Ο θείος από το εξωτερικό

Δημοσιεύθηκε από gerakas26
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.00 (2 Votes)
Θα ήθελα να μοιραστώ μια ιστορία μου μαζί σας. Όταν ήμουν μικρός και πηγαίναμε στο χωριό της μητέρας μου, όλη μέρα έτρεχα πίσω από το θείο μου. Δεν ήταν πραγματικός αδερφός της μητέρας μου απλά τον είχαν από μικρό στο σπίτι τους κ τον λέγαμε θείο. Ήταν πολύ καλός άνθρωπος. Με αγαπούσε σα δικό του παιδί. Κάθε βράδυ ξάπλωνα μαζί του και με χάιδευε τη πλάτη μέχρι να κοιμηθώ. Μετά από μερικά χρόνια πήγε στο εξωτερικό μόνιμα. Στη Γερμανία.

Φέτος είχαμε ένα γάμο και ήρθε κ ο θείος μου μετά από πολλά χρόνια. Μου είχε λείψει πάρα πολύ, αλλά σίγουρα δεν θα ήταν όπως παλιά. Τη νύχτα του γάμου καθόμασταν στο ίδιο τραπέζι μιλούσαμε, πίναμε ήταν ωραία. Κατά τις 4 τα ξημερώματα αφού τελείωσε ο γάμος πήγαμε όλοι στο σπίτι μας. Οι γονείς μου πήγαν αμέσως για ύπνο. Εγώ ήμουν τύφλα αλλά δεν ήθελα να ξαπλώσω γιατί ζαλιζόμουν. Ο θείος μου με κατάλαβε και μου είπε να κάνουμε ένα καφεδάκι να συνέλθουμε από το πότο. Εγώ έκατσα στο τραπέζι της κουζίνας χωρίς να καταλαβαίνω και πολλά. Έκανε τον καφέ και πήγαμε στον καναπέ που θα κοιμόταν ο θείος μου. Επειδή ήμουν χάλια μου είπε να κοιμηθώ στο σαλόνι για να με προσέχει μην κάνω εμετό. Και έτσι έγινε. Αλλά επειδή ήμασταν κομμάτια και οι δύο και δεν ήταν στρωμένος ο άλλος καναπές ξάπλωσα στον καναπέ που θα κοιμόταν αυτός. Και μου λέει:

- Θυμάσαι όταν ήσουν μικρός που σε χάιδευα μέχρι να κοιμηθείς;

- Ναι θυμάμαι. Ωραία ήταν.

- Έλα κοιμήσου τώρα…

και άρχισε να με χαϊδεύει τα χέρια και το κεφάλι. Είχε πάρα πολύ ζέστη και φορούσα μόνο μια βερμούδα. Είχε ένα σκληρό χέρι από τη δουλειά, με ανατρίχιαζε πάρα πολύ, αλλά μου άρεσε. Μου άρεσε τόσο πολύ που μέσα στη ζάλη καύλωσα. Ντράπηκα επειδή φάνηκε και γύρισα πλευρό και άκουσα που γέλασε και συνέχισε να με χαϊδεύει τη πλάτη μου.

Όταν ξύπνησα το πρωί τον βρήκα να κοιμάται δίπλα μου. ήταν 43 χρονών, μυώδες τριχωτό στήθος και χέρια, η πλάτη του χωρίς καμία τρίχα, λίγα γένια, άσπρες τρίχες στα μαλλιά και λίγες στα γένια. Ήταν πολύ γοητευτικός και απορούσα που δεν είχε παντρευτεί ακόμα. Καθόμουν και τον κοιτούσα και καύλωνα. Σκεφτόμουν ότι δεν είναι σωστό γιατί είναι θειος μου αλλά τυπικά δεν ήταν. Ήθελα να τον ακουμπήσω παντού, αλλά δε μπορούσα. Μόνο τον κοιτούσα. Εκεί που τον κοιτούσα και φανταζόμουν διάφορα ξύπνησε και με είδε που τον κοιτούσα. Αφού σηκωθήκαμε φάγαμε ήθελε να πάμε βόλτα με το αμάξι να δει το μέρος που μεγάλωσε. Κάναμε βόλτες λέγαμε για άσχετα θέματα, μου μιλούσε για τη Γερμανία κτλ. Ξαφνικά ήρθε η κουβέντα στα γκομενικά.

- Καμία γκομενίτσα παίζει;

- Έ όλο και κάτι παίζει… του λέω. Εσύ;

- Εγώ με τη δουλεία που έμπλεξα, ποια θα έρθει μαζί μου; όλη μέρα δουλεύω. Άσε που εγώ γέρασα.

- Ε όχι ρε θείε και γέρασες. Μια χαρά είσαι!

- Χα, χα να’ σαι καλά…

και μου χάιδεψε το πόδι.

- θες να πάμε μια βόλτα προς το βουνό; Έχω χρόνια να πάω.

- Πάμε ναι, ωραία θα είναι. Του λέω.

Φτάσαμε κάπου ψηλά, βγήκαμε από το αμάξι και καθίσαμε σε ένα κιόσκι. Ήταν πολύ ωραία. Είχε ησυχία και θέα. Μου λέει:

- Για πες τώρα για τη γκομενίτσα.

- Τι να πω;

- Έλα… τι ντρέπεσαι; Καλή είναι;

- Καλή είναι ναι.

- Μάλιστα.. μου λέει. Καμία φωτογραφία της;

Λέω τώρα τη γάμησα. Ευτυχώς μου έκοψε και έδειξα μιας φίλης μου.

- Ωραία είναι ρε. Μπράβο μπαγάσα. Αλλά να προσέχεις.

- τι να προσέχω;

- Δε θυμάσαι ε;

- Τι;

- Χθες το βράδυ που είχες πιεί έλεγες διάφορα. Και έκανες.

Δεν ήξερα τι να κάνω εκείνη τη στιγμή. Να πέσω από το βουνό μου ήρθε.

- Τι έκανα; Είχαμε πιεί πολύ ρε θείε.

- Το ξέρω, αλλά να προσέχεις το πιοτό τότε.

- Τι έκανα;

- Ε να όταν σε χάιδευα στην αρχή σου είχε σηκωθεί και μετά γύρισες πλευρό και με έπιασες από το χέρι και με κόλλησες πάνω σου.

- Ε εντάξει ρε θείε… ήμουν τύφλα. Θυμήθηκα τα παλιά.

- Ναι αλλά μετά έβαλες το χέρι μου μέσα στο παντελόνι σου.

- Πλάκα κάνεις; Χα, χα...

προσπάθησα να το ρίξω στη πλάκα. Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Δεν το συνέχισα, ούτε εγώ, ούτε αυτός. Φύγαμε από πάνω και για την υπόλοιπη μέρα προσπαθούσα να τον αποφύγω. Το βράδυ είχαμε πάλι τραπέζι λόγω του γάμου και του θείου μου. Και πάλι είχε πολύ ποτό. Καθόμουν μακριά του και τον κοιτούσα διακριτικά να δω αν με κοιτάει παράξενα. Ντρεπόμουν. Είχε πάει 2 το βράδυ, οι μισοί είχαν φύγει και αποφάσισα να πάω να ξαπλώσω. Τους καληνύχτισα και πήγα να κάνω ένα μπανάκι. Μετά από μια ώρα είχαν κοιμηθεί οι γονείς μου και άκουγα το θείο να πηγαινοέρχεται στο σαλόνι, έβλεπε τηλεόραση. Ήθελα να πάω να πιω νερό αλλά περίμενα να κοιμηθεί.

Μετά από μίση ώρα περίπου, όταν δεν ακουγόταν κάτι σηκώθηκα και πήγα στη κουζίνα, ήπια νερό και καθώς έφευγα για το δωμάτιο, μου λέει:

- Δεν κοιμάσαι;

- Σε ξύπνησα; Sorry.

- Δε με ξύπνησες μη φοβάσαι. Έλα κάτσε λίγο.

- Μπα όχι θα τη πέσω.

- Μη ντρέπεσαι για αυτά που σου είπα… δεν τρέχει κάτι. Οκ;

- Όχι εντάξει. Όλα καλά. Άντε καληνύχτα.

Πήγα μέσα στο δωμάτιο μου και σκεφτόμουν τη βλακεία που έκανα. Ευτυχώς μετά από 2 μέρες θα έφευγε και θα το ξεχνούσαμε και οι δυο. Με πήρε ο ύπνος μετά από λίγο και ξαφνικά ένοιωσα ένα χέρι να με χαϊδεύει. Πετάχτηκα πάνω και ήταν ο θείος μου.

- Μη φοβάσαι ρε. Εγώ είμαι.

- Τι κάνεις θείε;

- Δε μπορούσα να κοιμηθώ και είπα μήπως δεν κοιμάσαι και συ. Σκεφτόμουν αυτά που σου είπα και δεν αισθάνομαι καλά. Δεν έπρεπε να στα πω.

- Δεν πειράζει θείε, τελείωσε τώρα.

- Ξέρεις ότι εγώ σε βλέπω σαν πραγματικό ανιψιό μου, αλλά θέλω να σου πω κάτι.

- Τι θείε;

- Ξέρω ότι με γουστάρεις... αλλά δεν ξέρεις ότι σε γουστάρω κι εγώ.

- Θείε τι λες; Πας καλά;

Πήγα να σηκωθώ από το κρεβάτι, αλλά με έσπρωξε κάτω και άρχισε να με φιλάει στην κοιλιά και στο στήθος.

- Σταμάτα και άσε τις μαλακίες μικρέ.

Με φιλούσε, μου έγλειφε την κοιλιά και με ανατρίχιαζε με τα γένια του. Στο δευτερόλεπτο είχα καυλώσει. Το είδα και μου λέει:

- Να ‘τος ο μικρός που δεν είναι και πολύ μικρός…

και άρχισε να μου τον χαϊδεύει πάνω από τη βερμούδα. Εγώ δε μίλησα καθόλου. Μου είχε πιάσει τα χέρια με το ένα χέρι του και δεν με άφηνε να κάνω καμία κίνηση. Κατέβασε τη βερμούδα μου και μου έγλειφε τον πούτσο, πάνω από το μποξεράκι, ο οποίος είχε αρχίσει να βγάζει τα πρώτα υγρά του. Ήρθε στο αυτί μου και αφού το έγλειψε μου λέει:

- Χθες το βράδυ με καύλωσες τόσο πολύ και δε μπορούσα να σε ακουμπήσω. Σήμερα θα τιμωρηθείς.

Πήρε το σεντόνι και έδεσε τα χέρια μου στο ξύλο του κρεβατιού, κατέβηκε πάνω στον πούτσο μου και τον έβγαλε έξω. Άρχισε να τον φιλάει, να γλείφει το κεφαλάκι και τον έτριβε πάνω στα μούσια του. Με πονούσαν λίγο τα γένια του αλλά με καύλωνε περισσότερο. Συνέχισε να μου παίρνει πίπα, έγλειφε τα αρχίδια μου, την κοιλιά μου όλα μαζί ταυτόχρονα. Ήταν απίστευτος. Προσπαθούσα να μη χύσω αλλά δεν άντεξα και του είπα ότι θα χύσω. Ξαφνικά σταμάτησε να μου τον γλείφει και μόνο έπαιζε τα αρχίδια μου. Μου έλεγε πως δε θα χύσω τόσο εύκολα. Με έπιασε από τα πόδια και τα σήκωσε. Ένοιωθα τα γένια του να τρίβονται στα μπούτια μου και σιγά-σιγά προς τη τρύπα μου. Κατάλαβε ότι έχω ξανά κάνει ως παθητικός και μου λέει:

- Βλέπω δοκίμασες πούτσο ε;… αλλά όχι πολλές φορές. Έκλεισε η τρυπούλα. Μην ανησυχείς όμως.

άρχισε να με γλείφει την τρύπα. Η αίσθηση ήταν σκέτη καύλα. Η γλώσσα, τα γένια, με έγλειφε και με το χέρι μου έπαιζε τον πούτσο… ήθελα να χύσω αλλά δε με άφηνε. Συνέχιζε μόνο να με γλείφει και όποτε μου ερχόταν να χύσω σταματούσε. Άρχισε μετά να μου γλείφει τα πόδια, τα δάχτυλα των ποδιών. Για πρώτη φορά μου φάνηκε πολύ καυλωτικό. Ήξερε τι έκανε ο θείος και πολύ καλά μάλιστα. Απ’ ότι μπορούσα να δω είχε καυλώσει και αυτός πάρα πολύ, αλλά δεν έκανε καμία κίνηση. Μόνο ακουμπούσε τα πόδια μου πάνω στον πούτσο του και στα αρχίδια του. Μετά συνέχισε να με γλείφει μέχρι που έχυσα πάνω μου, πάνω στο κρεβάτι, στα μούτρα του. Μου είπε στο αυτί ότι θα φέρει μια πετσέτα να σκουπιστούμε. Γύρισε, σκουπιστήκαμε και ξάπλωσε πάλι μαζί μου μέχρι να κοιμηθώ.

Δεν έγινε τίποτα ξανά αλλά σίγουρα θα τη θυμάμαι αυτή τη νύχτα. Ελπίζω να μην έγραψα πολλά.



Copyright protected OW ref: 127725