Μάνα τέλος, πλέον γυναίκα

Δημοσιεύθηκε από gg36
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.88 (20 Votes)
Η ιστορία αυτή αφορά την μετάλλαξη μιας γυναίκας. Την απόφαση της να βάλει σε πρώτη προτεραιότητα την δική της ικανοποίηση, είτε ερωτική είτε ψυχαγωγική, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα όλα τα υπόλοιπα. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα παράτησε όλα για το σεξ. Απλώς, άλλαξε κάποιες καταστάσεις, στη ζωή της. Η ιστορία είναι σχεδόν πραγματική. Όλοι σας μπορεί να γνωρίζετε ή να υποψιάζεστε κάποια γνωστή σας για κάτι αντίστοιχο.

Ιωάννα. Ετών 47. Παντρεμένη 26 χρόνια με τον Κώστα. Εργαζόμενη στην οικογενειακή καφετέρια κοντά στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Μητέρα 3 κοριτσιών. Γύρω στο 1.68 και περίπου 67 κιλά. Αρκετά μελαχρινή, όπως κάποιες γυναίκες που βλέπουμε και αναρωτιόμαστε αν είναι το φυσικό της, αν είναι τσιγγάνα ή αν κάνει κάποιου είδους μόνιμο μαύρισμα. Τα χρόνια φαίνονταν πάνω της, αν και όταν πήγαινε για δουλειά πάντα ήταν περιποιημένη. Έντονο κόκκινο μαλλί ήταν το χαρακτηριστικό της εδώ και χρόνια και μήκος σχεδόν μέχρι το στήθος, σε μήκος. Το στήθος ήταν το αντικείμενο προσοχής, όχι μόνο των θαμώνων του μαγαζιού, αλλά και όλων των αντρών και όχι μόνο. Στην καθομιλουμένη, 3άρι-4άρι. Φρόντιζε να μην το τονίζει πολύ αλλά όχι και να το κρύβει εντελώς.

Ο Κώστας ήταν ο εφηβικός της έρωτας. Η ζωή τα έφερε έτσι που ο Κώστας άρχισε να βγάζει χρήματα μέσα από διάφορες επιχειρήσεις (ξεκινώντας από οικοδομικές εργασίες και ανακαινίσεις, αγοράζοντας κάποια περίπτερα, φτιάχνοντας καφετέρια κ.α.) μέχρι τα 30 του. Τίμιος και εργατικός, υπέρ του δέοντος. Τη λάτρευε και για αυτό την παντρεύτηκε σε σχετικά μικρή ηλικία. Έκαναν την μία κόρη μετά την άλλη, ώσπου κάποια στιγμή παραιτήθηκε από το όνειρο του γιού. Η Ιωάννα δεν είχε ποτέ στοιχεία ότι ο Κώστας ξενογαμούσε, αλλά ένιωθε μαζί του έντονα συναισθήματα, που ακόμη και όταν της περνούσε από το μυαλό κάτι τέτοιο, τον δικαιολογούσε εν μέρει. Δεν το άφηνε να της γίνει έμμονη ιδέα και να χαλάσει το σπίτι της.

Της Αθηνάς, ετών 25, αεροσυνοδού. Έμοιαζε του πατέρα της. Ψηλή, ανοιχτόχρωμη, με πράσινα μάτια. Η φυσική της ομορφιά την προόριζε για το επάγγελμα που επέλεξε. Είχε προτάσεις να κάνει μοντελινγκ, αλλά η Ιωάννα την «έσπρωξε» προς το επάγγελμα της αεροσυνοδού, καθώς φοβόταν τις κακές επιρροές. Οι μάχες που έδωσαν με τη μάνα της ήταν σχεδόν επικές αλλά πλέον της ήταν ευγνώμων. Τώρα που είχε μεγαλώσει και είχε καταλάβει από τι είχε γλυτώσει, είχε καταλάβει πόσο σημαντικό ρόλο είχε παίξει στην ζωή της η μάνα της. Δεν είχε παρουσιάσει ποτέ στους δικούς της κάποια σχέση. Όλοι έκαναν την υπόθεση ότι, ως αεροσυνοδός, είχε πολλά «τυχερά» με τους συναδέλφους της. Αλλά, εκτός ίσως από τις αδερφές της, κανείς δεν γνώριζε λεπτομέρειες.

Της Πόπης, ετών 23, που εργάζεται μαζί της. Από το Καλλιόπη. Το μεσαίο παιδί και το πιο υποτιμημένο. Ίδια η μάνα της, και στο πρόσωπο και στα μαλλιά, αλλά αρκετά αδύνατη. Στον ελεύθερο της χρόνο έκανε γυμναστήριο και κρατιόταν σε πάρα πολύ καλή φόρμα. Η πιο κλειστή, ως χαρακτήρας, από όλες. Λιγομίλητη αλλά όχι στριφνή. Όπως και η μάνα της, είχε σχέση με έναν Κώστα, 27 χρονών, τον οποίο γνώρισε στο μαγαζί και η Ιωάννα είχε δώσει την έγκριση της, έστω και με έμμεσο τρόπο.

Της Βάγιας, ετών 18, που μόλις τελείωσε το λύκειο και δουλεύει μαζί της μέχρι να δει τι θα κάνει. Η πιο κακομαθημένη από όλες, λόγω της αδυναμίας τους πατέρα της. Η πιο ξεπεταγμένη από όλες. Στο σχολείο ήταν το επίκεντρο της παρέας και βέβαια περνούσε της τάξεις με τη βάση και οριακά. Δεν την λες γεμάτη, αλλά νταρντάνα. Πολύ όμορφο πρόσωπο και μεγαλύτερο στήθος από την μάνα της, ακόμη και από αυτή την ηλικία. Δεν υπήρχε άνδρας που να μην «κολλούσε» με το στήθος της. Αρκετοί θαμώνες, πίστευε η Ιωάννα, ότι έρχονταν στο μαγαζί, μήπως και πετύχουν τη «μικρή» και πάρουν λίγο μάτι. Η Ιωάννα ήταν κέρβερος. Δεν υπήρχε περίπτωση να δουλεύει η μικρή και να μην ήταν παρούσα στο μαγαζί. Έπρεπε να ελέγχει τα πάντα, για να διατηρούνται οι ισορροπίες. Μέχρι και που είχε διώξει από το καφέ, ένα πελάτη που «υπερέβη τα εσκαμμένα». Δεν ήθελε, ουσιαστικά να την έχει στο μαγαζί, γιατί την κούραζε αυτός ο έλεγχος, αλλά μετά από κάποιες «μάχες» με τη Βάγια, που ήθελε και να βγάζει ένα καλό χαρτζιλίκι αλλά και να έρχεται σε επαφή με μεγαλύτερους της, αναγκάστηκε να κάνει πίσω. Η Βάγια, τα είχε με έναν 23χρόνο, ρωσικής καταγωγής. Είχε αναπτύξει έντονη προτίμηση στους αλλοδαπούς, κάτι που χτίστηκε μέσα από τις κόντρες της με τον πατέρα της. Ο Κώστας δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να μπλέκει με μεγαλύτερους της, και δει, με ξένους. Αλλά εκείνη, για να τον εκδικείται, έκανε το ακριβώς αντίθετο. Και ίσως και με αρκετά μεγαλύτερους της.

Δεν ήταν καθόλου εύκολο να μεγαλώνει 3 κόρες. Δεν ήταν καθόλου απλό να αντιμετωπίζει μία μακριάς διάρκειας εφηβεία, όπου βγαίνοντας, η μία κόρη, από αυτή την φάση, μπαίνει η αμέσως μικρότερη κ.ο.κ. Δουλειά, σπίτι, κόρες, η καθημερινότητα της. Πέρασε μία δεκαετία πάρα πολύ δύσκολη. Ο Κώστας ήταν ο κλασσικός πατέρας. Βοηθούσε όσο μπορούσε αλλά στα δύσκολα, η δικαιολογημένη απάντηση του ήταν «κορίτσια είναι, μόνο εσύ μπορείς να της πλησιάσεις». Δεν είχε άδικο. Πως να μιλήσει στις κόρες του για την περίοδο, για τις ορμόνες, για τα γυναικολογικά, για το σεξ; Με την μόνη που είχε πιο στενές επαφές ήταν η Βάγια. Από την μία ήταν η αδυναμία του, από την άλλη είχε πάρει κάποια «μαθήματα προσέγγισης» από την Ιωάννα, του ήταν πλέον πιο εύκολο. Παίρνοντας την μαζί του σε δουλειές, στο γήπεδο και βάζοντας την από πιο μικρή ηλικία, σε σχέση με τις αδερφές της, της είχε αναπτύξει της αρσενική της πλευρά, πολύ περισσότερο με τις αδερφές της. Είχε γίνει ένα αγοροκόριτσο, με πολύ έντονες καμπύλες, εμφανισιακά. Και αυτό ήταν το επιπλέον χαρακτηριστικό που τραβούσε τους άντρες, γύρω της.

Τρίτη πρωί, στο καφέ. Η Ιωάννα και η Κατερίνα, η 35χρονη υπάλληλος που είχαν για την κουζίνα, είχαν αράξει στο τραπεζάκι, δίπλα στο πάσο, αυτό που καβάτζωναν για δική τους χρήση. Είχαν τελειώσει τις πρωινές εργασίες και απολάμβαναν τον καφέ και το τσιγάρο τους. Η Βάγια εξυπηρετούσε τους πρώτους θαμώνες του μαγαζιού, κυρίως κάποια γεροντάκια που μαζεύονταν για να περάσουν την ώρα τους αλλά και να πάρουν «μάτι» τις όμορφες γυναίκες του μαγαζιού. Από στόμα σε στόμα, είχε κυκλοφορήσει το πόσο γλυκές, όμορφες και περιποιητικές ήταν τα κορίτσια μαζί τους. Οπότε δεν άργησε να αποκτήσει μία στάνταρ πελατεία, τρίτης ηλικίας, το μαγαζί. Και ο Κώστας αλλά και η Ιωάννα ήξεραν τι συνέβαινε, αλλά από την στιγμή που δεν ξεπερνούσαν τα όρια, δεν υπήρχε λόγος να μην εισπράττουν τα ευρώ τους. Αν και όταν, κάποιος ξέφευγε, τότε με πολύ δεικτικό και καυστικό χιούμορ, η Ιωάννα τον έβαζε στην θέση του.

Όπως είπα ήδη, η Βάγια απολάμβανε την επαφή της με μεγαλύτερους και δεν έδειχνε να ενοχλείται από τα έμμεσα πειράγματα τους. Εκείνο το πρωινό, μιας και δεν υπήρχαν άλλα τραπέζια, είχε μείνει με την παρέα τους και γελούσαν. Η Ιωάννα παρατηρούσε πως γούρλωναν κάποιοι τα μάτια τους, κοιτάζοντας το στήθος της μικρής.

- Ι: Δες εδώ κατάσταση. Κοίτα τους, τους τρέχουν τα σάλια.

- Κ: Άδικο έχουν; Δεν ήθελα να πω τίποτα, αλλά και αυτό που φοράει η Βάγια, είναι σαν να τους το δίνει στο «πιάτο». Είναι τώρα για τιραντάκι, με τέτοιο στήθος που έχει;

- Ι: Δίκιο έχεις. Έπρεπε να το είχα σκεφτεί νωρίτερα. Δικό μου είναι το λάθος αλλά θα της δείξω τώρα.

- Κ: Μην κάνεις το ένα λάθος μετά το άλλο. Μίλησε της με καλό τρόπο. Δεν υπάρχει λόγος να πλακωθείτε πάλι.

Η Ιωάννα έκανε νόημα στην κόρη της και πήγαν πίσω από το πάσο.

- I: Να σου πω. Έχεις κάτι άλλο να φορέσεις; Να αλλάξεις αυτό το τιραντάκι;

- B: Όχι αλλά τι πειράζει;

- Ι: Ρε συ Βάγια, πλάκα μου κάνεις; Δεν τους βλέπεις πως σε κοιτάνε; Σε έχουν γδύσει με τα μάτια τους.

- B: E και; Που είναι το κακό; Για αυτό δεν έρχονται εδώ;

- I: Άκου με λίγο σε παρακαλώ. Τους αρέσει να παίρνουν μάτι. Αλλά αυτό που δεν καταλαβαίνεις είναι όταν αν τους το δίνεις όλο και πιο εύκολο στο πιάτο, τότε θα ξεθαρρέψουν. Και θα κάνει κάποιους από αυτούς μία κίνηση παραπάνω και θα πρέπει να το διαολοστείλω. Και ίσως να αρχίσουν να φεύγουν ομαδικά από το μαγαζί. Και όλα αυτά γιατί; Γιατί εμείς, που βάζουμε τα όρια, τους προκαλούμε περισσότερο από όσο πρέπει.

- B: Μάλιστα. Θα μου κάνεις τώρα κουμάντο και στο τι θα φοράω;

- I: Από όλα όσα σου είπα, αυτό κατάλαβες εσύ; Εδώ θέλω να είμαστε σωστές. Όταν φεύγεις από εδώ, βγαλ' τα όλα έξω. Να τα βλέπει ο Ιβάν, Ρομάν, πως στο διάολο τον λένε. Αλλά εδώ μέσα θα είσαι Κυρία, το κατάλαβες;

- Β: Άντε μπράβο. Εκεί ήθελες να καταλήξεις. Στο Ρομάν. Σε έχει κολλήσει ο μπαμπάς, αυτή την καραμέλα. Όλο αυτό το κήρυγμα γίνεται για να καταλήξουμε στον Ρομάν. Ξέρεις κάτι; Έχεις δίκιο. Και να σε δω μετά αν θα μου κάνεις κήρυγμα για το πως ντύνομαι όταν πάω στους φίλους μου.

Πέταξε την ποδιά της πάνω στον πάγκο και έφυγε. Για άλλη μία φορά, η Ιωάννα είχε μείνει μαλάκας. Δεν το χωρούσε το μυαλό της, πως από το σημείο που είχε το απόλυτο επιχείρημα, της είχε μιλήσει τόσο ευγενικά, κατάφερε να βγει και πάλι η «κακιά» της υπόθεσης. Της είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι, αλλά είχε μάθει πλέον πως να ηρεμεί. Με βαθιές ανάσες, έκατσε και πάλι στο τραπέζι της. H Κατερίνα της χαμογέλασε, έχοντας παρακολουθήσει τον διάλογο μάνας και κόρης, και της έπιασε το χέρι.

- K: Έλα ηρέμησε. Δε φταις εσύ.

- I: Και ποιος φταίει ρε Κατερίνα; Εγώ είμαι η μάνα της, κάποιο λάθος έχω κάνει σίγουρα.

- K: Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημα σου;

- I: Πες…

- K: Ότι αρνείσαι να αποδεχτείς ότι όλες σου οι κόρες έχουν μεγαλώσει και δεν μπορείς πλέον να της καθοδηγείς. Είναι σαν να σου έχει κόψει κάποιος ένα από τα χόμπι σου. Ένα από τα πράγματα που 20 χρόνια τώρα κάνεις καθημερινά.

- I: Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ έτσι. Η αλήθεια… μου λείπει να μην είμαι μάνα.

- K: Οι μεγάλες σου έχουν ανεξαρτητοποιηθεί. Και έχεις πέσει πάνω στην μικρή. Που είναι και η πιο καλομαθημένη, λόγω του Κώστα.

- I: Λες;

- K: Προφανές δεν είναι αυτό;

- I: Έτσι όπως το θέτεις, είναι...

- K: Πρέπει να αρχίσεις να σκέφτεσαι την ζωή σου χωρίς να κυνηγάς από πίσω κάποια από τις κόρες σου. Πάω να πάρω παραγγελία...

Η Ιωάννα έμεινε χαμένη στις σκέψεις της. Πως ήταν δυνατόν να μην είχε καταλάβει, αυτό το τόσο απλό πράγμα, τόσο καιρό; Τα κορίτσια της έγιναν πλέον γυναίκες. Ακόμη και η Βάγια, παίζει το παιχνίδι με τους άντρες πολύ καλά. «Τις μεγάλωσα σωστά τουλάχιστον;» Δεν είχαν μπλέξει με κακές παρέες, τουλάχιστον δεν είχε γνώση για κάτι τέτοιο, οπότε δεν έπρεπε να ανησυχεί. Αλλά μέσα της είχε αυτή την ένταση που έχουν όλες οι μανάδες. Αυτή την αίσθηση που τις κάνει να έχουν το μυαλό τους συνέχεια στα παιδιά, και όχι στον εαυτό τους.

Το σεξ με τον Κώστα ήταν πλέον στην μία φορά την βδομάδα. Καλύτερα από ότι μερικά χρόνια πριν που είχαν συνέχεια ένα παιδί στο σπίτι και δε μπορούσαν να το κάνουν, με φόβο μην ακουστούν. Όταν σκεφτόταν αν ήταν αρκετό το «μια φορά» την βδομάδα, δεν ήξερε πως να απαντήσει. Μάλλον ναι, με τόσο τρέξιμο, με όλες αυτές τις υποχρεώσεις, ίσως να ήταν και πολύ. Αλλά δεν το πολυσκεφτόταν.

- K: Είσαι καλά;

- I: Ναι, τι έχω;

- K: Φαίνεσαι χαμένη στις σκέψεις σου

- I: Ναι… ίσως… αυτό που είπες ήταν πολύ μεγάλη αλήθεια... Ακόμη και η Βάγια είναι...

- K: Κουκλάρα και ξέρει να τους παίζει στα δάχτυλα της. Σωστά;

- I: Όπως το είπες. Γιατί δεν μου μίλησες νωρίτερα; Κάθε μέρα εδώ είσαι. Σίγουρα το είχες καταλάβει νωρίτερα.

- K: Δε συνηθίζω να μπαίνω ανάμεσα σε άλλους, αλλά νομίζω ότι τώρα ήταν η κατάλληλη στιγμή.

- I: Κόβει το μάτι σου. Τι άλλο θα με συμβούλευες;

- K: Να αρχίσεις να διασκεδάζεις περισσότερο. Να περνάς καλά. Να φέρεις στην επιφάνεια την Ιωάννα και να της δώσεις την κατάλληλη προσοχή.

- I: Νομίζεις ότι με έχω παραμελήσει; Τόσο χάλια είμαι;

- K: Είσαι τόσο όμορφη, για 45άρα, που απορώ πως δε βλέπεις πως σε κοιτάνε πολλοί θαμώνες. Αλήθεια δεν το καταλαβαίνεις;

- I: Κόψε την πλάκα...

- K: Αλήθεια λέω. Δεν το αντιλαμβάνεσαι;

- I: Δεν με κοιτάζει κανείς. Ε… και αν συμβαίνει αυτό, συμβαίνει σπάνια.

- K: Ξέρεις πόσοι περνάνε απ’ έξω και όταν δουν ότι δουλεύεις, μπαίνουν μέσα για έναν γρήγορο καφέ;

- I: Αυτό συμβαίνει για την Βάγια και την Πόπη. Όχι για μένα.

- K: Αν με εμπιστεύεσαι, πρέπει να με πιστέψεις. Μπορώ να σου πω τουλάχιστον τέσσερις που το κάνουν αυτό για σένα. Είσαι πανέμορφη και πρέπει να αρχίσεις να το νιώθεις και εσύ.

- I: Δεν είπα ότι είμαι κακάσχημη, αλλά όχι και όπως το παρουσιάζεις. Με έχεις μπερδέψει πολύ σήμερα Κατερίνα.

- K: Άκου τι θα κάνουμε λοιπόν. Σήμερα το βράδυ, θα στολιστείς και θα βγούμε.

- I: Ποιες θα βγούμε; Τι λες;

- K: Εγώ, εσύ και ίσως πω και σε καμιά φίλη μου να έρθει. Τι λες;

- I: Δεν ξέρω.

- K: Το μαγαζί το κρατάει η Πόπη και ο Κώστας το βράδυ, η Βάγια θα έχει βγει και εσύ θα κάτσεις μέχρι αργά να βλέπεις τηλεόραση; Έλα πάμε και θα δεις ότι έχεις πολύ μεγαλύτερη πέραση από ότι νομίζεις.

- I: Κοίτα, έχω πολλά χρόνια να βγω έτσι, χωρίς τον Κώστα. Δε νιώθω άνετα.

- K: Με όλο το σεβασμό, δε θα βγούμε για να πηδηχτούμε. Θα πιούμε 2-3 ποτά και θα γελάσουμε, ίσως και να μιλήσουμε για όλο αυτό που περνάς. Το ξέρεις ότι είναι σίγουρο ότι θα περάσουμε καλά. Λοιπόν;

- I: Σήμερα είσαι μία μεγάλη έκπληξη. Τι να πω; Με έπεισες.

Οι δυο γυναίκες γέλασαν σαν έφηβες και η κάθε μία πήγε στο πόστο της μιας και στο ενδιάμεσο είχε επιστρέψει η Βάγια. Απόρησε δε, γιατί η μάνα της χαμογελούσε συνέχεια και είχε πολύ καλή διάθεση. Δε μπορούσε να καταλάβει τι συνέβη σε αυτά τα 10 λεπτά που πήγε να φορέσει ένα εφαρμοστό πουκάμισο, αντί για το τιραντάκι που δεν άρεσε στη μάνα της. Ήταν σίγουρη ότι τα 3 κουμπιά που είχε αφήσει ανοιχτά και άφηναν σε κοινή θέα τη βυζοχαράδρα της, θα ήταν το αντικείμενο του επόμενου τσακωμού τους. Αλλά, παραδόξως, αυτό δεν συνέβη. Η Ιωάννα, από την άλλη, ήταν στις σκέψεις της. Σκέψεις και αποφάσεις που ίσως να άλλαζαν την ζωή της.

Η Βάγια σχολούσε στις 5 και σκεφτόταν ήδη πότε θα πάει στο Ρομάν για να πηδηχτούν. Κάθε φορά που δούλευε στο μαγαζί, πήγαινε υγρή στον γκόμενο της και του ζητούσε να τη γαμήσει χωρίς προκαταρκτικά. Κάθε φορά, ήταν για περίπου 4-5 ώρες καυλωμένη και αναζητούσε την εκτόνωση. Τα μάτια των ανδρών που σέρβιρε, δεν ξεκολλούσαν από το μπούστο της. Το περίεργο ήταν ότι είτε ήταν παιδαράς είτε ήταν κακάσχημος ή γέρος, ο ερεθισμός που ένιωθε ήταν ο ίδιος. Κάθε βλέμμα τους ισοδυναμούσε με μία φράση. «Θέλω πολύ να σε γαμήσω». «Θέλω να σου πετάξω έξω αυτές τις βυζάρες και να στις γλείψω». «Θέλω να σου γαμήσω τα βυζιά και να μου γλείφεις το πουτσοκέφαλο». Αυτές και άλλες πολλές παρόμοιες φράσεις τριγύριζαν συνέχεια στο μυαλό της. Και εκείνη, αν βρισκόμασταν σε ένα άλλο κόσμο, θα ικανοποιούσε κάθε αίτημα, του κάθε πελάτη. Αυτή ήταν η φαντασίωση της. Ακόμη και γυναικών. Δεν ήταν λίγες οι γυναίκες που είχαν ακριβώς την ίδια έκφραση με τους άντρες. Και της προκαλούσε ακριβώς τον ίδιο ερεθισμό, όταν δεχόταν αυτό το βλέμμα. Όπως την κοίταζε κάποια αρκετά μεγαλύτερη της. Εκείνη που την έκανε να συνειδητοποιήσει την απόλαυση του μεγάλου γυναικείου στήθους.

Ευτυχώς γύρω στις 4 ερχόταν η Πόπη και ο πατέρας της για να αλλάξουν μάνα και κόρη και κατάφερνε να ξεχαστεί για λίγο, να ηρεμήσει. Λίγες χαζοκουβέντες μαζί τους, την έκαναν να χαλαρώσει πριν το σχόλασμα. Η Ιωάννα είπε στον Κώστα ότι θα έβγαινε το βράδυ με την Κατερίνα και η Βάγια, όπως και ο πατέρας της, απόρησαν. Δεν είχε ζητήσει ξανά κάτι τέτοιο η Ιωάννα. Ο Κώστας δεν της πήγε κόντρα αν και της πέταξε κάποιες μπηχτές, σε στυλ χαβαλέ. Ήθελε να δώσει στην γυναίκα του να καταλάβει ότι δεν είναι και τόσο άνετος με αυτό που άκουσε, παρά το γεγονός ότι δεν έφερε αντιρρήσεις τελικά. Η Βάγια επίσης απόρησε όταν η Ιωάννα της ζήτησε να φύγουν για το σπίτι μαζί, μιας και θέλει να της μιλήσει.

Έφτασαν στο σπίτι με διαφορά μισής ώρας. Τη στιγμή που η Ιωάννα καθόταν στο σαλόνι να απολαύσει τον καφέ και το τσιγάρο της, μακριά από την βαβούρα της δουλειάς, η Βάγια έβγαινε από το μπάνιο, φορώντας ένα μπουρνούζι και μία πετσέτα στο κεφάλι. Έκατσε απέναντι από την μάνα της και άναψε και αυτή ένα τσιγάρο, παίρνοντας και μία τζούρα από τον καφέ της.

- I: Έχεις πάρει πολύ θάρρος εσύ, της είπε χαμογελώντας.

- B: Τι έγινε μαμά; Δε θα μου γκρινιάξεις για το τσιγάρο; Μήπως είσαι άρρωστή;

- I: Όχι μωρό μου, δεν θα σου γκρινιάζω πλέον. Όχι τουλάχιστον στην ίδια συχνότητα που το έκανα μέχρι τώρα. Τέλος η γκρίνια και το πολύ άγχος για εσάς τις τρεις. Μεγαλώσατε, εσύ είσαι 18, και με τις εμπειρίες που έχεις αποκτήσει στο καφέ, είσαι σαν 22άρα. Ξέρεις τους κινδύνους, ξέρεις τι πρέπει να αποφύγεις. Τώρα, αν κάνεις λάθη, ακόμη και μεγάλα λάθη, αυτά θα βαραίνουν εσένα και μόνο εσένα. Είμαι ξεκάθαρη;

Η Βάγια την κοίταξε έντονα. Δεν περίμενε ποτέ να ακούσει κάτι τέτοιο από την μάνα της. Για μερικά δευτερόλεπτα, το μυαλό της κόλλησε. Δεν ήξερε πως να απαντήσει σε κάτι τέτοιο.

- I: Τι έγινε; Σου έφαγε η γάτα την γλώσσα;

- B: Η αλήθεια είναι ότι σκάλωσα. Δεν περίμενα ποτέ να ακούσω κάτι τέτοιο από σένα. Όλα αυτά τα χρόνια με κυνηγάς από πίσω και μου λες τι να κάνω, πως να το κάνω, τι να μην κάνω. Και τώρα, πας στην άλλη πλευρά.

- I: Και δεν είναι αυτό ένας λιγότερος μπελάς για σένα;

- B: Ναι είναι. Χωρίς να μπορώ να το εξηγήσω, παρ' όλο που αυτό σημαίνει ότι μπορώ να κάνω ότι γουστάρω πλέον χωρίς να μου την λες, κάτι δεν μου κάθεται καλά.

- I: Δεν σου κάθετε καλά γιατί νιώθεις λιγότερο προστατευμένη τώρα. Γιατί δε μπορείς να μου ρίχνεις της ευθύνες των πράξεων σου πλέον.

- B: Ναι... μάλλον.

- I: Σου έχω εμπιστοσύνη. Αν και πολλές φορές γίνεσαι περισσότερο τολμηρή από όσο θα ήθελα, Δεν έχεις κάνει χοντρές μαλακίες. Το μόνο που φοβάμαι είναι το Ρομάν. Δε μου κάθετε καλά αυτό το παλικάρι.

- B: Είπα και γω... Είναι δυνατόν να άλλαξε από την μία στιγμή στην άλλη η μάνα μου;

- I: Κάτσε λίγο. Σου εκφράζω απλά την ανησυχία μου. Αν θες να πας, ακόμη και τώρα, ούτε θα σε εμποδίσω, ούτε θα γκρινιάξω. Βλέπω ότι περνάς καλά μαζί του. Το σεξ πρέπει να είναι καλό, έτσι;

- B: Μαμά!

- I: Νομίζεις ότι δεν ξέρω ότι κάνεις σεξ εδώ και καιρό; Ή μήπως είναι μυστικό;

- B: Μου ζητάς να σου πω πως είναι το σεξ μαζί του. Δεν είναι περίεργο;

- I: Δεν θέλω λεπτομέρειες. Απλά παρατηρώ ότι για να τρέχεις εσύ στο σπίτι του σχεδόν κάθε μέρα, κάτι καλό σου κάνει. Αυτό είναι όλο.

- B: Ναι οκ. Αυτό είναι. Και δεν είναι. Δεν ξέρω.

- I: Τι εννοείς;

- B: Σκέφτομαι συνέχεια το σεξ, βρε μαμά. Μήπως έχω πρόβλημα;

- I: Όχι καλέ, τι είναι αυτά που λες. Στην ηλικία σου, είναι απολύτως λογικό. Οι ορμόνες είναι. Ίσως φταίει ότι δεν είναι κάνας μουρόχαβλος και στο κάνει καλά. Όλα αυτά μαζί σε κάνουν να το σκέφτεσαι συνέχεια.

- B: Θα σε ρωτήσω κάτι τώρα. Μπορεί να σου ακουστεί πολύ περίεργο, αλλά δεν το έχω μοιραστεί με κανέναν μέχρι τώρα. Τόσα χρόνια που δουλεύεις στο μαγαζί, δεν ερεθίζεσαι από τα βλέμματα των αντρών; Πολύ συχνά, κάποιο βλέμμα ή κάποια έξυπνη ατάκα, με αναστατώνει. Βλέπω στο βλέμμα τους τις βρώμικες σκέψεις τους αλλά αντί να ξενερώνω, ερεθίζομαι. Δεν σου συμβαίνει αυτό εσένα;

- I: Μάλιστα. Ενδιαφέρον αυτό. Άσε με λίγο να το σκεφτώ.

Άθελα της, η Βάγια, είχε αγγίξει ένα θέμα που έδινε εσωτερική μάχη μέσα της για να το πνίξει. Ήξερε πολύ καλά τι εννοούσε η κόρη της. Πόσες φορές δεν είχε υγρανθεί για συγκεκριμένους πελάτες. Είτε μεγάλους, είτε μικρούς, είτε κούκλους, είτε άσχημους. Ένα βλέμμα, μία ατάκα, μπορούσε να κάνει την «δουλειά». Με τα χρόνια, όμως, είχε μάθει να το αποφεύγει. Είχε γίνει ρουτίνα συνήθεια και όλο και πιο σπάνια έπιανε τον εαυτό της, έτοιμη να γαμηθεί εκείνη τη στιγμή, λόγω της έντονης καύλας. Ευτυχώς, για εκείνη, δν ρίσκαρε ποτέ να κάνει κάτι με κάποιον εκτός του άντρα της. Είχε «αμαρτήσει» άπειρες φορές στο μυαλό της, αλλά όχι πραγματικά.

Άθελα της και μέσα στη ροή των σκέψεων της, θυμήθηκε μία σκηνή. Ένα ζευγάρι, λίγο πάνω από τα 30. Είχαν κάτσει στο γωνιακό καναπέ για να μην ενοχλούνται αλλά και να μην ενοχλούν όταν άρχισαν το χαμούρεμα. Ήταν τόσο ερωτικοί όταν ξεκινούσαν τα γλωσσόφιλα, που δε μπορούσε να σταματήσει να τους κρυφοκοιτάζει. Ερεθιζόταν έντονα, κάθε φορά. Ζήλευε την κοπέλα. Εκείνος δεν ήταν κάτι ιδιαίτερο, αλλά φαινόταν ότι ήξερε πολύ καλά τι έκανε. Πως τη χειριζόταν. Πως, πότε και που την άγγιζε. Και το χειρότερο ήταν ότι, από κάποια στιγμή και μετά, όταν του το επέτρεπε η στάση των σωμάτων τους, τη στιγμή που φιλούσε την κοπέλα του, κοίταζε έντονα την Ιωάννα. Όταν καταλάβαινε ότι η Ιωάννα, δε μπορούσε να πάρει τα μάτια της από πάνω τους, της έκλεινε το μάτι. Και τότε ήταν που η καύλα που ένιωθε εκείνη, ήταν που την έφτανε στο σημείο να νιώθει υγρά να τρέχουν ανάμεσα στα μπούτια της. Έχυνε χωρίς καν να ακουμπήσει το μουνί της. Της γαμούσε το μυαλό, κάνοντας ελάχιστα πράγματα. Ένα βλέμμα, ένα νεύμα, αρκούσαν για να την κάνει να χύσει.

Οι αναμνήσεις της, την ύγραναν και πάλι. Ένιωσε εκείνο το μούδιασμα στο μουνί της, που ένιωθε κάθε φορά που τον έβλεπε. Αλλά ήταν στο σαλόνι της, με την κόρη της απέναντι της. «Σύνελθε Ιωάννα, σύνελθε». Λίγος καφές, μια τελευταία τζούρα από το τσιγάρο.

- Ι: Η απάντηση μου είναι πως όχι. Δεν κάνω τέτοια μετάφραση στο μυαλό μου. Ίσως γιατί ξεκίνησα να δουλεύω στο μαγαζί στα 27 μου. Είχα ήδη κάνει τις 2 από τις 3 σας, είχα ενώ σωρό προβλήματα και έννοιες. Ούτε με τον πατέρα σου δεν είχαμε διάθεση να κάνουμε σεξ. Όταν έχεις άγχος, δε σκέφτεσαι το σεξ. Είναι το τελευταίο που σκέφτεσαι. Και άλλωστε με τον πατέρα σου είχαμε κάνει ξεκάθαρες κουβέντες. Με είχε προειδοποιήσει ότι πολλοί θα ήταν εκείνοι που θα μου την έπεφταν και ότι δεν έπρεπε να ενδώσω. Και έτσι σταμάτησα να τους κοιτάζω στα μάτια ή να δίνω σημασία στα λόγια τους.

- B: Άρα σου συνέβη και σένα, κάποιες φορές.

- I: Στην αρχή, ναι. Το ένιωσα αυτό που λες, αλλά το πολύ 2-3 φορές. Όταν κατάλαβα πόσο επικίνδυνο είναι αυτό για την οικογένεια μου, τότε δημιούργησα άμυνες.

- B: Μάλιστα. Λογικό μου ακούγεται.

- I: Άρα, σχεδόν καθημερινά, είσαι σε μία τέτοια κατάσταση και για να εκτονωθείς, τρέχεις στο Ρομάν. Ο οποίος είναι καλός στο να σε εκτονώνει.

- B: Πολύ καλός!

- I: Αφού έτσι τη βρίσκεις, εγώ τι να πω; Τουλάχιστον έχω μία λογική εξήγηση γιατί είσαι κάθε μέρα εκεί. Το πάτε για σοβαρά;

- B: Με το Ρομάν; Όχι βρε μαμά. Δε λέω, καλός είναι αλλά όχι για να μείνω για πάντα μαζί του.

- I: Πολύ ξεπεταγμένη μου βγήκες εσύ τελικά.

- B: Είδες; Όχι, μην ανησυχείς. Ξέρω τι κάνω... νομίζω. Δεν είναι άλλωστε ο πρώτος μου. Πάντα είχα φίλους μεγαλύτερους από εμένα, οπότε έχω μάθει.

- I: Πλάκα, πλάκα, πρέπει να έχεις στα 18 σου, περισσότερους άντρες από ότι εγώ στα 47 μου!

- B: Εγώ έχω πέντε, εσύ;

- I: Δύο!

- B: Σε τρώω! Άμα θέλεις καμία συμβουλή, έλα σε μένα, μαμά!

- I: Βρε δεν πας στο διάολο, μικρό;

Οι δύο γυναίκες γέλασαν και συνέχισαν την κουβέντα τους γύρω από το σεξ, χωρίς να μπαίνουν σε λεπτομέρειες. Ήταν αρκετά αγχολυτικό όλο αυτό που έκαναν. Είχε περάσει κιόλας μιάμιση ώρα, χωρίς να το καταλάβουν μιας και περνούσαν πολύ ευχάριστα. Το μόνο πράγμα που τάραξε την Ιωάννα και την έφτασε σε σημείο να βγάλει και πάλι την μαμά από μέσα της, αλλά ευτυχώς κρατήθηκε, ήταν μία αποκάλυψη της Βάγιας. Είχε μία εμπειρία με γυναίκα και μάλιστα πρόσφατα. Χωρίς να μπει σε λεπτομέρειες, η μικρή, της αποκάλυψε ότι έχει κάνει παιχνίδι με κάποια αρκετά μεγαλύτερη της. Το μόνο που της εκμυστηρεύτηκε ήταν ότι ο τρόπος της ήταν πάρα πολύ όμορφος και της το έφερε έτσι που ήθελε να δοκιμάσει. Στην αρχή ένα φιλί μόνο. Αλλά στην συνέχεια πολλά είχαν αλλάξει και ακόμη περισσότερα είχαν γίνει. Αυτή ήταν και οι λέξεις που έβαλαν ένα τέλος στην εξιστόρηση της εμπειρίας αυτής. Δεν ήθελε να ακούσει λεπτομέρειες από την ίδια της την κόρη. Η αλήθεια είναι ότι φούντωσε. Στην αρχή το απέδωσε στον εκνευρισμό της. Αλλά μόλις έφυγε η Βάγια από το σαλόνι, για να ετοιμαστεί για το Ρομάν, της έγινε ξεκάθαρο ότι το φούντωμα προερχόταν από ερεθισμό. Οι ρώγες της είχαν σκληρύνει επικίνδυνα.

«Γιατί; Γιατί νιώθω έτσι; Ζήλεια; Μήπως θέλω και εγώ να ζήσω μία ζωή σαν της Βάγιας; Όχι, όχι... καλά είμαι έτσι. Λίγη διασκέδαση θέλω μόνο, τίποτα άλλο». Πριν προλάβει να ηρεμήσει λίγο, ήρθε η κόρη της για να την φιλήσει για αντίο. Ήταν μία κούκλα. Αλλά όχι μόνο κούκλα. Ήταν και υπερβολικά σέξι! Είχε φορέσει ένα σουτιέν με ενίσχυση που έκαναν τα βυζιά της να βγάζουν μάτι. Δεν θα υπήρξε άντρας που να μην την κοίταζε εκεί. Είχε αφήσει και το μακρύ μαύρο της μαλλί, ελεύθερο. Οι καμπύλες της ήταν κάτι παραπάνω από εμφανείς. «Που πας έτσι κορίτσι μου;», σκέφτηκε, αλλά όπως της έφτασε στη άκρη της γλώσσας για να το πει, έτσι και το κατάπιε. Δεν θα αναιρούσε τόσο σύντομα τις αποφάσεις που είχε πάρει. Αφού φιλήθηκαν στα μάγουλα και τα ρουθούνια της πότισαν με το έντονο άρωμα της, την κοίταζε από πίσω καθώς έφευγε. «Αν δεν ήσουν κόρη μου...»

Στιγμιαία αισθάνθηκε χάλια. Ένιωσε να ξενερώνει απότομα με τον εαυτό της για τις σκέψεις που έκανε όλη αυτή την ώρα. «Δεν είμαι εγώ αυτή, δεν είμαι έτσι». Ο τύπος από το καφέ, η συνειδητοποίηση ότι η 18χρόνη Βάγια έχει πολλές περισσότερες εμπειρίες από εκείνη, η γυναίκα στην τουαλέτα με την κόρη της, η ομορφιά της Βάγιας. Ήταν πάρα πολλά για να τα διαχειριστεί. Αισθήσεις και σκέψεις ξεπετάγονταν από μέσα της, που της ήταν τόσες ξένες. Τόσο μακριά από την Ιωάννα που ξέρει. Ένιωσε να χάνει τον έλεγχο. Και αυτό δεν το επέτρεπε στον εαυτό της.

Ήταν έτοιμη να πάρει τηλέφωνο την Κατερίνα και να τις ακυρώσει την έξοδο. Είχαν συμβεί πολλά σε μικρό χρονικό διάστημα. Πράγματα που δε μπορούσε να τα ελέγξει. Ένιωθε ενοχές και τύψεις. Για τον άντρα της, για την κόρη της, για τον εαυτό της. Αφού το ξανασκέφτηκε, είπε να δώσει μία ακόμη ευκαιρία στον εαυτό της. Δεν έπρεπε να το χαλάσει στην πρώτη δυσκολία. Είχε ανάγκη να απεμπλακεί από τα οικογενειακά βάρη, έστω και για λίγες ώρες. Λίγα ποτά, λίγο κοριτσίστικες βλακείες, λίγη χαλάρωση και διασκέδαση ήταν αυτά που αποζητούσε. Τίποτα παραπάνω.

Μπήκε στο μπάνιο για ένα ντους. Έκατσε κάτω από την μπανιέρα και έκλεισε τα μάτια της. Ασυνάρτητες εικόνες έρχονταν στο μυαλό της. Τον Κώστα. Όταν την πήδηξε μέσα στη θάλασσα, ενώ ήταν σε οικογενειακές διακοπές. «Πόσο καλό ήταν αυτό το πήδημα;». Είχαν απομακρυνθεί στα βαθιά και το έκαναν για πάνω από μισή ώρα. Ήταν μέσα της, σκληρός και την γαμούσε αργά. Και την επόμενη στιγμή, θυμήθηκε πόσα άγρια και δυνατά τη γαμούσε εκείνες τις 4 μέρες που είχαν στείλει τις 2 μικρές κόρες τους στην κατασκήνωση και είχαν κλειστό το μαγαζί για 15αύγουστο. Δεν την είχε αφήσει σε ησυχία. Ήταν η τελευταία φορά, εδώ και 10 χρόνια περίπου που είχε απολαύσει τόσο πολύ ένα γαμήσι. Θυμάται πως την είχε πλησιάσει αθόρυβα, την ώρα που ετοίμαζε φαγητό, γυμνή και την κάρφωσε στα όρθια. Την είχε κοκαλώσει η αίσθηση της πούτσας του και αφέθηκε να της κάνει και να της λέει ότι θέλει.

Χωρίς να το έχει καταλάβει, είχε βάλει ήδη 2 δάχτυλα στο μουνί της και το άλλο της χέρι το είχε στα κωλομέρια της και τα χούφτωνε. Αυτός ο συνδυασμός την καύλωνε τρελά. Έτριβε την κλειτορίδα της, όντας ακουμπισμένη με πλάτη στον τοίχο, και το νερό να τρέχει πάνω της. Οι εικόνες άρχισαν να μπερδεύονται στο μυαλό της. Από την μία να την ξεσκίζει ο Κώστας, από την άλλη απέναντι της ο άγνωστος νεαρός, να γλωσσοφιλάει τη γκόμενα του και να την κοιτάζει, κλείνοντας της το μάτι. Και εκείνη να μην παίρνει τα μάτια της από πάνω του, παρόλο που ήταν με τον άντρα της. Και στην κορύφωση της ηδονής της, τη στιγμή που ήταν έτοιμη να τελειώσει, το υποσυνείδητο της, της έδωσε το απόλυτο χτύπημα καύλας. Το πρόσωπο της κοπέλας του άγνωστου, γύρισε προς το μέρος της... ήταν η Βάγια...

Άνοιξε τα μάτια της, ακριβώς τη στιγμή που έχυνε. Και έχυνε όπως δεν είχε χύσει χρόνια τώρα. Έτρεμε. Ένιωθε τα γόνατα της να μην την κρατάνε, Τις ρώγες της έτοιμες να σκάσουν από ηδονή. Αλλά η εικόνα της κόρης της, στην αγκαλιά του άγνωστου, να την κοιτάζει τη στιγμή που γαμιέται με τον Κώστα, έκανε το μουνί της να καεί. Να πάρει φωτιά και να αδειάσει όλα της τα υγρά στα δάχτυλα της και στα μπούτια της. Τα γόνατα της λύγισαν και έπεσε στο πάτωμα της ντουζιέρας. Ένιωθε τόσο καλά αλλά και τόσο ενοχικά ταυτόχρονα. Ένιωθε ακόμη τόσο πολύ καυλωμένη, έτοιμη για να γαμηθεί, αλλά και τόσο βρώμικη. Ανώμαλη. Αυτές οι λέξεις τριγύριζαν στο μυαλό της.

«Πως κατέληξα να σκέφτομαι τόσο όμορφα τον Κώστα μου και χωρίς ενδοιασμούς να βάζω στην εικόνα τον άγνωστο και την κόρη μου;»

Όλα αυτά που πέρασαν από το μυαλό της, εκείνη την μέρα, όλα αυτά που συζήτησε με την Κατερίνα και την Βάγια, η ανυπομονησία της για ένα ποτό με φίλες. Αυτά έφταιγαν. «Καλά δεν είμαι τόσα χρόνια που είμαι δουλειά-σπίτι, σπίτι-δουλειά; Τι τα θέλω τα ποτά και τις ανοιχτές συζητήσεις;» και άνοιξε το tablet της για να χαζέψει λίγο από τις κουτσομπολίστικες εκπομπές. Μήπως και αδειάσει το μυαλό της. Και το κατάφερε. Μέσα σε λίγα λεπτά μεταμορφώθηκε από καυλωμένη γυναίκα, σε μία Κατίνα. Άκουγε για τους χωρισμούς, τους τσακωμούς, τα ξενοπηδήματα των διάσημών και χαζογελούσε. Τότε συνειδητοποίησε ότι το να βγει με την Κατερίνα, ήταν απαγορευτικό. Μόνο περισσότερα μπερδέματα μπορούσε να φέρει μία έξοδος από τη ρουτίνα της και τίποτα καλό. Χωρίς δεύτερη σκέψη, πήρε το κινητό της και κάλεσε τη φίλη της.

- K: Γεια σου Ιωάννα. Τι κάνεις;

- I: Μια χαρά φιλενάδα. Εσύ;

- K: Όλα καλά. Τέλεια.

- I: Διακόπτω τίποτα; Ακούω κοριτσίστικα γέλια. Έχεις παρέα; Να πάρω αργότερα;

- K: (μικρή διακοπή) Όχι, όχι με μία φίλη είμαστε και τα λέμε, δεν ενοχλείς. Πες μου, έγινε κάτι;

- I: Ρε συ Κατερίνα, το ξανασκέφτηκα. Δεν είναι σωστό να βγω εγώ για ποτά και να αφήσω τον Κώστα έτσι.

- K: Α... Μη μου το χαλάς τώρα. Ο Κώστας δε σου είπε ότι δεν έχει πρόβλημα ρε μωρό μου;

- I: Ναι, αλλά τους ξέρεις τους άντρες. Από τη μία λένε ναι και από την άλλη σου την κρατάνε φυλαγμένη. Δε θέλω να του δώσω δικαιώματα.

- K: Ιωάννα μου, σύνελθε. Το ξέρεις πολύ καλά ότι έχει μεγάλη ανάγκη να ξεσκάσεις έστω και για λίγες ώρες. Αν φοβάσαι τον εαυτό σου ότι μπορεί να κάνει μαλακία, σου υπόσχομαι ότι εγώ θα πιώ το πολύ 2 ποτά και θα σε προστατεύσω από οποιαδήποτε μαλακία πας να κάνεις.

- I: Δεν είναι αυτό. Δε φοβάμαι...

- K: Αυτό είναι. Σε ξέρω καλά, τόσα χρόνια. Από εκεί που νιώθεις κλεισμένη σε μία ρουτίνα, ξαφνικά σου δίνεται μία ιδέα ελευθερίας και σε πιάνουν τα ενοχικά και οι φοβίες. Δίκιο δεν έχω;

- I: Ίσως… ναι...

- K: Ντύσου, κρύψε το στήθος σου, φόρας και ένα παντελόνι και θα είσαι ντεκαβλέ εντελώς. Δε θα κινδυνέψεις από κανένα αρσενικό. Οκ;

- I: Τέλος πάντων. Έχε χάρη που δε θέλω να στο χαλάσω. Ειδάλλως θα καθόμουν εδώ, με τις πιτζαμούλες μου. Έλα κατά της 10.

- K: Έτσι μπράβο. Φιλιά. Τα λέμε αργότερα.

Αν και σαν χαρακτήρας ήταν αρκετά ισχυρογνώμων και δεν άλλαζε εύκολα γνώμη, η Κατερίνα είχε τον τρόπο της να την πείθει. Στην προκειμένη περίπτωση ήταν η φωνή του εαυτού της που είχε ανάγκη να διασκεδάσει, να ξεφύγει από την καθημερινότητα, ίσως και να νιώσει για λίγο ελεύθερη. Να μην είναι σύζυγος, να μην είναι μάνα, να μην είναι αφεντικό. Λίγη ώρα μετά μπήκε στο δωμάτιο της για να ντυθεί. «Ντεκαβλέ ή κάβλα;» σκέφτηκε καθώς κοίταζε την γκαρνταρόμπα της.

Αν ήταν 25 χρόνια πριν, θα είχε φορέσει το μίνι της, που για κάποιο λόγο που δε μπορούσε να εξηγήσει, είχε μείνει στην ντουλάπα της. Την τελευταία φορά που το είχε φορέσει ήταν επειδή της το είχε ζητήσει ο Κώστας. Τον καύλωνε να τη βλέπει πρόστυχα ντυμένη. Της έλεγε ότι της πήγαινε πολύ να δείχνει πουτάνα. Το είχε φορέσει όταν είχαν ακόμη μόνο την Αθηνά. «Νομίζω ότι εκείνο το βράδυ έπιασα την Πόπη» θυμήθηκε. Αλλά πλέον δεν τις έκανε. Δεν είχε το ίδιο σώμα αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα έβγαινε από το σπίτι ντυμένη ως ξέκωλο. Η σκέψη αυτή την ξενέρωσε προς στιγμή και αποφάσισε να ντυθεί στο στυλ που της είπε η Κατερίνα. «Ντεκαβλέ»

Μία λευκή παντελόνα και ένα μαύρο πουκάμισο. «Μια χαρά είσαι. Μείνε μακριά από μπελάδες. Για ντεκαβλέ, είσαι μία χαρά». Είχε αποφασίσει να μη φορέσει σουτιέν. Ήξερε ότι η τριβή της ρώγας πάνω στο ύφασμα, δημιουργεί μία αναίσθητη αίσθηση ερεθισμού. Μία από τις πιο ευχάριστες, για εκείνη, αισθήσεις. Δε θα το στερούσε από τον εαυτό της. «Είπαμε ντεκαβλέ, αλλά δεν θα πάμε για καφέ μετά από κηδεία». Φόρεσε τις μαύρες της γόβες και έπιασε ένα γρήγορο κότσο τα μαλλιά της. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και αμέσως χαμογέλασε. Ξαφνικά έδειχνε πολύ νεότερη, ίσως και μία 10ετία. Το βάψιμο της ήταν πολύ ήπιο. Δεν το είχε ανάγκη, μιας και φρόντιζε την επιδερμίδα της πολύ και δεν είχε ατέλειες. «Από μένα πήραν οι κόρες μου». Πήγε στον ολόσωμο καθρέφτη και στριφογύρισε 360, κοιτάζοντας τον εαυτό της από όλες τις γωνίες. «Ντεκαβλέ δεν είμαι. Καλή είμαι. Πολύ καλή!»

Την στιγμή που πήγαινε στο σαλόνι, χτύπησε το κινητό της. Η Κατερίνα. «σε 5’ είμαι από κάτω», «Οκ, κατεβαίνω». Μάζεψε τα πράγματα της και την τσάντα της και κατέβηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Κατεβαίνοντας τα τελευταία σκαλιά προς την εξώπορτα, συνάντησε ένα νεαρό γείτονα, γύρω στα 27. Χαιρετήθηκαν τυπικά, αλλά το βλέμμα του και ο ήχος του «γεια σας», έδειχναν τον εντυπωσιασμό που ένιωθε κοιτάζοντας τη. Εκείνη προσπάθησε να συγκρατήσει το χαμόγελο της, αλλά δε μπορούσε να κρυφτεί από την Κατερίνα που ήταν ήδη παρκαρισμένη.

- I: Καλησπέρα.

- K: Καλώς την όμορφη, που έκανε τον νεαρό να γυρίσει και να την τσεκάρει, τρεις φορές παρακαλώ!

- I: Σοβαρά;

- K: Μ’ αρέσει που ντύθηκες ντεκαβλέ κυρία Ιωάννα!

- I: Τι έχω; Να πάω να αλλάξω;

- K: όχι, όχι. Μια χαρά, καθώς πρέπει είσαι. Απλά είσαι όμορφη και τραβάς τα βλέμματα ότι και να κάνεις.

- I: Να σε καλά, αλλά βάλε μπροστά να φύγουμε.

- Δ: Δε θα με συστήσεις στην Ιωάννα, Κατερίνα;

- K: Ωχ συγνώμη. Ιωάννα, η Δήμητρα. Φίλη εδώ και καιρό.

- I: συγνώμη αλλά έτσι όπως μπήκα στο αυτοκίνητο, δεν είδα ότι έχουμε και παρέα. 1000 συγνώμη. Χάρηκα Δήμητρα.

- Δ: Μην ανησυχείς. Και εγώ χάρηκα. Και ότι σου είπε η Κατερίνα, να ξέρεις ότι ισχύουν.

- I: Σε ξέρω από κάπου; Μου φαίνεσαι πολύ γνωστή φυσιογνωμία.

Η Δήμητρα ήταν μία 23χρόνη φίλη της Κατερίνας που κάποιες φορές είχε περάσει από το μαγαζί για καφέ αλλά τις περισσότερες φορές απλά για να φύγουν μαζί. Δεν είχε τύχει να μιλήσουν ποτέ. Περισσότερο είχαν γνωριστεί με την Πόπη μιας και πήγαιναν στο ίδιο Γυμνάσιο-Λύκειο, αλλά ποτέ δεν ήταν φίλες, μιας και ήταν σε διαφορετικά τμήματα. Της Ιωάννας της φάνηκε κάπως άβολο που θα έβγαιναν μαζί με κάποια τόσο μικρότερη τους, αλλά είπε να μην το κάνει θέμα. Άλλωστε από τον τρόπο που εκφραζόταν, φάνηκε περισσότερο ώριμη από την ταμπέλα της 23χρονης.

Μέσα στο πρώτο 10λεπτο, η ατμόσφαιρα μεταξύ των τριών γυναικών, είχε φτάσει στο πιο χαλαρό της σημείο. Κουτσομπολιά, μικρές γυναικείες κακίες και κουβέντα για παπούτσια και τσάντες, ήταν το επίκεντρο. Στην ερώτηση της Ιωάννας «που πάμε;», η απάντηση ήταν ότι πήγαιναν σε μία ταράτσα, στα δυτικά της πόλης, με πολύ ωραίο κόσμο και φανταστική διακόσμηση, μουσική και θέα. Ως παντελώς άσχετη για τα τεκταινόμενα στη νυχτερινή Θεσσαλονίκη, άφησε της δύο φίλες να κάνουν κουμάντο, χωρίς να εκφέρει άποψη. Άλλωστε, οι μόνες έξοδοι τα τελευταία χρόνια, με τον Κώστα πάντοτε παρόν, ήταν είτε σε κάνα κουτούκι είτε στα μπουζούκια, 2-3 φορές τον χρόνο. Μπήκαν στο μαγαζί και η Ιωάννα ήταν εντυπωσιασμένη από αυτό που αντίκριζε. Δεν είχε σκεφτεί ποτέ ότι οι ταράτσες, με μία καλή θέα, θα ήταν τόσο κάτι τόσο όμορφο για να πιεί κάποιος το ποτό ή τον καφέ του. Οι τρεις γυναίκες, με την συνοδεία ενός σερβιτόρου, πέρασαν ανάμεσα από τον κόσμο και βρέθηκαν στον γωνιακό καναπέ. Όσο διήρκεσε αυτή η πορεία, η Ιωάννα αισθάνθηκε κάπως άβολα. Συνειδητοποίησε ότι ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από τους περισσότερους θαμώνες, με εξαίρεση μία παρέα 6 ατόμων που ήταν γύρω στα 50. «Τι κάνω εγώ, εδώ, με όλη αυτή την πιτσιρικαρία;» αναρωτήθηκε φευγαλέα. Αλλά μόλις έκατσαν στο τραπέζι και άρχισαν πάλι την κουβέντα και οι πρώτες σταγόνες του cocktail της, έβρεξαν τον λαιμό της, όλα άρχισαν να επανέρχονται στην κανονικότητα.

Δεν πέρασε πολύ ώρα πριν αρχίσει να αισθάνεται ότι τα βλέμματα ανδρών, όλων των ηλικιών, περνούσαν από πάνω της, είτε φευγαλέα είτε, για κάποιους, πιο επίμονα. Μπορεί και στο μαγαζί της να υπήρχαν αντίστοιχα βλέμματα, αλλά η παρουσία της ως το αφεντικό του μαγαζιού, τα εξαφάνιζε χωρίς να κάνει κάτι ιδιαίτερο. Τώρα υπήρχαν βλέμματα που έλεγαν «Θα ήθελα να πιώ ένα ποτό μαζί σου», έως και βλέμματα που φώναζαν «αν είχα την ευκαιρία θα σε γαμούσα τώρα!». Ήταν αρκετά μεγάλη και έμπειρη για να μπορεί να διαβάζει την γλώσσα του σώματος. Κάποια στιγμή χαμογέλασε, πολύ διακριτικά, όταν κατάλαβε ότι η κοπέλα κάποιου, του έκανε μικρή σκηνή ζηλοτυπίας καταλήγοντας να τον πάρει από το χέρι και να κατευθυνθούν προς την άλλη πλευρά του μαγαζιού. «Τον έχεις χάσει ήδη μικρή» σκέφτηκε.

Είχε φτάσει ήδη στο 4ο cocktail και ήταν ήδη μεσάνυχτα. Όλα κυλούσαν όπως τα είχε στο μυαλό της, ίσως και καλύτερα, θα έλεγε. Διασκέδαση στο full, λίγος χορός σε μουσικές που δεν είχε ξανακούσει, τα βλέμματα να πέφτουν πάνω τους, χωρίς να υπάρχουν παρεκτροπές. Η Ιωάννα βρισκόταν συνεχώς ανάμεσα στη Δήμητρα και την Κατερίνα και, όπως της είχε υποσχεθεί νωρίτερα, όλες οι προσπάθειες τον ανδρών να την πλησιάσουν, έπεφταν διακριτικά στο κενό. Λειτουργούσαν σαν ασπίδα προστασίας, οι δύο φίλες.

Και όμως αισθανόταν ερεθισμένη. Λίγο το δροσερό αεράκι σε συνδυασμό με την έλλειψη του σουτιέν, λίγο η σωματική επαφή με τις δύο γυναίκες σε συνδυασμό με τα βλέμματα των ανδρών, ένιωθε τις ρώγες της σκληρές. Αλλά το απολάμβανε. Δεν υπήρχε τίποτα απολύτως που να την έκανε να νιώθει ενοχές. Βάδιζε πάνω σε μία λεπτή κόκκινη γραμμή αλλά έμενε σταθερά πάνω της. Κάποια στιγμή οι δύο φίλες πήγαν στην τουαλέτα και έμεινε μόνη της, να χαζεύει τα φώτα των πλοίων στα ανοιχτά του Θερμαϊκού. Ξαφνικά ένιωσε κάποιον να κάθεται δίπλα της. Γύρισε το κεφάλι της, ελαφρώς τρομαγμένη και είδε τη Βάγια!

- Β: Να 'μαι και εγώ!

- Ι: Τι κάνεις εσύ εδώ;

- Β: Βγήκα για ποτό με την παρέα μου.

- Ι: Ο Ρομάν;

- Β: Και αυτός εδώ είναι. Είμαστε στην άλλη πλευρά του μαγαζιού. Αλλά σε έχω δει ώρα τώρα.

- Ι: Και γιατί δεν ήρθες νωρίτερα;

- Β: Ε... Για να μην στο χαλάσω ρε μαμά. Σε έβλεπα πόσο καλά περνούσες με την Κατερίνα και την Δήμητρα, πως το κουνούσες όταν χόρευες. Αλήθεια, δεν ήξερα ότι χορεύεις. Μάλλον δεν σε είχα ξαναδεί.

- Ι: Είπαμε, μεγάλωσα μωρό μου. Δεν γέρασα.

- Β: Είχες χρόνια να με πεις έτσι. Μιλάει το ποτό;

- Ι: Ίσως. Αλλά μακάρι να ένιωθα τόσο χαλαρή και όμορφη συνέχεια. Πολλά θα ήταν διαφορετικά

- Β: Άρχισες πάλι το κήρυγμα; Δεν το αφήνεις για αύριο, να τα πούμε στο μαγαζί;

- Ι: Ένα δίκιο το έχεις. Γιατί δεν λες στην παρέα σου να έρθετε από εδώ;

- Β: Όχι δεν υπάρχει λόγος, έτσι και αλλιώς θα φύγουμε. Θέλουμε να πάμε σπίτι. Όπως κατάλαβες δε θα κοιμηθώ σπίτι μας. Θα έρθω αύριο το πρωί κατ’ ευθείαν.

- Ι: Καλά να περάσεις μωρό μου. Και να προσέχεις.

- Β: Και εσύ μαμά. Να σε ρωτήσω κάτι; Σουτιέν δεν φοράς;

- Ι: Ωχ, φαίνεται;

- Β: Όχι, αλλά δεν ξέρω πότε η μάνα μου φοράει σουτιέν και πότε όχι;

- Ι: Είσαι πολύ παρατηρητική.

- Β: Εσύ με έκανες να είμαι. Διασκέδασε το. Σου αξίζει. Πέρνα καλά και θα τα πούμε αύριο το πρωί. Η Κατερίνα είναι πολύ καλή στο να κάνει τους άλλους να περνάνε καλά. Εμπιστεύσου την.

Πριν προλάβει να απαντήσει, η Βάγια είχε ήδη σηκωθεί μιας και η Κατερίνα με την φίλη της έρχονταν προς το μέρος τους. Χαιρετήθηκαν, αρκετά έντονα, ψιθυρίζοντας κάποια πράγματα η μία στην άλλη, αλλά η Ιωάννα δεν ήταν σε θέση να μπορέσει να καταλάβει τι έλεγαν και γιατί γελούσαν τόσο πονηρά. Αυτό που την έκανε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν πόσο κοντά ήταν τα κορμιά τους και πως είχε περάσει η Κατερίνα το χέρι της γύρω από τη μέση της κόρης της. Αλλά αυτό δεν κράτησε πολύ, μόλις λίγα δευτερόλεπτα και έτσι δεν έδωσε μεγαλύτερη σημασία. Στο ενδιάμεσο, η Δήμητρα βρέθηκε καθισμένη δίπλα της και τσούγκρισε το ποτό της στο δικό της.

- Δ: Στην υγειά της πρωτάρας!

- I: Στην υγειά της μικρής!

- Δ: Μικρή στο μάτι...

- I: …μεγάλη στο κρεβάτι; Δε ντρέπεσαι να εκφράζεσαι έτσι;… χα, χα, χα…

- Δ: Γενικώς δεν είμαι από εκείνες που νιώθουν ντροπή όταν νιώθουν καλά.

- I: Και από ότι βλέπω νιώθεις πολύ καλά. Ποιος σε έκανε να νιώθεις τόσο καλά;

- Δ: Ποιος; Χα, χα... δε σου λέω… δεν σου λέω...

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, ένιωσε από την άλλη πλευρά το κορμί της Κατερίνας και γύρισε προς το μέρος της, διακόπτοντας τον ενδιαφέρον διάλογο που είχε ανοίξει.

- K: Τι λένε τα κορίτσια;

- Ι: Να, μου έλεγε ότι η μικρή ότι νιώθει καλά εξ’ αιτίας κάποιου.

- Κ: Κάποιου; Δε νομίζω καλή μου. Δεν υπάρχει κάποιος που να την κάνει να νιώθει καλά. Πάντα είναι καλά αυτή και κάνει τους άλλους να νιώθουν καλύτερα.

- Ι: Τι σημαίνει αυτό;

- Κ: Πολλά και τίποτα. Πάμε να φύγουμε; Έχουμε και δουλειά αύριο.

- Ι: Ναι, έχεις δίκιο. Αλλά πρέπει να το ξανακάνουμε, κάποια μέρα που θα έχουμε ρεπό και οι δυο μας.

- K: Να 'σαι σίγουρη για αυτό. Θα το κάνουμε πολλές φορές.

Ο ήχος της φωνής της και το βλέμμα της, έδειχναν κάτι που δεν είχε ξαναδεί στην Κατερίνα. Έδειχνε πολύ ερεθισμένη αλλά με μια μεγάλη δόση αυτοσυγκράτησης. Ίσως ήταν και ιδέα της. Ίσως έφταιγαν τα ποτά που είχε πιεί, αν και δεν ένιωθε χάλια. Η Ιωάννα δεν άφησε τις κοπέλες να πληρώσουν. Δε θα μπορούσε άλλωστε να πάρει λεφτά από μία υπάλληλο της αλλά και την 23χρόνη Δήμητρα. Τους είπε ότι την άλλη φορά θα τις άφηνε να πληρώσουν, αλλά ήξερε ότι ποτέ δεν πρόκειται να το έκανε αυτό. Το ευχαριστώ την Δήμητρας ήταν να την αγκαλιάσει και να της δώσει ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο, ψιθυρίζοντας της ένα ευχαριστώ. Αυτό που τάραξε την Ιωάννα περισσότερο, όμως ήταν το χάδι στην πλάτη της. Διήρκησε περισσότερο από όσο θα περίμενε και την ερέθισε. Ήταν η μυστική ερωτογενής περιοχή της. Και είχε χτυπήσει διάνα. Ένιωσε μία μικρή ηδονή αλλά δεν έκανε τον κόπο να απομακρυνθεί. Αφέθηκε στο χάδι της, το οποίο κράτησε μόλις 10 δευτερόλεπτα αλλά ήταν αρκετό για να την αναστατώσει.

Επανερχόμενη στην «κανονική» της λειτουργία, οι τρεις γυναίκες κατέβηκαν στο υπόγειο παρκινγκ που είχαν αφήσει το αυτοκίνητο. Πλησιάζοντας το, η Κατερίνα ζήτησε από την Ιωάννα να οδηγήσει, γιατί ένιωθε την μέση της να την πονάει αρκετά. Δεν αρνήθηκε, μιας και ένιωθε αρκετά καλά για να οδηγήσει. Μπήκε στην θέση του οδηγού αλλά συνειδητοποίησε ότι οι δύο φίλες της είχαν κάτσει στα πίσω καθίσματα. «Καμία δεν έρχεται να καθίσει μπροστά; Γιατί;», αναρωτήθηκε. Είχε επέλθει χαλάρωση σε όλες τους. Είναι εκείνες οι στιγμές που δεν έχεις διάθεση να πεις κουβέντα, μιας και αποτοξινώνεσαι από τον έντονο ήχο της μουσικής και το αλκοόλ. Δε μιλούσε καμιά τους.

Η Ιωάννα είχε χαθεί για λίγο στις σκέψεις της. Πόσο καλά είχε περάσει και πόσο πολύ το είχε ανάγκη να διασκεδάσει χωρίς να νιώθει ενοχές για τον Κώστα. Δεν είχε συμβεί τίποτα, πέραν από το παιχνίδι των ματιών. Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει ακόμη και μέσα στο μαγαζί, σπάνια μεν αλλά τυχαίνει. Ξαφνικά τις ήρθε η εικόνα της Βάγιας με την Κατερίνα. «Γιατί είχαν τόσο μεγάλη οικειότητα μεταξύ τους;». Ίσως φταίει το γεγονός ότι γνωρίζονται 2 χρόνια και ίσως βοηθάει και το περιβάλλον. Ποιος ξέρει; Σειρά πήρε, στο μυαλό της, το φιλί της Δήμητρας στο μάγουλο αλλά, κυρίως, το απαλό χάδι στην πλάτη της. Είχε καιρό να αισθανθεί αυτόν τον ερεθισμό και είχε προέλθει από γυναίκα. «Αν είναι δυνατόν; Από γυναίκα;»

Ασυναίσθητα, κοίταξε τον κεντρικό καθρέφτη, ψάχνοντας για τα μάτια της Δήμητρας. Και τότε ήταν που ένιωσε την μεγαλύτερη ταραχή. Μέσα από τον καθρέφτη, είδε 2 ζεύγη από μάτια κλειστά. Πρόσωπο με πρόσωπο. Γεμάτα ένταση. Κατέβασε τον καθρέφτη ελαφρώς και είδε τα χείλη τους, ενωμένα. Έντονα γλωσσόφιλα. Αθόρυβα. Δύο γυναικεία σετ χειλιών, να ρουφάνε το ένα το άλλο. Και, φευγαλέα, να φαίνονται οι γλώσσες τους. Η μία πάνω στην άλλη. Δε μπορούσε να δει κάτι περισσότερο. Συνέχισε να οδηγεί χωρίς να της διακόψει. Είχε αναστατωθεί, αλλά δεν είχε την δύναμη να διακόψει δύο γυναίκες που έδειχναν, με το φιλί τους, το πάθος τους, η μία για την άλλη. Και τότε ήταν που είδε το βλέμμα της Κατερίνας να την κοιτάζει, χωρίς να σταματήσει την επαφή της με την Δήμητρα.

Η Κατερίνα, την τσέκαρε. Ήθελε να δει την αντίδραση της. Και αυτή ήταν ακριβώς αυτή που ήθελε. Να μη διακόψει, να μην αντιδράσει. Απλά να παγώσει. Είτε από φόβο, είτε από ηδονή. Είτε και από τα δυο μαζί. Η Ιωάννα είχε συνεχίσει να οδηγεί και η Δήμητρα ήταν τόσο καυλωμένη και το έδειχνε με το φιλί της. Είχε την ανάγκη να της ανταποδώσει το γλειφομούνι που της έκανε η Δήμητρα στις τουαλέτες του club, λίγο πριν φύγουν. Την είχε αφήσει να τελειώσει μόνο μία φορά και αυτό δεν την ήταν αρκετό. Ήθελε κι άλλο. Πολύ περισσότερο. Είχε καυλώσει τόσο πολύ που ήθελε να τη γαμήσει μέσα στο αυτοκίνητο, με τα δάχτυλα της. Αλλά, έπρεπε να συγκρατηθεί γιατί οι οδηγίες της Κατερίνας ήταν σαφείς. «Μην κάνεις τίποτα χοντρό όσο είμαστε στο αυτοκίνητο. Δεν θέλω να αντιδράσει άσχημα η Ιωάννα. Ακολούθησε αυτό που θα σου κάνω και άσε τα υπόλοιπα σε μένα».

Οι δυο τους σταμάτησαν την ερωτοτροπία. Το αυτοκίνητο είχε σταματήσει σε κόκκινο φανάρι και το βλέμμα της Ιωάννας ήταν παγωμένο και κοίταζε μόνο μπροστά. Δεν αντέδρασε ακόμη και όταν ένιωσε το χέρι της Κατερίνας στο μπράτσο της. Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν μέσα από τον καθρέφτη. Το χέρι της κατέβηκε πιο χαμηλά και σταμάτησε πάνω στο δικό της, όπως έπιανε το λεβιέ των ταχυτήτων. Το χάιδεψε. Το φανάρι άναψε πράσινο. Έβαλε πρώτη αλλά ένιωσε το χέρι της Κατερίνας συνέχεια πάνω στο δικό της. Η αναστάτωση της πλέον μετατρεπόταν σε ερεθισμό. Δεν ήξερε γιατί αλλά αυτό αισθανόταν. Κοιτάχτηκαν άλλη μία φορά μέσα από τον καθρέφτη.

- Κ: Σ’ ευχαριστώ.

- I: Γιατί;

- Κ: Γιατί δε μας διέκοψες.

- I: Τι άλλο θα μπορούσα να κάνω;

- Κ: Να σταματήσεις το αυτοκίνητο και να φύγεις.

- I: Δε γινόταν αυτό.

- Κ: Γιατί;

- I: Δεν ξέρω.

- Κ: Γιατί; Σκέψου...

- I: Δεν ξέρω. Πες μου εσύ...

- Κ: Γιατί σου άρεσε αυτό που έβλεπες

- I: Όχι. Δεν είναι αυτό...

- Κ: Δε με πείθεις. Δεν είπα ότι θα σου άρεσε να συμμετέχεις. Είπα ότι σου άρεσε να βλέπεις.

- I: Ίσως...

Η Κατερίνα άφησε το χέρι της Ιωάννας και ξαναγύρισε στην Δήμητρα. Συνέχισαν το γλωσσόφιλο τους ακριβώς από εκεί που το είχαν αφήσει την τελευταία φορά. Με τη διαφορά ότι μικρά βογγητά έβγαιναν από το λαιμό της Δήμητρας, κάθε φορά που η Κατερίνα της δάγκωνε τα χείλη. Δεν πέρασε παρά ένα λεπτό και η Κατερίνα τσέκαρε τον καθρέφτη. Η Ιωάννα τις κοιτούσε διαρκώς. Για καλή της τύχη όλα τα φανάρια του δρόμου ήταν κόκκινα, το ένα μετά το άλλο. Και αυτό έδινε την δυνατότητα στην Ιωάννα να παίρνει μάτι τις δύο καυλωμένες γυναίκες. Δε μπορούσε να δει τι άλλο συνέβαινε ανάμεσα τους. Το πεδίο προβολής μέσα από τον καθρέφτη περιοριζόταν στο πρόσωπο τους.

Ήθελε να δει κι άλλα. Να δει τα χέρια τους, που ήταν, τι έπιαναν, πως χάιδευε η μία την άλλη. Τι έκαναν και ήταν τόσο καυλωμένες. Γιατί δε σταματούσε; Της άρεσε τόσο πολύ αυτό που έβλεπε; ΝΑΙ! Ήταν πολύ καυλωτικό να βλέπει δυο γυναίκες να γουστάρουν τόσο πολύ η μία την άλλη. Να είναι τόσο ερεθισμένες μεταξύ τους. Τώρα καταλάβαινε γιατί καύλωνε τόσο πολύ όταν ο Κώστας έβαζε λεσβιακές τσόντες στο laptop και καύλωνε τόσο πολύ πριν γαμηθούν. Νόμιζε ότι η διαστροφή του Κώστα ήταν που την καύλωνε. Αλλά όχι. Της άρεσε να βλέπει δυο γυναικεία κορμιά να τρίβονται, να χαϊδεύονται, να γαμιούνται. Τώρα καταλάβαινε γιατί έχυνε τόσο έντονα. Νόμιζε ότι ήταν η πούτσα του άντρα της που τη γαμούσε καλά και δυνατά. Αλλά όχι. Ήταν το θέαμα των δυο γυναικών που έχυναν η μία μετά την άλλη. Η μία για την άλλη. Τώρα το καταλάβαινε.

«Ιωάννα, στρίψε από εδώ αριστερά και πάμε να παρκάρουμε σπίτι μου». Δεν ήθελε να απαντήσει. Έμεναν σχετικά κοντά, 3 τετράγωνα απόσταση. Οπότε θα μπορούσε να πάει με τα πόδια σπίτι της. Κοίταξε το ρολόι. 00:45. «Νωρίς είναι. Ο Κώστας θα με περιμένει ξύπνιος μάλλον. Μακάρι να είναι ξύπνιος...». Η καύλα της δεν την εγκατέλειπε. Τα βογκητά των δύο γυναικών της γέμιζαν το μυαλό. Δεν ξεκολλούσε το βλέμμα της από τον καθρέφτη παρά μόνο για να σταματήσει στις διασταυρώσεις και να αποφύγει κάποιο τρακάρισμα. Ήταν σαν να έβλεπε τσόντα, ζωντανά.

Για μεγάλη της τύχη, βρήκε θέση παρκαρίσματος στη γωνία του τετραγώνου. Δε χρειάστηκε να κάνει μανούβρες. Πάρκαρε με την μία και γύρισε το κλειδί την μηχανής, σβήνοντας την.

- K: Θα έρθεις;

- Ι: Όχι, πρέπει να πάω σπίτι μου (ακούστηκε η πόρτα από την πλευρά της Δήμητρας να κλείνει. Είχε βγει έξω από το αμάξι)

- K: Είναι νωρίς ακόμη. Έλα για ένα ποτό.

- I: Γιατί; Για να σας κρατάω το φανάρι;

- K: Τόση ώρα δεν μας κρατούσες το φανάρι; Δεν είδα να σε χαλάει. Το αντίθετο, είδα πόσο πολύ ερεθίστηκες.

- I: Δεν είναι αλήθεια...

- K: Αγάπη μου, έκανες το λάθος να μην φορέσεις σουτιέν απόψε. Και προδίδεσαι.

- I: Ίσως...

- Κ: Εμείς πάμε πάνω. Έχω και δεύτερα κλειδιά. Κάτσε εδώ και σκέψου το. Και κάνε ότι αποφασίσεις. Εγώ δεν πρόκειται να σε πιέσω για τίποτα. Ότι κάνεις, θέλω να είναι δική σου απόφαση. Όπως δική σου απόφαση ήταν να βγούμε απόψε, ακόμη και αν χρειάστηκε να επιμείνω, λίγο. Αλλά εσύ το αποφάσισες. Σου λέω ότι θα ήθελα να σε κεράσω ένα ποτό σπίτι μου, τώρα. Χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς προαπαιτούμενα.

Η πόρτα έκλεισε. Αλλά πριν κλείσει, η Κατερίνα είχε προλάβει να χουφτώσει το στήθος της και να ακουμπήσει την ρώγα της. Πεταχτά, φευγαλέα. Εκείνη είχε παγώσει και πάλι και την είχε αφήσει να το κάνει. Δεν ένιωθε απειλητικά. Δεν ένιωθε δυσφορία. Ένιωθε διαφορετικά. Περίεργα. Ναι, ήταν περίεργη. Τι μπορεί να κρύβει η επόμενη έκπληξη. Δεν είχε την ανάγκη να δει τις 2 φίλες της γυμνές. Είχε την περιέργεια να δει δυο γυναίκες να καυλώνουν μεταξύ τους. Και αυτή η περιέργεια της γεννούσε μία καύλα, που δεν είχε ξανανιώσει στο παρελθόν. Όχι ως προς την ένταση, αλλά ως προς την αίσθηση. Δεν περνούσε από το μυαλό της ότι θα ήθελε να συμμετάσχει. Όχι, αυτό ήταν πολύ μακρύτερα από τα δικά της όρια. Ήθελε μόνο να δει. Πόσο κακό είναι το μάτι; Ακόμη και αν μαθευόταν, ο Κώστας δε θα την κατηγορούσε. Το αντίθετο μάλιστα. Το πιο πιθανό θα ήταν να την έβαζε να του περιγράψει τι είδε, όσο εκείνος τη γαμούσε. Ναι, δεν είναι κακό. Καθόλου κακό.

Και αμέσως μετά ήχησε στα αυτιά της κάτι που τις είπε η κόρη της, πριν μία ώρα. «Πέρνα καλά και θα τα πούμε αύριο το πρωί. Η Κατερίνα είναι πολύ καλή στο να κάνει τους άλλους να περνάνε καλά. Εμπιστεύσου τη.»...

Συνεχίζεται...

Θα ήθελα πολύ να ακούσω τα σχόλια σας.




Copyright protected OW ref: 170400