Ο μπάτσος με το πράσινο μποξεράκι (4ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (8 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Ο μπάτσος με το πράσινο μποξεράκι (3ο μέρος)

Με το Χρήστο συνεχίζαμε τα μαθήματα δυο απογεύματα τη βδομάδα, ήταν πάντα ντυμένος με παντελόνι φόρμας αγγαρείας και αρβύλες και αμέσως μετά μου πέταγε τον πούτσο του έξω, του τον ρούφαγα κι άρχιζε η φάση που τέλειωνε με μένα να είμαι στα 4 στον καναπέ, να τρώω την αστυνομική του ψωλάρα και τα χύσια του βαθιά μέσα μου. Μια φορά παρ’ ολίγον να μας πιάσει στα πράσα ο Γιώργος. Είχαν κανονίσει να δουν ταινία σπίτι του Χρήστου μόνο που το ξέχασε ο Χρήστος. Κι ενώ μου είχε ποτίσει την τρυπούλα μου με όλα του τα χύσια και είχαμε μόλις τελειώσει απ’ το μπάνιο, λίγο πριν προλάβω να ντυθώ τελείως χτύπαγε το κουδούνι ο Γιώργος, ο οποίος φυσικά και δεν ήξερε τίποτα για τα δωράκια του Χρήστου. Χώρια που ο Χρήστος πια μου έδινε την εντύπωση ότι γούσταρε πραγματικά να του παίρνω τσιμπούκι, να τον γλείφω και να μου τον καρφώνει πάντα με τη μία και μετά να μου ξεσκίζει τον κώλο.

Μετά από λίγο καιρό μου ζήτησε να ακυρώσουμε το μάθημα γιατί την άλλη μέρα δούλευε και θα έφευγε κατ’ ευθείαν στο χωριό του για διακοπές. Ήθελε να κάτσει σπίτι να χαλαρώσει. Εγώ που απ’ τη μια μεριά είχα πάρει πολύ στα σοβαρά τον ρόλο μου και πάσχιζα να τον βελτιώσω κι απ’ την άλλη μεριά δεν ήθελα να χάσω ένα γαμήσι (γιατί για 15 περίπου μέρες που θα έλλειπε, θα έχανα 4 με 5 γαμήσια, όπως είχα υπολογίσει). Βάλθηκα να του αραδιάζω όσα επιχειρήματα μπορούσα να σκεφτώ και τελικά τον έψησα να κάνουμε μάθημα και μετά να χαλαρώσουμε και να τα πιούμε παρέα. Υπό τον όρο να μην γίνει πάλι το σπίτι τεκές (όπως περιγράφω στην πρώτη ιστορία).

Λόγω ζέστης, του έκανα την παραχώρηση να μη ντυθεί με στολή όπως είχαμε συμφωνήσει. Μου άνοιξε την πόρτα καπνίζοντας και φορώντας μόνο ένα ξεθωριασμένο μουσταρδί μποξεράκι με κάτι καράβια ζωγραφισμένα επάνω του και άρβυλα με γκρι κάλτσες.

- Πέρνα μέσα…

μου είπε, γιατί είχα μείνει μαλάκας να τον κοιτάω, με είχε φτιάξει απίστευτα!

- Είδες τι χάνεις που με βάζεις να ντύνομαι με την στολή κάθε φορά;…

ξεστόμισε, σα να διάβαζε τις πιο μύχιες σκέψεις μου.

- Μην ξεχνάς ότι σ’ έχω δει και πιο γυμνό…

του ανταπάντησα παίρνοντας πάλι το πάνω χέρι. Μια ανερμάτιστη σκέψη που πέρασε απ’ το μυαλό μου, με έκανε να αποφασίσω και αμέσως άρχισα να γδύνομαι κι εγώ. Έμεινα μόνο με τα παπούτσια και το μποξεράκι μου.

- Να είμαστε κι οι δυο μας εξ ίσου άνετοι του είπα.

- Σήμερα είπαμε δεν έχει γαμήσι… συμπλήρωσε, για να πει την τελευταία λέξη.

Τέλειωσε το μάθημα, του έδωσα ασκήσεις για προπόνηση και λεφτά για να βγει να πάρει ουίσκι. Όσο έλειψε, βρήκα την ευκαιρία και άνοιξα να αεριστεί λίγο ο χώρος. Επέστρεψε με δυο μπουκάλια ουίσκι, ξηρούς καρπούς και πατατάκια.

Αράξαμε στον καναπέ και πίναμε ουίσκι με κόλα και πάγο βλέποντας ταινία και συζητώντας χαλαρά. Είχε πια νυχτώσει για τα καλά.

- Όλοι κοιμήθηκαν νωρίς απόψε…

είπε όταν σηκώθηκε για να κλείσει την μπαλκονόπορτα και να βάλει ένα ακόμα ποτήρι να πιούμε. Έπινε με πιο γρήγορο ρυθμό από μένα και σίγουρα με πέρναγε κατά ένα ποτήρι.

- Άμα τελειώσει κι αυτό, έχω κάποιες ρετσίνες μου είπε καθώς κάθισε στον καναπέ.

Σε λίγο το χέρι του έπιασε τον σβέρκο μου και κατέβηκε χαϊδεύοντας την πλάτη μου.

- Κουράστηκαν τα πόδια μου σκύψε και βγάλε μου τ’ άρβυλα…

μου έκανε με μια λάγνα φωνή. Σαν υπνωτισμένος έσκυψα και άρχισα να κατεβάζω το φερμουάρ απ’ το πλάι και να του τραβάω το κάθε άρβυλο να βγει από το κάθε πόδι.

- Τι νούμερο φοράς;… ρώτησα.

- 42 απάντησε και με κοίταξε.

- Μικρό είπα εγώ συγκρίνοντας με εμένα.

- Μικρό το πόδι αλλά μεγάλη η πουτσάρα μου. Μύρισε τώρα τις κάλτσες μου γουστάρω να σε ακούω να τις μυρίζεις και να μου λες πόσο γουστάρεις και πόσο καυλώνεις…

μου είπε και μου έβαλε τα πόδια του στο πρόσωπό μου. Δεν το είχα ξανακάνει, μόνο σε τσόντες το είχα δει. Άρχισα να μυρίζω. Ευτυχώς ήταν σχετικά καθαρά και δεν μύριζαν κάτι ιδιαίτερο.

Αναστέναζε ο Χρήστος όση ώρα με έβλεπε και με άκουγε να του μυρίζω με ένταση και πάθος τις κάλτσες. Είχαμε καυλώσει κι οι δύο τρελά.

- Βγαλ' τες μου τώρα και βαλ’ τες στη θέση τους…

είπε με επιτακτικό τόνο κι αμέσως έβγαλα τις κάλτσες του και τις έβαλα μέσα στα άρβυλα. Με την επόμενη εντολή μετέφερα τα άρβυλα πίσω από την πόρτα, δίπλα σε ένα άλλο ζευγάρι παλιά άρβυλα.

Είχαμε καυλώσει κι οι δυο πολύ, ο ψωλές μας ήταν τέντες έτοιμες να σκίσουν τα μποξεράκια μας.

- Πάμε ένα τελευταίο…

είπε και γέμισε τα ποτήρια μας. Μόλις θα τελειώναμε και το δεύτερο μπουκάλι ουίσκι.

- Άσπρο πάτο με τη μία…

είπε και το ήπιαμε κι οι δυο μονορούφι.

- Αν μου έγλειφες και τα πόδια απ’ τα γόνατα μέχρι τις πατούσες θα έχυνα χωρίς να τον αγγίξω πουτανάκο μου… έκανε δήθεν τυχαία κοιτώντας με.

- Όχι αυτό δε μπορώ να το κάνω, δε μου βγαίνει…

του είπα, αν και είχαν χαλαρώσει πολύ οι αναστολές μου και ήδη πριν είχα πέσει στα πόδια του και του μύριζα με πάθος τις κάλτσες.

- Άμα φορέσω όλη την στολή μου, θα το κάνεις;

- Όχι, όχι… ψέλλισα κάπως πιο αδύναμα.

- Βγάλε γούστα…

μου είπε και έβγαλε το μποξεράκι του. Τον ακολούθησα, κατέβασα το μποξεράκι μου και έβγαλα και τα παπούτσια μου. Ένα γερό χαστούκι προσγειώθηκε στον κώλο μου σα χούφτωμα.

- Εδώ έχεις τον άντρα τον ονείρων σου, τι γουστάρεις να σου κάνει που δε σου έχουν κάνει οι άλλοι;…

μου είπε. Ήταν πλέον φανερό ότι ήταν τελείως μεθυσμένος. Αλλά κι εγώ δεν βρισκόμουν πολύ μακριά.

- Βάρα με με το γκλομπ σου άκουσα σε κάποια φάση να εκσφενδονίζει το στόμα μου και μείναμε κι οι δυο μαλάκες.

Πήγε κι έφερε ένα μακρόστενο γκλομπ. Μ’ έβαλε να ξαπλώσω μπρούμυτα στον καναπέ και μου έριξε την πρώτη στοχεύοντας και τα δύο κωλομέρια. Έτσουξε αλλά με έφτιαξε απίστευτα, γιατί παρακλητικά του ζήτησα κι άλλη. Έφαγα και δεύτερη που έτσουξε εξ ίσου πολύ. Ικετεύοντας ζήτησα και έφαγα τρίτη μόνο στο ένα κωλομέρι και τέταρτη και πέμπτη στο άλλο κωλομέρι, ώσπου τον παρακάλεσα να σταματήσει.

Ο κώλος μου έτσουζε τρομερά αλλά κι ο πούτσος μου είχε καυλώσει απίστευτα. Με τράβηξε απ’ τα μαλλιά και με σήκωσε οδηγώντας το στόμα μου στον πούτσο του που ήταν τέρμα καυλωμένος. Με τον κώλο μου καθόμουν στο πάτωμα και ένιωθα το τσούξιμο που μου έφερνε νέα πρωτόγνωρα κύματα καύλας και ηδονής. Τον έβαλα με μια κίνηση όλο μέσα μου. Μέσα έξω, μέσα έξω και μόλις τον ξανάβαλα μέσα άρχισε να εκτοξεύει στο λαρύγγι μου τα αλμυρά του χύσια. Με τα δυο του χέρια μου κράταγε το κεφάλι αναγκάζοντάς με να πιω μέχρι και την τελευταία του σταγόνα. Ταυτόχρονα μόλις άγγιξα με το αδύναμο χέρι μου τον πούτσο μου, άρχισα να χύνω κι εγώ πάνω στο πόδι του που μέχρι πριν λίγο ήθελε να του γλείψω.

Ανοίξαμε τον καναπέ και ξαπλώσαμε κι οι δυο για να συνέλθουμε κάπως. Ένιωθα το ταβάνι να γυρίζει και δεν ήταν απ’ το μεθύσι. Δίπλα μου ο Χρήστος ήταν ακόμα καβλωμένος. Με έβαλε και γύρισα μπρούμυτα και με το γκλομπ του μου χάιδευε την πλάτη και τον κώλο και τα μπούτια. Είχα χάσει τον έλεγχο απ’ την καύλα. Όσο ένιωθα το γκλομπ να ανεβοκατεβαίνει στο κορμί μου, τόσο καύλωνα και του έλεγα ό,τι αηδία μπορούσα να πω, όπως βάρα με κι άλλο, χωσ’ το μου μέσα κλπ. Ευτυχώς ο Χρήστος μόνο καύλωνε μ’ αυτά που έλεγα και δεν έκανε τίποτα απ’ όσα του ζήτησα.

- Ε μαλάκα δεν αντέχεσαι, θα σου ρίξω έναν πούτσο να στανιάρεις… μου είπε σε μια φάση, αλλά με τους δικούς μου όρους και σηκώθηκε απ’ τον καναπέ.

Ήμουν σε μια φάση μεταξύ μέθης και της κατάστασης μετά την μέθη και πριν συνέλθουμε. Έκλεισε το φως και άναψε ένα μικρό φωτιστικό. Τώρα ήταν που με αποτελείωσε. Βογκούσα από μόνος μου.

- Μείνε όπως είσαι μου κάνει ο Χρήστος. Έπιασε με ένα σκοινί πρώτα το ένα μου χέρι και το έδεσε στο μπράτσο του καναπέ στην μία άκρη και μετά το άλλο μου χέρι και το έδεσε στο μπράτσο του καναπέ στην άλλη άκρη. Έβαλε δυο μαξιλάρες του καναπέ κάτω από την κοιλιά μου κι έτσι ανασηκώθηκα κάπως σε ύψος. Μου έκλεισε τελείως τα πόδια και μου τα έδεσε με σκοινί στο ύψος των αστραγάλων. Πήρε από τα παλιά του άρβυλα κάποιες άλλες σκούρες μπλε κάλτσες που μύριζαν και μου τις έβαλε να τις κρατάω στις παλάμες μου με την αυστηρή εντολή να μην μου πέσουν. Παρ’ όλο που αυτές βρωμούσαν, μου ανέβασαν τις καύλες σε νέα ύψη.

Ένιωσα τον Χρήστο να ανεβαίνει στον καναπέ και να βάζει τα γόνατά του κοντά στα γόνατά μου. Τα χέρια του προσγειώθηκαν στον κώλο μου και άρχισαν να τον χουφτώνουν.

- Απόψε θα γίνεις η πουτανίτσα μου και θα σε γαμήσω σαν κανονικό πουτανάκι (δυνατή σφαλιάρα στον κώλο) θα κάνεις ό,τι σου λέω εγώ (δυνατή σφαλιάρα στον κώλο) εγώ είμαι ο μπάτσος ο γαμιάς σου (δυνατή σφαλιάρα στον κώλο) και θα προσκυνάς την ψωλάρα μου που θα σε ξεσκίζει (δυνατή σφαλιάρα στον κώλο) έτσι Πόπη;

Στο Πόπη πήγα να αντιδράσω και σαν να το κατάλαβε, ξάπλωσε το κορμί του πάνω μου και έφερε το στόμα του στο αριστερό αυτί μου.

- Απόψε είσαι η Πόπη το πορνίδιο και θα βγάλουμε γούστα σωστά;…

μου είπε χωρίς να μπορώ να καταλάβω αν ρωτάει ή αν διατάζει, ενώ με το ένα του χέρι μου χούφτωσε το στήθος. Σε λίγο και με τα δυο του χέρια μου χούφτωνε το στήθος.

- Τι ωραίες βυζάρες που έχει η Πόπη μου! Γουστάρεις έτσι πουτανίτσα μου;… ρώτησε.

- Ναι…

είπα κάπως ξεψυχισμένα. Ένα πιο δυνατό ζούληγμα στο στήθος μου με έκανε να μπω για τα καλά στον ρόλο μου. Η πούτσα του Χρήστου είχε ήδη αρχίσει να ξυπνάει και να τη νιώθω στα μπούτια μου να σκληραίνει.

- Η Πόπη γουστάρει είπα. Αυτό μάλλον περίμενε για να ξεκινήσει.

Σηκώθηκε στα γόνατα, έπαιξε λίγο την πούτσα του και μου έριχνε μπινελίκια. Πολύ σύντομα άνοιξε τον κώλο μου.

- Τι έχει εδώ μέσα; Μουνάκι έχει ο κώλος σου;…

μου ‘πε και ένιωσα το καυτό του πουτσοκέφαλο στην τρυπούλα μου.

- Μίλα μωρή καργιόλα ξεκωλιάρα…

συνέχισε καθώς μου τον έχωνε μέσα αργά-αργά και βασανιστικά κάνοντάς με μόνο να αναστενάζω από καύλα.

- Πιάσαμε πάτο ξεκωλιάρα Ποπάρα με την κωλάρα…

είπε και ξάπλωσε το κορμί του πάνω μου βυθίζοντας την ψωλάρα του όσο πιο βαθιά μέσα μου μπορούσε να φτάσει. Ξεκίνησε ένα αργό γαμήσι με τη λεκάνη του να πηγαινοέρχεται και την πουτσάρα του να γαμάει αλύπητα αργά αλλά σταθερά την κωλοτρυπούλα μου, να βαριανασαίνει και να τον ακούω να με ρωτάει:

- Τι έχεις στο μουνάκι στον κώλο σου;

- Την αστυνομική ψωλάρα σου!

- Τι σου κάνει η αστυνομική ψωλάρα μου;

- Μου γαμάει τον κώλο.

- Και;…

- Μου ξεσκίζει τον κώλο

- Και;…

- Μου ξεσκίζει το μουνάκι που έχω στον κώλο μου!

- Ποια είσαι εσύ πουτανίτσα μου;

- Είμαι η Πόπη.

- Ποια Πόπη;

- Η Πόπη σου!

- Έτσι μπράβο πουτανίτσα μου… γουστάρεις που σου ξεχειλώνω το κωλομουνάκι μωρή ξεκωλιάρα;

- Ναι μωρό μου λιώνω, τρελαίνομαι!

- Μύριζε τις κάλτσες μου.

- …

- Έτσι… να νιώσεις ποιος είναι ο άντρας!

Συνέχισε να μου γαμάει την τρυπούλα και να μου τον βγάζει και να μου τον βάζει αργά και σταθερά τρελαίνοντάς με, παρ’ όλο που με είχε ξεφτιλίσει αρκετά. Κάποια στιγμή από την τριβή που είχε και η δικιά μου πούτσα στον καναπέ και από την καύλα, χωρίς να κάνω τίποτα, άρχισε να μην κρατιέται και έχυσε. Τα βογκητά μου μάλλον τα εξέλαβε ως ένδειξη καύλας μόνο από το γαμήσι που μου έκανε.

- Ανυπομονείς να εκτοξεύσω τα χύσια μου μέσα στο κωλομουνάκι σου; Θα σε γκαστρώσω σήμερα…

μου είπε και βάζοντας τα χέρια του στα βυζιά μου τα οποία ζουλούσε με απίστευτη δύναμη, ξεκίνησε να με γαμάει γρήγορα, άγρια και άγαρμπα, κάνοντάς με απ’ τη μια να πονάω κι απ’ την άλλη να νιώθω ότι γουστάρω κι ότι θέλω πιο άγρια κι όλο και πιο άγρια.

- Παρ’ τα όλα μέσα σου, σε γκαστρώνω ξεκωλιάρα Ποπάρα, παρ’ τα…

έλεγε καθώς έχυνε μέσα μου. Έπεσε ξέπνοος πάνω μου ενώ η πουτσάρα του ήταν ακόμα καυλωμένη όσο δεν περιγράφεται μέσα στον κώλο μου και τα χέρια του έπαιζαν με τις ρώγες μου.

Χαλαρώσαμε κι οι δυο λίγο και μετά σηκώθηκε, με έλυσε και όπως ήμουν μου είπε να πάμε στο μπάνιο. Εκεί με έβαλε να κάτσω οκλαδόν στη ντουζιέρα, μου έδεσε με το σχοινί το κάθε χέρι με το αντίθετο πόδι. Μου είπε να ανοίξω το στόμα και μου έβαλε τις κάλτσες του μέσα στο στόμα μου. Μια γεύση σαν αρμύρα γέμισε το στόμα μου. Με το ένα του χέρι μου έπιασε το κεφάλι απ’ τα μαλλιά και το σήκωσε και με το άλλο έπιασε την πούτσα του και άρχισε να με κατουράει. Από ένστικτο έκλεισα τα μάτια μου. Ένιωθα το καυτό του κάτουρο να πέφτει πάνω στο κεφάλι μου και να κυλάει σ’ όλο το σώμα μου σαν καυτή βροχή, στην πλάτη, στα χέρια, στο στήθος, στην κοιλιά, στα μπούτια, παντού γέμιζα με τα κάτουρα του. Πάνω από μισό λεπτό κατούραγε, αλλά το ένιωσα σαν αιώνα. Με έναν σαδιστικό αναστεναγμό "αχ…" έριξε και τις τελευταίες του σταγόνες και μπήκε κι αυτός στη ντουζιέρα τραβώντας την κουρτίνα.

Δε θυμάμαι πώς πλυθήκαμε, πώς με έλυσε, πώς έβγαλα τις βρώμικες κάλτσες του απ’ το στόμα μου, αλλά το μεσημέρι κοντά, ξυπνήσαμε στο κρεβάτι του, ζαλισμένοι, εγώ γυμνός κι αυτός φορώντας το πράσινο μποξεράκι που φόραγε και την πρώτη εκείνη φορά.

Συνεχίζεται…




Copyright protected OW ref: 170135