Μια παρέα πουτανάκια: Εισαγωγή

Δημοσιεύθηκε από Lifros
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.19 (18 Votes)
Είχα μπει σε μια πολύ περίεργη φάση της ζωής μου. Μόλις είχα κόψει την αναβολή και περίμενα να φύγω φαντάρος. Ήταν Αύγουστος και θα έφευγα το Νοέμβριο. Έκανα τρελή οικονομία για να μπορέσω να έχω μια άνετη θητεία, οπότε δεν είχα πάει πουθενά διακοπές. Δεν έβγαινε. Έτσι η πρόταση του φίλου μου του Βασίλη για μερικές μέρες στο εξοχικό του έσκασε λουκούμι. Θα ήταν αρκετά άτομα μα ο Βασίλης με διαβεβαίωσε πως χίλιοι καλοί χωράνε. Χρειαζόταν και τη βοήθεια μου από ότι είπε, γιατί η μια κοπέλα της παρέας του την έπεφτε χοντρά. Εκείνος βέβαια καμία σχέση. Όντας εκτός από φίλος του και ο τεχνικός του υπολογιστή του, είχα ανακαλύψει ότι ήταν γκέι. Αφού το συζήτησα μαζί του και έδωσα το λόγο μου ότι θα κρατήσω το μυστικό του, μου μίλησε πιο ανοιχτά για το ζήτημα. Είχε άλλα 3 αδέρφια, όλα αγόρια και αυτός ήταν ο μεγαλύτερος. Ο περίγυρος του ήταν στενόμυαλος και το ίδιο και οι παρέες του. Η ζωή στην επαρχία δε βοηθούσε και έτσι καταπιεζόταν μέχρι να βρει το δρόμο του.

Μετά από εκείνη την κουβέντα ήταν που με εκτίμησε πάρα πολύ και για αυτό το λόγο κάναμε αρκετή παρέα. Ήμουν από τους ελάχιστους ανθρώπους που μπορούσε να μιλήσει ανοιχτά. Δέχτηκα χωρίς πολλή σκέψη να πάω μαζί τους αν και δεν ήξερα σχεδόν κανέναν. Ξεκινήσαμε λοιπόν ένα πρωί, αρκετά νωρίς για να ετοιμάσουμε το σπίτι και κάνουμε μερικά ψώνια. Μόλις φτάσαμε, πήγαμε κατευθείαν στο σούπερ μάρκετ. Αφού τελειώσαμε, γυρίσαμε, αφήσαμε τα πράγματα μας και τακτοποιήσαμε τα ψώνια. Έπειτα ετοιμάσαμε το σπίτι. Είχε δύο υπνοδωμάτια στον κάτω όροφο σε κάτι που έμοιαζε σαν ημιυπόγειο και στον επάνω όροφο είχε έναν ενιαίο χώρο με ένα διπλό κρεβάτι και δυο καναπέδες που γινόντουσαν κρεβάτια. Τα στρώσαμε όλα και σιγά-σιγά άρχισαν οι πρώτες αφίξεις. Ένα αυτοκίνητο έφτασε και ένα ζευγάρι κατέβηκε και άρχισε να πλησιάζει το σπίτι. Ο Στέλιος και η Λίνα. Όπως σε πολύ λίγο συστήθηκαν. Πήγανε κάτω και πιάσανε το ένα υπνοδωμάτιο που είχε ένα τεράστιο υπέρδιπλο κρεβάτι. Αφήσανε τα πράγματά τους, αλλάξανε και φύγανε για μπάνιο. Τα παιδιά θα μένανε μόνο ένα βράδυ και δεν ήθελαν να χάσουν χρόνο όπως είπαν.

Με το που έφυγαν, ακούστηκαν κάτι τσιρίδες στο δρόμο και τρία κορίτσια χαιρετούσαν από μακριά. Η Έλενα, η Μαρίνα και Φένια. Ο Βασίλης άρχισε να χαιρετάει και αυτός και μου είπε τα ονόματα. Τα κορίτσια ήρθανε και αφού συστηθήκαμε, συνεννοήθηκαν με το Βασίλη για τα κρεβάτια. Η Μαρίνα με την Έλενα θα παίρνανε το δεύτερο υπνοδωμάτιο από τα κάτω και η Φένια θα κοιμόταν επάνω με το Βασίλη σε διαφορετικά κρεβάτια. Κάπου εκεί ξεκινήσαμε όλοι για μπάνιο εκτός από τη Μαρίνα που μάλλον είχε περίοδο αν είχα καταλάβει καλά από κάτι μισόλογα. Η ώρα στη θάλασσα πέρασε πολύ ευχάριστα με πειράγματα, μπύρες, παιχνίδια, βουτιές και μπόλικη ηλιοθεραπεία. Είχε μόλις δύσει ο ήλιος όταν αποφασίσαμε να γυρίσουμε. Η παρέα όμως είχε μεγαλώσει επικίνδυνα. Όταν γυρίσαμε είχε έρθει μια ξαδέρφη του Βασίλη ονόματι Όλγα, η Μαρία, που ήταν αυτή που την έπεφτε στο Βασίλη και ένα ακόμα ζευγάρι. Η Κατερίνα και ο Μάνος.

Tο τραπέζι είχε ήδη αδειάσει από φαγητό και άτομα. Οι περισσότεροι είχαν φάει μιας και η Μαρίνα είχε ετοιμάσει μακαρονάδα. Όσοι γυρίσαμε από τη θάλασσα καθίσαμε να φάμε στο δεύτερο γέμισμα του τραπεζιού. Μετά από το φαγητό κάποιοι ετοιμάστηκαν για έξω και κάποιοι θα έμεναν σπίτι. Ήταν μια αρκετά κουραστική μέρα και αποφάσισα να μείνω μέσα. Αραχτός στο μπαλκόνι δηλαδή με κρύες μπύρες. Η Όλγα που ήταν και η δεύτερη προστάτιδα του Βασίλη θα έβγαινε μαζί του να τον προσέχει γιατί η Μαρία έκανε σαν λυσσασμένη. Τα δυο ζευγάρια βγήκαν τετράδα. Θα πήγαιναν σε ένα γνωστό μπαράκι της περιοχής. Έτσι μείναμε εγώ και Φένια στο σπίτι, καθώς η Έλενα με τη Μαρίνα θα έβγαιναν με κάτι γνωστούς της Έλενας. Η βραδιά κυλούσε αρκετά ήρεμα αλλά η Φένια με είχε ψιλοξενερώσει. Είχε έναν γκόμενο υπερβολικά ζηλιάρη που της είχε στείλει άπειρα μηνύματα όλη μέρα και αυτή μιλούσε συνέχεια για αυτόν. Μόνο κάποιες στιγμές πήγε να ομορφύνει το βράδυ όταν εκείνη ξεκίνησε να μου λέει πως στο μπαρ που δούλευε μια μέρα είχα πάει κι εγώ και το αφεντικό της, της είπε πως πρέπει να βρει κάποιον σαν κι εμένα. Ταιριάζαμε λέει. Είπα να η ευκαιρία σου μεγάλε, μα έσκασε μύτη ο Βασίλης με τα κορίτσια εκείνη τη στιγμή και όλα τέλειωσαν.

Αφού είπαμε δυο κουβέντες για το πως περάσαμε, αποφάσισα να πάω για ύπνο γιατί είχα κουραστεί. Ρώτησα το Βασίλη και μου είπε πως για απόψε θα κοιμόμουν με το ζευγάρι στο υπέρδιπλο κρεβάτι κάτω. Αφού σιγουρεύτηκα πως ούτε κι εκείνοι είχαν πρόβλημα, κατέβηκα κάτω και ξάπλωσα. Είχε μπόλικη ζέστη και έπεσα μόνο με το μποξεράκι αλλά δεν ήταν αυτό το πρόβλημα μου εκείνη τη στιγμή. Οι καύλες μου είχαν χτυπήσει κόκκινο. Όλη μέρα στη θάλασσα με όλα αυτά τα πειράγματα και τα μπικίνι και το αλκοόλ και τη Φένια με το καυτό, αέρινο σορτσάκι της, που δεν άφηνε και πολλά στη φαντασία. Πονούσαν τα αρχίδια μου από την καύλα. Εκεί που ήμουν έτοιμος να τον βγάλω έξω και να τον παίξω ξεσκίζοντας με τη φαντασία μου τη μουνάρα της Φένιας, άνοιξε η πόρτα και μπήκαν ο Στέλιος και η Λίνα. Επέστρεφαν από την έξοδό τους και μιας και είχαν πληροφορηθεί πως μάλλον είχα κοιμηθεί, προσπαθούσαν να κάνουν ησυχία. Για να αποφύγω τις όποιες άβολες κουβέντες έκανα πως κοιμάμαι. Αφού ξεντύθηκαν και ξάπλωσαν, φάνηκε πως η Λίνα είχε κι εκείνη καύλες αφού ξεκίνησε να φιλάει και να γλείφει το λαιμό του Στέλιου χαϊδεύοντας τον και κάνοντας τον να ντραπεί και να δυσανασχετήσει λέγοντας της πως θα με ξυπνήσουνε και να ηρεμήσει. Φανερά ξενερωμένη σταμάτησε και του γύρισε πλάτη κοιτώντας προς εμένα πια και εκείνος κόλλησε από πίσω της και την πήρε αγκαλιά. Σε πολύ λίγο κοιμόντουσαν κι οι δυο.

Για "κακή" μου τύχη η τιράντα του νυχτικού της Λίνας έφυγε από τη σωστή της θέση και πλέον άφηνε σε κοινή θέα ένα από τα πιο περίεργα βυζάκια που είχα δει ποτέ στη ζωή μου. Μα ήταν τόσο ελκυστικό το θέαμα που δε μπορούσα ούτε να πάρω τα μάτια μου από πάνω του. Είχε κωνικό σχήμα στη ρώγα που συνέχιζε ομοιόμορφα και μετά το τέλος της. Σκούρα και κωνική ξεπρόβαλε περήφανα και με "κοιτούσε". Πόσο είχα καυλώσει. Προσπαθούσα μάταια να κοιμηθώ και μέσα στην υπερπροσπάθεια μου, κάπου εκεί ανάμεσα στον ύπνο και στον ξύπνιο μου άνοιξα τα μάτια μου και ο έτοιμος να σπάσει από καύλα πούτσος μου, βρισκόταν στη χούφτα της Λίνας. Την κοίταξα και είδα ότι τον κοιτούσε με θαυμασμό και ανεβοκατέβαζε με δύναμη το χέρι της σφίγγοντας τον και προσπαθώντας να ενώσει τα δάχτυλά της και να κλείσει τη χούφτα της. Έτσι πρησμένος που ήταν δεν υπήρχε περίπτωση. Το ροχαλητό του Στέλιου χαλούσε λίγο την ατμόσφαιρα μα όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Άπλωσα το χέρι μου και έσφιξα το βυζάκι και τη ρώγα της και εκείνη έπαιζε τον πούτσο μου με το ένα χέρι και το μουνάκι της με το άλλο. Θα χύναμε σχεδόν ταυτόχρονα μα ο δικός της οργασμός χάλασε το ρυθμό του παιξίματος του πούτσου μου και αφού τέλειωσε με το δικό της έκανε και εμένα να τελειώσω εκσφενδονίζοντας σπέρμα παντού πάνω μου. Πήρα μια πετσέτα και σκουπίστηκα και εκείνη έγλυψε τα δάχτυλα της για να καθαρίσουν από όσο σπέρμα έπεσε πάνω τους, κοιτάζοντας με πονηρά. Μου έκλεισε το μάτι και χαμογελάσαμε ο ένας στον άλλο και αποκοιμηθήκαμε σχεδόν αμέσως.

Όταν ξύπνησα το πρωί οι περισσότεροι είχαν πάει ήδη στη θάλασσα και αφού ήπια ένα καφέ με τη Μαρίνα ετοιμάστηκα να πάω κι εγώ. Η Μαρίνα είχε κάνει μια επέμβαση και δεν μπορούσε να έρθει στη θάλασσα από ότι τελικά μου είπε. Δεν ήταν θέμα περιόδου. Θα καθόταν να μαγειρέψει και πάλι για όλους και έλεγε πως τη χαλαρώνει αυτό. Έτσι ξεκίνησα και σε πέντε λεπτά συνάντησα τους υπόλοιπους στην παραλία. Παρήγγειλα ένα καφέ και αφού ήπια δυο γουλιές, βούτηξα κι εγώ και άρχισαν πάλι τα χτεσινά. Βέβαια η Λίνα σε κάθε ευκαιρία απροκάλυπτα με χούφτωνε αλλά κανείς δεν είχε καταλάβει τίποτα. Περνούσε κάτω από τα πόδια μου μέσα στο νερό και μου έπιανε τον πούτσο και τα αρχίδια. Μου έβαζε τα δάχτυλά της στα όρια της τρύπας μου. Με είχε κατά-καυλώσει. Κάποια στιγμή ευτυχώς βγήκε έξω και έμεινα μέσα να ηρεμήσω. Είχε υπερβολική ζέστη και όλοι είχαν βγει από τη θάλασσα για να μην τους κάψει ο ήλιος. Η μικρή, η Όλγα που ήταν περίπου 16-17 σε εκείνη τη φάση, ήταν η μόνη που έμεινε μέσα από την παρέα αλλά εγώ δεν το είχα καταλάβει. Φορώντας την μάσκα της με πλησίασε και φτάνοντας μπροστά μου βγάζει τη μάσκα και μου λέει.

- Αν κατεβάσεις το μαγιό μέχρι τα γόνατα τουλάχιστον, δεν θα πω τίποτα σε κανέναν.

- Τι είναι αυτά που λες μικρούλα; Απαντάω.

- Για σένα και τη Λίνα λέω.

- Δεν είσαι λίγο μικρή για αυτό που ζητάς;

- Φυσικά και όχι, σιγά τι σου ζήτησα;

Η μικρή με είχε καυλώσει ακόμα περισσότερο και έτσι της έκανα το χατίρι. Εκείνη βούτηξε μέσα και με τη μάσκα και τον αναπνευστήρα της χάζευε το τεντωμένο μου εργαλείο. Βγαίνει μετά από λίγα λεπτά και λέει:

- Είναι φανταστικό, θαυμάσιο, ολόκληρο θηρίο.

- Το νερό είναι που το κάνει έτσι. Φτάνει τόσο; Της λέω.

- Περίμενε ακόμα λίγο…

μου απαντάει και βουτάει ξανά. Και μόλις τσέκαρα να δω αν έρχεται κανείς ένιωσα κάτι να αρπάζει το καυλί μου. Η μικρή το είχε βάλει στο στόμα της και με πίπωνε κάτω από το νερό ενώ έπαιρνε ανάσα από τον αναπνευστήρα της μάσκας μέσω της μύτης της. Το όλο σκηνικό με ερέθισε τόσο που σε δυο λεπτά σχεδόν είχα χύσει στο στόμα της Όλγας. Δεν το πίστευα σχεδόν. Κάπου εκεί θυμάμαι το Στέλιο να βουτάει και αφού συμμαζευτήκαμε στα γρήγορα με τη μικρή εκείνη ξεκίνησε για έξω και εγώ έκανα κάνα δυο βουτιές να απομακρυνθώ από το σημείο. Βρεθήκαμε με το Στέλιο μέσα στη θάλασσα και πιάσαμε μια κουβέντα γενική αλλά γρήγορα φτάσαμε στο σημείο να μου ζητάει συμβουλές για τη Λίνα. Δεν πήγαιναν και πολύ καλά και μου είπε ότι του εμπνέω μια εμπιστοσύνη για αυτό μου μιλάει. Που να ήξερε ο καημένος. Η συμβουλή μου ήταν να μην της κάνει όλα τα χατίρια και να μην είναι τόσο μαλθακός και στο κρεβάτι να αγρίευε λίγο. Είπαμε κι άλλα, όμως δεν είναι της παρούσης.

Έπειτα βγήκαμε για να τους αποχαιρετίσουμε γιατί θα έφευγαν και εκείνος με προσκάλεσε να με φιλοξενήσει στη Θεσσαλονίκη όποτε ήθελα γιατί με Θεωρούσε φίλο του. Με ένα αδιάφορο σχεδόν "όποτε θέλεις" ακολούθησε και η Λίνα και αφού τους χαιρέτισαν όλους έφυγαν. Ήταν απόγευμα και αρχίσαμε τις πρώτες μπύρες. Η ώρα περνούσε και οι μπύρες έγιναν ποτά, τα ποτά ακολούθησαν κάποια σέϊκερ με σφηνάκια και νωρίς το βράδυ είχαμε φτιάξει όλοι απίθανο κεφάλι. Κάποια στιγμή είχε έρθει και η Μαρίνα με τάπερ με κεφτεδάκια και λουκάνικα και ευτυχώς τσιμπήσαμε κάτι γιατί τα ποτά κόντευαν να μας αποτελειώσουν. Η Φένια είχε ξεχάσει το κινητό της στο σπίτι και ο γκόμενος της είχε αφηνιάσει, αφού δεν είχε νέα της σχεδόν μια ολόκληρη μέρα. Έτσι αποφάσισε να της κάνει έκπληξη και να έρθει. Κάτι πήγε πολύ στραβά εκείνη τη στιγμή όμως γιατί την ώρα που πλησίαζαν στην παραλία ο γκόμενος της Φένιας με το φίλο του που μόλις είχαν φτάσει, η Φένια ζαλισμένη όπως ήταν σκόνταψε και έπεσε στην αγκαλιά του γκόμενου της Κατερίνας, του Μάνου. Σκάνε και κάτι γέλια και του κάνει και μια αθώα φιλική αγκαλιά αλλά από το σημείο που ήταν οι άλλοι δυο, όλο αυτό φάνταζε τελείως διαφορετικό.

Κάπου εκεί η Φένια τους είδε και ακολούθησαν σουρεάλ στιγμές. Ο γκόμενος της Φένιας με τον άλλο γύρισαν και ξεκίνησαν να απομακρύνονται τσατισμένοι και η Φένια έτρεχε να τους προλάβει. Μόλις τα κατάφερε, ο γκόμενος της γύρισε και της έδωσε δυο χαστούκια αφήνοντας την σχεδόν λιπόθυμη συνεχίζοντας την πορεία του αμέσως μετά. Η Κατερίνα έτρεξε να μαζέψει τη Φένια και οι υπόλοιποι χάζευαν έκπληκτοι χωρίς να μπορούν να συνειδητοποιήσουν αυτό που γινόταν, ενώ η Έλενα χωρίς να νιώσει καθόλου, φλέρταρε με τους δυο μαντραχαλάδες που κουβαλούσε δεξιά-αριστερά όλες αυτές τις μέρες. Κάπου εκεί είχε χαλάσει η φάση και καταλήξαμε σύντομα στο σπίτι. Τα κορίτσια παρηγορούσαν τη Φένια, η Όλγα έφυγε εντελώς μιας και είχαν φτάσει οι δικοί της που είχαν σπίτι ένα δρόμο παρακάτω, ο Μάνος και η Κατερίνα μάλωναν για κάτι, μάλλον σχετικό με αυτό που είχε γίνει πριν και στη διπλανή κρεβατοκάμαρα από εκεί που κοιμόμουν η Μαρία είχε ξεμοναχιάσει το Βασίλη και προσπαθούσε να γαμηθεί μαζί του απελπισμένα. Τα κορίτσια ένα-ένα έπεφταν για ύπνο μόλις κατάφεραν να κοιμίσουν τη Φένια και σύντομα έμεινα μόνος μου στο μπαλκόνι. Ένα μήνυμα από το Βασίλη έσκασε στο κινητό μου.

- Σώσε με...

έλεγε. Πήγα με σκοπό να τους τη σπάσω και να ανοίξω την πόρτα, μα η Μαρία είχε κλειδώσει και δε σταματούσε ούτε όταν τους φώναξα.

- Θέλουμε να μείνουμε λίγο μόνοι…

είπε η Μαρία και έπρεπε να το σεβαστώ. Άκουγα σχεδόν ότι έλεγαν μιας και τα παράθυρα ήταν ανοιχτά, ενώ απόλυτη ησυχία επικρατούσε στο σκοτάδι. Είχαν φτάσει σε αρκετά κρίσιμο σημείο από ότι κατάλαβα, όταν ο Βασίλης έθεσε βέτο για προφυλακτικό. Έτσι η Μαρία άφησε το δωμάτιο και άρχισε να ψάχνει για προφυλακτικό. Ο Βασίλης έντρομος ήρθε σε εμένα και μου είπε να τον βοηθήσω. Μου είπε πως αν είχα προφυλακτικό ήμουν ο μόνος και να μην της το δώσω. Τον καθησύχασα και του είπα να πάει πίσω στο δωμάτιο και να μείνει εκεί. Τα πιτσουνάκια με είχαν καυλώσει και το άλλο το ξεδιάντροπο η Μαρία έσκασε μύτη σε πολύ λίγο φορώντας μόνο το τιραντέ τεράστιο μπλουζάκι του Βασίλη και από κάτω τίποτα. Τα στρόγγυλα βυζόμπαλά της κουνιόντουσαν ελεύθερα πέρα-δώθε μέσα στο μισοσκόταδο και από τα πλάγια της φαινόντουσαν σχεδόν εντελώς με τις ρώγες της καυλωμένες να διαγράφονται ολοφάνερα, ενώ ίσα που καλυπτόταν το κωλαράκι της και το μουνάκι της από το μπλουζάκι. Ήμουν που ήμουν καυλωμένος, μπαίνει μέσα στο δωμάτιο από την ξεκλείδωτη πόρτα και λέει:

- Είσαι η τελευταία μου ελπίδα.

- Τι εννοείς; Απαντάω.

- Μήπως έχεις ένα προφυλακτικό; Μου λέει, ελαφρώς ντροπαλά!

- Ναι έχω. Της λέω και σηκώνομαι σιγά-σιγά μέσα στο σκοτάδι βγαίνοντας κάτω από το σεντόνι που σκεπαζόμουν.

- Τέλεια! Θα μου το δώσεις;

- Δε γίνεται. Της απαντάω και την έχω σχεδόν πλησιάσει.

- Γιατί; Με ρωτάει όλο απορία;

- Γιατί το φοράω ήδη.

Το σεντόνι έπεσε στο πάτωμα και ξεπρόβαλα ολόγυμνος με τον πούτσο ολόρθο και πρησμένο από την πίεση του προφυλακτικού. Με μια κίνηση πέταξα τη Μαρία πάνω στο κρεβάτι και σε λίγα δευτερόλεπτα είχα μπει βαθιά μέσα της με την έκφραση της απορίας που είχε πάρει το πρόσωπό της να εναλλάσσεται σε χαμόγελο ηδονής μέσα από μια άκρως ερεθιστική κραυγούλα καύλας. Τα πόδια της και τα χέρια της τυλίχτηκαν γύρω μου και το Μαράκι παραδόθηκε στις ορέξεις μου. Η μήπως τις ορέξεις της; Η νύχτα ήταν μεγάλη και θα μπορούσα να γράψω περισσότερα για το τι είχε γίνει, μα θα το συνεχίσω όταν γράψω την ενότητα της Μαρίας. Δυστυχώς το επόμενο πρωί, προς ανακούφιση του Βασίλη η Μαρία έπρεπε να επιστρέψει σπίτι της και μας αποχαιρέτησε. Ακόμα με ευχαριστεί ο Βασίλης για εκείνη τη "χάρη" όπως λέει.

Η επόμενη μέρα δεν ξεκίνησε καλά. Η Φένια ήταν χάλια από τα γεγονότα και τα ποτά που προηγήθηκαν την προηγούμενη μέρα και είχαμε μείνει κατά τα' άλλα μόνο εγώ, ο Βασίλης, η Μαρίνα, η Έλενα και ο Μάνος με την Κατερίνα. Ο καιρός δεν ήταν και πολύ καλός και έτσι δεν πήγαμε στη θάλασσα. Μείναμε σπίτι, μαγειρέψαμε, φάγαμε, ήπιαμε και έφτασε σχεδόν το βράδυ. Κανονίσαμε να πάμε σε ένα μπαρ που δούλευε η Κατερίνα πριν τα φτιάξει με το Μάνο και μετακομίσουν στη Θεσσαλονίκη και αυτοί. Το αφεντικό κερνούσε συνέχεια σφηνάκια και ποτά και για άλλη μια φορά είχαμε φτιαχτεί για τα καλά. Για κακή μας τύχη όμως ο μαλάκας ο γκόμενος της Φένιας ήρθε με παρέα στο μαγαζί και σε κάποια ανύποπτη στιγμή βγάλανε έξω τον Μάνο και του κάνανε τα μούτρα αγνώριστα. Δεν είχα πάρει είδηση το τί γινόταν γιατί μιλούσαμε με το Βασίλη και όταν πια τα ουρλιαχτά της Κατερίνας έσκισαν τη μουσική του μπαρ και κοίταξα έξω ήταν πολύ αργά να το σταματήσω. Όρμησα έξω και σαν μανιασμένος άρχισα να χτυπάω όποιον μαλάκα από την παρέα του παπάρα έβρισκα μπροστά μου, ευτυχώς αυτοί ήταν πιο μεθυσμένοι από εμάς. Σε λίγο τρία άτομα ήταν κάτω, εγώ είχα πιάσει από το λαιμό τον μαλάκα της Φένιας και ένας ακόμα μας κοιτούσε αλλά δίσταζε να πλησιάσει. Αφού πήρα μίαν ανάσα έριξα κάνα δυο περιποιημένες και σε αυτόν και μαζί με τους άλλους τα μαζέψανε και φύγανε όπως-όπως. Σήκωσα το Μάνο και τον τράβηξα μέσα. Τον έβαλα να καθίσει και του έφερα και μια σακούλα με πάγο να βάλει στα χτυπήματα. Σε κάποια φάση, και ενώ την περιποίηση του είχε αναλάβει η Κατερίνα, εγώ κατέβηκα στο υπόγειο που ήταν η τουαλέτα. Εκεί είδα ότι είχα ένα πρηξιματάκι στο μέτωπο και το πουκάμισο μου ήταν σκισμένο στο γιακά. Σπάστηκα λίγο γιατί ήταν το αγαπημένο μου αλλά έριξα λίγο νερό στο πρόσωπό μου και πήγα να ανέβω ξανά. Ξαφνικά όμως βλέπω μπροστά μου την Κατερίνα.

- Είσαι εντάξει; Με ρωτάει και με πλησιάζει ακουμπώντας το χέρι της στο στέρνο μου.

- Ναι μια χαρά. Απαντάω.

- Κι αυτά; Με ρωτάει δείχνοντας το καρουμπαλάκι και το γιακά.

- Α, μην ανησυχείς. Το πουκάμισο πόνεσε λίγο παραπάνω.

- Ξέρεις, σε ευχαριστώ πολύ για αυτό που έκανες. Άλλος στη θέση σου δε θα έδινε σημασία.

- Ναι αλλά εγώ δεν είμαι άλλος. Απαντάω κι εγώ, εξαντλώντας τα κλισέ της συζήτησης.

- Να σε πηδήξω λίγο για να σε ευχαριστήσω; Με ρωτάει και αμέσως σάστισα.

Κάνει ένα μεγάλο βήμα πίσω για φόρα και με δύο μικρά βηματάκια μπροστά και ένα σάλτο πηδάει πάνω στην αγκαλιά μου τυλίγοντας τα χέρια και τα πόδια της γύρω μου.

- Σε πήδηξα. Μου λέει.

Για να την πιάσω, μιας και δεν είχα καταλάβει τι είχε στον νου της την καταχούφτωσα στον κώλο και τα βυζιά της ήταν σχεδόν μέσα στα μούτρα μου. Μύριζε υπέροχα. Μόλις σταθεροποιηθήκαμε μου ρίχνει ένα βλέμμα όλο πονηριά και σκύβει και μου δίνει ένα φιλί που έκανε τα πόδια μου να τρέμουν. Το φιλί θα κράτησε περίπου ένα λεπτό και μόλις τραβήχτηκε για να πάρει ανάσα, το έκανε δίπλα στο αυτί μου βαριά και όλο καύλα. Αυτό με αποτελείωσε. Την πιάνω και σχεδόν την πετάω μπρούμυτα σε ένα μικρό ψυγειάκι που είχε εκεί δίπλα. Κολλάω πίσω της σηκώνοντας της τη τζιν μίνι φούστα και της ψιθυρίζω στο αυτί.

- Στο δικό μου το χωριό όταν λέμε "να σε πηδήξω" άλλο πράγμα εννοούμε…

και παίρνω το αυτί της στο στόμα μου ενώ απελευθέρωνα ταυτόχρονα τον πούτσο μου που κόντευε να σπάσει από την καύλα. Με μια κίνηση πιάνω με τα δύο μου χέρια το μαύρο της στρινγκάκι και το σκίζω ενώ σπρώχνω δυνατά να μπω όσο πιο βαθιά μέσα της μπορούσα. Τα επόμενα δευτερόλεπτα μείναμε εκεί ακίνητοι προσπαθώντας να συνειδητοποιήσουμε τι ζούμε. Αυτή το μέγεθος και κυρίως τη διάμετρο του καυλιού μου που τέντωσε το στενό της μουνάκι και εγώ το πόσο υγρό και καυτό μπορεί να είναι ένα μουνί. Μια δόνηση στη σιδερένια σκάλα όμως μας χάλασε τη φάση και ξαναμπήκαμε και οι δύο στις δύο τουαλέτες. Αφού συμμαζευτήκαμε βγήκαμε και ανεβήκαμε πάνω ξεχωριστά. Συνεχίσαμε με κάποιες κλεφτές ματιές αλλά τίποτα παραπάνω. Θα είχε περάσει κανένα μισάωρο όταν ξαφνικά συνειδητοποιήσαμε πως είχαμε χάσει τη Φένια. Η βραδιά έτσι κι αλλιώς τελείωνε και έτσι αφού ψάξαμε παντού στο μαγαζί, πληρώσαμε και φύγαμε. Η Κατερίνα κι ο Μάνος θα πήγαιναν σπίτι γιατί ο Μάνος ήταν χάλια και η Έλενα θα τους ακολουθούσε γιατί την είχε χαλάσει το ποτό, ο Βασίλης και η Μαρίνα θα παίρνανε τη δεξιά μεριά και εγώ την αριστερή.

Ξεκινήσαμε το ψάξιμο μιας και το κινητό της ήταν κλειστό. Μετά από σχεδόν μια ώρα και ενώ είχαμε μιλήσει με τους υπόλοιπους αρκετές φορές, τη βρήκα στην παραλία να κάθεται και να κλαίει. Ήταν θεοσκότεινα και με το ζόρι την είδα. Πήγα να πάρω τηλέφωνο να ειδοποιήσω τους άλλους μα με παρακάλεσε να μην το κάνω. Επίσης με παρακάλεσε να την αφήσω μόνη της μα δε δέχτηκα να το κάνω και αυτό. Έτσι κάθισα εκεί δίπλα της και ξεκίνησα να της μιλάω για διάφορα προσπαθώντας να την κάνω να ξεχαστεί. Σε ανύποπτο χρόνο έστειλα κι ένα μήνυμα στο Βασίλη να σταματήσουν να ψάχνουν και να μην ανησυχούν και τον παρακάλεσα να μην της το πει. Αφού πήρα το οκ, ησύχασα. Τα είχα ψιλοκαταφέρει και την έκανα να γελάει στιγμές-στιγμές μα μετά την ξαναέπιανε και έβαζε πάλι τα κλάματα. Σε κάποια φάση άρχισε να τρέμει. Κατάλαβα πως κρύωνε και έτσι έβγαλα το πουκάμισο μου και την τύλιξα. Χαμογέλασε και προσπάθησε να μου το δώσει πίσω μα συνέχισε να τρέμει και έτσι την έσφιξα με τα χέρια μου καθώς κάθισα από πίσω της και την τύλιξα μέσα στην αγκαλιά μου, φασκιωμένη και με το πουκάμισό μου.

- Τον αγαπάω…

μου είπε γυρνώντας και κοιτώντας με στα μάτια.

- Το ξέρω. Απάντησα.

- Μα είναι άδικο. Είναι πολύ μαλάκας.

- Κι αυτό το ξέρω. Είπα και χαμογέλασα.

- Δεν έχω κάνει τίποτα με κανέναν ρε εσύ και αυτός μου φέρεται σαν να είμαι πουτάνα.

- Το κατάλαβα. Της απάντησα. Ίσως πρέπει να του δώσεις ένα μαθηματάκι.

- Αυτό θα κάνω!

Και σηκώνεται απότομα. Χωρίς να βγάλει το πουκάμισο μου που φορούσε τα μανίκια, κατέβασε το παντελόνι της μαζί με το εσώρουχο και έμεινε γυμνή από τη μέση και κάτω. Συνέχισε κατεβάζοντας μονομιάς και το άσπρο στράπλες μπλουζάκι της μαζί με το στράπλες σουτιέν της, βγάζοντας τα από τα πόδια. Τώρα φορούσε μόνο το πουκάμισο μου που ανέμιζε από τον αέρα μαζί με τα μαλλιά της. Το φως του φεγγαριού μόνο, έπεφτε πάνω της αλλά έφτανε για να δω την έκφρασή του προσώπου της. Ήταν αποφασισμένη. Γονάτισε πάνω από εμένα και ξεκούμπωσε το παντελόνι μου το οποίο τράβηξε μαζί με το μποξεράκι μου και το έβγαλε τραβώντας το.

- Είσαι σίγουρη; Ρώτησα.

- Εντελώς!

Είπε ορθά κοφτά. Τώρα θα δει ο μαλάκας. Με κατηγορεί για κάτι που δεν έκανα ποτέ και μου φέρεται σαν πόρνη. Τώρα θα του δείξω πώς είναι να είμαι αυτό που με κατηγορεί και στην τελική κατηγορούμαι για κάτι που δεν έχω απολαύσει ποτέ. Τουλάχιστον να το απολαύσω να με κατηγορεί δίκαια. Με το χέρι της είχε πάρει την τσάντα της και έβγαλε από μέσα τη φωτογραφική της μηχανή. Έβγαλε φωτογραφία εμένα ολόγυμνο και στη συνέχεια μόνο τον πούτσο μου. Μετά από δυο τρεις λήψεις τον πήρε στο στόμα της και έβγαλε μερικές φωτογραφίες να τον γλείφει. Τράβηξε ένα μικρό βίντεο το θεσπέσιο τσιμπούκι που μου έκανε και συνέχισε. Κοιτούσα αμήχανα αλλά γούσταρα τρελά με αυτά που γινόταν. Μόλις ένιωσε τον πούτσο μου τέρμα πρησμένο και σε μεγάλη δυσκαμψία με καβάλησε. Γαμιόταν σαν τρελή με το καυλί μου και οι φωτογραφίες διαδέχονταν τα βίντεο και πάλι μετά φωτογραφίες. Αφού έζησε έναν απίστευτο οργασμό πάνω στο καυλί μου και εγώ ένα από τα πιο όμορφα θεάματα που είχα ποτέ, κατέβηκε και στήθηκε στα τέσσερα.

Πήγα από πίσω της και στην κυριολεξία την ξέσκισα. Αλλά κι αυτή τα έδινε όλα όμως. Πρώτη φορά γαμούσα κάποια στα τέσσερα και είχε τόσο ενεργό ρόλο στο γαμήσι. Μόλις κατάλαβε ότι κοντεύω να χύσω, τινάχτηκε, άρπαξε με το στόμα της τον πούτσο μου και αφού τον βύζαξε στην κυριολεξία, ήπιε κάθε σταγόνα από το σπέρμα μου επιδεικτικά, μαλάζοντας τα αρχίδια μου, ζητώντας μου κι άλλο. Όλα ήταν τραβηγμένα στο βίντεο και σε διάφορες φωτογραφίες. Συνεχίσαμε ακόμα λίγο και μέσα στη θάλασσα και έξω. Η περιγραφή θα συνεχιστεί στο κεφάλαιο "Φένια". Ξεπλυθήκαμε και ξεκινήσαμε για το σπίτι. Είχε σχεδόν ξημερώσει όταν φτάναμε. Πέσαμε ξεροί για ύπνο και κοιμηθήκαμε. Το πρωί ξυπνήσαμε σχετικά αργά και πληροφορηθήκαμε πως η Κατερίνα κι ο Μάνος έφυγαν γιατί ο Μάνος μάλλον είχε πάθει μια μικρή διάσειση. Οι υπόλοιποι πήγαμε στη θάλασσα αν και λιγάκι αργά. Η μέρα πολύ πιο ήρεμη και μετά από αρκετό αραλίκι στην παραλία, γυρίσαμε στο σπίτι.

Ήταν η τελευταία βραδιά για όλους αφού την επομένη θα φεύγαμε για πίσω. Αποφασίσαμε να βάλουμε ποτά και να μείνουμε στο μπαλκόνι. Η Έλενα όλη μέρα φλέρταρε προκλητικά με τους δύο μαλάκες που κουβαλούσε και με είχε εκνευρίσει λίγο. Δεν ξέρω γιατί. Το χειρότερο όλων είναι ότι τους κάλεσε να έρθουν και το βράδυ στο μπαλκόνι. Τα νεύρα μου δεν ήταν και πολύ καλά χωρίς να ξέρω το λόγο. Έτσι μετά από μερικά ποτά, μην αντέχοντας τους μαλάκες κατέβηκα από την εξωτερική σκάλα δήθεν για να πάω για ύπνο. Αμέσως όμως πήρα να ανεβαίνω από την εσωτερική σκάλα και βγήκα στην κουζίνα οπού ήξερα ότι θα είναι η Έλενα για να ετοιμάσει κάτι να τσιμπήσουν όπως είπε όταν εγώ κατέβαινα για να πάω για ύπνο.

- Επ, δε θα κοιμηθείς τελικά;

- Δηλαδή ρε τσουλάκι πως την έχεις δει; Γουστάρεις σαν τρελή να φας πούτσο και κουβαλάς παντού αυτούς τους χλεχλέδες; Πούτσο δεν θες; Θα σε κανονίσω εγώ…

είπα χαμηλόφωνα πλησιάζοντας την και όρμησα πάνω της φιλώντας τη στο λαιμό και χουφτώνοντας τον υπέροχο κώλο της κάτω από την αέρινη φούστα τύπου τενίστριας που φορούσε. Της δίνω και ένα γλωσσόφιλο δαγκώνοντας της ελαφρώς τα χείλη και την γυρνάω προς τον πάγκο της κουζίνας στριμώχνοντας την από πίσω. Χούφτωσα τα βυζάκια και την κωλάρα της και έστειλα με μια κίνηση το άσπρο της βρακάκι στους αστραγάλους της. Της ανέβασα το ένα πόδι στον πάγκο της κουζίνας και κάρφωσα με τη μία τον πούτσο μου στο υγρό της μουνάκι. Ξαναβγήκα ολόκληρος και με τη μία ξανακαρφώθηκα όλος μέσα της τραβώντας την από τα μαλλιά. Βόγκηξε και της έκλεισα το στόμα με το ένα χέρι μου ενώ με το άλλο είχα πετάξει έξω το ένα βυζάκι της και της το έσφιγγα δυνατά σφηνώνοντας την σκληρή της ρώγα ανάμεσα σε δυο μου δάχτυλα. Και πάλι τέρμα έξω και πάλι κάρφωμα μέσα.

- Μ…

- Τι είπες τσούλα;

- Μη!

- Δεν γουστάρεις; Ψιθύρισα στο αυτί της συνεχίζοντας.

- Μη βγαίνεις…

και ακούγοντας αυτό εγώ ξεκίνησα ένα ανελέητο σφυροκόπημα και ένα γαμήσι με ένα ξέφρενο ρυθμό. Το χέρι που δήθεν έκλεινε το στόμα της Έλενας ήταν πια μέσα στο στόμα της και εκείνη μου πίπωνε τα δάχτυλα και σε λίγο την ξαναέπιανε από το μαλλί τραβώντας την προς τα πίσω. Κάπου λίγο πριν αρχίσω να χαλαρώνω το ρυθμό μου από την κούραση ένιωσα το κορμί της να συσπάται και εκείνη να μην μπορεί να κρατηθεί όρθιά. Σε δευτερόλεπτα το μουνάκι της ήταν πλημμυρισμένο και έχυνε χωρίς σταματημό. Το γαμήσι συνεχίστηκε και σε λίγο ήμουν κι εγώ έτοιμος για να τελειώσω. Όπως την είχα πιασμένη από το μαλλί την κατέβασα στα γόνατα και λίγο πριν προλάβει να πάρει θέση και να ανοίξει το στόμα της, εκσφενδονίστηκε μια τρελή ποσότητα σπέρματος στα μούτρα της και στα μαλλιά της και ακολούθησε κι άλλη ριπή που πήγε σχεδόν μέσα στο στόμα της αλλά και δίπλα. Την έλουσα κυριολεκτικά με το σπέρμα μου. Εκείνη ίσα που πρόλαβε και κατάπιε μια φορά καθαρίζοντας το στόμα της. Της έδωσα ένα πεταχτό φιλί στα χείλη και της ψιθύρισα στο αυτί.

- Ήσουν σκέτη καύλα τσουλάκι μου. Πήρα τα ρούχα μου, κατέβηκα κάτω κι έπεσα για ύπνο.

Την επόμενη μέρα ετοιμάσαμε τα πράγματα μας και πήγαμε για ένα τελευταίο μπάνιο. Επιστρέψαμε σπίτια μας και όταν άνοιξα το σάκο για να πάρω τα ρούχα να τα βάλω για πλύσιμο είδα πάνω-πάνω ένα χαρτί που έλεγε. Σε 19 ημέρες στις 10 το βράδυ στο "τάδε" μπαρ. Μαρίνα. Έλα μόνος.

Αυτή ήταν η πρώτη μου γνωριμία με τα πουτανάκια μου, τη Λίνα, την Όλγα, τη Μαρία, την Κατερίνα, τη Φένια, την Έλενα και τη Μαρίνα. Έτσι ξεκίνησαν όλες οι ιστορίες που ακολούθησαν με τα πεινασμένα αυτά κορίτσια. Θα σας αφήσω να επιλέξετε με ποια από αυτές θέλετε να συνεχίσω τις ιστορίες μου. Περιμένω τα ονόματα της επιλογής σας στα σχόλια από κάτω. Συγνώμη για το μέγεθος της ιστορίας και για το ότι μπορεί να ήταν βαρετή κατά διαστήματα αλλά δεν ήθελα να την κόψω και ήθελα να γνωρίσετε όλα τα πουτανάκια μου. Υπόσχομαι καλύτερο γράψιμο στις επιμέρους ιστορίες. Ευχαριστώ!




Copyright protected OW ref: 166345