλειστική νοσοκόμα στο φινάλε, κατάλαβες; Σου ήμουν ξεκάθαρος από την αρχή. Δε θέλω ρε πούστη μου να μου αγγίζουν την οικογένειά μου, τη γυναίκα μου! Τι θέλεις άλλο; Σε αγαπάω γαμώ το θεό μου. Από έρωτα τα έκανα όλα. Με πρόδωσες, πάλεψα να το ξεπεράσω. Με ταπείνωσες, με πλήγωσες. Τι στον πούτσο ήθελες; να τον σκοτώσω και με τα ίδια μου τα χέρια; Το κάνω αύριο κιόλας, ποτέ δεν είναι αργά. Εκεί που είναι ξάπλα στο νοσοκομείο, τον αποτελειώνω με μια σφαίρα στο κρανίο. Τι στα κομμάτια θέλεις; Στραβή είσαι γαμώ την πίστη μου; Δε βλέπεις μπροστά σου; Μαλακισμένη!

Πήρα το μπουφάν και έφυγα εκνευρισμένος. Δεν ήξερα. Πήγαινα με τα πόδια. Μπήκα σε ένα μπαράκι κοντά στη συνοικία που έμεινα. Έγινα λιώμα. Στο δρόμο καθώς γύριζα, έκλαιγα. Έφτασα αργά, τρικλίζοντας. Μπήκα μέσα στο σπίτι. Η Ράνια πετάχτηκε από τον καναπέ του σαλονιού, που την είχε πάρει ο ύπνος. Με είδε σε αυτά τα χάλια. Κάθισα στον καναπέ. Σχεδόν σωριάστηκα. Ήρθε δίπλα μου. Μου έβγαλε τα παπούτσια. Με έβαλε να ξαπλώσω στον καναπέ. Μου έφτιαξε έναν πικρό καφέ. Άρχισα να κλαίω μπροστά της σαν μικρό παιδί. Είχα τόση ένταση με όλα όσα μου συνέβησαν, έπρεπε να ξεσπάσω.

- Δεν έπρεπε να σε αδικήσω. Ίσως έπρεπε να σκεφτώ ότι δε σε ικανοποιούσα ως άντρας. Ίσως έπρεπε να εξαφανιστώ από την αρχή ο ηλίθιος! Να μην το παιδέψω άλλο ο μαλάκας. Δεν άξιζε γαμώτο! Δεν άξιζε! Δε μπορεί να τα ελέγχω όλα, επειδή φοβάμαι τις σκιές του παρελθόντος! Είναι εγωιστικό!

- Ηρέμησε σε παρακαλώ, μου είπε η Ράνια παίρνοντάς με αγκαλιά. Ηρέμησε αγάπη μου!

Αποκοιμήθηκα, δεν ξέρω πώς. Το πρωί ξύπνησα στον καναπέ. Η Ράνια ήταν στο μικρό καναπέ ξαπλωμένη απέναντί μου. Προφανώς με πρόσεχε τη νύχτα, στην κατάσταση που ήμουν. Ξύπνησε κι εκείνη. Εγώ πήγα να σηκωθώ και παραπατούσα ακόμα. Πονούσε το κεφάλι μου φριχτά. Πήρα ένα δυνατό παυσίπονο. Καθίσαμε στο τραπέζι της κουζίνας. Ήμαστε σοβαροί.

- Δεν πάει Ράνια μου. Δεν πάει. Καλύτερα να το σταματήσουμε. Το είδα όλες αυτές τις μέρες· δεν είμαι αυτό που ήθελες στη ζωή σου. Δεν ήθελα να με δεις να το φτάνω στα άκρα. Ούτε ήθελα να με δεις να πέφτω τόσο χαμηλά. Συγγνώμη! Καλύτερα να το τελειώσουμε, αλλιώς θα υποφέρουμε περισσότερο κι οι δυο.

Ξεροκατάπιε μια στιγμή.

- Όχι! Κώστα μου. Δεν θα το σταματήσουμε. Θα το πάμε παρακάτω. Χθες το βράδυ τα σκέφτηκα όλα, τα κατάλαβα όλα. Κατάλαβα ότι μόνο ένας άντρας που αγαπάει πολύ μπορεί να κάνει τέτοιες υπερβάσεις. Ξέρω, ότι δεν άξιζα τέτοια αγάπη. Πραγματικά στάθηκα κατώτερή σου. Εσύ πάλεψες να σταθείς, και στάθηκες στο ύψος σου. Αλλά σε αγαπάω κι εγώ ρε γαμώ το! Πολύ! Και δεν θα σε αφήσω. Σε θέλω. Και δε θα σε χάσω με τίποτα, είμαι αποφασισμένη. Καιρός να πάρω κάποια πράγματα στα χέρια μου ως γυναίκα για να σώσω το γάμο μας. Χέστηκα για το καθίκι. Και να το σκότωνες δε θα με ένοιαζε. Κατάλαβες; Χθες βράδυ, όσο εσύ ήσουν σε τέτοιο χάλι εγώ σκέφτηκα. Σκέφτηκα πολύ. Κατάλαβα ότι μια φορά στη ζωή σου σού τυχαίνει κάτι αληθινό και δεν αξίζει να το χάσεις. Και το αληθινό για μένα είσαι εσύ. Κατάλαβες ερωτά μου; Σε αγαπάω! Συγγνώμη για όλα! Συγγνώμη για τον πόνο που σου προκάλεσα!

Με αγκάλιασε και με φίλησε. Μείναμε αγκαλιασμένοι. Τα λόγια της με άγγιξαν περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Πήγα να πλυθώ γιατί βρωμούσα από το μεθύσι. Ύστερα πήγα πάλι για ύπνο. Πήρα άλλο ένα παυσίπονο και ξάπλωσα στην κρεβατοκάμαρα. Το απόγευμα ξύπνησα. Η Ράνια είχε μαγειρέψει. Φάγαμε. Πήραμε τον καφέ μας. Αράξαμε χαλαρά. Μιλήσαμε με τα παιδιά στο νησί. Το βραδάκι με πήρε και πήγαμε στην κρεβατοκάμαρα. Είχε ετοιμαστεί. Ήρθε από το μπάνιο γυμνή. Γονάτισε πάνω μου και άρχισε να μου παίρνει την πιο αισθησιακή πίπα που μου πήρε ποτέ. Έχωνε και κράταγε ολόκληρο τον πούτσο μέσα στο στόμα της προσπαθώντας να φτάσει όσο πιο βαθιά γινόταν. Τον έβγαλε και άρχισε να το γλείφει από το πλάι. Κατέβηκε στα αρχίδια μου και τα ρούφαγε εναλλάξ. Με είχε κάνει τούρμπο. Σηκώθηκε σε κάποια στιγμή και με καβάλησε. Στηριζόταν με τα χέρια μου στο στήθος μου και με λυγισμένα τα γόνατα ανεβοκατέβαινε πάνω στον πούτσο μου. Τον έπαιρνε μέσα της βαθιά. Γαμιόταν πάνω μου με απίστευτο πάθος. Κάθισε στον πούτσο μου παίρνοντάς τον όλο μέσα. Τα αρχίδια μου ακουμπούσαν στο κωλαράκι της. Άρχισε να τρίβεται με κυκλικές κινήσεις. Με απογείωσε κανονικά. Η στάση αυτή κράτησε γύρω στο πεντάλεπτο. Σηκώθηκε και κάθισε πάνω μου ανάποδα. Άρχισε να κινείται πάνω κάτω. Είχα στη θέα μου τον καλοσχηματισμένο πεταχτό κώλο της. Συνέχισε για λίγο. Βγήκε, άρχισε την πίπα πάλι. Ξανακάθισε πάνω μου, αλλά αυτή τη φορά έπιασε τον πούτσο μου και τον έχωσε στον ξυρισμένο και λαδωμένο κώλο της. Τον πήρε σχεδόν με τη μία. Άρχισε το πάνω κάτω. Η καύλα ήταν απερίγραπτη. Ή ίδια έχυσε δύο φορές. Σε λίγο τελείωσα κι εγώ. Δυνατά, όπως σπάνια το έκανα στη ζωή μου. Την κρατούσα και την πίεζα προς τα κάτω καθώς τελείωνα μέσα της. Ύστερα έγειρε δίπλα μου. Αγκαλιαστήκαμε. Δε μιλούσαμε. Απολαμβάναμε τη στιγμή.

Με τη Ράνια προχωρήσαμε παρακάτω. Από τότε είναι τόσο δίπλα μου όσο ποτέ πριν. Δε φεύγει από δίπλα μου ποτέ. Μαζί στις διακοπές, μαζί στη δουλειά, μαζί σε όλα. Μια μέρα κάθισα και της τα είπα όλα· και για τη Ρούλα και για την Ιταλία. Δε θύμωσε, κατάλαβε. Πέρασαν από τότε τέσσερα χρόνια. Έχουμε αφοσιωθεί στην οικογένειά μας, στα παιδιά μας με πάθος. Κάθε μέρα που περνάμε μαζί, την περνάμε με πάθος, σαν να μόλις ερωτευθήκαμε. Και είμαστε τελικά πολύ ερωτευμένοι. Όσο για τον πατέρα μου δεν ενδιαφέρθηκα ποτέ να μάθω τι κάνει. Τον έχω διαγράψει εντελώς.




Copyright protected OW ref: 167907