"Εκπαιδεύοντας" τη Ντίτα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.86 (14 Votes)
Τη γνώρισα σε μια τηλεφωνική γραμμή γνωριμιών το βράδυ μιας ζεστής Τετάρτης τού Ιουλίου τού 2001. Βαριόμουν αφόρητα κι έτσι είπα από περιέργεια να δω τι ακριβώς ήταν αυτά τα 090. Μετά από μερικά λεπτά αναμονής (κι εξωφρενικής χρέωσης) άκουσα την χαρούμενη φωνή της στην άλλη άκρη της γραμμής. Μετά τα τυπικά περί ονομάτων (Αφροδίτη/Ανδρέας), ηλικιών (23/33) και τόπων διαμονής (Θεσσαλονίκη/Γιαννιτσά) με ρώτησε και με τι ασχολούμαι. Στο άκουσμα της λέξης "καλλιτέχνης" (είμαι μουσικός), η φωνή της έγινε ακόμη πιο χαρούμενη. Μιλήσαμε για περίπου ένα τέταρτο σε πολύ φιλικό και χαλαρό τόνο και μού είπε ότι αν μπορούσε θα με συναντούσε και το επόμενο βράδυ. Όταν την ρώτησα τι την εμποδίζει, απάντησε:

-    Αύριο φεύγω για Ελβετία για μια εβδομάδα. Αν όμως μού δώσεις το τηλέφωνό σου, σού υπόσχομαι ότι θα σού τηλεφωνήσω αμέσως μόλις γυρίσω.

Της έδωσα το τηλέφωνό μου και λίγο πριν κλείσουμε μού είπε ότι αν κι αυτή με είχε ρωτήσει πως είμαι περίπου εμφανισιακά, ερώτηση στην οποία απάντησα με απόλυτη ειλικρίνεια, της είχε κάνει μεγάλη εντύπωση το ότι εγώ δεν τη ρώτησα τίποτα για την εμφάνισή της. Γι' αυτό μού είπε από μόνη της ότι είναι μοντέλο κι ότι τα υπόλοιπα θα τα έβλεπα από κοντά μόλις γύριζε απ' το ταξίδι της.

Φυσικά δεν πίστεψα ότι υπήρχε ούτε μία περίπτωση στο εκατομμύριο ότι πρώτον, έφευγε για Ελβετία, και δεύτερον, ότι θα μού τηλεφωνούσε αμέσως μόλις γύριζε, αν όντως έφευγε δηλαδή. Α… και σιγά μην την έλεγαν και Αφροδίτη. Όσο για το μοντέλο, καλά τώρα. Έκανα λάθος. Σε όλα. Το βραδάκι της επόμενης Παρασκευής, βρέθηκα να σηκώνω το τηλέφωνο και να διαπιστώνω με έκπληξη ότι ήταν αυτή.

-    Έλα τώρα, πες την αλήθεια. Δεν περίμενες ότι θα σε πάρω, ε;

Αρκετά ξαφνιασμένος δέχτηκα να τη συναντήσω το επόμενο βράδυ στη Θεσσαλονίκη, Παύλου Μελά και Νικηφόρου Φωκά γωνία, το οποίο είναι ένα κεντρικότατο σημείο, χωρίς όμως τις ορδές των φοιτητών και των αργόσχολων που θα μπορούσαν να δυσκολέψουν την αναγνώριση. Μην περιμένοντας απολύτως τίποτα, καβάλησα την παλιά μαύρη 900άρα Eliminator και ξεκίνησα. Για να πω την αλήθεια δεν είχα καμιά ιδιαίτερα ερωτική διάθεση στο μυαλό μου. Ήθελα απλώς να ζήσω κάτι διαφορετικό. Μια καινούρια γνωριμία που ήλπιζα ότι θα μού προσέφερε μερικές ώρες εξερεύνησης, όχι όμως απαραίτητα τού κορμιού της. Έφτασα στο σημείο τού ραντεβού δέκα λεπτά νωρίτερα, και με μια μπύρα κι ένα τσιγάρο ανά χείρας παρακολουθούσα τον χαρούμενο πανικό τού Σαββατόβραδου στο κέντρο της πόλης. Καθώς δεν είχα ιδέα για το τι ακριβώς θα έπρεπε να αναζητώ, περίμενα χαλαρά αλλά με αρκετή περιέργεια για να διαπιστώσω αν τελικά το θεώρημα ότι δεν υπάρχουν όμορφες γκόμενες στις γραμμές γνωριμιών θα μετατρεπόταν σε αξίωμα για μένα. Έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε και κανένας άλλος να περιμένει εκεί. Αλλά και να υπήρχε, μάλλον το ραντεβού μου θα ήταν δύσκολο να μην με καταλάβει αφού κατά την προσφιλή μου συνήθεια ήμουν ντυμένος στα μαύρα απ' την κορυφή ως τα νύχια. Μαύρο cargo παντελόνι, μαύρο t-shirt, μαύρο φωτογραφικό γιλέκο και μαύρα jungle άρβυλα. Για να πω την αλήθεια, έμοιαζα περισσότερο με πολεμικό ανταποκριτή, παρά με κάποιον που βγήκε ραντεβού στα τυφλά. Αλλά έτσι κι αλλιώς, όλη αυτήν η μαυρίλα ήταν και το στοιχείο μέσω τού οποίου θα με αναγνώριζε το υποτιθέμενο μοντέλο μου. Το οποίο εμφανίστηκε με πεντάλεπτη καθυστέρηση, πλησιάζοντάς με και λέγοντας:

-    Καλλιτέχνη; Εγώ είμαι, η Αφροδίτη. Μήπως θες να σε δείξω ταυτότητα;

Ανταλλάξαμε μια πραγματικά θερμή χειραψία, η οποία είναι και το μοναδικό είδος χειραψίας που κάνω πάντα, κι ενώ ήξερα εκ πείρας ότι οι γυναίκες δεν τρελαίνονται κιόλας για τόσο έντονους χαιρετισμούς, η Αφροδίτη ενθουσιάστηκε, αφού είπε:

-    Έτσι σε θέλω καρντάση! Όχι ψόφια πράγματα!

Φορούσε ένα γκρι δερμάτινο flare παντελόνι, ένα φαρδύ μεταξωτό λευκό πουκάμισο και λευκά αθλητικά μποτάκια. Απ'τον ώμο της κρεμόταν μια μικρή παράξενη τσάντα, που στην ουσία ήταν φτιαγμένη από μια άδεια καρύδα, χωρισμένη στα δύο, που έκλεινε μ' ένα φερμουάρ. Δεν ξέρω τι περίμενα ν' αντικρύσω, αλλά το όλο στυλ της μού άρεσε. Ακριβώς γιατί δεν ήταν αυτό όπου κάποια ντύνεται όσο πιο ξέκωλα γίνεται, μπας και το τυφλό ραντεβού της είναι κανένας γιος εφοπλιστή.

Αλλά αν το στυλ της μού άρεσε μια, η ίδια μου άρεσε δέκα. Σταρένια επιδερμίδα, κοντά ξανθά ακατάστατα μαλλιά και μεγάλα, ελαφρώς σχιστά σμαραγδένια μάτια. Λίγο πάνω από 1.70 και με κορμί που διέλυσε και τις τελευταίες αμφιβολίες μου για το αν ήταν όντως μοντέλο. Πολύ αρμονική, με μακριά πόδια, λεπτή μέση, έναν κάπως μεγαλούτσικο κώλο που ασφυκτιούσε μέσα στο στενό παντελόνι της και βαριά αλλά στητά στήθη, τα οποία με την πρώτη ματιά κατάλαβα ότι ήταν τελείως ελεύθερα μέσα στο φαρδύ της πουκάμισο. Δεν έμοιαζε και πολύ με Ελληνίδα και τελικά επιβεβαιώθηκα όταν μού είπε πως η μητέρα της ήταν γερμανόφωνη Ελβετίδα, που ζούσε όμως στην Ελλάδα αρκετά χρόνια πριν η Αφροδίτη γεννηθεί.

Τα πράγματα είχαν ξεκινήσει εξαιρετικά καλά. Κοιτώντας με από πάνω μέχρι κάτω, είπε με πραγματικό ενδιαφέρον:

-    Και γαμώ τα outfits man! Τι μάρκα είναι;

Χωρίς κανένα απολύτως κόμπλεξ, τής είπα ότι με εξαίρεση τα άρβυλα, τα οποία ήταν καλής ποιότητας για πρακτικούς κυρίως λόγους (βλέπε μηχανή), τα υπόλοιπα ρούχα μου δεν κόστιζαν πάνω από 15.000 δραχμές. Δεν με πίστεψε.

-    Έλα, άστα αυτά τώρα! Δεν χρειάζεται να είσαι τόσο μετριόφρων. Πάω στοίχημα ότι τα ρούχα σου είναι πανάκριβα, αλλά έχεις βγάλει απλώς τις ετικέτες.

Δεν ξέρω αν προσπαθούσε να παραμυθιαστεί από μόνη της, αλλά μην έχοντας αντιμετωπίσει ποτέ ξανά κάτι παρόμοιο, αποφάσισα να πάω με τα νερά της, έστω κι αν μου έδιναν την εντύπωση ότι ήταν κάπως ταραγμένα.

Της είπα με τη σειρά μου ότι η τσάντα της είναι to die for και μού απάντησε γελώντας ότι είναι επίσης κι εξαιρετικά χρήσιμη απέναντι σε μαλάκες που παίρνουν από μόνοι τους το δικαίωμα να απλώνουν τα ξερά τους. Τη γούσταρα, την γούσταρα πολύ!

Καθώς μ' αρέσει να δίνω στους ανθρώπους υποκοριστικά, αφού πιστεύω πως μ' αυτόν τον τρόπο τούς κάνω να νιώθουν ότι αποτελούν κάτι ιδιαίτερο για μένα, της είπα ότι από εκείνη την στιγμή για μένα θα ήταν η Ντίτα. Το ζύγισε για μερικά δευτερόλεπτα στο μυαλό της και είπε χαμηλόφωνα:

-    Ντίτα... μ' αρέσει.

Αποφασίσαμε να πάμε για ένα πρώτο ποτό κάπου εκεί κοντά κι έτσι περπατήσαμε μερικά τετράγωνα πριν καθίσουμε σ' ένα μικρό αλλά πολύ ζωντανό μπαράκι στην Νίκης. Περπατούσε μ' έναν περίεργο, ελαφρώς χοροπηδητό τρόπο, κουνώντας ταυτόχρονα σαν ξεχαρβαλωμένα τα χέρια της, πράγμα που μ' έκανε να πιστέψω ότι μάλλον ήταν ψιλοφτιαγμένη. Αλλά αυτό δε με χαλούσε καθόλου. Ίσα-ίσα που έβρισκα το περπάτημά της πολύ πιο σέξι απ' τον πανομοιότυπο τρόπο με τον οποίο περπατούσε το 99.99% των και καλά μοιραίων γυναικών που συνωστίζονταν γύρω μας. Φορούσε ένα πράσινο, ψυχρό κι αρκετά πικρό άρωμα, εντελώς αταίριαστο με μια ζεστή νύχτα ελληνικού καλοκαιριού, το οποίο μού έφερε στο μυαλό την γενέτειρα της μητέρας της και τα σκοτεινά δάση της Κεντρικής Ευρώπης. Κι εκεί ήταν που σκόραρα για δεύτερη φορά (η πρώτη ήταν με τα "επώνυμα" ρούχα μου). Την ρώτησα μήπως αυτό που φορούσε ήταν το Silences τού Jacomo. Φρέναρε απότομα και γύρισε κοιτώντας με τα όμορφα μάτια της να έχουν ανοίξει διάπλατα από έκπληξη.

-    What the fuck? Άλλο πάλι και τούτο! Πλάκα με κάνεις; Πού τα ξέρεις εσύ αυτά;

Της απάντησα ότι τα αρώματα αποτελούσαν μεγάλο πάθος για μένα και στην συνέχεια τη ρώτησα τι δουλειά είχε μια 23χρονη να φοράει ένα τόσο παλιό άρωμα που πρωτοκυκλοφόρησε τη χρονιά της γέννησής της. Μού απάντησε ότι ήταν το αγαπημένο άρωμα της μητέρας της γιατί της θύμιζε την πατρίδα της. Συν το ότι ένιωθε ότι κατά κάποιο τρόπο μεγάλωναν μαζί, ακριβώς γιατί είχαν έρθει και οι δυο στον κόσμο το 1978.

Συζητήσαμε για διάφορα σε πολύ χαλαρούς τόνους, και μού άρεσε ιδιαίτερα το ότι δεν ήταν καθόλου ντεμέκ (για να το πω Σαλονικιώτικα) ούτε στη συμπεριφορά της ούτε στο χαρακτήρα της. Θα μού πείτε τώρα, αυτό το κατάλαβες μέσα σε μισή ώρα; Ναι, το κατάλαβα. Το έχω το χάρισμα να καταλαβαίνω πότε κάποιος ή κάποια προσπαθεί να περάσει για κάτι που δεν είναι. Τελικά ήταν όντως μοντέλο, αν και όχι κάποιο πρωτοκλασάτο όνομα τής πασαρέλας. Έκανε κυρίως φωτογραφήσεις, στις περισσότερες απ' τις οποίες ήταν ντυμένη μάλλον ελαφρά. Μού είπε μάλιστα ότι είχε φωτογραφηθεί και δυο φορές για την ελληνική έκδοση τού Penthouse. Καθώς ο κόσμος είχε αρχίσει να παραγίνεται πολύς και να μάς σπρώχνουν κάθε τρεις και λίγο, μού πρότεινε να συνεχίσουμε στην έδρα της στην Καλαμαριά σε κάποιο μαγαζί με λιγότερη φασαρία. Δέχτηκα πρόθυμα, καθώς με γοήτευε η προοπτική τού να την έχω συνεπιβάτιδα για τα περίπου πέντε χιλιόμετρα που έπρεπε να διανύσουμε. Μού είπε ότι θα πάει λίγο στην τουαλέτα, για να μην κατουρηθεί πάνω στην μηχανή, αφού το "πρώτο" ποτό είχε γίνει από τρία για τον καθένα και χάθηκε στο βάθος τού μαγαζιού. Φώναξα τη σερβιτόρα για να την πληρώσω, αλλά μού είπε ότι είχε πληρώσει ήδη η κοπέλα περνώντας απ' το μπαρ. Σκέφτηκα ότι όσο πήγαινε μού άρεσε και περισσότερο!

Γυρίζοντας απ' την τουαλέτα,  πέταξε με περιφρόνηση δυο χαρτάκια πάνω στο τραπέζι. Την ρώτησα τι ήταν.

-    Τα τηλέφωνα που επέμειναν να μού πασάρουν δυο μαλάκες από εδώ μέχρι την τουαλέτα, παρ' όλο που τούς είπα ότι συνοδεύομαι.

Όπως ήταν φυσικό η επόμενη ερώτησή μου ήταν γιατί τα πήρε. Η απάντησή της μ' έστειλε κανονικά.

-    Γιατί κάποια στιγμή θα βγω μαζί τους για ένα και μόνο βράδυ, θα το παίζω εκστασιασμένη απ' τις μαλακίες που θα μού ξεφουρνίζουν, θα τούς κάνω να ξοδέψουν όσα περισσότερα λεφτά μπορώ, θ' ανταλλάξω και κανένα γλωσσόφιλο, κι όταν πια θα τους έχω κάνει να πιστέψουν ότι θα κάτσω να με γαμήσουν, θα τους παρατήσω στα κρύα τού λουτρού κι από δω πήγαν κι άλλοι.

Ήταν ένα περίεργο μείγμα πολυταξιδεμένης κοσμοπολίτισσας και τσαμπουκαλεμένης αλήτισσας τού δρόμου. Και πραγματικά όσο περνούσε η ώρα και ξεδιπλωνόταν η προσωπικότητά της μού άρεσε όλο και περισσότερο το να την κυκλοφορώ. Α… και είχε λεφτά. Πολλά λεφτά! Μάλλον απ' τη μητέρα της, αφού ο πατέρας της ήταν εμποροπλοίαρχος. Όταν σε κάποια στιγμή μού είπε ότι το Cavalli παντελόνι της κόστιζε 500.000 δραχμές κόντεψα να λιποθυμήσω αφού τόσο δεν κόστιζε ολόκληρη η γέρικη μηχανή μου.

Αλλά τα καλύτερα ήταν ακόμη μπροστά. Μόλις πιάσαμε την παραλιακή της Καλαμαριάς άρχισε το show. Αν και δεν κατάλαβα πως τα κατάφερε με το στενό παντελόνι που φορούσε, άραξε χαλαρή στο sissy bar τής μηχανής και σταύρωσε τα πόδια της γύρω απ' τη μέση μου. Καθώς είχε ήδη νυχτώσει εδώ και ώρα, τα περισσότερα μπαράκια είχαν αρκετό κόσμο κι ένιωσα κάμποσα βλέμματα να μάς ακολουθούν καθώς ρολλάραμε χαλαρά μπροστά τους, επιβεβαιώνοντας για ακόμη μια φορά το ότι η κατινιά δεν έχει να κάνει πάντα με τις Κατίνες. Φαίνεται ότι το ίδιο ακριβώς σκέφτηκε και η Ντίτα, καθώς μετά από 2-3 τετράγωνα την άκουσα να λέει:

-    Κοίτα ρε! Κοίτα τους μαλάκες πως κοιτάν! Τι κοιτάτε ρε μαλάκες;

Την ώρα που περπατούσαμε προς το μπαράκι που είχε διαλέξει για να καθίσουμε, περάσαμε μπροστά από μια κούκλα κόκκινη Ferrari 328GTB. Τότε, τελείως αναπάντεχα, η Ντίτα την κλώτσησε με δύναμη και την έφτυσε αφήνοντάς με άγαλμα! Πριν προλάβω να ρωτήσω το πώς και το γιατί γύρισε και μου είπε:

-    Αυτός ο μαλάκας τις προάλλες θεώρησε ότι μπορεί να μού τον ακουμπήσει επειδή έχει Ferrari και με κέρασε δυο ποτά. Αμ πάρκαρε το σε κανένα σκοτεινό στενό και θα στο κάνω εγώ κομματάκια το Ferrari ηλίθιε!

Γέλασα καθώς σκέφτηκα ότι μάλλον είχε έρθει επιτέλους η στιγμή να μού φανεί χρήσιμο εκείνο το πτυσσόμενο μεταλλικό γκλόμπ που είχα πάντα κάτω απ' τη σέλλα, καθώς δεν φαινόταν να υπάρχει περίπτωση να μην μπλέξουμε σε τουλάχιστον έναν καυγά εκείνο το βράδυ. Καθίσαμε στο τελευταίο γωνιακό τραπεζάκι προς την μεριά της θάλασσας κι αρχίσαμε να πίνουμε σαν να μην υπήρχε αύριο.

Τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν κι αυτή μια κολασμένη ψυχή, αν και για τελείως διαφορετικούς λόγους. Αυτό που μού έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση ήταν το ότι μιλούσε για γνωστούς και φίλους με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που μιλάμε όλοι, με τη διαφορά ότι στους δικούς της γνωστούς και φίλους δεν συνέβαιναν ακριβώς συνηθισμένα πράγματα. Αν για παράδειγμα εγώ της είπα ότι η Χρύσα είναι επίκουρη καθηγήτρια στο ΑΠΘ, η Νούλη έχει έναν μικρό ξενώνα στην Κρήτη κι ο Τζίμης έχει υιοθετήσει τρία σκυλιά, αυτή μου είπε ότι η Μαρίνα νοσηλεύεται σε μια νευρολογική κλινική στην Ελβετία, η Νάντια αυτοκτόνησε με χάπια μέσα στην φυλακή κι ο Φίλιππος έχει πεθάνει από AIDS. Και σαν να ήθελε να τονίσει ακόμη περισσότερο το πόσο διαφορετικοί ήταν οι κόσμοι στους οποίους ανήκαμε, έβγαλε απ' την τσάντα της ένα μικρό μεταλλικό κουτάκι και παίρνοντας δυο χρυσαφιά χάπια στο χέρι της με ρώτησε:

-    Να σε κεράσω κανένα όνειρο;

Όταν τη ρώτησα την σύσταση τού κερασμένου ονείρου μού είπε πως ήταν χάπια αδυνατίσματος, τα οποία όμως ήταν ολοφάνερο ότι δεν τα έπαιρνε για την κύρια ιδιότητά τους, αλλά για κάποια πολύ συγκεκριμένη παρενέργειά τους. Αν και δεν είχα μπλέξει με χημείες στην ζωή μου, πέραν κάποιων λίγων φορών για χάρη της εμπειρίας, κάποιοι γνωστοί μου είχαν μπλέξει πολύ περισσότερο. Κατάλαβα αμέσως ότι κατά πάσα πιθανότητα επρόκειτο για κάποιου είδους αμφεταμίνες, ίσως και speed. Γνωρίζοντας όμως την παράξενη αντοχή μου σε πάσης φύσεως ψυχοτρόπες ουσίες, δέχτηκα την προσφορά της χωρίς αντίρρηση, προειδοποιώντας την όμως ότι μάλλον τζάμπα θα πήγαινε. Κι έτσι ακριβώς έγινε. Σε μερικά λεπτά η Ντίτα μισοταξίδευε κι εγώ εν πλήρη συνειδήσει προσπαθούσα να μαντέψω που.

Τα σέϊκερ με τα σφηνάκια εξακολουθούσαν να έρχονται το ένα μετά το άλλο και η Ντίτα, παρά την ομολογουμένως αναπάντεχα εντυπωσιακή αντοχή της στο ποτό, είχε μάλλον αρχίσει να είναι περισσότερο μεθυσμένη παρά ζαλισμένη. Τα πόδια και των δύο μας ήταν εδώ και ώρα πάνω στο τραπέζι κι έχοντας βουλιάξει κυριολεκτικά στον καναπέ, καθόμασταν με τους ώμους και τα κεφάλια μας να ακουμπάν. Της είπα ότι τυπικά ήμασταν δυο πιωμένα και χαπακωμένα ρεμάλια σ' ένα κυριλάτο και trendy μαγαζί. Γέλασε και μου απάντησε:

-    Ναι, αυτό τους μάρανε! Λες κι αυτή τη στιγμή δεν σνιφάρουν κόκα κι ούτε γαμιούνται στις τουαλέτες σε κανένα απ' αυτά τα κωλομάγαζα!

Μείναμε για λίγο αμίλητοι, προσπαθώντας να αφουγκραστούμε τον ήχο των κυμάτων πάνω απ' την οχλοβοή. Τότε εντελώς απροειδοποίητα, σκαρφάλωσε και κάθισε πάνω μου φυλακίζοντας τα πόδια μου ανάμεσα στα δικά της. Πιάνοντας το πρόσωπο μου το ανασήκωσε προς το μέρος της και τα χείλη της άγγιξαν απαλά τα δικά μου. Έμεινα σαν υπνωτισμένος να απολαμβάνω αυτή την απίστευτα γλυκιά στιγμή, η οποία όμως δεν κράτησε πολύ, καθώς το τρυφερό φιλί της σύντομα έγινε επιθετικό και βίαιο. Πιάνοντάς την απ' τους ώμους την έσπρωξα ελαφρά προς τα πίσω και την ρώτησα:

-    Τι κάνεις ρε μαλάκα;

Η απάντησή της με ξάφνιασε:

-    Ό,τι κάνω με όλους..."

Ξαναέγειρε πάνω μου αναζητώντας και πάλι τα χείλη μου, αλλά την κράτησα σταθερά σε απόσταση και κοιτάζοντας μέσα στα υγρά και θολά της μάτια της είπα;

-    Εγώ όμως δεν είμαι "όλοι" ρε μαλάκα!

Αντί άλλης απάντησης, μού πήρε τα χέρια απ' τους ώμους της και τα ακούμπησε στον κώλο της. Την τράβηξα προς το μέρος μου κι ένιωσα για πρώτη φορά τα βαριά της στήθη πάνω στο στέρνο μου. Πλησιάζοντας τα χείλη της στο αυτί μου μού ψιθύρισε:

-    "Όλοι" είσαι κι εσύ. Απλά δεν το ξέρεις ακόμη!

Το φιλί της έγινε και πάλι απίστευτα αργό κι αισθησιακό και σε συνδυασμό με τη σαγηνευτική μυρωδιά τού κορμιού της που είχε πλέον κολλήσει σαν στρείδι επάνω μου, μού δημιούργησε σε ελάχιστο χρόνο μια διόλου ευκαταφρόνητη στύση, την οποία φυσικά ένιωσε πάρα πολύ καλά. Ένα πνιχτό γελάκι ξέφυγε απ' τα χείλη της πριν μού πει παιχνιδιάρικα:

-    Α... ώστε τελικά σ' αρέσω!

Της απάντησα ότι φυσικά και μού άρεσε και μάλιστα πολύ, αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος που είχα δεχτεί να την συναντήσω, όπως ποτέ δεν ήταν αυτός ο λόγος για καμιά κοπέλα την πρώτη φορά που την συναντούσα. Είπε:

-    Δεν ξέρω για τις άλλες, αλλά αν φορούσα φούστα θα σ' έπαιρνα εδώ και τώρα. Έστω και για λίγο. Μόνο και μόνο για να σε νιώσω μέσα μου.

Αν και σκέφτηκα ότι το όλο σκηνικό θα μπορούσε να είναι κάλλιστα απόρροια τού αλκοόλ και τού χαπιού, αυτό που είπε με κολάκεψε αφάνταστα. Δεν ήμουν συνηθισμένος να νιώθω τόσο επιθυμητός και μάλιστα από τόσο όμορφες γυναίκες. Συνεχίσαμε να φιλιόμαστε αργά. Σε κάποια στιγμή έβαλε τα χέρια της πάνω απ' τα δικά μου, που δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν απ' τον κώλο της, παροτρύνοντάς με να της τον χουφτώσω κανονικά. Μόλις άρχισα να το κάνω, άρχισε να κουνιέται στον ρυθμό που της έδινα και στην συνέχεια έφερε τα χέρια της ανάμεσά μας κι άρχισε να χαϊδεύει την στύση μου πάνω απ' το παντελόνι. Έχοντας πλέον νιώσει από πρώτο χέρι (κυριολεκτικά) αυτό που πίεζε τόση ώρα τον καβάλο της, είπε:

-    Μ... μ'αρέσει.

Το ότι είχαμε γίνει θέαμα εδώ και ώρα δεν το συζητώ! Κανονικά θα έπρεπε να μάς έχουν διώξει ήδη με τις κλωτσιές, αλλά παραδόξως δε μάς είπε κανείς τίποτα. Είτε γιατί το τραπέζι μας ήταν σχετικά απομονωμένο στο μισοσκόταδο οπότε δε χαλούσαμε την "βιτρίνα", είτε γιατί η Ντίτα ήταν γνωστή και θαμώνας τού μαγαζιού, είτε γιατί ο λογαριασμός που είχαμε κάνει μέχρι εκείνη την στιγμή έκανε το προσωπικό να είναι κάπως πιο ανεκτικό σε τόσο διαχυτικές συμπεριφορές. Οι οποίες όμως για τη Ντίτα δεν ήταν αρκετά διαχυτικές απ' ό,τι φαίνεται, αφού σε λίγο ξεκαβάλησε και είπε:

-    Σε παρακαλώ, ρίξε το γιλέκο σου από πάνω. Θέλω να βάλω το χέρι μου μέσα στο παντελόνι σου. Δεν αντέχω άλλο, θέλω οπωσδήποτε με κάποιον τρόπο να σε νιώσω.

Δεν ξέρω αν την έφτιαχνε τόσο πολύ το γεγονός ότι ήμασταν σε δημόσιο χώρο, αλλά της είπα ότι σίγουρα θα υπήρχαν και πιο απομονωμένα μέρη για τέτοιου είδους παιχνίδια. Γέλασε.

-    Καλά, θα κάνω λίγη υπομονή ακόμη.

Φύγαμε απ' το μαγαζί μόλις άρχισε να χαράζει, σα βρυκόλακες που ο χρόνος τους για εκείνη την νύχτα είχε τελειώσει. Δε δέχτηκε ούτε κουβέντα σχετικά με το ποιος θα πλήρωνε το λογαριασμό. Υπό κανονικές συνθήκες θα ήμουν αμετακίνητος, αλλά όσο ήταν η Ντίτα μια κανονική γυναίκα άλλο τόσο ήταν και οι συνθήκες κανονικές. Έβγαλε απ' την τσάντα της ένα μασούρι δεκαχίλιαρα κι έδωσε τέσσερα απ' αυτά στη σερβιτόρα, λέγοντάς της ότι δε θέλει ρέστα. Η μικρή, προφανώς καθόλου συνηθισμένη στο να παίρνει ένα ολόκληρο πεντοχίλιαρο για πουρμπουάρ, μόνο που δεν τη φίλησε. Το σπίτι της ήταν σε μια κομψή πολυκατοικία κάπου στην Πατριάρχου Ιωακείμ, δυο μόλις δρόμους πιο πάνω από εκεί που καθόμασταν.

Ακουμπήσαμε σ' ένα τοίχο σχεδόν απέναντι απ' το μπαλκόνι της και φιλιόμασταν κι εγώ δεν ξέρω για πόση ώρα. Η οποία ώρα είχε πάει σχεδόν επτά… και η Ντίτα είχε αρχίσει να βασιλεύει. Αν και δεν ήθελε να μ' αφήσει, έπρεπε να γυρίσει μια σχετικά λογική ώρα σπίτι της, καθώς απ' ότι κατάλαβα, τη μητέρα της, τη σεβόταν με κάποιον παράξενο τρόπο και δεν ήθελε να την κάνει ν' ανησυχεί. Σε κάποια στιγμή που τα χείλη μας κατάφεραν να ξεκολλήσουν για μερικά δευτερόλεπτα είπε:

-    Θα σού δώσω κάτι για να με θυμάσαι μέχρι αύριο το βράδυ που θα ξανασυναντηθούμε. Θα ξανασυναντηθούμε αύριο βράδυ, ε;

Τη διαβεβαίωσα ότι μόνο μια πυρηνική έκρηξη θα ήταν αρκετά σοβαρός λόγος για να μη συναντηθούμε και το επόμενο βράδυ. Αν κι εδώ που τα λέμε ήταν ήδη ευτύχημα που η έκρηξη δεν είχε συμβεί τις προηγούμενες ώρες μέσα στο παντελόνι μου. Για το παντελόνι της Ντίτας δεν παίρνω κι όρκο. Ανοίγοντας το κουμπί και κατεβάζοντας λίγο το φερμουάρ της, τράβηξε το παντελόνι της μακριά απ την κοιλιά της και είπε:

-    Κοίτα, είναι εντελώς ξυρισμένο! Σαν μωρού. Σ' αρέσουν τα μωρά μωρό μου;

Στα ελάχιστα δευτερόλεπτα πού κατάφερα να κοιτάξω πριν με ξαναβουτήξει, πρόλαβα να δω ότι δε φορούσε εσώρουχο, αλλά δεν πρόλαβα να πω ούτε λέξη, καθώς μού πήρε το χέρι και το έβαλε μέσα στο ξεκούμπωτο παντελόνι της. Αυτό που αναγκαστικά έπιασα θέλοντας και μη, ήταν απίστευτα απαλό και ζεματούσε. Ανοίγοντας λίγο περισσότερο τα πόδια της έσπρωξε το χέρι μου ακόμη πιο βαθιά κι άρχισε να λικνίζει νωχελικά την λεκάνη της. Η αίσθηση της καμπύλης της ήβης της να γεμίζει το χέρι μου με τρέλαινε. Άρχισα να την τρίβω ακολουθώντας τον υπνωτιστικό ρυθμό της. Τύλιξε τα χέρια της γύρω απ' το λαιμό μου και σε λίγο σχεδόν με ικέτεψε:

-    Αχ βάλε μου ένα δάχτυλο. Έλα! Ένα τόσο δα δαχτυλάκι μόνο. Τι σού ζητάω;

Προσπαθώντας να μη χαλάσω τη στιγμή της απάντησα:

-    Ρε μαλάκα, θα καούν τα χέρια μου!

Παρ' όλα αυτά έσυρα αργά ένα δάχτυλο ανάμεσα στα χείλη της και εξερεύνησα για λίγο το μουνάκι της κάνοντάς την ν' αναστενάξει βαθιά. Έσταζε! Δαγκώνοντας τα χείλη της, είπε με προσποιητό παράπονο:

-    Αχ, δεν ντρέπεσαι; Τι είναι αυτά που μού κάνεις; Με βρήκες μικρή και με δαχτυλώνεις κάτω απ' το σπίτι μου; Θέλεις να χύσω κάτω απ' το μπαλκόνι μου; Αυτό θέλεις;

Τα γόνατά της έτρεμαν. Τράβηξα αργά το χέρι μου και φέρνοντάς το στο στόμα μου, γεύτηκα απολαυστικά τους χυμούς της. Η μυρωδιά της φώναζε "ΘΗΛΥΚΟ!" με κάθε της μόριο. Με κοίταξε κάπως παραξενεμένη. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως να μην είχε συνηθίσει να της φέρονται έτσι. Ίσως δεν μπορούσε ακόμη να πιστέψει ότι είχα αφήσει όλες τις πρωτοβουλίες πάνω της και δεν είχα προσπαθήσει πιεστικά να της τον φορέσω με συνοπτικές διαδικασίες. Απόμεινε για λίγο να με κοιτάζει να απολαμβάνω τη γεύση της πριν πει:

-    Ελπίζω να με βρίσκεις νόστιμη...

Καθώς όμως η ώρα είχε πάει ήδη 07:30 και είχε αρχίσει να κυκλοφορεί κόσμος, μαζεύτηκε. Συμφωνήσαμε να ξαναβρεθούμε το επόμενο βράδυ, την ίδια ώρα στο ίδιο μέρος. Κούμπωσε το παντελόνι της και πριν χωρίσουμε μού έπιασε το σαγόνι και κοιτάζοντάς με κατάματα είπε:

-    Εμείς οι δυο πρέπει να γαμηθούμε. Άμα δε γαμηθούμε δεν γίνεται!

Χωρίς να περιμένει απάντηση, γύρισε, και με το ίδιο χοροπηδητό βήμα χάθηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας της. Πήρα το δρόμο της επιστροφής οδηγώντας πολύ πιο προσεκτικά απ' ό,τι συνήθως. Για κάποιο λόγο, η εικόνα της να φεύγει απογοητευμένη το επόμενο βράδυ απ' το σημείο τού ραντεβού, όπου δε θα εμφανιζόμουν αν πάθαινα κάποιο ατύχημα, μού ήταν αβάσταχτη.

...

-    Έι! Εσύ θες να με γαμήσεις!

Μόλις της είχα προτείνει να περάσουμε την νύχτα σ' ένα ξενοδοχείο. Της απάντησα ότι συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο κι ότι ο λόγος πού ήθελα να το κάνουμε ήταν ακριβώς για να της αποδείξω ότι η εγκράτεια δεν είναι μύθος.

-    Ρε τι εγκράτεια και μαλακίες τώρα; Μήπως τελικά είσαι gay; Αν είσαι πες το. Δεν υπάρχει πρόβλημα. Έχω πολλούς φίλους gay.

Τη ρώτησα αν αυτό που είχε πιάσει το προηγούμενο βράδυ όταν έβαλε το χέρι της μέσα στο παντελόνι μου συνηγορούσε υπέρ αυτού που με είχε μόλις ρωτήσει. Απάντησε:

-    Μ… καλά λες. Στο κάτω-κάτω δε μοιάζω και πολύ με αγοράκι που θα στον έκανε τόσο πέτρα αν ήσουν gay, ε;

Είχαμε συναντηθεί στο ίδιο σημείο, και μετά από μια βόλτα στην παραλία και μερικές μπύρες στα γρασίδια αναρωτιόμασταν τι θα κάναμε για το υπόλοιπο της βραδιάς. Φορούσε τα ίδια ρούχα, μόνον που αυτήν τη φορά είχε αφήσει ένα επιπλέον κουμπί ανοιχτό στο πουκάμισό της.

-    Εγώ πάντως στο λέω. Αν πάμε σε ξενοδοχείο θα με γαμήσεις. Εδώ θα είμαστε και να το θυμάσαι!

Επέμεινα γεμάτος αυτοπεποίθηση. Στο τέλος δέχτηκε. Αγοράσαμε ένα μπουκάλι βότκα και κατευθυνθήκαμε σ' ένα καλό ξενοδοχείο πάνω στην Εγνατίας. Ανάψαμε μόνο τα φώτα στα κομοδίνα εκατέρωθεν τού διπλού κρεβατιού και μπήκα για λίγο στο μπάνιο για να ρίξω πάνω μου λίγο νερό και να ξεπλύνω τη σκόνη τού ταξιδιού. Βγαίνοντας απ' το μπάνιο κόντεψα να πάθω εγκεφαλικό, καθώς το μόνο που δεν περίμενα ήταν ότι θα την βρω να στέκεται ολόγυμνη μπροστά στον καθρέφτη απολαμβάνοντας ηδονικά το ποτό της δίπλα στα ρούχα της που τα είχε πετάξει στο πάτωμα. Και το σώμα της, που πρώτη φορά έβλεπα σ' όλο του το μεγαλείο, έμοιαζε μ' ένα δόλωμα τόσο δελεαστικό, που θα συνέτριβε εύκολα και την πιο ισχυρή θέληση. Περήφανα μεγάλα και στητά στήθη με επικίνδυνα μυτερές ρώγες, επίπεδη σφιχτή κοιλιά, εξαιρετικά καλλίγραμμα και σμιλεμένα πόδια και δυο τέλεια μισοφέγγαρα που ανέτειλαν εκεί ακριβώς που σταματούσε η λεπτή της μέση κι έδυαν στις παρυφές των γραμμωμένων μηρών της.

Το παιχνίδι είχε πλέον αγριέψει για τα καλά! Κι εγώ είχα αρχίσει ήδη να αμφιβάλλω για το κατά πόσο θα το κέρδιζα. Η Ντίτα συμπεριφερόταν σαν να ήταν ντυμένη και σαν να μην έτρεχε τίποτα, θέλοντας ίσως να τσεκάρει κατά πόσον μπορούσα πλέον να την κοιτάζω μόνον στα μάτια όπως είχα κάνει μέχρι εκείνη την στιγμή. Και για να κάνει το παιχνίδι ακόμη πιο δύσκολο, είπε:

-    Εγώ τώρα θα ξαπλώσω. Εσύ τι θα κάνεις;

Και τελειώνοντας τη φράση της ξάπλωσε ανάσκελα στο κρεβάτι, με το πάνω μέρος τού κορμιού της να στηρίζεται στους αγκώνες της και τα πόδια της ανοιχτά και λυγισμένα. Άρχισε να σιγομουρμουρίζει κάποιον σκοπό ανοιγοκλείνοντας τα πόδια της στον ρυθμό, ήπιε μια γουλιά απ' το ποτήρι της και είπε χωρίς να με κοιτάζει:

-    Λοιπόν; Εξακολουθείς να μη θέλεις να με γαμήσεις;

Της απάντησα ότι θα προτιμούσα να της κάνω ένα μασάζ για να χαλαρώσει λίγο και να πάψει να σκέφτεται μόνο το σεξ.

Είπε:

-    Αχ μασάζ! Ωραία…

και χωρίς χρονοτριβή άφησε το ποτήρι της στο κομοδίνο, γύρισε μπρούμυτα κι έφερε τα χέρια της πάνω απ' το κεφάλι της, ενώ ταυτόχρονα άνοιγε ελαφρά τα πόδια της. Τώρα το να πω ότι δε λύγισαν τα γόνατά μου βλέποντας την απίστευτη κωλάρα της να μού φωνάζει αυθάδικα "In your face motherfucker!" θα πω ψέματα. Παρ' όλα αυτά έβγαλα τα ρούχα μου μένοντας μόνο με το μποξεράκι και γονατίζοντας στο ύψος των μηρών της άρχισα το μασάζ, στο οποίο πρέπει να πω ότι είμαι αρκετά καλός. Μόλις ένιωσε τα χέρια μου ν' αγγίζουν το κορμί της άρχισε να βογκάει μ' ευχαρίστηση. Αλλά με τέτοιο τρόπο, που έτσι και κάποιος βρισκόταν έξω απ' την πόρτα τού δωματίου εκείνη τη στιγμή, δεν υπήρχε περίπτωση να πιστέψει ότι αυτό που λάμβανε χώρα μέσα στο δωμάτιο ήταν απλώς ένα αθώο μασάζ.

Τα χέρια μου συνέχισαν να διατρέχουν την πλάτη της κι εκείνη συνέχισε να βογκάει ηδονικά, ώσπου σε κάποια στιγμή άρχισε να λικνίζει αργά τους γοφούς της, σα να προσπαθούσε να συγχρονιστεί με κάποιον αόρατο εραστή που τη βίδωνε στο στρώμα. Φέρνοντας στο μυαλό μου εικόνες βομβαρδισμένων πόλεων, κατάφερα να αποσπάσω την προσοχή μου απ' την υπνωτιστική της κίνηση και να συνεχίσω να ζυμώνω την ιδρωμένη της σάρκα που γυάλιζε στο χαμηλό φως.

Εδώ και λίγη ώρα σκεφτόμουν το κατά πόσον θα ήταν συνετό να συμπεριλάβω και τον κώλο της στο ρεπερτόριό μου, καθώς δεν ήξερα αν αυτό θα μετρίαζε τις πιθανότητές μου να βγω νικητής στο παράξενο παιχνίδι μας γέρνοντας την πλάστιγγα προς την μεριά της. Τελικά όμως αποφάσισα να το ρισκάρω. Έτσι, την επόμενη φορά που τα χέρια μου έφτασαν στη βάση της πλάτης της δεν ξανακινήθηκαν προς τα επάνω αλλά προς τα κάτω. Αν και είχα ξανανιώσει το σχήμα της πάνω απ' τα στενά της παντελόνια, το να νιώθω την γυμνή σφιχτή της σάρκα να πάλλεται μέσα στα χέρια μου ήταν απλά μεγαλειώδες. Αποφασισμένος να τη διαψεύσω και να την εκθέσω όσο πιο πολύ μπορούσα, άρχισα να ανοιγοκλείνω αργά τα μισοφέγγαρα τού κώλου της, διατρέχοντας με τους αντίχειρές μου το εσωτερικό τους και αγγίζοντας κατ' επανάληψη φευγαλέα τα δυο ανοίγματα που έβραζαν ανάμεσά τους. Γιατί ασχέτως με την ύπουλη τακτική της, ήμουν απόλυτα σίγουρος ότι είχε ερεθιστεί φοβερά. Κάθε, μα κάθε φορά που τα δάχτυλά μου άγγιζαν για μια στιγμή την κωλοτρυπίδα της και τα εξωτερικά χείλη τού μουνιού της, τιναζόταν ανεπαίσθητα σαν να δεχόταν μικρές ηλεκτρικές εκκενώσεις και τα βογγητά της γινόντουσαν ακόμη πιο βαθιά.

Κάτι μου έλεγε πως ήταν σίγουρη ότι από στιγμή σε στιγμή κάτι άλλο θα έπαιρνε την θέση των χεριών μου και η αλήθεια είναι ότι όντως είχε φτάσει πολύ κοντά σ' αυτό. Αλλά άλλο το "πολύ κοντά", άλλο το "μέσα". Έτσι μετά από λίγα λεπτά, γύρισε ανάσκελα λέγοντας:

-    Θέλω κι από μπροστά.

Φυσικά το "από μπροστά" ήταν ακόμη πιο επικίνδυνο γιατί απ' τη μια έβαζε στο δρόμο των χεριών μου τα στήθη της που ήταν σκέτος πειρασμός, κι απ' την άλλη μπορούσε πλέον να τσεκάρει τις αντιδράσεις μου όποτε ήθελε. Παρ' όλα αυτά γονάτισα και πάλι από πάνω της με τούς μηρούς της ανάμεσα στα πόδια μου και συνέχισα το μασάζ. Την τρίτη φορά που τα χέρια μου παρέκαμψαν τα στήθη της ανηφορίζοντας απ' την κοιλιά της είπε:

-    Τα βυζιά μου γιατί δεν τ' ακουμπάς; Φοβάσαι μήπως καούν τα χέρια σου πάλι;

Πριν προλάβω ν' απαντήσω πήρε το χέρι μου κι άρχισε να γλείφει ηδονικά τα δάχτυλά μου. Το τράβηξα. Μπορεί και ν' αναρωτιόταν πώς κατάφερνα κι αντιστεκόμουν ακόμη, οπότε αποφάσισε να το τραβήξει ακόμη λίγο, περιμένοντας ίσως τη στιγμή που οι αντιστάσεις μου δε θα σήκωναν άλλο τράβηγμα. Έτσι είπε κοιτάζοντάς με κατάματα:

-    Μήπως θέλεις να βάλω τα χείλη μου πουθενά αλλού;

Αν και σκέψη τού να βλέπω το όμορφο κεφάλι της να πηγαινοέρχεται εκεί που εννοούσε έβαλε τέλος στο κατόρθωμα τού να μην έχω στύση μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν απάντησα. Ούτε κι αυτή. Πήρε το ποτήρι απ' το κομοδίνο κι άδειασε αργά στο μουνί της όση βότκα είχε απομείνει. Μετά, σα να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στο κόσμο, άρχισε να τρίβει αργά το μουνί της λέγοντας:

-    Δεν θέλεις να το δοκιμάσεις αυτό το κοκτέιλ;

Αυτό ήταν! Δεν μ' ένοιαζε πια. Το μόνο που ήθελα πλέον ήταν να την γαμάω για όλη την αιωνιότητα. Χίμηξα στο μουνί της με την ίδια λαχτάρα όπως ένας χαμένος και διψασμένος εξερευνητής που ανακαλύπτει μία όαση μέσα στην έρημο. Δεν ξέρω τι είδους αντίδραση περίμενα όταν η γλώσσα μου άγγιξε επιτέλους την κλειτορίδα της, αλλά σίγουρα δεν περίμενα την πλήρη απάθεια που αντιμετώπισα. Μπορεί μάλιστα και να χαμογελούσε ειρωνικά όση ώρα έδινα τον καλύτερό μου εαυτό πιασμένος στην αριστοτεχνικά στημένη παγίδα της. Έτσι κι αλλιώς δε μπορούσα να δω το πρόσωπό της. Ίσως όμως θεώρησε ότι δε με είχε λυγίσει ακόμη ολοκληρωτικά, οπότε μετά από μερικά δευτερόλεπτα είπε:

-    Δε θέλω την γλώσσα σου! Τον πούτσο σου θέλω!

Της τον έδωσα με όσο πόθο και πάθος μπορεί να έχει ένας άνθρωπος, μόνο και μόνο για ν' αντιμετωπίσω και πάλι την πλήρη απάθεια όση ώρα  την κάρφωνα με δύναμη. Ανοιχτά πόδια, υγρό μουνί, χέρια απλωμένα αδιάφορα στο πλάι και πλήρης απουσία έστω και της παραμικρής αντίδρασης, έστω κι ενός μόνον βογκητού ικανοποίησης. Σαν να πηδούσα μία από εκείνες τις πανέμορφες πλαστικές κούκλες των 5000$. Καταλαβαίνοντας ότι είχα χάσει την παρτίδα πανηγυρικά βγήκα από μέσα της και κάθισα δίπλα της. Σε λίγο ανασηκώθηκε κι εκείνη κι ακούμπησε αδιάφορα στην πλάτη τού κρεβατιού. Κοιτάζοντάς με περιπαικτικά είπε:

-    Δε θα με τιμωρήσεις που στην έφερα;

Τότε έκανα κάτι που δεν είχα ξανακάνει ποτέ στην ζωή μου. Τη χαστούκισα δυνατά. Το κεφάλι της τινάχτηκε στο πλάι και άφησε να της ξεφύγει μια κραυγή έκπληξης και πόνου. Έκλεισα τα μάτια βρίζοντας τον εαυτό μου και μετανιώνοντας την ίδια κιόλας στιγμή για τη μαλακία που έκανα. Έτσι δεν είδα την γροθιά της να έρχεται. Προσγειώθηκε μ' ένα δυνατό θόρυβο στο στήθος μου. Άνοιξα τα μάτια έκπληκτος, για ν' αντικρύσω τα δικά της να πετούν σπίθες.

-    Τι έκανες ρε μαλάκα; Εμένα δε μ' έχει χτυπήσει ποτέ κανείς! ΠΟΤΕ! ΚΑΝΕΙΣ! Κατάλαβες;

Της απάντησα ήρεμα:

-    Για όλα υπάρχει πρώτη φορά Ντιτάκι. Κι εμένα μέχρι απόψε καμιά κακομαθημένη πουτανίτσα δεν είχε καταφέρει ποτέ να με τουμπάρει. Καμιά. Ποτέ!

Δεν ξέρω αν την πείραξε περισσότερο το "κακομαθημένη πουτανίτσα" ή το ότι είχε μετατραπεί από Ντίτα σε Ντιτάκι, αλλά χίμηξε πάνω μου σα λυσσασμένη. Μάταια. Ήμουν πολύ δυνατότερος και μού ήταν πολύ εύκολο να την κουμαντάρω. Αλλά καθώς δεν έδειχνε να παραιτείται, σε λίγο βρέθηκε μπρούμυτα, έχοντάς με από πάνω της, με το ένα μου χέρι να έχει στρίψει το δικό της πίσω απ' την πλάτη της και το άλλο τυλιγμένο γύρω απ' το λαιμό της. Συνέχισε να χτυπιέται και να προσπαθεί με λύσσα να ξεφύγει χωρίς όμως αποτέλεσμα. Σκύβοντας στο αυτί της της είπα απαλά:

-    Θα ηρεμήσεις;

Μού απάντησε λαχανιασμένα:

-    Γιατί; Αν δεν ηρεμήσω τι θα κάνεις; Θα με ξαναγαμήσεις; Παρ' το απόφαση. Έχασες!

Δεν είχε άδικο, αλλά άλλο το να χάνεις κι άλλο το να σού τρίβουν την ήττα σου στη μούρη τόσο επιδεικτικά. Οπότε αφού είχα πάψει πλέον να λογαριάζομαι ως πρίγκιπας, αποφάσισα να γίνω ο κακός λύκος τού παραμυθιού. Έτσι, παίρνοντας το χέρι μου απ' τον λαιμό της της είπα:

-    Ε, αφού έχασα που έχασα, ας ηττηθώ τουλάχιστον ολοκληρωτικά.

Μην έχοντας καταλάβει τι εννοούσα μού πέταξε με σιγουριά και αυθάδεια:

-    Δεν υπάρχει πιο ολοκληρωτικά.

Της απάντησα:

-    Αυτό θα το δούμε γαμιολίτσα!

-    Άντε λοιπόν να δούμε τι θα δούμε...

Κατάλαβε τι θα έβλεπε την αμέσως επόμενη στιγμή, μόλις ένιωσε τον πούτσο μου να χωρίζει τους ιδρωμένους γλουτούς της και ν' ακουμπάει στην κωλοτρυπίδα της. Τινάχτηκε ξαφνιασμένη κι άρχισε να παλεύει και πάλι για να ξεφύγει. Κρατώντας την καρφωμένη στο στρώμα με το βάρος μου την ρώτησα ελαφρώς ειρωνικά:

-    Τι; Δεν θέλεις ν' απολαύσεις τον θρίαμβό σου μέχρι τέλους;

Δεν απάντησε. Απλώς απόμεινε να ξεφυσάει και να βαριανασαίνει περιμένοντας το μοιραίο. Το οποίο δεν άργησε να έρθει. Ο πούτσος μου καλυμμένος με όσα υγρά της είχαν απομείνει πάνω του κινήθηκε αποφασιστικά προς τα εμπρός. Η κωλοτρυπίδα της αντιστάθηκε αρκετά, κάνοντάς με να πιστέψω ότι δεν ήταν και πολύ συνηθισμένη στο να δέχεται επισκέψεις, πολύ δε περισσότερο όταν οι επισκέπτες ήταν ακάλεστοι κι αυτή ανέτοιμη να τούς υποδεχθεί. Τόσο το καλύτερο. Θα της έδινα κάτι για να με θυμάται. Άρχισα να βυθίζομαι στον κώλο της αργά κι απολαυστικά νιώθοντας ο πιο νικητής ηττημένος ever. Άρχισε να μουγγρίζει με σφιγμένα δόντια δείχνοντας ότι ζοριζόταν πολύ. Και η αλήθεια ήταν ότι ο κώλος της, καυτός και βελούδινος, μ' έσφιγγε σα μέγγενη. Μόλις της τον έβαλα τόσο ώστε να μη μπορεί να τον βγάλει σπρώχνοντάς τον προς τα έξω, ξανατύλιξα το χέρι μου γύρω απ' το λαιμό της κι άρχισα να την ανοίγω αποφασιστικά με αργές και βαθιές διεισδύσεις. Στην αρχή η μόνη της αντίδραση ήταν οι βαθιές αναπνοές που έπαιρνε κάθε φορά που βυθιζόμουν μέσα της και που μαρτυρούσαν ότι προσπαθούσε να υπομείνει τον πόνο. Όταν όμως άρχισα να δαγκώνω τους ώμους της και τον λαιμό της, ήρθαν τα πρώτα βογγητά που έδειχναν ότι ο πόνος δεν ήταν πια το μοναδικό πράγμα που ένιωθε.

Σιγά-σιγά άρχισε να κουνάει τη λεκάνη της κι από κάποια στιγμή και μετά η κάθε μου διείσδυση συνοδευόταν από ένα βραχνό και μακρόσυρτο "Ναι!" που ξέφευγε απ' τα χείλη της. Ο ιδρώτας της πλέον κυλούσε ποτάμι, κάνοντας τα κορμιά μας να γλιστρούν και να συγχρονίζονται σαν καλολαδωμένες μηχανές. Κι όταν ένιωσε την ανάσα μου στο μάγουλό της, γύρισε κι αναζήτησε λαίμαργα τα χείλη μου τα οποία της πρόσφερα απλόχερα. Η γλώσσα της εκτοξεύθηκε απαιτητικά μέσα στο στόμα μου, χωρίς να σταματήσει να βογκάει ούτε στιγμή. Ο χρόνος είχε παγώσει και οι αντιδράσεις της έδειχναν ότι έλιωνε πλέον από καύλα, όπως άλλωστε κι εγώ. Ο πούτσος μου είχε εφαρμόσει τέλεια μέσα στον κώλο της και τίποτα δεν έδειχνε πλέον ότι ήθελε να σταματήσω να της κάνω αυτό που της έκανα. Έτσι, μην έχοντας πλέον λόγο να την κρατάω ακινητοποιημένη, ανασήκωσα το πάνω μέρος τού σώματός μου, και βάζοντας τις παλάμες μου στην μέση της την πίεσα δυνατά στο στρώμα εξακολουθώντας να μπαινοβγαίνω αργά μέσα της. Φαίνεται ότι μ' αυτή τη στάση το λεξιλόγιό της εμπλουτίστηκε, καθώς απ' τα αργόσυρτα και λιγωμένα "Ναι..." πέρασε στο… "Έτσι μωρό μου! Τον κώλο της Αφροδίτης τον έχουν γαμήσει κι άλλοι. Τον κώλο της Ντίτας μόνο εσύ. Γάμα τον κώλο της πουτάνας της Ντίτας σου μωρό μου".

Σε λίγο έφερε το χέρι της πίσω και πιάνοντας τον πούτσο μου τον έβγαλε από μέσα της. Συστρέφοντας το κορμί της ανάμεσα στα πόδια μου γύρισε ανάσκελα, και κοιτάζοντάς με μάτια υγρά και θολωμένα απ' την καύλα, μού είπε για δεύτερη φορά εκείνο το βράδυ:

-    Θέλω κι από μπροστά.

Της ανασήκωσα τα πόδια και λυγίζοντάς τα, τα έφερα στους ώμους της. Έχοντας παρερμηνεύσει το "από μπροστά" πήγα να μπω στο μουσκεμένο μουνί της, αλλά με σταμάτησε πιάνοντας τον πούτσο μου και οδηγώντας τον ξανά στον κώλο της. Ξανακαθίστηκα μέσα της, βλέποντας την να σφίγγει τα δόντια για να μην φωνάξει από πόνο στην πρώτη διείσδυση. Σε μερικά δευτερόλεπτα όμως άρχισε και πάλι να τρέμει από  ηδονή. Έχοντας πλέον τα χέρια της τελείως ελεύθερα, άρχισε να μαλάζει τα στήθη της και να παίζει αργά το μουνί της, βγάζοντας δυνατές κραυγές ηδονής κάθε φορά που ο πούτσος μου βυθιζόταν ολόκληρος μέσα της. Ο αργός ρυθμός που ακολουθούσα έκανε τον κώλο της να παραμένει σφιχτός και να με βυζαίνει αχόρταγα. Δεν νομίζω να της τον είχαν ξαναγαμήσει τόσο αργά και βασανιστικά. Έτσι κι αλλιώς ήταν ολοφάνερο ότι εκείνη τη στιγμή βρίσκαμε και οι δυο αυτό το αργό πρωκτικό σεξ πολύ πιο καυλωτικό από ένα ξεκώλιασμα, το οποίο ούτε το επιχείρησα ούτε το ζήτησε. Όσο περισσότερο καύλωνε τόσο πιο δυνατά φώναζε και τόσο πιο βαθιά με έκλεινε στον παράξενό της κόσμο.

Μόλις ένιωσε τον οργασμό της να πλησιάζει, τύλιξε τα πόδια της γύρω απ' τη μέση μου και με τράβηξε απότομα προς το μέρος της, προσπαθώντας να τον πάρει μέσα της όσο πιο βαθιά γινόταν. Κυρτώνοντας την πλάτη της άρχισε να ουρλιάζει ασταμάτητα "ΧΥΝΩ!" και να χτυπάει μανιασμένα τα χέρια της στο στρώμα. Η συσσωρευμένη καύλα των προηγούμενων ημερών μ' έκανε ν' αρχίσω να χύνω ατελείωτα βαθιά στον κώλο της που τον ένιωθα να συσπάται σε κάθε ριπή σπέρματος. Δεν ξέρω γι' αυτή, αλλά για μένα ήταν σίγουρα ένας απ' τους πιο έντονους οργασμούς της ζωής μου. Έπεσα ξέπνοος πάνω της κι ένιωσα την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή. Μείναμε έτσι για πολλή ώρα. Δεν ήξερα τι να σκεφτώ και τι να νιώσω. Προσπαθούσα να καταλήξω αν αυτό που είχε προηγηθεί έμοιαζε περισσότερο με την ολοκληρωτική κατάκτηση μιας πολύ επιθυμητής αλλά απρόσιτης ερωμένης ή αν είχα μόλις χύσει στον κώλο μιας φτηνής πουτάνας. Κι επίσης να καταλάβω το γιατί είχε μετατραπεί από παγοκολώνα σε ηφαίστειο μόλις περιέλαβα τον κώλο της. Η φωνή της με επανέφερε στην πραγματικότητα.

-    Μού τρέχουν απ' τον κώλο αλλά δε με νοιάζει. Έτσι κι αλλιώς τώρα πια ξέρεις πόσο βρωμιάρα είμαι.

Της είπα ότι αν κάποιος έπρεπε να αισθάνεται έτσι, τότε αυτός ήμουν εγώ. Εγώ δεν ήμουν στο κάτω-κάτω αυτός που στην ουσία αναγκάστηκε να καταπιεί τις μεγαλοστομίες που ξεφούρνιζε για εγκράτεια και αυτοπειθαρχία; Εγώ δεν ήμουν αυτός που τελικά αποδείχτηκε όντως ίδιος με όλους τους άλλους; Απάντησε:

-    Τόσο ίδιος όσο και διαφορετικός.

Ο μεσήλικας ρεσεψιονίστ μού επέστρεψε τη ταυτότητά μου και σκύβοντας προς το μέρος μου είπε χαμηλόφωνα:

-    Θα σας παρακαλούσα να μην ξαναέρθετε κύριε. Τουλάχιστον όχι μ' αυτή την κοπέλα κύριε.

Καταλαβαίνοντας αμέσως τους λόγους που με είχαν καταστήσει ανεπιθύμητο πρόσωπο, τον ρώτησα απολογητικά:

-    Ενοχλήσαμε, ε;

Απάντησε:

-    Δε φαντάζεστε πόσο κύριε!

Περπατήσαμε για λίγο στην Εγνατίας χωρίς να μιλάμε. Δεν ξέρω αν ήταν από αμηχανία ή από ντροπή για τις μάσκες που είχαν πέσει και είχαν μείνει στο δωμάτιο τού ξενοδοχείου. Θυμήθηκα εκείνη τη ρήση πού λέει ότι όλοι μας βρίσκουμε κάποια στιγμή το δάσκαλό μας. Κι εγώ μόλις είχα βρει την δασκάλα που μού έδωσε ένα αξέχαστο από κάθε άποψη μάθημα σχετικά με το τι μπορεί να επιτύχει μία γυναίκα χρησιμοποιώντας απλώς την ίδια της τη φύση και τού πόσο υπερφίαλα μπορεί να κάνει να φαίνονται όλα όσα ισχυρίζεται κάποιος έξω απ' το χορό.

Μετά από μερικά λεπτά σιωπής κοντοστάθηκε και γύρισε προς το μέρος μου. Σταμάτησα και την κοίταξα, μην έχοντας την παραμικρή ιδέα για το τι θα συνέβαινε από εκεί και πέρα. Έτσι κι αλλιώς είχα ήδη συνειδητοποιήσει ότι αντί για επεξήγηση τού λήμματος "απρόβλεπτη" στα λεξικά, θα μπορούσε να υπάρχει απλώς μια φωτογραφία τής Ντίτας και το τηλέφωνό μου για να εξηγώ προσωπικά και με κάθε λεπτομέρεια στον καθένα την έννοια της λέξης. Όταν μίλησε δε με κοιτούσε. Κοιτούσε κάπου πέρα απ' τον ώμο μου.

-    Καλλιτέχνη ξέρεις κάτι; Τελικά δεν είσαι σαν όλους τους άλλους. Δεν έχω γνωρίσει ποτέ μου κάποιον που να μην επιχείρησε να με γαμήσει απ' το πρώτο ραντεβού, χωρίς μάλιστα να τού κουνηθώ ούτε το ένα χιλιοστό απ' όσο κουνήθηκα σε σένα. Αλλά να σού πω και κάτι άλλο; Θα μού έστριβε αν δεν το κάναμε. Οπότε αυτό που θα κρατήσω από σένα δεν θα είναι το ότι άλλα έλεγες κι άλλα έκανες, αλλά το ότι αυτά που μού έκανες δε θα τα ξεχάσω ποτέ. Μπορείς να μην με πιστέψεις αν θέλεις, όμως δεν μ' έχει ξανακαυλώσει άλλος έτσι στη ζωή μου. Και δεν εννοώ μόνο το γαμήσι μας.

Έστρεψε τα μάτια της στα δικά μου. Μού έδωσε ένα πεταχτό φιλί στις άκρες των χειλιών και διέσχισε την Εγνατίας χωρίς να κοιτάξει πίσω της. Απόμεινα να την κοιτάζω ν' απομακρύνεται. Κατάλαβα ότι δε θα την ξαναέβλεπα. Και δεν την ξαναείδα. Ποτέ. Κι όσο κι αν η γνωριμία μας κράτησε μόνο δυο νύχτες… κι όσο κι αν κανονικά θα έπρεπε να τη μισώ, είναι φορές που μού λείπει.