Η οικογένεια που δεν είχα (3 μέρος)

Δημοσιεύθηκε από 8elo
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.65 (23 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Η οικογένεια που δεν είχα (2 μέρος)

Πήγαινα λύκειο όταν πρώτο βρήκα αυτό το site. Και με τρέλαιναν οι ιστορίες των μελών. Ειδικά οι οικογενειακές. Πάντα είχα φαντασίωση να το ζήσω. Βέβαια δεν γινότα. Έχασα τους γονείς μου από μικρός. Όμως η τύχη μου έστειλε μια θετή οικογένεια. Οικογένεια που με ενέταξε στη ζωή της. Και εγώ στην δική μου αντίστοιχα.

Κοιτάζω το κινητό. Ήταν 5 η ώρα. Ξυπνάω μέσα στη θολούρα. Διαβάζω το γράμμα κάνα δυο φορές. Πρώτη φορά δεν φοβάμαι για τίποτα. Το μόνο που σκέφτομαι είναι να κάνω ένα καυτό μπάνιο. Στο σπίτι επικρατεί ησυχία. Δεν είναι κανένας. Μπαίνω μέσα στο μπάνιο ανοίγω το νερό όσο πιο καυτό γίνεται. Παρατηρώ ότι έχω γρατσουνιές από νύχια στο δεξί μου πόδι.. Και ακούγεται η πόρτα.

- Γιάννη εσύ;

Φώναξα. Δεν πήρα καμιά απάντηση. Ξανά ακούω πόρτα. Βγαίνω από το μπάνιο με μια μικρή πετσέτα που βρήκα. Αλλάζω φοράω ένα τζινάκι και ένα μάλλινο από πάνω και πάω να φύγω. Θυμάμαι το γράμμα! Ψάχνω από εδώ από εκεί και δεν το βρίσκω πουθενά. έφαγα τον τόπο. Τίποτα. Κάποιος το πήρε. Δεν έπρεπε να το δει κανένας. Με το που βγαίνω από το σπίτι ο μπαμπάς είναι έξω από την πόρτα. Έμεινα λίγο. Μου λέει:

- Βάλε μπρος το αμάξι και περίμενε κάτω.

- Εμ... Έγινε τίποτα;

- Θα τα πούμε.

Βάζω το αμάξι μπροστά και περιμένω. Βγαίνει από το κάτω σπίτι της γιαγιάς και μπαίνει στο αμάξι. "Πάμε στο χωράφι" μου λέει προβληματισμένα.

Φτάσαμε.

- Κατέβα.

- Τι έγινε; Θα μου πεις;

- Έλα μέσα στο στάβλο.

Άρχισα να φοβάμαι.

- Έγινε τίποτα στα κουνέλια;

- Θέλω να μου πεις αν ήσουν χθες με τη Ζωή.

- Ναι ήμασταν μαζί.

- Που;

Αμέσως το μυαλό μου δούλεψε. Κάποιος πούστης μας είδε που ήρθαμε εδώ. Η είδε τέλος πάντων ότι ήρθαμε προς τα εδώ με την Ζωή, από το σπίτι προς τα χωράφια.

- Εδώ φυσικά! Έτσι κι αλλιώς στο σπίτι απ'έξω δεν θα μπορούσα να κάνω αυτό που έκανα εδώ.

- Δηλαδή; Τι έκανες εδώ;

- Την κατσάδιασα. Και πολύ άσχημα μάλιστα.

Μέσα μου έτρεμα σαν το ψάρι. Αλλά το έπαιζα εντελώς ήρεμος. Είχα ιδρώσει αλλά πραγματικά προσπαθούσα να είμαι ήρεμος και ευθύς.

- Τι θες να μου πεις; Δε σε πιάνω και αρχίζω και νευριάζω.

- Χθες που με έστειλες να την πάρω την βρήκα να χαμουρεύεται μέσα σε ένα αμάξι.

- Θα Της γαμήσω το μουνί που την πέταγε.

- Άσε με να τελειώσω. Εγώ ορκίστηκα να μην πω τίποτα. Οπότε δεν θα της πεις τίποτα για χάρη μου. Όμως αυτός δεν θα την πλησιάσει ξανά. Έχεις το λόγο μου. Όμως της έριξα ένα χαστούκι. Και αυτό ήταν λάθος, αλλά μου μίλησε άσχημα.

- Αν ξανά χτυπήσεις την Ζωή θα σου σπάσω τα παΐδια μαλακισμένο.

- Κάνε ότι θέλεις. Ξέρεις πόσο σας αγαπάω. Είναι αδερφή μου.

- Καλά. Θα σκεφτώ τι θα κάνω.

- Μην πεις ότι σου είπα κάτι. Δεν έπρεπε να τη χτυπήσω αλλά με έβρισε που την άρπαξα από πάνω του μέσα στο αμάξι. Πρόσεξε λοιπόν τι θα κάνεις. Και μην με εκθέσεις στη μικρή. Όμως να ξέρεις δεν θα ξαναγίνει τίποτα. Τα τακτοποίησα όλα. Και με εμπιστεύεται. Μου ζήτησε συγγνώμη και παραδέχτηκε ότι είχα δίκιο.

- Καλά. Πάμε σπίτι. Ίσως έχεις δίκιο. Θα δούμε

Ήταν ήρεμος. Είχε βρει πάλι τον Ρυθμό του. Εγώ από την άλλη ήμουν σε αναμμένα κάρβουνα με τόσα ψέματα που είπα. Πήγαμε σπίτι, με άφησε και πήρε το αμάξι να φύγει. "Λούκα έκανες πολύ καλά". Μου έκλεισε το μάτι και έφυγε. Κατάλαβα ότι ηρέμησε. Του έφυγαν και οι ιδέες. Ανεβαίνω σπίτι. Δεν ήθελα να πάω κάτω που ήταν όλοι. Ανοίγω την πόρτα.

- Που είσαι ρε μαλάκα;

- Έλα ρε Γιάννη. Τι λέει;

- Μαλάκα τι έχεις;

- Τίποτα. Τι να έχω. Που ήσουνα;

- Κάτω στη γιαγιά. Εκεί πάω πάλι έλα.

- Ποιοι είστε;

- Όλοι εκτός τη μαμά. Άντε έλα.

- Οκ κατεβαίνω σε δέκα λεπτά.

Μπαίνω στο σπίτι. Η μαμά ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ.

- Γεια.

- Γεια.

- Δεν θα κατέβεις κάτω;

- Όχι έχω λίγο πονοκέφαλο.

- Γιατί;

- Δεν ξέρω... μου έρχονται ξαφνικά μερικές φορές τα πράγματα.

- Καλά... μπορώ να βοηθήσω σε κάτι;

- Ναι. Να με πάρεις να με πας στο κρεβάτι χωρίς να κουνηθώ.

Πάω στον καναπέ, την πιάνω μαζί με την κουβέρτα και την σηκώνω. Τα χέρια μου αγκάλιασαν το τέλειο κορμί της. Την πήγα στο δωμάτιο.

- Κάτι άλλο;

- Θα σου πω άλλη φορά. Για την ώρα ελεύθερος.

Κατεβαίνω κάτω. Μπαίνω μέσα και η Ζωή μου λέει:

- Έλα φούλι κάτσε εδώ δίπλα!

- Θα αράξω εδώ.

Το τζάκι αναμμένο. Παίρνω το κινητό της και της γράφω τι έγινε. Το διαβάζει και σηκώνεται και φεύγει. Ξανά έρχεται μετά από 15 λεπτά.

- Λουκά θα με πας στο σπίτι του Θωμά που είναι ο μπαμπάς;

- Ναι πάμε.

Ο Θωμάς είναι ένας ωραίος τύπος, στρατιωτικός φίλος του μπαμπά. Τον πήρε τηλέφωνο. Της είπε είναι εκεί και θέλει να πάμε για ξεκάρφωμα.

- Θέλω να μ...

- Σταμάτα να μιλάς. Κατάλαβες τι θα πεις; Κοίτα μη τα κάνεις όλα μπουρδέλο.

- Κατάλαβα τα πάντα. Το γράμμα το πήρες;

- Ναι (Δεν της είπα ότι εξαφανίστηκε).

- Και;

- Και τίποτα.

- Πονάει η ρώγα μου πολύ. Έχει πρηστεί.

- Θα περάσει.

- Πονάω και δεν περπατάω καλά. Ούτε κάθομαι καλά.

- Έλα φτάσαμε. Πάμε μέσα.

Μπαίνουμε μέσα και ήταν ο Θωμάς, ο μπαμπάς και κάτι άλλοι τύποι εκεί. Αράξαμε. Λέγαμε αστεία. Όλα ήταν μια χαρά και πάλι.

Τότε ο Θωμάς μου λέει:

- Ρε Λουκά τραβάτε με την Ζωή να βάλετε ένα ξύλο έξω στη σόμπα για τον λέβητα και γεμίστε και έξι δεκάλιτρους ασκούς με κρασί.

Έφτιαχνε κρασί αυτός και ήθελε μάλλον να τα πουλήσει σε κάποιον. Σηκώνομαι. Πάω βάζω ένα μεγάλο κορμό μέσα σε μια μεγάλη σόμπα. Πάω στην αποθήκη με τα βαρέλια. Μπαίνει και η Ζωή. Με το που κλείνει η πόρτα πίσω μας την βουτάω και την κολλάω σε ένα μεγάλο βαρέλι.

- Άκουσε με καλά. Δεν θα αναφέρεις τίποτα ξανά περί αυτού του θέματος

- Θέλω να σε φιλήσω.

- Με ακούς ρε βλαμμένο; Θέλω να τα ξεχάσουμε όλα.

- Να ξεχάσουμε που με βίασες;

- Σκάσε ρε ηλίθιο. Τι μαλακίες λες;

- Με βίασες χθες Λουκά. Σου αρέσει δε σου αρέσει αυτό έκανες. Και έχω και όλα τα αποδεικτικά στοιχεία.

Πήγα να της ξαναρίξω χαστούκι αλλά σταμάτησα. Είχα καυλώσει. Μονή της γονατίζει και μου ανοίγει το παντελόνι. Βγάζει έξω το καυλί μου και μου λέει:

- Και τώρα θα μου πεις αν το έμαθα καλά από τα βίντεο, έχω δει 50 από το πρωί για μάθω πώς γίνεται σωστά.

Μου έπαιρνε πίπα, εγώ ήμουν φουλ καυλωμένος. Ακούω θόρυβο. Τη σηκώνω. Αρχίσαμε να γεμίζουμε τους ασκούς. Μπαίνει μέσα ο πατέρας της.

- Τι κάνετε μια ώρα; Μαλακίζεστε;

- Εδώ ο Λουκάς δοκιμάζει κρασί πριν βάλει χα, χα, χα.

- Πίνεις ρε μαλακισμένο; Για να δοκιμάσουμε και εμείς!

Σκύβει και πίνει και αυτός. Γέλασε όταν σηκώθηκε.

- Μαλακισμένε τελειώνετε θα μας γαμήσει ο Θωμάς!

- Αυτό προσπαθούμε. Να τελειώσουμε… άντε φύγε, φύγε!

Γέλασε πάλι και έφυγε.

- Καλά δεν του είπα Λουκά μου;

- Έλα τελείωνε γέμισε τους ασκούς και κλείσε καλά μην κάνουμε μαλάκια.

Τελειώσαμε σε κάμποση ώρα. Εγώ άλλη μια φορά είχα ξαναγεμίσει ασκούς. Μπήκαμε πάλι σπίτι και ήταν η κόρη του Θωμά μόνο μέσα. Μας είπε ότι έφυγαν και να βάλουμε τους ασκούς πάνω στο αγροτικό που μας άφησε ο μπαμπάς να τα μοιραστούμε σε 2 ταβέρνες. Έτσι και κάναμε. Στον δρόμο η Ζωή με ρωτούσε συνέχεια για την κοπέλα μου και μου έσπασε τα νεύρα.

- Ζωή σταμάτα πια να μου τα πρήζεις.

- Αυτό θέλω να κάνω. Λουκά αυτό που έκανες δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Ακόμα πονάω. Θα περάσει ο πόνος;

- Θα περάσει. Συγγνώμη. Δεν ήθελα να γίνει έτσι. Δεν ήθελα να γίνει καθόλου. Με έφερες στη χειρότερη θέση στη ζωή μου. Μπορεί να καταστραφούν όλες οι σχέσεις μου με την οικογένεια.

- Λουκά εμένα μου άρεσε. Πονάω πολύ αλλά μου άρεσε. Σε ήθελα από μικρή. Δεν ξέρω γιατί. Έπαιζα μόνη μου και σε σκεφτόμουν. Δεν έβλεπα τσόντες αλλά έκλεινα τα μάτια μου και σε σκεφτόμουν κάθε φορά. Από τα 12.

- Ρε Ζωή. Έλα να τα ξεχάσουμε όλα. Έλα να γίνουμε όπως πριν. Να είμαστε σαν αδέρφια μου με τον καιρό θα τα ξεχάσουμε.

- Λουκά είμαι αποφασισμένη να τα πω όλα αν δεν μου δίνεις σημασία. Αλήθεια.

- Αυτές τις μαλακίες λες και νευριάζω. Ρε ηλίθιο… δε θες η πρώτη σου φορά να είναι με ένα αγόρι στην ηλικία σου;

- Όχι θέλω όλα να τα κάνω μαζί σου. Το ονειρεύομαι από μικρή.

Φτάσαμε σπίτι. Δε μιλήσαμε πάλι στο αμάξι. Το βράδυ εγώ κοιμήθηκα σε ένα δωμάτιο μόνος μου αφού είχαν φύγει τα δύο αδέρφια και είχα μείνει μόνο εγώ η Ζωή και ο Γιάννης. Και οι γονείς. Την άλλη μέρα θα φεύγαμε και εμείς. Εγώ έπρεπε να πάω στους παππούδες μου και μετά να φύγω για σπουδές με την κοπέλα μου. Στον ύπνο μου άρχισα να νιώθω ωραία. Καυλωμένος πολύ έβλεπα ότι χύνω ασταμάτητα. Ξυπνάω και...

- Σ...

- Ρε Ζωή τι κάνεις εδώ;

- Μ... τον τρώω από τον φούλη μου. Μ...

Είχε έρθει και μου τον είχε πάρει στο στόμα της. Τον ήθελε τόσο πολύ... τον έγλειφε τόσο ωραία. Λίγο άτσαλα αλλά ωραία.

- Το κάνω καλά;

- Συνέχισε!

- Πες μου

- Σ...

- Θέλω να μου πεις!

Τον ρουφούσε ολόκληρο. Αργά με σάλιο και όρεξη. Έπιανε τα αρχίδια μου. Είχα καυλώσει τόσο που της είπα ότι χύνω. Δεν ήξερε τι να κάνει… αλλά τα κατάπιε, άλλα πέσανε στα μπούτια μου αλλά στο σεντόνι. Πνίγηκε λίγο. Έβγαλε το κινητό της με λίγο φως και κοιτούσε. Μου λέει:

- Έπεσαν μερικά.

- Φάε τα!

Της το είπα να δω τι θα κάνει. Σκύβει και τα γλείφει από τα μπούτια μου. Μετά έγλυψε το σεντόνι.

- Ότι μου πεις θα κάνω!

Σηκώνομαι και την σηκώνω. Της βγάζω όλα τα ρούχα. Το κορμάκι της έκαιγε. Γονατίζω μπροστά της και τη φιλάω στο μουνάκι. Άρχισε να τρέμει. Την ξαπλώνω στο κρεβάτι ανοίγω τα πόδια της. Φοβήθηκε ότι θα μπω μέσα της. Αρχίζω να τη γλείφω.

- Αχ... αχ... υπέροχο. Υπέροχο!

Μέσα σε 3 λεπτά είχε τελειώσει. Έτρεμε. Του μουνί της ήταν αξύριστο αλλά πεντακάθαρο.

- Κάνε το πάλι σε παρακαλώ πολύ.

Αρχίζω να της γλείφω πάλι το μουνάκι. Δε μιλούσε καθόλου. Έβγαζε μικρούς ήχους ευχαρίστησης. Έπιανα τα μεγάλα της βυζιά και χάιδευα και τον κώλο της. Τη γαμούσα με τη γλώσσα μου και της άρεσε πολύ. Άργησε λίγο αυτή τη φορά να χύσει. Όταν έχυνε το στόμα μου γέμισε ώσπου τα νόστιμα υγρά της. Γευστικά υγρά και γλυκά. Μου ζήτησε να τη φιλήσω αλλά δεν το έκανα.

- Λουκά φεύγω.

- Οκ.

Σηκώθηκε έβαλε ότι φορούσε και έφυγε.




Copyright protected OW ref: 166647