Ο σπιτονοικοκύρης μου στη Θεσσαλονίκη (2ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από Lucky71
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.69 (8 Votes)


Παρατηρήσεις αποστολέα:
Ο σπιτονοικοκύρης μου στη Θεσσαλονίκη

Ήταν να μην κάνει την αρχή ο Κύριος Θεοδόσης. Μετά την πρώτη αυτή φορά, ήταν τακτικότατος στις επισκέψεις του. Πρωινά συνήθως που έβγαινε η γυναίκα του για δουλειές, ερχόταν, με πήδαγε για καμιά ωρίτσα και έφευγε αφήνοντας μου το πενηντάρικο μου κάθε φορά. Με είχε κάνει στην κυριολεξία πουτανάκι, έτσι που με πλήρωνε κάθε φορά, αλλά πράγμα περίεργο, αντί να με χαλάει με καύλωνε υπερβολικά. Αυτή η αίσθηση της αναμονής από την ώρα που μου τηλεφωνούσε ότι θα έρθει και να είμαι έτοιμος, με έκανε να τον υποδέχομαι καυλωμένος, έτοιμος σαν κοπελίτσα που περιμένει το γκόμενο της.

Σε ένα τέτοιο τηλεφώνημα, αφού μου είπε ότι θα έρθει το απόγευμα συνέχισε λέγοντας μου ότι θα στείλει με ένα φίλο του ένα πακέτο για μένα. Μου είπε όταν μου το φέρει, να το ανοίξω πριν φύγει ο φίλος του και να διαβάσω το σημείωμα που θα έχει μέσα.

"Ακριβώς όπως σου το λέω καυλίτσα μου. Πρόσεχε, γιατί θα ρωτήσω τι έκανες όταν σου έδωσε το πακέτο και ξέρεις τι θα γίνει αν παραλείψεις κάτι".

Άργησα λίγο να απαντήσω, σκεπτόμενος τι μπορεί να είναι το πακέτο και τι μπορεί να λέει το σημείωμα.

"Όταν σου μιλάω, θα απαντάς ξέκωλο! Ξέρεις τι θα γίνει, έτσι;"

"Ναι κύριε Θεοδόση, εντάξει. Όπως θέλετε"…

απάντησα καταλαβαίνοντας από την αλλαγή του τόνου της φωνής του την απειλή να στείλει το βίντεο που είχε στους γονείς μου.

"Έτσι μπράβο! Σαν καλή πουτανίτσα. Ήδη μου έχει σηκωθεί, θα περάσει καλά σήμερα το κωλί σου!"

Με το που έκλεισε, πήγα στο μπάνιο και άρχισα να ετοιμάζομαι. Την ώρα που το έκανα, σκεφτόμουν τι μπορεί να ετοιμάζει και το μόνο που αισθανόμουν, ήταν ερεθισμός και προσμονή σαν παιδάκι που περιμένει το δώρο του. Πράγμα που κατά κάποιο τρόπο ήταν η αλήθεια, μιας και ήξερα πως ότι και να ετοίμαζε, το αποτέλεσμα θα ήταν να με πηδήξει και να με πληρώσει και ήταν κάτι που είχα φτάσει να περιμένω με ανυπομονησία μετά τις πρώτες φορές. Με αυτές τις σκέψεις είχε πάει περίπου τρείς η ώρα όταν χτύπησε το κουδούνι. Όταν άνοιξα στην πόρτα ήταν ένας κύριος γύρω στα εξήντα, αλλά πολύ καλοβαλμένος. Με χαιρέτησε χαμογελαστά μου είπε ένα "αυτό είναι για σένα δίνοντας μου ένα πακέτο τυλιγμένο σε σκληρό χάρτινο περιτύλιγμα, και γύρισε να φύγει.

Τον πρόλαβα λέγοντας του ότι ο κύριος Θεοδόσης μου είπε να ανοίξω το πακέτο πριν φύγει. Εκείνος χαμογέλασε και λέγοντας μου "λες να λείπει τίποτε;" σταμάτησε περιμένοντας. Άνοιξα το σκληρό καφέ χαρτί. Μέσα ήταν μια χαρτοσακούλα και επάνω της ένα σημείωμα.

"Με αυτά που είναι στο πακέτο θέλω να μου ανοίξεις το απόγευμα. Ο κύριος που στο έφερε είναι πελάτης μου. Δεν ξέρει τίποτε, αλλά θέλω να τον προκαλέσεις και εάν το θελήσει θα του κάτσεις κάνοντας τον πρωτάρη. Εάν τον καταφέρεις, θα έχεις ένα έξτρα δωράκι από εμένα και ίσως μελλοντικά και από εκείνον. Θα ρωτήσω και θα μάθω τι έκανες, οπότε καλά θα κάνεις να είσαι πολύ-πολύ καλός."

Στην αρχή πάγωσα. Άρχισα να σκέφτομαι πως έμπλεξα έτσι, ότι θα αρχίσει να με πασάρει σε φίλους και γνωστούς του και τι θα γίνει έτσι και μαθευτεί. Με έβγαλε εκείνος από τις σκέψεις αυτές μόλις τον άκουσα να ρωτάει¨

- Λοιπόν, όλα εντάξει; Μπορώ να φύγω τώρα;

- Όχι!

Μου βγήκε πριν προλάβω να σκεφτώ καν, ήταν καθαρά αντίδραση μην τυχόν και φύγει. Και τι θα έλεγα μετά στον κύριο Θεοδόση; Γέλασε και χαμογελώντας ακόμα:

- Τι όχι; Δεν μου το επιτρέπεις;"

Πρέπει να κατακοκκίνισα.

- Συγνώμη, είμαι εντελώς αγενής. Εσείς κάνατε τόσο κόπο να μου φέρετε το πακέτο. Αν έχετε χρόνο, να σας φτιάξω ένα καφεδάκι; Έτσι για το ευχαριστώ;

Το σκέφτηκε.

- Κόπος δεν ήταν, αλλά ένα καφεδάκι θα το έπινα μαζί σου.

Αυτό το τελευταίο, ήταν διστακτικό. Ένιωσα σαν να του άρεσα και εκείνη την στιγμή αποφάσισα να τον προκαλέσω όσο μπορούσα. Να δω μέχρι που μπορούσα να τον πάω. Γέλασα κι εγώ.

- Ε, με ποιόν; Μαζί μου θα το πιείτε! Γιατί, αν ήταν άλλος θα φεύγατε δηλαδή;

Σοβάρεψε.

- Ναι αγόρι μου, επειδή είσαι εσύ θα κάτσω να το πιω…

και με αυτό μπήκε μέσα και βγάζοντας το σακάκι και χαλαρώνοντας την γραβάτα, έκατσε στον καναπέ. Πήγα και έφτιαξα τον καφέ και όταν του τον έφερα με κοίταζε όπως πλησίαζα σαν ζαχαρωτό. Σκύβοντας να αφήσω τον καφέ στο τραπεζάκι του είπα…

- μισό λεπτάκι να βάλω κάτι και έρχομαι μια και είχα ανοίξει φορώντας ένα φαρδύ κοντό σορτσάκι μόνο, ξυπόλυτος χωρίς μπλούζα από πάνω.

Άπλωσε το χέρι του και με τράβηξε να κάτσω δίπλα του γελώντας.

- Α… τώρα θα στο πω εγώ το όχι. Μια χαρά εικονίτσα είσαι έτσι, γιατί να μου το χαλάσεις; Έλα, λέγε μου για σένα, τι κάνεις εδώ;

Με αυτό το τελευταίο, ακούμπησε το χέρι του ψηλά στο μπούτι μου. Καθώς μιλούσαμε για γενικότητες χωρίς τίποτε ιδιαίτερο, ένοιωσα το χέρι του να αρχίζει να χαϊδεύει. Πολύ διακριτικά στην αρχή και όσο εγώ συνέχιζα την συζήτηση χωρίς σημάδια δυσφορίας, όλο και πιο έντονα. Κάποια στιγμή κοιτάζοντας με στα μάτια μου είπε πολύ σοβαρά.

- Δε σε ενοχλεί το χάδι μου ε;…

- Κύριε Γιάννη αισθάνομαι πολύ άνετα, γιατί να με ενοχλεί;

- Ρωτάω, γιατί απ' ότι βλέπω εδώ μάλλον σου αρέσει…

πιάνοντας μου εκείνη την στιγμή τον πούτσο πάνω από το σορτσάκι. Μου είχε σηκωθεί με όλη αυτή την κατάσταση, και φαινόταν στο σορτσάκι μου, που είχε γίνει σαν αντίσκηνο. Μ… βόγκηξα χωρίς να δώσω άλλη απάντηση. Με σήκωσε όρθιο μπροστά του και τόσο γρήγορα που ακόμη και αν δεν ήθελα δεν θα προλάβαινα να τον σταματήσω μου τράβηξε με το ένα χέρι το σορτσάκι στους αστραγάλους και με το άλλο άρχισε να μου τον παίζει αργά, κρατώντας τον σφιχτά. Βογκηξα πάλι, ρίχνοντας το κεφάλι πίσω.

- Σου αρέσει ε; Το έχεις ξανακάνει;

Όρθιος μπροστά του, με τα πόδια ελαφρά ανοιχτά…

- ναι στο πρώτο, όχι στο δεύτερο κύριε Γιάννη, απάντησα βραχνά. Αλλά, δεν είναι σωστό. Τι θα σκεφτεί ο κύριος Θεοδόσης;…

και με αυτό, τραβήχτηκα προς τα πίσω, σπρώχνοντας τους ώμους του ελαφρά. Σε δέκατα του δευτερολέπτου το χέρι του χώθηκε ανάμεσα στα πόδια μου και φτάνοντας πίσω στον κώλο μου, ένα δάχτυλο άρχισε να πιέζει την τρύπα μου χαϊδεύοντας την κυκλικά, ενώ το άλλο συνέχισε να μου τον παίζει αργά, στον ίδιο ρυθμό. Ξαναβόγκηξα, μένοντας ακίνητος με τα χέρια στους ώμους του.

- Πρώτον, δεν θα μάθει κανείς τίποτε. Το καλό που σου θέλω. Δεύτερο, το υπόλοιπο θα σου αρέσει ακόμα πιο πολύ. Όχι ότι έχεις πια επιλογή, θα σε κάνω ότι θέλω έτσι κι αλλιώς.

Εν τω μεταξύ το δάχτυλο του είχε χωθεί στην τρυπούλα μου, χωρίς να σταματήσει λεπτό την κυκλική του κίνηση. Είχα αρχίσει να κουνιέμαι στο ρυθμό του, όταν το χέρι που μου τον έπαιζε μου χούφτωσε το κωλομέρι ανοίγοντας το και την θέση του πήρε το στόμα του κυρίου Γιάννη.

- Αχ, κύριε Γιάννη! Τέλειο είναι!

Σχεδόν φώναξα. Άρχισε χρησιμοποιώντας το δάχτυλο του να με κουνάει μπρος-πισω βάζοντας και βγάζοντας με στο στόμα του στον ρυθμό που ήθελε. Με έφτανε σχεδόν στον οργασμό και μετά σταματούσε, κάνοντας με να θέλω να τον αρπάξω από τα μαλλιά για να τον κάνω να συνεχίσει. Το έκανε αυτό για κανένα δεκάλεπτο, στην διάρκεια του οποίου είχε χωθεί στον κώλο μου και ένα δεύτερο δάχτυλο, σχεδόν χωρίς να το καταλάβω.

Ξαφνικά, με τράβηξε προς το μέρος του κάνοντας με να χάσω την ισορροπία μου και να πέσω λοξά μπρούμυτα ο μισός επάνω του στον καναπέ. Πήγα να σηκωθώ αλλά ένα χέρι στον σβέρκο μου με σταμάτησε. Τον ένοιωσα να σηκώνεται, λέγοντας:

- Όχι, όχι. Μείνε όπως είσαι. Θέλω να το δω αυτό, να το χορτάσω.

Το ένα χέρι του με κρατούσε σφιχτά από τον σβέρκο κρατώντας μου το κεφάλι στο μαξιλάρι του καναπέ στην ένωση με την πλάτη, το ένα μου πόδι επάνω στον καναπέ, λυγισμένο όπως είχα πέσει και το άλλο λυγισμένο με το γόνατο να ακουμπάει το πάτωμα. Άκουσα τον ήχο του φερμουάρ του να ανοίγει. Ένιωσα το βάρος του επάνω μου καθώς ανέβαινε στον καναπέ. Ξάπλωσε σχεδόν επάνω μου, με μόνο στήριγμα το χέρι του που μου έσφιγγε το σβέρκο και τον ένοιωσα καυτό και σκληρό σαν πέτρα να βολεύεται και να αρχίζει να τρίβεται ανάμεσα στα κωλομέρια μου.

Έκανα μια απότομη κίνηση πίσω, δήθεν να σηκωθώ, λέγοντας συγχρόνως:

- Κύριε Γιάννη, τι κάνετε εκεί; Φτάνει, δε θέλω…

ξέροντας ότι θα τον φτιάξει περισσότερο. Να ομολογήσω, ότι εκείνη την ώρα μου άρεσε το πώς με χειριζόταν και το ήθελα κι εγώ πιο άγριο λίγο. Δεν ήξερα όμως, δεν περίμενα τη συνέχεια.

Τον ένοιωσα να σηκώνεται από πάνω μου. Έφαγα μια ξυλιά στον κώλο τόσο δυνατή που φώναξα στ' αλήθεια. Τραβώντας με από τα μαλλιά τόσο δυνατά που νόμιζα ότι θα τα ξεριζώσει, με τράβηξε στο πάτωμα βάζοντας με να γονατίσω μπροστά του. Σήκωσα το κεφάλι μου πηγαίνοντας να μιλήσω και έφαγα ένα χαστούκι τόσο δυνατό που ζαλίστηκα.

- Φτάνει; Δεν θέλεις; Να με καυλώνεις όμως θέλεις πουτανίτσα, ε; Λοιπόν ούτε φτάνει, ούτε δε θέλω από δω και πέρα! Ναι κύριε Γιάννη, σε ότι σου λέω! Αλλιώς θα σε κάνω μαύρο πουτανάκι! Κατάλαβες;

Μέχρι να τελειώσει να τα λέει αυτά, είχα φάει άλλα τρία χαστούκια. Τα μάγουλα μου έκαιγαν, είχα δακρύσει και ζαλιζόμουν. Το καλύτερο όμως ήταν ότι ο πούτσος μου είχε γίνει πέτρα!

- Ναι κύριε Γιάννη…

είπα σε όσο πιο πειθήνιο τόνο μπορούσα για να τον ηρεμήσω.

- Έτσι μπράβο! Τα χέρια στην πλάτη τώρα. Σα να φοράς χειροπέδες! Μπράβο! Άνοιξε το στοματάκι σου τώρα. Έτσι!

Μου έπιασε το κεφάλι και με τα δύο χέρια και σπρώχνοντας το προσπαθούσε να φτάσει τον πούτσο του στον λαιμό μου. Πνίγηκα και ασυναίσθητα έπιασα τα μπούτια του σπρώχνοντας τον πίσω, προσπαθώντας να αναπνεύσω. Κατάλαβα τη στιγμή που το έκανα ότι δεν έπρεπε, αλλά δεν πρόλαβα να αποφύγω το χαστούκι. Χαστουκίζοντας με, με ρυθμό μια με το ένα χέρι και μια με το άλλο, έλεγε χωρίς να προσπαθεί να το ξαναβάλει βαθιά…

- αστειεύομαι νομίζεις; Πίσω τα χέρια, όπως σου είπα! Μέχρι να ακουμπήσουν τα χείλια σου στην κοιλιά μου δεν θα σταματήσει αυτό! Μαύρο θα σε κάνω, αλλά θα μάθεις να φέρεσαι! Τελείωνε!

Είχα αρχίσει να ζαλίζομαι πάλι. Μπουκωνόμουν με την πούτσα του σαν τρελός, προσπαθώντας να την καταπιώ για να σταματήσει. Όταν έμεινε ευχαριστημένος, σταμάτησε να με χαστουκίζει και μου είπε:

- Μπράβο, μαθαίνεις γρήγορα! Πήγαινε στον καναπέ μπουσουλώντας, γονάτισε και ακούμπησε το κεφάλι σου στην πλάτη. Τα χέρια πίσω τώρα όπως πριν. Μπράβο πουτανίτσα! Τώρα μην τολμήσεις να κουνηθείς, γιατί θα αρχίσουμε από την αρχή!

Ακούμπησε τον πούτσο του πάνω στην τρύπα μου κατευθείαν, χωρίς χάδια και προκαταρκτικά. Άρχισε να την κουνάει γύρω-γύρω όπως έκανε νωρίτερα με τα δάχτυλα του. Τρελάθηκα! Χωρίς να το συνειδητοποιήσω, άρχισα να κουνιέμαι κι εγώ. Κι εκεί έφαγα την πρώτη ξυλιά στον κώλο. Με την καθεμία από τις επόμενες, παρόλο που είχα σταματήσει να κουνιέμαι, άρχισε πάλι να μου λέει:

- Δεν είπα ότι δεν θα κουνιέσαι; Δεν κατάλαβες ότι πρέπει να κάνεις ότι σου λέω; Αυτό δεν είναι για σένα πια! Είναι για να ευχαριστηθώ εγώ! Θα κουνιέσαι μόνο και όταν θα σου πω εγώ! Κατάλαβες;

Ψέλλισα ένα "Ναι κύριε Γιάννη" μέσα σε λυγμούς από τον πόνο. Τον ένοιωσα να σκληραίνει πίσω μου και χωρίς να με ακουμπά πουθενά άρχισε να σπρώχνει την λεκάνη του, χώνοντας αργά τον πούτσο του μέσα μου.

- Μπράβο καύλα μου! Έτσι, αχ… σα να τον χώνω σε βούτυρο είναι! Βελούδο το κωλαράκι σου πουτανάκι μου. Και νόμιζα ότι εγώ του κάνω χάρη του Θεοδόση που θα σου έφερνα το πακέτο. Θα σου κάνω πολύ συχνές επισκέψεις καυλάκι μου. Θα σου την κάνω την τρυπούλα σου να ανοιγοκλείνει μόνο που θα με σκέφτεσαι! Αχ, έτσι! Κουνήσου τώρα. Το ξέρω ότι το θέλεις! Κουνήσου μου να σου την πλημμυρίσω την τρυπούλα σου.

Κουνιόμουν σαν τρελός μπρος πίσω, μέχρι που με άρπαξε από τη μέση και με κάρφωσε πάνω στον καναπέ. Έχυσε μέσα μου βαθιά, με σπασμούς, μουγκρητά και βρισιές κάνοντας με να χαθώ κι εγώ σε μια δίνη. Έχυνα χωρίς να ακουμπάω καθόλου τον πούτσο μου. Βογκούσα, μυξόκλαιγα από την καύλα. Όταν συνήρθα, ήταν ήδη στην πόρτα.

- Θα τα ξαναπούμε μικρέ. Καλό βράδυ και όπως είπαμε. Λέξη πουθενά, ναι;




Copyright protected OW ref: 161651