Θεοδώρα: Ο κυρ-Βρασίδας κανονίζει μάνα και κόρη μαζί

Δημοσιεύθηκε από Writer13
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.83 (6 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Θεοδώρα: Η θεία της Ντόρας θυσιάζεται

Σκηνή 1

Ο κυρ-Βρασίδας προσπαθούσε εδώ και αρκετό καιρό να κλείσει μια μεγάλη δουλειά με την εταιρία του Μπάμπη και του Στάθη, αλλά συνεχώς αντιμετώπιζε προσκόμματα. Με τα τεχνικά είχαν τελειώσει, οι τιμές ήταν εντάξει, όλα καλά κι όλα ωραία κι όμως δε μπορούσε να τους πείσει να δώσουν τα χέρια και να υπογράψουν. Ώσπου μια μέρα που είχαν meeting στο γραφείο τους, τους έπιασε να καρφώνονται σε μια γκόμενα που περνούσε έξω από τη βιτρίνα τους και του ήρθε η αναλαμπή.

Αφού τους έφερε με τρόπο την κουβέντα στα γκομενικά και τους είπε πρώτα μερικές δικές του ιστορίες για να τους κάνει να ανοιχτούν και άρχισαν να κελαηδούν σαν καρδερίνες. Παρόλο που ήταν λίγο μεγαλύτεροι στην ηλικία από τον Βρασίδα και κάθε άλλο παρά «αθλητικοί τύποι» (κοντόχοντροι, με κόκκινα μάγουλα, προγούλια, καραφλίτσα και πατσές γενικώς), το έλεγε για τα καλά ακόμα η περδικούλα τους. Οι αξιότιμοι κύριοι διατηρούσαν γκαρσονιέρα τεσσάρων δωματίων, στην οποία κανόνιζαν συνεδρίες με πρόθυμες -αρκεί να έπεφτε η κατάλληλη αμοιβή- ημεδαπές και αλλοδαπές δεσποινίδες και κυρίες, εκ περιτροπής ή και ταυτόχρονα! Όταν εξομολογήθηκαν στον Βρασίδα ότι είχαν βαρεθεί λίγο τα ίδια και τα ίδια, ήταν η κατάλληλη στιγμή να αρχίσει να ξετυλίγει το σχέδιό του.

-    Βρ.: Δίκιο έχετε, ρε παιδιά. Χρειάζεται και λίγο αλατοπίπερο, κάτι διαφορετικό βρε αδερφέ! Να εγώ, για παράδειγμα, έχω καταφέρει να κανονίζω μάνα και κόρη. Φο-βε-ρό πράμα.

-    Μπ.: Τι λε ρε θηρίο, μάνα και κόρη μαζί; Αυτό μάλιστα! Και πώς τις κατάφερες;

-    Βρ.: Ε, όχι ταυτόχρονα και με τις δύο. Μία-μία. Η κόρη είναι υπάλληλός μου οπότε αν δεν πάρει πούτσα, θα πάρει πόδι και η μάνα ενδιαφέρεται για το καλό της κορούλας της.

-    Στ.: Λοιπόν, Βρασίδα, άμα καταφέρεις να τις παρτουζώσουμε μαζί και τη μάνα και την κόρη οι τρεις μας στην γκαρσονιέρα, έκλεισε η δουλειά και με πέντε χρόνια συμβόλαιο. Χαλάλι σου ρε μπαγάσα…

τον προκάλεσε ο Στάθης. Αμ’ έπος αμ’ έργον, λοιπόν για τον Βρασίδα. Φεύγοντας από την εταιρία των γεροντοπαλίκαρων πέρασε πρώτα από το σπίτι της Φώφης.

-    Φ.: Καλημέρα κυρ-Βρασίδα, πώς κι από ‘δω;

-    Βρ.: Σε πεθύμησα Φωφάρα…

της είπε και της έσκασε ένα υγρό γλωσσόφιλο χουφτώνοντας ταυτοχρόνως και την κωλάρα της.

-    Βρ.: Άκου μανάρα μου, σήμερα δεν έχω πολύ χρόνο, αλλά αύριο σου έχω μια έκπληξη που θα τρελαθείς. Κατά τις 9 το βράδυ να είσαι έτοιμη, πλυμένη, ντυμένη, καλτσοναρισμένη, ζαρτιεριασμένη για να περάσω να σε πάρω…

διέταξε, της χούφτωσε λίγο και τις καρπουζοβυζάρες της κι έφυγε χαρωπός για την εταιρία του. Μόλις μπήκε φώναξε αμέσως την Θοδώρα στο γραφείο του. Το πουτανάκι μπήκε λικνίζοντας κωλάρα και βυζάρες στα ψηλοτάκουνα και τον κοίταξε προκλητικά με το στόμα μισάνοιχτο.

-    Θ.: Μάλιστα, κύριε Βρασίδα, με φωνάξατε;

-    Βρ.: Για έλα κοντά μου Ντόρα…

έκανε τη χαρακτηριστική κίνηση με την παλάμη στο γόνατό του. Η Δώρα πλησίασε και κάθισε στα πόδια του, τακτοποιώντας τα κωλομέρια της δεξιά και αριστερά του ποδιού του. Το χέρι του Βρασίδα της βούτηξε κατ’ ευθείαν το βύζο της.

-    Λοιπόν Ντόρα, αύριο θα πρέπει να ψυχαγωγήσουμε δύο πολύ σημαντικούς πελάτες της εταιρίας. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να μείνουν απόλυτα ικανοποιημένοι. Κατά τις 7 αύριο έχω κλείσει τραπέζι στο εστιατόριο, οπότε να είσαι έτοιμη στις 7 παρά για να περάσω να σε πάρω.

-    Τι;

-    Μωρέ πες ότι θες στον μαλάκα τον ανιψιό μου, στ’ αρχίδια μου τι θα του πεις. Λοιπόν, όπως είπαμε…

γάβγισε επιτακτικά και της τράβηξε λίγο και τις μουνότριχες με το χέρι του που είχε χωθεί εν τω μεταξύ κάτω από το φουστάνι, για να πονέσει και λίγο το πουτανάκι και να καταλάβει τη θέση του. Την επόμενη μέρα η Δώρα ήταν έτοιμη και περίμενε τον κύριο διευθυντή από τις έξι και μισή δίπλα στην εξώπορτα του σπιτιού της, όπως της είχε πει. Παρφουμαρισμένη και με διακριτικό μακιγιάζ, είχε φορέσει ένα μίντι λινό ταγέρ που αναδείκνυε τα πλούσια προσόντα της αμφιπλεύρως. Το καλσόν με τη ραφή ήταν το κερασάκι στην τούρτα. Στον άντρα της (και ανιψιό του Βρασίδα) είπε ότι είχε δείπνο εργασίας με τον θείο του και πελάτες της εταιρίας. «Ποιος ξέρει που θέλει να με τραβολογήσει πάλι ο παλιόγερος. Δεν του φτάνει που μ’ έχει όλη μέρα στη διάθεσή του στο γραφείο, τώρα με θέλει και το βράδυ. Ευτυχώς που ο ανιψιός του είναι αγαθοβιόλης και δεν έχει πάρει χαμπάρι ότι ο θειούλης του με κανονίζει καθημερινώς. Κι αυτοί οι δύο “πολύ σημαντικοί πελάτες” που θα φάμε μαζί ποιος ξέρει τι κουμάσια θα είναι»… σκεφτόταν ώσπου είδε το αυτοκίνητο του Βρασίδα να σταματάει μπροστά στην είσοδο του σπιτιού της. Μπήκε μέσα και ο Βρασίδας ξεκίνησε σπινιάροντας.

-    Βρ.: Πω-πω-πω. Μούναρος είσαι μανάρι μου, κόμματος. Καλά πάμε, πολύ καλά. Θα τους τρελάνεις τους σαλιάρηδες, θα τους πεταχτούνε τα μάτια έξω.

Ο Βρασίδας αφού της σήκωσε τη φούστα του ταγέρ έχωσε δάκτυλο στο μουνί της και φρόντισε να την έχει ζεστή σε όλη τη διαδρομή.

-    Θ.: Αχ, όχι εδώ κύριε Βρασίδα, θα μας δει κανένας. Τι ντροπή! Μα σας παρ…

άρχισε να βελάζει παρόλο που φοβόταν ότι θα τους έπαιρνε κανένα μάτι. Όταν έφτασαν στο εστιατόριο το μουνάκι της ήταν ήδη μούσκεμα και ο ερεθισμός της δημιουργούσε μυρμήγκιασμα και φαγούρα χαμηλά. Το εστιατόριο ήταν διαμορφωμένο σε σεπαρέ για τέσσερα ή έξι άτομα ανά τραπέζι. Δύο ενιαίοι αντικριστοί καναπέδες και διαχωριστικά που απέτρεπαν την ορατότητα από τον διάδρομο ή το υπόλοιπο εστιατόριο. Ο Μπάμπης κι ο Στάθης ήδη καθόντουσαν στον ένα καναπέ κι έπιναν τσιπουράκια για απεριτίφ. Μόλις είδαν τον νταρντανομούναρο τους πετάχτηκαν τα μάτια έξω, όπως ακριβώς είχε προβλέψει ο Βρασίδας.

Λίγο που όλα τα φαγητά ήταν εξόχως αφροδισιακά (μύδια, στρείδια και δε συμμαζεύεται), λίγο που δε σταμάτησαν να την ποτίζουν κρασιά και ούζα εναλλάξ και πιο πολύ το χέρι του Βρασίδα που ήταν παρκαρισμένο κάτω από την κωλάρα της σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια του γεύματος, η Θοδώρα είχε ανάψει και κορώσει. Τα σχόλια των συνδαιτυμόνων γινόντουσαν όλο και πιο τολμηρά και ο Μπάμπης, που καθόταν απέναντί της, την κάρφωνε στις βυζάρες ξεδιάντροπα. Ο Στάθης είχε ήδη πάρει γραμμή τι γινόταν με το χέρι του Βρασίδα και έριξε το πιρούνι του κάτω για να το επιβεβαιώσει ιδίοις όμμασι. Η φούστα της Ντόρας είχε ανέβει τόσο που η κιλότα της, με τα δάχτυλα του Βρασίδα μέσα-έξω, ήταν στη φόρα. «Μ’ έχει τρελάνει τόση ώρα ο παλιόγερος. Από τη στιγμή που μπήκα στο αυτοκίνητο δε σταμάτησε να μου βάζει χέρι. Και με όλο αυτό το κρασί και τα υπόλοιπα έχω ερεθιστεί για τα καλά. Ο άλλος ο μαλάκας τι ψάχνει τόση ώρα κάτω απ’ το τραπέζι, που πήγε αυτό το πιρούνι; Αμάν, σίγουρα θα παίρνει μάτι το κιλοτάκι μου ο πορνόγερος»... σκέφτηκε και ασυναίσθητα έκλεισε τα μπούτια της.

Ο Στάθης αναδύθηκε χαμογελαστός και έσκυψε στο αυτί του Μπάμπη.

-    Στ.: Μαλάκα, ο Βρασίδας σε λίγο θα την πηδήξει μέσα στο εστιατόριο αυτή! Σκύψε κι εσύ μετά με τρόπο να δεις.

Όταν “έπεσε κατά λάθος” και το μαχαίρι του κυρίου Μπάμπη η Ντόρα κατάλαβε ότι την είχαν πάρει όλοι χαμπάρι. Γύρω στις οκτώμισι ζήτησαν λογαριασμό και σηκώθηκαν. Ο Μπάμπης επέμεινε να δοκιμάσουν ένα special “χωνευτικότατο” ποτό στυλ λιμοντσέλο στο διαμέρισμά του (δηλαδή στη γκαρσονιέρα), όπως είχαν συνεννοηθεί από πριν. Μπήκαν και οι τέσσερις στο κουπέ του Μπάμπη, ο Βρασίδας κάθισε στη θέση του οδηγού και με ένα μαγικό τρόπο η Θοδώρα βρέθηκε στριμωγμένη στο πίσω κάθισμα ανάμεσα στο Μπάμπη και το Στάθη.

-    Θ.: Μα τι κάνετε καλέ; Μπροστά δε θα καθίσει κανένας; Πώς θα χωρέσουμε εδώ πίσω;

-    Βρ.: Σώπα ρε Δώρα, όλοι οι καλοί χωράνε, έτσι δεν λένε;…

είπε με νόημα και γυρνώντας προς τα πίσω έχωσε το χέρι του μέσα από την φούστα της Δώρας, ψηλά ανάμεσα στα μπούτια της δίνοντας το εναρκτήριον λάκτισμα. Οι δύο μουρντάρηδες μπήκαν αμέσως στο νόημα και άπλωσαν τα χέρια τους στο ψητό.

-    Μπ.: Μα τι μπουμπούκι είναι αυτό που έχεις στο γραφείο, τυχερέ Βρασίδα!

Με το ένα χέρι της χάιδευε αθώα, αλλά ερεθιστικά το λαιμό και με το άλλο πήρε θέση πίσω από τον κώλο της.

-    Στ.: Κοπελάρα μου, άμα κάνει το λάθος ο Βρασίδας και σ’ αφήσει να φύγεις σε περιμένουμε στο δικό μας το μαγαζί…

πρόσθεσε ξεκουράζοντας το χέρι του στο μπούτι της.

Όταν έφτασαν, η Ντόρα έχασε λίγο τη μπάλα. Για να τη “βοηθήσουν” να βγει από το δίπορτο αυτοκίνητο έβαλαν όλοι ένα χεράκι. Ο ένας της έσπρωχνε την κωλάρα και με τα δύο χέρια, ο άλλος της τραβούσε το χέρι και της έπιανε το βυζί. Μπήκαν στην πολυκατοικία με το Στάθη να της κρατάει το χέρι και με το δάχτυλο να της “γαμάει” την παλάμη, τον Μπάμπη να την κρατάει από τη μέση και τον κώλο και τον Βρασίδα να πιάνει κι αυτός ότι προλάβαινε και να της φιλάει το λαιμό και το αυτί.

-    Θ.: Αχ μη καλέ, μα τι κάνετε, θα πέσουμε… Ωχ, σας παρ…, όχι-όχι, μη, ντρεπομ…

-    Βρ.: Ήσυχα είπα, Ντόρα! Δε σου είπα ότι με τους κυρίους θα συνεργαστούμε; Πρέπει να κάνουμε όλοι μαζί δουλειά…

είπε αυστηρά ο Βρασίδας και η Θοδώρα κατάλαβε ποια θα ήταν η κατάληξη της βραδιάς. Μέσα στο ασανσέρ ξεφράχτηκαν τελείως. Την έβαλαν στη μέση και ώσπου να φτάσει ο θάλαμος στο ρετιρέ που ήταν η γκαρσονιέρα κόντεψαν να την πηδήξουν στα όρθια. Το ένα της βυζί είχε βγει σχεδόν έξω, το σουτιέν της που είχε γίνει διάφανο από τα σάλια του Μπάμπη, ο Στάθης τη γλωσσοφιλούσε και ο Βρασίδας της είχε χουφτώσει το μουνί για τα καλά.

-    Βρ.: Χα, χα, χα. Λίγο υπομονή παιδιά, να μπούμε στο σπίτι πρώτα.

-    Στ.: Μην ανησυχείς. Δεν υπάρχει άλλο διαμέρισμα στον πέμπτο όροφο. Που στο διάολο είναι το κωλόκλειδο… α νάτο!

Ο Στάθης ξεκλείδωσε και έξι χέρια άρχισαν να γδύνουν και να μπαλαμουτιάζουν τη Δώρα, που αντιλαμβανόμενη ότι δεν μπορούσε να αποφύγει την παρτούζα αφέθηκε στα χέρια τους και χαλάρωσε.

-    Βρ.: -{Και τώρα βουρ, παιδιά! Βουρ στον πατσά! Δώστε στο πουτανάκι να καταλάβει τι εστί βερίκοκο! Κι εσύ μουνίτσα φρόντισε να μείνουν ικανοποιημένοι οι κύριοι, όπως είπαμε. Εγώ πρέπει να πεταχτώ κάπου και ξανάρχομαι.

-    Μπ.: Κάνε δουλειά σου Βρασίδα, κάνε δουλειά σου. Θα σου την προσέχουμε εμείς τη βυζαρού σαν τα μάτια μας. Κοίτα τις μουνότριχες της, Στάθη, ανατρίχιασαν. Καύλωσε για τα καλά το πουτανάκι.

-    Στ.: Ναι, ναι… και γαμώ είναι! Κάτσε να δούμε και παρά μέσα τι γίνεται. Αμάν, αυτή είναι μούσκεμα, ρε, τίγκα στα υγρά είναι το μουνί της. Δεν αντέχω άλλο, θα της το δώσω στο στόμα. Για έλα πουτανάκι, έλα για το γλειφιτζούρι σου…

της είπε και οδήγησε το κεφάλι της στο πουτσοκέφαλο του. Η Ντόρα στην αρχή ακολουθώντας την κίνηση των χεριών του διστακτικά, και κατόπιν πιο έντονα άρχισε να τον τσιμπουκώνει του καλού καιρού. Ο Μπάμπης εν τω μεταξύ δούλευε τις τρύπες της και με τα δυο του χέρια. Προσπαθούσε να αισθανθεί τις άκρες των δακτύλων του στον υμένα μεταξύ μουνότρυπας και κωλοτρυπίδας.

-    Μπ.: Τι πούτανος είναι αυτός, ρε Στάθη; Της έχω χώσει δάκτυλα σε μουνί και κώλο, τη σουβλίζω σαν προβατίνα κι αυτή φτιάχνεται. Όλο και περισσότερο υγραίνεται ο μούναρος. Σ’ αρέσει δαμαλίτσα μου; Σ’ αρέσει το μουνόχερο και το κωλόχερο ενώ γλείφεις πούτσους, ε; Πάρε τότε! Πάρε πουτάνα, φα’ το πορνίδιο! Έχω για το μουνάκι σου το στενό κάτι πολύ καλύτερο από δάχτυλο. Σήκωσε λίγο περισσότερο την κωλάρα σου κι ετοιμάσου…

είπε και ανασηκώνοντας τη λεκάνη της από πίσω ελαφρά της έβαλε τον πούτσο μέσα στη σχισμή και άρχισε να την γαμάει ρυθμικά.

-    Στ.: Μπράβο Μπάμπη, μπράβο αγόρι μου! Δωσ’ της να καταλάβει, χωσ’ της το καλά. Γάμα το, γάμα το καλά το πουτανάκι. Πώς είναι το μουνάκι της; Σφιχτομούνα μου φαίνεται. Εσύ πορνίδιο συνέχισε να μου γυαλίζεις το παλαμάρι γιατί σε λίγο θα αλλάξουμε θέσεις και θέλω να γλιστράει καλά στην τρύπα σου.

Σκηνή 2

Ο Βρασίδας αφού άφησε τη Ντόρα να πηδιέται του καλού καιρού με το Μπάμπη και το Στάθη έφυγε γρήγορα για την δεύτερη φάση του σχεδίου. Με το που μπήκε στο αυτοκίνητο πήρε τηλέφωνο την Φώφη.

-    Βρ.: Έλα συμπεθέρα, ο Βρασίδας είμαι. Σε δυο λεπτά θα είμαι σπίτι σου, όπως είπαμε. Έτοιμη για… όλα;

-    Φ.: Χα, χα… μα πώς τα λέτε έτσι, καλέ; Πανέτοιμη είμαι και σας περιμένω.

«Και που να ‘ξερες τι σε περιμένει σήμερα. Ξεπουτάνιασμα με την κόρη σου μαζί»… σκέφτηκε πονηρά ο Βρασίδας. Έφτασε στο τσακ-μπαμ στο σπίτι της Φώφης και χωρίς πολλά-πολλά την έμπασε στο αυτοκίνητο και πάτησε γκάζι.

-    Φ.: Μα, δε μου είπατε κύριε Βρασίδα, πού θα με πάτε;

ρώτησε κοιτώντας τον λίγο πλάγια, ελαφρώς γερμένη προς τα πίσω και με τους βύζους προτεταμένους.

-    Βρ.: Θα πάμε κάπου πολύ σπέσιαλ, μανάρα μου, πολύ σπέσιαλ!

-    Φ.: Εντάξει, κυρ-Βρασίδα μου, ότι πείτε εσείς…

απάντησε υποτακτικά εκείνη. Όταν έφτασαν στη γνωστή πολυκατοικία ο Βρασίδας έκανε μια αναπάντητη στο Μπάμπη και τον Στάθη που ξέσκιζαν την Ντόρα για να είναι προειδοποιημένοι, όπως είχαν συμφωνήσει, και οδήγησε τη Φωφώ στο διαμέρισμα.

-    Φ.: Αχ, κύριε Βρασίδα μου, τι είναι εδώ; Πού με πάτε παντρεμένη γυναίκα; Ντρέπομαι.

-    Βρ.: Α! Τώρα σε πιάσαν οι ντροπές; Εδώ είναι που θα γουστάρουμε, μανάρα μου εσύ…

κάγχασε ο Βρασίδας αρχίζοντάς τη στα χουφτώματα.

-    Βρ.: Κοίτα 'δω, έχει ένα σωρό παιχνιδάκια. Να… φόρα αυτό, αλλά πρώτα έλα να πιούμε κάτι.

Της έδειξε διάφορα ερωτικά βοηθήματα, gel, λάδια, δονητές, χειροπέδες, της φόρεσε μία μάσκα στα μάτια για να μη βλέπει και της έδωσε να πιει το ποτό με το διεγερτικό που είχε ετοιμάσει. Εν τω μεταξύ, στο διπλανό δωμάτιο οι δύο μπαρμπάδες με το που άκουσαν την αναπάντητη του Βρασίδα από κάτω, ψιθύρισαν στην Δώρα να κάνει ησυχία και φρόντισαν να την κρατούν ερεθισμένη. Προηγουμένως είχαν φροντίσει να πιει και αυτή το διεγερτικό. Η μικρή τους τσιμπούκωνε εναλλάξ, με πιο ήπιο και ρεγουλαρισμένο ρυθμό. Ο Βρασίδας αφού έγδυσε την μαμά (όχι εντελώς, της άφησε ζαρτιέρες και ψηλοτάκουνα που την έκαναν πιο καυλωτική, την ξάπλωσε, της πέρασε και τις χειροπέδες εκτός της καλύπτρας στα μάτια και άρχισε να την μασαζάρει με το ειδικό λάδι.

Το σχέδιο εξελισσόταν κατά γράμμα. Τις είχαν μάνα και κόρη γυμνές και έγκαυλες σε διπλανά δωμάτια. Ο Βρασίδας άρχιζε να κουρντίζει την μαντάμ χρησιμοποιώντας τα γιαπωνέζικα “παιχνιδάκια” που είχε στη διάθεσή του ακριβώς όπως στις “εκπαιδευτικές” ταινίες που έβλεπε στο internet τσιμπουκωνόμενος από κάποια από τις υπαλλήλους του. Με την ηχομόνωση των δωματίων και την υπακοή μάνας και κόρης στα κελεύσματα των αφεντικών για ησυχία καμιά δεν είχε καταλάβει τι γινόταν στο διπλανό της δωμάτιο.

-    Βρ.: Για άκου 'δω μουνάρα μου, της είπε αφού της έβγαλε την καλύπτρα. Θα πρέπει, εκτός από μένα, να εξυπηρετήσεις κι έναν πολύ καλό πελάτη της εταιρίας μας σήμερα. Θα πεταχτώ εδώ δίπλα να τον φωνάξω!

-    Φ.: Τι;… μα τι λέτε, για ποια με περάσατε, όχι-όχι, σας παρακαλώ, λύστε με, λύστε με να φύγω, βγάλτε μου τις χειροπέδες…

διαμαρτυρήθηκε η Φώφη αλλά η μουνάρα της ασυναίσθητα συνέχιζε να κουνιέται πάνω στο δονητή που έβαζε και έβγαζε ο Βρασίδας μέσα - έξω.

-    Βρ.: Θα κάνεις αυτό που σου λέω πουτάνα, αν δε θέλεις να αποκληρώσω αύριο κιόλας το μαλάκα τον ανιψιό μου και να πετάξω την κορούλα σου το πουτανάκι στο δρόμο! Κατάλαβες;…

της αγρίεψε χώνοντας όλο τον δονητή όσο πήγαινε βαθιά προς επίρρωσιν των λεγομένων του. Συγκατένευσε τελικά χύνοντας έντονα για άλλη μια φορά. Η επίδραση του διεγερτικού χαπιού στη φυσική της μητρομανία ήταν καταλυτική και ο Βρασίδας χαμογελώντας πονηρά πήγε στο άλλο δωμάτιο και έκανε νόημα στο Στάθη.  Η Ντόρα μόλις είδε τον Βρασίδα να μπαίνει στο δωμάτιο με την πούτσα ορθωμένη και το Στάθη να βγαίνει στην ίδια κατάσταση άρχισε να μπαίνει στο νόημα.

-    Βρ.: Να 'μαι κι εγώ καυλάκι μου, να 'μαι κι εγώ! Βλέπω μου την κρατήσατε ζεστή Μπάμπη. Μπράβο – μπράβο. Για στάσου να της τον χώσω λίγο. Ωπ… να ‘το μπήκε μέσα. Μα αυτή είναι λίμνη εδώ μέσα! Γλείφε τον πούτσο του κυρίου Μπάμπη εσύ μουνάκι μου κι άσε με εμένα να σε γαμάω…

της είπε κι άρχισε να μπαινοβγαίνει στο υγρό της μουνάκι.

-    Μπ.: Έτσι μπράβο Βρασίδα, δωσ’ της πράμα. Χαλάλι ρε μπαγάσα οι τιμές της προσφοράς σου, χαλάλι, τέτοιο μουνάκι που μας εξασφάλισες. Δίπλα εντάξει, όλα καλά;

-    Βρ.: Μια χαρά και δίπλα, μια χαρά. Εξάλλου θα το διαπιστώσεις σε λίγο και μόνος σου.

Στο διπλανό δωμάτιο ο Στάθης με το που είδε τη Φώφη γυμνή με τις ζαρτιέρες και τις χειροπέδες στο κρεβάτι να τον κοιτάει διαθέσιμη με τις αγελαδίσιες ματάρες της, τις βυζάρες της στη φόρα και τις μουνότριχες της σε κοινή θέα, ένοιωσε τον ήδη ορθωμένο πούτσο του να αιματώνεται έτι περαιτέρω.

-    Φ.: Αχ, τι ντροπή, πόσο ντρέπομαι. Μπορείτε να με σκεπάσετε λίγο; Καλησπέρα κιόλας…

του είπε προσπαθώντας κάπως να καλύψει τη γύμνια της.

-    Στ.: Έλα, έλα τώρα. Άσε τις ψευτοντροπές. Ο Βρασίδας μ’ έστειλε, μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις…

γάβγισε ο Στάθης και της όρμησε με ζέση.

-    Φ.: Αχ, μη καλέ, καλέ μη! Μα τι μου κάνετε… μα εγώ δε σας ξέρω καν κι εσείς…

-    Στ.: Ο κύριος Στάθης είμαι πουλάδα μου, ο φίλος του κυρ-Βρασίδα. Και τώρα που συστηθήκαμε κάτσε να σε γαμήσω κιόλας γιατί  ο πούτσος μου κοντεύει να εκραγεί από την καύλα. Μωρέ πως σας έχει εκπαιδεύσει έτσι ο Βρασίδας; Μπράβο του, του κερατά! Και πάνω στο γαμήσι να μιλάτε με το σεις και με το σας. Λοιπόν, έλα τώρα πουτάνα μου, έλα να μου τον πάρεις τσιμπούκι για να χύσω. Έτσι, έλα, έλα, γλειψ’ το μου καλά πουτάνα. Έτσι, ναι, έτσι μωρή, δωσ’ του, δωσ’ του, χύνω!

Η Φώφη συνέχισε τις γλωσσοθωπείες μέχρι να  τον στραγγίξει τελείως καταπίνοντας παράλληλα.

-    Στ.: Για να σου πω τώρα μανάρα μου, θα φωνάξω και το συνεταίρο μου το Μπάμπη να πάρει κι αυτός ένα μεζέ… της είπε και άρχισε να σηκώνεται.

-    Φ.: Κι άλλος; Μα εγώ δεν…

ψέλλισε αλλά με τα χύσια του Στάθη στο στόμα της η αντίρρησή της δεν ήταν ιδιαίτερα πειστική.

Σκηνή 3

Ο Βρασίδας με τον Μπάμπη εν τω μεταξύ άρχισαν να βάζουν τη Θοδώρα στο νόημα. Τη χάιδευαν, την πασπάτευαν, την έγλειφαν, της δάγκωναν με αισθησιασμό τα αυτιά και τον λαιμό και της ψιθύριζαν.

-    Βρ.: Πουτανάκι, στάζει από την καύλα το μουνάκι σου σήμερα. Δεν τελειώσαμε ακόμα όμως. Το καλύτερο τώρα έρχεται. Ξέρεις πορνίδιο ποιανής τη μουνάρα ξεσκίζουμε, ποιανής την κωλάρα ξεπατώνουμε στο διπλανό δωμάτιο μαζί μ’ εσένα εναλλάξ;

-    Θ.: Μα που να ξέρω κύριε Βρασίδα, καμία από το γραφείο μήπως;…

είπε μισοαθώα - μισοπονηρά.

-    Βρ.: Τη μάνα σου πουτανίτσα, την καραπουτανομανάρα σου, τη μαμά σου…

της είπε και στριφογύρισε το ένα του δάχτυλο βαθιά στο μουνάκι της ενώ με το άλλο έριχνε γρήγορες πενιές στην καυλωμένη κλειτορίδα της.

-    Βρ.: Τις προάλλες μου ήρθε η ιδέα στο τραπέζι που καθόμουνα ανάμεσά σας και σας έβαζα ταυτόχρονα χέρι. Ναι μούνα μου, δε χάϊδευα μόνο το δικό σου το μούναρο, χάϊδευα και της μάνας σου παράλληλα. Όπως σας είχα τότε και τις δύο ντυμένες, έτσι σε λίγο θα σας έχω γυμνές, κι εγώ κι οι φίλοι μου.

-    Θ.: Όχι κύριε Βρασίδα… σας παρακαλώ, όχι μαζί με τη μαμά μου!

-    Βρ.: Ναι πουτανίτσα. Μαζί θα σας παρτουζώσουμε μάνα και κόρη. Τρεις πούτσες όλες δικές σας γαλακτομούνες μου εσείς. Σήκω τώρα πουτανί και πάμε δίπλα να καμαρώσεις τη μάνα σου τη γαμιόλα και να σε καμαρώσει κι αυτή…

της είπε επιτακτικά και αρπάζοντάς τη με τη βοήθεια του Μπάμπη από χέρια, βυζιά, κώλο και μαλλί την πήγαν στο διπλανό δωμάτιο.

-    Μπ.: Πω ρε μάνα μου! Μάνα και κόρη μαζί δε μου έχει ξανατύχει. Στάθη, τη γάμησες εσύ τη μιλφάρα τη μάνα;…

σπρώχνοντας την Ντόρα στο κρεβάτι που η Φώφη χαμουρευόταν με τον Στάθη.

-    Στ.: Μωρέ της έδωσα και κατάλαβε. Το μουνί στο χέρι πήρε, την ξεκώλιασα κανονικά. Και είναι μια τσιμπουκλού πρώτης τάξεως. Μου τα κατάπιε όλα μέχρι σταγόνα!

-    Βρ.: Ε, αφού γάμησες τη μάνα, γάμα τώρα και την κόρη κύριε Στάθη για να μας πεις ποια από τις δύο γαμιέται καλύτερα…

προέτρεψε ο Βρασίδας και το σύμπλεγμα άρχισε. Δεν ήξεραν ποιος τις γαμάει από πίσω, ποιον τσιμπουκώνουν και ποιος τις δαχτυλιάζει. Ευτυχώς κατάλαβαν αμέσως ότι δεν είχε κανένα νόημα να προσπαθήσουν να αρνηθούν ή να ξεφύγουν (ούτως ή άλλως ήδη υποψιάζονταν ότι ο Βρασίδας τις πηδούσε και τις δύο), οπότε αφέθηκαν στην καθοδήγηση των τριών τράγων που χλιμίντριζαν από την καύλα.

-    Στ.: Αυτή είναι καύλα! Να γαμάω την κωλάρα της κόρης ενώ μπροστά μου παρτουζώνεται η μάνα της.

-    Μπ.: Και βυζαρούδες, όπως μ’ αρέσουν, δεν χορταίνω να τους τα πιάνω και να τσιμπάω τις ρώγες τους.

-    Βρ.: Γάμα τη Μπάμπη, γάμα τη την πουτανάρα, νομίζω ότι χύνει, το νιώθεις; Το νιώθεις το μουνάκι της πώς συσπάται στο χύσιμο; Αλλά κι η κόρη της δεν πάει πίσω, για αυτό την έχω στο γραφείο μου την πουτανίτσα για να την πηδάω όποτε μου κάνει όρεξη. Αρκετά με την πίπα, τώρα θέλω να γαμήσω και το μουνάκι της μικρής.

-    Στ.: Ναι, ναι ωραία ιδέα! Παρ’ το μωρή στις τσιμπουκοχειλάρες σου και γλείψε τα χύσια από το μουνί της κόρης σου μωρή καριόλα. Τι πουτάνες που είστε!

-    Βρ.: Έλα Ντόρα, έλα μουνάρα μου εσύ, παρ’ το μου καλά και θα χύσω μέσα…

βόγκηξε ο Βρασίδας γεμίζοντας το μουνάκι της Ντόρας με το σπέρμα του.

-    Βρ.: Έλα πορνίδιο να μου τον καθαρίσεις τώρα με τη γλωσσίτσα σου.

Η Ντόρα με το μουνί της γεμάτο από τα χύσια του διευθυντή και θείου της καθάριζε τώρα το πουλί του με το στόμα της ενδελεχώς ενώ εκείνη την ώρα έχυναν και οι άλλο δύο ταυτόχρονα τη Φώφη.

-    Βρ.: Μπράβο, μπράβο πουλάδες μου. Με βγάλατε ασπροπρόσωπο! Πηγαίνετε τώρα να φρεσκαριστείτε λίγο. Θα πιούμε όλοι μαζί κι ένα ποτάκι στο σαλόνι πριν τελειώσει αυτή η ωραία βραδιά. Θα βρείτε στο μπάνιο έτοιμες και τις στολές σας για να μας περιποιηθείτε σαν καλές γκαρσόνες.

Η Δώρα και η Φώφη χωρίς να κοιταχτούν σηκώθηκαν και πήγαν στο μπάνιο. Οι τρεις καμπαλέρος σιάχτηκαν λίγο, φόρεσαν ρόμπες και παντόφλες και πήγαν στο σαλόνι - καθιστικό.

-    Μπ.: Βρασίδα μου συγχαρητήρια. Τέτοια οργάνωση δεν έχω ξαναδεί. Πολύ χαίρομαι που θα… συνεργαζόμαστε εφεξής.

-    Βρ.: Μπάμπη μου, Στάθη μου από εδώ και εμπρός όπως είδατε όλο το προσωπικό του γραφείου τίθεται στη διάθεσή σας!

-    Στ.: Χα, χα. Και ουχί μόνον του γραφείου αλλά και οι συγγενείς αυτών…

κάγχασε χαιρέκακα ο Στάθης.

Σκηνή 4

Στο μπάνιο υπήρχε για λίγο μια σχετική αμηχανία. Μάνα και κόρη θεόγυμνες, με τις βυζάρες, τις κωλάρες και τις μπουτάρες τους να κουνιούνται πέρα δώθε, παρτουζωμένες και πουτσοχυμένες αισθάνονταν κάπως άβολα. Πρώτη έσπασε τον πάγο η μαμά.

-    Φ.: Χμ, έλα Ντόρα, ας ετοιμαστούμε γρήγορα για να τελειώνουμε και να γυρίσουμε και στα σπίτια μας γιατί θα υποψιαστούνε οι άντρες μας. Άντε, έλα μισή ντροπή που λένε. Φαίνεται ότι ο κυρ-Βρασίδας μας έχει ποτίσει και τις δύο αρκετές φορές ως τα τώρα. Ε, σήμερα μας πήρε ταυτόχρονα κι έφερε και παρέα, λίγο αλλάζει το πράγμα.

-    Θ.: Καλοπεράσανε τα γουρούνια. Μα είδες τι αντοχή; Σίγουρα θα πήρανε τίποτα βιάγκρα οι βρωμόγεροι.

-    Φ.: Οι άλλοι δύο δεν ξέρω, αλλά του πεθερούλη σου το λέει ακόμα η περδικούλα του. Τις είδες τις στολές μας πώς είναι; Θα έχουμε και δεύτερο ημίχρονο, μου φαίνεται.

Σε δύο κρεμάστρες κρέμονταν δύο ενδυμασίες καμαριέρων (ζαρτιέρες, δαντελωτά see throughs, σούπερ μίνι, λευκές ποδίτσες) σε σελοφάν. Τις φόρεσαν και αφού έλεγξαν η μία δίπλα στην άλλη πως φαίνονταν στον καθρέφτη βγήκαν έξω επάνω στα 12ποντα καμαρωτές. Το τρίο τις περίμενε ανυπόμονα στο καθιστικό. Μόλις τις είδαν να μπαίνουν οι πούτσες τους άρχισαν να ξανά-αναδεύονται κάτω από τις ρόμπες τους.

-    Βρ.: Βρε, βρε… καλώς τες! Άντε ρε κορίτσια και στεγνώσαμε. Ελάτε να μας σερβίρετε κανένα ποτάκι. Δεν είπαμε ότι πρέπει να περιποιηθούμε τους πελάτες μας; Εσύ Ντόρα σέρβιρε τον κύριο Μπάμπη κι εσύ Φώφη περιποιήσου τον κύριο Στάθη. Άντε, σβέλτα!

-    Θ.: Ναι, μάλιστα. Τι θα πάρετε κύριε Μπάμπη;

-    Μπ.: Εκτός από εσένα; Βάλε μου ένα scotch μανάρα μου, βυζαρούδι μου εσύ!

Η Ντόρα έβαλε ένα single malt σε ένα χοντρό γυάλινο ποτήρι και πρόσθεσε δύο παγάκια.  Έβαλε το ποτήρι με το ουίσκι και ένα ποτήρι νερό στον ασημένιο δίσκο και στάθηκε σαν καλή γκαρσόνα μπροστά στο γέρο-μερακλή.

-    Θ.: Ορίστε κύριε Μπάμπη. Το ποτό σας!

Έτσι όπως κρατούσε τον δίσκο τα ποτήρια σχεδόν ακουμπούσαν στις βυζάρες της.

-    Μπ.: Τς, τς, τς! Όχι παιδί μου, όχι. Δε βάζουμε ποτέ παγάκια σε malt. Μεγάλο λάθος! Για περίμενε να το διορθώσουμε…

την επιτίμησε αυστηρά και βάζοντας το χέρι του μέσα στο ποτό έβγαλε τα παγάκια.

-    Ακίνητη τώρα! Δε θέλω να χυθεί σταγόνα από το ποτό μου…

διέταξε και με αφού έχωσε το ένα παγάκι στη σχισμή της μουνότρυπάς της, στερεώνοντάς το με το κιλοτάκι, άρχισε με το άλλο να ερεθίζει τις ρώγες της που πετάχτηκαν όρθιες.

-    Ωραία, ωραία. Για να δοκιμάσω τώρα και το ποτό μου. Μ… ευτυχώς δεν καταστράφηκε η γεύση του από τα παγάκια. Έλα να δοκιμάσεις κι εσύ λίγο…

της είπε και ρουφώντας άλλη μια καλή γουλιά κόλλησε τα χείλη του στα δικά της και αφού τη βεντουζάρισε άρχισε να της μεταγγίζει ουίσκι μετά σιέλου.

-    Στ.: Έτσι, έτσι μπράβο Μπάμπη, για να μάθει το πουτανάκι πώς πρέπει να σερβίρει. Εσύ Φωφάρα θα με σερβίρεις αλλιώς όμως, χωρίς ποτήρι. Βάλε στο στόμα σου μια μεγάλη γουλιά βότκας και έλα να μου την σερβίρεις με τις χειλάρες σου, έλα να σερβίρεις και να σερβιριστείς!

Η Φώφη το έκανε αμέσως. Αφού ήπιε περίπου μισό ποτήρι βότκα, το κράτησε στο στόμα της σα στοματικό διάλυμα, πλησίασε το Στάθη που καθόταν στον καναπέ, στάθηκε μπροστά του, έσκυψε τουρλώνοντας την κωλάρα της προς τα πίσω και τους βύζους της προς τα μπρος και έψαξε το στόμα του.

-    Βρ.: Μπράβο Φώφη, μπράβο πουτανάρα μου εσύ! Έτσι, δείξε και σ’ αυτό το πουτανί την κόρη σου πώς σερβίρουν οι κυρίες για να μαθαίνει. Βλέπεις πουτανάκι, βλέπεις πώς περιποιείται τον κύριο η μαμά;…

λεγε ο Βρασίδας και το χέρι του παραμερίζοντας το στρινγκ άρχισε να χώνεται και να μπαινοβγαίνει στις οπές της Φώφης. Της κατέβασε την κιλότα και γλίστρησε τον πούτσο του στην υγραμένη από τα δάχτυλά του και τα φιλιά μουνάρα της Φώφης.

-    Βρ.: Δώρα… μόλις γαμήσω λίγο τη μάνα σου, έρχομαι και σε εσένα,…

γρύλιζε ενώ μουνογαμούσε από πίσω την Φωφάρα.

-    Στ.: Κύριε Βρασίδα, τι θα λέγατε να αλλάζαμε λίγο θέσεις; Έτσι όπως βλέπω την κωλάρα της τουρλωμένη ψηλά, θέλω να εισχωρήσω μέσα, να της τον χώσω βαθιά από πίσω.

-    Βρ.: Βεβαίως, ελάτε κύριε Στάθη, δική σας, όλη δική σας. Εγώ της σούβλισα τη μουνάρα, ελάτε εσείς να περιποιηθείτε την κωλάρα της.

Παραμέρισε ευγενέστατα ο Βρασίδας και κατευθύνθηκε προς τη Δώρα.

-    Μουνάκι μου ετοιμάσου να φας το καυλί κατευθείαν από τη μούνα της μάνας σου. Κυρ-Μπάμπη τι θα λέγατε να την ξαπλώναμε ανάσκελα και να της δώσετε στο στόμα το πουλί σας ενώ εγώ θα της ξεσκίζω το μουνέτο; Ναι, έτσι μπράβο, ωραία, μισό λεπτό, ναι, μπήκα, μπήκα, αχ είναι δροσερό το μουνί της από το παγάκι, με δροσίζει, το χρειαζόμουνα αυτό γιατί η μουνάρα της μάνας της έκαιγε σα φούρνος. Σας γλύφει καλά εσάς, είναι καλή ρουφήχτρα, τσιμπουκλού πρώτης.

-    Μπ.: Άριστα, άριστα κύριε Βρασίδα. Ικανότατη η υπάλληλός σας. Κι έχει ακόμα και το παγάκι στο στοματάκι της. Με τρελαίνει το πουτανάκι, δεν το χορταίνω. Κι αυτές οι βυζάρες της είναι φοβερές. Αλλά κι η μάνα της δεν πάει πίσω, κοίτα πως την κωλογαμάει ο Στάθης.

-    Στ.: Αχ, ναι την ξεκωλιάζω την πορνάρα, το νιώθεις μωρή;…

φώναξε και άρχισε να χύνει με ορμή

-    Στ.: Καθάρισέ μου τώρα το πουλί με τη γλώσσα για να ντυθώ. Δε μπορώ άλλο, ούτε θυμάμαι πόσες φορές σας έχυσα μάνα και κόρη. Έλα, έλα να με καθαρίσεις σαν καλή νοικοκυρά!

Η Φώφη υπάκουσε και με απαλές κινήσεις πέρασε τη γλώσσα και τις χειλάρες της από όλο το μήκος του πουλιού του Στάθη, προσέχοντας να μην της ξεφύγει πόντος.

-    Βρ.: Ε, τότε θα χύσω κι εγώ μέσα στο μουνί της κόρης, θα τα αφήσω όλα μέσα, να είναι χυμένες μάνα και κόρη.

Την έχυσε με μερικά τινάγματα. Αφού στράγγιξε καλά, σκούπισε προσεκτικά τον πούτσο του πάνω στις μουνότριχες της μικρής που ήταν ηλεκτρισμένες.

-    Μπ.: Σειρά μου τώρα, κύριοι, σειρά μου. Εγώ θέλω να της χύσω τις βυζάρες, τα μαστάρια της, εκεί θα χύσω. Έλα μουνάκι μου, έλα, βαλ’ τον στη βυζαροχαράδρα σου και καν’ του βυζομασάζ. Κοίτα μωρή την κόρη σου, καμάρωνε το βλαστάρι σου, σου ’μοιασε στην πουτανιά. Συνέχισε εσύ παιδάκι μου, καλά το πας, συνέχισε. Μακάρι να σε γκάστρωσε κιόλας ο Βρασίδας για να γεμίσουν γάλα τα μαστάρια σου και να σε βυζαίνουμε κιόλας πουτάνα!

Άρχισε να εκτοξεύει το σπέρμα του κατά κύματα στους βύζους της Ντόρας που τον κοίταζε με τις ματάρες της ορθάνοιχτες και το στόμα μισάνοιχτο.

-    Φ.: Να ντυθώ εγώ τώρα, κύριε Βρασίδα; Θα με περιμένει κι ο άντρας μου στο σπίτι…

ρώτησε δουλοπρεπώς η Φωφάρα.

-    Βρ.: Ντύσου Φώφη. Νομίζω ότι τελειώσαμε για σήμερα. Έτσι κύριοι;

-    Μπ.: Ακριβώς, Βρασίδα μου, για σήμερα…

«Το meeting όμως θα πρέπει να επαναληφθεί λίαν συντόμως» ζήτησε ο Στάθης.

-    Βρ.: Εννοείται, αγαπητοί μου, εννοείται. Ακούσατε πουτανίτσες; Την επόμενη φορά, μάλιστα, λέω να μας ετοιμάσετε και κανένα show με λίγο χορό, στριπτίζ και κανένα λεσβιακό για ορντέβρ. Να γλείφει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα…

είπε και χαχάνισε σαρδόνια ο Βρασίδας πριν τις ξαποστείλει, αφού τους έδωσε λεφτά για ταξί.



Copyright protected OW ref: 128149