Το γαμήσι στο χωριό είναι αλλιώς

Δημοσιεύθηκε από nicosia-cy
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.70 (10 Votes)
Όταν ο Χάρης εισηγήθηκε να μείνουμε για λίγες μέρες στο πατρικό του σκέφτηκα ότι είναι πολύ καλή ιδέα. Πάμε από την αρχή. Όπως σας εξήγησα ξανά, ο Χάρης είναι ο γιος του πατριού μου. Γεννήθηκε στην Λευκωσία αλλά όλα τα καλοκαίρια έμενε στο χωριό του πατέρα του με την γιαγιά και τον παππού. Ένα πανέμορφο χωριό που συνδυάζει θάλασσα και βουνό αλλά αρκετά απομακρυσμένο. Ακόμα και τώρα που φύγανε ο παππούς και η γιαγιά, ο Χάρης επιστρέφει συχνά εκεί για να συναντήσει τις παιδικές του αναμνήσεις αλλά και τους νεαρούς φίλους του που περνούσαν μαζί τα καλοκαίρια.

Με το Χάρη, όπως ίσως θυμάστε, είμαι ερωτευμένος αλλά αυτός θεωρεί τον εαυτό του ετεροφυλόφιλο και όταν με γαμάει με γαμάει γιατί είναι άντρας και εγώ πούστης.

- Δεν πάμε για λίγες μέρες στο χωριό να σε γαμώ χωρίς ενοχλήσεις ούτε από τον πατέρα μου αλλά ούτε κι’ από τον αδελφό σου;…

πρότεινε και εμένα η καρδιά μου σκίρτησε. Δεν είχα βέβαια ψευδαισθήσεις. Ξέρω ότι το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να τον ικανοποιώ με το στόμα μου ή το κωλαράκι μου μέχρι να χύσει. Θα τον έχω όμως συνέχεια για λίγες έστω μέρες μαζί μου. Οπότε φυσικά και δέχτηκα.

Το σπίτι μύριζε κλεισούρα αλλά μόλις το ανοίξαμε και μπήκανε μέσα οι μυρωδιές του καλοκαιριού, όλα φαίνονταν τέλεια. Έτσι, αφού τακτοποιήσαμε όλα όσα ψωνίσαμε στο ψυγείο και στα ερμάρια, αποφασίσαμε να κάνουμε μια βόλτα στο χωριό. Εγώ ήμουν πολύ χαρούμενος – και ερωτευμένος ίσως – που θα ζούσαμε λίγες μέρες με τον Χάρη σαν ζευγάρι. Αυτός βέβαια δεν αισθανόταν το ίδιο. Μου έκανε κήρυγμα να μην τον κάνω ρεζίλι, να μην κουνιέμαι – δεν κουνιέμαι – να μην κουνώ τα χέρια μου, να φέρομαι σαν άντρας.

Περιηγηθήκαμε στο χωριό. Ο Χάρης γνώριζε σχεδόν τους πάντες γιατί μπορεί να μη μεγάλωσε εδώ αλλά και τα καλοκαίρια και για όσο διάστημα ήταν κλειστά τα σχολεία, βρισκόταν εδώ. Μας σταματούσαν λοιπόν για να του πούν καλώς όρισε και να ρωτήσουν και για τον πατέρα του. Εμένα με σύστηνε σαν τον γιο της γυναίκας του πατέρα του. Το χωριό είναι πολύ όμορφο και μικρό. Έτσι βρεθήκαμε να περπατάμε προς τα περιβόλια του χωριού. Καταπράσινα φορτωμένα καρπούς. Ερημιά σκέφτηκα και ήθελα να του πάρω μια πίπα εκεί ανάμεσα στα δέντρα. Άρχισα να τον πειράζω, να τον χαϊδεύω, να του δίδω πεταχτά φιλάκια και να του πιάνω το πούτσο. Αυτός καύλωσε αλλά μου είπε να κάτσω φρόνιμα γιατί μπορεί κάποιος να μας δει. Ακράτητος όμως εγώ, γονάτισα, άνοιξα το παντελόνι του και έβγαλα έξω το σκληρό του καυλί. Δεν αντιστάθηκε. Αυτός όρθιος ανάμεσα στα δέντρα με μια αγωνία μπας και κάποιος μας δει και εγώ γονατισμένος μπροστά του να του κάνω το καλύτερο τσιμπούκι που του έκανα ποτέ. Είχε ανάψει για τα καλά αλλά ένας θόρυβος τον τρόμαξε. Τραβήχτηκε πίσω, έβαλε το καυλί του γρήγορα-γρήγορα μέσα στο παντελόνι του και με τράβηξε να σηκωθώ. Μόλις που πρόφτασα να σηκωθώ όταν εμφανίστηκαν δύο νεαροί μπροστά μας.

- Χάρη εσύ είσαι μωρέ; Καλώς ήρθες στο χωριό μας. Πως και μας θυμήθηκες του είπανε και σφίξανε χαρούμενοι τα χέρια.

- Να μωρέ, μόλις ήρθαμε και είπαμε να κάνουμε μια βόλτα στα περιβόλια.

- Καλά κάνετε. Το παλικαράκι είναι μαζί σου;…

ρωτήσανε και με ελέγχανε από πάνω μέχρι κάτω.

- Ναι μαζί μου είναι. Είναι ο γιος της γυναίκας του πατέρα μου. Εσείς πως είστε;… άλλαξε κουβέντα.

- Όπως τα ήξερες. Στα περιβόλια όλη μέρα και τίποτα άλλο. Εδώ στο χωριό τι να κάνεις; Δεν είναι όπως εσάς στην πόλη. Συνεχίστε την βόλτα σας και κόψτε ότι φρούτα θέλετε. Θες να βρεθούμε η παλιό παρέα το βραδάκι;

- Βέβαια. Για να σας δω ήρθα άλλωστε. Περάστε από το σπίτι. Θα είμαι εκεί με τις μπύρες να σας περιμένω.

Μείναμε μόνοι μας. Ο Χάρης άλλαξε αμέσως. Έγινε κακότροπος και απότομος.

- Είδες τι πάθαμε με τις ανοησίες σου; Ελπίζω να μην είδαν τίποτα. Ελπίζω να μην κατάλαβαν τίποτα.

Είχε δίκαιο. Έσκυψα το κεφάλι και δε μίλησα. Ξεκίνησε να περπατά προς το χωριό και εγώ τον ακολουθούσα σχεδόν τρέχοντας ξοπίσω του. Φτάνοντας στο σπίτι και ασφαλείς πια ανάμεσα στου τοίχους, προσπάθησα να ελαφρύνω το κλίμα συνεχίζοντας από εκεί που μείναμε όταν έξαλλος μου άστραψε ένα γερό χαστούκι σπρώχνοντάς με προς τα πίσω.

- Το μυαλό σου είναι μόνο στον πούτσο. Πουτάνα…

μου είπε και εγώ ήμουν πεσμένος στο έδαφος όταν γονάτισε δίπλα μου κτυπώντας με πότε με τα χέρια και πότε με τα πόδια βρίζοντάς με. Προσπάθησα να αμυνθώ και καταλήξαμε να παλεύουμε μαζί. Δεν κατάλαβα αλλά όλη αυτή η βία και η πάλη νομίζω ότι τον άναψαν για τα καλά. Με αρπάζει βίαια από τα μαλλιά και μου χώνει τον σκληρό πούτσο του στο στόμα μέχρι το τέρμα. Πνίγομαι, βήχω, δε μπορώ να αναπνεύσω αλλά καθόλου δεν τον νοιάζει. Συνεχίζει να με βρίζει και να με χτυπά στο πρόσωπο ενώ όλο το καυλί του είναι βαθιά στο στόμα μου. Μετά με γυρνά, μου τραβά την βερμούδα και το σλιπάκι και χώνει τον πούτσο του μέσα μου με τέτοια δύναμη που νόμιζα ότι με έκοψε στα δύο.

- Πάρε τον όλο αφού σ’ αρέσει τόσο βρωμοπούστη…

μου είπε και με βίασε κρατώντας το στόμα μου να μην ακούγομαι. Έχυσε γρήγορα μέσα μου. Βγήκε αμέσως, με έφτυσε στα μούτρα, σηκώθηκε και μου έδωσε και μια κλωτσιά.

- Μαλακισμένε πούστη. Πρόσεξε καημένε μου να μην καταλάβει κανείς τίποτα γιατί θα σε σκοτώσω…

με απείλησε και έφυγε από το δωμάτιο. Εγώ έμεινα εκεί να στάζουν τα χύσια του από τον κώλο μου με το ένα μου μάτι ήδη να μελανιάζει. Έκλαψα γιατί αλλιώς ονειρευόμουν την ολιγοήμερη διαμονή μας στο χωριό.

Το βραδάκι φυσούσε ένα δροσερό αεράκι από την θάλασσα όταν ήρθαν τέσσερεις νεαροί. Οι δύο ήταν αυτοί που βρήκαμε στα περιβόλια. Οι άλλοι δύο φαινόντουσαν καθαρά ότι ήταν όλοι φίλοι. Και μάλιστα καλοί φίλοι. Αγκαλιαστήκαν με το Χάρη και τον καλωσόρισαν στο χωριό. Με σύστησε μάλλον απρόθυμα και με διέταξε να φέρω μπύρες και μεζεδάκια. Πήγα στην κουζίνα και τους άκουγα να γελάνε και να ανταλλάσουν αναμνήσεις. Επέστρεψα στο σαλόνι με μπουκάλια μπύρες, παγωμένα ποτήρια και ένα δίσκο με κομμένο χαλούμι, λούντζα, ντομάτα και αγγουράκι και ότι άλλο βρήκα στο ψυγείο.

- Τι έπαθε το μάτι σου;…

με ρώτησε ο ένας από τους νεαρούς την ώρα που του έδιδα το ποτήρι. Χαμήλωσα το βλέμμα και δεν απάντησα.

- Τίποτα μωρέ. Παραπάτησε κάπου και κτύπησε. Τίποτα σοβαρό…

πετάχτηκε ο Χάρης παρουσιάζοντάς το σαν κάτι ανάλαφρο και ανάξιο λόγου.

Το βράδυ κυλούσε όμορφα. Τα παιδιά χαλαρώσανε, πίνανε τις μπύρες τους και λέγανε ιστορίες παλιές αλλά και πως περνάνε τώρα. Η ώρα είχε προχωρήσει οπότε σηκώθηκα, είπα καληνύχτα και πήγα στο δωμάτιο μου. Έβγαλα τα ρούχα μου – κοιμάμαι γυμνός – και ξάπλωσα μπρούμυτα χωρίς να σκεπαστώ. Άκουγα από μέσα το χαρούμενό τους τιτίβισμα και τα γελάκια τους. Αυτό με νανούριζε και μια και ήμουν κουρασμένος, τα βλέφαρά μου βαρύνανε και ένας γλυκός ύπνος με πήρε αγκαλιά. Δεν πρέπει να πέρασε πολύ ώρα όταν ξύπνησα απότομα από μια επίθεση. Κάποιος ξάπλωσε πάνω μου κλείνοντας με το χέρι του το στόμα μου και ψιθυρίζοντας δίπλα στο αυτί μου.

- Μην βγάλεις κιχ… Ο Χάρης σε γαμάει; Και μη μου πεις ψέματα. Σας είδαμε εκεί στα περιβόλια που του έκανες πίπα.

Μας είδαν! Τι μπορούσα να κάνω; Έγνεψα λοιπόν ναι μιας και δεν μπορούσα να μιλήσω αφού με την παλάμη του μου κρατούσε κλειστό το στόμα. Άρχισε να τρίβεται πάνω μου, να μου πιάνει με το ελεύθερό του χέρι τον κώλο, να μου πιπιλά το αυτί και να μου γλείφει το μάγουλο.

- Θα σε γαμήσω και θα φύγω. Δε χρειάζεται να μάθει κανείς τίποτα…

μου είπε και σηκώνοντας την λεκάνη του από το κώλο μου, άκουσα το φερμουάρ του να ανοίγει και ένοιωσα το σκληρό του πούτσο πάνω στο δέρμα μου. Ξάπλωσε ξανά πάνω μου με τον πούτσο του ανάμεσα στα κωλομέρια μου και άρχισε να τρίβεται μια προς και μια πίσω ενώ εξακολουθούσε να μου δαγκώνει τ’ αυτί και να μου λέει πόσο θέλει να με γαμήσει. Αυτό κράτησε για αρκετά λεπτά και μετά ένοιωσα την άκρη του πούτσου του να σπρώχνει την κωλοτρυπίδα θέλοντας να μπει μέσα. Δυσκολευόταν γιατί εγώ έσφιγγα τους μυς μου και δεν άφηνα την τρυπούλα μου να μου την παραβιάσει αυτός ο άγνωστος.

- Χαλάρωσε για να μην πονέσεις…

μου είπε, έφτυσε στη φούχτα του, σάλιωσε τον πούτσο του και με μία μόνο κίνηση μπήκε μέσα μου μέχρι τέρμα. Τέντωσα το κορμί μου σχηματίζοντας τόξο ενστικτωδώς από τον πόνο. Αυτός το κατάλαβε και δεν κουνήθηκε για λίγο μέχρι να συνηθίσω τον πούτσο του βαθιά στο κωλαράκι μου. Για λίγο μόνο. Μετά άρχισε να σπρώχνει μπροστά και πίσω τη λεκάνη του, στην αρχή σιγά-σιγά και μετά όλο και πιο γρήγορα μέχρι που μου την έχωσε όλη και άρχισε να χύνει ποτάμια χύσια που τα ένοιωθα να κυλάνε μέσα μου. Έπεσε αποκαμωμένος πάνω μου κρατώντας μου ακόμα το στόμα και προσπαθώντας να ανακτήσει την αναπνοή του.

- Τσιμουδιά…

μου ψιθύρισε, βγήκε από μέσα μου, σηκώθηκε από πάνω μου και όπως ξαφνικά ήρθε εξαφανίστηκε. Εγώ έμεινα παγωμένος εκεί με το ξεσκισμένο κωλαράκι μου και το σπέρμα του μέσα μου να αναρωτιέμαι ποιος από τους δυο ήταν.

Η επόμενη μέρα κύλησε χαλαρά. Βόλτες, σεξ, μπάνιο στη θάλασσα, φαγητό δίπλα στο κύμα και σεξ και σεξ και σεξ. Ο Χάρης ήταν σε πολύ καλή διάθεση και πιο ερωτικός από ποτέ. Φυσικά δεν του είπα κουβέντα για την χθεσινοβραδινή επίσκεψη του φίλου του στο κρεβάτι μου. Όταν αργά το απόγευμα επιστρέψαμε σπίτι, μου ανακοίνωσε ότι και απόψε θα έρθει η παρέα του. Δεν προλάβαμε να κάνουμε μπάνιο και ήρθα και οι τέσσερεις μαζί όπως χθες μόνο που ήρθαν πιο νωρίς. Ήρθαν φορτωμένοι με σακούλες με διάφορα ζαρζαβατικά και φρούτα που μάζεψαν από τα χωράφια τους και μας τα έφεραν πεσκέσι. Τότε ήταν που πρόσεξα πόσο γελαστά πλάσματα ήταν. Πανέμορφα, καθαρά, γελαστά πρόσωπα. Πάνω σ’ αυτά τα πρόσωπα γελούσανε τα πάντα. Τα μάτια, τα χείλη, το πρόσωπο ολόκληρο. Και τα κορμιά τους στητά και όμορφα. Ψηλά, στιβαρά, με υπέροχο στέρνο, μεγάλα χέρια και μεγάλες αγκαλιές. Ανέμελα άτομα που ξέρανε να χωρατεύουν λες και δεν είχανε άλλες έγνοιες. Μιλούσαν δυνατά, γελούσαν δυνατά. Ο Χάρης μου είπε να πάρω τα καλούδια από τα χέρια τους και να φέρω κρύες μπύρες. Μέχρι να πάω και να έρθω, αυτοί καθίσανε άνετα στους καναπέδες και χωράτευαν ο ένας τον άλλο. Ακόμα κι ο Χάρης φαινόταν να περνά ωραία με τους φίλους του. Μέχρι που η κουβέντα γύρισε στις αγαμίες τους και πόσο δύσκολα είναι να γαμήσουν στο χωριό. Και τότε ο ένας από τα παιδιά ρώτησε.

- Ρε συ Χάρη, εσύ το κανονίζεις αυτό το παλικαράκι;

- Πάγαινε και περίμενε με στην κουζίνα μου είπε ο Χάρης. Υπάκουσα βέβαια. Πήγα στην κουζίνα και όσο κι αν προσπαθούσα δεν μπόρεσα να ακούσω τίποτα. Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να έρθει να με βρει ο Χάρης.

- Προφανώς μας είδαν όταν μου έπαιρνες πίπα χθες στα περιβόλια. Αλλά είναι ξηγημένα παιδιά και επιπλέον στερημένα. Όλο μαλακία τραβάνε όλη μέρα. Ή γαμάνε ότι βρούνε. Θα πας λοιπόν να αλλάξεις. Θα φορέσεις εκείνο το hot pants που σου αφήνει το μισό κωλαράκι έξω και σου τονίζει το άλλο μισό. Θα φορέσεις κι ένα κοντό φακελάκι που σου αφήνει την μέση γυμνή και θα κάνεις ότι θέλουν οι φίλοι μου. Ότι θέλουν όμως. Τράβα λοιπόν άλλαξε και έλα 'δω να σε τσεκάρω.

Πήγα και άλλαξα και επέστρεψα στη κουζίνα που με περίμενε.

- Θα πας εκεί, θα γονατίσεις στα τέσσερα μπροστά από τον πρώτο που κάθεται αριστερά, θα χωθείς στα σκέλια του και θα του κάνεις την καλύτερη πίπα που του κάνανε ποτέ. Κι’ αυτό θα το κάνεις σε όλους. Σύμφωνοι;

Μπήκα προκλητικά στο σαλόνι. Οι κουβέντες κόπηκαν απότομα και τα μάτια τους πετάχτηκαν έξω από τις κόγχες τους βλέποντάς με να μπαίνω με το πολύ σέξι σορτσάκι στο σαλόνι. Πίσω μου ακολουθούσε ο Χάρης.

- Με ρωτήσατε αν τον γαμώ. Πέστε μου εσείς…

είπε και μου άρπαξε το πρόσωπο από τα μάγουλα αναγκάζοντας με να σουφρώσω.

- Δεν θα θέλατε εσείς αυτά τα χειλάκια να τυλιχτούν γύρω από τον πούτσο σας; Και αυτό το κωλαράκι, δε θα θέλατε να το γαμήσετε;…

είπε και με δίπλωσε στα δύο για να δούνε το κώλο μου. Τράβηξε το μικροσκοπικό σορτσάκι στο πλάι και βρήκε την τρυπούλα μου χώνοντας τον αντίχειρά του μέσα.

- Αυτός είναι το δικό μου δώρο λοιπόν σε σας. Κάντε τον ότι θέλετε. Άρχισε από τον Άγγελο…

μου είπε και με έσπρωξε μπροστά σε ένα από τους νεαρούς. Κανείς δεν έβγαλε άχνα. Στάθηκα μπροστά από τον πρώτο αριστερά, γονάτισα μπροστά του, πήρα τα γόνατά του και τα τράβηξα κάνοντας χώρο ανάμεσα στα σκέλια του για να χωρέσω κι εγώ και έπεσα με τα μούτρα στον πούτσο του. Η πρώτη αντίδραση ήταν έκπληξη και παγωμάρα. Γρήγορα όμως γέλασε δυνατά και πίεσε με τα χέρια του το κεφάλι μου στο πούτσο του τρίβοντάς το και νοιώθοντας το να καυλώνει και να γίνεται τεράστιο. Άρχισαν τα αστεία και τα πειράγματα ενώ εγώ άρχισα να ασχολούμαι με το πούτσο του. Ο Χάρης έκατσε σε μια πολυθρόνα απέναντι και παρατηρούσε με ενδιαφέρον θαυμάζοντας το κωλαράκι μου που βγήκε όλο έξω σχεδόν μια και το σορτσάκι εξαφανίστηκε στην χαραμάδα του κώλου μου. Μόλις άγγιξα το πουτσοκέφαλο με την άκρη της γλωσσίτσας μου, αμέσως τρελάθηκε από καύλα. Έγειρε πίσω το κεφάλι του, έκλεισε τα μάτια και οι έβγαζε μουγκρίσματα ευχαρίστησης. Για πολύ ώρα.

- Είναι καλός ρε;…

ρώτησε κάποιος – δεν είδα καν ποιος γιατί ήμουν πολύ απασχολημένος.

- Το καλύτερο τσιμπούκι που μου έκανε ποτέ κάποιος… απάντησε λιγωμένος.

- Πως ξέρεις ότι είναι ρε το καλύτερο; Αφού είναι το πρώτο σου τσιμπούκι. Το πολύ-πολύ να γαμήσουμε καμιά κατσίκα σ’ αυτό το χωριό…

είπε κάποιος άλλος και γελάσανε. Δεν κατάλαβα αν το εννοούσαν ή απλά τον ειρωνεύονταν. Λίγο όμως με ένοιαζε γιατί το καυλί του ήταν υπέροχα χορταστικό και τ’ αρχίδια του βαριά, γεμάτα σπέρμα. Η μυρωδιά έντονη αντρική. Ιδρώτας και κάτουρο μια και ήρθαν κατευθείαν από τα περβόλια. Έγλειφα λαίμαργα, πότε απαλά και γλυκά χρησιμοποιώντας τη γλώσσα μου και πότε άγρια και σκληρά χώνοντας το πούτσο του όλο στο στόμα μου. Η ικανοποίηση η δική μου ήταν να βλέπω στο πρόσωπό του την ηδονή. Την καύλα. Οι υπόλοιποι έβλεπαν, αστειεύονταν και έτριβαν τον δικό τους πούτσο ξέροντας τι θα ακολουθούσε. Τα κινητά βγήκαν πάνω κι’ άρχισαν να απαθανατίζουν τις στιγμές.

- Ρε σεις, θα με κάψετε αντίδρασε ο Χάρης.

- Μη φοβάσαι ρε. Να μην έχουμε ένα αναμνηστικό βίντεο; Μια φωτογραφία; Εξάλλου είναι για όταν θα τραβούμε μαλακία τις κρύες νύχτες του χειμώνα…

είπε κάποιος. Άδικα αντίδρασε ο Χάρης. Έτσι κι αλλιώς κυκλοφορούν πολλά βίντεο και φωτογραφίες με μένα να γαμιέμαι.

- Καλά, κάντε ότι θέλετε αλλά μην αρχίσετε να τα στέλνετε απ’ εδώ κι απ’ εκεί…

και δίδοντάς μου ένα σκαμπίλι στο κωλαράκι μου είπε να πάω στον επόμενο.

- Ακόμα βρε να χύσω… διαμαρτυρήθηκε αυτός που τον πίπωνα.

- Μην ανησυχείς. Θα κάνει το γύρο και θα ξανάρθει κοντά σου.

Πήγα λοιπόν στον επόμενο. Αυτός καθόταν ήδη με τον καυλωμένο πούτσο στο χέρι, τα παντελόνια μέχρι τους αστραγάλους κι εγώ συρόμενος στα τέσσερα μπήκα ανάμεσα στα μπούτια του και άρχισα να γλείφω με λαιμαργία. Ξετρελάθηκε. Ξαφνικά σηκώθηκε πάνω με άρπαξε και με ανάγκασε να σηκωθώ κι’ εγώ. Με έσφιξε πάνω του χώνοντας την γλώσσα του στο στόμα μου. Μετά πήρε το κεφάλι μου και το έβαλε κάτω από την μασχάλη του. Εγώ έγλειφα και έπαιρνα βαθιές ανάσες μυρίζοντας την ιδρωμένη μασχάλη. Με άρπαξε από τα μαλλιά, μου τράβηξε το κεφάλι προς τα πίσω και έφτυσε στο στόμα μου.

- Γονάτισε τώρα και γλείψε τον πούτσο μου…

μου είπε και εγώ για άλλη μια φορά βρέθηκα στα γόνατα. Ανυπόμονος αυτός άρπαξε και πάλι το κεφάλι μου καρφώνοντας το σκληρό μεγάλο καυλί του στο λαιμό μου. Μου γαμούσε το πρόσωπο έτσι για κάμποση ώρα μέχρι που λίγο πριν χύσει με έσπρωξε στον επόμενο. Καθόταν αυτός χαλαρά στον καναπέ και την έπαιζε. Ήταν πιο χοντρή απ’ όλους εκεί, με αρχίδια μεγάλα να κρέμονται γεμάτα σπέρμα, αρκετά τριχωτός. Τρύπωσα ανάμεσα στα πόδια του και την πήρα όλη μέσα στο στόμα μου. Όλη όμως. Ένα ευχάριστο μικρό σοκ το έπαθε. Σήκωνε την λεκάνη του από τον καναπέ για να μου την χώσει στο στόμα όσο μπορούσε περισσότερο. Για πολλή ώρα με γαμούσε με αυτό τον τρόπο μέχρι που με άρπαξε από τα μαλλιά και ανασηκώνοντάς το, με έφτυσε στα μούτρα.

- Τώρα γλείψε μου τα αρχίδια…

με διέταξε. Και αυτό έκανα. Για κάμποση ώρα ήμουν ανάμεσα στα σκέλια του και έγλειφα πότε το χοντρό πούτσο του και τα εντυπωσιακά αρχίδια του. Αυτός έκλεισε τα μάτια και σφάδαζε από ηδονή πότε αφήνοντάς με να κάνω ότι θέλω και πότε αρπάζοντας το κεφάλι μου για να το καρφώσει όλο στο παλούκι του.

- Η σειρά του Ρένου τώρα…

μου είπε και με έσπρωξε να πάω δίπλα στο παίδαρο που περίμενε παίζοντας τον όμορφο πούτσο του. Μόλις άγγιξα την γλώσσα μου στο πουτσοκέφαλό του ανατρίχιασε από ηδονή ολόκληρος. Το πάθος ξεχείλιζε από αυτό το αγόρι που ώρες-ώρες ήταν πολύ παθιασμένος και ώρες-ώρες σχεδόν τρυφερός. Αφού του έγλειψα τον πούτσο και τ’ αρχίδια για αρκετή ώρα και είχε φτάσει στα πρόθυρα να χύσει, με έσπρωξε προς τα πίσω ρωτώντας το Χάρη.

- Ρε συ Χάρη, θέλω να τον γαμήσω. Με καύλωσε τρομερά. Σε πειράζει ρε;

- Μπορείς να κάνεις ότι θες. Τον έφερα εδώ πάνω δώρο για εσάς τους στερημένους…

γέλασε απαντώντας του. Ο Ρένος μου έπιασε το χέρι και με τράβηξε προς το υπνοδωμάτιο. Τότε αντίδρασε ο Παύλος.

- Ε όχι ρε. Αν θες να γαμήσεις, θα το κάνεις εδώ. Μπροστά μας. Ντρέπεσαι;

- Τι να ντραπώ. Θέλετε εδώ; Ε τότε θα τον γαμήσω εδώ. Μπροστά σας.

Με έβαλε να καθίσω στο χαλί κάτω, μου έβγαλε το σορτσάκι και το στρινγκάκι και με έσπρωξε για να ξαπλώσω στην πλάτη μου. Γονάτισε ανάμεσα στα λυγισμένα πόδια μου, έφτυσε στην παλάμη του και σάλιωσε το σκληρό του όργανο. Το πήρε και το οδήγησε στην άκρη της τρυπούλας μου ενώ έγερνε πάνω στο κορμό μου. Έγειρε τόσο όσο τα χείλη του να είναι δίπλα στο αυτί μου.

- Σου θυμίζει κάτι αυτός ο πούτσος;…

ψιθύρισε μπαίνοντας με μια σπρωξιά μέσα μου. Φώναξα από τον πόνο αλλά αυτή τη φορά δεν μου έκλεισε το στόμα για να μην ακούγομαι. Όπως καταλάβατε, ο Ρένος ήταν αυτός που με γάμησε το προηγούμενο βράδυ. Άρχισε να μπαινοβγαίνει μέσα μου με δυνατές κοφτές σπρωξιές μέχρι που έχυσε βγάζοντας άναρθρες φωνές που έσμιγαν με τις δικές μου. Οι άλλοι φρενιάσανε. Άλλοι μου τον έχωναν στο στόμα κι’ άλλοι στο κωλαράκι. Όλοι όμως με έχυσαν και στο στόμα και στο κωλαράκι. Κι όχι μια φορά. Μέχρι και τα αγγούρια και τις μελιτζάνες που έφεραν σαν πεσκέσι τα χρησιμοποίησαν ανοίγοντάς μου την τρυπούλα.

Πριν φύγουν, τα ξημερώματα, ικανοποιημένοι πια, ο Χάρης τους πληροφόρησε ότι θα φεύγαμε την επομένη, αλλά τελικά θα έφευγε μόνος του και θα με άφηνε μαζί τους για να με χορτάσουν μέχρι την Κυριακή που θα επιστρέψει για να με μαζέψει.

- Το νου σας όμως τομάρια να μην το μάθει όλο το χωριό και να γίνουμε ρεζίλι…

τους ανακοίνωσε και εγώ έμεινα να τον κοιτώ που έπαιρνε αποφάσεις για μένα χωρίς να με ρωτήσει. Δεν είπα τίποτα όμως γιατί σκέφτηκα ότι δεν περνώ και άσχημα και επιπλέον θα ησυχάσω για λίγες μέρες στο χωριό. Όταν φύγανε πια όλοι ο Χάρης με οδήγησε στο υπνοδωμάτιο και σχεδόν με βίασε άγρια.

- Δε μπορείς να φανταστείς πόσο καύλωσα που σε έβλεπα να σε εξευτελίζουν και να σε γαμούν οι φίλοι μου. Ήταν όπως σε γαμούσε ο αδελφός σου ο Φάνης κι εγώ έβλεπα και καύλωνα…

μου είπε ενώ με γαμούσε με δύναμη όπως δεν με γάμησε ποτέ προηγουμένως. Την επομένη έφυγε και μ’ άφησε μόνο μου στο σπίτι. Τα παιδιά περνούσαν όταν είχαν ελεύθερη ώρα, είτε μόνοι τους είτε με παρέα. Η πόρτα του σπιτιού ήταν πάντα ξεκλείδωτη γιατί ποτέ δεν ήξερες πότε κάποιος θα είχε καύλες. Και είχαν συνέχεια. Καύλες για πίπες, καύλες για άγρια γαμήσια. Με γαμούσαν παντού σε όλα τα μέρη του σπιτιού, πότε με κάποιους να βλέπου και να σχολιάζουν, πότε μιλώντας για χιλιάδες άλλα πράγματα ενώ εγώ τους έγλειφα από πάνω μέχρι κάτω. Ακόμα και αργά το βράδυ όταν κοιμόμουν κάποιος θα ερχόταν χωρίς καν να καταλάβω ποιος είναι, ξάπλωνε πάνω μου, με γαμούσε, έχυνε και έφευγε. Μετά ξεθαρρέψανε και φέρανε κι’ άλλους φίλους τους κι άλλους χωριανούς τους και πειραματίζονταν πότε με δύο πούτσους ταυτόχρονα στον κώλο, πότε ποτίζοντάς με το κάτουρο τους, πότε δοκιμάζοντας καινούργιες στάσεις. Τα έκανα όλα μαζί τους. Φυσικά όλο το χωριό ήξερε για μένα και το σπίτι των οργίων.

Την Κυριακή, όπως το είπε, γύρισε ο Χάρης. Τελευταία νύχτα για τους φίλους του. Όταν φύγανε και θέλησε να με γαμήσει, ξίνισε.

- Τι έγινε Νικολάκη; Τα παλιόπαιδα σου κάνανε το κωλαράκι σαν πηγάδι. Πόσο πούτσο έφαγες; Αυτοί σου ξεχείλωσαν το κωλαράκι. Πουτσαράδες τα φιλαράκια μου και αχόρταγοι. Πέρασες καλά;

- Ναι πέρασα ωραία. Να ξανάρθουμε… του αντιγύρισα.

Φύγαμε το επόμενο πρωί. Από τότε όμως, όποτε βρίσκουμε ευκαιρία ερχόμαστε και εξυπηρετώ όλους τους άντρες του χωριού που δεν έχουν γυναίκα.




Copyright protected OW ref: 169908