Ιστορίες της Άννας: Ο μηχανικός και το κέρατο του

Δημοσιεύθηκε από thanos72
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.57 (7 Votes)
Το καλοκαίρι συνεχιζόταν και η Άννα μαζί με τις φίλες της, όσες είχαν απομείνει στην Αθήνα, περνούσαν τα Σάββατα, στο γνωστό μπαρ – κλαμπ των βορείων προαστίων. Αναπολούσε τη φοβερή εμπειρία των Σπετσών, αλλά δε μπορούσε να πει τίποτε για αυτή. Μόνο να τη σκέφτεται και να καυλώνει.

Έτσι με χαλαρή διάθεση, σαββατόβραδο, καθόταν σε σκαμπό του μπαρ, έπινε το ποτό της και λικνιζόταν ελαφρώς με τους ήχους της μουσικής. Νιώθει ένα σκούντημα πίσω της.

- Με συγχωρείτε πολύ, που σας ενόχλησα, ήθελα να περάσω για να έλθω στο φίλο μου…

της λέει ο δράστης. Θαμώνας του μαγαζιού, περίπου 45άρης, γύρω στο 1.75, με καλά χαρακτηριστικά και επιμελώς ατημέλητο look, εννοείται με επώνυμα, ακριβά ρούχα.

- Ήμουν λιγάκι βιαστικός, συνεχίζει, αλλά φοβόμουν μήπως ο φίλος αλλάξει θέση και φύγει από δίπλα σου…

απευθύνεται στην Άννα, που έχει γυρίσει και του χαμογελά. Τον είχε ξεχωρίσει από τις πρώτες φορές που πήγε στο συγκεκριμένο μαγαζί.

- Και δεν το ήθελα με τίποτε αυτό.

- Γιατί;…

τον ρωτάει με επιτηδευμένα ντροπαλό ύφος.

- Επειδή είσαι η ωραιότερη παρουσία εδώ μέσα…

απαντά αμέσως και χωρίς δισταγμό.

- Στέλιος… και απλώνει το χέρι του για χειραψία γνωριμίας.

- Άννα, ανταποδίδει.

Γίνονται, όλοι μια παρέα, οι δυο τους, η φίλη της η Βάσω και ο φίλος του ο Αλέξανδρος. Πολύ γρήγορα όμως οι δυο τους σχεδόν απομονώνονται. Μιλούν μόνο μεταξύ τους, λες και δεν υπάρχουν οι άλλοι. Ευτυχώς που η Βάσω ψιλογούσταρε το φίλο του και τον απασχολούσε. Αλλιώς δεν θα απέφευγαν τις παρεξηγήσεις.

Τη γοητεύει η ευγένεια του λόγου του και η πνευματική του καλλιέργεια. Είναι μηχανικός, αν και Αθηναίος, δραστηριοποιείται στην Κορινθία. Έχει κτίσει και δικό του σπίτι στο Λουτράκι. Αν και μιλάνε μόνο μια ώρα, αισθάνεται ότι τον γνωρίζει από παλιά. Αρχίζει να έλκεται από την προσωπικότητα του. Όταν την κοιτάζει στα μάτια, ξεχνά ότι είναι μια γνωριμία σε ένα μπαρ, ένα Σαββάτο βράδυ.

Κι αυτός δείχνει ενθουσιασμένος μαζί της. Του αρέσει η καθαρότητα των ματιών της και το φωτεινό της χαμόγελο. Δε βιάζεται, μα καθώς κυλάει το βράδυ, έρχονται όλο και πιο κοντά. Ρίχνει τότε την πρόταση του, σίγουρος για την αποδοχή της.

- Δεν έρχεσαι να περάσουμε μαζί, το επόμενο Σαββατοκύριακο, στο σπίτι μου στο Λουτράκι;

- Δεν ξέρω, απαντά δείχνοντας το στιγμιαίο δισταγμό της.

- Θα με κάνεις ευτυχισμένο αν δεχθείς κι έρθεις.

Την κοιτά στα μάτια, προσπαθώντας να μαντέψει την τελική της απάντηση. Αμφιταλαντεύεται. Είναι ρίσκο να πάει σ' ένα σπίτι, ενός ανθρώπου που μόλις σήμερα γνώρισε. Από την άλλη όμως, νιώθει ότι δε μπορεί να του αρνηθεί. Το μυαλό της λέει να μην πάει, η καρδιά της όμως, αναλαμβάνει τα ρίσκα και δέχεται.

Κανονίζουν τις λεπτομέρειες, αυτός θα είναι εκεί όλη την εβδομάδα, φεύγει το πρωί. Θα πάει να τον βρει Σάββατο πρωί, με τον προαστιακό. Πρώτο φιλί, απαλό αισθησιακό. Προτίθεται να τις πάει στο σπίτι. Η Βάσω θέλει να μείνει λίγο ακόμη, αφού ο Αλέξανδρος δε φεύγει μαζί του. Δεν της χαλάει χατίρι. Καληνυχτίζονται με ένα δεύτερο φιλί. Και χωρίζουν. Για πέντε μέρες τουλάχιστον.

Όλη η εβδομάδα αφιερώνεται στις προετοιμασίες. Μαλλιά, νύχια σε χέρια και πόδια, αποτριχώσεις. Διαλέγει τα πιο σέξι ρούχα της, το καινούργιο της αποκαλυπτικότατο μαγιό και το Σάββατο το πρωί, επιβιβάζεται στον προαστιακό με προορισμό την Κόρινθο και από εκεί για Λουτράκι. Έχει συνεννοηθεί με τη φίλη της τη Βάσω να της τηλεφωνεί κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Να υπάρχει ένα δίχτυ ασφαλείας. Σε σπίτι ουσιαστικά ενός αγνώστου πήγαινε. Οι Σπέτσες όμως την είχαν κάνει αρκετά τολμηρή.

Έφτασε στην ώρα της στην Κόρινθο. Την περίμενε στο σταθμό με ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο χέρι. Μέρα ήταν ακόμη πιο ωραίος. Ή έτσι τουλάχιστον της φάνηκε. Την καλωσόρισε με ένα θερμό φιλί, της έδωσε το λουλούδι και την οδήγησε στο αυτοκίνητο του. Μια ολοκαίνουργια μερσεντές. Υπό τους ήχους κλασικής μουσικής ξεκίνησαν για το Λουτράκι.

- Είσαι εκθαμβωτική…

της λέει, σπάζοντας την όποια αμηχανία και ρίχνοντας λοξές ματιές στα μπουτάκια της που το κοντό φόρεμα της δε μπορούσε να κρύψει.

- Ευχαριστώ, απαντά λάμποντας από χαρά και του δίνει αυθόρμητα ένα φιλί στο λαιμό.

Η έκφραση του έδειχνε ότι ήθελε να την αρπάξει και να τη φιλήσει. Να χώσει το χέρι του ανάμεσα στα καλλίγραμμα πόδια της και να φτάσει μέχρι το μουνάκι της. Αυτή προσπαθούσε να φανταστεί τι σόι πράμα ήταν αυτό που φούσκωνε κάτω από το παντελόνι του. Η κίνηση που είχε ο δρόμος τον έκανε να αφοσιωθεί στην οδήγηση. Έφτασαν στο σπίτι του. Μια μεζονέτα με θέα στη θάλασσα. Μπήκαν μέσα. Επιπλωμένη με πολύ γούστο.

- Σ' αρέσει το σπιτάκι μου;

- Ε όχι και σπιτάκι…

του λέει μη μπορώντας να κρύψει το θαυμασμό γι αυτό που έβλεπε.

- Έβαλα όλο το μεράκι μου στο σπίτι αυτό.

- Φαίνεται.

- Λέω να πάμε για μπάνιο τώρα, καφέ και κανένα σάντουιτς στην παραλία και να φάμε το βράδυ. Εκτός αν έχεις να προτείνεις κάτι καλύτερο, τη ρωτά με πονηρό χαμόγελο.

- Ότι θέλεις εσύ μωρό μου. Ας κάνουμε έτσι. Να φορέσω μαγιό και φύγαμε.

Γυρίζει την πλάτη της και κατευθύνεται προς το δωμάτιο που της έδειξε ότι θα κοιμηθούν. Πριν προλάβει να κάνει ένα βήμα, έχει έρθει από πίσω της και την αγκαλιάζει σφιχτά. Η πλάτη της εφάπτεται στο γυμνό του στήθος, καθότι έχει βγάλει το πόλο που φορούσε. Τη φιλά αισθησιακά στο λαιμό. Συνεχίζει με τη γλώσσα του. Φτάνει κάτω από το αυτί. Ένα από τα σημεία G της Άννας. Μια ανατριχίλα ξεκινά από εκεί και καταλήγει στο μουνάκι της, που έχει αρχίσει να υγραίνεται. Έχει φτάσει εκεί και το ένα χέρι του. Βαθιοί αναστεναγμοί βγαίνουν από τα βάθη της καρδιά της.

Της βγάζει το φόρεμα καθώς φέρνει το πρόσωπο της απέναντι από το δικό του. Παθιασμένα γλωσσόφιλα ακολουθούν, ενώ της ξεκουμπώνει το σουτιέν. Του έχει παραδοθεί πλήρως. Φιλώντας την, την οδηγεί στον καναπέ του σαλονιού. Την ξαπλώνει. Το πρόσωπο του είναι ήδη χωμένο στα υπέροχα βυζάκια της. Της γλείφει και της πιπιλάει τις καυλωμένες ρώγες της. Συνεχίζει να κατεβαίνει προς τα κάτω. Περιποιείται ιδιαίτερα τη γυμνασμένη κοιλίτσα της. Φτάνει στο σπαρταριστό μουνάκι της, που το έχει απαλλάξει από το μικροσκοπικό κιλοτάκι . Γλείφει τα χείλια της, παίζει με την κλειτορίδα της. Σε λίγο τη θέση του δακτύλου του, που είχε εισχωρήσει μέσα της, παίρνει η δραστήρια γλώσσα του. Τη γαμάει αλύπητα μ' αυτή. Η Άννα σπαρταράει. Είναι το καλύτερο γλειφομούνι που της έχουν κάνει. Τουλάχιστον μέχρι το επόμενο. Αν και δε θέλει να της γλείφουν το μουνί γιατί αισθάνεται ότι χάνει κάθε έλεγχο στην πράξη, αυτό ήταν άλλο πράγμα. Άρχισε να χύνει ασταμάτητα.

Η γλώσσα είχε επιτελέσει το έργο της. Καιρός να αναλάβει δράση κι ο πούτσος του, που τόση ώρα ασφυκτιούσε φυλακισμένος στο παντελόνι του. Χωρίς να χρονοτριβεί, καθώς ήταν έτοιμος από καιρό, μπαίνει μέσα της, απότομα, βίαια και ολόκληρος. Αιφνιδιάζεται. Πρώτη φορά στη ζωή της έχει πούτσο στα σκέλια της, χωρίς καν να το έχει δει πρώτα. Σε αντίθεση με την τρυφερότητα που επέδειξε προηγουμένως, τώρα τη σφυροκοπά αλύπητα. Κρατά τα πόδια της ανοικτά και σηκωμένα, ώστε να μπαίνει όσο πιο βαθιά γίνεται. Αρχίζει να τρελαίνεται από την καύλα.

- Έτσι άντρα μου, μη σταματάς… φώναζε και βογκούσε.

Αντίθετα αυτός δεν έβγαζε άχνα, μικρά βογκητά μόνο. Τελείωσε πρώτη με κραυγές. Την ακολούθησε αδειάζοντας στα βυζάκια της. Ήταν έτοιμη να του τον καθαρίσει με τη γλώσσα της, αλλά αυτός μόλις έχυσε, πήγε κατευθείαν στο μπάνιο για να πλυθεί. Παραξενεύτηκε λίγο από τη στάση του, αλλά δεν έδωσε και πολύ σημασία. Τον ακολούθησε για να πλυθεί κι αυτή.

Ακολούθησε μια υπέροχη μέρα. Παραλία, μπάνιο καφές και όχι μόνο. Ήταν πολύ περιποιητικός. Απόγευμα επιστροφή στο σπίτι. Μπανιάρισμα, καλλωπισμός και έξοδος για δείπνο. Εκεί έδωσε τα ρέστα του. Στο πιο καλό και ακριβό ρεστοράν του Λουτρακίου, με όλες τις σπεσιαλιτέ του μαγαζιού στο τραπέζι και φυσικά άφθονες γαρίδες, που έμαθε ότι της άρεσαν. Ένα ακριβό λευκό κρασί συμπλήρωνε το γεύμα. Παγωτό για επιδόρπιο και επιστροφή στο σπίτι.

Επιτέλους ξαπλώνουν στο διπλό κρεβάτι του δωματίου του. Έχει φορέσει ένα μαύρο σατέν νυχτικό κοντό, κομπινεζόν θα το λέγαμε και από κάτω ένα εσώρουχο που ελάχιστα έκρυβε από τα απόκρυφα κάλλη της. Μόνο ένα μαύρο μποξεράκι αυτός. Θεώρησε ότι έπρεπε να του ανταποδώσει όλη την περιποίηση της ημέρας. Ήταν ανάσκελα και την κοιτούσε που ετοιμαζόταν. Άρχισε να του σηκώνεται. Τόσο σέξι του φάνηκε.

Ήρθε από πάνω του και άρχισε να τον φιλά με πάθος. Οι γλώσσες τους αγκαλιάστηκαν. Έβγαλε το νυχτικό της και άρχισε να κατεβαίνει προς τα κάτω. Ότι έκανε δηλαδή το πρωί και ο Στέλιος. Φίλαγε κι έγλειφε κάθε σπιθαμή του γυμνασμένου κορμιού του. Έφτασε στον προορισμό της. Του έβγαλε το εσώρουχο και κοντοστάθηκε να θαυμάσει, για πρώτη φορά, το ολόρθο εργαλείο του.

- Πω, πω, τι έχει εδώ το αγόρι μου;…

αναφώνησε με θαυμασμό. Αμέσως, άρχισε να κάνει αυτό στο οποίο ήταν αυθεντία. Να τον τσιμπουκώνει τρελά. Μπορεί να γίνομαι κουραστικός που επαναλαμβάνω πόσο ταλέντο έχει στα τσιμπούκια, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Αυτός δεν άντεξε κι αυτή δεν τα υπολόγισε καλά. Έχυσε μετά από λίγο στο στόμα της, μια περιέργως μεγάλη ποσότητα σπέρματος.

Στον ορίζοντα δε φαινόταν διάθεση να του ξανασηκωθεί και έτσι κοιμήθηκαν αγκαλιασμένοι. Το υγρό μουνάκι της έμεινε παραπονεμένο. Την ξύπνησε το πρωί με ένα γλυκό φιλί στο λαιμό. Της έφερε πρωινό στο κρεβάτι. Αν και ήθελε άλλου τύπου ξύπνημα, της άρεσε η όλη φάση. Το πρόγραμμα για τη συνέχεια είχε κολύμπι στη θάλασσα, φαγητό και αναχώρηση με το απογευματινό τρένο. Έτσι και έγινε.

- Πέρασες καλά;… τη ρωτά καθώς την πήγαινε στο σταθμό.

- Υπέροχα… απαντά αμέσως και αυθόρμητα.

- Να ελπίζω για συνέχεια;

- Εγώ το θέλω πολύ!

- Με κάνεις πολύ χαρούμενο…

και τη φιλά στο στόμα αφού σταμάτησε το αυτοκίνητο του, καθώς είχαν φτάσει στο σταθμό. Συναισθηματικός αποχαιρετισμός με αγκαλιά και φιλί. Το τρένο ξεκίνησε και μαζί του ξεκίνησαν και οι σκέψεις της. Πέρασε υπέροχα. Όλα της φαίνονταν ιδανικά. Θα προτιμούσε να είναι πιο δραστήριος και πιο θερμός στο σεξ, αλλά αυτό ήταν λεπτομέρεια που εύκολα θα διόρθωνε. Φευγαλέα πέρασε από το μυαλό της, η σκέψη ότι θα μπορούσε όλο το ηδήλιο να εξελιχθεί σε κάτι πολύ σοβαρό. Περισσότερο την τρόμαξε η σκέψη αυτή, παρά την χαροποίησε.

Η βδομάδα κυλούσε με διπλή καθημερινή επικοινωνία. Γλυκός και στο τηλέφωνο, άρχισε δειλά-δειλά να της μιλά για συναισθήματα. Αποτέλεσμα η προηγούμενη σκέψη να θρονιασθεί στο μυαλό της. Φάνταζε σαν ευκαιρία να ξαναφτιάξει τη ζωή της. Αλλά ο φόβος μην ξαναπάθει τα ίδια τη μάγκωνε και δεν την άφηνε ούτε καν να ελπίζει. Άσε που πλέον είχε αρχίσει να περνά πολύ ωραία, σαν εύθυμη και ελεύθερη ζωντοχήρα. Την πέμπτη πέφτει η πρόταση.

- Αύριο το απόγευμα θα έρθει εδώ ο φίλος μου ο Αλέξανδρος για δουλειές. Δεν έρχεσαι κι εσύ μαζί του; Αν θες, πες και στη φίλη σου τη Βάσω να έρθει. Από ότι έμαθα κάτι παίζει μεταξύ τους. Τι λες θα έρθετε;

- Εγώ μέσα είμαι. Θα πω και στη Βάσω και άμα θέλει ερχόμαστε.

- Οκ θα περάσουμε όμορφα. Συνεννοηθείτε και πάρε πίσω να κανονίσω.

Η Βάσω δεν ήθελε και πολλά παρακάλια, ίσως και να την περίμενε την πρόσκληση. Είχε πάρει το τηλέφωνο του Αλέξανδρου και μιλούσαν όλη την εβδομάδα. Όλα λοιπόν ήταν προδιαγεγραμμένα και την παρασκευή το απόγευμα. Ο φίλος ο καλός πέρασε και τις πήρε από τα σπίτια τους και ξεκίνησαν για σαββατοκύριακο στο Λουτράκι. Μπροστά , δίπλα του κάθισε η Βάσω και στο πίσω κάθισμα η Άννα.

Οι μπροστά επιβάτες του αυτοκινήτου χαριεντίζονταν σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Στο πίσω κάθισμα αυτή, ανυπομονούσε να φτάσουν για να πέσει στην αγκαλιά του αγαπημένου της. Έπιασε όμως δυο τρεις φορές τον Αλέξανδρο να κοιτάζει από τον καθρέφτη, με πολύ περίεργο ύφος. Προσπάθησε να καλύψει κάπως τα πόδια της, αλλά η κοντή στενή φούστα που φόραγε λίγα πράγματα μπορούσε να καταφέρει. Χαλάρωσε και τον άφησε να παίρνει μάτι. Πολύ στα σοβαρά, σκέφτηκε, την πήρε την όλη φάση και άρχισε να τη χαλάει. Γρήγορα καθάρισε το μυαλό της από τις σοβαρές σκέψεις και αποφάσισε να χαρεί το Σαββατοκύριακο της. Από εκεί και πέρα ότι άλλο ήθελε προκύψει.

Τους περίμενε έχοντας φτιάξει για τον καθένα τον καφέ του, πράγμα που έκανε τρομερή εντύπωση στη Βάσω. Όπως τρομερή εντύπωση της έκανε και το σπίτι. Και σε κάθε ευκαιρία να λέει της Άννας πόσο τυχερή είναι και τι κελεπούρι της έτυχε. Η στάση της αυτή ξανάφερε έστω και για λίγο τον εκνευρισμό στην Άννα. Σκέφτηκε όμως το βράδυ που ερχόταν γοργά και ξανάφτιαξε το κέφι της. Είχε προσδοκίες για νύχτα καυτού σεξ.

Οι γυναίκες ήπιαν τον καφέ του, οι άνδρες τελείωσαν τη δουλειά τους, πήγαν για φαγητό, μετά για ποτό και επιτέλους επιστροφή στο σπίτι. Αποσύρθηκαν στα δωμάτια τους. Η Άννα και ο Στέλιος στη μεγάλη κρεβατοκάμαρα και στη μικρή ο Αλέξανδρος με τη Βάσω, οι οποίοι φάνηκε να έχουν έρθει πολύ κοντά κατά τη διάρκεια του απογεύματος και της νύχτας.

Ήταν όπως πάντα τρυφερός και αισθησιακός. Αυτή τη φορά πρόσεξε και δεν τελείωσε στο στόμα της, αλλά ίππευσε το αγριεμένο άτι του. Έχυσε πρώτη. Μετά από λίγο ένιωσε το προφυλακτικό του να γεμίζει. Τέλειωσε όπως πάντα σχεδόν σιωπηλός. Πήγε στο μπάνιο πλύθηκε γύρισε της έδωσε ένα φιλί για καληνύχτα, γύρισε πλευρό και την έπεσε για ύπνο, τον οποίο όπως αποδείχθηκε είχε εύκολο.

Το μάτι της γαρίδα. Δεν είχε ύπνο. Όχι ότι δεν της άρεσε, αλλά της θύμισε συζυγικό σεξ. Ένα μικρό ροχαλητό του συντρόφου της επιβεβαίωσε την διαίσθηση της. Γύρισε και τον κοίταξε γλυκά. Καλός ήταν, αλλά αυτή δεν ήταν έτοιμη να ξαναδοκιμάσει να μπει σε μια μόνιμη σχέση ή και σε ένα γάμο. Μικρές ανοικτές πληγές και αρκετά κατάλοιπα του πρόσφατου παρελθόντος, εμπόδιζαν μια τέτοια απόπειρα. Εξάλλου κι αυτός δεν έκανε καμιά νύξη για κάτι πολύ σοβαρό. Ούτε καν ένα σ' αγαπώ δεν ξεστόμισε.

Μ' εκείνα και τ' άλλα η ώρα περνούσε και δε μπορούσε να κοιμηθεί. Δίψασε και είπε να σηκωθεί να πιει ένα νερό. Φορούσε ένα αποκαλυπτικότατο μαύρο νυχτικό και από κάτω μόνο το στρινγκάκι της. Ήταν της μόδας τότε. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και πατώντας στα νύχια των ποδιών κατευθύνθηκε προς την κουζίνα, η οποία ήταν στην απέναντι γωνία του σπιτιού.

Μπήκε με φούρια μέσα και έμεινε στήλη άλατος καθώς έπεσε πάνω στον Αλέξανδρο , που έτυχε να έχει διψάσει κι αυτός. Είχε ανάψει μόνο το φως του απορροφητήρα και δε φαινόταν και εξαιτίας της γωνίας από μακριά. Μοναδικό ένδυμά του το μαύρο μποξεράκι του. Σκέφτηκε να κάνει μεταβολή και να φύγει, αλλά δεν ήθελε να την περάσει για κομπλεξική. Να προσπαθήσει να κρύψει κάτι από το ημίγυμνο κορμί της, άδικος κόπος. Οπότε προχώρησε μέσα παίζοντας την άνετη.

- Δίψασες κι εσύ…

του λέει με χαμόγελο, σκανάροντας ταυτόχρονα το γυμνασμένο του κορμί.

- Ναι κάψωσα, της απαντά κουνώντας και το κεφάλι του.

- Φαίνεται, κοιτώντας το φουσκωμένο σλιπάκι του.

- Μας άναψε για τα καλά η φίλη σου, πιάνοντας αμέσως το υπονοούμενο της.

- Ε και δε σε ανακούφισε;

- Όχι. Με άναψε καλά-καλά και τη κρίσιμη στιγμή την έπεσε για ύπνο και μ άφησε με το πουλί στο χέρι.

- Τα συνηθίζει αυτά στην αρχή η φίλη μου. Και είπες να δροσιστείς;

- Ναι άλλα δεν το βλέπω.

- Τι εννοείς;… τον ρωτά με γελάκια.

- Το θεϊκό σου κορμί με φούντωσε ξανά…

και δείχνει με τα μάτια του τον πούτσο του, που είχε πάρει την ανηφόρα και το κεφαλάκι του είχε ξεπροβάλλει από την άκρη του εσωρούχου του.

Δε μπορεί να ξεκολλήσει τα μάτια της από το επίμαχο σημείο του. Ο Αλέξανδρος κάνει ένα βήμα και βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής. Το να γίνεται μούσκεμα μόλις βλέπει πούτσα, έστω και σε τσόντες, είναι κάτι που το παθαίνει από μικρή. Το ότι είναι ακόμη εκεί και τον κοιτάζει λιγωμένα του δίνει θάρρος για την επόμενη κίνηση.

- Δεν πιστεύω να είσαι και συ ανάφτρα σαν τη φίλη σου;…

και της πιάνει το χέρι και το βάζει πάνω στον πούτσο του. Δεν περιμένει την απάντηση και την φιλά στο στόμα, ενώ έχει κατεβάσει και το σλιπάκι του. Πήγε λίγο να αντισταθεί στο φιλί του, αλλά όταν η παλάμη της προσπαθούσε μάταια να κλείσει μέσα της το εργαλείο του, παραδόθηκε και υποδέχθηκε τη γλώσσα του παθιάρικα. Το χέρι του είναι στα μαλλιά της, μπερδεύεται μέσα τους. Σιγά- σιγά όμως πιέζει το κεφάλι της προς τα κάτω. Της έδωσε σήμα τι ήθελε. Γονάτισε και γέμισε το στόμα της με το πούτσο τους. Κλασικά άρχισε να του παίρνει μια ακραίως καυλωτική πίπα. Το χέρι του στο κεφάλι της ακόμα, έδινε τον ρυθμό στις κινήσεις της.

- Ναι, έτσι, ρούφα τον, μη σταματάς… ψιθύρισε μην ξυπνήσουν οι άλλοι. Καλά σε κατάλαβα ότι ήσουν μια κρυφοπουτανίτσα, όταν μου έδειχνες το μουνί σου στο αυτοκίνητο.

Κανονικά δεν της άρεσε να τη βρίζουν στο γαμήσι. Αλλά τώρα κάθε λόγος του, κάθε κίνηση του, την καύλωναν όλο και περισσότερο.

- Σήκω τώρα να γαμήσω και τη μουνάρα σου.

Τη σηκώνει , τη γυρίζει προς τον πάγκο της κουζίνας. Σκύβει και ακουμπά τα χέρια της στον νεροχύτη, τουρλώνει τον κώλο της. Έρχεται από πίσω της, παραμερίζει το κορδόνι που φορά και μπαίνει βίαια και όλος μέσα της. Ένα "μη" πρόλαβε να πει. Ούτε σκέψη για προφυλακτικό. Παρ' όλο που ήταν υγρή, το μέγεθος του, το πάχος του ιδίως, την πόνεσαν λίγο στην αρχή. Ένα-δύο μέσα-έξω και ατέλειωτη καύλα την πλημύρισε. Δάγκωνε τα χείλη της να μην φωνάξει και τους πιάσουν στα πράσα. Σπαρταρώντας τελείωσε με τον Αλέξανδρο να συνεχίζει να τη σφυροκοπά αλύπητα.

- Και τώρα πουτανίτσα μου θα στα δώσω να τα πιεις, την προστάζει.

Γυρίζει γονατίζει ξανά, τον πιάνει στα χέρια της, τον παίζει λίγο και όταν νιώθει το σπέρμα να ανεβαίνει προς εξαγωγή τον χώνει στο στόμα της, το οποίο γεμίζει ασφυκτικά από τα ζεστά χύσια του. Σηκώνεται και πλένει το στόμα της στη βρύση της κουζίνας. Ελέγχουν μην έπεσε τίποτε κάτω και προδοθούν.

- Σ' άρεσε μωρό μου, τη ρωτά αναψοκοκκινισμένος μεν , ήρεμος δε.

- Σούπερ ήταν, πάμε όμως για ύπνο πριν μας καταλάβουν.

- Ναι, τα λέμε αύριο γλύκα, καληνύχτα.

- Καληνύχτα.

Πήγαν γοργά στα δωμάτια τους, ο καθένας στο ταίρι του. Κοιμήθηκε , απόλυτα ευχαριστημένη αφού έριξε μια ματιά οίκτου στο κοιμώμενο παλικάρι. Ξύπνησε ευδιάθετη. Στο πρωινό έκανε πλάκα με τη φίλη της για το πως πέρασε το βράδυ της. Έκανε μεγάλη προσπάθεια να κρύψει την ειρωνεία της. Στην πλαζ, προσπάθησαν να κρατήσουν τα προσχήματα, αν και δυο φορές πήγαν μόνοι τους να φέρουν καφέδες. Εκεί στα μουλωχτά, πρόλαβε και της έβαλε χέρι, της έδωσε και κάνα δυο φιλιά και έκλεισαν ραντεβού για το βράδυ, όταν πάλι θα έχουν κοιμηθεί οι άλλοι.

Ο κίνδυνος να τους πιάσουν στα πράσα και να γίνουν ρεζίλι την εξίταρε αφάνταστα. Η αδρεναλίνη στα ύψη. Συνέχισαν το ριψοκίνδυνο παιχνίδι τους και στο εστιατόριο που πήγαν το βράδυ. Ήθελε παθιασμένα να του πάρει πίπα στις τουαλέτες αλλά δεν της βγήκε. Αναθάρρησε όταν πήγαν για after σε ένα κλαμπ της περιοχής. Είχε πάρα πολύ κόσμο και όλα ήταν πιθανά. Μάταια όμως. Η Βάσω είχε γαντζωθεί πάνω του και δεν τον άφησε στιγμή από τα μάτια της. Ασχολήθηκε κι αυτή αποκλειστικά με το δικό της.

Ήπιαν αρκετά και σχεδόν μεθυσμένοι έφτασαν στο σπίτι. Επιχείρησε μια προθέρμανση , στο κρεβάτι με το Στέλιο, αλλά αυτός έπεσε ξερός για ύπνο και εξαιτίας των παραπάνω ποτών που ήπιε. Περίμενε ώρα πολύ να ακούσει την πόρτα να ανοίγει κι εκείνη δεν άνοιγε. Μπορεί να λαγοκοιμήθηκε λίγο. Κάπου στις τέσσερις, ακούγεται το πολυαναμενόμενο τρίξιμο μιας πόρτας που ανοίγει. Επιτέλους βγήκε. Συναντιούνται στον τόπο του εγκλήματος , την κουζίνα.

- Άργησες μωρό μου, τι συνέβη;… ρωτά λάγνα και με αγωνία.

- Απόψε είχε όρεξη η φίλη σου και έδωσε τα ρέστα της.

- Τι εννοείς;

- Με ξεπάτωσε. Δυο φορές έχυσα. Κι αυτός ο κώλος της άλλο πράγμα, με ξετρέλανε.

- Την πήδηξες κι από πίσω;

- Ε ναι… αυτό ήταν το καλύτερο.

- Και θα αφήσεις παραπονεμένο το μωρό σου; Χωρίς καν να δοκιμάσεις το κωλαράκι του; Που ξέρεις μπορεί να είναι καλύτερο!

Τελειώνοντας τη φράση της , σήκωσε το νυχτικό της και του δείχνει το τουρλωτό κωλαράκι της. Είχε φροντίσει να μη φορά τίποτε απολύτως από κάτω. Το χουφτώνει αμέσως. Το μεσαίο δάκτυλο αγγίζει την πίσω τρυπούλα της.

- Από χθες το έχω βάλει στο μάτι αυτό το κωλαράκι…

και της δίνει ένα ελαφρό χαστουκάκι στα κωλομέρια της.

- Πάρε όμως πρώτα μια πιπούλα να μου σηκωθεί καλά και μετά θα στο ξεσκίσω πουτανίτσα μου.

Άλλο που δεν ήθελε. Όλη τη μέρα προσπαθούσε να γευτεί το καυλί του και δεν της κάθισε. Ξεθάρρεψαν και πήγαν στον καναπέ του σαλονιού. Τον ξάπλωσε και έπιασε δουλειά έχοντας τον κώλο της προς τη μεριά του προσώπου του. Ενώ η γλώσσα και τα χείλη της επιχειρούσαν για την πλήρη ανόρθωση. Το χέρι του έπαιζε με την κλειτορίδα της, μετέφερε υγρά από το εδώ και ώρα άγρια καυλωμένο και μουσκεμένο μουνί της προς την είσοδο του κώλου της και άρχισε δειλά-δειλά να χώνει το δάκτυλο μέσα του.

Τη μαλάκισε μέχρι που έχυσε και όντας έτοιμος, τη στήνει στα τέσσερα με το πρόσωπο της να ακουμπά στην πλάτη του καναπέ πηγαίνει αργά-αργά από πίσω της. Δε βιάζεται. Η αναμονή την τρελαίνει. Τον παρακαλά να μπει μέσα της. Της κάνει το χατίρι και μπαίνει με μιας όλος στο μουνί της, περισσότερο για να λιπάνει τον πούτσο του για τα περαιτέρω. Η Άννα σπαρταρά από ηδονή και αρχίζει να κουνά τα οπίσθια της, σε ρυθμούς σάμπα. Θέλει να τον κάνει να τελειώσει στο μουνάκι της και να γλυτώσει το ξεκώλιασμα.

Παραλίγο να τα καταφέρει, αλλά ο αντίχειρας του που είχε μπει στην πίσω τρύπα της, του υποδείκνυε ποιος ήταν ο πραγματικός του στόχος. Τον βγάζει από το μουνί της που έχυνε αδιάκοπα και επιχειρεί τη διείσδυση στο ζουμερό κωλαράκι της. Το πουτσοκέφαλο του μπαίνει απρόσμενα εύκολα. Αλλά καθώς σπρώχνει να μπει κι ο υπόλοιπος τα είδε όλα.

Η κραυγή περισσότερο πόνου και παρά ηδονής, ξυπνά τη Βάσω. Βγήκε αθόρυβα στην γωνία του σαλονιού. Επανάληψη των Σπετσών έβλεπε. Μόνο που τώρα, ο άνδρας που πήδαγε την Άννα ήταν αυτός που πριν από λίγο κοιμόταν δίπλα της, αφού έκανε πρώτα έρωτα και όνειρα μαζί του. Άγριος θυμός την κυρίευσε, αλλά έμεινε εκεί ακίνητη και παρακολουθούσε. Είχε βγει φορώντας μόνο το κιλοτάκι της και δεν ήθελε να χάσει καθόλου από το θέαμα, που μπορεί να την ερέθισε και λίγο.

Ο Αλέξανδρος τρελαμένος από την καύλα, έχει μπει σχεδόν όλος μέσα της. Μετά το αρχικό σοκ του πόνου, καθώς έπαιζε και το μουνί της, ήρθε η ατέλειωτη ηδονή. Άρχισε να κουνά τον κώλο της όπως και πριν. Πλέον κι οι δυο έχουν καυλώσει τόσο, που έχουν ξεχάσει, ή δεν τους νοιάζει πια, που πηδιούνται υποτίθεται στα τυφλά και κερατώνουν τους, έστω και για εκείνο το σαββατοκύριακο, συντρόφους τους. Εκτός από βογκητά στον αέρα τώρα εκσφενδονίζονται διάφορα μπινελίκια εκατέρωθεν. Και όχι ψιθυριστά. Τα "ξέσκισε με παλιοπούστη", "τι κωλάρα ξεσκίζω τώρα", "σ' αρέσει παλιοπουτάνα που σε γαμάω" , "με τρελαίνεις πουτσαρά μου" και πολλά άλλα, έδιναν και έπαιρναν. Έχυνε για δεύτερη φορά στη ζωή της με πούτσο στον κώλο της, όταν άνοιγε η πόρτα του δωματίου της και ξεπρόβαλλε ο Στέλιος.

- Τι κάνετε εκεί ρε;

- Χύνω…

ακούστηκε από τον Αλέξανδρο που σκόρπαγε το πλούσιο σπέρμα του στα κωλομέρια της Άννας.

- Είστε τελείως ξεδιάντροποι…

πετάχθηκε από την γωνία της κι η Βάσω, ξεχνώντας ότι είναι ημίγυμνη. Όταν το συνειδητοποίησε έβαλε τα χέρια στα βυζιά της.

- Καλά αυτές είναι ξεκωλιάρες, πουτάνες, εσύ δε ντρέπεσαι που περνιέσαι και για φίλος μου;

- Ότι και να πεις έχεις δίκιο.

- Μαζεύετε τα και εξαφανιστείτε όλοι σας…

φωνάζει και οδύρεται . Είναι εκτός εαυτού.

- Τώρα είπα, εξαφανιστείτε!

Κανείς τους δεν τόλμησε να πει κουβέντα. Έτρεξαν στα δωμάτια τους , ντύθηκαν αστραπιαία, μάζεψαν τα πράγματα τους άρον-άρον και έφυγαν τρέχοντας. Η Άννα πρόλαβε να ψελλίσει ένα συγνώμη. Δεν της έδωσε την παραμικρή σημασία. Μπήκαν στο αυτοκίνητο του Αλέξανδρου για την επιστροφή. Η κάθε φίλη έπιασε από μια γωνία στο πίσω κάθισμα. Είχε αρχίζει να χαράζει.

- Δεν ξαναπηγαίνω πουθενά μαζί σου… λέει στη Βάσω χαμογελώντας αμήχανα προσπαθώντας να σπάσει τον πάγο.

- Ούτε εγώ μαζί σου, απαντά η άλλη.

- Ναι γιατί πάντα καταλήγουμε να μας πηδάει ο ίδιος άνδρας.

- Καλά μωρή μαλάκω, δε σου έφτανε ο ένας, ήθελες και τον δικό μου;

- Ε όχι και δικός σου, παρεμβαίνει ο Αλέξανδρος.

- Σκάσε και συ ρε μαλάκα που πήδηξες τη γκόμενα του φίλου σου μέσα στο ίδιο του το σπίτι.

Αυτός συνειδητοποιώντας άλλη μια φορά τι είχε κάνει, δεν ξαναμίλησε και επιτάχυνε το αυτοκίνητο να φτάσουν μια ώρα γρηγορότερα στην Αθήνα, να τελείωση επιτέλους αυτό το μαρτυρικό ταξίδι. Το ίδιο έκαναν κι οι δυο φίλες. Άλλωστε και οι τέσσερεις δεν ξαναμίλησαν ποτέ μεταξύ τους.

Η Άννα κουρνιασμένη στη γωνιά της, νιώθοντας ότι ακόμη στάζει από κάτω της, κρυφογελούσε, σκεπτόμενη τι είχε γίνει. Ένα ακόμη τρομερό σαββατοκύριακο έλαβε τέλος. Πάμε για άλλα πιο μεγάλα. Και σε όποιον αρέσουμε για τους άλλους όπως τη Βάσω, δε θα μπορέσουμε!



Copyright protected OW ref: 141983