Ιστορίες της Άννας: Η Αρχή

Δημοσιεύθηκε από thanos72
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.36 (14 Votes)
Αφορά την περίοδο της ζωής της από τη στιγμή που χώρισε από τον πρώην άντρα της, γύρω στα τριανταεπτά της, μέχρι που δεσμεύτηκε μαζί μου, στα σαράντα πέντε της. Μια πλούσια σε εμπειρίες επταετία, στην οποία γνώρισε σχεδόν όλες τις χαρές του σεξ και εν τέλει γνώρισε και τον εαυτό της.

Δεν ήταν , ούτε και είναι η γυναίκα μοντέλο. Εκπέμπει όμως τέτοια θηλυκότητα, που αποκλείεται να αφήσει ακόμα και τώρα, κανένα άνδρα αδιάφορο στο πέρασμα της. Απίθανο κωλαράκι, υπέροχο στήθος, πρόσωπο που λάμπει, δυο καθαρά μάτια, ξανθιά μαλλιά, γλυκό χαμόγελο, ένα προσωπάκι γεμάτο νάζι, που αν σε κοιτάξει, σου υπόσχεται αξέχαστες νύκτες.

Τις αισθησιακές της νύκτες, αλλά και ημέρες, τα απίθανα γαμήσια αυτής της επταετίας θα σας τις πω, όπως μου τις διηγήθηκε η ιδία ευελπιστώντας να σας καυλώσουν κι εσάς, όπως εμένα.

Η ΑΡΧΗ

Ο χωρισμός πονούσε, η πληγή νωπή ακόμα, πληγωμένη προσπαθούσε να βρει τον τρόπο να κάνει εκείνο το βήμα που θα την έβγαζε από την κατάθλιψη. Ο τρόπος για να βρεθεί θέλει χρόνο και τον χρόνο της τον ξόδευε βγαίνοντας κάθε βράδυ, με την παρέα του πρώην της, δεν ήταν ακόμη έτοιμη να ξεκόψει τελείως, τις περισσότερες φορές με ένα φίλο του. Την είχε καψούρα από παλιά, αλλά ποτέ δεν τόλμησε να της φανερώσει ανοικτά τον έρωτα του. Και τώρα ακόμη, ευάλωτη, την παρηγορούσε μόνο με ποτό. Μεθυσμένοι χωρίζανε χωρίς τίποτε παραπάνω, ούτε ένα γλωσσόφιλο, ούτε ένα χουφτωματάκι στο διψασμένο κωλαράκι της. Κάπως έτσι πέρασε δύσκολα ο χειμώνας σε βουτηγμένη σε ποτά και κλάματα.

Σάββατο βράδυ πήγανε να διασκεδάσουν, κυρίως για να πιούνε, σε ένα ελληνάδικο της τότε εποχής στην λεωφόρο Αλεξάνδρας. Η διάθεση της ήταν λίγο καλύτερη από τις άλλες φορές και δεν ακολούθησε τον άλλον, που άρχισε να κατεβάζει τα ποτά το ένα μετά το άλλο. Δίπλα τους δυο νεαροί λίγο πάνω από τα εικοσιπέντε. Ένας της έπιασε κουβέντα, άλλος την έτρωγε με τα μάτια, χαλαρή διάθεση από όλους. Σε λίγο έγιναν όλοι μια παρέα. Για το πώς συνέβη αυτό θα αναρωτιέται το πρωί που γύριζαν σπίτι ο φίλος της ο οποίος συνέχιζε να βρίσκεται και να πίνει στον κόσμο του.

Ήθελε να ξεφύγει, να τραβήξει μια κόκκινη γραμμή στο παρελθόν της και στον πρώην της, να ξαναγυρίσει στη ζωή. Και δεν υπήρχε εκείνη τη στιγμή καλύτερο μέσο για να το πετύχει, από τον Πέτρο, τον εικοσιεπτάχρονο νεαρό που την είχε διπλαρώσει, της έκανε συνέχει κομπλιμέντα, λικνιζόταν μαζί της και κυρίως την έκανε να γελάει και να ξεχνάει. Προχωρήσανε μέχρι την ανταλλαγή τηλεφώνων με εξαίρεση κάτι ψιλοχουφτώματα σε κάποια τσιφτετέλια, τα οποία σε κάποια στιγμή, όταν έγινα λίγο πιο έντονα, έκαναν το μουνάκι της να σκιρτήσει.

Το απόγευμα της άλλης μέρας, ενώ είχε συνέλθει πλήρως από τη κραιπάλης προηγούμενης βραδιάς. Τακτοποιώντας τα ρούχα της έπεσε στα χεριά της το χαρτάκι με το τηλέφωνο του. Θυμήθηκε το πόσο ευχάριστα κύλισε το βράδυ μαζί του, αλλά δε θα τολμούσε ποτέ να πάρει αυτή τηλέφωνο. Βλέπετε το ταμπού της διαφοράς ηλικίας. Ο Πέτρος όμως δεν είχε τέτοια κολλήματα και λες και είχε συνδεθεί τηλεπαθητικά μαζί της εκείνη την ώρα της τηλεφώνησε.

- Καλησπέρα, η Άννα;

- Ναι.

- Είμαι ο Πέτρος, ψέλλισε δειλά.

- Σε κατάλαβα. Άσε που αυτή την στιγμή σε σκεφτόμουν.

- Ελπίζω να σου φέρνω ευχάριστες αναμνήσεις.

- Ναι πέρασα πολύ καλά μαζί σας χθες βράδυ και ιδίως με σένα.

- Κι εγώ πέρασα υπέροχα…

είπε με δυνατότερη φωνή έχοντας πάρει θάρρος από τα λεγόμενα της. Υπήρχε μια έλξη, ήταν φανερή από τις πρώτες ματιές που είχαν ανταλλάξει. Επόμενο ήταν να κλειστεί δεύτερο ραντεβού, μεσοβδόμαδα απόγευμα, σε καφετέρια, στη διπλανή γειτονιά.

Τη μέρα ήταν πιο όμορφος. Ψηλός, ξανθός με πράσινα μάτια και αρρενωπός, έχοντας ξεφύγει από το μετροσέξουαλ στιλ των αγοριών της ηλικίας του. Τον έβλεπε από μακριά , καθώς την περίμενε έξω από την καφετέρια και άρχισε να σκέφτεται τι κελεπούρι ήταν. Αλλά και αυτή, στην πρώτη της ουσιαστικά απόπειρα να αποδράσει από την σκιά του πρώην της, έλαμπε. Εμφανίστηκε με ένα κίτρινο ανοιξιάτικο φορεματάκι, κοντό σχετικά με ένα ντεκολτέ, όχι πολύ αποκαλυπτικό, αλλά να σου φωνάζει ότι παρακάτω κρύβετε ένας θησαυρός. Ένα ζακετάκι από πάνω συμπλήρωνε το όλο, ελαφρώς σέξι ντύσιμο.

Για να χαιρετηθούν φιλήθηκαν. Αυτή η αυθόρμητη κίνηση των δυο τους, έσπασε άμεσα τον πάγο. Κάθισαν στον καναπέ ενός τραπεζιού, ο ένας δίπλα στον άλλο. Πρόσωπο με πρόσωπο άρχισαν να μιλούν για τις ζωές τους. Σύμπτωση κι ο Πέτρος μόλις είχε χωρίσει με τον μεγάλο μέχρι τώρα έρωτα της ζωής του. Ήταν ολοφάνερο πως δεν την είχε ξεπεράσει. Όπως ήταν ολοφάνερο ότι κρεμόταν από τα χείλη της, δεν ξεκόλλαγε από το βλέμμα του από πάνω της και είχε ζωγραφισμένα στον πρόσωπο του τον θαυμασμό και την επιθυμία. Την επιθυμία να την αρπάξει και να φιλήσει με όσο πάθος διέθετε. Όλα αυτό το σκηνικό της δημιούργησε μια τρομερή αυτοπεποίθηση. Καιρό είχε να νιώσει έτσι. Τον έπαιξε λίγο, τον άναψε περισσότερο, ολοφάνερο από το φουσκωμένο παντελόνι του. Τη συνόδευσε μέχρι το σπίτι της, φιλήθηκαν στα κλεφτά και τον άφησε με την υπόσχεση για πολλά περισσότερα την επομένη φορά.

Ακολούθησε τηλεφωνική επικοινωνία για δυο τρεις μέρες. Πήρε τη μεγάλη απόφαση και στο τηλεφώνημα της παρασκευής, εκεί που της έλεγε πόσο ανυπομονεί να ξαναβρεθούν ε, του λέει με τη πιο γλυκιά φωνή της.

- Δεν έρχεσαι από το σπίτι μου για ένα καφέ ή ποτό, να τα πούμε πιο χαλαρά;…

τον ρωτάει , σίγουρη την απάντηση του.

- Σε κανένα δίωρο είναι καλά;…

της απαντάει σχεδόν αμέσως , λες και περίμενε την πρόταση της.

- Καλά είναι . Το σπίτι θυμάσαι που είναι;

- Ναι.

- Ωραία σε περιμένω, φιλάκια.

Μόλις έκλεισε το τηλέφωνο άρχισε την προετοιμασία. Είχε ήδη μπανιαριστεί, έκανε τα διάφορα καλλωπιστικά της στο πρόσωπο και σώμα και φόρεσε το καινούργιο, μαύρο, διάφανο, εντελώς αποκαλυπτικό εσώρουχο της. Από πάνω προβληματίστηκε λίγο τι να φορέσει, αλλά μετά από δυο τρεις δοκιμές κατέληξε σε ένα χαρούμενο νεανικό t-shirt, το οποίο φόρεσε τελικά, εννοείται χωρίς σουτιέν από κάτω κι ένα δυνατό άρωμα έδενε όλη την αμφίεση. Απαλή ποπ μουσική στο cd, τα προφυλακτικά που αγόρασε το πρωί στο κομοδίνο της κρεβατοκάμαρας και περίμενε να ηχήσει το κουδούνι που θα ανήγγειλε τον ερχομό του νυμφίου.

Ήλθε νωρίτερα, φέρνοντας γλυκά από γνωστό ζαχαροπλαστείο της πόλης. Το φιλί που έδωσαν στην πόρτα, δεν ήταν φιλί χαιρετισμού, αλλά προοίμιο του τι θα ακολουθούσε, καθώς υπήρξε μικρό γλωσομπέρδεμα.

- Καφέ ή ποτό;… τον ρώτησε.

- Ποτό καλύτερα…

απάντησε, καθώς καθόνταν αναπαυτικά στον καναπέ του σαλονιού. Πήγε στην κουζίνα να ετοιμάσει τα ποτά. Ενώ ήταν απασχολημένη στην προετοιμασία των συνοδευτικών, νιώθει τα καυτά του χείλη στο λαιμό της. Κολλά το κορμί του πάνω της, την αγκαλιάζει από πίσω με τα δυο χέρια του να γεμίζουν με τα υπέροχα βυζιά της. Γυρίζει και τον φιλάει με πάθος. Το ένα του χέρι τώρα είναι στο κωλαράκι της. Νιώθει τον πούτσο του που ασφυκτιά μέσα στο παντελόνι. Έχει αρχίσει να υγραίνεται. Μετά από σχεδόν ένα χρόνο αποχή ξανά καυλωμένη.

Χωρίς να ξεκολλήσουν , τον οδηγεί στην κρεβατοκάμαρα. Στη διαδρομή έχουν φύγει τα μπλουζάκια και των δύο τους στήθη εφάπτονται. Την καθίζει στο κρεβάτι, αφού πρώτα την απαλλάσσει από την φούστα της και του αποκαλύπτεται κάτω από το διαφανές βρακάκι της, το φρεσκοξυρισμένο μουνάκι της. Στέκεται μπροστά της όρθιος, χωρίς να χάσει καθόλου χρόνο, του ξεκουμπώνει το παντελόνι και με αστραπιαίες κινήσει του το κατεβάζει μαζί με το σλιπάκι του.

Αυτό που ξεπετάχθηκε μπροστά της, στητό και καμαρωτό , ξεπερνούσε κάθε προσδοκία της. Το έπιασε να το νιώσει, το χάιδεψε από άκρη σε άκρη με την γλωσσά της, το έβαλε αργά- αργά στο στόμα της, όσο χώραγε και άρχισε να τον τσιμπουκώνει τρελά. Επιτέλους μετά από χρόνια, γεύεται έναν άλλο πούτσο, διαφορετικό από αυτόν του συντρόφου της. Του ήταν πιστή. Ο νεαρός βρίσκεται στον έβδομο ουρανό, καθώς η Άννα ξεδίπλωνε το έμφυτο ταλέντο της στα τσιμπούκια.

Φοβήθηκε ότι θα τελείωνε στο στόμα της και δεν το ήθελε αυτό. Τραβήχτηκε προς το μέσον του κρεβατιού, δίνοντας του την ευκαιρία να την απαλλάξει από το τελευταίο φύλο συκής, το προκλητικό βρακάκι της. Αναμμένη, ανάσκελα τον περίμενε. Του έδειξε τα προφυλακτικά , επιδέξια το φόρεσε αμέσως, ήλθε από πάνω της και μπήκε μέσα της όλος, βιαστικά και ανυπόμονα. Η Άννα, μετά το πρώτο σοκ, αρχίζει να ελευθερώνεται. Κάθε φορά που έμπαινε μέσα της, έσπαγε και ένα κρίκο της αλυσίδας της με το παρελθόν. Σε έκσταση πλέον και αφού ποτέ δεν την ικανοποίησε η ιεραποστολική στάση, του λέει:

- Αγόρι μου θέλω να ανέβω πάνω σου.

Υπάκουος, ξαπλώνει ανάσκελα και αμέσως βρίσκεται από πάνω του, τα μουνόχειλα της ακουμπούν στα πρησμένα αρχίδια του και αρχίζει να ιππεύει τρελά το άγριο άτι του, ενώ αυτός έπαιζε με τα βυζάκια της. Ο τρελός χορός του μουνιού της πάνω του, έκαναν τον νεαρό να τελειώσει. Τον ακολούθησε βογκώντας και φωνάζοντας. Έτσι έμαθε κι η γειτονιά της ότι άλλαζε σελίδα και ξαναγύρισε στη ζωή.

Μόλις η καρδιά της, επανήλθε στους φυσιολογικούς σφυγμούς, σηκώθηκε να τελειώσει εκείνα τα ποτά που είχε αφήσει στην μέση. Τα σέρβιρε στο κρεβάτι, ελπίζοντας για ένα δεύτερο γύρο. Μάταια γιατί ο μικρός, ενώ το ευχαριστήθηκε, καιρό είχε να κάνει, όπως είπε, τόσο καλό σεξ, το μυαλό του γύρισε στην πρώην του. Δύσκολη περίπτωση. Την κολάκεψε μεν την Άννα, λέγοντας της ότι ήταν σαφώς ανώτερη στο κρεβάτι, αλλά η σκέψη της άλλης τον μελαγχόλησε. Αντιθέτως σ’ αυτή, το προηγούμενο πήδημα, την είχε απελευθερώσει από κάθε σκέψη και έννοια του πρώην της. Τον Κατάλαβε και με τον τρόπο της τον έδιωξε.

Την επομένη μέρα καθώς χουζούρευε στο κρεβάτι της και σκεφτόταν τη χθεσινή περιπέτεια, χαμογελώντας με ικανοποίηση, της τηλεφωνεί. Της λέει ότι χθεσινή εμπειρία θα του μείνει αξέχαστη και της προτείνει για το βράδυ, να πάνε στο μαγαζί που τραγουδά ο Πλούταρχος, κάπου στην παραλιακή. Θα είναι και ο Δημήτρης, ο φίλος του που ήτανε μαζί, τη βραδιά που πρωτογνωρίστηκαν, με την κοπελιά του. Δίστασε να δεχθεί. Όμως από την μια της άρεσε πολύ και ο Πλούταρχος, από την άλλη σκέφτηκε, ότι το παλικάρι, θέλει να την παρουσιάσει στους φίλους του, θέλει να προχωρήσει και ίσως άδικα ανησυχούσε ότι δεν έχει ξεπεράσει την πρώην του. Μάλλον έκανε λάθος.

Έκανε την εμφάνιση της με σέξι φόρεμα, λαμπερή όσο ποτέ άλλοτε τον τελευταίο καιρό. Πέρασε με ταξί από το σπίτι και την πήρε. Μπήκαν μέσα και κατευθύνθηκαν προς το τραπέζι που ήταν ο φίλος του. Με έκπληξη είδε ότι εκεί υπήρχε ακόμα ένα ζευγάρι. Μια συνομήλικη τους εντυπωσιακή θα την έλεγες κοπέλα, να τη συνοδεύει ένας μεγαλύτερος άνδρας , ο οποίος φανερά έδειχνε όπως άλλωστε και η Άννα, άβολα σε τούτη την παρέα. Η έκπληξη της έγινε ακόμη μεγαλύτερη, όταν μετά τις απαραίτητες συστάσεις, έμαθε πως η εν λόγω νεαρά, ήταν η πρώην του Πέτρου. Σπάστηκε και γρήγορα εκνευρίστηκε που τον έβλεπε να έχει συνεχώς καρφωμένο το λάγνο και ηλίθιο βλέμμα του επάνω της. Είπε να σηκωθεί να φύγει. Αμέσως έδιωξε αυτή τη σκέψη. Δεν θα χαλούσε με τίποτε την καλή της διάθεση και δε θα έχανε με τίποτε το να δει και να ακούσει τον τραγουδιστή που θαύμαζε. Στο μαγαζί υπήρχε πολύς καλός κόσμος και ήταν αποφασισμένη να διασκεδάσει και να περάσει καλά.

Εστίασε κατ αρχή την προσοχή της στο Μήτσο, το γκόμενο της πρώην του, καθώς έτυχε να καθίσει δίπλα του. Βρήκε μαζί του διέξοδο από την ανιαρή βραδιά που πήγαινε να δημιουργηθεί. Συζητούσαν λίγο, ο τύπος ήταν έξω καρδιά, τραγουδούσαν και χόρευαν περισσότερο. Τρελό ξεφάντωμα οι δυο τους, παραφωνία του ήσυχου τραπεζιού τους. Όσο και να θέλανε να το κρύψουνε, υπέβοσκε μια κρυφή προσπάθεια να τα ξαναβρούν. Ο Πέτρος και η Σοφή.

Κάθισαν να ξαποστάσουν και να απολαύουν τον τραγουδιστή που ήταν ήδη στην πίστα. Μετά τα πρώτα του τραγούδια, νιώθει το χέρι του στο μπούτι της να την χαϊδεύει και να ανεβαίνει προς τα πάνω. Δείχνει ότι αιφνιδιάζεται και κλείνει προς στιγμή τα πόδια της, εγκλωβίζοντας το χέρι του ανάμεσα τους. Ατάραχος αυτός , την κοιτάζει στα μάτια, γεμάτος αυτοπεποίθηση. Η απόφαση για το τι θα γίνει είναι αποκλειστικά δική της. Της φαίνεται ένα καθαρόαιμο αρσενικό. Αυτό κάνει τα δεσμά του χεριού του, από τα πόδια της να χαλαρώνουν. Την εξίταρε η όλη φάση. Ελεύθερο πια το χέρι του, προχωρά προς τον τελικό στόχο. Το μακρύ τραπεζομάντιλο και η προσήλωση όλων στην πίστα, προσέφεραν κάλυψη στο όλο εγχείρημα.

Έφτασε στον προορισμό του και γέμισε τη φούχτα του με το αναμμένο μουνάκι της. Το χάιδεψε , το πασπάτισε πάνω από το εσώρουχο της, πέρασε το δάκτυλο του κάτω από αυτό, άρχισε να παίζει με την κλειτορίδα της. Δεν άργησε να γίνει μούσκεμα. Το αναψοκοκκίνισμα της απεδόθη στον καπνό και το ποτό.

- Είσαι πολύ καυλιάρα γυναίκα, της ψιθυρίζει στο αυτί, με έχεις κάνει τούρμπο.

Ασυναίσθητα η Άννα, κοντεύοντας να τελειώσει, απλώνει το χέρι της κι αυτή κάτω από το τραπέζι. Διαπιστώνει το αληθές του πράγματος. Είναι έτοιμος να εκραγεί. Ο Πλούταρχος τελειώνει την πρώτη φάση του προγράμματος. Γίνεται διάλειμμα. Αμέσως φέρνουν τα χέρια τους στην επιφάνεια του τραπεζιού. Συνεννοήθηκαν με τα μάτια. Πρώτη σηκώθηκε η Άννα.

- Λυπάμαι αλλά πρέπει να φύγω, δεν αισθάνομαι και πολύ καλά.

Αμήχανος ο Πέτρος , πήγε με βαριά καρδιά να σηκωθεί να την συνοδεύσει.

- Δε χρειάζεται να φύγεις κι εσύ, του λέει, θα πάρω ένα ταξί.

- Θα την πάω εγώ, πετάγεται ο Μήτσος, πριν καν τελειώσει τη φράση της. Έχω κάτι οικογενειακές δουλειές στη μάνα μου και πρέπει να σηκωθώ σχετικά νωρίς αύριο, ή καλύτερα σήμερα να πω. Ήταν δύο η ώρα. Δημήτρη θα πας τη Σόφη σπίτι για να μη της χαλάσω τη διασκέδαση;… ρώτησε με εμφανή ειρωνικό τρόπο.

- Βεβαίως…

απάντησε εκείνος, προλαβαίνοντας την όποια αντίδραση της Σόφης. Χαιρέτησε δια χειραψίας το Δημήτρη, τη φίλη του που δενν θυμόταν πως την λέγανε, τη Σόφη και δια ασπασμού τον Πέτρο. Ενδόμυχα, γνώριζαν όλοι ότι δε θα ξανασυναντηθούν ποτέ ξανά μαζί. Μόλις πέρασαν την έξοδο, την αρπάζει αγκαλιά και την φιλά με πάθος, ενώ το χέρι του χουφτώνει άγρια τα κωλομέρια της. Είναι τόσο εκστασιασμένη με αυτό που της συμβαίνει, που δε δίνει σημασία, στα αδιάκριτα μάτια των θυρωρών και των θαμώνων που μπαινοβγαίνουν. Αγκαλιασμένοι, να τη φιλά συνεχώς, κατευθύνονται προς το αυτοκίνητο του, σε μια γωνιά του πάρκινγκ. Μπαίνουν μέσα. Μόλις κάθονται και κλείνουν οι πόρτες ξεκουμπώνει το παντελόνι του και ελευθερώνεται.

- Δεν αντέχω άλλο, θα μου σπάσουν, της λέει.

- Τι είναι τούτο;…

αναφωνεί με θαυμασμό, βλέποντας τον τεράστιο, για τα μέχρις εκείνης της στιγμής δεδομένα της, πούτσο του. Δεν είχε δει και πολλούς μέχρι τότε. Του πρώτου της φλερτ, ενός συμφοιτητής της, του άντρα της και του Πέτρου το προηγούμενο βράδυ. Πριν καν προλάβει να της το ζητήσει, σκύβει και τον παίρνει στο στόμα της.

- Ναι μωρό μου με τρελαίνεις , φωνάζει βογκώντας.

Ένας από τους παρκαδόρους κάτι θα άκουσε και έρχεται προ το μέρος τους με αναμμένο το φακό του.

- Τι θέλει ο μαλάκας τώρα; Σήκω μωρό μου να φύγουμε…

της λέει ανασηκώνοντας το κεφάλι της , για να μπορέσει να ξεκινήσει το αυτοκίνητο. Έφυγαν από το πάρκινγκ, με καλυμμένο το επίμαχο σημείο από το πουκάμισο του.

- Που μένεις γλύκα μου;

- Αμπελόκηπους…

απαντάει με ένα βαθύ αναστεναγμό να της ξεφεύγει.

- Δεν αντέχω μέχρι εκεί. Ξεσκεπάζει το κρυμμένο εργαλείο του. Απλώνει το χέρι της και του το πιάνει. Κι εγώ μακριά μένω… Περιστέρι.

- Ούτε εγώ μωρό αντέχω. Θέλω να τον νιώσω μέσα μου. Το μουνάκι μου τον ζητά απελπισμένα. Έγινε μούσκεμα για χάρη του. Σηκώνει το φόρεμα της, βγάζει το βρακάκι της και του το δείχνει, χαϊδεύοντας το με το ελεύθερο χέρι της. Ένα χάιδεμα που εξελίχθηκε σε άγρια μαλακία.

Απότομη στροφή και επιτάχυνση. Σίγουρα δεν πάει για Αμπελόκηπους. Νόμιζε ότι θα πάει προς τη θάλασσα, σε κανένα απόμερο μέρος, να τη βρούνε. Έκανε λάθος. Μετά από πέντε λεπτά διαδρομής, στην οποία μαλακίζεται θωρώντας τον, σταματά απότομα, μπροστά από ένα ξενοδοχείο. Όπως έμαθε αργότερα, ήταν γνωστό ξενοδοχείο ημιδιαμονής στα νότια προάστια.

- Πάρε τα κουτί με τα προφυλακτικά από το ντουλαπάκι κι έλα…

την προστάζει ανοίγοντας την πόρτα του αυτοκινήτου. Υπακούει σαστισμένη και τον ακολουθεί προς την είσοδο του ξενοδοχείου. Κάποιες αναστολές εμφανίζονται στο μυαλό της αλλά αμέσως εξαφανίζονται, όταν την αγκαλιάζει. Αγκαλιασμένοι στέκονται μπροστά στον υπάλληλο της ρεσεψιόν, έναν ηλικιωμένο και νυσταγμένο κύριο.

- Ένα δωμάτιο και γρήγορα.

Πετάει ένα πενηντάευρο, παίρνει το κλειδί του 222 στο δεύτερο όροφο χωρίς διατυπώσεις και τρέχουν ασυγκράτητοι προς το ασανσέρ. Στη διαδρομή διαπιστώνει βάζοντας το χέρι του πόσο μούσκεμα είναι. Μπαίνουν μέσα. Τη γυρίζει και έχει την πλάτη της μπροστά του. Της βγάζει το φουστάνι και το σουτιέν της, ενώ έχει είδη πετάξει το πουκάμισο του και ταυτόχρονα έχει ξεκουμπώσει και κατεβάσει το παντελόνι του. Πιάνει τα δυο της στήθη με τα χέρια του, την τραβά και την κολλά πάνω του. Τη φιλά άγρια στο λαιμό της. Νιώθει τον πούτσο του στα κωλομέρια της, να της κάνει πινέλο στις διψασμένες τρυπούλες της. Όπως ήταν από πίσω της, την τοποθετεί στα τέσσερα στην άκρη του κρεβατιού, βάζει προφυλακτικό και της χώνει με φόρα την πούτσα του.

Βογκούσε, φώναζε, έφτασε σε οργασμό πριν καν μπει όλος μέσα της. Συνέχισε να τη γαμάει αλύπητα. Τον παρακαλούσε να μην σταματήσει. Σε λίγο ξανατελείωσε. Δεν της είχε ξανασυμβεί στα τελευταία χρόνια να χύνει ασύστολα. Κόντευε κι εκείνος, το ένοιωθε. Λίγο πριν το τέλος, τον βγάζει, τη γυρίζει ανάσκελα, βγάζει την καπότα και γρυλίζοντας της λέει:

- Δωσ' μου τη γλωσσίτσα σου να χύσω, καυλίτσα μου.

Χωρίς δεύτερη κουβέντα, ανασηκώνεται, ανοίγει το στόμα της, ακουμπά τη γλώσσα της στην κάτω μεριά του έτοιμου να εκραγεί πούτσου του και δέχεται το ζεστό σπέρμα του, που κατακλύζει γλώσσα και στόμα, με τις ιαχές του να φανερώνουν το μπρουτάλ του χαρακτήρα του.

Πήγαν εναλλάξ για πλύσιμο και ξάπλωσαν, γυμνοί, δίπλα – δίπλα, να ξαποστάσουν. Κοίταζε το ταβάνι και είχε ένα χαμόγελο χαζοχαρούμενο ζωγραφισμένο στα χείλη της. Σε ένα σαββατοκύριακο, δυο διαφορετικοί άνδρες, ο ένας γνωριμία της βραδιάς, μια φαντασίωση, του σεξ σε ξενοδοχείο για ζευγαράκια, να πραγματοποιείται, ήταν πάρα πολλά για τα χωνέψει μια μόνη, χωρισμένη γυναίκα. Πήγε να απλώσει το χέρι της στο επίμαχο σημείο του, αλλά αυτός σηκώθηκε κι άρχισε να ντύνεται. Κατάλαβε πως πρέπει να κάνει το ίδιο. Προφανώς κάπου τον περιμένανε. Δε ρώτησε, δεν ήθελε να μάθει. Αυτό που ήθελε να πάρει, το πήρε. Στο αυτοκίνητο της έδωσε το τηλέφωνο του.

- Πάρε με όταν έχεις καύλες, να την βρούμε όμορφα όπως προηγουμένως.

Η μαλακία που ξεστόμισε τη χάλασε. Ήθελε να του πει άντε και γαμήσου παλιομαλάκα. αλλά σκέφτηκε πιο συνετά και δεν μίλησε. Είχε πολύ καλό εργαλείο και αν έπεφτε πάλι σε ξηρασία, καλό είναι να υπάρχει μια καβάντζα. Φτάσανε στο σπίτι της, τον σταμάτησε ένα τετράγωνο πριν, τον χαιρέτισε με ένα γλωσσόφιλο και έτρεξε προς το σπίτι της χαρούμενη, χορεύοντας και πανηγυρίζοντας. Χωρίς βρακί , γιατί το είχε ξεχάσει στο αυτοκίνητο του. Τέλος πια το παρελθόν και ότι τη χαλάει. Δεν ξαναβγήκε ούτε με τον μεθύστακα φίλο της, αν και της πέρασε από το μυαλό να γαμηθεί μαζί του, μια φορά, για εκδίκηση στο παρελθόν, αλλά έκρινε ότι δεν άξιζε τον κόπο. Είχε ξεκινήσει πια ένα δρόμο, γεμάτο περιπέτειες και ηδονικές στιγμές, ο οποίος μετά από επτά χρόνια θα την έφερνε μπροστά μου.



Copyright protected OW ref: 137401