Ιστορίες της Άννας: Επίλογος με μπάτσελορ στη Τζιά

Δημοσιεύθηκε από thanos72
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.00 (4 Votes)
Οι επόμενοι μήνες κύλησαν με την έντονη ανάμνηση των συμβάντων στο πίσω κάθισμα του ταξί, πράγμα που την έκανε να βλέπει με άλλο μάτι τη συμπαθή τάξη των ταξιτζήδων. Έτσι ανταποκρινόταν στα εύστοχα πειράγματα των οδηγών, ειδικά αν προέρχονταν από άνδρες, που διέθεταν κάποια προσόντα. Ακόμα κι αν κάποιος ξέφευγε και ξεστόμιζε κάποιο σχόλιο που άγγιζε χυδαιότητα, κυρίως όταν ήταν προκλητικά ντυμένη, τον έβαζε στη θέση του με τον πιο ήπιο τρόπο μπορούσε και της έβγαινε.

Ο Θανάσης, ένας ευπαρουσίαστος, συνομήλικος της και ευγενικός οδηγός, τον οποίο πήρε κούρσα για τα ΚΤΕΛ στον Κηφισό, όταν πήγε στην Πάτρα να δει τους δικούς της, επέμενε λίγο παραπάνω. Καθώς την βοήθησε με τις αποσκευές μέχρι το λεωφορείο, κατόρθωσε να την πείσει να ανταλλάξουν τηλέφωνα. Στη διαδρομή σκεφτόταν πόσο εύκολα κατάφερε να της αποσπάσει το νούμερο του τηλεφώνου της. Ήταν φανερό ότι ή κάτι της έλεγε σαν άνδρας ή ήταν μάστορας στο καμάκι.

Όπως ήταν απολύτως φυσικό, ο Θανάσης δεν θα άφηνε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Αφού της τηλεφώνησε διερευνητικά μετά από δυο μέρες για να δει πότε επιστρέφει, μια μέρα μετά την επάνοδο της στην Αθήνα, επανέρχεται και χωρίς μεγάλη δυσκολία κανονίζει ραντεβού μαζί της, για έξοδο Παρασκευή βράδυ.

Φυσικά η εμπειρία του στις γυναίκες και ειδικά σ’ αυτές που ψάρευε στο ταξί, δεν άφησαν και πολλά περιθώρια στην Άννα να αντιδράσει. Το μόνο που δεν ήθελαν κι οι δυο τους, ήταν ένα ακόμη άβολο γαμήσι σε ταξί. Την οδήγησε έτσι στο πάντα φιλόξενο κρεβάτι του σπιτιού της.

Εκεί ο Θανάσης ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. Πολύ καλό το εργαλείο του, κατάφερε με τη πρώτη φορά να το γευτεί παντού. Του τον έγλειψε και αφού πρώτα της περιποιήθηκε το μουνάκι της και με τη γλώσσα του αλλά και με τον πούτσο του σε, δεύτερο χρόνο της ξέσκισε και το κωλαράκι της. Είχε μια ιδιαιτερότητα όμως. Δεν είχε ίχνος τρίχας στο σώμα του. Αποτριχωμένος και ξυρισμένος ολούθε. Δεν την χάλασε αυτό στην αρχή, αλλά όταν άρχισε να την ρωτά, τι είδους αποτρίχωση κάνει αυτή, κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τον τύπο. Μάλλον ήταν bi, αλλά εκείνη την εποχή δεν είχε όρεξη για τέτοιους πειραματισμούς, οπότε για τον Θανάση ήταν η πρώτη και τελευταία φορά του.

Μετά ήταν ένας συνάδελφος της, διευθυντής σε άλλο υποκατάστημα τραπέζης. Τον γνώρισε όμως σε ένα αποκριάτικο πάρτι, σε μια ντισκοτέκ του κέντρου, που ξέμεινε από τα παλιά. Έμαθαν ότι είναι συνάδελφοι την μεθεπόμενη μέρα που βρεθήκανε για καφέ. Το Σάββατο την πήγε στο εξοχικό του στην Κινέττα, με σκοπό τι άλλο από το να πηδηχτούν. Εκεί όμως, αφού τον άναψε με μια μεγαλοπρεπή πίπα, τον άφησε στα κρύα του λουτρού, με πρησμένα τα αρχίδια από την καύλα, γιατί δε φρόντισε να έχει προφυλακτικό μαζί του.

Δεν ήθελε, αν και φαινόταν λίγο μαλάκας να τον χάσει, καθώς είχε αρχίσει να σκέφτεται σοβαρά να κάνει επιτέλους μια πιο μόνιμη σχέση, με ίσως κάποια προοπτική. Έτσι η επόμενη φορά που βρέθηκαν, ήταν στο σπίτι της, όπου πάντα στο πρώτο συρτάρι του δεξιού κομοδίνου του κρεβατιού, υπήρχαν προφυλακτικά. Παρ’ ότι κοντός , είχε μεγάλο πούτσο, στον οποίο με δυσκολία κατάφερε η Άννα να του φορέσει την καπότα.

Την τιμώρησε για την προηγούμενη φορά, που τον άναψε και τον παράτησε. Τη γάμαγε και την έκανε να χύνει συνεχόμενα. Αυτός όμως αργούσε να τελειώσει. Αυτή από τη μια να παρακαλάει να τελειώσει, αλλά μόλις ξανακαύλωνε τον παρακαλούσε να μη σταματήσει. Όταν ήταν έτοιμος να χύσει, βγήκε από μέσα της και άδειασε στα βυζιά της και στη γλώσσα της.

Δυστυχώς όμως, ο άνθρωπος είχε τα θέματα του. Χωρισμένος με παιδιά, τα οποία σταδιακά της εμφάνιζε, ένα ζούσε και μαζί του, αισθανόταν ότι περισσότερο μια γλάστρα ήθελε δίπλα του, εξαφανίσθηκε και τρεις εβδομάδες, τάχα έκανε μια εγχείριση, οπότε ήταν επόμενο να διαγραφεί από τα μητρώα της.

Και κάπου εκεί αρχές καλοκαιριού, εμφανίζομαι στην ζωή της. Εκείνο τον καιρό, μένω στη Πρέβεζα, υπηρετούσα εκεί σα δημόσιος υπάλληλος και εδώ και κάποιους μήνες μόνος, μετά από ένα μακροχρόνιο γάμο. Ετοιμάζομαι να επιστρέψω στην Αθήνα. Η μετάθεση μου έχει σχεδόν εγκριθεί, αλλά η μετακίνηση μου θα γίνει από Σεπτέμβριο.

Μια πολύ καλή μου φίλη και συνάδελφος, από την Αθήνα, παντρεμένη στην Πρέβεζα, η οποία βλέποντας με στα πρόθυρα της κατάθλιψης, μας έφερε σε επαφή. Ήταν φίλες από το Λύκειο. Πρώτο ραντεβού στην Αθήνα, στα τυφλά. Αμέσως καταλαβαίνουμε, ότι ίσως να έχουμε βρει το άλλο μας μισό που ψάχνουμε στη ζωή μας.

Μετά από μια σύντομη περίοδο με φλερτ, κυρίως από το τηλέφωνο, έρχεται για να πάμε τριήμερο στο εξοχικό μου, που είχα τότε στα Σύββοτα Θεσπρωτίας..

Εκεί επιβεβαιώνω ότι είναι η γυναίκα που έψαχνα να βρω σε όλη μου τη ζωή. Με άλλα λόγια δάγκωσα γερά τη λαμαρίνα. Το σπουδαίο ήταν ότι δεν ήταν ένας μονόπλευρος έρωτας, ένα δικό μου τρελό πάθος. Υπήρχε ανταπόκριση κι από τη μεριά της.

Για ένα και πλέον μήνα, δυο τρελά ερωτευμένοι, κάνουμε παθιασμένο έρωτα, ζούμε ξέφρενα και ολοκληρωτικά. Μοιραζόμαστε μεταξύ Αθήνας , Πρέβεζας και Σιβότων. Η διαδρομή μας, αφού ταιριάζουμε σε όλα, καταλήγει σ’ ένα καλοκαιρινό βράδυ με φεγγάρι, δίπλα στη θάλασσα να της δώσω το μονόπετρο που επιθυμεί η κάθε γυναίκα. Φυσικά η απάντηση της για την πιο γλυκιά της δέσμευση, ήταν ένα ολόψυχο ναι.

Όλα κυλούσαν αρμονικά, με απίθανα γαμήσια και σχέδια για την κοινή μας ζωή, ώσπου μου ρίχνει την κεραμίδα.

- Αγάπη μου την εβδομάδα του Δεκαπενταύγουστου θα πάω στη Τζιά με τη φίλη μου την Εύα. Την έχεις γνωρίσει.

- Μα τι λες, ψέλλισα.

- Το είχαμε κανονίσει εδώ και καιρό, δεν γίνεται να το αναβάλω.

- Γιατί δεν γίνεται, τόλμησα δειλά να ρωτήσω.

- Γιατί είναι η καλύτερη μου φίλη, είναι μόνη αυτόν τον καιρό, το κανονίσαμε πριν δέσουμε εμείς, δε μπορώ να την πουλήσω.

Τρία ψέματα σε μια φράση. Η φίλη της δεν ήταν μόνη, είχε μακροχρόνια σχέση με παντρεμένο, αυτός άλλωστε θα της πλήρωνε τα έξοδα του ταξιδιού, το είχανε κανονίσει πρόσφατα, απλώς παλιά είχαν συμφωνήσει να πάνε το καλοκαίρι στη Τζια και μάλλον αυτή καιγόταν περισσότερο από τη φίλη της για σόλο απόδραση στο νησί.

Δεν ήθελα να την πιέσω. Ήταν αρχή ακόμα. Την έβλεπα αρκετά πιεσμένη, με τη γρήγορη δέσμευση της και φοβόμουν ότι μια επιπλέον πίεση θα μπορούσε να δημιουργήσει ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Απλώς κατέβασα τα μούτρα, δείχνοντας τη δυσαρέσκεια μου, ελπίζοντας ότι θα το ξανασκεφτεί και θα αλλάξει γνώμη.

Γνώμη δεν άλλαξε, εισιτήρια βγήκαν και ανέβηκα στην Αθήνα να την αποχαιρετίσω, έχοντας στο μυαλό μου να κάνω μια τελευταία προσπάθεια να την μεταπείσω. Δυστυχώς όμως πριν προλάβω να κάνω την οποιανδήποτε κίνηση, πέρασε αυτή κατευθείαν στην επίθεση. Μου άρχισε μια διάλεξη περί εμπιστοσύνης, ότι αν δεν εμπιστευόμαστε ο ένας τον άλλο δε μπορούμε να προχωρήσουμε και άλλες τέτοιες μαλακίες, που λένε όλοι αυτοί που ετοιμάζονται να κάνουν την κουτσουκέλα, αν δεν την έχουν κάνει είδη.

Έκανα την καρδιά μου πέτρα, την είδα να ετοιμάζεται και να φορά μία μίνι τζιν φούστα, με ένα κόκκινο μπλουζάκι με αρκετό ντεκολτέ και τη φόρτωσα στο ταξί για το Λαύριο, παρακάτω θα έπαιρναν και την άλλη. Την είδα φεύγοντας για την επαρχία να βγαίνει στο δρόμο με τη βαλίτσα της. Φορούσε ένα καυτό σορτς που έκανε κάθε αρσενικό που περνούσε να την κοιτάει. Εκεί κατάλαβα ότι αγάμητες δε θα γύριζαν.

Το χιούμορ που προσπάθησε να κάνει , για να σπάσει τη θλίψη του αποχαιρετισμού - Θα μου έφερνε τα χαρτάκια από τα τηλέφωνα που θα μάζευε από τους γκόμενους που θα της την έπεφταν - έφερε εντελώς τα αντίθετα αποτελέσματα. Με περισσό θράσος με αποτελειώνει λέγοντας, πως έχουμε θέμα, έτσι που φέρομαι και θα το λύσουμε όταν θα γυρίσει. Με ήθελε χαρούμενο τον κερατά.

Αυτά που θα σας διηγηθώ παρακάτω, μου τα είπε μετά από δυο και πλέον χρόνια που ήμασταν μαζί, όταν αρχίσαμε τις ταξιδιωτικές μας σεξοπεριπέτειες και ήταν βέβαιη ότι δε θα επηρέαζε στο ελάχιστο τη σχέση μας.

Η φίλη της μπαίνει στο ταξί και καλημερίζονται.

- Ακόμη δεν το πιστεύω πως άφησες τον μεγάλο έρωτας σου και πάμε μαζί διακοπές, της λέει με αρκετή δόση ειρωνείας.

- Δεν καταλαβαίνεις τι πάμε να κάνουμε στη Τζια

- Τι ;

- Το μπάτσελορ πάρτι μου, της λύνει την απορία κλείνοντας το μάτι με νόημα

- Πάμε λοιπόν για ξεσάλωμα ;

- Χωρίς όρια. Ελπίζω να ακολουθήσεις και να μη μείνεις κολλημένη στον δικό σου. Αλήθεια τι θα κάνει αυτός;

- Έφυγε για τη Λευκάδα, διακοπές με τη γυναίκα του.

- Εσύ να τα βλέπεις αυτά, αλλά δε μου απάντησες είσαι μέσα;

- Δηλαδή θες να μας πεις , ότι πάμε για το πάρτι το γάμο σου και ότι ήθελε προκύψει;

- Πες το κι έτσι. Άλλα δεν κατάλαβες καλά, δεν θα το αφήσουμε στη τύχη θα επιδιώξουμε να προκύψει.

- Δεν πιστεύω τι ακούω. Θα το πας δηλαδή μέχρι τέλος άμα προκύψει ;

- Εντελώς. Είναι αυτό που δεν έκανα πριν από τον πρώτο μου γάμο και ελπίζω να είναι ο αποχαιρετισμός στην μποέμικη ζωή μου.

- Να σε δω, εγώ πάντως μέσα είμαι, γιατί του χρειάζεται και λίγο κέρατο του δικού μου του μαλάκα.

- Κορίτσια να παρκάρω το ταξί στο Λαύριο και να έρθω κι εγώ στο πάρτι, επεμβαίνει ο ταξιτζής, που τόση ώρα άκουγε τη συζήτηση και κατάλαβε για τι πάνε στο νησί

- Πως τον βλέπεις είναι κάλος, ρωτά με γέλια η Άννα την Εύα

- Δε μπορώ να βγάλω συμπέρασμα , έτσι καθιστός που είναι. Θέλω να το δω όρθιο για να τον αξιολογήσω, απαντά η άλλη με έμφαση και νόημα.

Ο οδηγός κατάλαβε ότι άρχισαν το δούλεμα και δεν ξαναμίλησε. Στο καράβι η Άννα έριξε μια περιπολία, μήπως εντοπίσει τίποτε αξιόλογο. Δε βρήκε τίποτε που να της κινήσει το ενδιαφέρον. Άραξε δίπλα στην φίλη μέχρι που να φτάσουν. Η θέα των μπουτιών τους έκανε τον καθισμένο απέναντι παππού, να είναι έτοιμος να λιποθυμήσει. Έφτασαν και πήγαν στο ξενοδοχείο, κοντά στο λιμάνι που είχαν κλείσει.

- Καλώς τα όμορφα κορίτσια, τις καλωσορίζει ο ρεσεψιονίστ. Ένας πενηντάρης με κοιλίτσα και αρχές φαλάκρας αλλά με καστανόξανθο μαλλί και με ένα σπινθηροβόλο και λάγνο βλέμμα, που εξέπεμπαν τα γαλαζοπράσινα μάτια του. Η φίλη της κόντεψε να τσακιστεί καθώς εγκλωβίστηκε σ’ αυτό και πήρε παραμάζωμα τη βαλίτσα της.

- Σιγά μωρή , καρφώνεσαι της ψιθυρίζει η Άννα.

- Κόψε της μαλακίες, της απαντά δήθεν ενοχλημένη

Παρ’ όλα αυτά , όσο κράτησαν οι διατυπώσεις για να παραλάβουν τα κλειδιά του δωματίου τους, έτρωγε ο ένας την άλλη με τα μάτια τους. Ήταν σαν να κάνανε σεξ χωρίς επαφή. Το κλείσιμο του ματιού του ξενοδόχου και το χαμόγελο της, έδειχνα ότι θα υπάρξει σίγουρα συνέχεια

- Μπράβο φιλενάδα, απ’ ότι κατάλαβα μάλλον πρώτη θα αρχίσεις το πάρτι. Της λέει μόλις μπαίνουν στο δωμάτιο.

- Για το Σωκράτη κάτω λες ;

- Συγκράτησες και το όνομα βλέπω.

- Έλα είπαμε κόψε τις μαλακίες. Απλώς έτσι που με κοίταγε με μαγνήτισε. Ήταν σαν να με πήδαγε με τα μάτια κι εγώ να μη μπορώ να αντιδράσω.

- Μακάρι να κάνεις κάτι γιατί φαίνεται και άντρακλας.

- Κοίταξε να βρεις εσύ να βολευτείς και άσε εμένα.

Η συζήτηση τελείωσε εκεί. Τακτοποίησαν τα πράγματα στο δωμάτιο και κατέβηκαν για μια πρώτη αναγνωριστική ματιά στο νησί. Πρώτη φορά και οι δυο τους το επισκεπτόταν. Φύσαγε ένας διαβολεμένος αέρας. Ρώτησαν πια παραλία ήταν υπήνεμη και πήγαν με ένα ταξί εκεί.

Ξαπλώστρες, μπάνιο, χαλάρωση. Η Άννα ήξερε ότι αν αγχωθεί να βρει αμέσως άνδρα (άνδρες) για το πάρτι της, δε θα γινόταν τίποτε. Αφού με ενημέρωσε από το τηλέφωνο, ότι φτάσανε κι ήταν στην παραλία, μου είπε πόσο μ' αγαπά και απήλαυσε τον ήλιο και τη θάλασσα μέχρι το απόγευμα που γύρισαν στο ξενοδοχείο.

Το βράδυ συνέχισαν χαλαρά και μετά από ελαφρύ δείπνο κατέληξαν σε ένα μπαρ-κλαμπ, που απ’ ότι φαινόταν μάζευε τον περισσότερο κόσμο ο οποίος δεν ήταν καθόλου μα καθόλου άσχημος και για όλες τις ηλικίες. Κάπου στο πλήθος η Άννα ένοιωσε κάποιος να την καρφώνει με τα μάτια του, αλλά δε μπόρεσε να τον εντοπίσει. Η κούραση όμως από το ταξίδι, τις έκανε σχετικά νωρίς να αποσυρθούν, με όφελος ημέρας η γνωριμία με το μπάρμαν του μαγαζιού.

Η επόμενη ημέρα ξεκίνησε με πρωινό στο ξενοδοχείο και έδειξε από την αρχή ότι θα ήταν μια ξεχωριστή ημέρα. Ο Σωκράτης αφού τις καλημέρισε θερμά, τις περιποιήθηκε ιδιαιτέρως. Σερβιρίστηκαν και λίγο πριν αρχίσουν να τρώνε, μπαίνει στο χώρο του εστιατορίου ένας άνδρας, μπουκιά και συχώριο. Σαραντάρης σίγουρα, έδειχνε μικρότερος, κορμί θανατηφόρο, μορφή αγγέλου. Όλος ο γυναικείος πληθυσμός που βρισκόταν εκεί γύρισε να τον δει και να τον θαυμάσει. Αυτός όμως ευθυγράμμισε το βλέμμα του με αυτό της Άννας και με έχοντας ένα θεϊκό χαμόγελο, πλησίασε προς το τραπέζι τους, από τα δυο που είχαν ελεύθερες καρέκλες

- Καλημέρα σας, μπορώ να καθίσω στο τραπέζι σας.

- Ευχαρίστως με μια φωνή οι δυο τους.

Κάθισε δίπλα στην Άννα.

- Άρης και απλώνει το χέρι του για τις τυπικές χειραψίες.

- Άννα και Εύα, χαρήκαμε πολύ , ανταποδίδει η Άννα.

- Σας είδα χθες το βράδυ στο μπαράκι. Άσε που μένετε στο παραδίπλα δωμάτιο από το δικό μου. Πότε ήρθατε στο νησί ;

- Χθες, εσύ ;

- Προχθές για κάτι δουλειές, είμαι εμπορικός αντιπρόσωπος και θα έρθει η παρέα μου αύριο για διακοπές.

Πιάσανε κουβέντα, το επάγγελμα του της θύμισε τις Σπέτσες, κυρίως μιλούσε με την Άννα, η οποία κρεμόταν από τα όμορφα χείλη του. Ήταν η στιγμή που αρχίζει να λησμονά ότι είναι δεσμευμένη. Κανόνισαν να τις βρει, αφού τακτοποιήσει κάποιες εκκρεμότητες που είχε, στην πλαζ που θα πήγαιναν.

Με μαγιό ήταν ακόμη πιο τέλειος. Κόλλησε μια ξαπλώστρα δίπλα στης Άννας και ξάπλωσε δίπλα της. Ήταν πολύ ευχάριστος στην παρέα, με έξυπνο χιούμορ, να ανεβάζει στροφές σιγά-σιγά. Χωρίς βιασύνη, διακριτικά στην αρχή, πιο επιθετικά μετά, να φλερτάρει με την Άννα. Κάπου εκεί ένα τηλεφώνημα δικό μου της δημιούργησε κάποιες αναστολές, αλλά δεν ήταν ικανές να την κάνουν να τον απορρίψει.

Ένα διακριτικό μπαλαμούτιασμα , ήταν το επιστέγασμα των προσπαθειών του, λίγο πριν τις αποχαιρετήσει για να πάει να δειπνήσει με την οικογένεια ενός πελάτη του. Ζήτησε χίλιες φορές συγνώμη που τις άφηνε και δώσανε ραντεβού το βράδυ στο γνωστό μπαρ-κλαμπ.

Σε λίγο έφυγαν κι αυτές και αφού φάγανε σε μια παρακείμενη ταβέρνα πήγαν στο ξενοδοχείο, για λίγο ύπνο, μπανιάρισμα και καλλωπισμό για το βράδυ. Αυτό που της έκανε τρομερή εντύπωση , ήταν που φίλη της δεν γκρίνιασε καθόλου που σχεδόν, από ένα σημείο και μετά την έγραψε και ασχολούταν αποκλειστικά με τον Άρη. Αυτή η αντίδραση δεν ήταν γνώριμο του δύσκολου χαρακτήρα της. Περίεργα πράγματα συμβαίνουν σκέφτηκε αλλά δεν είχε κανένα λόγο να ξύσει πληγές.

Το βράδυ, φορώντας ότι πιο προκλητικό είχαν πήγαν στο μπαρ. Στη ρεσεψιόν, που πέρασαν για να φύγουν, ο Σωκράτης δε σταμάτησε στιγμή να εκδηλώνει τον θαυμασμό του. Η αλήθεια είναι περισσότερο είχε επικεντρώσει την προσοχή του στην Εύα, στην οποία συνοδεύοντας στην πόρτα του ξενοδοχείου, κάτι της ψιθύρισε , που δεν το κατάλαβε η Άννα.

Κάθισαν σε σκαμπό, στον πάγκο, για να έχουν θέα σε όλο το μαγαζί, αλλά και να είναι κοντά στον Σταύρο, τον μπάρμαν που είχαν γνωρίσει την προηγούμενη μέρα. Όταν ήλθε ο Άρης, περασμένες δώδεκα, είχαν ήδη πιει δυο ποτά και ένα σφηνάκι. Είχε αρχίσει κερνάει ο Σταύρος, καθώς απ’ αυτά που του εξομολογήθηκαν κατάλαβε γιατί πράγμα ήλθαν στο νησί. Εγώ είχα αρχίσει τα τηλεφωνήματα, αλλά το τηλέφωνο της ήταν στο αθόρυβο και στην τσάντα της. Είναι οι ώρες που δεν υπάρχω γι' αυτή. Τρελαίνομαι αλλά είμαι μακριά και δεν μπορώ να κάνω τίποτε.

Ο Άρης μπήκε επιθετικά, ακούμπησε στη θέση της Άννας και τοποθέτησε αυτή ανάμεσα στα πόδια του, στην αγκαλιά του. Κέρασε μια γύρα ποτά, τρίτο για την Άννα και όπως είπαμε και στις προηγούμενες ιστορίες, το τρίτο ποτό ήταν το σημείο διαφυγής της. Βάλτε και τα δυο-τρία σφηνάκια που κατέβασε, καταλαβαίνετε σε τι κατάσταση ήταν.

Λικνιζόταν στους ρυθμούς της μουσικής, αυτός να της ψιθυρίζει γλυκόλογα και να τη φιλά αισθησιακά στο λαιμό. Τα χέρια του ανίχνευαν το κορμί της. Η φίλη της, την αιφνιδιάζει άλλη μια φορά στην Τζια.

- Άννα μου εγώ θα σας αφήσω. Πάω στο ξενοδοχείο για ύπνο. Λέει γλυκά και χωρίς νεύρα.

- Κάτσε να έρθω κι εγώ μαζί σου, της λέει κάτι που ούτε εννοεί ούτε θέλει.

- Δεν υπάρχει λόγος να έλθεις και συ, με το ίδιο γλυκό ύφος, κλείνοντας της και το μάτι.

- Σίγουρα, θα είσαι εντάξει.

- Μια χαρά, εσύ να προσέχεις, τους φιλά και αποχωρεί μόνη της.

- Το πάρτι ξεκινά, της φώναξε καθώς έφευγε.

- Τι εννοείς, την ρωτά ο Άρης.

- Θα καταλάβεις στη συνέχεια του απαντά με νόημα.

Ούτε αυτοί κάθισαν πολύ στο κλαμπ. Η θερμοκρασία τους ανέβηκες στα ύψη, όπως και οι καύλες τους. Κατευθύνθηκαν προς τη θάλασσα για δροσιά και απομόνωση. Τη φίλαγε παθιασμένα, χαϊδεύοντας της όλο το κορμί. Χωρίς αντιστάσεις από το ποτό, μόλις ψηλάφισε πάνω από το παντελόνι το σηκωμένο πούτσο του, παραδόθηκε τελείως. Όπως ήταν φυσικό ο δρόμος του πάθους, τους οδήγησε στο ξενοδοχείο. Στην ρεσεψιόν κανείς.

Στο ασανσέρ του ξεκούμπωσε το φερμουάρ του παντελονιού και του τον έβγαλε έξω. Δεν κρατιόταν. Απλώς του τον έπιασε γιατί η απόσταση των δυο ορόφων ήταν μικρή και δεν πρόλαβε τίποτε άλλο. Στο δωμάτιο του, μπήκαν με την Άννα κρεμασμένη από λαιμό του και τα πόδια της να έχουν κλειδώσει στη μέση της. Ο πούτσος του ακούμπαγε τα μουσκεμένα μουνόχειλα της. Την απίθωσε στο κρεβάτι, βγάζοντας με μια κίνηση το φόρεμα της. Το πλούσιο στήθος της, ελεύθερο και ωραίο.

Δε χάνει στιγμή. Του αρπάζει το πούτσο και του αρχίζει ένα βαθύ τσιμπούκι. Αυτός απαλλάσσεται από τα ρούχα του, αλλά κάτι βλέπει που δεν του αρέσει. Η Άννα τον πιπώνει με μανία, όταν καταλαβαίνει ένα χέρι στην πλάτη της. Ένα φως ανάβει. Και μια φωνή ακούγεται από πίσω της.

- Τι γίνετε ρε μαλάκα. Γυρίζει και βλέπει έναν άνδρα να ανασηκώνεται στο κρεββάτι. Φορούσε μόνο το σλιπάκι του.

- Εσύ τι θες εδώ τον ρωτά δήθεν απορημένος ο Άρης.

- Το έχεις χάσει τελείως μαλάκα μου. Δεν είπαμε ότι σήμερα θα κοιμηθώ εδώ γιατί το δεύτερο δωμάτιο θα είναι αύριο διαθέσιμο.

Στο μεταξύ βλέποντας τις καυλωμένες βυζάρες της Άννας, του έχει γίνει κάγκελο, το κεφάλι του σχεδόν εξέχει από το εσώρουχο του. Δεν ξεφεύγει από την προσοχή της Άννας, η οποία συνεχίζει να κρατά με το ένα χέρι της τη ψωλή του Άρη. Την κρατά έτσι ορθή.

- Δεν θα με συστήσεις στην κοπέλα

- Η Άννα, ο Άκης, σε σύστησα και τώρα πάρε δρόμο.

- Τι λες ρε , που να πάω μέσα στα άγρια μεσάνυκτα, πες και συ κάτι ρε Άννα.

- Δίκιο έχει το παιδί, που να τρέχει μέσα στη νύxτα;

Έδωσε αυθόρμητα την απάντηση που δεν περίμενε κανείς τους. Είχε δυο πούτσους στη διάθεση της, ο ένας καλύτερος από τον άλλον και δε θα καθόταν στιγμή να αναλωθεί σε ψευτοευγένειες και ευθιξίες. Γύρισε στο πλάι, προς την μεριά του Άκη, είχε και το ίδιο όνομα με τον γκόμενο που την ξεπαρθένεψε, του κατεβάζει το μποξεράκι, το οποίο με την άμεση βοήθεια του, βρέθηκε στο πάτωμα. Μετράει με τη γλώσσα της το μέγεθός του, τον φιλά με τα υπέροχα χείλη της και αρχίζει να τον γεύεται με το στόμα της.

Ο άλλος την απελευθερώνει από το τελευταίο ένδυμα της. Θαυμάζει το καλοξυρισμένο και μουσκεμένο μουνάκι της αλλά και το θαυμάσιο κωλαράκι της. Ξεγυμνώνεται κι αυτός. Έρχεται από μπροστά της γονατιστός και αρχίζει ένα παθιασμένο γλειφομούνι. Έχουν απογειωθεί όλοι τους.

Σε λίγο, έρχεται μπουσουλώντας μπροστά από τον Άκη, που είναι ανάσκελα ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Αγκαλιάζει με τα βυζιά της τον τεράστιο πούτσο του. Ότι περισσεύει το έχει στο στόμα της.

- Τι πουτανάκι είναι αυτό που βρήκες δικέ μου, αναφωνεί εκστασιασμένος.

- Είναι πολύ καυλιάρα η γυναίκα, συμπληρώνει ο Άρης, που έχει έρθει πίσω της και χωρίς να χάσει χρόνο, εισχωρεί μονομιάς στο μουσκεμένο μουνάκι της. Αρχίζει να τη σφυροκοπά ανελέητα.

Είναι η στιγμή πού η Άννα χύνει για πρώτη φορά, από τις πολλές που θα ακολουθήσουν και η στιγμή που απογοητεύομαι μετά τη δέκατη αναπάντητη κλήση. Σίγουρος πια ότι μου πηδιόταν, όντως πολύ μακριά της για να κάνω κάτι μέσα στη νύχτα, προσπάθησα πίνοντας να χαλαρώσω λίγο.

- Θέλω να ανέβω πάνω σου, εκφράζει με βογκητά την επιθυμία της.

Ευθύς τραβιέται και καβαλάει την όρθια ψωλή του Άκη, η οποία με αυτά που της έκανε πιο πριν ήταν έτοιμη να εκραγεί. Ήταν τόσο υγρή, που παρά το μέγεθος της δεν δυσκολεύτηκε να μπει ολόκληρη μέσα της. Αρχίζει ένα καυλιάρικο χορό πάνω της. Ψάχνει με το χέρι της να βρει τον άλλο πούτσο για να τον οδηγήσει προς το πρόσωπο της, να συνεχίσει τις πίπες μ’ αυτόν.

Άλλες οι βουλές του Άρη όμως. Βλέποντας τόση ώρα το θεσπέσιο κωλαράκι της, το οποίου την τρυπούλα, παρεμπιπτόντως περιποιήθηκαν τα δάκτυλα του, δεν ήταν δυνατόν να μη προσπαθήσει να το εκπορθήσει. Έρχεται από πίσω της και ακουμπά το πουτσοκέφαλο του στην τρυπούλα της.

- Ε τι πας να κάνεις του φωνάζει με αναστεναγμούς καύλας

- Να σου ξεσκίσω την κολάρα

- Μη , όχι προσπαθεί να αντισταθεί καθώς υπάρχει ένα σχετικός πόνος καθώς καρφώνεται μέσα της.

Γρήγορα όμως η ηδονή που ένιωθε από μπρος και πίσω, την μετέφερε σε άλλη διάσταση. Φώναζε, βογκούσε, έχυνε ασύστολα, κόντευε να λιποθυμήσει από τη καύλα. Η υπέρτατη φαντασίωση της, δυο πούτσους ταυτόχρονα μέσα της, έναν στο μουνί της κι έναν στον κώλο της, γινόταν πραγματικότητα. Οι άντρες της τελείωσαν σχεδόν ταυτόχρονα, γεμίζοντας της με το πλούσιο καυτό σπέρμα τους.

Ήταν για φωτογραφία έτσι που εναπόθεσαν τα κορμιά τους στο κρεβάτι. Ανάσκελα κι οι τρεις τους με την Άννα ανάμεσά τους, να έχει στο κάθε της χέρι μια χαλαρωμένη ψωλή και ο ένας να έχει το χέρι του στο πλημμυρισμένο μουνάκι της κι ο άλλος στο βυζί της.

Στην ατμόσφαιρα δεν υπήρχε ένδειξη και διάθεση για συνέχεια. Αποφάσισε να φύγει. Φόρεσε το φόρεμα της, πήρε στα χέρια της, τα παπούτσια της, την τσάντα της και το βρακί της και γεμάτη από ικανοποίηση και σπέρμα, αναχώρησε για το παραδίπλα δωμάτιο, στο οποίο πιθανολογούσε ότι θα κοιμόταν η φίλη της.

Πριν ανοίξει την πόρτα, με θυμήθηκε και μου έστειλε ένα μήνυμα στο τηλέφωνο, "σε λατρεύω". Αργώ λίγο μέσα στη θολούρα μου να το πάρω χαμπάρι.

Το θέαμα που αντικρίζει μόλις μπαίνει μέσα, την κάνει να ξαναρίξει το κινητό στην τσάντα της. Έτσι δεν πήρα ποτέ απάντηση στο μήνυμα που της έστειλα και τη ρωτούσα αν είναι ξύπνια.

Στο κρεβάτι της ανάσκελα ένας γυμνός άνδρας και δίπλα του στο πλάι, γυρισμένη, στη στάση του μωρού, επίσης γυμνή η φίλη της. Κοιμόνταν και οι δυο. Στο δωμάτιο υπήρχε ο χαμηλός φωτισμός από ένα πορτατίφ, που είχαν αποθέσει στο πάτωμα, καθώς η φίλη της δεν κοιμόταν στο απόλυτο σκοτάδι.

Η έκπληξη της μεγάλη καθώς διαπιστώνει δυο πράγματα. Το ένα ότι ο άνδρας είναι ο Σωκράτης, ο ξενοδοχοϋπάλληλος και το άλλο ότι είχε ένα μεγάλο και πολύ χονδρό καυλί, που αν και κοιμισμένο φανέρωνε τα προσόντα του. Στον κώλο της φίλης της ξεραμένα χύσια.

Την παλιοκουφάλα, σκέφτηκε γι' αυτό δεν γκρίνιαξε και ήθελε να γυρίσει μόνη της πίσω. Ποτέ της δεν κατάλαβε πότε και πως τα είχε κανονίσει. Αυτό όμως που την απασχολούσε τώρα, είναι ο πούτσος του Σωκράτη. Τον έβλεπε και της έτρεχαν τα σάλια. Δεν το πολυσκέφτηκε, βγάζει το φόρεμα της, χώνεται ανάμεσα στα ανοικτά πόδια του και τον παίρνει στο στόμα. Ένα βαθύ και υγρό τσιμπούκι άρχισε. Το πάρτι ήταν δικό της και η φίλη της θα καταλάβαινε.

Ο Σωκράτης νιώθοντας την ηδονή του τσιμπουκιού της Άννας, ανοίγει τα μάτια και δεν πιστεύει αυτό που βλέπει. Η γυναίκα που του πιπιλάει την ψωλή δεν είναι η Εύα αλλά η φίλη της. Όπως ήταν φυσικό, αυτό δεν τον χάλασε καθόλου. Έπιασε το κεφάλι της με τα δυο του χέρια , αφενός για να της δείξει ότι ξύπνησε και αφετέρου για να της δώσει έναν πιο γρήγορο ρυθμό. Ήταν πλέον σε πλήρη στύση και δε χώραγε στο στόμα της.

Ήταν η ώρα για να προχωρήσουν στα παρακάτω. Πάει να ανέβει πάνω του, όπως έκανε και με τους άλλους προηγουμένως. Δεν την αφήνει όμως. Με νοήματα, για να μη ξυπνήσει η φίλη της, τη γυρίζει ώστε η πλάτη της να είναι προς το πρόσωπο του και την καθίζει πάνω του. Καρφώνεται όλος μέσα της. Νιώθει να σκίζεται στα δύο. Κλείνει το στόμα της με τη παλάμη της για να μην ουρλιάξει. Δυο-τρεις φορές πάνω κάτω και μια λάβα ηδονής την κατέκλυσε. Ένοιωθε πως αυτή την απίστευτη βραδιά θα πεθάνει από καύλα.

Η συνέχεια λίγο – πολύ αναμενόμενη. Βλέποντας ο γαμιάς της το ανοιγμένο κωλαράκι της, θεώρησε ότι δεν θα είναι δίκαιο να μη το περιποιηθεί καταλλήλως κι αυτός. Έκανε κι όρεξη παίζοντας με το ένα χέρι του με την πίσω τρυπούλα της Εύας.

Τη στήνει στα τέσσερα και εφορμά κατά του κώλου της. Βρίσκει μια κάποια αντίσταση, λόγου του χοντρού μεγέθους του, αλλά κατορθώνει με δυο παλινδρομικές κινήσεις να εδραιωθεί μέσα της. Είχαν βοηθήσει και δυο προηγούμενοι. Τον είχαν ανοίξει καλά.

Πόνος, βρισιές, ουρλιαχτά, ηδονή, οργασμός. Οι φωνές της, αλλά και το μεσαίο δάκτυλο του, βαθιά στην κωλοτρυπίδα της Εύας, ξύπνησαν και αυτή.

- Τι γίνεται εδώ πέρα, ρωτά μην πιστεύοντας αυτό που βλέπει

- Ξεσκίζω την κωλάρα της φίλης σου, απαντά ο εκστασιασμένος Σωκράτης

Πριν προλάβει να ειπωθεί τίποτε άλλο, τον βγάζει από τον κώλο της Άννας, η οποία πέφτει στο κρεβάτι, μπρούμυτα, σπαρταρώντας και χύνοντας και τελειώνει στο πρόσωπο και στο ανοικτό στόμα της Εύας.

Εκμεταλλευόμενος τον απόλυτο αιφνιδιασμό και τη σαστιμάρα που επικράτησε, ντύνεται στα σβέλτα, και φεύγει.

- Κοριτσάρες μου φεύγω, γιατί θα με ψάχνουν από τη δουλειά. Όποτε θέλετε τα ξαναλέμε. Τα τελευταία του λόγια πριν εξαφανισθεί από το δωμάτιο.

- Καλά μωρή τόσο αχόρταγη είσαι;…

αρχίζει την επίθεση η Εύα αφού σκουπίστηκε από τα χύσια του άλλου.

- Γιατί μωρή, ήθελες να κάνεις σχέση μ ‘ αυτόν, αντεπιτίθεται η Άννα που προσπαθεί να συνέλθει από τα απανωτά γαμήσια.

- Αυτό είναι το θέμα; Αν ήθελα ή θέλω να κάνω σχέση με αυτό τον τύπο;

- Μάλλον, γιατί αν απλά ήταν ένα καλό γαμήσι, γιατί να μη δοκιμάσω κι εγώ το καταπληκτικό, η αλήθεια να λέγεται, εργαλείο του;

- Καλά δεν έκανες τίποτε με τον άλλον ;

- Κάτι έκανα και όχι μόνο με αυτόν. Είπαμε για το μπάτσελορ μου ήρθα εδώ. Αλλά το πάρτι τελείωσε. Και να σου πω κάτι, ωραία ήταν, έφτασα πολλές φορές σε οργασμό, έκανα πράγματα που δεν τα είχα ξανακάνει και μπορεί να μην τα ξανακάνω, αλλά τώρα που η γιορτή τελείωσε, μου λείπει η αγάπη και ο έρωτας του Θάνου. Κι από και πέρα θα είμαι αποκλειστικά μαζί του.

- Και μένα μου λείπει ο Άλκης και αισθάνομαι και λίγο τύψεις που τον απάτησα κι ας είναι αυτή τη στιγμή με τη γυναίκα του.

- Οπότε συμφωνούμε ότι ξεχνάμε ότι έγινε αυτή τη βραδιά;

- Ναι...

διστακτικά αλλά γνωρίζοντας ότι ήταν η μόνη λύση.

- Λοιπόν, βγήκαμε οι δυο μας, ήπιαμε λίγο παραπάνω μόνες μας και την πέσαμε για ύπνο αργά, μόνες μας

- Οκ.

Μετά τη συμφωνία, έκαναν μπάνιο και την έπεσαν για ύπνο. Κατά τις δέκα το πρωί, μου τηλεφωνεί , απολογείται γιατί δεν έβγαλε το τηλέφωνο από τη τσάντα της και ότι όταν έστειλα το τελευταίο μήνυμα μου, είχε ήδη κοιμηθεί. Επίσης μου ξεφουρνίζει, ότι τις έχει πιάσει διάρροια, πράγμα συνηθισμένο εκεί λόγω του νερού και πήγαινε στο φαρμακείο να αγοράσει ιμόντιουμ. Ποτέ δεν θα μάθουμε αν αυτή οφειλόταν στο νερό ή στο ξεκώλιασμα τους.

Οι υπόλοιπες μέρες κύλησαν ήρεμα. Γύρισε πίσω στην αγκαλιά μου, κατασταλαγμένη για το τι ήθελε στη ζωή της. Εννοείται ούτε για μια στιγμή δεν πίστεψα ότι εκείνο το βράδυ στη Τζια δε συνέβη τίποτε. Από το πρώτο δευτερόλεπτο που έφυγε για το ταξίδι, ένιωσα ότι πάει στο νησί για να απελευθερωθεί από τα απωθημένα της, να αποχαιρετήσει την μοναχική της ζωή και να κάνει εν τέλει την μετάβαση, από τα καυλωτικά γαμήσια στον ηδονικό έρωτα. Ήταν το ταξίδι που τελικά την έφερε οριστικά και αμετάκλητα στην αγκαλιά μου και στη ζωή μου

Την άφησα να πιστεύει ότι έχαψα ότι μου είχε πει, περιμένοντας να μου πει την αλήθεια όταν θα ένοιωθε έτοιμη και ασφαλής, όπως και έγινε. Τίποτε όμως δεν μπορούσε τότε, ούτε μπορεί και τώρα να συννεφιάσει την υπέροχη και ευτυχισμένη και χωρίς ρουτίνα κοινή ζωή μας.

ΤΕΛΟΣ




Copyright protected OW ref: 157419