Οπλές και κέρατα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.25 (10 Votes)
Ο Πάνδροσος έδεσε το ασκί του στη ζώνη. Έλεγξε για πολλοστή φορά το δισάκι του και μέτρησε τα χρυσά νομίσματα. Ήξερε πως είχε αρκετά χρήματα, αλλά ο έλεγχος που έκανε του χάριζε μια αίσθηση ασφάλειας και κατεύναζε το άγχος του για το επικείμενο ταξίδι. Ο Τίμαιος, το γαϊδουράκι που είχε για να τον βοηθά στα κτήματα, είχε αρρωστήσει δύο φεγγάρια πριν και εν τέλει δεν τα κατάφερε. Δεν υπήρχε τρόπος να γίνουν οι απαραίτητες εργασίες στα χωράφια χωρίς τη βοήθεια του ζώου. Ο Πάνδροσος έπρεπε να πάει στην πόλη και να αντικαταστήσει τον τετράποδο βοηθό του. Αφού σιγουρεύτηκε πως είχε τα νομίσματα και αρκετό νερό για το ταξίδι έκλεισε την πόρτα της καλύβας του και ξεκίνησε να περπατά.

Ζούσε μακριά από την πόλη, σε ένα απομονωμένο λόφο, μακριά από ενοχλήσεις και άλλους ανθρώπους. Είχε μια ήρεμη ζωή, προσέχοντας τη γη που τον έτρεφε και περνώντας την ώρα του πηγαίνοντας για κυνήγι και βλέποντας τα σύννεφα. Οι σπάνιες επισκέψεις στην πόλη ήταν αρκετές για να μη θεωρηθεί ερημίτης και κάποιες φορές είχε επισκέπτες, φίλους και ταξιδιώτες που τάραζαν τη ρουτίνα του.

Η πόλη απείχε μιάμιση μέρα περπάτημα και με τον γλυκό καιρό που είχε και ο Πάνδροσος ήταν σίγουρος πως το ταξίδι θα ήταν εύκολο και ευχάριστο. Το μεγαλύτερο μέρος του ταξιδιού πέρναγε μέσα από το δάσος που συνόρευε με την πόλη. Περπατούσε αργά, μύριζε τις πρώτες νότες της άνοιξης και ένιωθε τον ήλιο να τον χτυπά τον εκτεθειμένο λαιμό του. Ο σταθερός ρυθμός που κράταγε στο περπάτημα τον απορρόφησε και οι μόνοι ήχοι που άκουγε ήταν τα βήματά του και τα κοτσύφια που φώναζαν τον ερχομό της άνοιξης. Οι ώρες πέρασαν γρήγορα και σύντομα ο ουρανός άρχισε να αλλάζει χρώμα. Οι κόκκινες και μωβ ανταύγειες ήταν πραγματικά όμορφες, αλλά ήδη η ορατότητα άρχισε να μειώνεται. Θα ταξίδευε ακόμη για μισή ώρα αλλά μετά έπρεπε να βρει ένα μέρος να κοιμηθεί.

Ένας βαθύς ήχος τον έβγαλε από τη βαθιά του σκέψη. Στην αρχή υπέθεσε πως κάπου κοντά υπήρχε κάποιο ζώο, αλλά μετά από λίγο ο ήχος ακούστηκε πιο ξεκάθαρα. Το γέλιο ενός άνδρα ακούστηκε και μετά από λίγο ακούστηκε μία δεύτερη φωνή να γελάει ακόμα πιο δυνατά. Ο Πάνδροσος βλαστήμησε και ένιωσε ιδρώτα να σχηματίζεται στο μέτωπό του. Είχε ακούσει πως το δάσος μεταξύ της πόλης και των κτημάτων του είχε τέσσερις νέους κατοίκους. Βάρβαροι από κάποια βόρεια περιοχή, διωγμένοι από την πόλη τους, τώρα κατοικούσαν στο δάσος. Πιστοί στη βαρβαρότητα του λαού τους, έστηναν καρτέρι σε περαστικούς ταξιδιώτες και έκλεβαν ότι μπορούσαν να κουβαλήσουν. Μάλιστα κυκλοφορούσαν φήμες πως είχαν πάρει με τη βία 2 ιέρειες, στο δρόμο τους για το ναό της Αρτέμιδος.

Ο Πάνδροσος ένιωθε την καρδιά του να χτυπά γρήγορα και δυνατά. Κοίταξε γύρω του, με την ελπίδα να βρει κάποια κρυψώνα. Άφησε το μονοπάτι απρόθυμα, και άρχισε να προχωρά αναμεταξύ των δέντρων. Η κλίση που είχε το έδαφος και το σούρουπο που είχε πέσει έκαναν την φυγή του ακόμα πιο δύσκολη. Το σανδάλι του τον πρόδωσε όταν πιάστηκε σε ένα ξερό κλαδί και σε μια στιγμή ο Πάνδροσος βρέθηκε να πέφτει προς το έδαφος. Τον ήχο της πτώσης ακολούθησαν κραυγές σε μια ξένη γλώσσα και βήματα που επιτάχυναν. Δε μπορούσε πλέον να κρυφτεί οπότε άρχισε να τρέχει μακριά από το μονοπάτι.

Έτρεχε για πολύ ώρα. Τα δέντρα που προσπερνούσε γίνονταν όλο και πιο μεγάλα, πιο ξένα, σχεδόν τρομαχτικά. Η αδρεναλίνη που έρεε στις φλέβες του κάλυπτε κάθε ίχνος κούρασης και ενώ τα πόδια του έκαιγαν δε σταμάτησε, μέχρι που το μόνο πως που είχε απομείνει ήταν αυτό του φεγγαριού. Δε μπορούσε να δει καλά αλλά ούτε οι διώκτες του θα μπορούσαν να δουν πλέον, οπότε σταμάτησε για να πιει νερό. Άδειασε το περιεχόμενο του ασκού στο στόμα του και με κάθε γουλιά ένιωθε τον παλμό του να ηρεμεί. Μαζί με την κούραση άρχισε να υποχωρεί το ένστικτό της φυγής. Ο λογικός του νους, άρχισε να λειτουργεί πάλι και η πραγματικότητα της κατάστασης έκανε την καρδιά του να σφιχτεί. Είχε τρέξει μακριά από το μονοπάτι, είχε χαθεί και ήταν νύχτα. Ήξερε πως θα ήταν επικίνδυνο να προσπαθήσει να βρει το δρόμο του στο σκοτάδι και χωρίς να το θέλει αποφάσισε να περάσει το βράδυ εκεί που ήταν. Προσεκτικός να μην κάνει φασαρία, έβγαλε το σακίδιο γύρω από τον ώμο του και άπλωσε τη προβιά που φορούσε του στο έδαφος. Αφού έφαγε μερικά αποξηραμένα φρούτα και ήπιε νερό ξάπλωσε στο αυτοσχέδιο στρώμα.

Το σώμα του έτρεμε, ίσως από τη δροσιά, ίσως από την ταραχή και ο ύπνος δεν ερχόταν. Κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια του ένιωθε μάτια να τον κοιτάνε. Δεν ακουγόταν όμως κανένας ύποπτος ήχος οπότε ο Πάνδροσος παραδέχθηκε ότι μάλλον ένιωθε έτσι λόγο του φόβου του. Χωρίς να ηρεμήσει πραγματικά κοιμήθηκε, περισσότερο από εξάντληση παρά από θέληση.

Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου ήταν αρκετές για να ξυπνήσουν τον άνδρα. Αν και ήταν ακόμα χαμένος τουλάχιστον είχε ξεφύγει από τους κλέφτες. Σηκώθηκε και τεντώθηκε. Από κάπου κοντά ακουγόταν το κελάρυσμα του νερού. Αποφάσισε να το ακολουθήσει αφού μάζεψε τα πράγματα του, ελπίζοντας πως ίσως τον οδηγούσε στο μονοπάτι ή ακόμα και στην πόλη. Μετά από λίγη πεζοπορία, βρέθηκε μπροστά από ένα πανέμορφο καταρράκτη. Ήδη η θερμοκρασία είχε ανέβει αρκετά και το σώμα του κόλλαγε από τον ιδρώτα της προηγούμενης νύχτας. Κοίταξε γύρω του, βεβαιώθηκε πως ήταν μόνος και προχώρησε πιο κοντά στον καταρράκτη. Έβγαλε τα ρούχα του, και τα ακούμπησε σε έναν υπερυψωμένο βράχο πριν μπει κάτω από το παγωμένο νερό. Το απότομο κρύο τον σόκαρε αλλά σύντομα άρχισε να απολαμβάνει την αίσθηση του στο κεφάλι και τον αυχένα του.

Χαλάρωσε το σώμα του και ένιωσε την ένταση του να τον εγκαταλείπει. Το φως του ήλιου χτυπούσε το σφιγμένο του κορμί. Ο Πάνδροσος ήταν μελαχρινός, με μάτια πράσινα και διαπεραστικά. Οι περιστασιακές βόλτες στην πόλη του είχαν κάνει ξεκάθαρο πως ήταν ωραίος άνδρας. Οι γυναίκες στην πόλη συχνά του μιλούσαν με νάζι για γάμους και μερικές φορές πιο πονηρά θέματα. Συχνά άκουγε φιλοφρονήσεις για τα μάτια του ή για το σώμα του που είχε σμιλευτεί από την εργασία στα χωράφια. Η πλάτη του ήταν φαρδιά και το στήθος του γυμνασμένο. Τα πόδια του ήταν εξίσου σμιλεμένα και οδηγούσαν σε δύο σφιχτούς, μεγάλους γλουτούς.

Όταν σιγουρεύτηκε πως ήταν καθαρός άρχισε να πηγαίνει προς την όχθη της λιμνούλας αλλά για δεύτερη φορά σε ένα 24ωρο γλίστρησε σε μια πέτρα και έπεσε στα ρηχά. Αυτή τη φορά το γέλιο ακούστηκε από πολύ πιο κοντά. Ο Πάνδροσος κοίταξε γύρω του αλλά δε βρήκε την πηγή. Το γέλιο ήταν διαφορετικό από αυτά που είχε ακούσει την προηγούμενη μέρα. Ήταν πιο ψηλό, σχεδόν παιδικό και φαινόταν να έρχεται από παντού. Για άλλη μια φορά ένιωσε τον παλμό του να ανεβαίνει και τα μάτια του να πετάνε από ένα σημείο στο άλλο, ψάχνοντας αυτόν που βρήκε τόσο αστεία την πτώση του.

-    Ποιός είναι εκεί; Φανερώσου… φώναξε.

Λίγο πιο πίσω από εκεί που είχε αφήσει τα ρούχα του ακούστηκε ένα κλαδί να σπάει. Γύρισε αμέσως και μέσα σε κάποιους θάμνους είδε ένα γυμνό ανδρικό στήθος να ανεβοκατεβαίνει στον ίδιο ρυθμό με το γέλιο. Το στήθος δεν ήταν όσο φαρδύ όσο το δικό του, έμοιαζε εφηβικό. Ένα χέρι εμφανίστηκε και έκανε πέρα τα κλαδιά του θάμνου, φανερώνοντας ένα αλλόκοτο πρόσωπο. Ο ξένος γελούσε ακόμα, δείχνοντας τα δόντια του, που ήταν σχεδόν μυτερά, διαφορετικά από οποιοδήποτε χαμόγελο είχε δει μέχρι τώρα.

-    Φανερώθηκα λοιπόν… είπε γελώντας, συγχώρεσε με που γελάω με την ατυχία σου αλλά δεν έχω δει άνθρωπο εδώ και πολλά χρόνια και είχα ξεχάσει πόσο εύκολα σας προδίδουν τα πόδια σας.

Κρατώντας ακόμα τα κλαδιά του θάμνου, ο ξένος έκανε μερικά βήματα προς τον Πάνδροσο. Τα πόδια του φαίνονταν τώρα και δεν ήταν ανθρώπινα. Τρίχωμα που ξεκινούσε ψηλά στα πόδια γινόταν όλο και πιο πυκνό όσο πλησίαζε στις οπλές του ξένου που ο Πάνδροσος πλέον αναγνώρισε ως Φαύνο. Είχε ακούσει παραμύθια αλλά μέχρι τώρα δεν τα πίστευε. Ο κόσμος ήταν πιο απλός και άδειος από τις ιστορίες που έλεγαν στα παιδιά. Τουλάχιστον έτσι νόμιζε μέχρι τώρα.

Το πλάσμα έκανε μερικά βήματα προς το μέρος του Πάνδροσου, γελώντας ακόμα. Όταν ήταν αρκετά κοντά στον τρομαγμένο άνθρωπο, χαμογέλασε πλατύτερα και είπε:

-    Φοβάμαι πως θα κρυώσεις αν μείνεις έτσι.

Ο άνδρας δεν κατάλαβε τι εννοούσε. Κοίταξε για λίγο αυτό το περίεργο πρόσωπο κατάματα, μετά κοίταξε γύρω του και μετά κοίταξε κάτω. Ένιωσε τα αυτιά του να παίρνουν φωτιά. Δεν είχε ντυθεί ακόμα και το σώμα του ήταν πλήρως εκτεθειμένο στα στοιχεία και το Φαύνο. Και τη στιγμή που η ντροπή τον έκανε να κοιτάξει κάτω, τα μάτια του πέρασαν πάνω από τα απόκρυφα μέρη του πλάσματος. Ένιωσε κάτι περίεργο μέσα του. Ένιωσε μια δίψα, μια λαγνεία να οργιάζει μέσα του γεμίζοντας το μυαλό του με απαγορευμένες εικόνες.

Με μια απότομη κίνηση ο φαύνος πήγε προς το μέρος του αλλά ακόμα πιο γρήγορα τον είχε προσπεράσει. Κινήθηκε προς το ρυάκι και μόλις πλησίασε έσκυψε στα γόνατα, και άπλωσε τα χέρια του πάνω από το νερό.

-    Είμαι σίγουρος ότι πεινάς… είπε.

Με το χέρι του μπροστά από το φουσκωμένο όργανο του, ο Πάνδροσος ψέλλισε κάτι που δεν ήταν ακριβώς απάντηση. Πλησίασε τα ρούχα που είχε αφήσει στον βράχο και με βιαστικές κινήσεις ντύθηκε κοιτώντας πάντα το περίεργο πλάσμα. Ο Φαύνος κράταγε τα χέρια του πάνω από το νερό και μετά από λίγο σφύριξε μία παράξενη αλλά περιέργως οικεία μελωδία. Ένα ψάρι πήδησε ανάμεσα από τα χέρια του πλάσματος και το έπιασε με μία κίνηση. Σηκώθηκε, το δάγκωσε για να σταματήσει να σπαρταράει και το έδωσε στον άνθρωπο.

-    Άμα πεινάς, καθάρισε το ψάρι…

είπε ο Φαύνος και πήγε πάνω από ένα μεγάλο κούτσουρο λίγο πιο μέσα στο δάσος. Ο άνδρας πήρε το ψάρι και πήγε στο ρυάκι προσπαθώντας να σκεφτεί αν έπρεπε να μιλήσει ή να τρέξει ή ίσως να αρχίσει να προσεύχεται. Ήταν γυμνός και έβλεπε ένα Φαύνο. Έναν Φαύνο που ήταν πραγματικός... και γυμνός.

-    Με λένε Πάνδροσο…

είπε ενώ έσκυψε και άρχισε να καθαρίζει το ψάρι. Ο Φαύνος τώρα είχε πάει λίγο πιο μέσα στο δάσος και για δεύτερη φορά σφύριξε μια αλλόκοτη μελωδία πάνω από ένα μεγάλο κούτσουρο. Μέσα σε μια  στιγμή το ξύλο τυλίχτηκε σε φλόγες προς την έκπληξη του Πάνδροσου. Αφού τελείωσε το καθάρισμα πέρασε το ψάρι από ένα ξύλο και το έστησε πάνω από την μαγική φωτιά.

Δεν πέρασε πολύ ώρα μέχρι το φαϊ να είναι έτοιμο. Ο Πάνδροσος έκοψε το μισό ψάρι και το προσέφερε στον Φαύνο. Ο Φαύνος αρνήθηκε με ένα νεύμα το κεφαλιού.

-    Εγώ τρώω το κρέας μου ωμό…

εξήγησε και για κάποιο λόγο το περίεργο χαμόγελο εμφανίστηκε πάλι στο πρόσωπό του. Ο Πάνδροσος έφαγε όσο μπορούσε και σύντομα η ζεστή φωτιά και το γεμάτο του στομάχι τον έκαναν να αισθανθεί καλύτερα και σίγουρα πιο ήρεμα. Είχε κάτσει σε μια υπερυψωμένη πέτρα και το σώμα του χαλάρωνε από τους κόμπους και την κούραση των τελευταίων ημερών. Ο Φαύνος καθόταν απέναντι  του και κοιτούσε το ρυάκι με μια απροσδιόριστη έκφραση στο πρόσωπο του.

-    Δεν ξέρω πως να σε ευχαριστήσω… είπε ο άνδρας. Έχω χρυσάφι και άμα με ακολουθήσεις στο σπίτι μου υπάρχει αρκετό λάδι και κρασί για να σε ξεπληρώσω.

-    Το χρυσάφι δεν έχει περισσότερη αξία από οποιαδήποτε γυαλιστερή πέτρα. Όπως κατάλαβες, έχω όλο το φαϊ που χρειάζομαι. Όχι... Οι Φαύνοι δεν αγοράζουν, παίρνουν αυτό που θέλουν.

-    Πώς θα σε ξεπληρώσω τότε ευγενικέ ξένε; Τι μπορώ να σου δώσω που να έχει αξία;…

ρώτησε ο Πάνδροσος λίγο τρομαγμένος από τις δηλώσεις του πλάσματος.
«Ζωή, ήβη...» Είπε ο Φαύνος και σηκώθηκε. Ο άνθρωπος έκανε ενστικτωδώς πίσω, βάζοντας τα χέρια στο έδαφος πίσω από τη πλάτη του, έτοιμος να σηκωθεί και να τρέξει από εκεί που καθόταν.

Ο Φαύνος έφτασε μπροστά από τον άνθρωπο και με μια κίνηση γονάτισε μπροστά στον Πάνδροσο. Άπλωσε το χέρι του και με απροσδόκητη δύναμη τράβηξε τα ρούχα του άνδρα, σκίζοντας τον χιτώνα του από τη μέση και κάτω. Ο Πάνδροσος ήταν για άλλη μια φορά εκτεθειμένος. Πριν προλάβει να διαμαρτυρηθεί ή να κινηθεί, ο Φαύνος έσκυψε μπροστά και πήρε τον άνδρα στο στόμα του.

Ένας ήχος έκπληξης ξέφυγε από τα χείλη του Πάνδροσου. Δε μπορούσε να καταλάβει τι συμβαίνει ή γιατί και οι κινήσεις του Φαύνου τον έκαναν να χάσει τη σκέψη του. Το όργανό του πρήστηκε σε δευτερόλεπτα και κοίταζε ευθεία πάνω, αλλά δε φαινόταν γιατί ήταν όλο στο στόμα του πλάσματος. Μία φορά σε μια γιορτή στη πόλη τον είχε γλείψει ένας μεθυσμένος νεαρός, αλλά δεν ήταν τίποτα παρόμοιο με αυτό που ένιωθε τώρα. Το υγρό καυτό στόμα είχε αγκαλιάσει τη πούτσα του Πάνδροσου και οι γλώσσα χάιδευε το κεφαλάκι με αργές κυκλικές κινήσεις. Μετά από λίγη ώρα απαλής περιποίησης ο Φαύνος άρχισε να ρουφάει με δύναμη και να ανεβοκατεβάζει το κεφάλι του στον τέλειο ρυθμό. Ο Πάνδροσος αν και ακόμα μπερδεμένος είχε παραδοθεί στην αίσθηση και πολύ σύντομα ένιωσε τα αρχίδια του να βράζουν και το σώμα του να συσπάται. Με μια φωνή μεταξύ κραυγής και αναστεναγμού άφησε τον εαυτό του να τελειώσει, γεμίζοντας το στόμα του Φαύνου με το σπέρμα του. Ο Φαύνος συνέχισε να ρουφάει πίνοντας κάθε σταγόνα του καυτού υγρού. Όταν η ψωλή του άνδρα άρχισε να μαλακώνει την άφησε να πέσει από το στόμα του καταπίνοντας για τελευταία φορά. Τον κοίταξε στα μάτια και ο Πάνδροσος ήταν σίγουρος πως τα κέρατα του είχαν μεγαλώσει λίγο και πως το πρόσωπο του ήταν λίγο πιο ζωώδες.

Ο Φαύνος χαμογέλασε πλατιά και σκούπισε το στόμα του. Σηκώθηκε, πήρε τη προβιά του νέου, την έστρωσε στο έδαφος και πήγε πάλι προς το μέρος του άνδρα. Πρότεινε το χέρι του και ο Πάνδροσος το πήρε. Τον πήγε μέχρι τη στρωμένη προβιά και ο Πάνδροσος ξάπλωσε, κλείνοντας τα μάτια του για μια στιγμή. Ερωτήσεις και σκέψεις τριγυρνούσαν το μυαλό του αλλά σύντομα η κούραση τον κατέκλυσε και ο ύπνος που τον πήρε ήταν γλυκός.

Είχε πέσει πάλι η νύχτα όταν άνοιξε τα μάτια του. Η φωτιά είχε σβήσει και το μόνο φως ήταν το φεγγάρι. Γύρισε πλευρό και είδε τον Φαύνο να κάθεται στην πέτρα που τον είχε γλείψει προηγουμένως. Όπως καθόταν με τα πόδια ανοιχτά, το πέος του κρεμόταν απάνω από δύο μεγάλες μπάλες. Ήταν αδιαμφισβήτητα μεγάλο παρ' όλα αυτά δε διέφερε από τα πέη που είχε δει μέχρι τώρα στη ζωή του. Ο Φαύνος ξερόβηξε και ο Πάνδροσος έστρεψε το βλέμμα του ψηλά στο πρόσωπο του πλάσματος. Ο Φαύνος χαμογελούσε και τα καταπράσινα μάτια του διαπερνούσαν το νέο άντρα.

Ο Πάνδροσος ένιωσε ντροπή να τον κατακλύζει, αλλά πίσω από αυτό το αίσθημα, περισσότερο ένιωθε μια έλξη για το όμορφο πρόσωπο και το σώμα του πλάσματος. Ένιωθε μια έλξη για τον πούτσο του πλάσματος. Ο Φαύνος δε μίλησε, σηκώθηκε και περπάτησε προς τον Πάνδροσο. Τα μάτια του άνδρα ανεβοκατέβαιναν από το πρόσωπο του πλάσματος, στο μέρος κάτω από το εφηβαίο όπου ο πούτσος και τα αρχίδια του κουνιόντουσαν με το ρυθμό των βημάτων του. Ο Φαύνος στάθηκε όρθιος μπροστά από τον άνδρα, με τα -όχι τόσο απόκρυφα- μέλη του λίγα εκατοστά μπροστά από το πρόσωπο του.

Ο άνδρας έγλειψε ασυναίσθητα τα χείλη του. Τόσο κοντά στο πλάσμα μπορούσε να το μυρίσει. Μύριζε ζωή, αρχαία και νέα, σαν την οξύτητα της άνοιξης και τη βαριά μεθυστική αύρα του φθινοπώρου. Η πούτσα του Φαύνου είχε αρχίσει να φουσκώνει, όχι αρκετά για να σηκωθεί αλλά αρκετά για να αναθεωρήσει το μέγεθος της ο άνδρας.  Ο Φαύνος έκανε ένα βήμα μπροστά και το κεφάλι του πούτσου του σχεδόν ακουμπούσε τα χείλη του Πάνδροσου.

Ο άνδρας σχεδόν χωρίς να το καταλάβει κάλυψε την μικρή απόσταση και ένιωσε το στόμα του να ανοίγει και το βαρύ όργανο του Φαύνου να γεμίζει το στόμα του. Η γεύση ήταν μεθυστική και κάλυπτε κάθε αμφιβολία που είχε. Ήθελε να ξεπληρώσει τον ξένο για την τροφή και την προστασία. Ήθελε να τον ευχαριστήσει για τον εκπληκτικό οργασμό που του είχε χαρίσει. Γεύτηκε το κεφαλάκι και το έβγαλε από το στόμα του για να φιλήσει τα πρησμένα αρχίδια. Πήρε μια βαθιά ανάσα από τη μύτη του και άφησε τη μυρωδιά να τον κυριέψει. Έβαλε ξανά το πρησμένο πούτσο στο στόμα του και άρχισε να γλείφει απαλά, σχεδόν ευλαβικά. Ο Φαύνος αναστέναξε και έβαλε τα χέρια του στο κεφάλι του άνδρα. Η πούτσα του πλέον είχε πάρει το πλήρες μέγεθος της και μπαινόβγαινε στο στόμα του νέου.

Ο Πάνδροσος τραβήχτηκε πίσω, κοιτώντας τον τώρα καυλωμένο πούτσο του Φαύνου. Ήταν μεγάλος, τεράστιος και η φλέβα στο κάτω μέρος είχε πρηστεί στο σημείο που φαινόταν πως θα σπάσει. Το πρησμένο κεφαλάκι του ήταν μισοκαλυμμένο και γυάλιζε από τα σάλια του άνδρα. Παρά την απίστευτα σκληρή κατάσταση του, το δέρμα ήταν απαλό, σχεδόν σα βελούδο. Ο Πάνδροσος, σα να το είχε ανάγκη, άνοιξε το στόμα του ξανά και άρχισε να γλείφει και να πιπιλάει το μήκος της καυλωμένης ψωλής.

Ο Φαύνος έριξε το κεφάλι του πίσω και αφέθηκε στη διψασμένη λαγνεία του νέου άνδρα. Αν και ήταν προφανές πως δεν το είχε ξανακάνει, το τσιμπούκι του είχε τόσο ενθουσιασμό και τόση θέληση. Πήρε τα χέρια του από το κεφάλι του άνδρα και τα έβαλε κάτω από τις μασχάλες του σκύβοντας λίγο. Σήκωσε τον Πάνδροσο όρθιο και τα μάτια του νέου συνάντησαν τα δικά του. Έπιασε το σκισμένο χιτώνα και τον έβγαλε αργά από τον άνδρα. Για μια ατέλειωτη στιγμή, έμειναν γυμνοί, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο κάτω από το φως του φεγγαριού. Η νωπή δροσιά της νύχτας έκανε τον άνδρα να ριγήσει και τις ρώγες του να σκληρύνουν. Ο Φαύνος τον τράβηξε κοντά του, αγκαλιάζοντάς τον και ο άνδρας ένιωσε τη σχεδόν καυτή θερμοκρασία του σώματος του. Η αντίθεση των αισθήσεων, ο δροσερός αέρας που χάιδευε τον εκτεθειμένο κώλο του και η κάψα που διαπερνούσε το στήθος του εκεί που ακουμπούσε το Φαύνο τον έκαναν να αισθανθεί περίεργα.

Ο Φαύνος έφερε το πρόσωπο του πιο κοντά και άνοιξε το στόμα του. Ο Πάνδροσος αντέγραψε την κίνηση και ένιωσε τα χείλη τους να ακουμπούν. Το φιλί ήταν απαλό και υγρό. Οι γλώσσες τους μπλέχτηκαν και άρχισαν να παλεύουν μέσα στα στόματα τους. Τα πρησμένα τους καβλιά ακουμπούσαν και τρίβονταν μεταξύ τους. Τα χέρια του Φαύνου ανεβοκατέβαιναν στη πλάτη του νέου και μετά από λίγο έπιασαν το γυμνασμένο κώλο του. Κάθε χέρι κρατούσε σφιχτά ένα γλουτό και παράλληλα με το ρυθμό του φιλιού και τις κινήσεις της λεκάνης του άρχισε να τραβάει τα κωλομέρια ανοίγοντας τα.  Ο δροσερός αέρας χάιδεψε την εκτεθειμένη τρύπα του άνδρα και ένα μουγκρητό του ξέφυγε στο στόμα του Φαύνου.

Το φιλί συνεχίστηκε για λίγα λεπτά, αλλά έμοιαζε σαν αιώνας. Αγνώριστα αισθήματα και χυδαίες σκέψεις γυρνούσαν στο μυαλό του Πάνδροσου που δεν ήξερε αν έπρεπε να ντραπεί ή να αφεθεί τελείως. Ο Φαύνος τον έβγαλε από τις σκέψεις του όταν διέκοψε το μεθυστικό φιλί τους. Και οι δύο είχαν καυλώσει σε σημείο που πονούσε. Ο Φαύνος πήρε τον άνδρα από το χέρι και τον τράβηξε κοντά σε ένα μεγάλο δέντρο που ήταν δίπλα τους. Με απόλυτη ηρεμία και σιγουριά έβαλε τον νέο να ακουμπήσει τα χέρια του στο δέντρο, και στάθηκε πίσω του.

Ο Πάνδροσος δεν ήξερε γιατί τον έβαλε σε αυτή τη στάση αλλά κράτησε τα χέρια του εκεί που είχε υποδείξει ο Φαύνος. Χωρίς να γυρίζει να τον κοιτάξει τον ένιωσε να στέκεται πίσω που. Μια εικόνα πέρασε από το μυαλό του, συγκεκριμένα το τεράστιο καυλί του Φαύνου να παραβιάζει την τρύπα του. Ένιωσε τρόμο στην ιδέα. Δεν είχε κάνει ποτέ κάτι τέτοιο και δεν ήταν σίγουρος καν πως γινόταν. Είχε ακούσει ιστορίες για εύκολες πόρνες και άμαθους νεαρούς που επέτρεπαν σε άντρες να τους πάρουν από εκεί αλλά δε μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του σε αυτή τη θέση.

Πριν προλάβει να τραβηχτεί για να προστατευθεί από τη θέληση του πλάσματος, ένιωσε τα χέρια του Φαύνου να ανοίγουν τον κώλο του και κάτι καυτό να τον ακουμπάει. Η αίσθηση τον έκανε να ζαλιστεί. Η τρύπα του δεχόταν μια επίθεση από κάτι πολύ ζεστό και πολύ υγρό. Παρ' όλα αυτά δεν ένιωσε πόνο ή άνοιγμα. Με έναν αναστεναγμό έκπληξης και ηδονής κατάλαβε πως αυτό που τον ακουμπούσε ήταν η γλώσσα του πλάσματος. Κατευθείαν το σώμα του χαλάρωσε και αφέθηκε στην πρωτοφανή αίσθηση του γλειψίματος. Ο Φαύνος έβγαζε ζωώδης ήχους, και η γλώσσα του κάλυπτε κάθε εκτεθειμένη περιοχή. Αναμεταξύ των αργών κινήσεων της υγρής γλώσσας του έδινε μικρές δαγκωματιές στα πανέμορφα κωλομέρια, κάθε δαγκωματιά και μια μικρή κραυγή του άνδρα.

Ο Πάνδροσος ένιωσε το σώμα του να χαλαρώνει, σχεδόν να λιώνει στην περιποίηση του Φαύνου. Τα γλειψίματα… σιγά-σιγά άλλαξαν, η γλώσσα του πλάσματος άρχισε να σπρώχνει τη χαλαρωμένη τρύπα και να μπαίνει μέσα στο απαγορευμένο σημείο. Τα μάτια του άνδρα γύρισαν και έριξε το κεφάλι του πίσω. Ποτέ δεν είχε νιώσει έτσι, η τρύπα του τελείως ανοιγμένη με τη ξένη υγρή γλώσσα να μπαινοβγαίνει μέσα του. Δεν ήθελε να τελειώσει ποτέ, ήθελε να μείνει για πάντα μέσα στο δάσος, αγκαλιάζοντας το δέντρο με την τρύπα του παραδομένη στο στόμα του Φαύνου. Πλέον μέσα του ένιωθε μια ανάγκη, ένα κενό που δεν είχε ξανανιώσει.

Η ζαλάδα του διακόπηκε απότομα όταν ο Φαύνος σηκώθηκε από τη σκυμμένη του θέση και στάθηκε πίσω από τον άνδρα. Δύο χέρια τυλίχτηκαν γύρω από το νεαρό. Ένιωσε την κοιλιά και το στήθος του Φαύνου να τον ακουμπάνε στη πλάτη ζεσταίνοντάς τον. Άφησε το δέντρο και έγειρε προς τα πίσω, ακουμπώντας το σώμα του με αυτό του απροσδόκητου εραστή του. Η καυτή αίσθηση του δέρματος πάνω στο δέρμα του τον τρέλανε. Αλλά περισσότερο τον τρέλανε η πίεση που ένιωθε ανάμεσα από τα πόδια του. Όπως ο Φαύνος τον αγκάλιαζε από πίσω, το καυλωμένο του παλούκι είχε σφηνωθεί ανάμεσα από τα κωλομέρια του άνδρα. Ένιωθε την τρύπα του να πιέζεται και τον ανδρισμό του πλάσματος να τον πιέζει στην υγρή του τρύπα.

Ο Φαύνος έσφιξε κι άλλο την αγκαλιά του και έφερε το στόμα του κοντά στο αυτί του νέου. Με τη γλώσσα του πέρασε το ευαίσθητο σημείο και πήρε το αυτί στο στόμα του, γλείφοντας και δαγκώνοντας. Το σώμα του έκανε μικρές κινήσεις μπρος πίσω, τρίβοντας το πρησμένο του όργανο στη τρύπα του άνδρα και κάνοντας τον να αναφωνεί με κάθε δάγκωμα και κάθε σπρώξιμο.

Ξαφνικά ο Φαύνος τραβήχτηκε, αφήνοντας τον κρύο αέρα να δροσίσει το σώμα του άνδρα. Χωρίς να μιλήσει πήγε και ξάπλωσε πλάγια στο αυτοσχέδιο στρώμα που είχε κοιμηθεί ο Πάνδροσος. Με το χέρι του έδειξε τον χώρο που είχε μπροστά του και προσκάλεσε τον άνδρα.

-    Έλα…

του είπε. Ο Πάνδροσος κινήθηκε σαν υπνωτισμένος, και πριν το καταλάβει είχε ξαπλώσει μπροστά από το Φαύνο. Για άλλη μια φορά ένιωσε το σώμα του να καίγεται εκεί όπου ακουμπούσαν και παραδόθηκε στην αγκαλιά που τον κράταγε. Ένιωσε τα χείλη του Φαύνου στο λαιμό του, μικρά φιλάκια που τον έκαναν να γουργουρίζει, σπάζοντας την ησυχία της νύχτας. Η τρύπα του δεχόταν πάλι την πίεση της καυλωμένης ψωλής. Τα φιλιά του Φαύνου διακόπηκαν και ο Πάνδροσος τον άκουσε να φτύνει, και ένιωσε το καβλί να τραβιέται από την τρύπα του. Μετά από λίγη ώρα το ένιωσε πάλι να τον ακουμπάει, υγρό αυτή τη φορά και πάντα καυτό.

Ακόμα, μια λογική φωνή μέσα του, του έλεγε να φοβηθεί. Πως ποτέ δε θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο και πως ένα τόσο μεγάλο παλούκι σίγουρα θα του δημιουργούσε πόνο. Αλλά η φωνή ήταν αδύναμη μπροστά στην εκκωφαντική περιέργεια και ανάγκη που ένιωθε. Ήθελε να κάνει τα πάντα με αυτό το πλάσμα που συνάντησε. Ήθελε να αφεθεί ολοκληρωτικά στον ξένο που τώρα του φιλούσε πάλι το αυτί. Η πίεση στη τρύπα του αυξήθηκε και ο Πάνδροσος κρατούσε την ανάσα του.

-    Ανέπνευσε βαθιά. Δε θέλω να σε πονέσω…

είπε ο Φαύνος και έσπρωξε τη λεκάνη του μπροστά. Η πίεση ήταν αβάσταχτη και ο πόνος που είχε αρχίσει να νιώθει ο νεαρός άνδρας ήταν τρομαχτικός. Αλλά άκουσε τη φωνή δίπλα στο αυτί του και πήρε μια βαθιά ανάσα. Ξαφνικά, μέσα σε μια στιγμή, η τρύπα του άνοιξε λίγο, αρκετά για να μπει μέσα το πρησμένο πουτσοκέφαλο. Ένιωσε τον κώλο του να τεντώνεται και να ανοίγει, και ένα αδιανόητο μείγμα από πόνο και ηδονή τον διαπέρασε. Ήταν μέσα του. Το μυθικό πλάσμα που μέχρι τώρα δεν πίστευε καν πως υπάρχει τον κρατούσε στην αγκαλιά του και ήταν μέσα του. Άκουσε το Φαύνο να αναστενάζει.

-    Θα αρχίσω να σπρώχνω λίγο… είπε.

Η πίεση αυξήθηκε αλλά αυτή τη φορά ένιωθε διαφορετικά. Η τρύπα του είχε ήδη ανοίξει για να πάρει το μεγάλο πουτσοκέφαλου μέσα του και τώρα ένιωθε πως άνοιγε κι αλλο. Πολύ αργά, ένα χιλιοστό τη φορά, ο ψώλος έσπρωχνε και κέρδιζε έδαφος. Ο Πάνδροσος ένιωθε την τρύπα του να ανοίγει όλο και περισσότερο, ένιωθε γεμάτος σε σημείο που θα σπάσει και παρ' όλα αυτά γέμιζε κι άλλο. Ο Φαύνος δε σταμάτησε στιγμή να φιλάει τον ανθρώπινο εραστή του, προσπαθώντας να κάνει τη προσαρμογή όσο πιο εύκολη γινόταν.

-    Θα μείνω λίγο μέσα σου, δεν έχω μπει όλος. Μόλις μου το ζητήσεις θα αρχίσω να κουνιέμαι.

Ο Πάνδροσος απλά αναστέναξε, προσπαθώντας να ηρεμήσει τον παλμό του και να μειώσει το αίσθημα τεντώματος που ένιωθε. Δυσκολευόταν να πιστέψει αυτό που συνέβαινε, είχε ένα άλλο αρσενικό μέσα του, ένα πλάσμα που μέχρι τώρα νόμιζε πως ήταν απλά μια παιδική ιστορία. Πιο πολύ δυσκολευόταν να πιστέψει τον εαυτό του και αυτά που ένιωθε. Ο πόνος είχε υποχωρήσει και τώρα ήταν σαν να μην υπήρξε ποτέ. Ένιωθε απλά γεμάτος και ζεστός και το κορμί του κόντρα στο κορμί του Φαύνου είχε χαλαρώσει τελείως. Ήθελε περισσότερο, ήθελε να νιώσει το πυρωμένο καβλί να κινείται μέσα του.

Έσπρωξε τη λεκάνη του προς το καυλωμένο παλούκι και ένευσε το κεφάλι του καταφατικά. Ο Φαύνος κατάλαβε την ανάγκη του εραστή του και άρχισε να σπρώχνει για λίγο και μετά να τραβάει τη ψωλή του έξω. Ο Πάνδροσος αναστέναξε. Η κίνηση προς τα έξω τον έκανε να αισθανθεί περίεργα, σαν να άδειαζε κάτι που δεν έπρεπε να αδειάσει, σαν ένα κενό που μεγάλωνε στα σωθικά του. Στον ίδιο αργό ρυθμό ο Φαύνος έσπρωξε πάλι, γεμίζοντας το κενό, μπαίνοντας πιο βαθιά μέσα του. Η αίσθηση ήταν απίστευτη. Η τρύπα του τώρα γέμιζε και ο Πάνδροσος ένιωσε τον πούτσο του να καυλώνει περισσότερο. Με απαλές κινήσεις ο Φαύνος άρχισε να μπαινοβγαίνει μέσα του κρατώντας σταθερό ρυθμό. Κάθε κίνηση μεθούσε τον άνδρα, ένιωθε το κενό όταν ο Φαύνος τραβιόταν και μετά ένιωθε να γεμίζει, να ανοίγει η τρύπα του όλο και περισσότερο για να προσαρμοστεί στον παχύ ψώλο που μπαινόβγαινε μέσα του.

Μετά από λίγη ώρα ρυθμικών κινήσεων, ο Πάνδροσος ένιωσε για πολλοστή φορά κάτι τελείως καινούργιο. Ενώ μέχρι τώρα η τρύπα του αντιστεκόταν στη πίεση του ψώλου που τον παραβίαζε, ξαφνικά χαλάρωσε τελείως και την ένιωσε να ανοίγει. Το ίδιο δευτερόλεπτο ο Φαύνος άφησε ένα μικρό γελάκι, έσφιξε τον Πάνδροσο στην αγκαλιά του και άρχισε να σπρώχνει σταθερά προς τα μέσα. Ο άνδρας έκλεισε τα μάτια του και αφέθηκε στην πρωτόγνωρη αίσθηση. Ένιωσε να γεμίζει περισσότερο από πριν και κάθε χιλιοστό που έμπαινε μέσα του τον σόκαρε. Θα μπορούσε να πιστέψει πως ο ψώλος του εραστή του δεν τέλειωνε ποτέ. Όσο γεμάτος και να ένιωθε, η τρύπα του άνοιγε κι' άλλο για να φιλοξενήσει τον ανδρισμό του πλάσματος που συνέχιζε αδιάκοπα να μπαίνει μέσα του. Όταν η τρύπα του είχε πλέον τεντωθεί τρομαχτικά πολύ, ένιωσε τα τριχωτά πόδια του Φαύνου να ακουμπάνε τα δικά του. Τα πρησμένα αρχίδια που με τόση λαχτάρα κοιτούσε πριν τώρα ακουμπούσαν στον κώλο του και κατάλαβε πως είχε μέσα του το τεράστιο εργαλείο, ολόκληρο.

-    Είσαι πανέμορφος… του ψιθύρισε ο Φαύνος. Είναι τόσο ζεστά μέσα σου!

Ο Πάνδροσος γουργούρισε, ανίκανος να μιλήσει και κινήθηκε ανεπαίσθητα. Ένιωσε το παλούκι να βγαίνει ελάχιστα και να μπαίνει μετά ξανά ολοκληρωτικά μέσα. Η κίνηση τον τρέλανε. Σα να το κατάλαβε, ο Φαύνος άρχισε να μπαινοβγαίνει βαθιά μέσα στην ανοιγμένη τρύπα. Μπορούσε να νιώσει τη χαλαρότητα του όμορφου άνδρα, την τρύπα του να τυλίγει και να αγκαλιάζει κάθε εκατοστό του πρησμένου του ψώλου.

-    Είσαι τόσο μεγάλος… είπε ο Πάνδροσος μεταξύ αναστεναγμών. Νιώθω πως έχω πάρει φωτιά. Σε θέλω!

Ο Φαύνος άρχισε να κουνιέται πιο γρήγορα και τα αρχίδια του κοπανούσαν πλέον στον κώλο που γαμούσε. Κάθε κίνηση του αποσπούσε και μια κραυγή καύλας από τον νέο άνδρα και τα σώματά τους είχαν μπει στον πανάρχαιο ρυθμό της λαγνείας και της ζωώδους ανάγκης. Το γαμήσι ήταν άγριο και η απαλότητα ήταν πλέον παρελθόν. Ο Πάνδροσος ένιωθε πως καίγεται και με κάθε σπρώξιμο ο πούτσος του καύλωνε κι άλλο.

Ξαφνικά ένιωσε το γέμισμα να τον εγκαταλείπει και συνειδητοποίησε πως ο καυλωμένος πούτσος δεν ήταν πια μέσα του. Ο Φαύνος ήρθε πάνω από τον νέο άντρα κάνοντας τον να ξαπλώσει και μπαίνοντας ανάμεσα από τα πόδια του.

-    Θέλω να σε βλέπω…

του είπε και έπιασε τον ανδρισμό του, τρίβοντας τον στην ανοιγμένη τρύπα του άνδρα. Ο Πάνδροσος κοίταξε πρώτα το πρόσωπο που είχε παραμορφωθεί από τη λαγνεία και έπειτα το βλέμμα του ταξίδεψε πάνω από το ιδρωμένο στέρνο του εραστή του. Τα μάτια του πέρασαν την κοιλιά και το τριχωτό εφηβαίο και έπεσαν πάνω στον καυλωμένο πούτσο που κρατούσε στα χέρια του ο Φαύνος.

-    Σε θέλω μέσα μου, σε παρακαλώ…

αναστέναξε και σήκωσε τα πόδια του ψηλά, δίνοντας εύκολη πρόσβαση στο κώλο του.

Με μία αργή αλλά σταθερή κίνηση, ο Φαύνος μπήκε πάλι μέσα του. Αμέσως άρχισε να κινείται και ο Πάνδροσος ένιωσε το σώμα του να προσαρμόζεται για άλλη μια φορά στο καυτό παλούκι που τον άνοιγε. Αυτή τη φορά δεν έκλεισε τα μάτια του αλλά συνέχισε να κοιτάει το σώμα του γαμιά του που κουνιόταν με ρυθμικότητα. Όσο η τρύπα του ανοιγόκλεινε στο πρόσταγμα της καυτής ψωλής, έβλεπε τα χέρια του Φαύνου, σφιγμένα δίπλα από το κεφάλι του, το στήθος του να ανεβοκατεβαίνει με την ανάσα του και το εφηβαίο του να πλησιάζει και να αποτραβιέται με το ρυθμό του γαμησιού. Είχαν ιδρώσει και οι δύο και ένιωθε σταγόνες να πέφτουν από το πρόσωπο του Φαύνου στο δικό του. Ο δικός του πούτσος ήταν αφύσικα σκληρός και αποζητούσε τη γλυκιά απελευθέρωση.

Οι κινήσεις του εραστή του είχαν γίνει πλέον πολύ βιαστικές. Η αίσθηση πλέον ήταν διαφορετική. Αισθανόταν μόνο τις κινήσεις και πίεση σε ένα μέρος του σώματός του που δεν είχε νιώσει μέχρι τώρα. Ένα γαργαλητό ξεκίναγε από βαθειά μέσα στον κώλο του και έφτανε στο πουτσοκέφαλο του. Ο Φαύνος πήρε τον καυλωμένο ψώλο του άνδρα στο χέρι του και άρχισε να τον μαλάζει στο ρυθμό που τον γαμούσε.

-    Θα χύσω άμα συνεχίσω έτσι…

είπε ο Φαύνος και ο άνδρας ένιωσε τον δικό του οργασμό να πλησιάζει.

-    Μέσα μου... σε θέλω μέσα μου…

είπε ο Πάνδροσος κοιτώντας τον εραστή του στα μάτια. Με μια ζωώδη κραυγή ο Φαύνος μπήκε όλος μέσα στη σκισμένη τρύπα και ο Πάνδροσος ένιωσε τον πούτσο που τον άνοιγε να πρήζεται και να συσπάται μέσα του. Ένα ζεστό υγρό αίσθημα πλημμύρησε τον κώλο του και κατάλαβε πως γέμιζε με το σπέρμα του Φαύνου. Η σκέψη τον τρέλανε. Είχε δοθεί ολοκληρωτικά σε ένα άλλο αρσενικό. Είχε γαμηθεί μέχρι τέλους και τώρα η τρύπα του γέμιζε χύσια. Ο δικός του οργασμός ήρθε μαζί με τις σκέψεις αυτές και ο πούτσος του άρχισε να χύνει περισσότερο και μακρύτερα από ποτέ. Οι πρώτες ριπές σπέρματος έσκασαν στο πρόσωπό του. Ο Φαύνος έσπρωχνε ακόμα τον υγρό από σπέρμα ψώλο του βαθιά, σπρώχνοντας το υπόλοιπο σπέρμα του άνδρα από μέσα το οποίο πετάχτηκε στο στήθος και την κοιλιά του εραστή που είχε αδειάσει μέσα του. Και οι δύο φώναζαν με κάθε κύμα οργασμού.

Οι ανάσες τους επιβράδυναν και το σώμα του Φαύνου κατέρρευσε πάνω στον ιδρωμένο άντρα. Ο ακόμα πρησμένος ψώλος του δε βγήκε από τη ζεστή υγρή τρύπα και τα υγρά τους κολλούσαν μεταξύ των σωμάτων τους.

-    Σε ευχαριστώ… είπε ο Φαύνος.

-    Εγώ σε ευχαριστώ… είπε ο άνδρας. Δεν μπορώ να καταλάβω ακριβώς τι έγινε και πώς αλλά... αλλά μου άρεσε. Πολύ!

Έσπρωξε τη λεκάνη του προς τα κάτω, βάζοντας όσο από το υγρό όργανο του φαύνου μπορούσε μέσα του. Ο Φαύνος τον έσφιξε στην αγκαλιά του και τον φίλησε στα χείλη.

-    Έπεσε πάλι νύχτα… του είπε. Μάλλον σε κούρασα!

Ο Πάνδροσος απλά χαμογέλασε και έκλεισε τα μάτια του. Ένιωσε το σώμα του ζεστό και χαλαρό και πολύ σύντομα τον πήρε ο ύπνος, με το βάρος του Φαύνου απάνω του και τον πούτσο του μέσα του.



Copyright protected OW ref: 156150