Ο πρώτος του (1ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.71 (7 Votes)
Αν κάτι πάντοτε με εκνεύριζε αυτό ήταν η αδιακρισία, η παραβίαση του προσωπικό μου χώρου, των προσωπικών δεδομένων και γενικότερα η οποιαδήποτε τύπου εισβολή στη ζωή μου. Από τότε του ξεκίνησα να εργάζομαι στον εκδοτικό οίκο τα είχα όλα οργανωμένα, μεγάλος οπαδός της τάξης και της ασφάλειας, φρόντιζα τα έγγραφα και οι σχέσεις μου να είναι τακτοποιημένες σε μια σειρά κάτι που μου επέτρεπε να εργάζομαι και να αποδίδω καλύτερα και ασφαλώς να διατηρώ μια ικανοποιητική κοινωνικότητα με τους συνεργάτες μου, αποφεύγοντας τις πολλές λεπτομέρειες για την προσωπική μου ζωή. Έτσι, ενώ οι συνάδελφοί μου αρεσκόταν στο να εξιστορούν γλαφυρά τις ερωτικές τους ατασθαλίες στα μεσημεριανά διαλλείματα η δική μου φήμη απαρτιζόταν από ένα σύννεφο μυστηρίου και μια δόση απόμακρου σεβασμού.

Ήμουν αφοσιωμένος στην δουλειά μου, ερωτευμένος θα έλεγε κανείς, σε σημείο που στα 33 μου χρόνια είχα αμελήσει πλήρως τους κοινωνικούς μου κύκλους, πόσο μάλλον τους ερωτικούς και οι σχέσεις μου περιορίζονταν σχεδόν αυστηρά στον εργασιακό μου χώρο. Κάθε πρωί κατέφτανα με μια κούπα καφέ και τα γυαλιά μου στερεωμένα άτσαλα στη μύτη μου, τα μανίκια του πουκαμίσου μου ανεβασμένα, μιας και συνήθιζα να λερώνομαι παντού με πιτσιλιές απ' τον καφέ, τα μαλλιά μου πιασμένα μια μικρή χαμηλή αλογοουρά για να μη με εμποδίζουν και ένα χαμόγελο ικανοποίησης στο περίπου ξυρισμένο μου πρόσωπο που λαμπάδιαζε όποιον είχε σκοπό να μου χαλάσει το πρωινό στο γραφείο. Άνοιγα τον υπολογιστή μου, τακτοποιούσα τους φακέλους μου και ξεκινούσα τη δουλειά μου απερίσπαστος, δεδομένου ότι όλοι στον τομέα μου γνώριζαν καλά τον χρυσό κανόνα: ΔΕΝ διακόπτουμε το Δημήτρη όταν εργάζεται.

Έτσι οι μέρες μου κυλούσαν φιλήσυχα, μέσα σε μια ισορροπημένη ρουτίνα που όσο ικανοποιούσε εμένα άλλο τόσο προκαλούσε άγχος στους γύρω μου. Εκείνο το μοιραίο πρωινό της Δευτέρας ωστόσο, έμελε να αναταράξει για τα καλά την ηρεμία μου που με τόσο κόπο είχα κατορθώσει να εξασφαλίσω μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς και αφοσίωσης. Μπαίνοντας στο γραφείο μια γνώριμη μυρωδιά ιδρώτα τρύπησε τα ρουθούνια μου και λέω γνώριμη γιατί κάθε Γενάρη τέτοια μέρα γινόταν το σώσε από κόσμο στον όροφο των αξιολογήσεων. Ήταν η περίοδος εισαγωγής των ασκούμενων και απ' όσο γνώριζα κάθε επόπτης είχε χρέος να αναλάβει μια ξενάγηση σε όλο το κτήριο και τις ειδικότητες. Προτού προλάβω να ζητήσω διευκρίνηση σχετικά με τη βαβούρα που επικρατούσε έξω απ τον τομέα μου συγκεκριμένα η υπεύθυνη τμήματος, η Λένα στράφηκε κατά πάνω μου με φόρα σπρώχνοντας ένα κλειστό ντοσιέ στο στέρνο μου λαχανιάζοντας σπασμωδικά.

– Έχεις δουλειά… μου ανακοίνωσε αφού βρήκε την ανάσα της.

– Πάντα δεν έχω; Ρώτησα κάπως περιπαιχτικά.

– Άσε τις εξυπνάδες και κουνήσου, αναλαμβάνεις πόστο εκπαίδευσης ασκουμένων απόψε!

Καρφώθηκα στο πάτωμα σαν στήλη άλατος μεταφέροντας το βλέμμα μου στο ντοσιέ που μου έδωσε.

– Θα αστειεύεσαι, δεν έχω χρόνο να ασχολούμαι με πιτσιρίκια, έχω σημαντική δουλειά να κάνω, ποίος θα αναλάβει τις αξιολογήσεις των νέων συγγραφικών αποστολών; Είμαι μόνος μου θυμάσαι;

Η Λένα χτυπούσε νευρικά το τακούνι της στο πάτωμα κάτω από το εκνευρισμένο μου βλέμμα δίχως να απαντάει στις ερωτήσεις μου κάτι που κόντευε να με τρελάνει.

– Το μόνο που ξέρω είναι ότι έχουμε πολύ κόσμο και όλοι πρέπει να αναλάβουμε κάποιον, απλά βάλε τους να αρχειοθετήσουν η κάτι, ποσώς με ενδιαφέρει…

είπε τελικά και με την ίδια σπαστική νευρικότητα κατευθύνθηκε προς το πλήθος αφήνοντας με εντελώς χαμένο και τελείως μα τελείως μπριζομένο. Αμίλητος και σφιγμένος κατευθύνθηκα προς το γραφείο μου αγνοώντας πλήρως όποιον έβρισκα στο δρόμο μου και χτύπησα την πόρτα δυνατά πίσω μου. Η μέρα μου είχε και επίσημα καταστραφεί, η βαβούρα δε με άφηνε να συγκεντρωθώ και τώρα είχα να κάνω και μπεϊμπισίτινγκ σε ένα ανειδίκευτο , μικρό, ανόητο.

- Πολύ χαλαρά είστε εδώ…

Μια απροσδόκητη φωνή συντάραξε τις σκέψεις μου και με προσγείωσε απότομα στην πραγματικότητα. Στο γραφείο δεν ήμουν μόνος, στο δερμάτινο καναπέ μου είχε στρογγυλοκαθίσει ένας πιτσιρικάς με το πιο άνετο στυλάκι του κόσμου.

– Ποιος σε έβαλε εδώ;…

ρώτησα σαστισμένος μην έχοντας καλά-καλά χωνέψει ακόμα το τι είχε προηγηθεί.

– Μια κυρία, δεν ξέρω, μου είπανε να περιμένω εδώ για να με αναλάβει όποιος μπει, θα 'χει περάσει καμιά ώρα από τότε.

Θράσος, ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα και απεχθάνομαι το θράσος όσο δεν πάει. Ο μικρός είχε αράξει το ασπρουλιάρικο πετσί του στον καναπέ μου με τα φαγωμένα αθλητικά του, το σκισμένο τζην του και τα ατημέλητα κατάμαυρα μαλλιά του σαν δεκαπεντάχρονος σκέιτερ και είχε τα κάκκαλα να μου πουλάει και μούρη στο χώρο εργασίας μου που τον φιλοξενούσε! Μηχανικά άνοιξα το ντοσιέ που κρατούσα και σκάναρα τα χαρτιά στα γρήγορα που όπως υπέθεσα ήταν τα στοιχεία του παιδιού.

Λεωνίδας, 22 χρονών φοιτητής πληροφορικής και βιβλιοθηκονομίας σε ΑΕΙ και έκανε πρακτική, ότι να ναι δηλαδή, σκέφτηκα από μέσα μου και ξεφύσησα στρεσαρισμένος. Τι να σε κάνω εσένα τώρα;

- Τελικά θα με αναλάβετε η να φύγω; Δεν ήρθα για να κόβω βόλτες.

Πέταξε με υφάκι ανεβάζοντάς μου το αίμα στο κεφάλι ακόμα δεν είχα προλάβει να ηρεμήσω. Τον παρατήρησα από πάνω ως κάτω προσπαθώντας να σκεφτώ με τι να τον απασχολήσω μπας και μπορέσω να βγάλω δουλειά σήμερα, είχε ένα κάπως λεπτοκαμωμένο σκαρί, ο σωματότυπος του δεν έμοιαζε με εικοσάχρονου άντρα, άλλα ήταν ελαφρά γραμμωμένος, στο ύψος κάπως κοντός, να ήταν 1.70 κάτι το πολύ, άλλα αυτό που ξεχώριζε πάνω του ήταν αυτά τα βαθυγάλαζα μάτια του που ένιωθες να σε καρφώνουν. Θα τον περιέγραφα ως όμορφο, όχι αρρενωπό άλλα με μια ατημέλητη και άγρια ομορφιά που σε σαγήνευε, όταν φυσικά δεν άνοιγε το στόμα του.

– Χελόου, θα μου πείτε τι να κάνω;

Η φωνή του για ακόμα μια φορά διαπέρασε τα τύμπανά μου σε όλη την εκνευριστική μακρόσυρτη ρηχότητά της.

– Μπορείς σε παρακαλώ να μαζευτείς; Του αντιγύρισα εκνευρισμένος. Εδώ είναι χώρος εργασίας, όχι γήπεδο.

Κόμπιασε για μερικά δευτερόλεπτα και μετά χαχάνισε.

– Προς τι ο γέλωτας;… ρώτησα σηκώνοντας το ένα φρύδι εξεταστικά.

– Τίποτα, απλώς μιλάτε σαν τον πατέρα μου.

Μόρφασε προσφέροντάς μου ένα στραβό χαμόγελο.

– Δεν θα τα πάμε καθόλου καλά εμείς μικρέ.

Τον στραβοκοίταξα και κάθισα στο γραφείο μου προσπαθώντας να βρω τη γραμμή μου. Εκείνος με ακολούθησε με το βλέμμα του και όταν είδα πως έκατσα σηκώθηκε και πετάχτηκε στην καρέκλα των επισκεπτών.

– Θέλετε να σας κάνω κάνα update το pc σας;

Ρώτησε με περίσσια ενεργητικότητα. Αναστέναξα για ακόμη μια φορά καταβεβλημένος από την ανεπιθύμητη παρουσία του στο χώρο μου.

– Όχι, θέλω να κάτσεις κάτω και να μην μπλέκεσαι στα πόδια μου όταν εργάζομαι, άνοιξε κανένα αρχείο από την βιβλιοθήκη να διαβάσεις αν βαριέσαι, απλά μη μιλάς.

Είδα τη σαρκαστική διάθεση να θρυμματίζεται στο πρόσωπό του καθώς τσούλησε την καρέκλα μέχρι τη βιβλιοθήκη ηττημένος μουρμουρίζοντας κάτι στον εαυτό του. Τελικά δεν ήταν τόσο δύσκολο να τον τιθασεύσω, σκέφτηκα ικανοποιημένος αν και μάλλον πρόωρα γιατί δεν πρόλαβα να απολαύσω την ησυχία μου δέκα λεπτά όταν ο μικρός άρχισε να χαζογελάει και να αναφωνεί ξεφυλλίζοντας τα αρχεία. Το κεφάλι μου κόντευε να σπάσει.

– Τι στο καλό κάνεις;

Ρώτησα αγριεμένα χτυπώντας το χέρι μου στο πληκτρολόγιο αντανακλαστικά.

– Σόρυ, απλά μερικές ατάκες είναι πολύ γελοίες, τι στο καλό θα πει «ραφιναρισμένο ιντερλούδιο;” Είναι δυνατόν να γράφει κανείς στα σοβαρά τέτοια πράγματα;

– Αν δεν μπορείς να διαβάζεις ήσυχα μην τα κοιτάς, αυτές είναι οι εκδόσεις του τελευταίου έτους όχι το sporty, δεν έχουν σκοπό να ανταποκριθούν στις απλοϊκές σου προτιμήσεις.

Ακούγοντας τον εαυτό μου να μιλάει πράγματι περνούσα για μεσήλικας, ο πιτσιρικάς ωστόσο δεν έδειχνε πια να διασκεδάζει τόσο από τις αντιδράσεις μου.

– Δεν υποτίθεται ότι ήρθα να μάθω κάτι; Ή θα είστε ακόμα ένας από αυτούς τους τύπους που απλά μας έχουν να περιφερόμαστε ενώ χαζεύει στο facebook; Ωραία δουλειά.

– Πρόσεξε τον τόνο σου γιατί δεν θα τα πάμε καθόλου καλά μικρέ, τη συμπεριφορά αυτή εκεί που σε παίρνει, όχι εδώ.

Το πρόσωπό του συνοφρυώθηκε σε αντανάκλαση με το δικό μου ενώ και οι δύο ορθώσαμε αναστήματα ο ένας μπροστά στον άλλον, σαν λύκοι που πάλευαν για την κυριαρχία στην αγέλη, με τη διαφορά ότι εγώ του έριχνα ένα κεφάλι.

– Από την ώρα που ήρθα εδώ δεν μου αναθέσατε τίποτα, με πετάξατε σε ένα γραφείο και δεν ασχολήθηκε κανένας με το να μου δείξει τη δουλειά! Τι υποτίθεται ότι πρέπει να κάνω; Να ανεβοκατεβάζω το κεφάλι και να συμφωνώ με ότι λέει ο καθένας εδώ μέσα για να σκοτώσω ώρες;

Εντάξει, να παραδεχτώ ότι δεν είχε άδικο, άλλα δεν ήταν στην αρμοδιότητά μου και ήμουν ήδη τσαντισμένος που μου τον φόρτωσαν χωρίς έγκριση. Δίχως να το καταλάβω τα σώματά μας είχαν έρθει πολύ κοντά και τα φουσκωμένα από την ένταση στήθη μας σχεδόν ακουμπούσαν. Υπήρχε ένας επιθετικός ερωτισμός στον αέρα και τη στιγμή εκείνη αυτόματα μου πέρασε από το μυαλό η διαπίστωση ότι είχα να κάνω σεξ πάρα πολύ καιρό ενώ άρχισα να βαριανασαίνω καρφώνοντας τα μπλαβιά του μάτια. Με βιαστικές κινήσεις σταύρωσα τα χέρια μου μπροστά απ το στήθος μου για να καλύψω την αμηχανία που με διαπέρασε αντιλαμβανόμενος ότι είχα αρχίσει ελαφρά να ερεθίζομαι από το σκηνικό.

– Άκου μικρέ, δεν έχω καμία διάθεση να διορθώνω τα λάθη σου και να τρέχω από πίσω σου, αν θες πράγματι κάτι να κάνεις μπορείς να αναλάβεις την αρχειοθέτηση χωρίς πολλά λόγια διαφορετικά θα εισηγηθώ να σε αναλάβει κάποιος άλλος. Τα δόντια του έτριξαν και το κοκκινισμένο αμούστακο πρόσωπό του έσφιξε σημάδι πως δεν ήταν καθόλου ικανοποιημένος από ότι του προσφερόταν.

– Θέλω να πάω στο μπάνιο…

δήλωσε κοφτά και γρήγορα βγήκε από το γραφείο χωρίς να ζητήσει άδεια. Το βλέμμα μου καρφώθηκε στην πόρτα. Τι ήταν αυτό μόλις τώρα; Δεν μου περνούσε σοβαρά απ το μυαλό να… Στραβοκατάπια. Στη δουλειά συναναστρεφόμουν με άντρες σε καθημερινή βάση , κάποιοι απ αυτούς γοητευτικοί, με κανέναν όμως δεν είχα νιώσει τέτοια έξαψη, πόσο μάλλον εφόσον βρισκόμουν σε χώρο εργασίας κάθε έλξη καταλάγιαζε, δεν ξέρω αν έφταιγε ότι η λίμπιντό μου είχε χτυπήσει κόκκινο ή ότι είχα καιρό να εκνευριστώ τόσο, για ένα πράγμα όμως ήμουν σίγουρος, αυτός ο πιτσιρικάς σηματοδοτούσε πολλά προβλήματα και δυστυχώς δεν διαψεύστηκα.

Οι υπόλοιπες εβδομάδες ήταν το λιγότερο εφιαλτικές. Ο Λεωνίδας το 22χρονο πιτσιρίκι όχι μόνο με αποσπούσε συνεχώς αλλά φρόντιζε να με φουντώνει με κάθε ευκαιρία που του δινόταν και η καημένη η Λένα, αν και της χρειαζότανε κι αυτής για τον μπελά που μου φόρτωσε, έτρεχε να μαζέψει τα ασυμμάζευτα. Ο νεαρός αποδείχτηκε ιδιαίτερα προκλητικός στη συμπεριφορά του, σαρκαστικός όσο δεν πήγαινε και ανυπάκουος κάτι που μετέτρεψε την ανυπέρβλητη χαρά μου για εργασία σε μαρτυρικό βασανισμό. Οι υπόλοιποι επόπτες στον όροφο μου μεταβίβαζαν την εμπάθειά τους κάθε φορά που με έβλεπαν να βγαίνω φουριόζος από το γραφείο με τα νεύρα ψαλιδισμένα. Για ένα διάστημα έκοψα και τους καφέδες γιατί επιδείνωναν την κατάσταση άλλωστε ο μικρός αθυρόστομος ήταν αρκετό τονωτικό να με κρατήσει για το υπόλοιπο της ημέρας στο πόδι. Και το χειρότερο σε όλα αυτά ήταν ότι ακόμα κι όταν γυρνούσα σπίτι μου το βράδυ τον σκεφτόμουν, το θράσος με το οποίο μου αντιμιλούσε, το πείσμα, την επιμονή του, αυτή την τάση να ακροβατεί στην ξεχειλωμένη υπομονή μου… και τον έπαιζα σαν τρελός για πάρτη του.

Η ένταση της ημέρας απελευθερωνόταν όλη εκεί, στις μαλακίες που τραβούσα σκεπτόμενος τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν και ύστερα έρχονταν οι φαντασιώσεις, το αυταρχικό του βλέμμα να με καρφώνει από το πάτωμα γεμάτο αντίδραση, αντίσταση καθώς τέλειωνα πάνω στο κοκκινισμένο από ένταση , ντροπή και καύλα προσωπάκι του. Ω ναι, είχα σοβαρό πρόβλημα. Ένιωθα τον εαυτό μου να βράζει και μέρα με τη μέρα αναρωτιόμουν πότε θα εκραγώ και θα τον αρπάξω… κι αυτή η μέρα ήρθε, η μάλλον η νύχτα.

Μόλις είχε μπει ο Φλεβάρης. Το κρύο είχε τρυπώσει για τα καλά στα γραφεία και για όσους έμεναν έως αργά, δηλαδή βασικά για εμένα, είχε αρχίζει να μου ροκανίζει το μεδούλι. Το απόγευμα εκείνο ο μικρός εμφανίστηκε με ένα κατακόκκινο πουλόβερ που με έκανε να μειδιάσω απροσδόκητα.

– Ναι, ναι, ξέρω, Ρούντολφ το ελαφάκι κι άλλα τέτοια... μόρφασε διαβάζοντας το βλέμμα μου. Που είναι οι υπόλοιποι; Δε υπάρχει κανείς στο διάδρομο. Αναστέναξα και του πέρασα ένα ντοσιέ.

– Αρκετοί έχουν άδεια, προετοιμάσου γιατί θα είμαστε εδώ μέχρι αργά. Ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα.

– Καλύτερα, ίσως κάνω και κάτι χρήσιμο επιτέλους, κάτι πάνω στο αντικείμενό μου.

Αγνόησα τον προκλητικό σαρκασμό και έπιασα δουλειά κάτι που παραδόξως κατάφερα να κάνω δίχως τσακωμούς , διαφωνίες και εντάσεις εκείνη την ημέρα πράγμα που με εξέπληξε! Έπρεπε να το του το δώσω όμως, ήταν εκνευριστικά ειλικρινής, δεν τον πτοούσε ούτε η αρνητική εντύπωση, ούτε το ενδεχόμενο να μην του κάνουμε καλή σύσταση, έλεγε αυτό που ήθελε να πει, είχε τσαγανό, πράγμα σπάνιο στις μέρες μας για ψαρωμένους ασκούμενους κι όσο και να μην ήθελα να το σκέφτομαι το πουλοβεράκι που φορούσε τόνιζε απίστευτα το σφιχτό σμιλεμένο πισινό του. Όταν η ώρα ήταν πια περασμένη έστειλα το μικρό στην κουζίνα να βάλει καφέ για να κρατήσουμε, είχα σκοπό να τον αφήσω σε κάνα δυο ώρες μιας και είχε κουραστεί πολύ και δεν σταματούσε να μουρμουρίζει από την υπερένταση.

Με το που βγήκε από το γραφείο άκουσα τακούνια στο διάδρομο, ήμουν σίγουρος ότι ήταν η Λένα μιας και μόνο εκείνη κάνει επισκέψεις τόσο αργά και σιγουρεύτηκα όταν την άκουσα να κουβεντιάζει από μέσα με τον πιτσιρικά. Έχω λίγη ώρα στη διάθεσή μου… σκέφτηκα ρίχνοντας κλεφτές ματιάς προς την πόρτα μιας που η Λένα συνηθίζει να μιλάει πολύ όταν πιάνει την κουβέντα και κοίταξα αμήχανα τον καβάλο του παντελονιού μου. Δεν είχα καταφέρει να τον στύψω όλη μέρα και η αναμονή απ' τις υπερωρίες με πέθαινε. Πεπεισμένος λοιπόν πως θα καταφέρω να το κάνω γρήγορα ξεκούμπωσα το φερμουάρ και άρχισα να μαλακίζομαι διακριτικά κάτω από το γραφείο. Η καύλα με κατέβαλε καθώς σκεφτόμουν ένα σωρό σενάρια από τσόντες που είχα δει ώσπου στο μυαλό μου ξεπήδησε η εικόνα του νεαρού μου ασκούμενου να με κοιτάζει με λάγνο βλέμμα, έτοιμος να παραδοθεί στις πιο αχαλίνωτες ορέξεις μου. Τώρα το χέρι μου κινούταν με ταχύτητα φωτός πάνω στον πρησμένο πούτσο μου που άρχισε να πάλλεται καθώς το πρόσωπο του μικρού θρασύτατου διαγραφόταν ξεκάθαρα στις παρυφές των ματιών μου, μόνο που δεν έμοιαζε εκστασιασμένο άλλα μάλλον σοκαρισμένο.

– Συγνώμη!

Άκουσα μια πνιχτή φωνή να κλείνει την πόρτα και ανασηκώθηκα έντρομος. Να πάρει... δεν ήταν φαντασίωση αυτή τη φορά έτσι δεν είναι; Μονομιάς κούμπωσα το παντελόνι μου και τινάχτηκα όρθιος κατευθυνόμενος προς την κουζίνα, εκεί βρήκα τον πιτσιρικά κατακόκκινο να χτυπάει νευρικά το πόδι του στο πάτωμα.

– Δεν... δεν ήθελα να... ψέλλισα κομπιάζοντας. Τι λένε τώρα;

– Κατάλαβα! Με έκοψε, ούτε εγώ ήθελα να διακόψω, δεν ήξερα ότι… το πρόσωπό του ήταν στραμμένο στο πάτωμα, πολύ διαφορετικό από το αυταρχικό βλέμμα με το οποίο τον είχα συνηθίσει. Εννοώ, γραφείο σας είναι στο κάτω-κάτω, κάνεις ότι θες.

Σταύρωσε τα χέρια προστατευτικά μπροστά από το στέρνο του και με κοίταξε αναψοκοκκινισμένος. Παράξενο, σκέφτηκα.

– Δεν είχα σκοπό να έχω θεατές… σχολίασα χαμηλόφωνο στην περίπτωση που κάποιος μας άκουγε, είσαι κατακόκκινος. Τα μάτια του γούρλωσαν και τινάχτηκε από τη θέση του ελαφρώς.

– Μη λες βλακείες, δεν έχω τίποτα. Μόρφασε.

– Μικρέ, πρόσεχε πως μιλάς, και προς τι ο ενικός;

– Είπε ο τύπος που τον παίζει σε ώρες γραφείου!

Ένιωσα έναν εκνευρισμό να με διαπερνάει, και τα πηγαίναμε τόσο ομαλά σήμερα.

– Δεν είναι δουλειά σου τι κάνω. Του απάντησα κοφτά κι εκείνος ακούμπησε στον πάγκο της κουζίνας παραπατώντας.

– Είναι δουλειά τον υπεύθυνων όμως, δε νομίζω να χαρούνε και πολύ αν μάθουν ότι ο επόπτης μου την έπαιζε ενώ ήμουν στο γραφείο.

Τον πλησίασα αργά με την ένταση να χτίζετε μέσα μου.

– Με απειλείς;…

του κάνω, τα σώματά μας τώρα εκατοστά μακριά καθώς ο κώλος του στριμωχνόταν στον πάγκο πίσω του.

– Ξέρεις, τόσο καιρό που είσαι εδώ έχω ανεχτεί πολλά και δεν καταφέρνεις να συμμορφωθείς.

Η φωνή μου βαθιά και σταθερή ο τόνος επιτακτικός και θυμωμένος ακριβώς όπως ένιωθα εκείνη τη στιγμή, τα είχα πάρει για τα καλά με τον μικρό κι αν κάτι δεν με σταματούσε δεν θα γλίτωνε από τα χέρια μου.

– Νομίζεις ότι μπορείς να κάνεις ότι θέλεις στις δουλειές των άλλων χωρίς καμία συνέπεια; Ότι μπορείς να συμπεριφέρεσαι σαν ανήλικο όποτε γουστάρεις και μετά να μας την λες κι από πάνω; Σκέψου καλά τη θέση σου μικρέ.

Το πρόσωπό του τώρα είχε ασπρίσει, τα κορμιά μας τόσο κοντά σχεδόν τρίβονταν και ο πούτσος μου μέσα από το παντελόνι, ακόμα στητός και απειλητικός πιεζόταν στην κοιλιά του.

– Παράτα με…

αναφώνησε ενοχλημένος τινάζοντας το χέρι του προς εμένα. Το γράπωσα και το γύρισα πίσω απ την πλάτη του, το στομάχι του τώρα να πιέζεται στον πάγκο και το πέος μου στον σφιχτό νεανικό του κώλο. Δεν ήξερα τι έκανα, είχα χάσει κάθε έλεγχο, τη στιγμή εκείνη σκεφτόμουν μόνο πόσο απίστευτα συγχυσμένος ήμουν και πόσο πολύ ήθελα να τελειώσω. Ο μικρός μούγκριζε σιγανά στην αίσθηση του κορμιού μου πάνω του, παραδόξως χωρίς να φέρει μεγάλη αντίσταση.

– Είσαι μαλάκας… ψιθύρισε και έστρεψε το κεφάλι του να με κοιτάξει με την άκρη του ματιού του. Μην τολμήσεις να…

Τα παγωμένα χέρια μου μέσα στο παντελόνι του τον ξάφνιασαν καθώς το δικό μου τριβόταν στην πλάτη του πιεστικά. Το κορμάκι του τινάχτηκε προς τα πίσω καθώς άρχισα να του τον μαλάζω δυνατά και σιγά-σιγά άρχισε να ανταποκρίνεται στο άγγιγμα.

– Μικρέ… του ψιθύρισα ερωτικά στο αυτί, άστο να γίνει, μην το σκέφτεσαι, απλά άστο να γίνει.

Το σώμα του έκαιγε και οι αντιστάσεις του κάπως κάμφθηκαν, δεν ξέρω τι σκεφτόταν, δεν ξέρω ούτε εγώ τι σκεφτόμουν, το μόνο που ήθελα εκείνη τη στιγμή ήταν να τον πάρω, να κάνω μαζί του ότι μπορούσα. Τον δάγκωσα απότομα στο σβέρκο και τον γράπωσα καθώς το χέρι μου είχε πάρει φωτιά πάνω στο στητό του πούτσο. Τον ένιωθα να τρέμει στα χέρια μου, τα δόντια του βυθισμένα στα χειλάκια του προσπαθούσαν να αποτρέψουν τα μακρόσυρτα βογκητά ευχαρίστησης να ξεφύγουν καθώς η σκληρή του στύση παλλόταν έτοιμη να εκραγεί από στιγμή σε στιγμή. Η γλώσσα μου ταξίδευε στο πίσω μέρος του λαιμού του, τον έγλειφα, τον φιλούσα, τον πιπιλούσα αχόρταγα, σα να προσπαθούσα να τον κατασπαράξω.

– Αχ… μη… μη…

αναφωνούσε που και που καθώς τον έλιωνα στα χέρια μου κι εγώ τρελαινόμουν.

– Μην ντρέπεσαι, ασ' τα όλα έξω…

του ψιθύρισα λάγνα στρέφοντας το πρόσωπό του στο πλάι χαρίζοντάς του ένα παθιασμένο φιλί. Ο μικρός έσφιγγε τα δόντια, έτρεμε, βογκούσε, όλες οι αντιδράσεις του σε υπέροχο συγχρονισμό με τις κινήσεις μου. Σύντομα δεν άντεξε άλλο και εκτόξευσε το πηχτό του σπέρμα πάνω στον πάγκο με απίστευτη ορμή και πίεση. Μετά η ανάσα του έγινε κοφτή, το κορμί του αδύναμο και με το ζόρι στεκόταν όρθιος. Του έβγαλα το πουλόβερ για να αναπνεύσει και τον στήριξα πάνω μου. Φαινόταν ότι τα είχε παίξει τελείως και δεν καταλάβαινε τι του συνέβαινε. Ο ηλεκτρισμός πλέον έκοβε βόλτες ανάμεσά μας. Χωρίς δεύτερη σκέψη τον φίλησα, έφερα το χέρι μου στο πηγούνι του, τον γράπωσα και τον φίλησα λαίμαργα. Δεν αντιστάθηκε. Οι γλώσσες μας μπλέκονταν μεταξύ τους με όλους τους πιθανούς τρόπους και το μόνο πού με ενδιέφερε ήταν τα στόματά μας να μην ξεκολλήσουν ποτέ. Δεν είχα αισθανθεί έτσι για πολλά χρόνια, αυτή την ανάγκη να απορροφήσω τον άλλον στο πετσί μου μέχρι να γίνουμε ένα, αυτή την ένταση, αυτό το αχαλίνωτο πάθος. Τι σκεφτόμουν; Δεν σκεφτόμουν καθόλου.

Τα υγρά φιλιά μας συνεχίστηκαν για λίγο ακόμη, τα χέρια του γραπώθηκαν στους ώμους μου αδύναμα καθώς στερέωνε πρακτικά όλο του το βάρος πάνω μου. Κάθισα σε μια καρέκλα που βρισκόταν πίσω μας και τον έβαλα πάνω στα πόδια μου συνεχίζοντας να τον φιλάω παθιασμένα. Η επίπονη στύση μου πίεζε πλέον το παντελόνι μου έτοιμη να το σκίσει. Το φιλί μας έσπασε και με κοίταξε βαθιά στα μάτια με ένα ύφος που παρακαλούσα να μην είχα δει γιατί τώρα το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πόσο πολύ τον ήθελα. Τα μάτια του μισάνοιχτα, το πρόσωπό του αναψοκοκκινισμένο, ξέπνοος και ζαλισμένος από τη θολούρα του ερωτικού πάθους με κοιτούσε σαν μικρό ελάφι που είχε χαθεί και δεν ήξερε τι να κάνει. Μηχανικά ξεκούμπωσα το παντελόνι μου και το χοντρό καυλί μου πετάχτηκε μπροστά στον καβάλο του. Το πρόσωπό του μόρφασε σαν σε εκνευρισμό μόλις το αντίκρισε και μου έριξε ένα εξεταστικό βλέμμα του στυλ «Τι στο καλό υποτίθεται πως πρέπει να κάνω με αυτό;».

Έπιασα το χέρι του και το έφερα κυκλικά να αγκαλιάσει τις στήσεις μας πιέζοντας τις πούτσες μας την μία πάνω στην άλλη τρίβοντας τα κεφάλια μεταξύ τους. Τα χέρια του δούλευαν τρομπάροντας, τρίβοντας και σπρώχνοντας τα καυλιά μας με ταχύτητα και δύναμη μεταξύ τους, τόσο που είχαν αρχίσει να ξεχειλίζουν προσπερματικό υγρό. Τον κοίταξα στα μάτια και τον ενθάρρυνα με το βλέμμα μου πως το έκανε καλά κι εκείνος είχε πλέον παραδοθεί εντελώς στην ηδονή. Μοναδική ανεπανάληπτη ηδονή που δε μπορούσα να χαρακτηρίσω με κανέναν άλλο τρόπο. Τα χέρια μου επιδέξια κινήθηκαν προς τους τρυφερούς μηρούς του και γρήγορα γράπωσαν τα σφιχτά του κωλομέρια με αβρές, επιβλητικές κινήσεις. Ένας πνιχτός αναστεναγμός ξέφυγε από τα χειλάκια του που εξέπληξε και τον ίδιο καθώς τινάχτηκε, με κοίταξε και δαγκώθηκε για να μην του ξεφύγει και τίποτε άλλο. Μαρτυρικά, σχεδόν παρακαλετά έφερα το πρόσωπό μου κοντά στο δικό του αναζητώντας τα καυτά του χείλη. Εκείνος τρεμάμενος , με τα χέρια του συνεχώς στα καυλιά μας μου τα πρόσφερε με κομμένη την ανάσα προσπαθώντας να κατανοήσει την απόλαυση που είχε καταλάβει το κορμί του.

– Μικρέ…

ψέλλισα μουγκρίζοντας σχεδόν όταν ένιωσα έτοιμος να τελειώσω. Το παλικαράκι έπιασε το νόημα γιατί άρχισε να τρομπάρει πιο γρήγορα και με ρυθμό μέχρι που το σπέρμα μου πετάχτηκε σαν πίδακας στην κοιλιά του και στο στέρνο του κάνοντάς τον χάλια, χαρίζοντάς μου την μεγαλύτερη απελευθέρωση που είχα γευτεί έως τότε στη μίζερη ζωή μου. Σύντομα η δική του απελευθέρωση ακολούθησε και έπεσε ξέπνοος στην αγκαλιά μου αφήνοντας ένα βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης. Μείναμε έτσι για μερικά λεπτά, κανείς απ' τους δυο μας δεν μιλούσε, δεν ξέραμε τι να πούμε άλλωστε, το να επιστρέψουμε στην πραγματικότητα έμοιαζε τόσο τρομακτικό εκείνη τη στιγμή. Ο πιτσιρικάς σάλεψε στα χέρια μου και σήκωσε το βλέμμα του να με κοιτάξει. Ο πόθος είχε χαθεί απ τα μάτια του και το μόνο που μπορούσα να διακρίνω πλέον ήταν ντροπή, ντροπή και απογοήτευση.

– Το πουλόβερ μου…

μονολόγησε μονοκόμματα και σηκώθηκε από πάνω μου σχεδόν τρέμοντας, με μία μελαγχολική σοβαρότητα στη χροιά. Του έδωσα το ρούχο του κι εκείνος το φόρεσε αφού καθαρίστηκε με το χαρτί της κουζίνας αμίλητος αποφεύγοντας να με κοιτάξει στα μάτια. Τέλος, σκέφτηκα από μέσα μου, αυτό ήταν, τόσα χρόνια δουλειάς, προσπάθειας, κούρασης και όλα αυτά τα πέταξα μέσα σε μια νύχτα, για την καύλα μιας στιγμής. Ήξερα πως ο μικρός θα μιλούσε, ότι και να έγινε ήμουν σε θέση ισχύος και δεν έπρεπε να ενδώσω, πόσο μάλλον να τον στριμώξω σε μια γωνιά και να του επιτεθώ. Την είχα κάνει για τα καλά και το ήξερα.

– Συγνώμη… είπα άτονα. Ξέρω πως ακούγεται ανόητο αλλά... ότι έγινε δεν έγινε με πρόθεση να σου κάνω κακό. Δεν προσπαθώ να δικαιολογηθώ απλώς… δε θέλω να νομίζεις ότι όλο αυτό έγινε από κάποιου είδους έριδα εναντίον σου.

Δεν απάντησε, έγνευσε μόνο και σηκώθηκε και έφυγε από το κτήριο νωχελικά, ανόρεκτα σε αντίθεση με τη συνηθισμένη ενεργητικότητά του. Γυρίζοντας σπίτι δεν μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι πόσο εκτός εαυτού είχα βρεθεί και πόσο αδύναμος ήμουν απέναντι στις ίδιες μου τις επιθυμίες. Έπρεπε να τον είχα παραπέμψει σε κάποιον άλλο με το που κατάλαβα ότι μου άρεσε, έπρεπε να είχα αντιμετωπίσει την έξαψη που μου προκαλούσε για να μην φτάσουμε σε αυτό το σημείο, έπρεπε να φροντίσω περισσότερο τη σεξουαλική μου ζωή. Τώρα θα έχανα τη δουλειά που λάτρευα και δεν θα ξαναέβλεπα τον πιτσιρικά και ειλικρινά, εκείνη τη στιγμή, δεν ξέρω τι από τα δύο ακουγόταν χειρότερο.

Την επόμενη μέρα θα ορκιζόμουν πως με ακολουθούσε ένα μαύρο σύννεφο γιατί η διάθεσή μου ήταν στα τάρταρα. Με το ζόρι σηκώθηκα από το κρεβάτι και ετοιμάστηκα όπως, όπως σίγουρος πως πλέον δεν υπήρχε περίπτωση να μην απολυθώ. Φτάνοντας στο γραφείο ένα βαρύ συναίσθημα βύθισε την καρδιά μου στο στομάχι μου. Αυτό ήταν, η ώρα της κρίσης. Ανεβαίνοντας στον όροφό μου είχα προετοιμαστεί για το χειρότερο. Μπαίνοντας μέσα επικρατούσε η γνωστή βαβούρα που κυριαρχούσε τους τελευταίους μήνες. Όλα έδειχναν φυσιολογικά, καμία αναταραχή και πάνω που πήγα να ανακουφιστώ ο γνώριμος ήχος τακουνιών στο δάπεδο αντήχησε στ’ αυτιά μου.

– Στο γραφείο μου Δημήτρη….

ακουσα τη φωνή της Λένας, κοφτή και άκαμπτη. Ένευσα καταφατικά και την ακολούθησα σιωπηλός. Ένας κόμπος είχε παγιδευτεί στη βάση του λαιμού μου και δεν ήξερα πώς να τον ξεφορτωθώ, μου άξιζε ωστόσο αυτό που επρόκειτο να συμβεί και μέσα μου το ήξερα καλά. Το γραφείο της Λένας ήταν κρύο, όπως και ο τόνος της εκείνο το θλιβερό πρωινό του Φλεβάρη.

– Φαντάζομαι θα ξέρεις γιατί σε κάλεσα. Δήλωσε με αυστηρότητα. Έχει παραγίνει το κακό δεν νομίζεις;

Κούνησα καταφατικά το κεφάλι.

– Είναι δικό μου το λάθος, λυπάμαι, ότι και να πω όμως δεν έχει σημασία… έτσι όπως τα έχω κάνει… ωστόσο δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου… μουρμούρισα.

Δεν προσπαθούσα να δικαιολογηθώ, το μόνο που ήθελα ήταν να εξηγήσω, να καταλάβει και εκείνη και κυρίως ο Λεωνίδας ότι δεν είχα σκοπό να του κάνω τίποτα που δεν ήθελε, για εμένα το ήξερα, αν δεν ανταποκρινόταν, αν μου έλεγε έστω και μια στιγμή όχι θα σταματούσα.

– Το φαντάζομαι, οι συνέπειες είναι συνέπειες όμως και εμείς δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι. Απάντησε σκεπτική. Μήπως θα έπρεπε να αναλάβει τον μικρό κάποιος άλλος; Πρόσθεσε και απόρησα.

– Τι εννοείς; Μετά απ όλα αυτά θα συνεχίσει εδώ; Τον ρωτήσατε;

Η Λένα έκανε μια στροφή γύρω απ το γραφείο της και ήρθε δίπλα μου.

– Ε που να πάει; Θα χάσει τις ώρες που συμπλήρωσε, αν σε δυσκολεύει ωστόσο ίσως θα πρέπει να…

– Μισό λεπτό! Τη διέκοψα απότομα. Ο μικρός δε ζήτησε να φύγει; Εγώ θα μείνω; Γιατί; H Λένα με κοιτούσε αποσβολωμένη σαν να ήμουν τρελός.

– Τι είναι αυτά που λες; Γιατί να ζητήσει ο ασκούμενος να φύγει; Εγώ για εσένα το λέω επειδή η επίδοσή σου έχει μειωθεί σημαντικά και είσαι συνέχεια στην τσίτα.

Παρέμεινα σαστισμένος για μερικά δευτερόλεπτα, ο πιτσιρικάς δεν είχε μιλήσει, δεν είχε πει τίποτα στην υπεύθυνη, εκείνη δε με είχε καλέσει για να με απολύσει. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να επεξεργαστώ τις πληροφορίες στο μυαλό μου και όταν αντιλήφθηκα τι συνέβαινε σηκώθηκα φουριόζος.

– Ο πιτσιρικάς είναι στο γραφείο μου;… αναφώνησα κατευθυνόμενος προς την πόρτα.

– Μπα σε καλό σου αποτρελάθηκες; Που αλλού θες να είναι;

Δεν περίμενα δεύτερη κουβέντα, μονομιάς πετάχτηκα έξω και κατευθύνθηκα στο γραφείο μου. Δεν περιγράφεται ο ενθουσιασμός μου όταν τον βρήκα εκεί, στο δερμάτινο καναπέ, με το σκισμένο τζην του, τα ξεθωριασμένα παπούτσια του και το χαζό του πουλόβερ να ξεφυλλίζει τα αρχεία με προσοχή.

– Κατάλαβα τελικά τι σημαίνει…

είπε μονοκόμματα χωρίς να πάρει τα μάτια του από το χαρτί.

– Ε;…

αναφώνησα με απορία .

– Ραφιναρισμένο ιντερλούδιο, πρόσθεσε, εξευγενισμένο, εκλεπτυσμένο, κάτι που έχει διυλιστεί. Παράξενη επιλογή συνδυασμού λέξεων.

Χαμογέλασα αχνά και έγνευσα καταφατικά.

– Δεν είναι όλα τα bestseller έξυπνα γραμμένα… ή λογικά.

Έστρεψε το βλέμμα του πάνω μου εξεταστικά, διαπερνώντας με, με τη γαλάζια κάνη των ματιών του.

–Χάλια φαίνεσαι…

είπε και μόρφασε υποτιμητικά. Συμφώνησα μαζί του με ένα νεύμα.

– Από χθες το βράδυ... κάθισα δίπλα του στον καναπέ και πήρα μια βαθιά ανάσα, άκου… ήθελα να στο πω από χθες άλλα δεν έδειχνες να έχεις διάθεση να με ακούσεις, ότι έκανα ήταν πάνω στη στιγμή , αν εσύ δεν ήθελες δε θα συνέχιζα. Τον παρατήρησα να ξεροκαταπίνει και ταράχτηκα. Δεν ξέρω τι άλλο να πω, δεν έχω κάποια δικαιολογία είμαι…

– Εντάξει. Είπε και με κοίταξε με μια νευρικότητα. Συνέβη γιατί… κανένας απ τους δυο μας δεν το σταμάτησε. Αυτό είναι όλο. Ήταν περίεργα, περίεργα σκηνικά, περασμένη ώρα, πολλή ένταση.

Τα μάτια του συνάντησαν τα δικά μου, για ακόμα μια φορά έκοβε τον ηλεκτρισμό ανάμεσά μας με μαχαίρι. Στο μυαλό μου τριβέλιζαν ένα σωρό σκέψεις ακάθαρτες. Ήθελα να τον πάρω εκείνη τη στιγμή όπως ήταν, πάνω στον καναπέ, να τον απλώσω στα μαξιλάρια και να τον μαγαρίσω, να μην αφήσω τίποτα.

– Δε σου άρεσε;…

δήλωσα περισσότερο παρά ρώτησα, δεν ήξερα γιατί, μόνο που κοιτούσα τα μελαγχολικά αυτά μάτια καιγόμουν μέσα μου.

– Δεν… δεν…

έστρεψε το βλέμμα του τριγύρω στο δωμάτιο και μετά πάλι πίσω σε εμένα και θα ορκιζόμουν πως ήταν τσαντισμένος.

– Να σε πάρει, θα με κάνεις να το πω; Δεν το έχω ξανακάνει εντάξει; Δεν ξέρω, ούτε χθες ήξερα! Τελικά τι; Είμαι γκέι; Αυτό θες να μάθεις; Δεν ξέρω! Δεν ξέρω! Δεν ξέρω!

Η ανάσα του έγινε κοφτή και το μέτωπό του άρχισε να τρέμει. Με μια κίνηση κρύφτηκε μέσα στις παλάμες του και ανάσανε βαθιά.

– Όλα είναι τόσο μπερδεμένα… δε μου έχει ξανασυμβεί αυτό με άλλον άντρα.

Τα χέρια του απομακρύνθηκαν σιγά-σιγά προς το πηγούνι του και τα αστραφτερά σαν χάντρες ματάκια του γύρισαν και με κοίταξαν. Ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτό το βλέμμα.

– Πες μου, τι να κάνω; Πως το σταματάω όλο αυτό; Πως γίνεται να γίνουν όλα όπως πριν; Φυσιολογικά.

Ο κόμπος στο λαιμό μου επέστρεψε πιο σφιχτός από ποτέ. Εγώ γνώριζα πως ήμουν γκέι, ζούσα μ' αυτό, το είχα αποδεχτεί, ο Λεωνίδας όμως για πρώτη φορά είχε έρθει αντιμέτωπος με την πιθανότητα. Το άγνωστο τον τρομοκρατούσε περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο και από δική μου πείρα ήξερα καλά πως για να εξοικειωθεί θα περνούσε καιρός. Στραβοκατάπια και σηκώθηκα.

– Θα τα διορθώσουμε όλα, θα κανονίσω να πας σε κάποιον άλλο εκπαιδευόμενος, δε θα βλεπόμαστε τόσο συχνά και μετά θα τελειώσεις την πρακτική σου και θα φύγεις με όσο το δυνατόν λιγότερα προβλήματα.

Έστρεψα το βλέμμα μου πάνω στο άκαμπτο καμπυλόγραμμο σώμα του και του ζήτησα να ηρεμήσει.

– Άλλωστε οι δυο μας δεν κάνουμε μαζί, ένα μήνα και κοντέψαμε να φαγωθούμε.

Χαμογέλασε στο άκουσμα σα να θυμήθηκε κάτι.

– Δε φταίω εγώ γι αυτό. Μουρμούρισε θρασύτητα. Δε μου έδινες τίποτα να κάνω.

– Δεν καθόσουν ήσυχος, με αποσπούσες, του αντιγύρισα κάπως ενοχλημένος.

– Αφού δε μου έδινες σημασία, με το ζόρι ανταλλάσαμε δυο κουβέντες!

Μια φλέβα πετάχτηκε αμυδρά στο κούτελό του.

– Ναι γιατί κάθε φορά που μιλάμε καταλήγει σε καυγά, όπως τώρα… είπα υψώνοντας τον τόνο της φωνής μου.

– Ίσως αν δε με έγραφες συνέχεια να μη γινόταν αυτό.

– Ίσως αν δεν με ερέθιζες τόσο εκνευριστικά πολύ να μη χρειαζόταν να σε αποφεύγω για να συγκεντρωθώ!

Ο πιτσιρικάς σάστισε για δύο δεύτερα και με κοίταξε άναυδος.

– Με άκουσες, είπα στιβαρά, δε θα το επαναλάβω.

Τα μάγουλά του κοκκίνισαν ελαφρά σαν μικρού παιδιού, ήταν κάπως χαριτωμένο να βλέπεις τέτοιες αντιδράσεις σε ένα 22χρονο άντρα.

– Το κάνεις συχνά αυτό; Με ρώτησε κάπως ενοχλημένος, πας με μικρότερους;

Το βρήκα αστείο που ρωτούσε και χασκογέλασα κάτι που δεν του πολύ άρεσε. Σοβαρά ρωτάω. Επανέλαβε με σθένος.

– Ειλικρινά; Μόρφασα, είσαι ο πρώτος πιτσιρικάς που έχω κάνει κάτι. Δεν προτιμάω τόσο νεώτερους άνδρες δεδομένου ότι πολλοί είναι ακόμα ανώριμοι και μπερδεμένοι... αλλά, υπάρχει κάτι σε εσένα που με παράδοξο τρόπο με ελκύει, στο βαθμό που δεν ξέρω τι κάνω πια… όπως θα διαπίστωσες. Αυτή τη φορά αισθάνθηκα τα δικά μου μάγουλα να φλέγονται σαν εφήβου, πως την είχα πατήσει έτσι; Είχε να μου συμβεί κάτι τέτοιο απ το γυμνάσιο! Ο μικρός το σκέφτηκε για λίγο και μετά με πλησίασε.

– Θα πήγαινες μαζί μου; Μπέσα τώρα.

Σάστισα.

– Εννοείς… τα πάντα όλα;

Έγνευσε καταφατικά.

– Θες;

Μπόρεσα μόνο να ρωτήσω απέναντι στα σπαθάτα μάτια του. Πόσο με ισοπέδωνε αυτός ο τύπος. Για λίγα λεπτά παρέμεινε σκεπτικός κρατώντας με στην κόψη του ξυραφιού.

– Όχι εδώ. Είπε κοφτά ανιχνεύοντας το χώρο.

– Μένω μόνος.

Συμπλήρωσα στον ίδιο τόνο αν και τα στήθια μου πετάρισαν από ενθουσιασμό. Με κάρφωσε αφοπλιστικά με τα μάτια του κάπως αγχωμένος και έσφιξε τα δόντια του προτού απαντήσει.

– Μετά τη δουλειά.

Δεν είπαμε τίποτε άλλο την υπόλοιπη μέρα. Δε χρειαζόταν, το μόνο που κάναμε ήταν να ανταλλάζουμε νεύματα και χαμόγελα σαν σε συγκατάβαση ότι και οι δύο ήμασταν άνετα με το ότι επρόκειτο να ακολουθήσει. Εισηγήθηκα στη Λένα την ίδια μέρα να αλλάξει η εποπτεία του μικρού για να μην καταλάβει κανείς τίποτα και γιατί πραγματικά είχε αρχίσει να μου στρίβει με το να τον έχω συνεχώς ανάμεσα στα πόδια μου και να μην μπορώ να κάνω τίποτα. Οι υπόλοιπες ώρες μέχρι το σχόλασμα, ήταν οι μεγαλύτερες ώρες της ζωής μου.

Συνεχίζεται…




Copyright protected OW ref: 169625