Ανθισμένο Γιασεμί

Δημοσιεύθηκε από BlackLipstick
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.71 (12 Votes)
-    Αφήστε με! Σας είπα δεν θέλω!

Η φοβισμένη κοριτσίστικη φωνή απ' το στενάκι μ' έκανε να ταχύνω το βήμα μου. Η κοπελίτσα ήταν πεσμένη στα γόνατα ανάμεσα σε δυο νεαρούς και προσπαθούσε απεγνωσμένα να ελευθερώσει τα χέρια της απ' αυτόν που στεκόταν πίσω της και της τα κρατούσε, όσο ο άλλος της πίεζε απαιτητικά το κεφάλι πάνω στο ξεκούμπωτο παντελόνι του. Συνεπαρμένοι απ' το παιχνίδι τους δε με είδαν να πλησιάζω, γι' αυτό κι αιφνιδιάστηκαν απόλυτα όταν άρπαξα αυτόν που στεκόταν μπροστά της απ' το γιακά και τον πέταξα βίαια τρία μέτρα στο πλάι. Κοίταξα το δεύτερο κατάματα.

-    Άφησε τα χέρια της για να μη χάσεις τα δικά σου.

Υπάκουσε αμέσως κι έμεινε να με κοιτάζει σαν χαζός. Ο πρώτος είχε κοκαλώσει εκεί που τον πέταξα.

-    Και τώρα εξαφανιστείτε πριν η ηλικία σας πάψει να αποτελεί ελαφρυντικό για την ελεεινή συμπεριφορά σας.

Έφυγαν σα βρεγμένες γάτες, όχι όμως πριν προσπαθήσουν να περισώσουν ότι μπορούσαν από την συντριπτική τους ήττα.

-    Εντάξει, μια πλάκα κάναμε.

-    Δεν την άκουσα να γελάει.

Έστριψαν στην γωνία και χάθηκαν. Η πιτσιρίκα εξακολουθούσε να είναι στα γόνατα με το πρόσωπό της κρυμμένο στα χέρια της. Όταν την άγγιξα στον ώμο τινάχτηκε τρομαγμένη.

-    Ηρέμησε μικρή. Είσαι ασφαλής τώρα.

Με κοίταξε δύσπιστα με κάτι που μέσα στο μισοσκόταδο μού φάνηκε σαν βεβιασμένο χαμόγελο. Σηκώθηκε αργά και κάπως αβέβαια τινάζοντας τη σκόνη απ' τα γόνατά της. Ήταν περισσότερο από εμφανές ότι ήταν ψιλοζαλισμένη από αλκοόλ.

-    Μήπως θα έπρεπε να διαλέγεις τις παρέες σου λίγο πιο προσεκτικά;

-    Υποτίθεται ότι ήταν φίλοι μου...

Η φωνή της ήταν ελαφρώς βραχνή και καθόλου ελαφρώς σέξι. Η σιλουέτα της διαγραφόταν αχνά και το πρόσωπό της ήταν μισό-κρυμμένο στις σκιές.

-    Κοίταξε, δε θέλω να το παίξω κηδεμόνας σου, αλλά...

Η φωνή της με διέκοψε.

-    Μακάρι ο κηδεμόνας μου να με υπερασπιζόταν έστω και μια φορά όπως με υπερασπίστηκες απόψε εσύ.

Η πίκρα και το παράπονο στην φωνή της μ' έκαναν να θέλω να την αγκαλιάσω. Παρ' όλα αυτά τελείωσα την φράση μου που είχε μείνει στην μέση.

-    ΟΚ, αλλά τα σκοτεινά στενά δεν είναι και το καλύτερο μέρος για ένα κορίτσι της ηλικίας σου, ειδικά αν έχει κατεβάσει και μερικά ποτηράκια. Έχεις πιεί, έτσι δεν είναι;

Το παραδέχτηκε χαμηλόφωνα, αλλά το ατίθασο πνεύμα της νιότης προσπάθησε να κερδίσει ένα τουλάχιστον σημείο στη μικρή μας διένεξη.

-    Δεν είμαι όμως και τόσο μικρή. Δευτεροετής φοιτήτρια είμαι.

Έκανε ένα βήμα μπροστά και βγήκε στο σκληρό κίτρινο φως που έριχνε η λάμπα τού δρόμου. Ήταν όμορφη. Πολύ όμορφη. Αλλά αν δεν είχε διευκρινίσει ότι ήταν φοιτήτρια δεν θα την έκανα με τίποτα πάνω από 15-16 χρονών. Το κεφάλι της βρισκόταν σχεδόν 25 πόντους χαμηλότερα απ' το δικό μου. Πάνω στο χλωμό της πρόσωπο δέσποζαν δυο μεγάλα βαθυγάλαζα μάτια, σα βαθιές λίμνες σε κάποια παγωμένο οροπέδιο τού βορρά. Τα σκουροκόκκινα μαλλιά της πλαισίωναν σα σκουριασμένο φωτοστέφανο τις γωνίες τού προσώπου της, αγγίζοντας απαλά τους ώμους της στο τελείωμά τους. Το κορμί της, υπό την επήρεια τού αλκοόλ, ταλαντευόταν αργά σα στιλέτο καρφωμένο στο έδαφος.

Φορούσε ένα απλό κοντομάνικο λευκό μπλουζάκι και το επίπεδο κενό που υπήρχε κάτω απ' τον όμορφο λαιμό της φανέρωνε ότι το στήθος της ήταν σχεδόν ανύπαρκτο. Αλλά επειδή η φύση μισεί τα κενά, αυτό που διαγραφόταν αχνά κάτω απ' τη μακριά της φούστα ήταν σφριγηλό σαν αρχαίο γλυπτό και καμπυλωτό σα γιαπωνέζικο σπαθί. Δεν πρέπει να ζύγιζε πάνω από 45 κιλά και απόρησα πως είχε καταφέρει ν' αντισταθεί στα δυο "καλόπαιδα" που την είχαν στριμώξει πριν επέμβω. Ήταν μια περίτεχνη μινιατούρα που φαινόταν τόσο μα τόσο εύθραυστη, ώστε να σε αναγκάζει κρατάς ακόμη και την ανάσα σου δίπλα της. Μού συστήθηκε χωρίς να μού τείνει το χέρι.

-    Με λένε Γιασεμή και σ' ευχαριστώ.

Της είπα ότι δεν έκανα τίποτε περισσότερο απ' το αυτονόητο, αλλά δε συμφώνησε.

-    Θα μπορούσες αφού τους έδιωξες να πάρεις την θέση τους. Και κρίνοντας απ' αυτό που βλέπω μάλλον θα τα κατάφερνες πολύ πιο εύκολα να πάρεις αυτό που ήθελαν.

Αυτό που έβλεπε ήταν 1.87, γεροδεμένο και στολισμένο με μερικά όχι και τόσο φιλειρηνικά τατουάζ που ξεχείλιζαν απ' το εφαρμοστό μαύρο T-Shirt.

-    Λοιπόν, να σε συνοδεύσω στο σπίτι σου πριν μπλέξεις και σε τίποτα άλλες νυχτερινές περιπέτειες;

Δέχτηκε μετά από ένα μικρό δισταγμό. Μάλλον είχε αποφασίσει ότι από εμένα δεν κινδύνευε. Η ώρα κόντευε τέσσερεις. Μόλις όμως είδε την μηχανή άλλαξε γνώμη.

-    Αχ, θα με πας μια βόλτα;

Και γιατί να μην την πήγαινα; Ίσα-ίσα που θα την χτυπούσε λίγο κι ο αέρας βοηθώντας τη να συνέλθει. Σήκωσε διακριτικά την φούστα της και κάθισε πίσω μου. Δε μπόρεσα να μην ρίξω μια κλεφτή ματιά στα λεπτά κι αρμονικά της πόδια. Γουρούνι δεν είμαι ποτέ, αλλά καμιά φορά είμαι λύκος. Και είχα να φάω απ' το μεσημέρι.

-    Δεν μού λες Γιασεμή, πεινάς;

-    Πολύ!

-    Οπότε πρώτα βόλτα ή φαγητό;

-    Βόλτα.

Την έκανα μια μεγάλη γύρα στην Άνω Πόλη, οδηγώντας αργά για να μπορεί να βλέπει τη μαγευτική νυχτερινή θέα από ψηλά. Καταλήξαμε για κρέπες στη Ναυαρίνου. Χαιρετώντας κάποια στιγμή ένα γνωστό μου πιτσιρικά που έτυχε να περνάει, μού φάνηκε ότι η μικρή σα να προσπάθησε κάπως να κρυφτεί μόλις είδε ότι γνωριζόμασταν. Δεν έδωσα όμως σημασία καθώς σκέφτηκα ότι μάλλον εγώ δεν κατάλαβα καλά. Τη συνόδεψα περπατώντας μέχρι το σπίτι της κάπου στην Παύλου Μελά. Έβγαλε τα κλειδιά της και κοντοστάθηκε.

-    Θέλω να σε ξαναδώ. Εσύ θέλεις;

Αντί απάντησης της έδωσα μια κάρτα μου. Την έριξε στην τσάντα της χωρίς να την κοιτάξει. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και με καληνύχτισε μ' ένα φιλί στο μάγουλο. Την επόμενη μέρα είδα σ' ένα καφέ τον πιτσιρικά που είχα δει στην Ναυαρίνου το προηγούμενο βράδυ. Με πλησίασε μ' ένα πονηρό χαμόγελο στο πρόσωπό του.

-    Γέρο τι δουλειά είχες χθες ρε με την πιπατζού; Πες μου ότι τη μπούκωσες!

-    Γιατί πιπατζού; Ξέρεις κάτι που δεν ξέρω;

-    Ε, καλά τώρα! Μόνο εσύ δεν το ξέρεις μού φαίνεται.

-    Να ξέρω τι;

-    Το μισό ΑΠΘ την έχει πιπώσει γέρο μου. Ξύπνα!

-    Κι εσύ πού ξέρεις ρε φλώρε ποιες έχει πιπώσει το μισό ΑΠΘ; Γιατί απ' όσο θυμάμαι, αφού όταν ο μπαμπάς σου σ' έστελνε σχολείο εσύ την κοπάναγες κι αλήτευες, το ΑΠΘ μόνο απ' έξω το έχεις δει.

Έκανε πως δεν άκουσε.

-    Πάντως ή τη βρίσκει πολύ με τις πίπες η μικρή, ή φυλάει την παρθενιά της για τον πρίγκιπα. Γιατί απ' όσο ξέρω κανείς δεν της τον έχει φορέσει μέχρι τώρα.

Τού υπενθύμισα ότι δεν είχε απαντήσει στην προηγούμενη ερώτησή μου.

-    Ε, καλά τώρα...Έχουμε κι εμείς τις γνωριμίες μας γέρο!

Τού απάντησα ότι αν οι γνωριμίες που εννοούσε ήταν αυτές που φανταζόμουν, θα ήταν καλύτερα να μη βασιζόταν και πολύ στην αξιοπιστία των πληροφοριών που τού παρείχαν. Και κάπου εκεί η συζήτηση έλαβε τέλος. Μετά από τρεις ημέρες η "πιπατζού" με πήρε τηλέφωνο και με ρώτησε διστακτικά αν θα ήθελα να βγούμε το βράδυ για ένα ποτό. Ήθελα. Συναντηθήκαμε μπροστά στη Δημοτική Βιβλιοθήκη και καθίσαμε σ' ένα μπαρ λίγο πιο κάτω. Φορούσε ένα απλό σιελ πουκαμισάκι και μια λεπτή λευκή παντελόνα μ' ένα μαύρο μακρύ κροσσωτό φουλάρι δεμένο γύρω απ' τη μέση της, που έκρυβε κάπως την θεϊκή καμπύλη των γλουτών της.

Δε θα αναλωθώ στις λεπτομέρειες περί καταγωγής, αγαπημένης μουσικής, ζωδίων, ομάδας και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο γύρω απ' τα οποία περιστράφηκε η συζήτηση για λίγο. Έτσι κι αλλιώς αυτού τού είδους οι πληροφορίες είναι άχρηστες ακόμη και την στιγμή που ανταλλάσσονται, αφού συνήθως δε λένε τίποτα ουσιαστικό. Την ρώτησα αν είχε συνέλθει απ’ τη δυσάρεστη τροπή που είχε πάρει η "φιλική" της έξοδος πριν μερικά βράδια.

-    Συνήλθα. Με κάθε πιθανή έννοια.

-    Τι εννοείς;

-    Εννοώ ότι το αρχικό σοκ το ξεπέρασα, αλλά έμαθα επίσης πως δεν υπάρχουν φίλοι που να μη θέλουν να σού... ξέρεις... και το καντήλι.

Η απροθυμία της να ξεστομίσει κάποια μορφή τού ρήματος "γαμώ" μ' έκανε και γέλασα.

-    Ρε Γιασεμάκι δεν είμαστε στον αέρα σε κάποια υποκριτικά καθώς πρέπει εκπομπή! Τα κορίτσια σήμερα βρίζουν σα χαμάληδες.

-    Εγώ δεν είμαι σαν τα άλλα κορίτσια.

Εκεί αποφάσισα να τονώσω λίγο την αυτοπεποίθησή της, αφού δεν έμοιαζε να διαθέτει και πολύ.

-    Νομίζεις πως δεν το έχω καταλάβει. Για κοίτα λίγο γύρω σου. Είσαι σαν μια ιέρεια ανάμεσα σε πόρνες.

Το κομπλιμέντο της άρεσε. Χαμογέλασε κάπως αμήχανα.

-    Αχ, μακάρι να ήταν μόνο αυτό...

-    Δεν πειράζει. Όποια και να είναι τα άλλα, θα μού ξεκλειδώσεις τα μυστικά σου όποτε το θελήσεις εσύ. Αν φυσικά το θελήσεις.

Φάνηκε να πέφτει σε περισυλλογή σαν να σκεφτόταν κάτι σημαντικό. Αφού την κέρασα μια μπύρα ακόμη για να της ξεπληρώσω την κρέπα που με είχε κεράσει τη βραδιά της επεισοδιακής γνωριμίας μας, τη συνόδευσα και πάλι στο σπίτι της, με τη δικαιολογία ότι δε θα ήθελα να συναντήσει τίποτα "φίλους" της και πάλι. Της άρεσε.

-    Απέκτησα σωματοφύλακα δηλαδή; Ποια είμαι τέλος πάντων;

-    Είπαμε. Μια ιέρεια ανάμεσα σε πόρνες.

Μόλις φτάσαμε στην είσοδο τής πολυκατοικίας της ξεκίνησα να τής λέω:

-    Το τηλέφωνό μου το έχεις. Όποτε θελήσεις...

Πριν ολοκληρώσω τη φράση μου σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της κι άγγιξε φευγαλέα τα χείλη μου με τα δικά της. Μετά, σαν να ντρεπόταν γι' αυτό που μόλις είχε κάνει, πισωπάτησε βιαστικά και ψέλλισε "Συγγνώμη! Καληνύχτα" πριν γυρίσει την πλάτη της κι αρχίσει να ψαχουλεύει σπασμωδικά μέσα στην τσάντα της για να βρει τα κλειδιά της. Ξεκλείδωσε την είσοδο και μπήκε στο ασανσέρ. Απ' την στιγμή αυτού τού αναπάντεχου και άγαρμπου φιλιού και μετά είχα μείνει στήλη άλατος. Σε καμία περίπτωση δεν είμαι πρωτάρης στις εκδηλώσεις επιθυμίας των γυναικών, αλλά αυτή η συγκεκριμένη ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενα ότι θα επισφράγιζε την ομολογουμένως πολύ ευχάριστη έξοδο που είχε προηγηθεί.

Καβάλησα τη μηχανή κι ανηφόρισα για το σπίτι. Κι εκείνη την στιγμή δε σκέφτηκα πως το γεγονός ότι δεν αισθανόμουν καμιά επιθυμία να συνεχίσω τη βραδινή έξοδο μόνος μου για να καταλήξω στο σπίτι με παρέα, θα έπρεπε να με είχε ήδη προβληματίσει. Με ξαναπήρε τηλέφωνο μετά από μερικές μέρες. Χάρηκα πραγματικά πολύ που την άκουσα κι αυτήν και τις δικαιολογίες για φόρτο εργασίας στη σχολή τον οποίον επικαλέστηκε εν ίδει απολογίας για το ότι δεν επικοινώνησε νωρίτερα. Με ρώτησε αν ήθελα να βρεθούμε και δέχτηκα αμέσως, καθώς τις προηγούμενες μέρες διαπίστωσα με κάποια έκπληξη ότι είχε αρχίσει να μού λείπει. Απλά απ' ότι φάνηκε δεν είχαμε το ίδιο πράγμα στο μυαλό μας.

-    Να σού πω, θα σε πείραζε να έρθω στο σπίτι σου; Δεν έχω όρεξη να δω κόσμο απόψε, αλλά ούτε έχω όρεξη να μείνω μόνη.

Κάτι στον τόνο της φωνή της έδειχνε τόλμη και ατολμία μαζί. Κι αν αυτό ακούγεται αντιφατικό, θα πω ότι πιστεύω πως χρειάζεται περισσότερο θάρρος για να είναι κάποιος δειλός απ' όσο χρειάζεται για να είναι γενναίος.

-    Καθόλου δε θα με πείραζε Γιασεμάκι. Απεναντίας νομίζω ότι η βραδιά είναι ένα κι ένα για εκ τού σύνεγγυς εκμυστηρεύσεις.

-    Μεθυσμένες ίσως;

-    Γιατί όχι;

-    Να φέρω δηλαδή κανένα ποτό;

-    Μπα, έχω τόσα που αν καμιά φορά ξεμένεις να έρχεσαι να σε δανείζω.

Γέλασε. Της είπα τη διεύθυνση, κάπου στα μισά τού δρόμου για το Επταπύργιο, και τη ρώτησα μήπως ήθελε να κατέβω να την πάρω αφού η ανηφόρα ίσως να ήταν κουραστική για ένα ζεστό απόγευμα τού Μάη.

-    Όχι θα περπατήσω. Και ίσως στη διαδρομή καταφέρω να πάρω και μια απόφαση.

Αυτό το τελευταίο δεν το πολύ-κατάλαβα για να πω την αλήθεια, αλλά το προσπέρασα αναλογιζόμενος ότι κάθε άνθρωπος έχει τα προβλήματά του. Της έδωσα τη διεύθυνσή μου και τις απαραίτητες οδηγίες για να μη χαθεί στα δαιδαλώδη στενά της Άνω Πόλης. Μού είπε ότι θα ερχόταν σε καμιά ωρίτσα και μόλις κλείσαμε ένιωσα μία έξαψη που ομολογώ πως είχα χρόνια να την νιώσω. Μιλάω για εκείνη την γλυκιά προσμονή που κάνει τα μάγουλα να κοκκινίζουν και φέρνει εκείνο το παράξενο κενό στο στομάχι.  Συμμάζεψα λίγο, έκανα ένα γρήγορο ντους, σερβιρίστηκα ένα τζιν-τόνικ και κάθισα στο μπαλκόνι περιμένοντας. Το μικρό μου δυάρι βρίσκεται σε μια επίσης μικρή ανοιχτωσιά, απ' αυτές που είναι ο κανόνας κι όχι η εξαίρεση στην Άνω Πόλη. Κι απ' το πλαϊνό μέρος τού μπαλκονιού φαίνεται η μισή Θεσσαλονίκη πακέτο με τον μισό Θερμαϊκό, γεγονός που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στο να το αγοράσω, αντισταθμίζοντας τη μεγάλη απόσταση απ΄ το κέντρο και την ανηφόρα με την ησυχία και την τόσο όμορφη θέα.

Την είδα να ξεπροβάλλει απ' τη γωνία τού απέναντι σπιτιού. Φορούσε ένα στενό τζην κι ένα μαύρο φανελάκι. Μόλις άνοιξα την πόρτα με κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα και είπε:

-    Πειράζει να σ' αγκαλιάσω;

Ξαφνιάστηκα, αλλά αντί για απάντηση άνοιξα τα χέρια μου. Με αγκάλιασε σφιχτά και για ώρα. Μύριζε καθαρό ιδρώτα και βιολέτα. Της έφτιαξα ένα mojito και προσθέτοντας έτσι και την δροσιά του δυόσμου στα αρώματα τού δειλινού, καθίσαμε στο μπαλκόνι και είδαμε τον ήλιο να χαμηλώνει και να βάφει την θάλασσα στο χρώμα της ανομολόγητης επιθυμίας. Γιατί κάτι μού έλεγε πως η αποψινή νύχτα θα ήταν διαφορετική.

Μιλήσαμε αρκετή ώρα για διάφορα πιο σοβαρά θέματα αυτή τη φορά, επικεντρώνοντας περισσότερο στη ζωή της. Η άποψή της για τον κόσμο δεν ήταν και πολύ θετική και μού έδωσε την εντύπωση ότι ένιωθε σαν ένα αρνί περιτριγυρισμένο από λύκους. Ήταν σαν ο κόσμος να την είχε πληγώσει και να την είχε εξοστρακίσει, αν και δεν καταλάβαινα τι θα μπορούσε να ήταν αυτό που την έκανε να νιώθει έτσι. Όχι ότι κι εγώ είχα την υποκριτική κοινωνία μας σε καμία ιδιαίτερη εκτίμηση, αλλά η Γιασεμή ήταν πολύ μικρή για να νιώθει ήδη τόση απέχθεια γι' αυτήν. Σπάζοντας μια μικρή στιγμή σιωπής από εκείνες που είναι εκ των ων ουκ άνευ σε κάθε συζήτηση προκειμένου να γίνονται πιο ευκολοχώνευτες οι νυχτερινές εξομολογήσεις με ρώτησε:

-    Να κάτσω στα πόδια σου;

-    Και δεν κάθεσαι;

Σηκώθηκε και κάθισε πάνω μου έχοντάς μου γυρισμένη την πλάτη της. Αν και η ίδια δε ζύγιζε σχεδόν τίποτα, η υποβόσκουσα ένταση της στιγμής ήταν ασήκωτη. Το φουκαριάρικο μάλλον μού την έπεφτε, αλλά ήταν τόσο κουτάβι που ζητούσε πρώτα την άδεια για οποιουδήποτε είδους σωματική επαφή. Και το αστείο ήταν ότι αυτό φάνταζε πολύ πιο ερεθιστικό απ' τις συνηθισμένες "Σκίσε με ρε! Τι με κοιτάς;" επιθετικές προσεγγίσεις που έτειναν να γίνουν ο κανόνας ακόμη και στις ηλικίες της Γιασεμής. Μετά από ακόμη ένα μικρό διάστημα σιωπής είπε διστακτικά:

-    Την πήρα εκείνη την απόφαση που σού είπα στο τηλέφωνο.

-    Ναι ε; Και για πες, ήταν σημαντική;

-    Πολύ.

-    Κάνει να τη μάθω κι εγώ;

Δίστασε, αλλά τελικά το ξεφούρνισε, αν και με μεγάλη προσπάθεια.

-    Θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου.

Δε μπορώ να πω ότι ξαφνιάστηκα και πάρα πολύ, αφού απ' την στιγμή που είχε μπει στο σπίτι μου η επιθυμία πλανιόταν στον αέρα σαν το λεπτό άρωμα που ανέδιδε το κορμάκι της, αλλά με πολλαπλάσια ένταση. Παρ' όλα αυτά όμως θα έδινα τα πάντα για να μπορούσα να έβλεπα το πρόσωπό της τη στιγμή που έντυσε αυτή της την επιθυμία με λέξεις. Την αγκάλιασα από πίσω και την φίλησα απαλά στον λαιμό. Ανατρίχιασε.

-    Ξέρεις όμως... δεν... δεν το έχω κάνει ποτέ.

Σκεπτόμενος ότι αν ένα κορίτσι λέει ψέματα για κάτι τέτοιο θα το διαψεύσει το ίδιο του το σώμα τη στιγμή της αλήθειας, την πίστεψα. Αλλά για να βολιδοσκοπήσω κάπως καλύτερα την κατάσταση την ρώτησα με τρόπο.

-    Δηλαδή τίποτα; Tabula rasa;

-    Ε... όχι ακριβώς rasa. Να... έχω κάνει στοματικό σεξ σε δυο αγόρια που μού άρεσαν λιγάκι, αλλά μην φανταστείς τίποτα σπουδαίο. Άσχετη είμαι.

-    Αυτό είναι όλο;

-    Αυτό...

Κατάλαβα αμέσως ενστικτωδώς ότι και σ' αυτό έλεγε αλήθεια κι ότι τα περί φοβερής και τρομερής πιπατζούς δεν ήταν παρά οι συνηθισμένες αρλούμπες των φοιτητών που κοκορεύονται διαρκώς ο ένας στον άλλον για το πόσο φοβεροί μπήχτες είναι. Εκτός κι αν το ΑΠΘ είχε απομείνει με τέσσερεις όλους κι όλους φοιτητές, οπότε οι δύο στους οποίους είχε πάρει πίπα η Γιασεμή ήταν όντως "το μισό ΑΠΘ" που είχε πει εκείνος ο σαχλαμάρας πιτσιρικάς. Τα χέρια μου κατηφόρισαν αργά από τους ώμους της προς τα στήθη της και τα δάχτυλά μου τσίμπησαν ελαφρά τις ρώγες της πάνω απ' το λεπτό της φανελάκι. Τα σουτιέν θα της ήταν έτσι κι αλλιώς άχρηστα για καμιά τριανταριά χρόνια ακόμη, οπότε τα βυζάκια της ήταν ελεύθερα. Μια σιγανή φωνούλα ξέφυγε απ' τα χείλη της κι ένιωσα το κορμί της να ριγεί και να χαλαρώνει. Έτρεμε σαν το φύλλο.

Μόλις όμως το χέρι μου κατεβαίνοντας ξεπέρασε τον αφαλό της με σκοπό να κατηφορίσει προς το μουνάκι της, έσφιξε πεισματικά τα πόδια της.

-    Τι είναι μάτια μου; Δε θέλεις;

-    Όχι, δεν είναι ότι δε θέλω, αλλά...

Η φωνή της έμεινε μετέωρη. Προσπάθησα να την καθησυχάσω.

-    Άκου να σού πω κάτι για να το ξέρεις. Σ' αυτό το σπίτι οι άνθρωποι διαχειρίζονται το σώμα τους όπως θέλουν αυτοί και κανείς δεν αναγκάζεται να κάνει κάτι που δε θέλει.

Έμεινε για λίγο σιωπηλή. Μετά γύρισε κι έπιασε το πρόσωπό μου με τα μικρά της χέρια. Τα μεγάλα μάτια της που γυάλιζαν μέσα στο μισοσκόταδο φανέρωναν ότι μέσα της γινόταν κάποια αμφίρροπη μάχη.

-    Θα με ήθελες ό,τι κι αν ήμουν;

Της χαμογέλασα ενθαρρυντικά.

-    Μόνο αν ήσουν κόρη μου ή αδερφή μου δε θα σε επιθυμούσα.

Μια αδιόρατη θλίψη σκοτείνιασε τα μάτια της.

-    Δεν ξέρεις πόσο πολύ εύχομαι να λες αλήθεια.

Σηκώθηκε και μπήκε με αργά βήματα στο δωμάτιο. Σηκώθηκα με τη σειρά μου για να πάω κοντά της, αλλά βλέποντάς τη να στέκεται όρθια στην μέση τού δωματίου σταμάτησα στη μπαλκονόπορτα. Δεν καταλάβαινα τι έκανε. Ξεκούμπωσε το παντελόνι της και το έβγαλε σχεδόν μηχανικά, αποκαλύπτοντας ένα απλό ριγέ πολύχρωμο βαμβακερό βρακάκι. Χαμογέλασα. Μ' αρέσουν οι κοπέλες που είναι τόσο χύμα ώστε να μη φορούν ολόκληρο τον κατάλογο της Victoria's Secret όταν βγαίνουν για ένα ραντεβού που μπορεί και να καταλήξει στο κρεβάτι. Στη συνέχεια απαλλάχτηκε το ίδιο μηχανικά απ' το φανελάκι της κι απόμεινε γυμνόστηθη μπροστά μου, χαρίζοντας στα μάτια μου την απόλαυση τού να περιπλανηθούν για λίγο στις μεγάλες φουσκωτές της ρώγες και στην σφιχτή της κοιλιά. Το χαμηλό φως τού δωματίου την έκανε να μοιάζει σαν μία από εκείνες της ελαιογραφίες τού Caravaggio όπου το φως παλεύει να διώξει το σκοτάδι και το σκοτάδι παλεύει να καταπιεί το φως, με το αποτέλεσμα να είναι μια διαρκής παρουσία σκληρών σκιών.

Έπειτα πήρε μια βαθιά ανάσα και με τα μάτια χαμηλωμένα κατέβασε διστακτικά το βρακάκι της. Το βλέμμα μου ακολούθησε την κίνηση τού εσωρούχου της κι εκεί έγινε η αποκάλυψη τού αιώνα. Γιατί εκεί που κανονικά θα έπρεπε να είναι το μουνάκι της βρισκόταν ένα τόσο δα ζαρωμένο πουλάκι. Περισσότερο νιώθοντας παρά βλέποντας την έκπληξή μου, είπε με χαμηλή φωνή:

-    Στο είπα, δεν είμαι σαν τα άλλα κορίτσια.

Εννοείται φυσικά ότι είχα μείνει άφωνος. Οπότε μην παίρνοντας απάντηση είπε:

-    Και τώρα θα με διώξεις, έτσι δεν είναι;

Πριν καν ολοκληρώσει την φράση της η φωνή της είχε ήδη αρχίσει να σπάει. Έσκυψε στο πάτωμα για να μαζέψει τα ρούχα της. Τη φρέναρε η φωνή μου.

-    Όχι. Τώρα σε θέλω ακόμη πιο πολύ.

Σήκωσε τα σχεδόν βουρκωμένα μάτια της και με κοίταξε μπερδεμένη.

-    Α… αλήθεια; Μα πώς;...

-    Έχεις καταλάβει πόσο σπάνιο λουλούδι είσαι μάτια μου; Όχι γι' αυτό που έχεις ανάμεσα στα πόδια σου, αλλά γι' αυτό που έχεις στην ψυχή σου.

Η φωνή της πλέον έσπασε τελείως.

-    Τότε γιατί νιώθω σαν εξάμβλωμα;

Ξέσπασε σε λυγμούς. Τη σήκωσα στα χέρια και την πήγα στο κρεβάτι. Την πήρα αγκαλιά και χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά την άφησα να κλάψει στον ώμο μου όσο ήθελε για να ξεσπάσει και να ξαλαφρώσει την όμορφη ψυχή της. Σιγά-σιγά ησύχασε. Τα χείλη της αναζήτησαν δειλά τα δικά μου. Τη φίλησα όπως φιλούν ένα εικόνισμα.

-    Κάνε με ό,τι θέλεις γιατί θέλω ό,τι θέλεις.

Την ξάπλωσα ανάσκελα κι έγειρα πάνω της. Τα χείλη μου περιπλανήθηκαν για λίγο στα λακκάκια τού λαιμού της πριν κατηφορίσουν προς τα μικρά της στήθη της και φυλακίσουν τις όμορφες φουσκωτές της ρώγες. Άρχισα να τις γλείφω και να τις δαγκώνω ελαφρά. Άρχισε ν' ανασαίνει βαριά και σε λίγα δευτερόλεπτα σκλήρυναν μέσα στο στόμα μου. Αλλά οι ρώγες της δεν ήταν το μοναδικό σημείο τού κορμιού της που ένιωσα να σκληραίνει. Κάπου χαμηλά στην κοιλιά μου ένιωσα το πουλάκι της να προσπαθεί μάταια να σηκώσει το βάρος μου από πάνω της. Σήκωσα το βλέμμα μου στο πρόσωπό της. Είχε τα μάτια κλειστά και δάγκωνε τα χειλάκια της βογκώντας πνιχτά.

Τη γύρισα μπρούμυτα με ευκολία κι απόμεινα για λίγο να θαυμάζω τις υπέροχες καμπύλες των γλουτών της πριν βυθίσω το πρόσωπό μου ανάμεσα τους. Μόλις η γλώσσα μου άγγιξε για πρώτη φορά την κωλοτρυπίδα της την ένιωσα να σφίγγεται και να παγώνει. Όμως στη συνέχεια χαλάρωσε κι από κάποιο σημείο και μετά οι αντιδράσεις της έδειχναν ότι είχε αρχίσει να της αρέσει πολύ. Οι φωνές και τα βογκητά της σιγά-σιγά ανέβαιναν σε ένταση και μόλις η γλώσσα μου εκτός απ' το γλείψιμο άρχισε να βυθίζεται και μέσα στην απίστευτα σφιχτή τρυπούλα της, η Γιασεμή έλιωσε και παραδόθηκε εντελώς. Ξάπλωσα προσεκτικά επάνω της και σαλιώνοντας καλά τα δάχτυλά μου άρχισα να δουλεύω το κωλαράκι της όσο πιο απαλά μπορούσα, ενώ ταυτόχρονα τη φιλούσα στο λαιμό και της δάγκωνα ελαφρά τους ώμους. Τελικά κατάφερα να βάλω με κάποια δυσκολία ένα δάχτυλο μέσα της και στη συνέχεια, πάντα αργά και υπομονετικά, το ένα δάχτυλο έγινε δύο. Παρ' όλα αυτά σκεφτόμουν κατά πόσον θα ήταν εφικτό να μπορέσω να στριμώξω τον πούτσο μου σ' αυτό το τόσο στενό μονοπάτι. Γιατί αν και δεν είναι και κανένα τέρας, φάνταζε πολύ μεγάλος για να χωρέσει σ' αυτό που ένιωθα εδώ και λίγη ώρα με τα δάχτυλά μου.

Τη γύρισα απαλά και πάλι ανάσκελα. Ήθελα να βλέπω το πρόσωπό της όταν θα έπαιρνα αυτό που είχε αποφασίσει ότι θα ήμουν ο πρώτος που θα το έπαιρνε. Σήκωσα τα λεπτά της πόδια ψηλά στο στήθος της κι αφού απόθεσα μία τελευταία γενναία ποσότητα σάλιου στα επίμαχα σημεία ακούμπησα τον πούτσο μου στην κωλοτρυπίδα της. Άρχισα να σπρώχνω όσο πιο απαλά μπορούσα. Αντιστεκόταν σθεναρά. Έσπρωξα δυνατότερα προσέχοντας να μη μπω απότομα μέσα της. Η κωλοτρυπίδα της άρχισε σιγά-σιγά να υποχωρεί. Όταν ο σφιγκτήρας της αγκάλιασε ολόκληρο το κεφάλι τού πούτσου μου πήρε μια βαθιά ανάσα κι έκλεισε με το χέρι της το στόμα της για να μη φωνάξει. Αλλά φώναξε.

Προσπάθησα να μπω όσο πιο αργά γινόταν γιατί δεν ήθελα να την πονέσω, αλλά λόγω της διαφοράς μεγεθών, αυτό δυστυχώς ήταν αδύνατον. Όσο αργά κι αν προχωρούσα, χιλιοστό-χιλιοστό, τα σφιγμένα χαρακτηριστικά του προσώπου της που είχε γίνει κατακόκκινο έδειχναν ότι ζοριζόταν πολύ. Τη ρώτησα αν ήθελε να σταματήσω και να βγω. Αρνήθηκε εμφατικά.

Τα πρώτα λεπτά πρέπει να πονούσε πραγματικά πολύ, αλλά το υπέμεινε καρτερικά. Τα ματάκια της είχαν δακρύσει αλλά συνέχιζαν να με κοιτάζουν με εμπιστοσύνη κι ένα περίεργο μείγμα σεβασμού και τρυφερότητας. Όταν όμως μετά από αρκετές πολύ αργές και προσεκτικές διεισδύσεις το πουλάκι της άρχισε σιγά-σιγά να σκληραίνει και πάλι, κατάλαβα ότι ο πόνος είχε πλέον αρχίσει να δίνει την θέση του σε μια πρωτόγνωρη γι' αυτήν ηδονή. Συνέχισα να μπαινοβγαίνω στο απίστευτα σφιχτό κωλαράκι της όσο πιο αργά μπορούσα, καθώς η αίσθηση ήταν απερίγραπτη. Και το θέαμα τού πούτσου μου να ανοίγει στα δύο το κορμάκι της μερικά μόνο εκατοστά πιο κάτω απ' το όρθιο πουλάκι της μ' έκανε να χάνω το μυαλό μου. Καμιά γυναίκα δε μ' είχε κάνει ποτέ να νιώσω κάτι παρόμοιο, όσο επιθυμητή κι αν ήταν.

Μόλις η ηδονή της άρχισε να υπερτερεί τού πόνου τα χέρια της κατηφόρισαν ανάμεσα στα πόδια της. Άρχισε να παίζει δειλά το πουλάκι της και να χαϊδεύει τα μικρά της αρχίδια στο ρυθμό των διεισδύσεων που σιγά-σιγά γίνονταν πιο γρήγορες καθώς το κωλαράκι της είχε αρχίσει να προσαρμόζεται και ν' ανοίγει. Σε λίγο ο πούτσος μου βυθιζόταν σχεδόν ολόκληρος μέσα της, αλλά ο ρυθμός μου εξακολουθούσε να είναι αργός. Δεν ήθελα ούτε να την ξεκωλιάσω ούτε να την κάνω να νιώσει σαν πουτάνα. Ήθελα να της κάνω έρωτα. Η αλήθεια είναι ότι πριν τα αποκαλυπτήρια αμφέβαλλα αν θα μπορούσε να πάρει τον πούτσο μου έστω και στο μουνάκι που νόμιζα ότι είχε. Για να την πάρω δε απ' τον κώλο ούτε κουβέντα. Θεωρούσα ότι θα την έσκιζα.

Και να που τώρα με πολύ υπομονή είχε καταφέρει όχι μόνο να με δεχτεί ολόκληρο μέσα στο κωλαράκι της, αλλά να της αρέσει κιόλας. Από κάποιο σημείο και μετά είχα κλείσει τα μάτια και μέσα στο απόλυτο σκοτάδι απολάμβανα στον υπερθετικό βαθμό την απίστευτα σφιχτή αλλά ταυτόχρονα τόσο απαλή αίσθηση τού στενού της καναλιού. Η Γιασεμή άρχισε πότε να βογκάει και πότε να βγάζει πνιγμένες φωνούλες, προσθέτοντας τις δικές της νότες  στη μουσική πού έπαιζαν τα κορμιά μας. Αυτό ήταν και το σημείο χωρίς γυρισμό.

Ένιωσα τον οργασμό να ξεκινάει απ' τη βάση της πλάτης μου και να συσσωρεύεται χαμηλά στην κοιλιά μου. Άνοιξα τα μάτια και είδα τα δικά της να με κοιτάζουν με ηδονική αφοσίωση. Ο οργασμός μου ξεχύθηκε ασυγκράτητος. Σε κάθε ριπή σπέρματος το κορμάκι της τιναζόταν κι απ' τα χείλη της έβγαινε ένα ξέπνοο:

-    Καίει... καίει...

Όση ώρα έχυνα βαθιά μέσα στο ανοιγμένο της κωλαράκι οι κινήσεις τού χεριού της πάνω στο πουλάκι της επιταχύνονταν. Ώσπου στο τέλος άρχισε να εκτοξεύει εντυπωσιακά μεγάλες σε σύγκριση με το μέγεθός του ποσότητες σπέρματος που προσγειώθηκαν ανάμεσα στα στήθη της, πριν κατηφορίσουν προς την κοιλιά και τα πλευρά της. Τα χαμηλόφωνα αλλά απίστευτα καυλωμένα "Τελειώνω... τελειώνω..." που ξέφευγαν απ' τα χείλη της φάνταζαν στ' αυτιά μου σαν ό,τι πιο ερωτικό είχα ακούσει ποτέ μου. Έμεινα για λίγη ώρα με τον πούτσο μου σφηνωμένο ακόμη στον κώλο της. Συνέχιζε να με κοιτάει με τα μεγάλα της μάτια μισόκλειστα. Ανέκφραστη. Βγήκα αργά και προσεκτικά από μέσα της και ξάπλωσα δίπλα της. Και τότε σκαρφάλωσε πάνω μου και κόλλησε τα χείλη της στα δικά μου. Αργά και διστακτικά στην αρχή, αλλά με διαρκώς αυξανόμενο πάθος στην συνέχεια, που συνοδευόταν από άγρια και πεινασμένα βογγητά όσο οι γλώσσες μας έπαιζαν τη δική τους υγρή μελωδία. Κι εκεί κατάλαβα πόσο πρέπει να της είχε λείψει το φιλί, γιατί πρώτον δεν ήξερε να φιλάει και δεύτερον με φιλούσε σα να μην υπήρχε αύριο. Μόλις χόρτασε, έπεσε ξέπνοη στο πλάι. Σιγά-σιγά η αναπνοή της επανήλθε.

-    Να μπω να πλυθώ λίγο;

-    Να μπεις.

Σηκώθηκε αργά. Στα μισά της διαδρομής προς το μπάνιο κοντοστάθηκε.

-    Α, μήπως έχεις και καμία κρέμα εκεί μέσα; Με τσούζει πάρα πολύ!

Της απάντησα καταφατικά και την παρακολούθησα να πηγαίνει προς το μπάνιο περπατώντας με κάποια δυσκολία. Φόρεσα μία βερμούδα, έφτιαξα ένα Cuba Libre και κάθισα σε μια καρέκλα στο μπαλκόνι αγναντεύοντας τη θάλασσα. Σε κανένα δεκάλεπτο η μικρή βγήκε απ' το μπάνιο φορώντας μόνο το βρακάκι της και ήρθε δίπλα μου. Η τέντα είχε ξεμείνει κατεβασμένη απ' το μεσημέρι και δίπλα δεν υπήρχε άλλη οικοδομή. Έτσι ήμασταν προστατευμένοι απ' τα όποια αδιάκριτα βλέμματα στον μικρό ιδιωτικό μας κόσμο. Ήπιε μια γουλιά απ' το ποτό μου, σκούπισε με το χέρι της τα χείλη της και γυρνώντας μου την πλάτη ακούμπησε γέρνοντας στον πλαϊνό τοίχο τού μπαλκονιού ανασαίνοντας με απόλαυση τον νυχτερινό αέρα.

Το κωλαράκι της φάνταζε σαν δυο μικρά φεγγάρια στο ημίφως. Για λίγη ώρα απολαμβάναμε αμίλητοι τους μικρούς ήχους της νύχτας. Μετά γύρισε και με κοίταξε.

-    Δεν θέλω να αισθανθείς με κανέναν τρόπο δεσμευμένος μ' αυτό που θα σού πω, αλλά να ξέρεις ότι θέλω να γίνω το τσουλάκι σου και να με κάνεις ό,τι θέλεις. Νομίζω ότι σ' έχω ερωτευτεί.

Δεν ξέρω αν στην απάντησή μου περίμενε να βρει κάποια ανταπόκριση στον έστω και πιθανό έρωτά της για μένα, οπότε το προσπέρασα κι επικεντρώθηκα στο ρόλο που είχε επιλέξει να υπηρετήσει.

-    Το τσουλάκι μου; Γιατί το τσουλάκι μου; Μπορείς να γίνεις και το κορίτσι μου ξέρεις.

-    Πρώτον γιατί δεν είμαι ακριβώς κορίτσι. Και δεύτερον γιατί δε θέλω να μ' αγαπάς. Να με πηδάς θέλω.

-    Και γιατί όχι και τα δύο;

-    Γιατί απ' ό,τι έχω καταλάβει, αυτές που αγαπάτε δεν τις πηδάτε όπως αυτές που δεν αγαπάτε, σωστά;

Κατάπληκτος απ' το βάθος της επισήμανσης που είχε μόλις κάνει, έμεινα σιωπηλός, αναρωτώμενος ότι αν έπρεπε να διαλέξω οπωσδήποτε ένα απ' τα δυο γιασεμιά, ποιο ήταν αυτό που ήθελα πραγματικά ν' ανθίσει στο σπίτι μου; Κορίτσι για έρωτα ή τσουλάκι για γαμήσι; Και η επιλογή δεν ήταν και τόσο εύκολη. Γιατί για να πω την αλήθεια, πριν που είχε το κωλαράκι της στραμμένο προς το μέρος μου, μού είχε φανεί δελεαστική η ιδέα να την κολλήσω στο κάγκελο και να της το γαμήσω ξανά εκεί στα όρθια σαν να ήταν κανένα εύκολο πουτανάκι που το κουβάλησα στο σπίτι μου από κάποιο μπαρ κερνώντας το δυο ποτά. Αλλά όχι, η Γιασεμή ήταν κάτι το μοναδικό κι εγώ έπρεπε να διώξω για πάντα τέτοιου είδους σκέψεις απ' το μυαλό μου. Αλλιώς...

Μην παίρνοντας απάντηση στην ερώτησή της, ψιθύρισε μόνη της.

-    Σωστά...

και γονάτισε μπροστά μου. Βάζοντας το χέρι της μέσα στην βερμούδα μου έπιασε τον πούτσο μου και τον έβγαλε με απαλές κινήσεις μπροστά στο πρόσωπό της. Τύλιξε τα βελούδινα χείλη της γύρω του. Λίγο πριν κλείσω τα μάτια και παραδοθώ στην απίστευτη γλύκα της γλώσσας της πρόλαβα να δω τον Ντενέμπ στον αστερισμό τού Κύκνου να λάμπει σα μικρή κορώνα πάνω απ' το κεφάλι της.



Copyright protected OW ref: 124865