Η τιμωρία μου

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.59 (11 Votes)
Μόλις είχα τελειώσει τη σχολή μου και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν οι ατελείωτες βουτιές και το αχαλίνωτο κλάμπινγκ στο νησί που είχαμε κανονίσει να πάμε διακοπές με τις κολλητές μου. Έμεναν 3 εβδομάδες ως την αναχώρηση μας και δεν έβλεπα την ώρα να αφήσω πίσω μου την Αθήνα και όλα τα άγχη μου..

Άγχη ναι. Γιατί επιστρέφοντας θα έπρεπε να βρω το συντομότερο δουλειά..

Ποτέ δε μου άρεσε να κρέμομαι από την τσέπη των γονιών μου και πάντοτε ήθελα την ανεξαρτησία μου. Έβρισκα περιστασιακές δουλειές κατά καιρούς αλλά λόγω της σχολής δεν εμένα για πολύ καιρό. Η μέρα της αναχώρησης έφτασε και ήμασταν κατενθουσιασμένες!

Επιβιβαστήκαμε από νωρίς στο καράβι και βολευτήκαμε σ ένα τραπεζάκι στο σαλόνι οι τέσσερις μας. Είχαμε αρχίσει ήδη να σχεδιάζουμε τη αποψινή μας έξοδο και τι θα φορούσαμε κλασικά. Είχα πάρει μαζί μου ό,τι πιο ξέκωλο βάζει νους ανθρώπου. Δεν ξέρω γιατί τα είχα όλα αυτά τα «ρούχα» αφού ποτέ δεν τα φορούσα γιατί με έκαναν να αισθάνομαι τελείως τσούλα όταν με κοιτούσα στον καθρέφτη, όποτε κατέληγαν πάλι στη ντουλάπα. Αποφάσισα όμως να τα πάρω μαζί. Είχα άγριες διαθέσεις, ήθελα να προκαλέσω και το τελευταίο καημένο αρσενικό που θα είχε την τύχη να βρεθεί στο δρόμο μου.

Με το που φτάσαμε, πήγαμε να ταχτοποιηθούμε στα δωμάτια μας και όπως ήμασταν αποφασίσαμε να βγούμε να φάμε κάτι και να γυρίσουμε να ξεκουραστούμε για τη βραδινή μας έξοδο. Το ξενοδοχείο μας ήταν στη χώρα όποτε ήταν όλα κοντά. Τη επόμενη μέρα θα νοικιάζαμε και ένα αμάξι για να μπορέσουμε να επισκεφτούμε όλες τις ωραίες παραλίες του νησιού.

Ετοιμαστήκαμε και επέλεξα να φορέσω για πρώτη φορά ένα μαύρο κολλητό φόρεμα που μετά βίας κάλυπτε τον κώλο μου και το μπροστινό με το πίσω ύφασμα έδενε στα πλαϊνά του κορμιού μου δεξιά κι αριστερά με λεπτά κορδονάκια. Δηλαδή αν με έβλεπε κάποιος από το πλάι φαινόμουν σχεδόν εντελώς γυμνή γιατί λόγω του σχεδίου του το συγκεκριμένο φόρεμα απαιτούσε να μη φοράς εσώρουχα. Εγώ βέβαια φόρεσα ένα λεπτό μαύρο στρινγκάκι που μπερδευόταν με τα κορδονάκια του φορέματος και δε φαινόταν. Η καμπύλη του στήθους μου όμως έβγαινε από τα πλαϊνά του φορέματος όπως ήμουν χωρίς σουτιέν και μπορώ να πω ότι ίσως αυτή να ήταν η πιο προκλητική μου εικόνα μέχρι σήμερα. Ολοκλήρωσα το look μου με ένα ζευγάρι μαύρα λεπτά ψηλοτάκουνα πέδιλα. Ήθελα να βάλω φωτιά στο νησί.

Αποφασίσαμε να πάρουμε τα μπαράκια με τη σειρά, να μας πάρουν μάτι κιόλας και να κάτσουμε σε οποίο μας άρεσε περισσότερο.

- Μωρή βαλέρω δεν τους λυπάσαι; Γεμίσανε σάλια οι δρόμοι. Λυπήσου εμάς τις φίλες σου κι άσε κανένα ξεροκόμματο…

είπε η μάνια γελώντας

- Χα,χα… ποια μιλάει. Τι ανάγκη έχεις εσύ μανίτσα μου;

Επιλέξαμε αυτό με τον περισσότερο κόσμο και πιάσαμε ένα πάσο στο όρθιο που μόλις άδειαζε. Παραγγείλαμε τα ποτά μας και συνεχίσαμε να χαχανίζουμε.

Και οι φίλες μου ήταν όμορφες, η κάθε μια διαφορετικός τύπος. Ίσως να είχα λίγο πιο έντονη παρουσία. Ειδικά με τέτοιο ντύσιμο! Ήμασταν πάντως στο επίκεντρο σαν γυναικοπαρέα.

Οι ώρα περνούσε και το ένα ποτό διαδεχόταν το άλλο. Κάποια στιγμή, όπως μιλούσα και γελούσα ανέμελη ένιωσα ένα βλέμμα επάνω μου. Γύρισα να κοιτάξω, τον είδα και κοκάλωσα. Δεν με είχε κοιτάξει κανείς τόσο έντονα μέσα στα μάτια. Λες κι έβλεπε μέσα μου ένιωθα. Ανατρίχιασα. Είχε ένα απίστευτο βλέμμα και κάτι μάτια καταπράσινα που θα μπορούσα να πεθάνω γι' αυτά. Ήξερε προφανώς την επίδραση που είχε αυτό το βλέμμα στις γυναίκες και δεν έχανε ευκαιρία να το χρησιμοποίει… ήμουν σίγουρη γι αυτό!

Ξεχώριζε μέσα στον κόσμο. Ήταν μεγαλύτερος μου, γύρω στα 35, πολύ ψηλός και γεροδεμένος. Σίγουρα 1.95 και χωρίς αμφιβολία γυμναζόταν. Κι αυτό ξεχώριζε κάτω απ’ το λευκό του πουκάμισο. Αλλά αυτές οι ματάρες του ειδικά, σε συνδυασμό με το μελαμψό δέρμα του, θα μπορούσαν κυριολεκτικά να σε σκοτώσουν με ένα βλέμμα!

Κι εκεί που ένιωθα να είμαι ο ορισμός του femme fatale, ξαφνικά αισθάνθηκα σαν αβοήθητο ποντικάκι έτοιμο να τρέξει να ξεφύγει.

Γύρισα απότομα απ’ την άλλη και πήρα βαθιές ανάσες. Φοβήθηκα με την επίδραση που είχε πάνω μου. Στο κεφάλι μου βάρεσε συναγερμός «κίνδυνος-θάνατος». Είχε ηλεκτριστεί η ατμόσφαιρα γύρω μου! Τα κορίτσια με πήραν χαμπάρι. Άρχισαν να με πειράζουν.

- Καλέ κεραυνοβολήθηκε από τον παίδαρο αυτή.

- Έρωτας, έρωτας κεραυνοβόλος! Τη χάνουμε βαστάτε…

- Σκάστε ρε βλαμμένα. Ποιος έρωτας; Ούτε καν να τον φτύσω. Δεν είναι ο τύπος μου.

Έσκασαν στα γέλια με το ηλίθιο ψέμα μου

- Βαλέρω μωρό μου δεν υπάρχει γκόμενα που αυτός να μην είναι ο τύπος της. Εμάς μωρή βρήκες να δουλέψεις;

Και δωσ' του τα γέλια και τα πειράγματα.

- Το εννοώ βλαμμένες! Όλος δικός σας, τον χαρίζω…

είπα δήθεν γελώντας. Η τελευταία μου σχέση δεν είχε λήξει με τον καλύτερο τρόπο, είχα πληγωθεί πολύ και το τελευταίο που ήθελα ήταν να ερωτευτώ και να φάω κόλλημα με κάποιον που σίγουρα θα είχε ουρές από γυναίκες να τρέχουν από πίσω του και που το μόνο που θα τον ενδιέφερε είναι να πηδήξει και φύγει. Και ποιος ξέρει και για πού; Πολύ πιθανό να ήταν και ξένος, τουρίστας. «Όχι ευχαριστώ, δε θα πάρω» σκέφτηκα.

Ήθελα να είμαι εγώ αυτή που θα παίξει και θα φύγει εκείνο το καλοκαίρι. Ήθελα εγώ να σπάσω πλάκα, εγώ να ραγίσω καρδιές. Και θα μου πεις είναι ανάγκη να ερωτευτείς; Πέρνα καλά αφού γουστάρεις και όσο κρατήσει. Έλα μου όμως που δεν ήταν τόσο απλό. Ένα βλέμμα μου έριξε και κόντεψα να λιώσω. Πόσο μάλλον να έκανα σεξ μαζί του. Ούτε να φανταστώ δε μπορώ πόσες γυναίκες έχουν κλάψει για πάρτη του. Και σίγουρα δεν ήθελα να είμαι μια απ' αυτές!

- Α… τέλεια αφού δε γουστάρει η βαλέρω τον παίρνω εγώ…

είπε η Κατερίνα κι αρχίσανε δήθεν να τσακώνονται με τη Μάνια και την Εύη ποια θα τον πάρει. Εγώ γελούσα και καλά με τα αστεία τους και δεν τολμούσα ούτε μια κλέφτη μάτια να γυρίσω να ρίξω. Τότε ήρθε ο σερβιτόρος μ’ ένα ποτό, έσκυψε στο αυτί μου για να τον ακούσω και μου είπε ότι είναι για μένα από τον τύπο εκεί πίσω και μου έδειξε με το δάχτυλο του. Γύρισα και είδα τον παίδαρο να με κοιτάει μ αυτό το ίδιο βλέμμα όλο υποσχέσεις και να μου σηκώνει το ποτήρι εις υγείαν. Δεν έκανα καμία απολύτως κίνηση. Γύρισα απ' την άλλη αναστατωμένη. Σαν πρωτάρα μ έκανε να νιώθω. Όχι ότι ήμουν και καμία έμπειρη, αλλά όχι κι έτσι… είχα ήδη κάνει 2 σχέσεις και γενικά είχα φλερτάρει πολύ. Δεν καταλάβαινα γιατί ένιωθα έτσι.

- Κοκκίνισες σαν παπαρούνα καημένη μου κατά τα' αλλά δεν είναι ο τύπος σου…

είπε η Μάνια γελώντας. Με πείραζαν και μου την έδιναν στα νεύρα!

- Είπα δε γουστάρω… τελεία και παύλα! Οποία θέλει ας πιει το ποτό

- Όχι Βαλεράκω μου. Άμα δε γουστάρεις όπως λες, πάρε το ποτό και πήγαινε δωσ' του το!

- Ω… καλά σου λέει! Έλα μωρό μου αφού δε γουστάρεις άντε…

άρχισαν να με προκαλούν όλες μαζί και να χαχανίζουν και να με λένε κότα. Να θέλω να τις πιάσω μία-μία να τις χαστουκίσω! Αλλά υπέκυψα.

- Οκ, οκ! Σκάστε ηλίθιες, θα πάω, σκάστε!

Πήρα το ποτό, πήρα και μια βαθιά ανάσα και χωρίς να το σκεφτώ παρά πάνω γύρισα και προχώρησα προς το μέρος του με όσο μπορούσα πιο σταθερά βήματα γιατί τα πόδια μου έτρεμαν από το άγχος μου. Στάθηκα μπροστά του και σήκωσα το κεφάλι μου για να τον κοιτάξω. Πραγματικά ήταν πολύ ψηλός και τα τακούνια μου δε βοηθούσαν ιδιαίτερα. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή! Το ανεξιχνίαστο ψαρωτικό βλέμμα του με κόμπλαρε ακόμα περισσότερο. Πρέπει να στεκόμουν εκεί αρκετά δευτερόλεπτα σαν υπνωτισμένη, σα χαζή γιατί με επανέφερε με ένα περιπαιχτικό… «παρακαλώ, δεν κάνει τίποτα!»

Μιλούσε για το ποτό προφανώς. Και ήταν έλληνας! Χάρηκα. Γιατί χάρηκα αναρωτήθηκα αμέσως μετά. Και σα να ξύπνησα εκείνη τη στιγμή. Με περιπαίζει;… σκέφτηκα και εξοργίστηκα. Χωρίς δεύτερη σκέψη αναποδογύρισα το ποτήρι με το ποτό πάνω στα λευκά γνωστής μάρκας σνικερς του χωρίς να πάρω καθόλου τα μάτια μου από τα δικά του και προσπαθώντας να το παίξω άνετη και χαλαρή βάζοντας και μια δόση ειρωνείας στο ύφος των χιλίων καρδιναλίων μου. Ή τουλάχιστον ήλπιζα να είχα αυτό το ύφος.

Τινάχτηκε προς τα πίσω για να αποφύγει το κατάβρεγμα και για μια στιγμή χάρηκα που είδα ένα στιγμιαίο σοκ στο πρόσωπο του. Δε νομίζω να του είχε φερθεί ξανά γυναίκα έτσι. Θρίαμβος! Ήμουν η πρώτη σίγουρα. Ακούστηκαν μερικά δειλά επιφωνήματα από την παρέα του. Τότε έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου και εγώ έκανα ένα βήμα πίσω ενστικτωδώς. Με κοίταξε με ένα άγριο βλέμμα και έτριψε με το χέρι του τα λίγων ημερών γενιά στο πιγούνι του σα να σκεφτόταν. Σάστισα. Άφησα το ποτήρι στο τραπέζι κι έφυγα βιαστικά. Πήγα στα κορίτσια

- Πάμε να φύγουμε τώρα!

Άρπαξα το τσαντάκι μου, έφυγα κι εκείνες με ακολούθησαν μην πιστεύοντας στα μάτια τους. Στο δρόμο ξέσπασαν σε γέλια και με ρωτούσαν πως στο καλό μου ήρθε να κάνω κάτι τέτοιο. Ακριβώς το ίδιο ρωτούσα κι εγώ τον εαυτό μου. Τι στα κομμάτια σκεφτόμουν; Γιατί το έκανα αυτό; Με ποια λογική; Το παρατράβηξα, δεν έπρεπε να το κάνω..

Ξέφυγα..νευρίασα που βγήκα τόσο εκτός ελέγχου. Δεν το είχα ξανά πάθει. Τι μου έφταιξε ο άνθρωπος; Δε με πρόσβαλε στην τελική. «Ναι αλλά σε περιέπαιξε…» μου λέγε μια άλλη φωνή! «Δεν σε περιεπαιξε! Ποτό σε κέρασε και εσύ τον έκανες μπάνιο σκύλα». Δεν καταλάβαινα γιατί το έκανα. Ήταν επειδή ένιωσα πρωτόγνωρα συναισθήματα και ήταν ένα είδος άμυνας; Ήταν το ποτό; Ήταν και τα δυο μαζί;

Δεν ξέρω αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να το σκεφτώ άλλο. Το έκανα πάει και τελείωσε. «Γύρνα και ζήτα συγνώμη» η μια φωνή «ούτε καν» η άλλη «σιγά μη ρίξεις τον εγωισμό σου, έτσι για να μάθει ότι δε μπορεί να έχει οποία θέλει». «Μα αφού μπορεί να έχει οποία θέλει», «ας μπορεί! Δεν θα το μάθει όμως. Έτσι κι αλλιώς σιγά μη σκάσει θα προχωρήσει στην επόμενη, αλλά θα χει τουλάχιστον να θυμάται μια χοντρή απόρριψη», «ήσουν γαϊδούρα, τέλος» «ε, ναι ήμουν, τέλος!»

Δεν θα καθόμουν άλλο να το σκεφτώ. Θα το άφηνα πίσω και θα συνέχιζα τις διακοπές μου. Ό,τι έγινε, έγινε και δεν αλλάζει. Βέβαια το νησί δεν είναι και κανένα μεγάλο νησί. Θα μπορούσα άνετα να τον πετύχω ξανά. Αλλά θα αδιαφορούσα όπως πιθανότατα κι εκείνος. Οι τρελές ακόμα το συζητούσαν και δεν το πίστευαν. Έλεγαν ποσό θαύμασαν την ηρεμία του παρ όλη την κατάσταση. Θα μπορούσε να με σκυλοβρίσει το λιγότερο, αλλά δεν το έκανε.

Φτάσαμε στο ξενοδοχείο, πέταξα τα παπούτσια μου κι έπεσα στο κρεβάτι εξαντλημένη. Μετά τα 3 ποτά το χάνω τελείως. Ήμασταν κι απ' το ταξίδι κουρασμένες. Κοιμήθηκα σε λίγα δευτερόλεπτα, ούτε να ξεντυθώ δεν είχα το κουράγιο. Την επόμενη μέρα ξυπνήσαμε γύρω στη 13:00 το μεσημέρι με πονοκέφαλο. Μπήκα κατευθείαν κάτω από το κρύο νερό να συνέλθω. Ετοιμαστήκαμε και κατεβήκαμε επειγόντως για καφέ. Τον είχαμε ανάγκη

Με ρωτούσαν αν ήμουν καλά από χθες γιατί μ' έβλεπαν σκεπτική αλλά τις διαβεβαίωσα πως ήταν όλα εντάξει. Άρχισαν να συζητούν ενθουσιασμένες για το μπιτσόμπαρο που θα πηγαίναμε για μπάνιο. Εγώ όμως ήθελα να αποφύγω προς το παρόν τυχόν άβολες συναντήσεις. Δεν ήμουν ακόμα σε φάση να αντιμετωπίσω κάτι τέτοιο, ήθελα λίγο το χρόνο μου. «Κότα είσαι» «ναι κότα είμαι»

- Έλα ρε Βαλεράκω μου και θα μείνεις δηλαδή στο ξενοδοχείο; Δεν είναι λύση αυτό… είπε η Εύη.

- Όχι δε θα μείνω μέσα. Θα ρωτήσω για μια πιο ήσυχη παραλία να αράξω να ηρεμήσω να ξεκουραστεί λίγο το κεφάλι μου.

- Θα έρθουμε μαζί σου τότε.

- Ούτε να το σκέφτεστε! Δεν ήρθαμε εδώ να μιζεριάσουμε. Εσείς θα πάτε κανονικά και εγώ θα έρθω αργότερα αν είναι να σας βρω. Καλό θα μου κάνει.

Έτσι κι έγινε. Επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο, τα κορίτσια ετοιμάστηκαν κι έφυγαν. Ετοιμάστηκα κι εγώ και κατέβηκα στη ρεσεψιόν να ρωτήσω που θα βρω μια παραλία όσο πιο απομονωμένη γίνεται. Η ιδιοκτήτρια ήταν ντόπια και με κατατόπισε. Μου είπε ότι είναι η πιο ήσυχη παραλία του νησιού και ότι θα είχε ελάχιστο κόσμο. Εκεί σίγουρα δεν θα είχα καμία απρόσμενη συνάντηση. Πήγα στην πιάτσα των ταξί λίγο πιο κάτω, πήρα το πρώτο και με άφησε σε μια ερημική περιοχή. Είχε κάνα δυο αυτοκίνητα παρκαρισμένα μόνο. Κατέβηκα κάτι κατσάβραχα και βγήκα στην παραλία. Δεν ήταν η απαλή αμμουδιά που περίμενα αλλά δε με ένοιαζε… και το βότσαλο μια χαρά ήταν. Δεν είχε καθόλου κόσμο. Αρκετά μακριά από το σημείο που επέλεξα να καθίσω διέκρινα κάτι φιγούρες. Άπλωσα την πετσέτα μου κάτω και έβγαλα το κοντό μακό φορεματάκι μου. Φορούσα ένα σέξι λευκό μικροσκοπικό μαγιό τριγωνάκι το πάνω μέρος, μπραζΊλιαν το κάτω. Είχα ήδη κάνει αρκετά μπανάκια στην Αθήνα και είχα πάρει το χρωματάκι μου όποτε το λευκό μαγιό τόνιζε υπέροχα το σώμα μου και κυρίως τον κώλο μου. Άπλωσα στο δέρμα μου λάδι μαυρίσματος, ξάπλωσα κι έκλεισα τα μάτια μου.

Μετά από λίγη ώρα ζεστάθηκα κι αποφάσισα να κολυμπήσω. Λατρεύω τη θάλασσα και πηγαίνω πάντα βαθιά… δε φοβάμαι. Με αναζωογονεί απίστευτα. Άρχισα να κολυμπάω ελεύθερο προς τα μέσα κι όταν ήμουν αρκετά βαθιά γυρνούσα πάλι πίσω και ξανά το ίδιο. Σε κάποια στιγμή ένιωσα κάτι να τραβάει απότομα το πόδι μου προς τα κάτω και πριν καλά το καταλάβω να βουλιάζω. Συνειδητοποίησα ότι κάποιος με τραβούσε και άρχισα να κουνάω χέρια πόδια μανιασμένα για να βγω στην επιφάνεια, με άφηνε για μερικά δευτερόλεπτα και πριν προλάβω καν να πάρω ανάσα ή να δω οτιδήποτε με τραβούσε πάλι κάτω. Προσπαθούσα να κλωτσήσω να πιαστώ από κάπου με τα χέρια μου για να αμυνθώ αλλά μάταια. Μετά από πολλές εξαντλητικές επαναλήψεις μέσα στη θολούρα μου γραπώθηκα με τα νύχια μου από το χέρι που με τραβούσε και τα έμπηξα όσο πιο βαθιά μπορούσα. Τότε με τράβηξε έξω απ' το νερό και με κόλλησε επάνω του.

- Όχι νυχάκια. Κακό κορίτσι… και θα με αναγκάσεις να σε βάλω να πιεις κι άλλο νεράκι κι είναι κρίμα.

Τα μαλλιά μου ήταν κολλημένα στο πρόσωπο μου, τα μάτια μου θολά από το νερό και προσπαθούσα να βρω την αναπνοή μου βήχοντας ασταμάτητα από το νερό που είχα πιει από τη μύτη κι απ το στόμα. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή, νόμιζα ότι θα σπάσει.

- Ηρέμησε...ηρέμησε, λίγο νεράκι ήπιες δεν έγινε και τίποτα…

είπε με ένα ειρωνικό χαμόγελο. Έτριψα τα μάτια μου να δω καθαρά και είδα αυτό που δεν ήθελα να δω. Ήταν εκείνος! Είχα σαστίσει. Με έσφιγγε πάνω στο κορμί του και το ένιωθα σκληρό σαν πέτρα. Άρχισα να παλεύω να ελευθερωθώ, αλλά μάταιος κόπος. Τον χτυπούσα με τις γροθιές μου αλλά δε φαινόταν να το αισθάνεται… απλά γελούσε περιπαιχτικά.

- Άφησε με ρε γελοίε! Άφησε με τώρα σου είπα!

Άρπαξε με το χέρι του το πρόσωπο μου ζούληξε με δύναμη τα μάγουλα μου και με ανάγκασε να τον κοιτάξω σε απόσταση αναπνοής.

- Τώρα δε μιλάς! Τώρα βγάζεις το σκασμό κακομαθημένο πουτανάκι γιατί δε σε παίρνει. Και δεν υπάρχει κανείς για να σε βοηθήσει.

Κοίταξα στην παραλία και όντως δεν υπήρχε κανείς. Είχαν φύγει φαίνεται κι εκείνοι οι λίγοι. Με είχε βγάλει πιο έξω, στο σημείο όπου εκείνος πατούσε, λόγω όμως της διαφοράς του ύψους μας εγώ ήμουν σε ακόμα πιο μειονεκτική θέση πλέον. Προσπάθησα πάλι να ελευθερωθώ από τη λαβή του και να του ξεφύγω, αλλά άρπαξε τους καρπούς μου με το ένα του χέρι και τους κράτησε στην πλάτη μου. Ήμουν κυριολεκτικά στο έλεος του. Άρχισα να κλαψουρίζω σα γατάκι και ντράπηκα τόσο πολύ.

- Α… δε θέλω κλάματα. Που πήγε η μαγκιά; Εξαφανίστηκε έτσι απλά; Το υφάκι που πήγε; εξαφανίστηκε κι αυτό; Τα, τα, τς... Τσάμπα μάγκας ένα πράγμα. Κ ρίμα κι έλεγα θα 'χε ενδιαφέρον. Αλλά μας βγήκες μυξιάρικο…

είπε ειρωνικά χωρίς να παίρνει στιγμή το βλέμμα του από τα δακρυσμένα μάτια μου. Προσπάθησα να τον χτυπήσω με το γόνατο μου στ’ αρχίδια, αλλά δεν τα κατάφερα μέσα στο νερό έτσι όπως είχε περιορίσει τις κινήσεις μου.

- Όχι, όχι, κακό κορίτσι… πολύ κακό…

είπε και έσπρωξε το κεφάλι μου μέσα στο νερό πριν καλά το καταλάβω. Με κράτησε μέχρι που κατάλαβε ότι ήμουν στα όρια μου. Με τράβηξε πάλι πάνω χωρίς να αφήνει καθόλου τα χέρια μου και προσπαθούσα λυσσασμένα να βρω την αναπνοή μου. Την αμέσως επόμενη στιγμή τον έφτυσα στη μούρη. Αιφνιδιάστηκε, γέλασε αυτάρεσκα και με βούλιαξε πάλι στο νερό με δύναμη. Περισσότερη ώρα αυτή τη φορά. Άρχισα να ζαλίζομαι. Δε θα άντεχα άλλο. Μόλις με έβγαλε προσπαθούσα μέσα στους λυγμούς μου να ανασάνω, είχα χάσει τελείως τον έλεγχο, ήμουν σε πλήρη σύγχυση.

- Σε παρακαλώ. Άφησε με. Σου ζήτω συγνώμη… ήταν λάθος μου… δεν έπρεπε να φερθώ έτσι... συγνώμη. Σε παρακαλώ…

κατάφερα να ψελλίσω. Άφησε ένα γελάκι ικανοποίησης και με το ελεύθερο χέρι του απομάκρυνε τα τσουλούφια που είχαν κολλήσει στο πρόσωπο μου.

- Καλά το πας. Νομίζω άρχισε να σπάει ο τσαμπουκάς, αλλά θες δουλειά ακόμα.

Χούφτωσε με δύναμη τον κώλο μου και με έφερε πάνω στον πούτσο του. Ήταν τόσο σκληρός και καυλωμένος. Με το βλέμμα του με είχε ήδη ξεγυμνώσει, μου είχε ήδη γαμήσει το μυαλό, με είχε ήδη ξεσκίσει. Και είχε ξεκινήσει από το προηγούμενο βράδυ. Χαμήλωσα το βλέμμα μου να τον αποφύγω. Με πρόσταξε επιτακτικά να τον κοιτάξω. Δεν το έκανα.

- Είπα κοίταξε με… τώρα!

Σήκωσα τα μάτια μου και τον κοίταξα. Σα να διάβασε τις σκέψεις μου χαμογέλασε θριαμβευτικά.

- Μ’ αρέσει αυτό το βλέμμα. Το νικημένο, το παραδομένο σε μένα γεμάτο καύλα και ανησυχία.

Έκανε μια παύση κι έδειχνε να απολαμβάνει την κυριαρχία του πολύ.

- Θέλω να με κοιτάς. Μην τολμήσεις να κλείσεις τα μάτια σου

Έσυρε τον αντίχειρα του πάνω στη ρώγα μου που ήταν έτοιμη να τρυπήσει το λεπτό μαγιό μου. Ένας λυγμός μου ξέφυγε από απίστευτη καύλα αυτή τη φορά. Γέλασε με ικανοποίηση. Πως μπορούσε να ήταν τόσο δυνατό; δεν είχα ξανά νιώσει κάτι τέτοιο. Έλυσε τα κορδονάκια του σουτιέν μου, το έβγαλε και το έβαλε στην τσέπη του μαγιό του. Οι ρώγες μου ήταν έτοιμες να εκραγούν. Σκληρές και κόκκινες. Έσκυψε στο αυτί μου και μου ψιθύρισε:

- Αυτή θα είναι η τιμωρία σου που φέρθηκες σαν κακομαθημένο πουτανάκι…

και συνέχισε να κατεβαίνει στο λαιμό μου αργά, αφήνοντας υγρά βασανιστικά φιλιά και ένιωθα το αποτριχωμένο μουνάκι μου να έχει πάρει φωτιά κι ας ήμουν μέσα στο νερό. Το ένιωθα να γεμίζει με υγρά και να συσπάται χωρίς να μπορώ να το ελέγξω. Ήθελα σαν τρελή να τον νιώσω μέσα μου κι ας ήταν λάθος κι ας μην ήξερα καν το όνομα του! Η γλώσσα του τώρα έπαιζε με τις ρώγες μου και κόντευα να τρελαθώ από καύλα και προσμονή. Κι εκείνος απλά το απολάμβανε να με βλέπει έτσι όσο τίποτα άλλο.

- Άσε τα χέρια μου. Σε παρακαλώ, δε θα κάνω τίποτα… θέλω μόνο να σε αγγίξω…

τον παρακάλεσα

-Το μόνο που μπορείς να κανείς είναι να νιώσεις όσα σου κάνω. Τίποτα παρά πάνω δε σου αξίζει.

Γιατί με πόνεσε τόσο αυτό που είπε; Ένας άξεστος ήταν, ένας τελειωμένος που ανεχόμουν να με αγγίζει και να με εξευτελίζει έτσι… σκέφτηκα και τα μάτια μου έτσουξαν απ' τα δάκρυα. Τον εαυτό μου κορόιδευα. Το κορμί μου αποζητούσε το άγγιγμα του με οποιοδήποτε τρόπο. Πίεσε τις ρώγες μου πάνω στο σκληρό γυμνασμένο στήθος του. Προσπαθούσα να κολλήσω το κορμί μου πάνω του όσο περισσότερο μπορούσα. Ήθελα να με πάρει τώρα! Να με γαμήσει άγρια να με ξεσκίσει να μη νιώθω τίποτα άλλο… μόνο αυτόν μέσα μου!

Το χέρι του έλυσε και τα κορδονάκια του κάτω μέρους. Το τράβηξε με μια κίνηση και νόμιζα ότι θα χύσω μόνο με την τριβή του υφάσματος στο μουνί μου. Ένιωσα το χέρι του να μαλάσσει το κωλαράκι μου και να χαϊδεύει τις τρυπούλες μου τόσο βασανιστικά. Ήμουν έτοιμη να εκραγώ. Τον χρειαζόμουν τώρα.

- Το ξέρεις ότι η κωλάρα σου είναι απίστευτη; Υπό άλλες συνθήκες τώρα θα στον είχα ματώσει στα χαστούκια. Τυχερή είσαι που δεν έμεινες στο ξενοδοχείο.

Έδεσα τα πόδια μου γύρω του. Προσπαθούσα να νιώσω τον πούτσο του στο μουνί μου και τριβόμουν με όλες μου τις δυνάμεις πάνω του. Το είχε καταλάβει και έτριβε αργά την κωλοτρυπίδα μου με τον αντίχειρα του και ίσα που άγγιζε το μουνάκι μου με τα υπόλοιπα δάχτυλα.

- Μη με βασανίζεις άλλο. Σταμάτα να με ταπεινώνεις έτσι! Κλαψούρισα.

- Τι εννοείς; Δεν καταλαβαίνω…

είπε δήθεν απορημένος

- Έχω ανάγκη να σε νιώσω μέσα μου… θα τρελαθώ… φτάνει μ' αυτό το μαρτύριο… αρκετά με εξευτέλισες, αρκετά το πλήρωσα.

- Αυτό δε θα το αποφασίσεις εσύ πουτανάκι μου. Εσύ απλά το βουλώνεις και δέχεσαι υπομονετικά τις συνέπειες των πράξεων σου. Το κατάλαβες; Λέγε μωρή καργιόλα το κατάλαβες;…

είπε γυρίζοντας με απότομα με την πλάτη προς αυτόν και με το άλλο χέρι να σφίγγει τώρα το λαιμό μου με δύναμη.

- Το κατάλαβα ναι. Το κατάλαβα…

είπα με δυσκολία..

Χαλάρωσε τη λαβή του στο λαιμό μου και κατέβηκε και χούφτωσε τα βυζιά μου. Τσίμπησε τις ρώγες μου που εξείχαν απ το νερό ορθωμένες. Βόγκηξα. Δάκρυα από καύλα και εξευτελισμό ανέβηκαν στα μάτια μου, κάτι που δεν είχα ξανά νιώσει. Το χέρι του κατέβηκε στην κοιλιά μου κι από κει στο μουνί μου που εκλιπαρούσε να το ξεσκίσει. Ποια; εγώ! Που νόμιζα ότι μπορώ να εξουσιάζω έναν άντρα επειδή είχα μουνί. Κι ούτε που φανταζόμουν ποτέ ότι θα ερχόταν η στιγμή που θα γινόμουν σκλάβα και ζητιάνα για ένα πούτσο!

Το χάδι του έγινε πιο άγριο, πιο απαιτητικό. Η κλειτορίδα μου είχε πρηστεί, σχεδόν με πονούσε. Όταν καταλάβαινε ότι ήμουν έτοιμη να χύσω σταματούσε απότομα. Και ξανά… και ξανά και ξανά, μέχρι που άρχισα να κλαίω γοερά και να το παρακαλάω. Δεν άντεχα άλλο. Έσπασα για τα καλά. Τότε ήταν που με γύρισε πάλι προς το μέρος του, ένιωσα το πουτσοκέφαλο να με ανοίγει και με μια απότομη κίνηση να χώνεται μέσα μου μέχρι τη ρίζα. Η ανάσα μου κόπηκε.

- Εδώ!! Εμένα θα κοιτάς όταν σε γαμάω. Θέλω να βλέπεις ποιος είναι αυτός που σε ξεσκίζει και να τον θυμάσαι όταν θα πηδιέσαι με τους μουνόδουλους… τις πούστρες!

Νόμιζα ότι θα με άνοιγε στα δυο. Είχα καιρό να κάνω σεξ και πονούσα, αλλά η καύλα που μου χάριζε άξιζε τον πόνο χίλιες φορές. Τύλιξα το πόδια μου γύρω του και τον έσφιξα με όλη μου τη δύναμη. Σε τρεις ωθήσεις έχυνα σαν λυσσασμένη πουτάνα πάνω στο χοντρό μαυριδερό καυλί του. Φώναζα και βογκούσα και δε με ένοιαζε οποίος κι αν με άκουγε. Μου έριξε ένα χαστούκι και μου είπε να μην τολμήσω να ξανά κλείσω τα μάτια μου. Συνέχιζε να με ξεσκίζει αλύπητα και εγώ έχυνα ξανά και ξανά και νόμιζα ότι θα πάρει φωτιά το μουνί μου που είχε γίνει κατακόκκινο και ότι θα εκραγεί το κεφάλι μου. Όχι απλά μου γάμησε το διψασμένο για πραγματικό πούτσο μουνάκι μου. Μου γάμησε όλο μου το είναι. Κι αυτό ήταν το κυριότερο. Μετά από λίγη ώρα έχυσε κι εκείνος μέσα μου με τόση δύναμη που νόμιζα θα με λιώσει.

- Όλα μέσα στη μουνάρα σου παρ' τα όλα!

Ήξερα πως τον ερωτεύτηκα, αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. Αλλά ήξερα επίσης ότι δεν ήθελα να ανήκω στις ουρές των γυναικών που τον κυνηγούν. Ίσως να μην έβρισκα πουθενά αλλού αυτό το σεξ, αυτή την απίστευτη χημεία. Μπορεί να πονούσα ή να μην τον ξεπερνούσα ποτέ, όμως προτιμούσα να το κρατήσω σαν την ομορφότερη ανάμνηση παρά να τα καταστρέψω όλα τρέχοντας και παρακαλώντας στα πόδια του, γιατί εκεί θα κατέληγα!

Προσπαθούσα ακόμη να βρω την ανάσα μου όταν έβγαλε το μαγιό μου από την τσέπη του και μου το έδωσε, αφήνοντας και τα χέρια μου ελεύθερα. Βγήκαμε πιο έξω να πατήσω στα πόδια μου. Ένιωθα εξαντλημένη. Έτριψε τους πονεμένους καρπούς μου με απαλές κινήσεις χωρίς να παίρνει το βλέμμα του από πάνω μου. Με έκανε να αισθάνομαι τόσο αμήχανα, τόσο πρωτάρα. Μάλλον ήμουν για εκείνον.

Φόρεσα το μαγιό μου με τρεμάμενα χέρια και βγήκαμε απ το νερό. Τα πόδια μου ήταν τόσο αδύναμα, παραπατούσα. Με κράτησε.

- Ντύσου… θα σε γυρίσω εγώ.

Υπάκουσα, έβαλα το φόρεμα μου πήρα τα πράγματα μου και τον ακολούθησα. Είχε έρθει με μηχανή. Χάρηκα που θα τον άγγιζα πάλι έστω κι έτσι. Σε όλη τη διαδρομή σφιγγόμουν πάνω του. Δήθεν να κρατηθώ. Πόσο εξευτελιστικό να τρελαίνομαι για το άγγιγμα του έτσι. Με άφησε στο ξενοδοχείο.

- Το όνομα σου;… με ρώτησε.

- Βαλέρια… του απάντησα.

- Χάρηκα Βαλέρια… να προσεχείς…

και πριν προλάβω να πω οτιδήποτε έβαλε μπροστά κι έφυγε. Έμεινα εκεί αποσβολωμένη... χωρίς καν να μάθω το όνομα του. Το υπόλοιπο των διακοπών μας πέρασε χωρίς να τον ξανά δω, παρ' όλο που επιδίωξα να πηγαίνουμε στα πιο πολυσύχναστα μέρη μήπως και τον έβλεπα ακόμα μια φορά. Αξιολύπητο έτσι; Στα κορίτσια αποφάσισα να μην πω τίποτα, δε θα με πίστευαν έτσι κι αλλιώς. Μου έμεινε μια γλυκόπικρη γεύση απ αυτές τις διακοπές. Ήθελε να με τιμωρήσει και ήξερε τον τρόπο. Μια τιμωρία που ακόμα κι αν τελείωσε… θα είχε διάρκεια.

Συνεχίζεται...




Copyright protected OW ref: 157684