Η κάθοδος (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.33 (3 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Η κάθοδος

Διαβάζω ξανά και ξανά το μήνυμα καθώς δε μπορώ να πιστέψω τα όσα διαβάζω. Θεωρώ πως πρόκειται για κάποιου είδους πλάκας και το μυαλό μου δε μπορεί να επεξεργαστεί όλες αυτές τις πληροφορίες. Κλείνω τα μάτια κρατώντας τα εσώρουχα και τα κουτιά με τις ορμόνες στα χέρια κλαίγοντας με λυγμούς και ενθυμούμενος το Μανώλη ένας αναστεναγμός βγαίνει απότομα. Από την παράνοια αυτή με βγάζει ο ήχος του τηλεφώνου. Σπεύδω αμέσως να το πιάσω. Ακούγεται μια οικεία γλυκιά και ζέστη φωνή. Είναι η μαμά μου.

Μ: Τι κάνεις μωρό μου… όλα καλά;

Ο : όλα καλά μαμά…

ενώ προσπαθώ να αποφύγω να δείξω ότι πριν έκλαιγα και έτσι αποφάσισα να βάλω τη χαρούμενη φωνή μου, εσείς όλα καλά;

Μ : Η σχολή σου ξεκίνησε; Εγκλιματίστηκες χρειάζεσαι κάτι; Θέλεις να έρθω; Κάνει κρύο;

Είναι ξεκάθαρο πως βρίσκεται σε παροξυσμό η παθαίνει εγκεφαλικό. Παράλληλα με εκείνη το παθαίνω κι εγώ το εγκεφαλικό καθώς το προηγούμενο βράδυ μόνο χαλαρό δεν το λες και το ξύπνημα μου κάθε άλλο παρά αρμονικό.

Ο : Μαμά άραξε… τι παθαίνεις; Καλά είμαι, όχι η σχολή δεν έχει ανοίξει, ναι εγκλιματίστηκα, όχι δεν χρειάζομαι κάτι και δεν χρειάζεται να έρθεις και τι φάση με το κρύο είναι τύπου αρχές Σεπτέμβρη;

Μ : Πάλι πέρασα τα όρια έτσι;…

Ο : Ναι μαμά ναι χα, χα... Κοιτά είμαι καλά, απλά τώρα πρέπει να σε κλείσω διότι τώρα ξύπνησα και θέλω να κάνω ένα μπανάκι, σε αγαπώ!

Μ : Σε αγαπώ μωρό μου, να προσεχείς.

Τους αγαπούσα πολύ τους γονείς μου, ήταν πάντα δίπλα μου, απλά εγώ δεν είχα την άνεση να τους μιλήσω ανοιχτά για εμένα. Εάν το έκανα είμαι σίγουρος πως θα με στήριζαν, απλά δε μπορούσα να το εκστομίσω. Η μητέρα μου βλέπετε ήταν γιατρός στην Κέρκυρα και ο πατέρας μου αρχιτέκτονας. Όχι πως το επάγγελμα παίζει ρόλο βέβαια απλά η κοινωνική τους θέση με έκανε να τους βλέπω με δέος. Κατευθύνομαι προς το μπάνιο και αφήνω το καυτό νερό σε συνάρτηση με το bath bomb με άρωμα cherry blossom και αιθέρια έλαια να πλημμυρίσουν την μπανιέρα. Βυθίζομαι μέσα κλείνω τα μάτια και αφήνω την Whitney Huston να μου τραγουδά I will always love you σιγανά στο υπόβαθρο. Αυτό το μπάνιο θεωρώ ήταν αυτό που χρειαζόμουν.

Βγαίνοντας φοράω για πρώτη φορά τα εσώρουχα τα οποία μόνο στο άγγιγμα τους πάνω στην απαλή επιδερμίδα μου με έκαναν να ανατριχιάζω και πιάνοντας έναν πρόχειρο κότσο τα μαλλιά μου τοποθέτησα ευλαβικά θα έλεγα την περούκα μου μπροστά από τον καθρέφτη. Η εικόνα με άφησε ζαλισμένο και εκστασιασμένο με ένα στόμα ανοικτό και μια έκφραση θαυμασμού. Κοίταξα το ρολόι και κατάλαβα πως δεν ήταν ακόμα η ώρα να πάρω την πρώτη δόση των ορμονών μου. Φοβόμουν δεν θα το κρύψω. Άλλωστε ποιος δε θα φοβόταν; Χωρίς συνταγή και συμβουλή γιατρού που πήγαινα; Η επιθυμία μου όμως υπέρ νικούσε τα πάντα ήθελα σε ένα χρόνο από τώρα να είμαι έτσι όπως με έβλεπα τώρα στον καθρέφτη, αλλά με δικά μου μαλλιά, στήθος, και γυναικείο σώμα από όλες τις πλευρές.

Η υπόλοιπη μέρα πέρασε ήρεμα με εμένα να βλέπω σειρές, να παίζω το πουλάκι μου στον καναπέ όπου με έχυσε και μου έσκισε τον πάτο ο Μανώλης χθες το βράδυ και με το να βγαίνω μια μικρή βόλτα στη γειτονιά για περπάτημα. Όταν κατάλαβα πως έκλειναν τα μάτια μου από την κούραση με αποφασιστικές κινήσεις άνοιξα τα κουτάκια και πήρα δυο χάπια (ένα από κάθε είδος), τα έχωσα στο στόμα μου και χωρίς δεύτερη σκέψη τα κατάπια με τη βοήθεια νερού. Μόλις συνειδητοποίησα τι είχα κάνει, έμεινα να κοιτάζω τον καθρέπτη απέναντι από το κρεβάτι μου και να κλαίω καθώς δεν ήξερα τι θα έκανα με τους γονείς μου και με την κοινωνία της Κέρκυρας. Ο ύπνος με πήρε μέσα στα κλάματα και πριν καλά-καλά το καταλάβω το κινητό μου άρχισε να χτυπά στο ρυθμό του fuego και να με ξυπνά. 10 η ώρα.

Παίρνω πάλι άλλα δυο χάπια και ξεκινάω να φτιάχνω το σπίτι για την πολυπόθητη άφιξη του Μανώλη το βράδυ. Η μέρα για ακόμα μια φορά πέρασε γρήγορα με εμένα να κάνω μπάνιο να καθαρίζω να τρώω και στο τέλος να ντύνομαι. Το είχα αποφασίσει, απόψε θα τον κόλαζα. Φόρεσα τα εσώρουχα και από πάνω ένα κολλητό παντελόνι μαύρο με άσπρες ρίγες στα πλαϊνά και μια μπλούζα την οποία έδεσα στη μέση μου για να έχει σχήμα crop top. Τέλος φόρεσα την περούκα, αυτή τη φορά κανονικά και όχι πρόχειρα και περίμενα καθισμένος στο σαλόνι καπνίζοντας, ακούγοντας μουσική και πίνοντας. Το κουδούνι χτυπά και η καρδιά μου σταματά. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και κατευθύνομαι προς την πόρτα. Ανοίγω. Το βλέμμα του τα έλεγε όλα… ήταν έτοιμος να μιλήσει αλλά όταν με είδε του κόπηκε η φωνή και έμεινε να με κοιτάζει.

Ο: γεια σου αγόρι; Τι έπαθες; Σου έφαγε η γάτα τη γλώσσα;

Μ : Ολίβια... δεν σε περίμενα έτσι!

Ο : Εάν δεν με περίμενες έτσι τότε γιατί έστειλες αυτά τα δώρα; Δεν πίστευα τον τόνο και τον ερωτισμό με τον οποίο μιλούσα.

Μ: εχεις δίκιο. Είσαι εκθαμβωτική. Τελικά ορθά έπραξα και έκανα το διάβημα να στα στείλω.

Ο: βρίσκεις;

Μ : Απόλυτα. Τα χάπια τα ξεκίνησες;

Ο: Ναι τα ξεκίνησα αλλά αυτη η κάθοδος που ανέφερες σε τι αναφερόσουν;

Μ : Όλα στην ώρα τους… για την ώρα θα ήθελα να δω τα εσώρουχα πως σου πάνε.

Σηκώνομαι όρθια και αυτός παραμένει στον καναπέ με τα πόδια ανοικτά να με κοιτάει και να ξερό γλύφει τα χείλια του. Αρχίζω ένα βασανιστικό στριπτίζ και το παρατηρώ να τρίβει την πούτσα του που του είχε γίνει κάγκελο. Με μια απότομη κίνηση με αρπάζει την ώρα που ετοιμάζουν να βγάλω τη μπλούζα και σκίζει το παντελόνι και τη μπλούζα αφήνοντας με εκτεθειμένη μόνο με τα εσώρουχα. Με βάζει να κάτσω πάνω στα πόδια του και αισθάνομαι την ορθωμένη πούτσα του ανάμεσα στα κωλομάγουλα μου. Ο χορός φιλιών έδινε και έπαιρνε για ακόμα μια φορά. Σε κάθε του φιλί έχανα την γη κάτω από τα πόδια μου ένιωθα πως προσπαθούσε να σωθεί με τα φιλιά μας, πως ήθελε να αποδράσει από την καθημερινότητα και εγώ ήμουν η σωστική του λέμβος.

Χαμένη όπως ήμουν δεν κατάλαβα πότε παραμέρισε το κορδόνι του στρινγκ και μπήκε μέσα μου. Ένας οξύς πόνος με κατάλαβε και ένας μακρόσυρτος αναστεναγμός ηδονής τον έκανε να άρχισε να με πηδάει. Εγώ να τον σφίγγω μέσα μου και τον παρακαλάω να με γαμήσει πιο δυνατά. Τότε σηκώνεται, βγαίνει από μέσα μου, με ρίχνει μπρούμυτα στον καναπέ, πιέζει το κεφάλι μου στον καναπέ, μπαίνει μέσα μου και αρχίζει να σφυροκοπά σαν να μην υπάρχει αύριο, σαν να θέλει να σκίσει την σάρκα μου και την τρύπα μου στα δυο. Εγώ έλιωνα από καύλα και ηδονή και σκεφτόμουν πως αυτός ήθελα να είναι ο γαμιάς μου για πάντα.

Μ: Μωρό μου θα χύσω… που θες να στα δώσω;

Ο : Μέσα μου, χύσε μέσα μου θέλω να με γκαστρώσεις!

Μ : Παρ' τα Ολίβια, όλα δικά σου μωρό, για πάρτη σου. Παρ' τα να με κάνεις πατέρα.

Πέσαμε και οι δυο τελειωμένοι στον καναπέ και προσπαθούσαμε να βρούμε την ανάσα μας Το τηλέφωνο του χτυπά.

Μ : Τι θες;

Άγνωστη φωνή…

Μ : Πάει καλά μωρέ η πουτάνα; Ποια νομίζει πως είναι; Γάμησε τη ρε στο ξύλο!

Το κλείνει. Εγώ όλη αυτή την ώρα που μιλούσε είχα απομακρυνθεί καθώς δεν τον είχα ξανά ακούσει έτσι και με τρόμαξε. Ποια ήταν αυτή που αποκαλούσε πουτάνα και γιατί ήθελε να την δείρει κάποιος;

Ο : Μανώλη τι συμβαίνει;

Μ: Πολλά ρωτάς μωρό μου και δεν κάνει. Εσύ είσαι μωρό ακόμα. Θα στη γνωρίσω πάντως κάποτε την κοπέλα στην οποία αναφερόμουν.

Ο : Μανώλη φοβάμαι!

Μ : Μαζί μου δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα. Εγω σε προστατεύω τώρα και πάντα. Φεύγω τώρα… θα σε ενημερώσω για την επόμενη μας συνάντηση…

λέει και βγαίνει από την πόρτα φιλώντας με γλυκά. Εγώ σαν υπνωτισμένη παίρνω αλλά δυο χάπια και σβήνω στον καναπέ για ακόμα μια φορά. Η τελευταία του λέξη, το "πάντα", με έκανε να λιώσω να πιστέψω πως βρήκα τον άνθρωπο μου.

Ποσά λίγα ήξερα...




Copyright protected OW ref: 171324