Ο σπιτονοικοκύρης μου στη Θεσσαλονίκη

Δημοσιεύθηκε από Lucky71
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.23 (11 Votes)
Μόλις έφυγαν ο Γιώργος και ο Δημήτρης, έκανα ένα ντουζάκι, έφτιαξα έναν καφέ και άραξα στον καναπέ όπου μετά από λίγο με πήρε ο ύπνος. Ξύπνησα αρκετές ώρες μετά, αναζωογονημένος και κεφάτος και συνέχισα τον καφέ μου μιλώντας στο τηλέφωνο με φίλους και με την τότε κοπελιά μου και σκεφτόμενος τα όσα είχαν διαδραματιστεί τις προηγούμενες μέρες. Φορούσα ένα σορτσάκι μακό μόνο, λόγω της ζέστης και μιλώντας με έναν συμφοιτητή μου στο τηλέφωνο χαϊδευόμουν ασυναίσθητα όταν χτύπησε το κουδούνι της πάνω πόρτας. Έκλεισα το τηλέφωνο και ανοίγοντας την πόρτα είδα μπροστά μου το σπιτονοικοκύρη μου τον κύριο Θεοδόση. Εντελώς συνηθισμένος άνθρωπος, 50άρης τότε, παντρεμένος. Έμενε με την γυναίκα του στον από πάνω όροφο, μόνοι τους, μια και τα δύο παιδιά τους είχαν φύγει από το σπίτι πολύ καιρό και ζούσαν μόνα τους.

- Καλησπέρα αγόρι μου, μου είπε χαμογελαστά. Έχεις λίγη ώρα που κάτι σε θέλω; Ρωτάω γιατί δε θέλω να σε διακόψω από κάτι ή να σε καθυστερήσω αν ετοιμάζεσαι να βγεις.

Του είπα ότι δε συνέβαινε τίποτε από τα δύο και ότι έτσι κι αλλιώς είχα κανονίσει να αράξω σπίτι να ξεκουραστώ λόγω της τρεχάλας των προηγούμενων ημερών. Μπαίνοντας μέσα χαμογέλασε και την ώρα που καθόταν στον καναπέ μου είπε:

- Ευχάριστη τρεχάλα όμως, ε; Και πληρώθηκες και καλά απ' ότι κατάλαβα.

Με είδε που τον κοίταζα απορημένα και συνέχισε.

- Σας είδα το πρωί που ήρθαν οι εργοδότες σου εδώ να σε πληρώσουν.

Πρέπει να έγινα παντζάρι από την αμηχανία μου.

- Δηλαδή;… ήταν το μόνο που κατάφερα να ψελλίσω.

- Δηλαδή ήμουν στο μπαλκόνι και έπινα καφέ και μου τράβηξε την προσοχή το ότι είχες κόσμο στο σπίτι, πήγα στο πλαϊνό μπαλκόνι να πιώ τον καφέ μου και άκουσα και είδα τα πάντα. Γι' αυτό άλλωστε και είμαι εδώ τώρα, για να σου κάνω μία πρόταση.

- Κοιτάξτε, κατάφερα να ψελλίσω, δεν ξέρω τί έχετε στο μυαλό σας αλλά…

- Αλλά τίποτε, μικρέ μου… Με έκοψε με ένα νεύμα. Άκουσον μέν, πάταξον δε. Λοιπόν. Μου άρεσε αυτό που είδα το πρωί γιατί κατάλαβα ότι σου αρέσει και δεν το κάνεις ούτε από ανάγκη, ούτε επειδή σε ανάγκασε κάποιος. Εμένα πάλι, μου αρέσουν τα αγοράκια της ηλικίας σου, αλλά λόγω έλλειψης ώρας δε μπορώ να ξεφύγω από το σπίτι για πολύ. Σκέφτηκα λοιπόν ότι με κάποιο έξτρα έσοδο σου, θα μπορούσαμε να είμαστε πολύ ευχαριστημένοι και οι δύο. Καλά μέχρι εδώ;

Κατακόκκινος εγώ (και σοκαρισμένος θα έλεγα από τον τρόπο της πρότασης), ρώτησα θυμωμένα:

- Δεν κατάλαβα, μου προτείνετε να με πληρώνετε για να σας κάθομαι; Σοβαρολογείτε τώρα; Τι σας κάνει να πιστεύετε ότι θα δεχόμουν κάτι τέτοιο;

Χαμογέλασε πάλι, αλλά αυτό δεν είχε καμία σχέση με το χαμόγελο που είχε όταν μπήκε. Ήταν σαρκαστικό… κακό θα έλεγα. Πάγωσα μόνο που τον είδα να χαμογελά έτσι.

- Δύο πράγματα μικρέ μου. Πρώτον, το ότι έχω σε βίντεο όλο το πρωινό σου. Και δεν νομίζω να ήθελες να φτάσει εντελώς τυχαία στους γονείς σου.

Πάγωσα. Το μυαλό μου άρχισε να τρέχει προσπαθώντας να βρει τρόπο να ξεφύγει. Ένοιωθα παγιδευμένος, φοβισμένος. Εκείνος βλέποντάς το, σηκώθηκε και με τράβηξε δίπλα του στον καναπέ. Ακολούθησα σαν αυτόματο, με το κεφάλι κάτω, τρέμοντας στην κυριολεξία. Αγκαλιάζοντάς με από τους ώμους με το ένα χέρι, έγειρε στον λαιμό μου και μου ψιθύρισε.

- Έλα μην κάνεις έτσι. Δεν το θέλω, θέλω απλά να σε έχω. Όποτε και όπως θέλω. Θα κάνεις κάτι που θα σου αρέσει πολύ και θα βγάζεις και το κάτι τι σου. Θα μπορούσα να σε παίρνω χωρίς τίποτε, αλλά πάντα με έφτιαχνε να πληρώνω τις πουτάνες που γαμάω. Κι εσένα, έτσι σε θέλω. Να σε κρατάω, να με φοβάσαι, και να σε πληρώνω σαν την προσωπική μου πουτάνα. Δε θα την ξανακάνω αυτή την συζήτηση, καλά θα κάνεις εσύ όμως να τη θυμάσαι πάντα. Συνεννοηθήκαμε καυλάκι;

Μ' αυτό, με έπιασε από το πηγούνι και μου σήκωσε το κεφάλι, κοιτάζοντάς με στα μάτια. Δεν μιλούσε, περίμενε. Παραδομένος, μη μπορώντας να βρω διέξοδο ψέλλισα ένα…

- εντάξει, δε μπορώ να κάνω κι αλλοιώς. Σας παρακαλώ όμως, δε θέλω να μάθει κανείς τίποτε.

- Μπράβο μικρέ μου, χαίρομαι που αποφάσισες λογικά. Και τώρα, για δεις πόσο καλά θα περάσουμε εμείς οι δύο, γονάτισε ανάμεσα στα πόδια μου και άνοιξέ μου το φερμουάρ. Ά και να ξέρεις, δεν θέλω μα και μου. Ότι σου λέω θα γίνεται άμεσα. Μια και θα είσαι το πουτανάκι μου, θα πρέπει να φέρεσαι και ανάλογα.

Μ' αυτό, ακούμπησε πίσω στον καναπέ ανοίγοντας τα χέρια του επάνω στην πλάτη, και άνοιξε ελαφρά τα πόδια του κάνοντας μου χώρο. Πήγα ανάμεσα στα πόδια του, γονάτισα, άνοιξα το φερμουάρ και σταμάτησα, μη θέλοντας να κάνω κάτι που θα τον εκνευρίσει.

- Έτσι μπράβο! Βάλε το χέρι σου μέσα τώρα και βγάλε μου την έξω, να δεις τι σε περιμένει.

Το έκανα και βρέθηκα να κρατάω ένα τέρας, ίδιου μεγέθους με του μαύρου πελάτη της προηγούμενης νύχτας, πολύ λίγο λεπτότερο απλά. Το χέρι μου ίσα που έκλεινε γύρω του στην βάση του. Είχα τέτοιο λαβράκι δίπλα μου τόσο καιρό και δεν το ήξερα; Γέλασε βροντερά βλέποντας τα μάτια μου να γουρλώνουν στην θέα του.

- Το πρόσωπό σου τα λέει όλα! Αυτός είναι ο δεύτερος λόγος που πίστευα ότι θα δεχτείς! Τρελαίνεσαι για πούτσες ξεκωλάκι και φαίνεται! Άντε, σταμάτα να τον κουνάς και σάλιωσε τον λίγο για το κωλαράκι σου. Δεν έχω πολύ ώρα, αλλά δεν νομίζω να χρειαστεί άνοιγμα μετά από αυτά που είδα το πρωί!

Κατακοκκίνισα. Του τον έπαιζα ήδη ελαφρά και με έπιασα να γλείφω τα χείλια μου, έτοιμος να ξεκινήσω. Τι ήταν αυτό που είχα πάθει; Ήταν ο τρόπος του; Ήταν η αίσθηση του εξαναγκασμού που ένοιωθα; Γιατί είχε γίνει το σορτσάκι μου σαν αντίσκηνο; Τόσο πολύ με καύλωναν οι πούτσες τελικά; Το ότι ήταν μεγάλη και χοντρή βοηθούσε σίγουρα πάντως.

Μου έπιασε τα μαλλιά από μπροστά και μου κατέβασε το κεφάλι στο κεφάλι της πούτσας του, βογκώντας την ώρα που είχα το κεφάλι στο στόμα μου. Τραβώντας με από τα μαλλιά, μου κατέβασε το κεφάλι μέχρι που κατάλαβε ότι πνιγόμουν. Με άφησε να τραβηχτώ ελάχιστα και με ξανακατέβασε λίγο πιο βαθειά αυτή την φορά. Αυτό συνεχίστηκε για κανένα δεκάλεπτο, στο τέλος του οποίου ακουμπούσε το σαγόνι μου στις τρίχες του, τα μάτια μου έτρεχαν χωρίς σταματημό από το ζόρισμα και το καυλί του ήταν μουλιασμένο από τα σάλια μου. Τραβώντας με από τα μαλλιά που δεν είχε αφήσει καθόλου στη διάρκεια του γλειψίματος, με πήγε στα τέσσερα μέχρι το τραπεζάκι του σαλονιού και με έβαλε να ακουμπήσω επάνω στο πλάτος του.

Ήταν τόσο χαμηλό και στενό, που ίσα που με στήριζε από το στήθος μέχρι την κοιλιά, με τον κώλο μου να προεξέχει από την μία και το κεφάλι μου από την άλλη. Έφερε αμέσως το καυλί του επάνω στην τρυπούλα μου και μόλις άρχισα να το νοιώθω να πιέζει, σταμάτησε βογκώντας.

- Αχ… όλο το πρωί αυτό σκεφτόμουν. Απόλαυση είναι το κωλί σου καυλίτσα μου…

Και μ' αυτό, άρχισε να κουνιέται πολύ ελαφρά μπρός πίσω, με κάθε κίνηση να τον νοιώθω να χώνεται και λίγο πιο βαθειά. Μου είχε βάλει περίπου τον μισό, όταν σταμάτησε πάλι, μένοντας ακίνητος μέσα μου. Με την φωνή του βραχνιασμένη, άρχισε να με ρωτάει:

- Πώ πω, σαν να τον χώνω σε βούτυρο είναι. Στον άνοιξαν καλά τελικά. Σ' αρέσει καυλάκι;

Ένα "ναι", μισό βογγητό μισό αναστεναγμός βγήκε από μέσα μου ενώ άρχισα να κουνιέμαι αργά, προσπαθώντας να βολέψω λίγο ακόμη από το τέρας αυτό μέσα μου αποσπώντας του ένα ζωώδες μουγκρητό ευχαρίστησης. Με έπιασε από την ένωση της μέσης με το γοφό με το ένα χέρι. Το άλλο με τράβηξε από τα μαλλιά προς τα πίσω, κάνοντας με να τεντωθώ φωνάζοντας καθώς γλίστρησε λίγο ακόμα μέσα μου.

- Ναι τί, πουτανίτσα μου; Πές μου το, τι σου αρέσει;

Αυτό, αρχίζοντας να παλινδρομεί πολύ ελαφρά μέσα μου πάλι, κρατώντας με τεντωμένο όσο έπαιρνε και ακίνητο, καρφωμένο επάνω στο τραπέζι, στη στάση που ήθελε ακριβώς. Κάτι έσπασε μέσα μου τότε. Πρέπει να φώναζα, αλλά δεν το σκέφτηκα καθόλου.

- Που είμαι η πουτανίτσα σου, που μου ανοίγεις το κωλαράκι με την καυλάρα σου, που με κάνεις ότι θέλεις! Όποτε θέλεις, όσο θέλεις, όπως θέλεις να με γαμάς! Μόνο να με σουβλίζεις έτσι θέλω, τίποτε άλλο!

Όσο τα φώναζα αυτά, η κίνηση του γινόταν πιο απότομη, πιο κοφτή. Στην τελευταία μου φράση, μούγκρισε ένα:

- Ωχ… πουτάνα που είσαι… και καρφώθηκε μέσα μου χύνοντας μια απίστευτη ποσότητα μέσα στον κώλο μου, πατώντας με στην πλάτη με το ένα χέρι και σφίγγοντάς μου το σβέρκο με το άλλο.

Αφέθηκα να με παρασύρει. Φώναζα, έχυνα, προσπαθούσα να κουνηθώ επάνω του μην μπορώντας να κάνω ρούπι. Συνήρθα, όταν είχε ήδη βγει από μέσα μου, είχε σκουπιστεί με ένα μωρομάντηλο και ήταν έτοιμος να φύγει.

- Καύλα σκέτη είσαι πουτανίτσα μου…

μου είπε, αφήνοντας ένα πενηντάρικο δίπλα μου επάνω στο τραπεζάκι και χαϊδεύοντας μου τον κώλο.

- Θα τα πούμε ξανά σύντομα, να είσαι σίγουρος!

- Θα σας περιμένω κύριε Θεοδόση, όποτε θέλετε, στη διάθεσή σας!

- Στην διάθεση της πούτσας μου μικρέ μου θέλεις να πεις…

μου είπε χαμογελαστά πριν ανοίξει την πόρτα για να φύγει.

Και είχε τόσο δίκιο.




Copyright protected OW ref: 158315