Το μωρό που ντρέπεται

Δημοσιεύθηκε από Yannis-Petros
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.25 (12 Votes)
Πριν μερικά χρόνια, περίπου στα τριάντα μου, μόλις είχα βγει από ένα δύσκολο διαζύγιο και ψαχνόμουν. Δούλευα σαν τρελός, κατά την πάγια συνήθειά μου και έψαχνα επίσης σαν τρελός για μουνόπουλα. Το μόνο που μ’ ένοιαζε ήταν το γαμήσι. Είχα καταστρέψει όλα μου τα στάνταρ προκειμένου να γαμήσω.

Έβγαινα με ότι γκόμενα μου έπεφτε στο δρόμο μου, άσχημες, όμορφες, ψηλές, κοντές, χοντρούλες και λυμφατικές, καλλιεργημένες και τούβλα. Μου άρεσαν πολύ οι χοντρούλες αλλά και οι κοντές λεπτές κοπέλες. Αυτές οι τελευταίες ήταν ό,τι το καλύτερό.

Κάποια στιγμή ένα τέτοιο μικρό ήρθε να δουλέψει στο γραφείο μας. Μόλις είχε τελειώσει ένα μεταπτυχιακό στο ΕΜΠ. Μικρόσωμη και γυμνασμένη. Ωραίο σώμα και χαριτωμένη φατσούλα. Ήταν πολύ καλή στη δουλειά της. Εντάχθηκε στο τμήμα μου κι αρχίσαμε να συνεργαζόμαστε. Βλεπόμασταν σε καθημερινή βάση και σε λίγο καιρό αποκτήσαμε μεγάλη οικειότητα αλλά πάντα με ευπρέπεια.

Πρέπει να πω ότι επεδίωκα να αναπτυχθούν και οι κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των συναδέλφων μου και κατά καιρούς οργάνωνα μικρές εξόδους σε μπαράκια καθώς και εκδρομούλες. Η Μαρία πάντα μου έδειχνε την προτίμησή της και τα σημάδια που μου έστελνε ήταν πολύ θετικά. Πίστεψα λοιπόν ότι κάτι μπορεί να γίνει αν και ξέρω πολύ καλά ότι πρέπει να αποφεύγονται ενδοεργασιακές σχέσεις γιατί είναι πηγή πολλών δεινών.

Κάποιο τριήμερο, αρχές καλοκαιριού, πήγαμε, όλο το τμήμα μου, στο Πήλιο. Πανέμορφο το βουνό, εξαιρετικός ο ξενώνας, καταπληκτικό το φαγητό, υπέροχο το κρασί, καταγάλανη η θάλασσα. Το πρωί ξύπνησα όπως πάντα στις 6:30 και βγήκα στο μπαλκόνι να δω τη θέα. Στο διπλανό μπαλκόνι η Μαρία με τη φορμούλα της.

-    Τι κάνεις Μαρία, πως κοιμήθηκες… κλπ.

-    Πολύ καλά κοιμήθηκα και λέω να πάω για καμιά βουτιά.

-    Πολύ πρωί, ρε παιδάκι μου, και το νερό είναι ακόμα κρύο.

-    Έτσι σφίγγει το κορμί κ. Διευθυντά. Θα έρθετε;

-    Ναι, δώσε μου δυο λεπτά και πάμε.

Πήρα τα απαραίτητα και συναντηθήκαμε στο lobby. Τρέχοντας στην αμμουδιά φτάσαμε στις ομπρέλες και απλώσαμε τις πετσέτες μας στις ξαπλώστρες. Βγάλαμε τα ελάχιστα ρούχα μας και μείναμε με τα μαγιό μας.

-    Έχεις πολύ ωραίο σώμα Μαρία, γυμνάζεσαι συστηματικά;.

Δεν έλεγα ψέματα, ήταν εντυπωσιακό το κορμί της. Πολύ ωραίο στητό βυζί μισό νούμερο μεγαλύτερο από το σουτιέν της. Και το βρακάκι σεμνό αλλά άφηνε να καταλάβεις τη μορφή του περιεχομένου. Κοιλίτσα πλάκα και μηρούς πολύ γυμνασμένους.

-    Ευχαριστώ κ. Διευθυντά. Μου επιτρέπετε να σας μιλάω στον ενικό στις διακοπές, κύριε Διευθυντά.

-    Ναι Μαρία, δεν έχω πρόβλημα αυτό να συνεχιστεί και στη δουλειά. Νομίζω ότι μπορείς να καταλάβεις τη σημαίνει «όρια» σε μια επαγγελματική σχέση.

-    Σε κάθε σχέση Δημήτρη. Σε κάθε σχέση. Επανέλαβε.

Σηκώθηκε από τη chaise longue και έτρεξε στη θάλασσα. Λίγες στιγμές αργότερα ήμουν κοντά της.

-    Γιατί το λες, συνέβη κάτι στην άλλη σου δουλειά;

-    Όχι, αλλά είχα ένα προβληματάκι με έναν Καθηγητή μου από το Πολυτεχνείο.

-    Δηλαδή;

-    Να, ρε παιδί μου. Ο άνθρωπος ήθελε σχέση μαζί μου, και δεν το θεωρώ κακό αλλά έκανε σαν τρελός. Δεν είχε όρια. Δε μπορούσε να καταλάβει ότι κάθε άνθρωπος έχει κάποιες αντοχές. Ξεκινήσαμε κάτι αλλά εγώ πνίγομαι με τους καταπιεστικούς ανθρώπους, δεν αντέχω. Εκατό τηλέφωνα την ημέρα. Που είσαι; Τι κάνεις; Τι θα κάνεις; Που θα πας; Με ποιόν θα πας;… καταλαβαίνεις, ο βίος αβίωτος.

-    Και τι έγινε στο τέλος;

-    Εσύ τι νομίζεις;

-    Χωρίσατε.

-    Λάθος, ετοιμαζόμασταν για γάμο. Τον σταμάτησα ένα μήνα πριν και μετά χωρίσαμε, αφού φυσικά γίναμε ρεζίλι στο πανελλήνιο.

-    Έκτοτε τι κάνεις Μαρία;

-    Τίποτα το ιδιαίτερο. Γραφείο, γυμναστήριο, σπίτι και πάλι από την αρχή. Ξέρεις ζωγραφίζω, έχω κάνει μαθήματα και στη Σχολή Καλών Τεχνών. Ετοιμάζω και μια έκθεση.

-    Για πότε ρε Μαρία;

-    Σε ένα με ενάμιση χρόνο θα είμαι έτοιμη.

Βγήκαμε από τη θάλασσα. Έκανε λίγο κρύο και η ρώγα της έβλεπε το Θεό. Κάτι ένιωσα να σκιρτά στο μαγιό μου. Γυρίσαμε στα δωμάτια και δώσαμε ραντεβού για πρωινό. Σε μισή ωρίτσα φρέσκοι και αρωματισμένοι κατεβήκαμε στην τραπεζαρία. Ήμασταν σχεδόν μόνοι. Ένα ακόμα ζευγάρι ήταν στην τραπεζαρία. Οι δικοί μας δεν  είχαν ξυπνήσει ακόμα. Φάγαμε υπέροχα και της πρότεινα μια βόλτα στο δάσος. Δέχτηκε αμέσως. Γρήγορα μπήκαμε στο δάσος με τις καστανιές και ακολουθήσαμε ένα μονοπάτι που ανηφόριζε. Στην αρχή δεν μιλούσαμε όταν κάποια στιγμή η Μαρία με ρωτάει:

-    Εγώ σου είπα τη μικρή μου περιπέτεια, εσύ για πες μου.

-    Τι να σου πω. Κοινότυπη ιστορία. Δύο πολύ ερωτευμένοι συμφοιτητές ζουν τον έρωτά τους με ένταση, βρίσκουν πολύ καλές δουλειές, παντρεύονται, δουλεύουν σαν σκυλιά και δεν βλέπουν ότι βυθίζονται σε ένα υγρό, χλιαρό και σιχαμερά μαλακό τέλμα που τους ρουφάει κάθε μέρα και από λίγο. Κάποια στιγμή το καταλαβαίνουν και αντιδρούν άτσαλα. Έτσι χωρίσαμε χωρίς να σκοτωθούμε. Μιλάμε, αλλά δε βλεπόμαστε πλέον.

-    Και εσύ τι κάνεις;

-    Από κανάρα σε κανάρα…  όπως λέει και ο Χρηστάκης.

-    Ωραία, πολύ ωραία. Και είσαι ευχαριστημένος με τη ζωή σου. Σήμερα με τη μια και αύριο με την άλλη;

-    Στη φάση που είμαι μου αρέσει. Ξέρεις ήμουν πιστός στη γυναίκα μου όλα αυτά τα χρόνια και τώρα ξεχρεώνω γραμμάτια.

-    Δηλαδή;… τι σημαίνει αυτό;

-    Θέλω να γνωρίσω νέες και ενδιαφέρουσες γυναίκες. Αυτές που δε γνώρισα πριν παντρευτώ. Γιατί, όπως πιθανώς έχεις ακούσει, παντρεύτηκα πολύ νέος.

Μου φάνηκε ότι το Μαράκι άλλαξε συμπεριφορά. Εγώ συνέχισα να μιλάω για τις γυναίκες που θέλω να γνωρίσω.

-    Μου αρέσουν οι έξυπνες γυναίκες με χιούμορ, να μπορείς να πεις μια κουβέντα παραπάνω, όπως εσύ Μαράκι.

Γύρισε και με κοίταξε.

-    Ναι ρε παιδί μου, λέω, η ζωή δεν είναι μόνο κρεβάτι. Έχει και άλλα ωραία να κάνεις. Όπως τώρα ας πούμε.

-    Τι τώρα;… ρωτάει. Τώρα περπατάμε στο δάσος όταν ο λύκος δεν είναι εδώ.

-    Είσαι σίγουρη ότι δεν είναι εδώ;

-    Όχι, αλλά και η κοκκινοσκουφίτσα φιρί φιρί το πήγαινε για να τον συναντήσει.

-    Τι νομίζεις ότι ένιωθε η μικρή.

-    Να σου πω, πιστεύω ότι φοβόταν πολύ αλλά και ρίσκαρε μια συνάντηση. Την έτρωγε ο κώλος της κατά το κοινώς λεγόμενο. Άλλωστε δεν ήξερε τι θα πει λύκος. Και δε μπορούσε να φανταστεί τι κακό μπορούσε να της κάνει.

-    Ναι, αλλά ο λύκος πιάνει τα μικρά κορίτσια από το λαιμό και τα τρώει… κι ας μην το ξέρει η κοκκινοσκουφίτσα.

Έτσι όπως βαδίζαμε δίπλα-δίπλα ο ένας στον άλλο, σκύβω και της δαγκώνω το πίσω μέρος του λαιμού της. Σταμάτησε και ακούμπησε επάνω μου, σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος της.

-    Μη Δημήτρη, μη σε παρακαλώ, μην μου το κάνεις αυτό. Με τρελαίνεις και χάνω τον κόσμο. Πρέπει να ξέρεις ότι ντρέπομαι πολύ. Δε μπορώ να με δαγκώνεις και να μου πιπιλάς το σβέρκο.  

Την ένιωσα πολύ σφιγμένη αλλά οι ρώγες της έλεγαν άλλα.

-    Τι έγινε μωρό μου, το ξέρεις ότι μου αρέσεις πολύ και το ξέρω ότι το αισθάνεσαι. Και επίσης ξέρω, νιώθω είναι η σωστή λέξη, ότι δε σου είμαι αδιάφορος.

-    Ναι, αλλά…

-    Δεν έχει αλλά και ξε-αλλά. Αυτό δεν είπες;… ότι θέλεις να γιατρευτείς από το παρελθόν σου;

-    Ντρέπομαι.

-    Τι ντρέπεσαι Μαρία;

-    Όλα τα ντρέπομαι.

-    Δηλαδή.

-    Να έτσι όπως ήμαστε οι δυο μας τώρα, εγώ ντρέπομαι και αυτό δε μπορώ να το ξεπεράσω. Θέλω να το ξέρεις αυτό. Είμαι πολύ ντροπαλή και αυτό με κάνει να είμαι πολύ σφιγμένη. Μη με πιέσεις σε παρακαλώ.

Ρε πούστη μου… όλες τρελές είναι, σκέφτηκα. Δεν υπάρχει, μια που να είναι κανονική, χωρίς όλες αυτές τις μαλακίες. Έσκυψα επάνω της και της είπα τρυφερά.

-    Πρέπει να πω ότι αυτό δεν είναι κακό. Μπορούμε να το παλέψουμε.

Έχουμε καθίσει σε ένα ξέφωτο πολύ κοντά ο ένας στον άλλο και την αγκαλιάζω για να τη φιλήσω. Τραβιέται και απομακρύνεται. Δεν την αφήνω από την αγκαλιά μου. Την κρατάω δυνατά και ακουμπάω τα χείλια μου και την πιέζω για να μου δώσει ένα κανονικό φιλί. Αντιστέκεται αλλά δεν την αφήνω. Την πιέζω λίγο ακόμα και ανοίγει το στόμα της και ανταλλάσσουμε ένα βαθύ γλωσσόφιλο. Της χαϊδεύω το στήθος και νιώθω τη ρώγα της να ορθώνεται και το βυζί να σκληραίνει στη χούφτα μου. Αυτή όμως με σπρώχνει.

-    Μη Δημήτρη, δε μπορώ.

Δεν ακούω τίποτα. Παίζω με το στήθος της χωρίς να την αφήσω από την αγκαλιά μου. Της έχω σηκώσει το T shirt και της έχω βγάλει το αριστερό στήθος από το στηθόδεσμο. Παίζω με τη ρώγα της, σκύβω και την ρουφάω. Προσπαθεί να με διώξει.

-    Μη Δημήτρη μου… και μου αγκαλιάζει το κεφάλι, μη σε παρακαλώ, ντρέπομαι σου λέω…

αλλά έχει αγκαλιάσει το κεφάλι μου και το πιέζει στο βυζί της. Έχω πιάσει τη ρώγα της με τα δόντια μου και τη ροκανίζω.

-    Μη σε παρακαλώ, Αχ με τρελαίνεις μωρό μου. Μη Δημήτρη μου, σε παρακαλώ, Μη.

Την αφήνω και τη διατάζω να βγάλει το φανελάκι της και το σουτιέν. Τρελαίνεται.

-    Όχι εδώ, σε παρακαλώ. Ντρέπομαι.

-    Δε με νοιάζει μαναράκι μου.

-    Μα δεν μπορώ σου λέω.

Ήξερα ότι όλα αυτά ήταν μαλακίες. Η μικρή είχε καυλώσει φουλ και ήθελε διακαώς να γαμηθεί άμεσα. Παρά τα παρακάλια και βλέποντας προς όλες τις κατευθύνσεις βγάζει τα βυζιά της στο φως της ημέρας. Ήταν πανέμορφα.

-    Μπορείς ματάκια μου. Βλέπεις που τα βυζάκια σου τα χαίρονται οι ακτίνες του ήλιου και για να μην καούν πρέπει να τα προστατέψω.

Σκύβω και τα ρουφάω, τα δαγκώνω, τα γλείφω, τα ζουλάω με τα χέρια μου και παίζω έντονα με τις ρώγες που έχουν πάρει ένα απίθανα σκούρο χρώμα και έχουν πρηστεί. Της ζητάω να μου χαϊδέψει τον πούτσο. Και πάλι ντρέπεται. Σκέφτομαι ότι της γκόμενας αυτής θα την σκίζουν μπρος πίσω δυο ψωλές και θα ντρέπεται που θα φαίνονται τα βυζιά της. Παρόλα αυτά, με λίγη πίεση, βάζει το χεράκι της μέσα στο σορτσάκι μου και πιάνει την ψώλα μου. Αρχίζει να την παίζει σιγά-σιγά, πάνω κάτω συνέχεια και αργά.

-    Δε μπορώ εδώ Δημήτρη μου, φοβάμαι το λύκο και ντρέπομαι πάρα πολύ. Δε μπορώ να χαλαρώσω με τίποτα.

-    Παίζε με την ψωλή μου Μαρία, δε μπορώ να σταματήσω τώρα. Όλο το χύμα μου είναι στ’ αρχίδια μου δεν θα μπορώ να περπατήσω. Παιξ’  τον μου να τελειώσω μωρό μου.

-    Με πιέζεις και δε μπορώ.

Την πιάνω από το σβέρκο και της κατεβάζω το κεφάλι μέχρι τον πούτσο μου.

-    Γλείφε μωρό μου πρέπει να τελειώσω δεν αντέχω. Με το άλλο χέρι παίξε με τη μουνάρα σου καύλα μου.

-    Μούγκριζε μπουκωμένη όσο της γαμάω το στόμα.

-    Πάρε με γρήγορα να χύσω μωρή ψώλα! Σε χύνω μουνόπουλο σε χύνω…

Τα πήρε όλα και μερικές σταγονίτσες που ξέφυγαν τις μάζεψε. Σηκώθηκε με το κεφάλι κάτω. Τα μάτια κατεβασμένα και δε μιλούσε. Ντύθηκε και με περίμενε να ετοιμαστώ. Πάντα αμίλητη. Πήραμε το δρόμο της επιστροφής.

-    Τι έγινε Μαράκι;

-    Δε μπορώ Δημήτρη, ντρέπομαι πολύ…

-    Καλά, είσαι με τα καλά σου; Τι ντρέπεσαι; Και όταν κάνεις έρωτα δεν ντρέπεσαι;

-    Ντρέπομαι.

-    Αυτό πρέπει να το ζήσω. Γι’ αυτό σήμερα το βράδυ, μετά το βραδινό θα έρθω στο δωμάτιό σου. Το μόνο που θα κάνουμε είναι έρωτας. Τίποτα άλλο. Μου αρέσεις Μαρία. Όλα μου αρέσουν σε εσένα. Όλα! Και το κορμί σου και το μυαλό σου.

-    Δε μπορώ εδώ. Να συναντηθούμε στην Αθήνα. Σε παρακαλώ.

Πήγαμε στο ξενοδοχείο και το υπόλοιπο της μέρας πέρασε χωρίς να γίνει κάτι ενδιαφέρον. Ο Γιάννης τα έριχνε στη Νότα. Και ο Νώντας προσπαθούσε να πείσει την Ευδοξούλα να πάνε μια βόλτα στο δάσος. Θα ήθελε να της δείξει το λύκο υποθέτω. Κάποια στιγμή ακούστηκαν από το δωμάτιο του Γιώργου και της Σταυρούλας κάτι φωνίτσες της καύλας. Όλοι ξέραμε ότι ο Γιώργος κάνει θόρυβο όταν γαμάει. Κατά τα άλλα όλα πήγαιναν ρολόι.

Το βράδυ πήγαμε μετά το φαΐ στο τοπικό μπαράκι και χαλαρώσαμε. Ήμουν κοντά της και ήπιαμε με σύνεση. Κάθε υπερβολή είναι λάθος από τον Προϊστάμενο. Φύγαμε κατά τη μία μετά τα μεσάνυχτα. Την πήγα μέχρι το δωμάτιό της. Ήταν γωνιακό με μεγάλο μπαλκόνι. Με κάλεσε για να πιούμε το τελευταίο ποτό. Εγώ δε φταίω. Αλλά ήθελα να δω που το πάει, απλή περιέργεια. Είχε βάλει τα αντικουνουπικά μέσα έξω και έτσι δεν θα υποφέραμε και οι δύο από αυτά τα ενοχλητικά έντομα. Κάθισα σε μια μεγάλη και άνετη πολυθρόνα κι αυτή χώθηκε στην αγκαλιά μου χωρίς προβλήματα και νάζια. Ήρθε και κούρνιασε χρησιμοποιώντας το κορμί μου σαν μια μεγάλη και άνετη πολυθρόνα. Άρχισα να τη φιλάω όπου εύρισκα. Στόμα, μαγουλάκια, αυτάκια, λαιμός, σβέρκο. Κότα η κυρία, καμία κίνηση μόνο που βαριανάσαινε, ψιλοβογκούσε και ξεφύσαγε.

-    Χάιδεψε με, έχω πολύ καιρό να νιώσω ένα καυτό χάδι στο κορμί μου. Νιώσε την καρδιά μου πως χτυπάει.

Της χούφτωσα το στήθος. Της είπα να βγάλει αμέσως το σουτιέν. Υπάκουσε.

-    Δεν πιστεύω να ντρέπεσαι τώρα.

Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της.

-    Μου αρέσει όπως είμαστε. Νιώθω όμορφα.

Έσκυψα και της δάγκωσα τη ρώγα, τη δάγκωσα ελαφρά και πάλι έπιασε το κεφάλι μου και το πίεσε στο στήθος της. Τη δάγκωσα ακόμα πιο δυνατά και την άφησα. Της έπιασα τη ρώγα δυνατά ανάμεσα σε δυο δάχτυλα.

-    Μου αρέσει Δημήτρη, πιο δυνατά μωρό μου, πιο δυνατά.

-    Φοβάμαι μη σε πονέσω πολύ.

-    Όχι, μη φοβάσαι… θέλω κι άλλο και τις δυο μου ρώγες σε παρακαλώ. Ζούληξε και τα βυζιά μου μωρό μου, με τρελαίνεις καύλα μου.

Έτσι όπως είχα τα δυο στήθη της στις χούφτες μου και οι ρώγες της ήταν προτεταμένες πήρα μια στο στόμα μου και την ροκάνισα. Την δάγκωσα δυνατά, πολύ δυνατά. Την ένιωσα να λιποθυμάει, ψιθυρίζοντάς μου «κι’ άλλο σε παρακαλώ, συνέχισε…». Ασχολήθηκα πολύ ώρα με το στήθος της και όσο επέμενα τόσο τρελαινόταν, τόσο παρακαλούσε να συνεχίσω. Άφησα το ένα βυζί και κατέβηκα με το χέρι μου στην κοιλιά της και αμέσως προσπάθησα να βρω το μουνάκι της. Σφίχτηκε και δεν άνοιγε τα μπούτια της. Σήκωσα το κεφάλι μου από το βυζί που βύζαινα και πήρα στην ρώγα του αφτιού της. Τη δάγκωσα πολύ δυνατά και της ψιθύρισα ότι θα το μετανιώσει που δε με αφήνει.

-    Δηλαδή… τι θα μου κάνεις; Ε; είπε αυθάδικα.

-    Θα σε γαμήσω μέχρι να μη μπορείς να τα ξανακλείσεις τα μπουτάκια σου και θα σου σκίσω τα κωλοβάρδουλα, μαλακισμένο.

-    Και γιατί δεν το κάνεις, αν είσαι τόσο μάγκας;

Έμεινα μαλάκας. Τη σηκώνω με τη μια στην αγκαλιά μου και την πετάω στο κρεβάτι. Χωρίς να νοιαστώ καθόλου για τις μιζέριες της, την ξεντύνω βίαια και μένει γυμνή, υγρή και απροστάτευτη. Εγώ ακόμα είμαι ντυμένος. Δεν κουνιέμαι καθόλου και της λέω να με ξεντύσει. Αρχίζει να ασχολείται και σιγά-σιγά, ένα-ένα τα ρούχα μου συναντάνε το πάτωμα. Όταν φθάνει στο μποξεράκι παρατηρεί την κηλίδα από τα προσπερματικά υγρά στη μόστρα και σχολιάζει:

-    Εύκολα χύνεις.

-    Αυτό θα το δούμε κουφαλίτσα. Δε θα τελειώσεις τη δουλειά που ανέλαβες;

-    Τι θες να σου κατεβάσω και το μποξεράκι.

-    Φυσικά.

-    Ντρέπομαι.

-    Καλά… θα προχωρήσεις ή θα γαμηθούμε με το βρακί;

-    Δε μου αρέσει.

-    Ούτε εμένα, λοιπόν προχώρα.

Μου κατεβάζει το μποξεράκι και πετάγεται ο ψώλος μου στη μουρίτσα της. Με γλυκές κινήσεις αρχίζει να τον χαϊδεύει με τα δυο της χέρια μαζί και τ’ αρχίδια μου. Με γλείφει παντού από τον αφαλό μου και μέχρι κάτω από τα αρχίδια. Παντού. Χαϊδεύει με το πουτσοκέφαλο τα μαγουλάκια της και ξεκινάει ένα δυνατό τσιμπούκωμα που μου πετάχτηκαν τα μάτια. Από την πολύ καύλα κόντεψα να λιποθυμήσω. Κάποια στιγμή έχασα τον κόσμο κι έχυσα άφθονο σπέρμα χωρίς να πω κουβέντα. Ούτε νοιάστηκα αν θα τα ρουφήξει, αν θα λερωθεί η μούρη της, αν θα πνιγεί από τα χύσια μου, τίποτα. Ξέπνοος έπεσα στο κρεβάτι δίπλα της και την αγκάλιασα. Ελαφίνα η κοπελίτσα. Σφίχτηκε στην αγκαλιά μου και πάλι. Την έσφιξα γλυκά με τα μπράτσα μου. Της ρούφηξα το λοβό του αφτιού της. Αναφουρφουλιάστηκε το δέρμα της, ανατρίχιασε σαν να κρύωνε. Τη ρωτάω δήθεν με απορία.

-    Κρυώνεις μωράκι μου;

-    Όχι ρε συ… τι λες, είπε λαχανιασμένα.

-    Και γιατί ανατρίχιασες.

-    Εσύ φταις μεγάλε. Εσύ με πιλατεύεις και ζητάς και τα ρέστα;

Έτσι όπως ήμασταν ξαπλωμένοι τη γύρισα ανάσκελα και άρχισα να τη χαϊδεύω σε όλο της το κορμί. Πλησίασα το στόμα μου στο κορμί της και άρχισα να τη γλείφω, να τη δαγκώνω, να την παιδεύω παντού. Μουρμούραγε και ανάσαινε βαριά, χαλάρωσε τα κλειστά της μπουτάκια και με άφησε να φτάσω στη μουνότρυπα της. Άρχισα να τη βασανίζω όσο μπορούσα περισσότερο. Κάθε τόσο έσφιγγε τα μπούτια της και έλεγε διάφορα. Κατέβηκα γλείφοντας το κορμί της. Έβαλα ένα μαξιλάρι κάτω από την κοιλιά της και ανασηκώθηκε λίγο ο κώλος της. Άνοιξα τα κωλομέρια της και ακούμπησε το υγρό μου πουτσοκέφαλο πάνω στα μουνόχειλα της και έσπρωξα. Χώθηκα μέσα της γλιστρώντας το πουτσοκέφαλο στα υγρά τοιχώματα της καυλωμένης της μουνότρυπας. Άρχισα να την γαμάω σιγά και πολύ ερωτιάρικα και γέρνοντας λίγο το σώμα μου της δάγκωσα το σβέρκο.

-    Παίξε με το γλωσσίδι σου καύλα μου, παιξ’ το να χύσουμε μαζί.

Έβαλε το δαχτυλάκι της και άρχισε να τρίβει αργά-αργά την κλειτορίδα της. Γύρισε και μου είπε:

-    Θέλω να χύσεις μέσα μου μωρό μου, παίρνω χάπι μη νοιάζεσαι, απλά νιώσε με να χύνω και εγώ, έχω καιρό να νιώσω χύσια στο μουνί μου.

-    Είμαι κοντά καύλα μου… και σε λίγο… θα χύσω στη μουνάρα σου, θα σε πλημμυρίσω καύλα μου.

Την ένιωσα να επιταχύνει.

-    Ναι, μωρό μου χύσε με. Χύνω, χύνω…

Οι σπασμοί του κόλπου της ήταν δυνατοί και πολλοί. Σπάνια το είχα ξανανιώσει. Με τρέλανε και άφησα μέσα της όλους τους ψωλοχυμούς μου. Τα ζουμιά μας πλημμύρισαν τα σεντόνια. Τη φίλησα και πήγαμε για ένα τελευταίο ντουζάκι. Ξεπλυθήκαμε και πέσαμε για ύπνο.

Γυρίσαμε Αθήνα πήγαμε σπίτια μας. Την άλλη μέρα όλοι στη δουλειά. Στα γραφεία μας και πάλι, στις συναντήσεις και πάλι, στην κατανομή εργασίας και πάλι, στο ντορό όπως κάθε Δευτέρα. Στο τέλος της ημέρας ήρθε στο γραφείο μου. Ήμασταν μόνοι μας. Με ρώτησε αν θα πάμε για φαί μαζί. Της είπα όχι, γιατί την καλώ στο σπίτι μου για να φάμε μαζί. Της άρεσε. Τη ρώτησα αν θα φύγουμε μαζί ή θέλει να έρθει μόνη της με το αυτοκίνητό της σπίτι μου. Θα έρθω στο σπίτι σου σε καμιά ωρίτσα. Θέλω τη διεύθυνσή σου. Της την έδωσα καθώς και τα προσωπικά μου τηλέφωνα.

Γύρισα σπίτι μου και μπήκα αμέσως στο μπάνιο. Ετοιμάστηκα και ετοίμασα το βραδινό μας. Rigatoni alla Norma, ντομάτες με mozzarella και βασιλικό και ένα δροσερό μπουκάλι ροζέ grenache. Ήρθε στο σπίτι μου με ένα πολύ όμορφο μεταξένιο συνολάκι, πολύ κλασάτο. Πουκαμισάκι και παντελόνα σε ένα πολύ όμορφο ροζ πολύ ανοιχτό χρωματάκι και από την πρώτη ματιά καταλαβαίνεις ότι δεν υπάρχει τίποτα να εμποδίζει το στήθος να ταλαντώνεται και τις ρώγες να εκδηλώνονται. Εγώ φορούσα ένα στιλάτο λινό παντελόνι με το αντίστοιχο πουκάμισο.

Συνεχίζεται...



Copyright protected OW ref: 124501