Η γυναίκα μου (2ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από GiaMet
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.38 (8 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Η γυναίκα μου

Ο Δημήτρης έφτασε τελικά πιο γρήγορα απ’ όσο υπολόγιζε στο ραντεβού. Σταμάτησε το ταξί ακριβώς μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας και βγήκε έξω για στρίψει ένα τσιγάρο και να καπνίσει. Το αφεντικό του ήταν πολύ αυστηρό και δεν άφηνε με τίποτε το τσιγάρο μέσα στο ταξί. Ξαφνικά εκεί που κάπνιζε είδε την πόρτα του ασανσέρ να ανοίγει. Είδε μια ξανθιά γκόμενα με ψηλοτάκουνα και γυρισμένη την πλάτη και έναν τύπο με μπουρνούζι να έχει χώσει το χέρι μέσα από το σορτάκι της και να την χουφτώνει τον κώλο. Η γκόμενα δεν είχε πάρει χαμπάρι ότι είχαν ανοίξει οι πόρτες και είχε αρπάξει την καυλωμένη ψωλή του τύπου. Ο Δημήτρης σκέφτηκε ότι μπορεί να ήταν το ραντεβού του και μπήκε γρήγορα στο αμάξι και περίμενε ελπίζοντας. Η ξανθιά γκόμενα ερχόταν τώρα προς το μέρος του, Δημήτρης ξεροκατάπιε. Τώρα που την είδε από πιο κοντά ήταν ένα θεόμουνο με απίστευτα βυζιά που ήταν σχεδόν όλα έξω. Η μουνάρα, που δεν ήταν πιτσιρίκα άλλα μάλλον σαραντάρα, πέρασε μπροστά από το αυτοκίνητο, άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και μπήκε μέσα.

-    Ελπίζω να είσαι το 82, ρώτησε η Άννα.

-    Είμαι το 82, που θα πάμε;

-    Στον Παράδεισο, Πεύκων 95.

Ο Δημήτρης ξεκίνησε αμέσως. Στην αρχή δεν μιλούσαν αυτός όμως την τσεκάριζε συνέχεια. Είχε μαυρισμένα πόδια που γυάλιζαν μέσα στο σκοτάδι και βαμμένα κατακόκκινα νύχια. Τα κόκκινα νύχια των ποδιών της Άννας τον καύλωναν πάρα πολύ. Ο Δημήτρης πάντα έλεγε πως όταν μια γκόμενα έχει βαμμένα τα πόδια της κόκκινα τότε είναι μεγάλη γαμιόλα. Μέσα σε κάνα δυο λεπτά είχε μάθει το όνομα της και άρχισαν να μιλούν ασταμάτητα. Στα μέσα περίπου της διαδρομής η Άννα τον παρακάλεσε άμα βρει ανοιχτό περίπτερο να σταματήσει για να πάρει ένα μπουκάλι νερό γιατί είχε λίγο παραπιεί και ελαφρώς ζαλιζόταν. Στο πρώτο περίπτερο ο Δημήτρης σταμάτησε, κατέβηκε και της πήρε νερό, της το έδωσε και ξεκίνησε. Η Άννα τον κοίταξε και του χαμογέλασε. Ήταν το πολύ 25-26 χρόνων, σκέφτηκε και λίγο αλητόφατσα… μέσα στα κόλπα. Σε κάθε φανάρι που σταματούσε ο Δημήτρης, κάρφωνε αμέσως το βλέμμα του στη Άννα και κυρίως στο πλαϊνό της μπλούζας της, όπου το στήθος ήταν το μισό έξω. Η Άννα φυσικά τον είχε καταλάβει και το διασκέδαζε, άλλωστε γούσταρε πολύ να βλέπει του άλλους να χαζεύουν τα βυζιά της. Γι αυτό σχεδόν πάντοτε φορούσε μπλούζες με μεγάλο ντεκολτέ και στα πουκάμισα ξεκούμπωνε ένα ή και δύο κουμπιά παραπάνω για να τα πετάει όλα έξω. Κάποια στιγμή όμως δεν άντεξε και είπε:

-    Δημήτρη κοίτα και λίγο μπροστά θα τσακιστούμε, είπαμε να κοιτάς, αλλά ρίχνε και καμιά ματιά μπροστά, θέλω να φτάσω στο σπίτι μου.

-    Θα φτάσεις σπίτι σου, αλλά όταν έχω δίπλα ένα θεόμουνο μου είναι δύσκολο να συγκεντρωθώ.

-    Δημήτρη νομίζω είσαι υπερβολικός.

-    Καθόλου υπερβολικός, στο λέω, όταν κάθεται δίπλα μου μια μουνάρα σαν και σένα είναι απολύτως φυσιολογικό να κοιτάζω την κορμάρα σου περισσότερο και λιγότερο το δρόμο…

είπε και έβαλε το χέρι του πάνω στο μπούτι της.

-    Είσαι πολύ καλός, ευχαριστώ, αλλά επιμένω… λίγο υπερβολικός. Μήπως θα ήταν καλύτερα να καθίσω πίσω για να συγκεντρωθείς;… είπε και γέλασε.

-    Άμα πας στο πίσω κάθισμα, τότε σίγουρα θα τσακιστούμε γιατί θα κοιτάζω συνέχεια προς τα πίσω…

είπε ο Δημήτρης χαϊδεύοντας το πόδι της. Γέλασαν και οι δύο. Η Άννα είχε γύρει το κεφάλι της και απολάμβανε το αεράκι που έμπαινε από τα ανοιχτά παράθυρα, αλλά και απαλό χάδι. Γύρισε και ρώτησε με λίγο νάζι.

-    Δημήτρη θα μου κάνεις μία χάρη; Μπορώ να ανάψω ένα τσιγάρο;

-    Δε γίνεται, το αφεντικό μου θα με σκίσει, δεν αφήνει τσιγάρο με τίποτε. Μπορώ όμως να σταματήσω εδώ λίγο πριν από το σπίτι σου, ξέρω ένα μέρος και να καπνίσουμε ένα τσιγαράκι.

-    Τέλεια, σταμάτα γιατί έχω σκάσει για τσιγάρο…

είπε η Άννα. Ο Δημήτρης μετά από λίγο, μισό χιλιόμετρο πριν από το σπίτι της Άννας, βγήκε απ’ το δρόμο προχώρησε καμιά 50αριά μέτρα και σταμάτησε στην αρχή από ένα δασάκι.

-    Φτάσαμε, είπε ο Δημήτρης.

Η Άννα χαμογέλασε και είπε:

-    Δημήτρη, ξέρεις πως το λέμε όλοι που μένουμε εδώ κοντά αυτό το μέρος; Γαμηστρώνα, γιατί όλοι έρχονται για να γαμηθούν.

-    Εσύ Άννα έχεις έρθει ποτέ;

Η Άννα τον κοίταξε μ’ ένα περίεργο ύφος χωρίς να του απαντήσει. Άρχισε να ψάχνει στη τσάντα για τα τσιγάρα της.

-    Γαμώτο! Δημήτρη, ελπίζω να καπνίζεις γιατί εγώ κάπου ξέχασα τα δικά μου.

-    Μην ανησυχείς έχω εγώ, και έβγαλε τον καπνό και τα χαρτάκια για να της ετοιμάσει ένα.

-    Ωχ στριφτά; Δεν έχεις κανένα κανονικά;

-    Όχι, μόνο στριφτά αλλά μπορώ να σου ετοιμάσω ένα extra special εαν θέλεις, είπε χαμογελώντας πονηρά.

-    Και τι έχει αυτό το extra special; ρώτησε εκείνη χαμογελώντας και εκείνη πονηρά.

-    Αα τίποτα. Καπνό και λίγα αρωματικά… βότανα.

-    Μάλιστα, κατάλαβα. Άστο καλύτερα είμαι ακόμα λίγο ζαλισμένη. Κάνε ένα απλό.

-    Μην ανησυχείς, θα το κάνω πολύ light. Θα δεις θα σου αρέσει πολύ! Φαντάζομαι έχεις κάνει άλλη φορά χόρτο…

είπε και έβγαλε από την τσέπη του ένα σακουλάκι.

-    Ε… καπνίζω που και που κανένα, άμα τύχει η φάση. Ελαφρύ σε παρακαλώ, καν' το πολύ ελαφρύ. Τελικά είχα δίκιο που σε έκοψα για αλητόφατσα… είπε με νάζι.

-    Αλητόφατσα;…

αναρωτήθηκε ο Δημήτρης και αφού σάλιωσε το τσιγάρο της το έδωσε μαζί με ένα αναπτήρα.

-    Τι είναι αυτό;… τρελάθηκες; Αυτό είναι τεράστιο, δεν το θέλω παρ' το.

-    Μην τρελαίνεσαι, είναι και για τους δύο μας. Είναι πολύ καλό, θα γουστάρεις πολύ. Αναψ' το και τράβα διπλή ρουφηξιά και κράτα τον μέσα πολύ και μετά άλλη μία διπλή και πάλι μέσα σου.

Η Άννα άναψε το τσιγάρο και ακολούθησε τις οδηγίες. Είχε δίκιο ήταν πάρα πολύ καλό, γύρισε προς τον Δημήτρη και ακούμπησε την πλάτη της στην πόρτα του συνοδηγού και του έδωσε το τσιγάρο. Εκείνος πήρε μια ρουφηξιά και της το έδωσε πάλι πίσω.

-    Έλα, πάρε ακόμη μια διπλή για να γουστάρεις.

Η Άννα πήρε ακόμα διπλή ρουφηξιά έγειρε πίσω το κεφάλι της στο ανοιχτό παράθυρο και αφού άπλωσε νωχελικά το αριστερό της πόδι πάνω στο κάθισμα της και στου Δημήτρη, έβγαλε σιγά-σιγά τον καπνό. Γούσταρε, γούσταρε πολύ την όλη φάση. Ο Δημήτρης είχε αρχίσει να  της χαϊδεύει το πόδι που ήταν στη αγκαλιά του. Σιγά-σιγά με αργές κινήσεις από το πέδιλο μέχρι πάνω από το γόνατο στο μπούτι. Μετά από λίγο της έβγαλε το πέδιλο και συνέχισε τα χάδια του. Η Άννα δεν ξανάδωσε πίσω το τσιγάρο, το κάπνιζε μόνη της.

-    Τελικά δεν μου είπες, εσύ έχεις έρθει έδω;

Η Άννα τον κοίταξε παίρνοντας μια τζούρα και του είπε:

-    Μια, μια φορά μόνο.

-    Για τσιγάρο ή…

Δεν τελείωσε την φράση του και πήρε και το άλλο πόδι της στη αγκαλιά του. Η Άννα, που ήταν τώρα σχεδόν ξαπλωμένη και απολάμβανε τα χάδια του, τον κοίταξε και του είπε:

-    Για να γαμηθώ.

Χαμογέλασαν και οι δύο.

-    Με τον τύπο που σε είδα ή με κανένα άλλο;

-    Με τον τύπο που με είδες;… αναρωτήθηκε προς στιγμή η Άννα.

-    Α… όχι, όχι, καμία σχέση απολύτως…

είπε και άρχισε να γελάει. Την ώρα που μιλούσαν το χέρι του Δημήτρη είχε ανέβει πιο πάνω από τα μπούτια της, στο σορτάκι, και είχε αρχίσει να της πιάνει το μουνί. Η Άννα όχι μόνο δεν αντέδρασε, αλλά για να τον διευκολύνει έφερε την λεκάνη της πιο κοντά του. Ήταν φτιαγμένη. Ο Δημήτρης της έκανε διάφορες ερωτήσεις προσπαθώντας να μάθει με ποιόν ήρθε και τι είχε κάνει ακριβώς, ήθελε λεπτομέρειες. Η Άννα όμως δεν του έλεγε και γελούσε. Εκείνος όσο μιλούσαν συνέχιζε να της τρίβει το μουνί πάνω από το σορτσάκι. Κάποια στιγμή, κοιτάζοντας τη στα μάτια, της ξεκούμπωσε το κουμπί από το σορτσάκι. Εκείνη χαμογέλασε και ανασήκωσε ελαφρά την λεκάνη της για να μπορέσει να της το βγάλει πιο εύκολα. Ο Δημήτρης της χάιδεψε λίγο το μουνί πάνω από το κιλοτάκι, αλλά μετά το έκανε στο πλάι και αφού το χάιδεψε λίγο ακόμα, έχωσε το δάχτυλο του μέσα.

-    Μουνάρα μου, είσαι μούσκεμα.

Η Άννα γέλασε και είπε:

-    Κάθε φορά που καπνίζω χόρτο αυτό παθαίνω. Με φτιάχνει και με καυλώνει πάρα πολύ.

Ο Δημήτρης της έχωσε και δεύτερο δάχτυλο μέσα στο μουνί και με τον αντίχειρα του έτριβε την κλειτορίδα της ενώ ταυτόχρονα έγλειφε την πατούσα της και τα δάχτυλα της. Εκείνη έχωσε τα χέρια της μέσα από τα πλαϊνά της μπλούζας και χούφτωσε τα βυζιά παίζοντας ταυτόχρονα με τις ρώγες της. Ο Δημήτρης την είδε και είπε.

-    Βγαλ' τα έξω, θέλω να μου τα δείξεις.

Η Άννα ανασήκωσε λίγο το κεφάλι της από το ανοιχτό παράθυρο και έλυσε πίσω από το λαιμό της την τιράντα της μπλούζας και την κατέβασε για να τα βγάλει έξω. Χούφτωσε και τα δύο βυζιά της από κάτω και του τα έδειξε χαμογελώντας, μετά έφερε το ένα στο στόμα της και άρχισε να γλείφει και να ρουφάει την ρώγα της. Ο Δημήτρης είχε τρελαθεί.

-    Τι ξεκωλιάρα είσαι εσύ μωρό μου!

Η Άννα σήκωσε λίγο τη λεκάνη της και περίμενε. Εκείνος κατάλαβε αμέσως και της έβγαλε το στρινγκάκι, τότε εκείνη έβαλε το αριστερό της πόδι πάνω στο προσκέφαλο του καθίσματος του οδηγού και το δεξί πάνω στο ταμπλό του αυτοκινήτου ακόμα λίγο πιο κοντά του. Ο Δημήτρης έσκυψε, άνοιξε και με τα δύο του χέρια τα μουνόχειλα της και άρχισε να την γλείφει σαν τρελός την κλειτορίδα, την κωλοτρυπίδα, παντού. Η Άννα αναστέναζε.

-    Έτσι, έτσι μπράβο, γλείψε τη μουνάρα μου, μη σταματάς καθόλου. Ναι μπράβο και την κλειτορίδα και τον κώλο μου. Γουστάρω, ναι κι άλλο. Βάλε μου και κωλοδάχτυλο, πιο βαθιά σε παρακαλώ, ναι, όλο, όλο μέσα στον κώλο μου. Θεέ μου την καύλα είναι αυτή, με καυλώνεις τόσο πολύ, μη σταματάς.

Μετά από λίγο, η Άννα τραβήχτηκε απότομα ανακάθισε και γεμάτη καύλα του είπε:

-    Κάνε λίγο πίσω την πλάτη του καθίσματος και βγαλ' τη έξω. Θέλω να στη γλείψω, θέλω να σου κάνω τσιμπούκι.

Ο Δημήτρης χωρίς δεύτερη κουβέντα υπάκουσε, κατέβασε το παντελόνι του και έβγαλε την ψωλή του έξω. Η Άννα κοκάλωσε, κοίταξε την ψωλή του, τον κοίταξε στα μάτια και άρχισε να γελάει.

-    Τί είναι το πράγμα παιδάκι μου, καλά αυτό δεν γίνεται, δεν υπάρχει.

Η πούτσα του Δημήτρη ήταν σε μήκος σαν του Κώστα, περίπου είκοσι εκατοστά, αλλά και πιο χοντρή από του Κώστα.

-    Εσύ παιδάκι μου πρέπει να αφήσεις το ταξί και να πας να γίνει πορνοστάρ. Εγώ πάντως πρώτη φορά βλέπω τέτοιο πράγμα.

Κρατώντας τη με το ένα χέρι έσκυψε γρήγορα και έβγαλε από την τσάντα της το κινητό και πήρε τη πούτσα φωτογραφία. Πέταξε το κινητό πίσω στη τσάντα, έπιασε και με τα δύο της χέρια την ψωλάρα του και άρχισε να τον μαλακίζει. Αφού το φίλησε παθιασμένα, έσκυψε και άρχισε να του κάνει τσιμπούκι. Τον έγλειφε σα δαιμονισμένη παντού στο κεφάλι, στ’ αρχίδια. Ο Δημήτρης αφού χάιδεψε λίγο τα βυζιά της, άπλωσε το χέρι του και έχωσε το δάχτυλο του στο μουνί της για να υγραθεί και μετά το έχωσε στην κωλοτρυπίδα της, έκλεισε τα μάτια για να απολαύσει το απίστευτο τσιμπούκι της.

-    Θα σε ξεπατώσω καυλιάρα μου.

-    Ναι… θέλω να με ξεσκίσεις με την ψωλάρα σου…

είπε η Άννα βγάζοντας την πούτσα από το στόμα της. Ο Δημήτρης έβγαλε το παντελόνι του, βγήκε από το αυτοκίνητο και πήγε από την πλευρά του συνοδηγού, άνοιξε την πόρτα και τράβηξε την Άννα προς το μέρος του. Εκείνη του είπε:

-    Θέλω να σε τσιμπουκώσω κι άλλο…

και τον πήρε ξανά στο στόμα της. Ο Δημήτρης άρχισε να κινείται ρυθμικά μπρος πίσω σα να την γαμάει, ενώ εκείνη του χάιδευε τ’ αρχίδια. Κάποια στιγμή εκείνος τραβήχτηκε, την έβγαλε από το αυτοκίνητο την γύρισε με πλάτη και την έβαλε να σκύψει, η Άννα έσκυψε, ακούμπησε τα χέρια της στο καπώ του αυτοκινήτου γύρισε προς τα πίσω.

-    Τι περιμένεις… χωσ' τον μου, θέλω να με σκίσεις.

Έπιασε με τα χέρια τα κωλομέρια της τα άνοιξε και περίμενε… Ο Δημήτρης με μια απότομη κίνηση τον κάρφωσε στη μουνάρα της και ταυτόχρονα έφτυσε την κωλοτρυπίδα της και της έβαλε δάχτυλο. Τη γαμούσε πισωκολλητά με απίστευτη δύναμη.

-    Γάμα με πιο δυνατά μωρό μου, βάλε μου κι άλλο δάχτυλο στον κώλο, ναι, τέρμα μέσα και τα δύο στην κωλοτρυπίδα μου.

Ό ήχος που έκανε ο κώλος της Άννας όταν χτυπούσε με δύναμη πάνω στο Δημήτρη πρέπει να ακούγονταν σ’ όλο το δασάκι, αλλά κανένας από του δύο τους δεν έδινε την παραμικρή σημασία. Αφού συνέχισαν έτσι για κανένα πεντάλεπτο, η Άννα γύρισε και ξάπλωσε πάνω στο καπώ και άνοιξε τα πόδια της.

-    Έλα, τώρα θέλω να σε βλέπω, θέλω να σε βλέπω όταν θα με χύνεις…

είπε και κράτησε με τα χέρια τα πόδια της ανοιχτά. Εκείνος έτριψε λίγο με κεφαλάκι της πούτσας του στην κλειτορίδα της και τον έχωσε. Συνέχισε με σταθερό ρυθμό να τη γαμάει, ενώ η Άννα είχε αρχίσει να παίζει με την κλειτορίδα της για να χύσει. Ο Δημήτρης δε μπόρεσε να κρατηθεί για πολύ, την έβγαλε και άρχισε να την χύνει πάνω στη κοιλιά και τα βυζιά της, η Άννα άρπαξε αμέσως τ’ αρχίδια του και άρχισε να τα μαλάζει για να ευχαριστηθεί ακόμα περισσότερο το χύσιμο.

-    Έλα αγόρι μου χύσε με παντού στην κοιλιά στα βυζιά, παντού. Τι ωραία αρχίδια είναι αυτά, ναι, χύσε με κι άλλο να γουστάρω, θέλω να γεμίσεις.

Όταν σταμάτησε να τη χύνει, η Άννα πήρε την ψωλή και άρχισε να την τρίβει πάνω στα μουνόχειλα της.

-    Τώρα η σειρά μου να χύσω…

είπε με νάζι. Πήρε με τα δάχτυλα χύσια από την κοιλιά της και πασάλειψε το μουνί και την κλειτορίδα της και άρχισε να την τρίβει με δύναμη. Ο Δημήτρης είχε χαζέψει, την κοιτούσε και χάιδευε τον πούτσο του. Η Άννα πασάλειψε με χύσια και το άλλο της το χέρι και έχωσε κατ’ ευθείαν δύο δάχτυλα στην κωλοτρυπίδα της και άρχισε να την γαμάει. Το θέαμα της Άννας ήταν απίστευτο, ξαπλωμένη πάνω στο καπώ, πασαλειμμένη από τα βυζιά μέχρι το μουνί με τα χύσια του Δημήτρη και εκείνη με ένα χέρι έτριβε την κλειτορίδα της και με άλλο γαμούσε την κωλοτρυπίδα της. Ο Δημήτρης έσκυψε απότομα στην ανοιχτή πόρτα, άρπαξε το τηλέφωνο μέσα από την τσάντα της και άρχισε να την παίρνει video ενώ με το άλλο του το χέρι άρχισε και πάλι να τραβάει μαλακία.

-    Τι κάνεις;…

τον ρώτησε με καυλωμένη φωνή και χωρίς να σταματήσει.

-    Παίρνω video με το τηλέφωνο σου, μη σταματάς συνέχισε.

-    Δεν σταματώ, θα χύσω όμως σε λίγο… Ναι, χύνω, χύνω καύλα μου…

είπε και έχωσε με δύναμη τα δάχτυλα της σε μουνί και κώλο. Τρανταζόταν ολόκληρη καθώς έχυνε από την καύλα και έσπρωχνε πιο βαθιά τα δάχτυλα. Μετά από λίγο ηρέμησε, κοίταξε το Δημήτρη και την κάμερα ναζιάρικα, έβγαλε τα δάχτυλα από την κωλοτρυπίδα της πήρε λίγα χύσια από την κοιλιά της και άρχισε να τα γλείφει. Το ίδιο έκανε αμέσως μετά και με τα δάχτυλα που είχε χωμένα στο μουνί της.

-    Δεν χορταίνω τα χύσια σου. Τι βλέπω μωρό μου πάλι καύλωσες; Θα με χύσεις πάλι;

Ο Δημήτρης τράβηξε το πόδι της και άρχισε να τη χύνει στα δάχτυλα, πάνω στα κόκκινα νύχια της. Η Άννα του έδωσε και το άλλο της πόδι για να χύσει και εκείνο. Έτριβε την πούτσα του πάνω στα δάχτυλα της και τραβούσε video. Μόλις τελείωσε την φίλησε στο στόμα και της έδωσε το τηλέφωνο. Είδε την ώρα, και τινάχτηκε, ήταν περασμένες 5.

-    Ντύσου και ξεκίνα αμέσως, εγώ θα ντυθώ στο αυτοκίνητο.

Μπήκαν μέσα και ξεκίνησαν αμέσως. Μόλις ο Δημήτρης άναψε τα φώτα, είδαν ότι σχεδόν δίπλα τους είχε και άλλο αμάξι μ’ έναν τύπο που τους έπαιρνε μάτι.

-    Του φτιάξαμε το βράδυ…

είπε η Άννα γελώντας και ξεκίνησε να ντύνεται βιαστικά. Σε 3 λεπτά είχαν φτάσει. Η Άννα φίλησε στα γρήγορα τον Δημήτρη, πήρε την κάρτα του και εξαφανίστηκε. Ξεκλείδωσε την πόρτα και μπήκε σιγά-σιγά για να μην ξυπνήσει τον Γιώργο. Πήγε στο μπάνιο και άρχισε να ξεντύνεται, έμεινε μόνο με το στρινγκάκι της,  κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και χαμογέλασε, είχε ακόμα χύσια πάνω της. Πήρε την πετσέτα και σκουπίστηκε βιαστικά και πήγε στο δωμάτιο. Χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα φίλησε το Γιώργο που κοιμόταν και του ψιθύρισε:

-    Αγάπη μου γύρισα, καληνύχτα.

Γύρισε από την άλλη και έκλεισε τα μάτια της. Κοιμήθηκε ευχαριστημένη.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 - Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

Η Άννα άνοιξε τα μάτια της, κοίταξε δίπλα της, ο Γιώργος είχε φύγει. Ήταν σχεδόν μεσημέρι, τεντώθηκε ευχαριστημένη. Η χθεσινή βραδιά, σκέφτηκε, ήταν πραγματικά απίστευτη. Είχε ακόμα πάνω της την μυρωδιά από τα χύσια του Δημήτρη. Τέντωσε το χέρι για να πάρει από το κομοδίνο το τηλέφωνο της. Ήθελε να δει το video που είχε τραβήξει ο Δημήτρης. Πρώτη φορά έβλεπε έτσι το εαυτό της. Άρχισε ασυναίσθητα να χαϊδεύει απαλά την κοιλιά της. Η μυρωδιά της και το video την είχανε καυλώσει. Έβγαλε το κιλοτάκι της και άρχισε να χαϊδεύει το μουνί της, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθούσε το video. Δεν ήταν σίγουρη αν ήθελε χύσει ή απλώς να παίξει λίγο. Τελικά αποφάσισε να κάνει μπάνιο. Πήγε μέσα και άνοιξε το νερό για να γεμίσει την μπανιέρα. Βγαίνοντας άκουσε το τηλέφωνο της να χτυπάει. Ήταν ο Πέτρος, δίστασε, δεν ήξερε τι να κάνει, τελικά αποφάσισε να μην απαντήσει. ‘Ήθελε να ηρεμήσει μετά από την χθεσινή βραδιά και να σκεφτεί αν θα μιλούσε για τις περιπέτειες της στο Γιώργο, ήταν πραγματικά διχασμένη. Μπήκε στην μπανιέρα και βυθίστηκε στο καυτό νερό. Επιτέλους είχε πραγματικά χαλαρώσει, το ζεστό νερό και τα άλατα είχαν κάνει την δουλεία τους.

Άρχισε σιγά-σιγά να βάζει σε μια τάξη στις σκέψεις της. Όχι, τελικά δεν είχε μετανιώσει για χθες βράδυ, γιατί άλλωστε; Ο άνδρας της ήθελε, όπως τουλάχιστον έλεγε, να αρχίσει να ξενοπηδιέται… και η ίδια, χθες το βράδυ ένιωσε στιγμές απίστευτης καύλας και ηδονής. Ένιωθε πραγματικά απελευθερωμένη. Το Γιώργο τον αγαπούσε πραγματικά και αυτό δεν άλλαζε, όλα τα υπόλοιπα ήταν παιχνίδια για περισσότερη ευχαρίστηση. Είχε αποφασίσει, θα του τα έλεγε όλα, απλά όχι αυτή τη στιγμή. Βγήκε από την μπανιέρα φόρεσε το μπουρνούζι της και πήγε στο σαλόνι. Είχε μετανιώσει που δεν είχε απαντήσει στο τηλέφωνο του Πέτρου. Πήρε το τηλέφωνο στα χέρια της.

-    Πέτρο; Έλα, εγώ είμαι, πήρες τηλέφωνο αλλά ήμουν στο μπάνιο και δεν το άκουσα. Ναι μόλις βγήκα και είδα την κλήση σου. Εντάξει, έκατσα λίγο παραπάνω είχα γεμίσει την μπανιέρα και χαλάρωνα. Όχι, όχι, μπάνιο έκανα, τίποτα άλλο. Άκου, την επόμενη φορά που θα θελήσεις να μιλήσουμε στείλε πρώτα ένα sms, δε θέλω… ναι ακριβώς. Εγώ μετά θα σε παίρνω πίσω ή αν δεν μπορώ θα σου στέλνω sms. Πες μου λοιπόν. Σήμερα;… μα αφού σου είπα την άλλη εβδομάδα. Δε μπορώ, θα βγούμε με τον άνδρα μου, είμαστε καλεσμένοι, δε γίνεται. Πάρε τηλέφωνο την Τετάρτη, γεια.

Με το που έκλεισε το τηλέφωνο η Άννα, αυτό ξαναχτύπησε, ήταν ο Γιώργος.

-    Έλα αγάπη μου, ξεκίνησες;

-    Άννα δε θα έρθω, μου βγήκε δουλειά που πρέπει να τελειώσω.

-    Θυμάσαι ότι είμαστε καλεσμένοι το βράδυ στο Βασίλη και τη Δήμητρα.

-    Ωχ, το είχα ξεχάσει. Τι ώρα πρέπει να πάμε;

-    Γύρω στις 9, αλλά είπαν να μην αργήσουμε πάλι.

-    Καλά-καλά, κοίταξε εγώ θα φροντίσω το αργότερο μέχρι τις 8 να γυρίσει. Θα κάνω ένα γρήγορο ντουζάκι, θα αλλάξω και θα φύγουμε. Κανόνισε όμως να είσαι έτοιμη. Εντάξει;

-    Εγώ θα είμαι έτοιμη, εσύ να μην αργήσεις φιλάκια.

-    Φιλάκια γεια.

και αμέσως μετά…

-    Έλα Πέτρο, εγώ είμαι. Έχω λίγο χρόνο, όμως πρέπει να βρεθούμε νωρίς γιατί σου είπα, το βράδυ έχω έξοδο. Γύρω στις 4, που θέλεις; Ναι, ναι το ξέρω το μέρος, καλά αυτό νόμιζα ότι είχε κλείσει. Εντάξει στις 4.

Η Άννα έκλεισε το τηλέφωνο και πήγε στο δωμάτιο για να ετοιμαστεί. Έξω είχε πάρα πολύ ζέστη. Αποφάσισε να βάλει ένα λεπτό καφτάνι. Ήταν πολύ κοντό, το ντεκολτέ ήταν σχεδόν μέχρι την κοιλιά και αρκετά διάφανο. Κανονικά αυτό φοριόταν πάνω από μαγιώ στη θάλασσα αλλά η Άννα το φορούσε μερικές φορές και στη πόλη και σταματούσε η κυκλοφορία. Έβαλε λάδι στα πόδια της στο στήθος και στα χέρια τα σημεία δηλαδή που έμεναν ακάλυπτα από το καφτάνι. Της άρεζε πολύ όταν ήταν μαυρισμένη από τον ήλιο να βάζει λάδι για να γυαλίζει το σώμα της. Φόρεσε ένα μαύρο δαντελωτό τάνγκα κιλοτάκι και ένα μαύρο σουτιέν που ίσα-ίσα κάλυπτε τις ρώγες της και ήταν ιδανικό για πολύ μεγάλα ντεκολτέ και φυσικά ψηλές πλατφόρμες. Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη από μπρος και από πίσω, ήταν αρκετά διάφανο, το τάνγκα έκανε μπαμ από μακριά. Πήρε την τσάντα της και βγήκε.

Ήταν λίγο ανήσυχη που έδωσε ραντεβού μέρα μεσημέρι. Ευτυχώς όμως το μέρος όμως που έδωσε ραντεβού με τον Πέτρο ήταν εντελώς εκτός κέντρου και σε άσχετη περιοχή, οπότε κακώς ανησυχούσε. Το μέρος το θυμόταν από τότε που ήταν 20 χρονών. Αρχικά ήταν μπαρ με live, μάλιστα είχε πάει και κάνα δύο φορές, μετά έγινε μπουάτ και στο τέλος είχε ακούσει ότι ήταν μπαρ με κονσομασιόν. Έφτασε σχετικά γρήγορα αλλά με το πάρκινγκ δυσκολεύτηκε λίγο και το άφησε ένα τετράγωνο πιο μακριά. Η ζέστη έξω ήταν αφόρητη ήταν απομεσήμερο και λίγο κόσμος κυκλοφορούσε στη γειτονιά. Έφτασε στο μπαρ, έσπρωξε και μπήκε. Η εικόνα που αντίκρισε ήταν από την δεκαετία του ’80. Ήταν όπως  περίπου όπως το θυμόταν, απλώς πιο παλιό, πιο σκοτεινό και πιο βρώμικο, δεν πρέπει να το έκαναν ποτέ ανακαίνιση, κανονικό καταγώγιο, τουλάχιστον είχε κλιματισμό.

Έκλεισε την πόρτα και προχώρησε προς το μπαρ. Το μαγαζί ήταν άδειο… και πως να μην είναι, μόνο δύο τύποι κάθονταν στη άκρη του μπαρ. Ο ένας ήταν χοντρός και φαλακρός και ο άλλος κανονικός με σγουρά μαλλιά μαυριδερός και αξύριστος γύρο στα 50 με 55. Έδειχναν και οι δύο βρωμεροί και ιδρωμένοι. Καρφώθηκαν και οι δύο πάνω της, κάτι είπαν μεταξύ τους και γέλασαν. Την κοιτούσαν σα λιγούρια από πάνω μέχρι κάτω. Θα τον έσκιζε η Άννα τον Πέτρο, είχε αργήσει. Αναγκάστηκε να καθίσει στο μπαρ για να τον περιμένει. Την πλησίασε ο μπάρμαν, πενηντάρης κι αυτός, και gay.

-    Τι να σας φέρω;

-    Ένα Campari με σόδα και μια φέτα πορτοκάλι και ένα τασάκι παρακαλώ.

Ο μπάρμαν άφησε το τασάκι μπροστά της και άρχισε να ετοιμάζει το ποτό.  Ο μπάρμαν ακούμπησε το ποτό, η Άννα ήπιε μια μεγάλη γουλιά και άναψε τσιγάρο. Ήταν ιδρωμένη και εκνευρισμένη που δεν είχε έρθει ακόμα ο Πέτρος. Θα τον περίμενε όση ώρα χρειαζόταν για να πιεί το ποτό της και μετά θα εξαφανιζόταν.

-    Μπορείς να έρθεις να κάτσεις μαζί μας, δεν ωραίο να πίνεις το ποτό σου μόνη, είπε ο μαυριδερός και χαμογέλασαν και οι δύο σαν ηλίθιοι.

-    Ευχαριστώ, αλλά περιμένω παρέα.

-    Μέχρι να έρθει η παρέα σου μπορούμε εμείς να σου κάνουμε παρέα, να σε κεράσουμε και κανένα ποτάκι… και αν δε θέλεις να έρθεις, μπορούμε να έρθουμε εμείς…

είπε ο μαυριδερός και την πλησίασε.

-    Είπα ευχαριστώ, αλλά προτιμώ να περιμένω μόνη μου…

είπε η Άννα και ήπιε μια γουλιά από το ποτό της.

-    Καλά, πάντως να ξέρεις δε δαγκώνουμε, ειδικά κυρίες σαν κι εσένα. Αν αλλάξεις γνώμη εδώ δίπλα είμαστε…

είπε ο μαυριδερός χαμογελώντας και επέστρεψε στη θέση του. Η Άννα άναψε κι άλλο τσιγάρο. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο Πέτρος βιαστικός, αγκάλιασε την Άννα και τη φίλησε στο λαιμό πιάνοντας και τον κώλο της.

-    Χίλια συγγνώμη πέντε λεπτά άργησα, αλλά δεν έβρισκα πάρκινγκ έκανα τρεις κύκλους.

-    Θα σε πνίξω μ’ έβαλες να περιμένω εδώ παρέα μ’ αυτούς τους δραπέτες κατάδικους, είναι δυνατόν;

-    Ένα τζιν τόνικ σε παρακαλώ. Σου είπα συγγνώμη δεν το έκανα επίτηδες…

είπε και άρπαξε με τα δύο του χέρια το μπούτι της.

-    Τι μουνάρα είσαι και σήμερα, γουστάρω που φαίνεται το κιλοτάκι σου και οι βυζάρες σου. Δεν σου όρμησαν οι… κατάδικοι;

-    Αν αργούσες λίγο ακόμα… είπε η ειρωνικά η Άννα. Εδώ θα κάτσουμε;

-    Όχι, κανένα δεκάλεπτο να πιούμε τα ποτάκια μας και θα πάμε σινεμά.

-    Σινεμά; Καλά άμα ήταν να πάμε σινεμά γιατί με κουβάλησες εδώ; Και σε ποιά ταινία θα πάμε;… ρώτησε ελαφρώς απογοητευμένη.

-    Την ταινία δεν ξέρω πως τη λένε αλλά θα σ’ αρέσει σίγουρα και ήρθαμε εδώ γιατί το σινεμά είναι απέναντι.

-    Απέναντι;…

απόρησε η Άννα, σηκώθηκε και πήγε προς τη τζαμαρία, άνοιξε λίγο μια περσίδα και κοίταξε απέναντι, Γύρισε πίσω στον Πέτρο χαμογελώντας.

-    Είσαι τρελός το ξέρεις; Θα πάμε στο τσοντάδικο;

-    Γιατί όχι, αφού μου είπες ότι γουστάρεις να βλέπεις πορνό.

-    Εντάξει μ’ αρέσει να βλέπω αλλά στην τηλεόραση και στο σπίτι.

-    Μια χαρά θα είναι, σκοτεινά και τέτοια ώρα μπορεί και να είμαστε εντελώς μόνοι. Θα σ’ αρέσει.

-    Τι να πω; Είσαι θεότρελος!  

Όση ώρα μιλούσαν ο Πέτρος χάιδευε το γυμνό μπούτι της Άννας. Το χέρι του είχε φτάσει ψηλά μέχρι το μουνί της, ήταν λίγο ιδρωμένη. Ήπιαν γρήγορα τα ποτά τους και αφού πλήρωσε ο Πέτρος βγήκαν έξω.

Η ζέστη ήταν αποπνικτική. Προχώρησαν και πέρασαν απέναντι. Το καφτάνι της Άννας εκτός απ’ το ότι ήταν super μίνι ήταν όντως και αρκετά διάφανο, στο δυνατό φως μπορούσε να δει κανείς με κάθε λεπτομέρεια το κιλοτάκι της και το γυμνό της κώλο. Από μπροστά το ντεκολτέ τα έδειχνε όλα, πολλές φορές μάλιστα άνοιγε και το στήθος της πότε το αριστερό και πότε το δεξί έβγαινε έξω, καλυμμένο βέβαια από το μικροσκοπικό μαύρο σουτιέν. Ο Πέτρος είχε παρανοήσει με το ντύσιμο της, ο πούτσος του είχε γίνει κάγκελο, ήθελε να την ξεσκίσει. Τη στιγμή που έμπαιναν στο σινεμά, ο μαυριδερός από το μπαρ έβγαινε για ν’ αγοράσει τσιγάρα και τους είδε. Ο ταμίας στο σινεμά όταν είδε την Άννα ξεροκατάπιε και μετά χαμογέλασε με νόημα. Ο Πέτρος πήρε τα ρέστα κατεβήκαν τα σκαλιά έσπρωξαν τις πόρτες και μπήκαν μέσα στην αίθουσα. Ο κλιματισμός μάλλον ήταν προϊστορικής τεχνολογίας, η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική από την τσιγαρίλα και την υγρασία. Δε μπορούσαν να δουν απολύτως τίποτα, μόνο τον μαύρο που ξεκώλιαζε μια ξανθιά γκόμενα στη οθόνη τα βογγητά της ακούγονταν δυνατά.

-    Περίμενε λίγο στην άκρη μέχρι να συνηθίσουν τα μάτια μας για να δούμε που θα κάτσουμε, είπε ο Πέτρος.

-    Εντάξει, εντάξει. Πέτρο μου να σε ρωτήσω κάτι, το σινεμά έχει dolby surround;…

είπε η Άννα γελώντας. Ο Πέτρος έβαλε το χέρι κάτω απ’ το καφτάνι και την τσίμπησε τον κώλο. Η Άννα διασκέδαζε πολύ με το όλο σκηνικό, πρώτα με το μπαρ και τώρα με το σινεμά, αισθάνονταν ότι είχε μπει σε μια χρονομηχανή και την μεταφέρει πίσω στο 1980. Τα μάτια τους σιγά-σιγά άρχισαν να συνηθίζουν. Το σινεμά ήταν αρκετά μεγάλο και σχεδόν άδειο, δεν πρέπει να είχε παραπάνω 10 άτομα. Πήγαν και κάθισαν κάπου στη μέση. Στη οθόνη γινόταν μία μεγάλη παρτούζα πάνω σ’ ένα σκάφος. Ο Πέτρος ξεκούμπωσε το παντελόνι κι έβγαλε έξω τον καυλωμένο πούτσο του.

Άννα κοίτα τι έχω εδώ για σένα. Εκείνη κοίταξε μία γρήγορη ματιά αριστερά δεξιά, άπλωσε το αριστερό της χέρι και άρχισε να παίζει τον πούτσο του. Ήταν σ’ ένα βρωμερό πορνοσινεμά μαζί με διάφορους τύπους που έβλεπαν τσόντα και τραβούσαν μαλακία, το όλο σκηνικό είχε αρχίσει να την καυλώνει. Ο Πέτρος έχωσε το χέρι του και άρχισε να της χαϊδεύει το μουνί. Η Άννα άνοιξε το ντεκολτέ της και έβγαλε το στήθος της έξω, σάλιωσε το δάχτυλο και άρχισε να χαϊδεύει τη ρώγα της. Το μουνί της είχε αρχίσει να γίνεται μούσκεμα. Ανασηκώθηκε λίγο και κατέβασε το κιλοτάκι της.

-    Χώσε μου δύο δάχτυλα στο μουνί και γάμησε το σε παρακαλώ…

είπε η Άννα. Χωρίς δεύτερη κουβέντα ο Πέτρος βύθισε τα δάχτυλα στη μουνάρα της που ήταν μούσκεμα και άρχισε να της το γαμάει, ενώ η Άννα του τραβούσε μαλακία. Εκείνη τη στιγμή ένας τύπος ήρθε και έκατσε δύο θέσεις παραδίπλα από την Άννα. Εκείνη όπως ήταν φυσικό μαζεύτηκε, γύρισε μέσα στο σκοτάδι και τον κοίταξε. Ταραγμένη σκύβει και ψιθυρίζει στον Πέτρο:

-    Πέτρο ξέρεις ποιός ήρθε και έκατσε παραδίπλα μας; Εκείνος ο μαυριδερός, ο αξύριστος από το απέναντι μπαρ. Μας πήρε από πίσω.

-    Σιγά ρε Άννα, ο άνθρωπος μπήκε να δει καμιά τσόντα. Πήρε φαίνεται χαμπάρι ότι είσαι γκόμενα και ήρθε να κάνει μάτι.

-    Πέτρο, όταν γύρισα να τον κοιτάξω, χαμογέλασε. Πάμε ν’ αλλάξουμε θέση.

-    Άννα μωρό ηρέμησε, καταρχάς ο άνθρωπος κάθεται τρεις θέσεις πιο πέρα και ν’ αλλάξουμε θέση, θ’ αλλάξει κι αυτός. Όσο για το αν μας πήρε από πίσω, που είναι το περίεργο είδε μια γκόμενα με το ντύσιμο σου να μπαίνει σε τσοντάδικο και ήρθε για μάτι. Ηρέμησε δεν έγινε και τίποτε…

και άρχισε να τη φιλάει με πάθος. Οι αντιστάσεις της Άννας άρχισαν σιγά-σιγά να κάμπτονται. Η καύλα της ήταν πολύ μεγάλη, άνοιξε πάλι τα πόδια της για της βάλει μουνοδάχτυλο και άρχισε να του τραβάει μαλακία. Ο Πέτρος χούφτωσε το βυζί της και δάγκωσε τη ρώγα της. Η Άννα όσο πιο διακριτικά μπορούσε, γύρισε και κοίταξε τον μαυριδερό. Εκείνος είχε ξεκουμπώσει εντελώς το πουκάμισο του, είχε ανοίξει τη βερμούδα και είχε βγάλει έξω την ψωλή του. Είχε μεγάλη ψωλή και την έπαιζε με αργές κινήσεις, επιδεικτικά. Έδειχνε να απολαμβάνει την τσόντα και το μάτι. Η Άννα πλέον είχε αρχίσει να γουστάρει στην ιδέα ότι ο Μαυριδερός την έπαιρνε μάτι. Άνοιξε περισσότερο τα πόδια της και έβαλε και το ένα πάνω στην πλάτη του μπροστινό καθίσματος για να μπορεί ο Πέτρος να παίζει πιο εύκολα με το μουνί της. Συνέχισαν έτσι για αρκετή ώρα και τρείς να τραβάνε μαλακία. Κάποια στιγμή ο Πέτρος είπε:

-    Έλα θέλω να τον πάρεις στο στόμα σου.

Η Άννα χωρίς δισταγμό έσκυψε κι άρχισε να τον κάνει τσιμπούκι. Το κεφαλάκι της πούτσας του είχε υγρά και άρχισε να τα γλείφει λαίμαργα, μετά την έβαλε όσο πιο βαθιά μπορούσε στο στόμα της. Για μπορέσει να του κάνει καλύτερη πίπα γύρισε εντελώς προς το μέρος του, ενώ ο κώλος της ήταν προς τον Μαυριδερό.

-    Έτσι μπράβο γαμιόλα δείξε μου την κωλάρα σου, είπε σιγανά ο Μαυριδερός.

Η Άννα δεν έδωσε καμία σημασία. Ίσα-ίσα την καύλωνε που την έπαιρνε μάτι και την έπαιζε για πάρτι της. Ο Πέτρος άπλωσε το χέρι του και της έβαλε κωλοδάχτυλο. Εκείνη συνέχισε με πιο γρήγορο ρυθμό την πίπα της, ώσπου εκείνος δεν άντεξε και είπε:

-    Σήκω, δεν αντέχω πάμε στις τουαλέτες να σε γαμήσω.

Σηκώθηκαν και πήγαν προς το πίσω μέρος που ήταν οι τουαλέτες. Απ' έξω κάθονταν δύο τύποι και κάπνιζαν. Κατεβήκαν τα σκαλιά και μπήκαν μέσα. Είχε χαμηλό φωτισμό, ζέστη και αποπνιχτική ατμόσφαιρα. Μπροστά στους ουρητήρες είχε ένα τύπο που ή κατουρούσε ή τραβούσε μαλακία, γύρισε και τους κοίταξε κρατώντας την ψωλή του. Πήγαν τέρμα μέσα που ήταν οι καμπίνες όπου φυσικά δεν υπήρχαν πόρτες. Η Άννα κατέβασε το κάλυμμα έκατσε και άρχισε να τσιμπουκώνει τον Πέτρο. Τον έγλειφε με μανία στον πούτσο και στ’ αρχίδια. Σε δύο λεπτά μπήκε ο Μαυριδερός στις τουαλέτες και πήγε προς το βάθος. Σιγά-σιγά μαζεύτηκαν 4-5. Είχαν όλοι έξω τις ψωλές τους, τις έπαιζαν και έβλεπαν την Άννα να παίρνει πίπα. Ήταν όλοι σε απόσταση δύο με τρία μέτρα, εκτός από τον Μαυριδερό που στέκονταν πιο κοντά. Η Άννα σηκώθηκε έβγαλε το καφτάνι, βγήκε από την καμπίνα και πήρε στάση για πισωκολλητό, ανοίγοντας με τα χέρια τα κωλομάγουλα της.

-    Έτσι χωσ' τον μου βαθιά μεσ’ το μουνί μου, σκίσε με, είπε και βόγκηξε η Άννα.

-    Σκισ' τη, τη γαμιόλα, αφού τα θέλει, είπε σιγανά ο Μαυριδερός.

Ο Πέτρος την κάρφωνε όλο πιο δυνατά και οι υπόλοιποι τραβούσαν μαλακία. Το μόνο που ακούγονταν ήταν ο θόρυβος που έκαναν τα κωλομάγουλα της καθώς χτυπούσαν πάνω του. Ο Μαυριδερός τους είχε πλησιάσει κι άλλο.

-    Έλα, ψιθύρισε η Άννα και άπλωσε το χέρι της, ο Μαυριδερός πλησίασε και άλλο και κείνη του έπιασε την πούτσα κι άρχισε να του την παίζει.

-    Έλα ξεκωλιάρα, παίξε την ψωλάρα μου. Το ήξερα ότι ήρθες για τον πούτσο, μόλις σε είδα μέσα το μπαρ. Παιξ' την μου καλά για να σε χύσω.

Ο Πέτρος από πίσω την σφυροκοπούσε ανελέητα, ώσπου δεν άντεξε άλλο τραβήχτηκε και άρχισε να χύνει στον κώλο και την πλάτη της.

-    Ναι, χύσε με παντού, τα χύσια σου καίνε. Θέλω κι άλλο.

Η Άννα σηκώθηκε φίλησε τον Πέτρο, γύρισε προς το Μαυριδερό και του είπε:

-    Χύσε στα μπούτια και τα πόδια μου. Αυτός την έπαιζε όλο και πιο γρήγορα και η Άννα του χάιδευε τα αρχίδια.

-    Παρ' τα χύσια μου γαμιόλα, έλα, χύνω της μπουτάρες σου.

Καθώς την έχυνε ο Μαυριδερός, πλησίασε κι ένας πιτσιρικάς το πολύ 17 χρόνων και άρχισε να χύνει κι αυτός. Τα πόδια ήταν γεμάτα χύσια και γυάλιζαν.  Η Άννα σκουπίστηκε στα γρήγορα ντυθήκαν και βγήκαν με τον Πέτρο απ' το σινεμά. Συνεννοήθηκαν να μιλήσουν από βδομάδα. Η Άννα μπήκε ευχαριστημένη στο αμάξι και γύρισε στο σπίτι. Έπρεπε να κάνει μπάνιο και να ετοιμαστεί για το βραδινό πάρτι.

Συνεχίζεται...



Copyright protected OW ref: 123853