Η κάθοδος (3ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.13 (4 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Η κάθοδος (2ο μέρος)

Οι μέρες και οι μήνες έτρεχαν σαν τρελοί. Πλέον είχαν περάσει τα Χριστούγεννα, είχα επιστρέψει στο σπίτι μου για γιορτές και για καλή μου τύχη οι γονείς μου δεν κατάλαβαν αλλαγή, καθώς φρόντιζα να φοράω πάντα φαρδιά ρούχα για να κρύβονται τα βυζάκια μου τα οποία είχαν αρχίσει να ξεπετάγονται δειλά-δειλά. Μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων επέστρεψα στην Αθήνα και πρώτη μου δουλειά ήταν να ετοιμαστώ για να έρθει ο Μανώλης το βράδυ σε εμένα να χαρεί, όπως έλεγε, το κορμάκι που του είχε λείψει. Ετοιμάστηκα, έβαλα ψηλές κάλτσες ριγέ, ένα μαύρο crop top και ένα μικροσκοπικό σορτσάκι. Άναψα τη θέρμανση έβαλα ποτό και τον περίμενα. Τα μαλλιά μου είχαν αρχίσει να μακραίνουν με γοργούς ρυθμούς και πλέον είχαν γίνει ένα όμορφο καρέ, κάτι το οποίο με έκανε να μη χρειάζομαι άλλο πια την περούκα. Χτυπάει το κουδούνι και η καρδιά μου πάει να σπάσει.

Η τρύπα μου ανοιγοκλείνει μανιωδώς από προσμονή και ξερογλείφομαι. Τρέχω, ανοίγω και πέφτω στην αγκαλιά του. Εκείνος όλο χαρά με σηκώνει στα στιβαρά του μπράτσα και με βάζει στο σπίτι φιλώντας με παθιασμένα. Κλείνει την πόρτα πίσω του και κατευθυνόμαστε προς την κρεβατοκάμαρα. Ξαπλώνει στο κρεβάτι και με προστάζει να κάνω αισθησιακά στριπτίζ. Αρχίζω να πετάω τα ρούχα μου χορεύοντας απαλά ακούγοντας μουσική στο μυαλό μου και τον κοιτώ στα μάτια με το βλέμμα που χαρακτήριζε διαπεραστικό σαν ακτίνες Χ. Εκείνος χαϊδεύει το καυλί του και μου κάνει σήμα να πλησιάσω. Ανεβαίνω στο κρεβάτι σαν αιλουροειδές ζώο, το οποίο κατευθύνεται στην λεία του. Ακουμπάω τη μύτη μου πάνω στο παντελόνι του στο ύψος του πούτσου και παίρνω μυρωδιά αντρίλας. Αμέσως μεθάω από τη μυρωδιά και ως υπνωτισμένη τον ξεκουμπώνω και αρχίζω να τον γλείφω σα μικρό παιδάκι που δοκιμάζει για πρώτη φορά γλειφιτζούρι. Εκείνος ακουμπά το κεφάλι του πίσω κλείνει τα μάτια του και η ανάσα του γίνεται όλο και πιο βαριά ενώ τα χέρια του έχουν μπλεχτεί στα μαλλιά μου δίνοντας μου ρυθμό.

Δεν περνάει πολύ ώρα και πετάγεται ο πρώτος πίδακας σπέρματος στο στόμα μου. Καταπίνω και ρουφάω σα να θέλω να βγάλει και άλλα. Νέκταρ! Αμέσως, χωρίς να μιλήσει, με σηκώνει και με πετάει στο κρεβάτι. Σκίζει το μικροσκοπικό μου εσώρουχο και χώνει τη γλώσσα του στην τρύπα μου. Εγώ πλέον παραδομένη στην καύλα αναστενάζω και παρατηρώ πως το πουλάκι μου δε σηκώνεται. Γελώ στο μυαλό μου και καταλαβαίνω πως πλέον οι ορμόνες κάνουν δουλειά. Χαμένη μέσα στις σκέψεις μου νιώθω ένα οξύ πόνο. Το μωρό μου εισχωρεί μέσα μου βίαια χωρίς προειδοποίηση. Η τρύπα μου ανοίγει σαν τριαντάφυλλο την πρώτη μέρα της άνοιξης και υποδέχεται τον τεράστιο του πούτσο. Αρχίζει αμέσως ένας ξέφρενος χορός και με σφυροκοπάει ανελέητα ενώ παράλληλα βγάζει άναρθρες κραυγές σα ζώο. Δαγκώνω τα σεντόνια και χύνω από τον κώλο. Δεν το πίστευα αυτό που συνέβαινε. Δεν είχε ξανά συμβεί ποτέ. Ώσπου ξάφνου νιώθω τον κώλο μου γεμάτο από χύσια και ρίχνει το βάρος του πάνω μου. Αρχίζει να φιλάει και να μου λέει πόσο πολύ του έλλειψε. Μετά από ώρα σηκωνόμαστε και γυμνοί καθόμαστε στον καναπέ αγκαλιά.

- Μ: Ολίβια μου μωρό μου σου έχω μια έκπληξη.

Τα μάτια μου λάμπουν από χαρά αλλά και από προσμονή.

- Ο: Μην καθυστερείς και πες μου…

λέω όλο προσμονή.

- Μ: Από αύριο είσαι έτοιμη να δουλέψεις.

Συνοφρυώνομαι.

- Ο: Τι; Τι εννοείς;

- Μ: υπάρχει κάτι που δεν ξέρεις. Εγώ μαζί με έναν άλλον προωθούμε κοριτσάκια στη Συγγρού. Από αύριο πιάνεις δουλειά.

- Ο: Χα, χα, χα… πλάκα έχεις…

- Μ: Μίλησα και δε θα το ξαναπώ.

- Ο: Μανώλη σοβαρέψου. Τέτοια πράγματα δεν κάνω. Δεν υπάρχει περίπτωση.

Το χέρι του σκάει στο πρόσωπο μου βίαια και με κάνει να βάλω τα κλάματα.

Μ: Άκουσε με καλά πορνίδιο του κερατά! Εγώ σε δημιούργησα και θα κάνεις ότι θέλω εγώ εάν δεν θέλεις να είναι απόψε το τελευταίο σου βράδυ η ακόμα χειρότερα αυτά (σηκώνεται και κάτι βγάζει από την τσέπη του παντελονιού του που ήταν πεταμένο στο πάτωμα). Δεν θέλεις να φτάσουν στους γονείς σου αύριο το πρωί!

Παίρνω το φάκελο στα χέρια μου και είναι φωτογραφίες με εμένα ως κορίτσι να γαμιέμαι. Ξαναβάζω τα κλάματα και τον παρακαλώ να σταματήσει.

Ο : Πως; Πως μπόρεσες να το κάνεις αυτό σε εμένα; Γιατί ρε μαλάκα;

Μια σπρωξιά με στέλνει στην άκρη του δωματίου και ύστερα κλωτσιές και μπουνιές με βυθίζουν σε ένα βαθύ ύπνο. Ξυπνάω και δε μπορώ να καταλάβω που βρίσκομαι. Γύρω μου επικρατεί σκοτάδι. Το φως ανοίγει και γύρω μου βλέπω και άλλο ένα κορίτσι σαν εμένα.

- Μ: Καλά ξυπνητούρια πόρνες.

- Ο: Που είμαι;… τι είναι εδώ;

- Μ: Εδώ μωράκι μου είναι είτε η αρχή σας είτε το τέλος σας. Εσείς επιλέγετε.

Φεύγει και ξεσπώ πάλι σε κλάματα.

- Ο: Όχι, όχι, όχι, δε μπορεί να το ζω εγώ αυτό! Είναι ένα όνειρο. Ένα κακό όνειρο είναι όλα…

μονολογώ.

- Ηρέμησε… ακούω τη φωνή της άλλης κοπέλας. Με το να κλαις δεν ωφελεί πουθενά. Μας έχει στο χέρι. Ας κάνουμε ότι θέλει και με την πρώτη ευκαιρία θα φύγουμε. Με λένε Αλίκη.

- Ο: Εμένα Ολίβια… πρώην Ορέστη.

- Α: Εμένα με έλεγαν Άρη. Σταμάτα να κλαις, θα τα καταφέρουμε.

Η πόρτα ανοίγει και είναι ένας άλλος άνδρας. «Λοιπόν κούκλες ντυθείτε. Φεύγουμε». Μας πετάει κάτι ξέκωλα ρούχα στο πάτωμα και χοντρά μπουφάν. Χωρίς κουβέντες ντυνόμαστε και μπαίνουμε στο αμάξι. Τότε συνειδητοποίησα πως ήμασταν σε μια αποθήκη. Καθόμαστε στο πίσω κάθισμα με την Αλίκη και η καρδία μου πάει να σπάσει. Κλείνω τα μάτια και αναθεματίζω την ώρα που απαντούσα στο μήνυμα του μαλάκα σε εκείνο το site. Μετά από αρκετή ώρα φτάνουμε σε ένα παράδρομο.

«Λοιπόν τσουλάκια, κάθε μια ώρα θα έρχομαι να παίρνω την είσπραξη. Άντε και καλά γαμήσια. Μας πετάει έξω από το αμάξι και φεύγει. Προχωράμε λίγο κρατώντας η μια το χέρι της άλλης. Μετά από 100 μέτρα βγαίνουμε στα ψυχρά φώτα τα λεωφόρου Συγγρού. Η κάθοδος μόλις άρχισε.




Copyright protected OW ref: 173220