Μεταξύ αστυνομικών

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.71 (14 Votes)
Στην παρακάτω ιστορία έχω αλλάξει τα ονόματα, τις περιγραφές πχ κάποιος καστανός μπορεί να έγινε μελαχρινός ή ξανθός, ομοίως με το χρώμα ματιών, χαρακτηριστικά εξωτερικής εμφάνισης κλπ, αναφέρεται γενικά κι αόριστα ότι έγινε κάπου στην Αθήνα χωρίς να προσδιορίζω ειδικότερα μέρη και καταστάσεις, ούτε οι βαθμοί κι οι υπηρεσιακές σχέσεις καθενός. Είναι πραγματική ιστορία που συνέβη κάπου μεταξύ 2008-2011.

Είμαι ο Διονύσης, πλέον αστυνομικός και αποφάσισα να μοιραστώ μια εμπειρία μου μαζί σας. Από μικρός το ήξερα ότι γούσταρα τους άντρες. Μεγάλωσα σε μια επαρχιακή πόλη και λίγο πριν τελειώσω το λύκειο με ξεπαρθένεψε ένας daddy από γειτονική πόλη. Ήρθα Αθήνα για να μένω με τον αδερφό μου που ήταν ήδη φοιτητής και σπούδαζα σε ένα ΤΕΙ. Όταν ήμουν στο πτυχίο ξέσπασε η παγκόσμια οικονομική κρίση και άρχισα να σκέφτομαι τί θα κάνω με το πτυχίο μου, που δε μου εξασφάλιζε και πολλά, ενώ έβλεπα τον αδερφό μου να φεύγει για μεταπτυχιακό στο εξωτερικό.

Σε ένα site γνωριμιών, γνώρισα έναν νεαρό τύπο, λίγο πιο μεγάλο από μένα που μου έκανε στενό μαρκάρισμα. Να σας πω πως εμφανισιακά είμαι ψηλός, 1.85 περίπου, πάντα είχα λίγη κοιλίτσα και κάποια περιττά κιλά, άλλοτε λιγότερα, άλλοτε περισσότερα, με ωραίο πεταχτό κώλο. Ο τύπος είχε κολλήσει με την φωτογραφία του κώλου μου. Με τα πολλά γνωριστήκαμε, μιλήσαμε από το τηλέφωνο και βρεθήκαμε. Εμφανισιακά δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο, κοντά στα 30, κανονικός, αλλά πολύ τριχωτός στα χέρια και στα πόδια, καθώς ήταν Σεπτέμβριος κι εκείνη τη χρονιά είχε ακόμα καλοκαιρινές θερμοκρασίες. Είχε όμως ωραία αντρίκια φωνή που με γοήτευε και γούσταρα να την ακούω. Το πρώτο ραντεβού πήγε καλά, αλλά συμφωνήσαμε να μην το προχωρήσουμε. Το βράδυ μιλάγαμε στο τηλέφωνο και άρχισε να μου ανοίγεται και να θέλει να γνωριστούμε καλύτερα. Είχα παρατηρήσει ότι σε αντίθεση με μένα που είχα λίγα γένια, ξυριζόμουν μια στις τόσες, αυτός ήταν κάργα ξυρισμένος στο πρόσωπο.

"Είσαι τρελό καβλομωρό, αντράκι, όχι… τσουλίτσα και γουστάρω να στον χώσω να με τσιμπουκώνεις με τις ώρες" μου είπε σε μια στιγμή και άρχισε να με κάνει να τον φαντάζομαι. Στις παρακλήσεις μου δε είχε ανταποκριθεί και δεν είχα δει φωτογραφία την ψωλή του. Ήξερα μόνο ότι την ξύριζε και δεν είχε καθόλου τρίχες. Μόνο αυτό μου είχε πει.

Μιας και δεν έμενε μόνος, όπως μου είπε, μετά από δυο μέρες βρεθήκαμε πάλι για καφέ και μου ζήτησε να έρθει σπίτι μου. Αν και δίσταζα λίγο και έκανα βλακείες του στυλ να του κάνω ερωτήσεις αν έχει σκοπό να με γαμήσει, αν έχει καπότες, αν έχει πλυθεί, αν έχει μπαταρία στο κινητό (είχα πολύ άγχος αλλά και τον γούσταρα τρελά), ωστόσο κατάφερε και πήρε το πάνω χέρι και με τούμπαρε. Μου έδειξε στο τσαντάκι του ότι είχε προφυλακτικά, φορτιστή και πληρώνοντας μου λέει…

-    έλα να περπατήσουμε λίγο μέχρι το αμάξι.

Πήγαμε στο αμάξι του και ξεκινήσαμε για το σπίτι μου. Με καθησύχασε να μη φοβάμαι και ότι απλά θέλει να τα πούμε πιο ήσυχα. Από μέσα μου όσο φοβόμουν το οτιδήποτε, άλλο τόσο γούσταρα να με βάλει κάτω και να με ξεσκίσει. Φτάσαμε σπίτι, μπήκαμε και αράξαμε στον καναπέ.  Ανέλαβε πρωτοβουλία και μου χούφτωσε το μπούτι και τον κώλο.

-    Πω… κωλαράκο που έχει ο καυλιάρης μου…

μου είπε και χωρίς να το καταλάβω μου κατέβασε το σορτσάκι και το εσώρουχο. Σηκωθήκαμε όρθιοι, με κόλλησε στον τοίχο και έπεσε στα γόνατα και άρχισε να μου γλείφει τον κώλο. Γδυθήκαμε και αλλάξαμε θέσεις. Τώρα σηκώθηκε όρθιος και έπεσα εγώ στα γόνατα αρχίζοντας να του γλείφω την πούτσα. Μοσχομύριζε αφρόλουτρο και άφτερ σέιβ. Ήταν όπως μου είχε περιγράψει τελείως ξυρισμένη, κανονική σε μέγεθος αλλά λίγο παχιά. Του ρούφαγα και τα αρχίδια και γούσταρε. Χωρίς πολλά-πολλά με έβαλε να κάτσω ανάσκελα στον καναπέ και βάζοντας καπότα ήρθε πάνω μου, άνοιξε τα πόδια μου, τα οδήγησε στους ώμους του και μπήκε μέσα μου. Έτσουξε λίγο στην αρχή αλλά μετά ήρθε ανείπωτη γλύκα. Δεν έλεγε πολλά, μόνο " μωρό μου τι κωλάρα έχεις" και "τι σου κάνω πουστράκο;". Δεν του πήρε πολύ χρόνο να χύσει. Πήγε στο μπάνιο να πλυθεί και να κατουρήσει κι επέστρεψε. Εγώ ήμουν ανάσκελα όπως με είχε αφήσει, είχα παίξει τον πούτσο μου κι είχα χύσει ενώ είχα πάρει το μποξεράκι του και το μύριζα.

-    Δικό σου…

μου είπε και μου το άφησε. Με αυτό θα μου έδενε τα μάτια τις επόμενες φορές όπως μου είπε. Μόνο τότε που καθίσαμε λίγο να μιλήσουμε πριν φύγει μου είπε ότι μπορούσε να μου εμπιστευτεί ότι ήταν ειδικός φρουρός, που γούσταρε να γαμάει αγοράκια αντράκια που και που. Η ιδέα της στολής με τρέλαινε από μικρό και τώρα με είχε μεθύσει, με είχε αποτελειώσει! Φυσικά δε χρειαζόταν να του πω κάτι γιατί τα είχε καταλάβει όλα. Αφού βεβαιωθήκαμε και δώσαμε εκατέρωθεν υποσχέσεις για εχεμύθεια και σοβαρότητα, έφυγε. Τις επόμενες μέρες τις πέρασα μυρίζοντας το μποξεράκι του, βάζοντας δάχτυλο και χύνοντας, αλλά δε μπορέσαμε να βρεθούμε. Τον παρακαλούσα να μου έρθει μια φορά ντυμένος με στολή. Ήταν κλασικό αντράκι της επαρχίας, με πολλές καύλες μαζεμένες, γούστα και φαντασιώσεις ανεκπλήρωτες, έχοντας γαμήσει αρκετές γκομενίτσες, αλλά και πόσες πουτάνες στα επαρχιακά μπουρδέλα, που μόνο λόγω στρατού είχε απομακρυνθεί απ' το σπίτι του και τώρα στην Αθήνα ήθελε να τα κάνει όλα.

Ένα βράδυ με πήρε τηλέφωνο αν είμαι μόνος να έρθει για λίγο. Πράγματι προς τα μεσάνυχτα χτύπησε το κουδούνι μου και ήρθε σπίτι. Ανέβηκε και μόλις άνοιξα την πόρτα ξεκίνησα να τον παρατηρώ από κάτω προς τα πάνω. Φόραγε τις κλασικές αρβύλες του στρατού, μπλε παντελόνι και κοντομάνικη μπλούζα μέσα από μια πολιτική ζακέτα. Με τρέλανε τελείως, αλλά...

-    δεν έχουμε πολύ χρόνο…

μου είπε και με προσγείωσε απότομα.

-    Θα με αφήσεις να περάσω μέσα ή θα μείνω εδώ;…

μου είπε σε λίγο και τότε άρχισα να παίρνω στροφές. Είχα μείνει μαλάκας να τον κοιτάω στην πόρτα. Μπήκε μέσα και πήγαμε στο δωμάτιο μου αυτή τη φορά. Ξεντυθήκαμε, μου χούφτωνε τον κώλο και μόλις μείναμε γυμνοί, μου έβαλε το μποξεράκι του που είχα κρατημένο στο κεφάλι για να μη βλέπω, μου έδεσε ελαφρά τα χέρια στα σίδερα του κρεβατιού, πήγε στο μπάνιο να φρεσκοκαθαρίσει την ψωλή του και ήρθε πίσω. Άκουσα να βάζει καπότα, χωρίς ούτε καν πίπα, του ήταν τέντα σηκωμένος. Ανέβηκε στο κρεβάτι, έβαλε τα πόδια μου στους ώμους του και άρχισε να μπαίνει μέσα μου. Τι όνειρο ήταν αυτό! "Τι κωλάρα έχεις πουστράκο μου" άρχισε να μου λέει ενώ εγώ βογκούσα. Σε λίγο έχυσε, ντύθηκε κι έφυγε.

Αυτό συνεχίστηκε για δύο μήνες. Ή βράδυ πριν τα μεσάνυχτα ή το πρωί κατά τις 6 η ώρα, με έπαιρνε τηλέφωνο και ερχόταν σπίτι μου, μου έδενε τα μάτια με το μποξεράκι (σύντομα το πήρε πίσω και μου άφησε άλλο), μου έδενε τα χέρια με το σεντόνι (όμως δε μου έβαλε τις χειροπέδες του όσο κι αν τον παρακαλούσα) και συνήθως ανάσκελα στο κρεβάτι ή τον καναπέ μου έριχνε έναν περιποιημένο πούτσο κι έφευγε. Τον είχα ερωτευτεί πραγματικά πολύ σε σημείο να έχω αφήσει κατά διαόλου τα τελευταία μαθήματα για το πτυχίο και παρέες.

Ένα βραδάκι μου ήρθε κάπως πιο νωρίς από τα συνηθισμένα. Και οι δυο γουστάραμε τρελά. Μου επέτρεψε να του βγάλω τις αρβύλες και τις κάλτσες και μετά παντελόνι χιτώνιο εσώρουχα. Ήμουν ήδη γυμνός όταν του άνοιξα και έπεσα με λύσσα πάνω στην ψωλή του.  Άρχισα να την τσιμπουκώνω και δεν τον άφηνα να κάνει τίποτα. Δεν άργησε να με χύσει στη μάπα. Αμέσως πήρε τον ψώλο του στο χέρι κι άρχισε να μου ρίχνει πουτσοσκάμπιλα.

-    Είσαι άτακτος πουστράκος απόψε…

μου είπε και αφού έπλυνα το πρόσωπο μου από τα χύσια του, με πήγε στο δωμάτιο για να με τιμωρήσει. Μου έβαλε να του πάρω πίπα και μετά να σκύψω και να του γλείψω τις πατούσες. Όσο κι αν σιχαινόμουν, όσο κι αν ήταν καθαρός, κόλλαγα και δεν το έκανα και πολύ καλά.

Η τιμωρία μόλις είχε αρχίσει. Μου έκλεισε τα μάτια με ένα μποξεράκι του που μύριζε κάπως πιο έντονα, μου έδεσε τα χέρια με το σεντόνι και πήρε δύο μανταλάκια και τα έβαλε στις ρώγες μου. Ο πόνος άναψε την καύλα και έκανε την ψωλή μου να καυλώσει τελείως. Το παρατήρησε και σε λίγο άρχισε να παίζει με τα μανταλάκια και την ψωλή μου και τον αρχιδόσακο. Με έκανε να χύσω φωνάζοντας από καύλα, μην ξέροντας τι έλεγα, χωρίς να τον αγγίξω καθόλου, μόνο με τα μανταλάκια. Μετά με γύρισε μπρούμυτα και πρώτη φορά με πήρε έτσι σαν πουτανάκι. Ξάπλωσε πάνω μου και μου τον έχωσε όλο μέσα. Πόνεσα κάπως παραπάνω αλλά δεν καταλάβαινε τίποτα, με έπαιρνε άγρια. Δύο φορές με γάμησε έτσι και με έχυσε και τις δύο φορές στα κωλομέρια. Πλυθήκαμε μαζί στη ντουζιέρα και, σχεδόν ξημερώματα Σαββάτου, μου υποσχέθηκε "στον Διονυσούλη του", όπως με έλεγε, τη Δευτέρα που είχε άδεια να το επαναλάβουμε. Θα έμενα με το παράπονο ότι δε γούσταρε γλωσσόφιλα.

Δυστυχώς το βράδυ που ακολούθησε ξέσπασαν τα Δεκεμβριανά και τον έχασα. Φοβήθηκε; Βρήκε άλλη; Το τι έγινε ποτέ δε θα το μάθω. Στις κλήσεις μου δεν απάντησε, ούτε και στα μηνύματα. Άλλαξε αριθμό σε λίγες μέρες και στον λογαριασμό του στο site που γνωριστήκαμε δεν ξαναμπήκε. Πήγαινα και έψαχνα εκεί κοντά που μου είχε πει ότι μένει, αλλά δε βρήκα πουθενά το αμάξι του. Μπορεί να μου είχε δώσει ψεύτικη γειτονιά ή να είχε μετακομίσει. Μετά από καιρό είχα κάθε βράδυ κλήση με απόκρυψη στο κινητό μου από κάποιον άγνωστο που τηλεφωνούσε, το σήκωνα, δε μίλαγε, μόνο με άφηνε να μιλάω και να με ακούει.  Θέλω να πιστεύω ότι απλά φοβήθηκε και γι αυτό ξέκοψε.

Πολύ απότομη η προσγείωση στην πραγματικότητα. Στο μεταξύ η κρίση είχε εκδηλωθεί για τα καλά διεθνώς, ενώ υπήρχαν φόβοι μήπως έρθει και στην καλά θωρακισμένη Ελλάδα. Πίεζαν κι οι δικοί μου να τελειώσω Φλεβάρη, αν τα καταφέρω και μετά να πάω στρατό να ξεμπερδεύω. Από τη μια ήμουν σκατά ψυχολογικά και ένιωθα προδομένος ερωτικά, κολλημένος με τον άφαντα φρουρό μου, από την άλλη είχα πιέσεις από παντού, από μαθήματα, εργασίες, καθηγητές, παρέες, εξεταστικές, γονείς. Όπως περπατούσα ένα βράδυ αργά στο στενό για να πάω σπίτι μου κόντεψε ένα αυτοκίνητο να με πατήσει. Απότομο φρενάρισμα, φώτα δυνατά, μία λυσσασμένη κόρνα να ωρύεται, μια οδηγό να κατεβαίνει από το αμάξι και να με βρίζει σα λιμενεργάτης κι εμένα να έχω μείνει κάγκελο στη μέση του δρόμου. Ήταν ισχυρό το σοκ για να συνέλθω κάπως. Αποφάσισα να σκεφτώ το μέλλον μου. Βλέποντας πια ξεκάθαρα ότι το πτυχίο μου δεν είχε και πολλές διεξόδους, ένα μεσημέρι ξύπνησα κι είπα να δω αν μπορώ να μπω σε καμιά σχολή στρατού ή αστυνομίας για να βολευτώ. Χωρίς να το έχω σκεφτεί ποτέ πιο πριν, ούτε κατά διάνοια. Δεν είπα τίποτα σε κανένα, παρά μόνο στη γιαγιά μου που τα έχασε και σάστισε στην αρχή που ο εγγονός της θα γινόταν μπάτσος. Ωστόσο αυτή ήταν που μου ευχήθηκε καλή τύχη.

Πρόλαβα έκανα τα χαρτιά με το 10% και μετά αφοσιώθηκα στην εξεταστική. Μετά την παταγώδη αποτυχία του Φλεβάρη, τον Ιούνιο έκανα ρεβάνς και άφησα για Σεπτέμβριο κάποια λίγα. Λίγες μέρες πριν την εξεταστική, βγήκαν τα αποτελέσματα και είχα περάσει στην αστυφυλάκων. Τότε μόνο το έμαθαν οι δικοί μου, που το πήραν σχετικά ψύχραιμα, και οι υπόλοιποι. Φυσικά παράτησα και τα 4 μαθήματα που είχα για πτυχίο και άρχισα να ετοιμάζομαι μετά τις εκλογές να μπω στη σχολή.

Ο ένας χρόνος στην σχολή πέρασε γρήγορα, με σχεδόν καθόλου σεξ. Καλοκαίρι, 24 χρονών πια, βρέθηκα σε ένα όχι μεγάλο νησί για πρακτική και εκεί αποζημιώθηκα για το σεξ που δεν είχα κάνει τον τελευταίο 1,5 χρόνο. Είχα βρει έναν ντόπιο 34χρονο παντρεμένο που μου τον σφύριζε μέρα παρά μέρα. Κι έτσι κάπως Οκτώβριο επέστρεψα στην Αθήνα για να συνεχίσω πρακτική σε κάποιο τμήμα με αρκετό κόσμο, κυρίως άντρες. Μαζί μου ήρθαν κι άλλοι δόκιμοι.

Είμαι πια ο Διονύσης 24 χρονών σχεδόν πτυχιούχος ΤΕΙ, με κάπως πιο αντρική εμφάνιση και παράσταση (όχι ότι φερόμουν ποτέ σα γυναίκα) και με το που φτάνω στο τμήμα άρχισαν τα εγκεφαλικά. Όπου και να κοίταζα έβλεπα όλο άντρες άντρακλες ο ένας πιο καύλας από τον άλλο. Στη σχολή που ήταν όλοι σχεδόν 18αρηδες… δεν είχα πάθει ξανά τέτοιο κοκομπλόκο. Πρώτος μου την έπεσε στο φιλικό ο Σπύρος, ένας ψηλός καστανός τύπος που καθόταν στην είσοδο. Έμοιαζε άνετα με πορτιέρη μαγαζιού, γιατί είχε πολύ φουσκωτά μπράτσα, ενώ το υπόλοιπο σώμα του ήταν φυσιολογικό. Μόνο τα ποντίκια του ήταν τεράστια. Η αντρίλα και η βαρβατίλα που έβγαζε αυτό το παιδί, άντε να ήταν 1-2 χρόνια μεγαλύτερός μου, τον έκανε πρώτο υποψήφιο θύμα στις φαντασιώσεις μου. Με κατατόπισε που να πάω. Μου φέρθηκαν σχετικά καλά. Εκεί γνώρισα το Φίλιππο και το Βαγγέλη (οι οποίοι θα παίξουν μεγάλο ρόλο παρακάτω) και τον Τάσο. Ο Φίλιππος ήταν από κοντινή στη δική μου πόλη και μόλις άκουσε το επίθετό μου με ρώτησε και προθυμοποιήθηκε να με αναλάβει να με καθοδηγεί. Χρεώθηκα και έφυγα για να πάω να ψάξω σπίτι. Την άλλη μέρα κατάφερα να βρω ένα μικρό επιπλωμένο στούντιο, όχι πολύ μακριά από τη δουλειά, αλλά οπωσδήποτε χρειαζόταν μέσο μεταφοράς, έτσι μου έστειλαν ένα παλιό παπάκι που υπήρχε στο σπίτι.

Η πρώτη μέρα πέρασε αδιάφορη, ενώ η δεύτερη μέρα ξεκίνησε με μένα να ανακαλύπτω ότι ήμουν στο περιπολικό με τον Φίλιππο. Στην ίδια βάρδια δούλευε σε άλλα σημεία ο Σπύρος και ο Βαγγέλης τους οποίους αναλάβαμε να πάμε με το περιπολικό. Μετά κάθισα δίπλα στο Φίλιππο με τον οποίο φάνηκε να υπάρχει χημεία. 5 χρόνια μεγαλύτερός μου και πολύ καιρό στο ίδιο τμήμα, ήξερε τα πάντα και μου έδινε οδηγίες και κατευθύνσεις. Σταδιακά γνώρισα και το Γιάννη με το πολύ καυλιάρικο πρόσωπο, το Θοδωρή που ήταν σα δεκαπεντάχρονος, τον Νίκο που χωρίς να είναι κάτι το ιδιαίτερο από εμφάνιση, είχε πηδήξει όλες τις γκόμενες του τμήματος και γενικά το είχε πολύ με τις γυναίκες. Όποια πέρναγε από το τμήμα της έπιανε κουβέντα και μετά την πήδαγε (το είχε πολύ με το λέγειν), τη Δήμητρα που μου έδωσε την παλιά της σιδερώστρα γιατί μου χρειαζόταν, τη Βίκυ μια πολύ κουτσομπόλα και κακιασμένη γυναίκα, τον Κώστα που είχε φετίχ με τις κομμώτριες, το Γιάννη έναν τελείως στόκο χαλβά αλλά πολύ καύλαρο, και άλλους που δεν παίζουν κανένα ρόλο.

Συνέχισα να κάνω υπηρεσίες με τον Φίλιππο, κάποιες φορές ήταν κι ο Βαγγέλης μαζί μας στο περιπολικό και είχαμε αρχίσει να τα βρίσκουμε σαν παρέα. Έτσι δε μπορούσα να τους δω ερωτικά. Οι φαντασιώσεις μου γυρνούσαν γύρω από τους υπόλοιπους που ανάφερα. Ο Βαγγέλης ήταν αρκετά ψηλός (υπήρχαν κι άλλοι πιο ψηλοί), αλλά είχε ένα δυσανάλογα μικρό κεφάλι σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα και πολύ μακριά πόδια. Και οι δυο μπακούρια. Ο Φίλιππος χωρισμένος πρόσφατα και ο Βαγγέλης είχε χωρίσει μετά από 4 χρόνια σχέσης με μια κοπέλα από το χωριό που του είχαν στείλει οι δικοί του, αλλά τον παράτησε κι έφυγε με έναν στρατιωτικό. Ένα βράδυ ήμασταν μόνοι με τον Φίλιππο. Ήταν Πέμπτη. Ήξερα ότι κάθε Πέμπτη ο Φίλιππος πήγαινε σε ένα μπουρδέλο και γαμούσε. Γούσταρε τρελά μία που του έπαιρνε καλή πίπα και έδινε κώλο. Προσπαθούσε να με ψήσει να πάω κι εγώ. Στο τηλέφωνο προσπαθούσε να ψήσει και τον Βαγγέλη. Εγώ που δεν έχω πάει ποτέ με γυναίκα, δεν ήξερα τι να κάνω. Έτσι το έριξα στο ότι δεν είχα λεφτά. "Κερνάει ο παλιός" μου είπε. Τότε του είπα ότι δεν έχω πάει ποτέ σε μπουρδέλο, σιχαίνομαι και δε θα λειτουργήσω. Με τα πολλά, κατάλαβε ότι σιχαινόμουν κι ότι κώλωνα να πάω σε τέτοιο μέρος. Άφησε κάπου το περιπολικό με μένα μέσα που αρνήθηκα να τον ακολουθήσω και πήγε στο μπουρδέλο αφού φόρεσε μια φόρμα πάνω από τη στολή του. Όσο ήταν μέσα και γάμαγε, εγώ έμεινα να σκέφτομαι πώς γάμαγε και τι να έκανε εκεί μέσα. Ευτυχώς ήταν ήσυχη νύχτα. Όμως έπρεπε σε λίγο να μετακινήσω το περιπολικό κι έτσι αναγκάστηκα να του τηλεφωνήσω για να του πω ότι θα το οδηγούσα εγώ. Ευτυχώς είχε τελειώσει και δεν τον διέκοψα. Συνεννοηθήκαμε πώς και πού θα συναντηθούμε.

Η βραδιά συνέχισε με τον Φίλιππο να με τσιγκλάει και να μου λέει πώς τον τσιμπούκωνε και πώς την έπαιρνε από κώλο. Είχε καταλάβει ότι ντρεπόμουν και εκεί συνέχισε και επέμενε μέχρι να με κάνει να λυθώ. Φυσικά ούτε του πήγαινε το μυαλό ότι είμαι γκέι.

Τις επόμενες μέρες ήμασταν στάνταρ στο περιπολικό ο Φίλιππος, ο Βαγγέλης κι εγώ. Μια μέρα όμως έμεινε από μπαταρία το παπάκι μου. Είπα ότι θα αργήσω λίγο και ανέλαβε ο Τάσος να με καλύψει. Μάλιστα όπως σχόλασε, ήρθε στο δρόμο και με βρήκε και είδε. Ήταν στα τελευταία του το παπάκι μου. Το σπρώξαμε ως το τμήμα, όχι πάνω από 2 χιλιόμετρα μακριά και μου είπε να μιλήσω στον Βαγγέλη ή τον Φίλιππο που ξέρουν από μηχανές. Τότε μου μπήκε η ιδέα να αγοράσω μηχανάκι. Έτσι άρχισα να ψάχνω εγώ και τα παιδιά ανέλαβαν να με βοηθήσουν. Ένα απόγευμα θα πήγαινα να δω ένα μηχανάκι. Με πήρε ο Φίλιππος και πήγαμε με το αμάξι του να το δούμε. Αν και ήθελα να το αγοράσω μου έριξε άκυρο κι έτσι το άφησα. Μετά που πήγαμε για καφέ, πιάσαμε τη συζήτηση κι εκεί έμαθα για τον Βαγγέλη που τον είχε αφήσει η γκόμενα για τον στρατιωτικό. Μάλιστα τους είχε πιάσει στο σπίτι που έμεναν ως τότε μαζί να πηδιούνται. Ήταν Πέμπτη και ο Φίλιππος βάλθηκε μετά να με πάρει μαζί του στο μπουρδέλο. Παρά τις αφόρητες πιέσεις, τις υποσχέσεις ότι θα κεράσει αυτός, παρά τις διαβεβαιώσεις ότι όλες είναι καθαρές, ότι πάει χρόνια και τις ξέρει, παρά τα πάντα, δεν ενέδωσα. Εκείνο το βράδυ τράβαγα μαλακία σκεφτόμενος ότι ήμουν εγώ η πουτάνα κι ερχόταν ο Φίλιππος να τον τσιμπουκώσω και να με πάρει απ' τον κώλο.

Στο ρεπό που είχα την άλλη μέρα, άρχισα να βλέπω φωτογραφίες τους στο facebook και να σκέφτομαι ένα μεγάλο όργιο που να έρχονται κατά σειρά να με πηδάνε ο Φίλιππος, ο Βαγγέλης, ο Νίκος, ο Γιάννης, ο Αλέξης, ο Κώστας και ο Θοδωρής. Στη φαντασίωση τρύπωσε και μια τετράδα μιας ομάδας δι.ασ. που μου ήρθε στο μυαλό. Όλοι ερχόταν με τις στολές τους και τους κατέβαζα τα παντελόνια, τους έπαιρνα τσιμπούκι και μετά με έστηναν ανάσκελα και μου όργωναν τον κώλο. Είχα ανάγκη να βρω γκόμενο επειγόντως. Έτσι ρίχτηκα στην αναζήτηση μηχανής και γκόμενου σε διάφορα sites.

Ο Βαγγέλης θα έλειπε 2-3 μέρες με άδεια κι έτσι έσπασε η ομάδα του περιπολικού και βρέθηκα να βαράω σκοπέτο μερικές μέρες. Σε αντίθεση με τους ένστολους, οι ασφαλίτες, όσο κούκλοι κι αν ήταν -κι είχε μερικά μανούλια άλλο πράγμα!- δε με καύλωναν ιδιαίτερα. Με έφτιαχνε ιδιαίτερα να βλέπω τις αρβύλες τους.

Ένα απόγευμα βρήκα ένα μηχανάκι και φαινόταν κελεπούρι. Πήγαμε με τον Βαγγέλη να το δούμε (ήταν μακριά και δεν είχα πώς να πάω ως εκεί), ανέβηκα στη μηχανή του και τον έπιασα από το μέση για να πάμε. Ένιωσα κάτι σαν να κάνει συσπάσεις, σαν να τρέμει λίγο κάποιες στιγμές. Κάποιες στιγμές ένιωθα εγώ αυτό το τρεμούλιασμα. Όπως είναι όταν είσαι σε μηχανή, καβαλάς, τρέχεις και χωρίς να έχει αέρα από την υγρασία νιώθεις να τρεμουλιάζεις. Ένα τέτοιο πράγμα. Ήταν μαρτύριο η διαδρομή. Φοβόμουν μην καυλώσω και δε μπορώ να κρυφτώ μετά. Το μηχανάκι αποδείχτηκε πολύ καλό και κλείσαμε να το πάρω. Μου εξήγησε ο Βαγγέλης πριν φύγουμε τι θα έπρεπε να κάνουμε για τη μεταβίβαση κλπ. Έτσι κι εγώ απόκτησα το πρώτο 250άρι μου. Έστειλαν οι δικοί μου κάτι φράγκα και το πήρα. Μόλις το πήρα και βόλεψε, κάλεσα τα παιδιά, το Φίλιππο και το Βαγγέλη, να βγούμε να τους κεράσω καφέ. Εκεί ήταν η πρώτη φορά που τους είδα με κανονικά πολιτικά ρούχα (όχι καμιά φόρμα κι ό,τι να 'ναι, απλά για να έρθουν στην υπηρεσία) και τα 'παιξα.

Τα ρούχα του Βαγγέλη τόνιζαν το ύψος του και ξεχώριζε ακόμα περισσότερο. Από την άλλη τώρα παρατηρούσα τα όμορφα και αμυγδαλωτά μάτια του Φίλιππου και τα δυνατά χέρια του με τις μεγάλες παλάμες. Επίσης μια έντονη αντίθεση ανάμεσά τους όπως καθόταν ακριβώς απέναντί μου. Ο Φίλιππος άσπρος σαν γάλα, ενώ ο Βαγγέλης έντονα μαυρισμένος.

Συνεχίσαμε μετά μαζί να είμαστε στο περιπολικό. Την Πέμπτη ήμασταν πρωί και ο Φίλιππος δεν έχασε την ευκαιρία να μας προσκαλέσει να πάμε μαζί του μετά το σχόλασμα στο μπουρδέλο. Είχε μάλιστα έρθει και μια καινούργια κοπέλα με πολύ τουρλωτό κώλο για πολλές υποσχέσεις. Το πήρα σα μπηχτή, γιατί κι εγώ έχω τουρλωτό κώλο. Θεώρησα ότι ο Φίλιππος ίσως κάτι να είχε καταλάβει για μένα έτσι δεν έβγαλα κιχ. Τελικά πάλι μόνος του πήγε και γάμησε ο Φίλιππος.

Στο βραδινό που κάναμε, ήμασταν οι δυο μας χωρίς το Βαγγέλη και έβρεχε βατράχια. Αράξαμε κάπου με το περιπολικό και μιλάγαμε γενικά περί ανέμων και υδάτων. Αλλάξαμε 2-3 φορές θέση και απλώς παρατηρούσαμε τη βροχή που σήμαινε ότι έμπαινε Νοέμβριος. Πιάσαμε να συζητάμε πάλι για το σεξ κλπ. Αναγκαστικά είπα ότι ήμουν μόνος για καιρό χωρίς γκόμενα λόγω σχολής κλπ, ενώ ο Φίλιππος έβριζε τις γυναίκες γενικά. Όσο έλεγε για τις πουτάνες τις γυναίκες, τόσο ένιωθα να ξεχειλίζει η τεστοστερόνη από μέσα του και να τη μυρίζω. Ένιωθα να ξεχειλίζει η πούτσα του τεστοστερόνη και κάτι να με προσκαλεί να σκύψω να την πιω να σαν νερό, όπως το διψασμένο Αυγουστιάτικο χώμα περιμένει τη βροχή. Εκείνο το ξημέρωμα έπρεπε να περάσω από ένα σημείο να πάρω με το μηχανάκι μου έναν άλλο δόκιμο (κι αυτός Βαγγέλης) που κάναμε παρέα από την σχολή και έμενε κοντά μου αλλά δεν είχε δικό του μεταφορικό. Θα γινόμασταν βέβαια λούτσα αλλά δεν γινόταν αλλιώς.

Είπε ο Φίλιππος ότι θα με άφηνε να φύγω πρώτος. Αλλάξαμε θέση με το περιπολικό και πιάσαμε να συζητάμε πάλι για σεξ. Λέγαμε για τα τσιμπούκια και μου είπε ότι το καλύτερο τσιμπούκι του το έχει πάρει μια φορά ένας φοιτητής κάποτε που είχε μεθύσει. Δεν το είχε καταλάβει απ' την αρχή ότι άντρας τον τσιμπούκωνε αλλά γούσταρε τρελά. Μου περιέγραφε το τσιμπούκωμα εκείνο και μου εξηγούσε γιατί προτιμούσε το συγκεκριμένο μπουρδέλο, επειδή μία τουλάχιστον πουτάνα που συνήθως αυτή πήδαγε, έπαιρνε τόσο καλή πίπα. Ενώ μου περιέγραφε πώς του ρούφαγε μια το ένα και μια το άλλο αρχίδι, με είχε κάνει να μην αντέχω άλλο πια. Ήμουν πια σίγουρος ότι με είχε καταλάβει γι αυτό με παίδευε.

-    Μπορώ να σου δείξω κι εγώ πόσο καλά μπορώ να σου πάρω πίπα…

του είπα δειλά-δειλά και έσκυψα το κεφάλι. Άργησε λίγο να το πιάσει ο Φίλιππος.

-    Θες να πεις ότι τσιμπουκώνεις πούτσες;…

μου είπε. Έγνεψα καταφατικά με το κεφάλι και έμπηξα τα κλάματα. Του πήρε λίγο για να το συνειδητοποιήσει. Γενικά είχε ένα θέμα με τους γκέι και συχνά μπινελίκωνε με λέξεις του στυλ "παλιόπουστας". Μόλις το χώνεψε, μου έπιασε με το χέρι το πρόσωπο και το σήκωσε. Τα μάτια μου ήταν ακόμα δακρυσμένα.

-    Δηλαδή είσαι πούστης; Μα δεν σου φαίνεται καθόλου!.

Πάλεψα να του εξηγήσω ότι απλώς γουστάρω να τον τρώω. Κάπου για να το κάνω πιο light, του είπα ότι είμαι bi και πάω και με άντρες και με γυναίκες, πάντα με προφυλάξεις κλπ. Του πήρε λίγη ώρα για να το χωνέψει.

-    Θα μου πάρεις τσιμπούκι;…

με ρώτησε και ξεκίνησε το περιπολικό. Πήγαμε και αράξαμε κάπου και μου είπε να βγω. Πήγαμε σε ένα κτίριο που ήταν στα μπετά. Έξω έβρεχε τρελά και μέσα στο σκελετό του κτιρίου εμείς. Μου είπε να σκύψω και να του δείξω τι ξέρω.

-    Έχω τρομερές καύλες και δε γουστάρω να τραβήξω μαλακία να χύσω…

μου είπε. Έβγαλε τη ζώνη του, την κρέμασε γύρω από τον λαιμό του και μου άφησε να του ξεκουμπώσω το παντελόνι. Ήταν ήδη μισοσηκωμένος. Δε με άφησε να του κατεβάσω το παντελόνι. Άνοιξα τα κουμπιά, έβγαλα τον πούτσο του και με το ζόρι και τα αρχίδια του. Ρούφηξα πρώτα τα αρχίδια του και μετά άρχισα και τον πούτσο. Τα βογγητά του σίγουρα μου έλεγαν ότι τα πάω καλά. Δεν έβγαλε λέξη, μόνο βογκούσε. Εγώ είχα πέσει και τσιμπούκωνα την 17αρα ψωλή του. Ήταν κι αυτή κάτασπρη και γεμάτη έντονες φλέβες. Με άφησε τελείως ελεύθερο και αφοσιώθηκα στο έργο μου. Μόνο κάποια στιγμή φώναξε "χύνω καργιόλη" και απομακρύνθηκα για να χύσει. Τα πρώτα χύσια καρφώθηκαν στο χιτώνιο μου και το άσπρισαν. Έριξε ένα κατούρημα και μπήκαμε στο περιπολικό. Δε μιλήσαμε άλλο το υπόλοιπο βράδυ. Στο σχόλασμα προθυμοποιήθηκε να πάει εμένα και τον άλλο δόκιμο σπίτια μας με το αμάξι του για να μη γλιστρήσουμε πουθενά με το μηχανάκι και μας μαζεύουν μετά με το κουταλάκι.

Ένα τηλεφώνημα με ξύπνησε προς το μεσημέρι. Ήταν ο Φίλιππος. Κάτι είχε γίνει (ήταν η εποχή ήδη του πρώτου μνημονίου, κάτι πορείες κλπ) και εκτάκτως θα δουλεύαμε πάλι βράδυ. Ευτυχώς απόψε ψιχάλιζε μόνο. Ήμασταν στο περιπολικό αλλά κανείς δεν τολμούσε να κάνει πρώτος την αρχή, άσε που είχε και δουλειά απόψε. Μόλις όμως χαλαρώσαμε, ξεκίνησε τη συζήτηση γύρω από μένα και το σεξ. Του φαινόταν πολύ περίεργο να πηγαίνει κάποιος και με άντρες και με γυναίκες και με ρωτούσε πώς μπορούσα να κάθομαι και να γαμιέμαι. Πόσα χρόνια το έκανα, πώς ξεκίνησα κλπ.

-    Ακόμα θυμάμαι πώς με τσιμπούκωνες χθες καργιόλη και δε μπορώ να ηρεμήσω…

μου είπε κάποια στιγμή.

-    Δεν περίμενα ποτέ να μου συμβεί αυτό. Ελπίζω να μην με κάνεις κι εμένα πούστη…

μου είπε και με πάγωσε.

-    Τον έπαιξα καθώς θυμόμουν το τσιμπούκι σου.

Ήταν σίγουρο ότι ήθελε να τον τσιμπουκώσω ξανά. Μόλις του το πρότεινα, έφαγα άκυρο. Στο σχόλασμα όμως πάλι προθυμοποιήθηκε να με πάει σπίτι για να μη γλιστρήσω πουθενά. Σιγόβρεχε όλη τη νύχτα άλλωστε. Εκείνο το βράδυ δεν είχα να πάρω τον άλλο δόκιμο μαζί μου. Φτάσαμε σπίτι μου και μου έσκασε το μυστικό:

-    Θα ανέβω να με τσιμπουκώσεις.

Έψαξε, πάρκαρε και ανέβηκε στο στούντιο μου. Μπήκαμε μέσα και με τη μία με έσπρωξε στο κρεβάτι και μου είπε να γδυθώ. Με τρόμαξε η επιθετικότητα και η βιαιότητά του, αλλά ήταν λόγω τρακ. Γδύθηκα, ενώ ο Φίλιππος πέταξε τις αρβύλες του εδώ κι εκεί και το παντελόνι του. Κάθισε στην πολυθρόνα που υπήρχε και άρχισα να του γλείφω τον πούτσο πάνω από το γκρι μποξεράκι του. Στη συνέχεια το έβγαλε και ξεκίνησα ρουφώντας τις αρχιδάρες του και μετά τον πούτσο του. Τρελαινόταν να του παίρνω και τα δύο αρχίδια στο στόμα ταυτόχρονα και μου το ζήταγε.

Ώσπου σηκώθηκε και μου είπε να στηθώ στα τέσσερα στο κρεβάτι για να με γαμήσει. Ούτε στην καλύτερή μου φαντασίωση δεν το πίστευα! Ο Φίλιππος θα με γαμούσε! Τρελάθηκα από καύλα και σε χρόνο που ούτε εγώ δεν μπορούσα να το διανοηθώ είχα ανέβει στο κρεβάτι κι είχα στηθεί στα τέσσερα. Ούτε που μ' ένοιαξε αν θα μου τον φόραγε ακάπωτο.

Ευτυχώς είχε μεριμνήσει. Έβαλε καπότα, πέταξε το χιτώνιο και τη φανέλα του και ήρθε από πίσω μου. Χωρίς να λέει τίποτα μου τον έχωσε με τη μία. Πόνεσα, η αλήθεια ήταν ότι τα 17 εκατοστά του και το πάχος του πούτσου του ξέφευγαν από τον μέσο όρο. Είχα πάνω από μήνα να γαμηθώ και ήμουν πιο στενός απ' ό,τι συνήθως. Ασυναίσθητα ξέφυγαν φωνές και κραυγές μου. Με έπιασε με τις χερούκλες του δυνατά από τη μέση και άρχισε να με καρφώνει γρήγορα με βίαιες γαμιές. Πονούσα και σφιγγόμουν. Μάλλον αυτό γούσταρε. Όσο πιο άγρια με γαμούσε, τόσο πιο πολύ σφιγγόμουν και τόσο πιο πολύ το απολάμβανε. Πολύ γρήγορα όμως έχυσε μέσα μου. Πήγε κατούρησε, ντύθηκε κι έφυγε χωρίς να πούμε τίποτα.

Την άλλη μέρα το απόγευμα έσκασε τηλέφωνο από τον Φίλιππο. Ήρθε και με πήρε με το αμάξι και πήγαμε κάπου απόμερα. Ήθελε να συζητήσουμε.

-    Θα σε σκοτώσω αν πεις το παραμικρό πουθενά…

ξεκίνησε η κουβέντα με άγριο τόνο. Εγώ που περίμενα να πάμε βόλτα για να με γαμήσει κάπου έξω, πάγωσα. Ο μονόλογός του περιστρεφόταν γύρω από την φράση "θα σε σκοτώσω έτσι και διανοηθείς να πεις το παραμικρό". Φυσικά ούτε εγώ ήθελα να με ξεφωνήσουν. Σ' αυτό συμφωνήσαμε. Έτσι με έβαλε να του ζητήσω πολλές φορές συγγνώμη που τον παρέσυρα και κόντεψα να τον αποπλανήσω σε πουστιές και ανωμαλίες. Με γύρισε πίσω.

Συνεχίσαμε κανονικά να είμαστε στο περιπολικό ο Φίλιππος, ο Βαγγέλης κι εγώ. Σα να μην είχε συμβεί τίποτα. Στο νυχτερινό σχολάσαμε και μόλις έφτασα σπίτι με το μηχανάκι άκουσα το κινητό μου να χτυπάει. Ήταν μήνυμα από τον Φίλιππο. Σε λίγο σήκωσα και το τηλέφωνο. Ήρθε ο Φιλιππος σπίτι μου και μου έριξε έναν ακόμα πούτσο. Αυτή τη φορά ήταν πιο άγριος στο γαμήσι και με πόνεσε πιο πολύ, ενώ δεν έλειπαν και μερικές σφαλιάρες στον κώλο μου από τις δυνατές του χερούκλες.

Την άλλη μέρα πάλι μου τηλεφώνησε, ζήτησε να βρεθούμε επειγόντως και πάλι πήγαμε κάπου απόμερα με το αμάξι του για να με απειλήσει ότι θα με σκοτώσει αν πω το παραμικρό. Πάλι τον είχα παρασύρει και έπρεπε να ζητήσω συγγνώμη και να υποσχεθώ αιώνια σιωπή.

Την άλλη μέρα κάτι έγινε και μπερδεύτηκαν οι βάρδιές μας και με πέταξαν στο περιπολικό με άλλα άτομα. Νόμιζα ότι ο Φίλιππος θα το είχε κανονίσει. Παράλληλα έψαχνα να βρω κανένα γκόμενο για κάτι μόνιμο και βγήκα για καφέ και γνωριμία με τον Αλέξη, ένα φοιτητή που είχα γνωρίσει.

Το βράδυ γύρω στο σχόλασμα της απογευματινής βάρδιας ο Φίλιππος με πήρε τηλέφωνο και ήρθε σπίτι μου. Το σενάριο ήταν γνωστό. Μου έλεγε να γδυθώ, τα πέταγε όλα κι αυτός και ξεκίναγα να τον τσιμπουκώνω, μετά με έστηνε στα τέσσερα στο κρεβάτι και με γαμούσε άγρια και μου έριχνε σφαλιάρες με τις χερούκλες του στον κώλο. Ίσα-ίσα να μου εμφανίσει λίγες κοκκινίλες. Έχυνε, κατούραγε κι έφευγε. Μέρα παρά μέρα με έπαιρνε τηλέφωνο κι ερχόταν μόλις σχόλαγε σπίτι και με γαμούσε. Ώσπου συναντηθήκαμε πάλι στις βάρδιες. Στο σχόλασμα ήρθε σπίτι μου, τον τσιμπούκωσα και με γάμησε για πρώτη φορά, δύο φορές άγρια. Η δεύτερη φορά είχε μεγαλύτερη διάρκεια από την πρώτη. Με έχυσε παντού και έφυγε.

Την άλλη μέρα θα έφευγα για τροχαία. Περίμενα να σχολάσω για να πάρω φύλλο πορείας. Βέβαια εκείνη τη μέρα είχα δανείσει το μηχανάκι μου στο Βαγγέλη τον δόκιμο, που θα ερχόταν μόλις σχόλαγε να με πάρει και να πάμε μαζί τα φύλλα πορείας στην τροχαία. Η τύχη το 'φερε και στην σκοπιά με άλλαζε ο Βαγγέλης, ο ψηλός φίλος που ήμασταν στο περιπολικό συνήθως. Μίλαγα στο τηλέφωνο με κάποιον και έβριζα τον δόκιμο Βαγγέλη που είχε αργήσει και που δεν επρόκειτο να 'ρθει σύντομα. Όμως η τύχη τα 'φερε και κάποιος με ρουφιάνεψε στον Βαγγέλη τον ψηλό. Βγήκε και με άκουσε να βρίζω κάποιον Βαγγέλη στο τηλέφωνο που με είχε στήσει. Σίγουρα πίστεψε ότι μίλαγα γι αυτόν και μόλις έκλεισα το τηλέφωνο μου έριξε ένα χέσιμο που ήταν όλο δικό μου. Το χειρότερο ήταν ότι δεν καθόταν να του εξηγήσω τι έγινε, ενώ ο σπιούνος που με ρουφιάνεψε, φρόντισε να το έχει φουσκώσει και με πολλά ακόμα που δεν είχα πει. Έτσι έφυγα προσωρινά, όντας σκοτωμένος με τον Βαγγέλη, κάτι που με πείραξε. Έκτοτε με αποκαλούσε "γατούλη" παντού.

Από την άλλη μεριά, ο Φίλιππος εξαφανίστηκε μερικές μέρες και όπως έμαθα είχε φύγει με άδεια. Παράλληλα με πίεζε ο Αλέξης ο φοιτητής και ξαναβρεθήκαμε. Ήταν ίσως ό,τι ακριβώς είχα ανάγκη. Ήθελε απλώς να βρισκόμαστε για σεξ και καμία βόλτα για καφέ ποτό ή σινεμά. Τίποτα παραπάνω. Μόνο πρόβλημα ο χώρος γιατί έμενε με την αδερφή του. Το ίδιο εκείνο απόγευμα ήρθε σπίτι μου για πρώτη φορά και με γάμησε. Ο Αλέξης ήταν ένας 20χρονος ψηλός και αρκετά χοντρός φοιτητής, ενεργητικός, αρρενωπός που ήταν ό,τι ακριβώς είχα ανάγκη. Μια ζεστή αγκαλιά, ένα καλό σεξ και καθόλου άλλες απαιτήσεις, απόλυτη εχεμύθεια. Φυσικά και δεν του αποκάλυψα ότι είμαι αστυνομικός.

Μόλις τέλειωσε το πρώτο απόγευμα που έφαγα για πρώτη φορά την πούτσα του Αλέξη, με πήρε τηλέφωνο ο Φίλιππος. Γύρισε από την άδεια. Το σκηνικό γνωστό. Ήρθε και με πήρε με το αμάξι του, πήγαμε κάπου ερημικά (κάθε φορά και αλλού με πήγαινε) και έριξε όλο το φταίξιμο σε μένα, ότι τον αποπλάνησε το τσιμπουκοστόμα μου και το πεταχτό κωλαράκι μου. Εγώ έφταιγα που είχε παραστρατήσει και κόντευε να πουστέψει κι αυτός. Με έβαλε να του ζητάω για πολύ ώρα συγνώμη και να υποσχεθώ ότι δεν θα πω ποτέ και πουθενά το παραμικρό, αλλιώς θα με σκότωνε. Όταν σιγουρεύτηκε και ικανοποιήθηκε, μου πέταξε κατάμουτρα ότι αυτή ήταν και η τελευταία φορά που μιλάγαμε γι αυτό το θέμα. Μέχρι τότε πίστευα ότι απλώς είχε ψυχολογικά και βρισκόμασταν στο αμάξι για να μου λέει όλα αυτά τα ακατάσχετα. Ωστόσο τώρα ήταν απόλυτος και κατηγορηματικός. Ποτέ ξανά τίποτα. Μόνο γκόμενες. Άσε που και η επαρχία μας είναι μικρή και δεν ήθελε στα σχεδόν 30 του να του βγει το όνομα.

Έτσι ό,τι είχε γίνει με τον Φίλιππο, είχε γίνει και ανήκε στο παρελθόν. Η μικρή αναζήτησή του στα γαμήσια με αγόρια έλαβε τέλος. Σύντομα άρχισε να βγαίνει με μια τσουλίτσα κι έκοψε και το μπουρδέλο (προσωρινά πάντα). Καθώς ήμουν σκοτωμένος με τον Βαγγέλη, ο οποίος δεν άκουγε τίποτα και με είχε μπλοκάρει στο facebook και ο Φίλιππος μου είχε ξεκόψει το κάθε τι, αφοσιώθηκα στον Αλέξη που ερχόταν σπίτι μου και μου έριχνε κανένα γαμησάκι να ξελαμπικάρουμε κι οι δυο μας.

Καμιά φορά βγαίναμε για καφέ, ο Φίλιππος (που ξηγιόταν πολύ καλά και δεν αναφερθήκαμε ποτέ ξανά στις πίπες και τα γαμήσια), ο Σπύρος που δυστυχώς είχε γκόμενα, οπότε έμενα μόνο με το να λιγουρεύομαι τα ποντίκια του, ο Θοδωρής που τρελαινόμουν στην ιδέα ότι μπορεί και να του κατάφερνα να του πάρω καμιά πίπα καθώς είχε γκόμενα στην επαρχία και δεν βλεπόταν συχνά, ο Νίκος που στις φαντασιώσεις μου παραστρατούσε και με πήδαγε, ο Κώστας που για πάρτη του στις φαντασιώσεις μου γινόμουν κομμώτρια και με πήδαγε και καμιά φορά και ο Γιάννης ο στόκος, αλλά σούπερ μανούλι! Ειδικά μόλις έμαθα ότι αυτός ο πανέμορφος στόκος ήταν παντρεμένος, για κάποιο λόγο κόλλησα μαζί του στις φαντασιώσεις μου και γούσταρα να έρχεται να πηδάει μόνο εμένα. Φυσικά ούτε που διανοήθηκε κανείς τους ποτέ ότι σκέφτομαι όλα αυτά για αυτούς.

Μια άλλη φαντασίωσή μου ήταν να με κλειδώνουν γυμνό η Βίκυ και η Δήμητρα στο κρατητήριο, το οποίο είναι άδειο, και να έρχονται κατά σειρά να με πηδάνε ο Φίλιππος, ο Βαγγέλης, ο Σπύρος, ο Νίκος, ο Γιάννης, ο Κώστας, ο Θοδωρής και δύο 19χρονοι δόκιμοι -ας τους πούμε Σπύρο και Χάρη- που έκαναν μαζί μου πρακτική και ήταν μπακούρια αν και σκέτη καύλα, ο ένας καλύτερος από τον άλλο. Όλοι αυτοί, εγώ, οι δύο άλλοι δόκιμοι και οι δυο γυναίκες βγαίναμε για καφέ ή πηγαίναμε σε ένα τσιπουράδικο και τα τσούζαμε, όσο το επέτρεπε η βάρδια του καθενός.

Τέλειωσε το χρονικό διάστημα παραμονής μου στην τροχαία και γύρισα πίσω στο τμήμα. Ετοιμαζόμουν να δώσω τα δύο τελευταία μαθήματα για το πτυχίο του ΤΕΙ παράλληλα και είχα αραιώσει λίγο τον Αλέξη αλλά και τους καφέδες και τα μαζέματα στο τσιπουράδικο, όπου πίναμε όσοι από τους δέκα αστυνομικούς -που ανέφερα- που κάναμε μεταξύ μας παρέα μπορούσαμε. Με το Βαγγέλη κι εμένα εξακολουθούσε να υπάρχει το ψύχος Σιβηρίας στις σχέσεις μας. Όσο κι αν προσπάθησα να τον πλησιάσω, πάντα έτρωγα άκυρο. Το 2011 δεν είχε μπει και με τις καλύτερες προδιαγραφές. Είχε αρχίσει να με κουράζει το να έρχεται απλώς ο Αλέξης να του παίρνω πίπα, να μου ρίχνει έναν ή δύο πούτσους και να φεύγει. Αραιά και πού βγαίναμε για καφέ. Αλλιώς το περίμενα, αλλά αλλιώς εξελίχτηκε. Κι εκεί που επικρατούσε η απόλυτη καθημερινότητα και πλήξη, κάτι ήρθε να τα αλλάξει όλα και να φέρει τεράστιες αλλαγές στην ζωή μου.

Μια μέρα δουλεύαμε πρωί, εγώ σκοπέτο, ο Φίλιππος κι ο Βαγγέλης περιπολικό και σε άλλες πρωινές υπηρεσίες οι Σπύρος, Νίκος, Κώστας και Θοδωρής, ενώ οι απόκριες τελείωναν. Η τύχη τα 'φερε και την άλλη μέρα όλοι μας θα δουλεύαμε νύχτα, έτσι έριξε η Δήμητρα την ιδέα να πάμε στο τσιπουράδικο μόλις σχολάσουμε. Η διάθεσή μου έφτιαξε απίστευτα μόλις πήρα ένα sms από κάποιο παιδί ότι είχα περάσει και το τελευταίο μάθημα και είχα πάρει ουσιαστικά το πτυχίο μου. Ακόμα καλύτερο θα γινόταν το πράγμα μόλις θα εμφανιζόταν ο δόκιμος φίλος μου ο Βαγγέλης. Ήρθε για να τον στείλω μέχρι το ΤΕΙ να ρωτήσει τα σχετικά με το πτυχίο, ορκωμοσίες κλπ. Άρπαξα την ευκαιρία και με τα πολλά έβαλα τους δύο Βαγγέληδες να γνωριστούν και κάτσαμε κάτω να λύσουμε την παρεξήγηση. Τότε έμαθα ότι ένα αρχίδι από τα γραφεία με είχε ακούσει να μιλάω στον Βαγγέλη το δόκιμο και πήγε και είχε στον Βαγγέλη τον ψηλό ότι τον έβριζα. Μόλις λύθηκε εκείνη η παρεξήγηση των 4 μηνών.

Εκείνη τη μέρα ήπιαμε τ' άντερα μας. Δεν έχω ιδέα πόσα τσίπουρα ήπιαμε. Μετά τις 5 μειώθηκε σιγά-σιγά η παρέα και μείναμε ο Βαγγέλης, ο Φίλιππος, ο Σπύρος, εγώ και ο Θοδωρής. Μας κέρασε μια γύρα ο μαγαζάτορας που ήξερε τους περισσότερους ως τακτικούς πελάτες. Τον Σπύρο ήρθε και τον μάζεψε η γκόμενά του ενώ ο Θοδωρής έφυγε ξερνώντας.

Ο Βαγγέλης κι εγώ συνεχίσαμε ενώ ο Φίλιππος έμεινε μόνο για την παρέα, να ξεσουρώσει για να πάει σπίτι. Έπινε καφέ ενώ ο Βαγγέλης κι εγώ το γυρίσαμε στα ούζα. Αν και δεν είχα ποτέ ακραίες εμπειρίες με μεθύσια, άντεχα θαυμάσια, όμως ο Βαγγέλης κάποια στιγμή ξέρασε. Ο Φίλιππος σαν μεγαλύτερος ανέλαβε να μας μαζέψει. Καθάρισε τον Βαγγέλη από τα ξερατά και μας έβαλε σε ένα ταξί να πάμε σπίτια μας. Πρώτα θα πηγαίναμε απ' το δικό μου σπίτι που ήταν πιο κοντά. Όμως μόλις φτάσαμε, πρώτος πετάχτηκε από το ταξί ο Βαγγέλης. Πήγε και έπεσε στην είσοδο της πολυκατοικίας μου κι έψαχνε τα κλειδιά του. Μάταια προσπαθούσαμε με τον ταρίφα να τον βάλουμε μέσα. Τα πήρε ο ταρίφας, τον πλήρωσα κι έφυγε. Αποφάσισα να τον ανεβάσω στο στούντιό μου και να μείνει εκεί μέχρι να ξεμεθύσει.

Ανεβήκαμε με τα χίλια ζόρια, και μόλις είδε το μικρό καναπεδάκι πήγε κι έπεσε πάνω του. Με πολύ κόπο κατάφερα να του βγάλω τα παπούτσια που ήταν μες τα ξερατά και τις κάλτσες. Τα έβγαλα στο μπαλκόνι να μην βρωμάνε. Το 'ριξε στον ύπνο ο Βαγγέλης, ενώ εγώ μέσα στη μέθη μου αποφάσισα να του βγάλω τα ρούχα. Κατάφερα του έβγαλα την μπλούζα και την φανέλα και με πολλά ζόρια ξεκούμπωσα και του έβγαλα το παντελόνι. Αντίκρισα ένα κόκκινο ρουμπινί εφαρμοστό σλιπάκι. Τότε άρχισα να παρατηρώ το κορμί του, να συνειδητοποιώ πόσο ψηλός ήταν και πόσο αρρενωπός είναι. Ούτε άτριχος, ούτε υπερβολικά ή αηδιαστικά τριχωτός. Γύρισε ανάσκελα μέσα στην παραζάλη και τον ύπνο του και τότε είδα καθαρά να διαγράφονται από το σλιπ του ο αρχιδόσακός του και ο πούτσος του. Δεν ήξερα αν ήταν λίγο καυλωμένος ή σε φυσιολογική κατάσταση ακόμα, αλλά φαινόταν πολύ μεγάλο. Πρέπει να με πήρε ο ύπνος μισοντυμένο εκεί στο πάτωμα, με το κεφάλι μου στον καναπέ κοντά στα μπούτια του Βαγγέλη. Μια γονατιά στο κεφάλι, καθώς άλλαξε πλευρό, με ξύπνησε. Ζαλιζόμουν κι είχα τρομερό πονοκέφαλο. Κοιμόταν ξαπλωμένος ανάσκελα και τεντωμένος. Οι πατούσες του και λίγο από τα καλάμια του ήταν στον αέρα, μετά το τέρμα του καναπέ. Έβλεπα το ίδιο εκείνο φούσκωμα στο σλιπ του κι εκείνο το ρουμπινί χρώμα που με διαόλιζε.

Κάτι η μέθη μου, κάτι οι κάβλες και οι φαντασιώσεις μου, αποφάσισα να του κατεβάσω λίγο το σλιπάκι. Εμφανίστηκε ένας μισοσηκωμένος πούτσος, ξυρισμένος σχετικά πρόσφατα. Κατέβασα λίγο ακόμα το σλιπάκι και απελευθέρωσα και τον αρχιδόσακο. Τώρα είχα την πούτσα και τα αρχίδια του μπροστά μου και τα έβλεπα. Αυτά που είχαν πρωταγωνιστήσει σε τόσες φαντασιώσεις μου ήταν τώρα ζωντανά εκεί μπροστά μου. Πήγα και πήρα μωρομάντηλα και του καθάρισα τα αρχίδια και τον πούτσο και ιδιαίτερα το πουτσοκέφαλο. Άρχισε να καυλώνει. Πήγα ανάμεσα στα μπούτια του και άρχισα να του γλείφω τον αρχιδόσακο. Ρούφηξα τα αρχίδια του και σε λίγο άρχισα να ρουφάω και την ψωλή του. Η ψωλή του έγινε ψωλάρα 19 εκατοστών και σχετικά χοντρή. Δε χώραγε στο στόμα μου. Είχε καυλώνει τέντα και τη ρούφαγα σαν τρελός. Δεν μπορούσα να την χορτάσω. Σταματούσα και τον έβγαζα από το στόμα μου και προσπαθούσα να κοιτάω το πρόσωπό του.

Είχε μια πολύ γλυκιά έκφραση ευχαρίστησης. Κάποια στιγμή μου φάνηκε πως άνοιξε τα μάτια και διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας. Συνέχισα να του ρουφάω την ψωλάρα και να το ευχαριστιέμαι και σίγουρα γούσταρε κι αυτός, αφού ο μικρός Βαγγέλης ήταν τέρμα καυλωμένος και σηκωμένος, ώσπου ένιωσα το χέρι του να με πιάνει από τον λαιμό και να με πιέζει να τον ρουφήξω ολόκληρο. Τα χρειάστηκα μόλις άρχισε να συσπάται και να με χύνει. Ένιωθα τα καυτά του και πηχτά χύσια να τρέχουν μαραθώνιο στον λαιμό και τον φάρυγγά μου χωρίς να μπορώ να κινηθώ. Μάλλον ασυναίσθητα μου ασκούσε τόση δύναμη που δε μπορούσα να αντιδράσω κι έτσι όλα τα χύσια του -κι ήταν πολλά, πάρα πολλά- εκσφενδονίζονταν στο στομάχι μου. Με απελευθέρωσε μόλις έχυσε και την τελευταία σταγόνα. Δεν πρόλαβα να συνέλθω από το απρόοπτο και παραλίγο να με πλάκωνε. Γύρισε μπρούμυτα. Ίσα που πρόλαβα να βγω από τα μπούτια του, αλλά μπουρδουκλωθήκαμε και καταλήξαμε κι οι δυο στο πάτωμα. Έτρεξα στο μπάνιο και ξέρασα. Γυρνώντας κι έχοντας κάπως συνέλθει, ανέβασα με τα χίλια ζόρια τον Βαγγέλη στον καναπέ, του ανέβασα το μποξεράκι και του έβαλα ένα σκέπασμα ενώ χώθηκα κι εγώ στα σκεπάσματά μου και ξεραθήκαμε στον ύπνο.

Την άλλη μέρα νωρίς το πρωί ξύπνησα από τα βογγητά του. Του πόναγε το χέρι και ο ώμος. Δεν είχαμε ακόμα συνέλθει καλά από το μεθύσι. Άργησε να καταλάβει πού βρίσκεται. Του εξήγησα τι έγινε. Από ένα σημείο και μετά είχε μεθύσει τόσο που δεν θυμόταν ούτε ότι ξέρασε ούτε πώς ήρθαμε σπίτι μου. Έκανε να σηκωθεί αλλά ζαλιζόταν. Όχι ότι εγώ ήμουν καλύτερα. Μετά από κόπο σηκώθηκε και χτύπησε δύο καφέδες βαρείς για να συνέλθουμε κάπως. Του είπα ότι έπεσε μια φορά στα σκαλιά στην είσοδο της πολυκατοικίας και μία φορά το βράδυ από τον καναπέ, οπότε από κάποιο πέσιμο οφειλόταν οι πόνοι του. Καθώς συζητάγαμε και πίναμε ήδη τον δεύτερο καφέ για να συνέλθουμε, ο Βαγγέλης με το ρουμπινί μποξεράκι του κι εγώ με μια φόρμα και μια κοντομάνικη μπλούζα, χωρίς εσώρουχα από μέσα, με αιφνιδίασε:

-    Δεν έχασες όμως την ευκαιρία και με τσιμπούκωσες.

Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω.

-    Δεν ήξερα ότι παίρνεις τόσο καλό τσιμπούκι γατούλη.

Είχα μείνει ενεός. Φοβήθηκα. Μήπως είχε μιλήσει ο Φίλιππος; Γιατί αυτά τα διφορούμενα λόγια; Ανέλαβε ο ίδιος ο Βαγγέλης να με βγάλει από το αδιέξοδο:

-    Πρώτη φορά κάθεται κάποιος τόσο υπάκουα να πιει τα χύσια μου!

-    Ναι αλλά αμέσως τα ξέρασα… του είπα.

-    Μη φοβάσαι είμαι καθαρός, μου πέταξε. Ώστε πουστάκος είσαι; Κάτι είχα αρχίσει να υποψιάζομαι μία μέρα που συζητάγαμε για το μπουρδέλο με τον Φίλιππο, αλλά όταν σε είδα για καφέ με μια μουνίτσα άλλαξα γνώμη.

Προφανώς κάπου με είχε δει με κάποια να πίνω καφέ, αν και δεν μπορούσα να θυμηθώ πού και πότε. Συνέχισε πάνω κάτω στο ίδιο μοτίβο, ενώ εγώ είχα σκύψει το κεφάλι και φοβόμουν. Ο Φίλιππος είχε φανεί ξηγημένος, αλλά με το Βαγγέλη φοβόμουν. Είχαμε και το κακό προηγούμενο που είχαμε μαλώσει χωρίς λόγο και δεν ήξερα πώς θα μπορούσε να αντιδράσει.

-    Μίλα ρε γατούλη... πες κάτι.

Μάταια προσπαθούσε να με κάνει να πω το οτιδήποτε.

-    Δεν είναι να ντρέπεσαι επειδή γουστάρεις νατον τρως... άλλωστε δεν πουστοφέρνεις, ούτε είσαι καμιά κουνιστή. Έχεις βέβαια καθαρά γυναικείο πεταχτό κώλο, αλλά έχεις παχύνει τώρα τελευταία και δε φαίνεται τόσο καλά.

Με τα πολλά μου λύθηκε και μένα η γλώσσα και του παραδέχτηκα, χωρίς κλάματα αυτή τη φορά, ότι είμαι γκέι κι ότι από μικρός γουστάρω άντρες, αλλά δεν γυναικίζω, ούτε συμπεριφέρομαι όπως οι γυναίκες ή οι κραγμένες. Και του ομολόγησα ότι από την πρώτη στιγμή που τον είδα, έτσι ψηλό στη στολή του, κόλλησα και γούσταρα να του πάρω τσιμπούκια και να με γαμήσει σε όλες τις πιθανές στάσεις και καταστάσεις και σενάρια. Κι ότι δε μπορούσα να φανταστώ πόσο μεγάλη ψωλάρα θα έχει και πόσο πολύ θα χύνει. Κι ότι, τέλος πάντων, ναι τον γούσταρα κάργα και η πίπα που του είχα πάρει ήταν η εκπλήρωση μιας φαντασίωσης και είμαι πολύ χαρούμενος που το κατάφερα και το έζησα. Με μία μόνο παράκληση, ότι υποσχόμουν να μην τον ενοχλήσω ποτέ ξανά, αλλά να μην αποκαλύψει πουθενά το μυστικό μου,

Με άφησε ελεύθερο να εκτονωθώ και να παραληρώ. Πάνω κάτω τα ίδια του έλεγα, ομολογούσα ότι μου αρέσουν οι άντρες, ότι μου ήταν εξαιρετικά δύσκολο λόγω του επαγγέλματος, αλλά ότι δεν είμαι κραγμένη. Ότι τον γούσταρα τρελά και ότι δε θα έκανα ποτέ κάτι που θα τον πειράξει. Σηκώθηκε όρθιος και κάπως πάγωσα. Με κατέλαβε ταχυκαρδία. Έβαλε την παλάμη του στο στόμα μου και μου είπε…

-    Σ… Σήκω όρθιος…

σα να με διέταξε. Σηκώθηκα και μόλις απομάκρυνε τη μεγάλη του παλάμη από το στόμα μου, έκλεισε το κεφάλι μου στα χέρια του και οδήγησε τα δύο μας στόματα να ενωθούν και ανταλλάξαμε παθιασμένο γλωσσόφιλο για λίγη ώρα. Δε μπορούσα να πιστέψω αυτό που βίωνα. Δεν ήξερα αν είναι ονειροπόλημα της μέθης, αν είναι παρενέργεια της μέθης του ή αν το εννοούσε. Η πρώτη φορά που ένας αστυνομικός με φιλούσε στο στόμα. Ένιωθε το καρδιοχτύπι μου, μείγμα άγχους και ερωτικής παρενέργειας, και το απολάμβανε σαδιστικά. Κρατούσε σφιχτά το κεφάλι μου και με φίλαγε.

-    Κι εγώ γκέι είμαι…

ήρθε η αποκάλυψη μόλις απελευθέρωσε το στόμα μου από τη γλυκιά φυλακή της γλώσσας του.

-    Πρώτη φορά που το ξεστομίζω αν και το ξέρω από μικρός. Από τότε που στα 15 μου τα έφτιαξα και γαμούσα ένα συμμαθητή μου με τον οποίο ερωτευτήκαμε αληθινά και αγνά. Ήξερα ότι είμαι γκέι, από τότε που κάτι ψυλλιάστηκε ο γέρος μου, με παρακολούθησε, μας έπιασε και για καιρό με σάπιζε στο ξύλο με την βέργα του, ήξερα ότι όσο και να με δείρει, θα γουστάρω άντρες... ακόμα και τότε που τέλειωσα τη σχολή αστυφυλάκων και ήρθα Αθήνα και μου έστειλαν τη γκόμενα για να κάνουμε σχέση μη τυχόν και αρχίσουν να λένε οι κακές γλώσσες στο χωριό τίποτα. Ακόμα και τότε ήξερα ότι είμαι γκέι... κι όταν την έπιασα να με κερατώνει, η ανακούφιση της φυγής της ήταν σαν απελευθέρωση για μένα...

εξομολογήθηκε σα χείμαρρος και με έστειλε. Ούτε που θα μπορούσα να το διανοηθώ πως αυτός ο πανύψηλος παίδαρος είναι γκέι. Βέβαια ήταν ευθύς εξ' αρχής καθαροί οι ρόλοι μας. Ο Βαγγέλης είναι ο άντρας γαμιάς που πηδάει κι εγώ ο παθητικός που γαμιέμαι. Δε χρειάστηκαν περισσότερες εκατέρωθεν εξηγήσεις. Με τα χέρια του έβγαλε την μπλούζα που φόραγα, "γατούλη μου" μου είπε καθώς φυλάκιζε το πρόσωπό μου για να το οδηγήσει στο στόμα του και να αρχίσουμε να φιλιόμαστε και να ενώνονται οι δυο μας γλώσσες. Έβγαλα τη φόρμα μου και άρχισε να μου χουφτώνει την κωλάρα.

-    Ρε συ μαναράκο, γιατί πάχυνες; Έχεις τέτοια γαμάτη κωλάρα που δεν σου πάει. Πρέπει να χάσεις λίγα κιλά.

Με γύρισε με τα μούτρα στον τοίχο και στριμώχτηκε στην πλάτη μου. Ο πούτσος του από το σλιπάκι του φούσκωνε στην πλάτη μου. Μου έγλειφε και μου δάγκωνε τα αυτιά, "είσαι ο γατούλης μου" μου έλεγε συνέχεια. Με οδήγησε να σκύψω να του βγάλω το σλιπάκι και να του πάρω πίπα. Φούντωσε ξανά η ψωλάρα του. Πόσο πολύ ανυπομονούσα να δεχτώ την εισβολή αυτής της υπέροχης αστυνομικής ψωλάρας στον κώλο μου. Με ξάπλωσε μπρούμυτα στο κρεβάτι κι έβαλε τα δύο μαξιλάρια κάτω από τον κώλο μου. Έκλεισε τελείως τα πόδια και τα μπούτια μου. Ένωσε τα γόνατά του στα δικά μου και άρχισε να πέφτει πάνω μου και να σηκώνεται και να νιώθω την πουτσάρα του να τρίβεται στον κώλο μου.

Στο συρτάρι του κομοδίνου έχω αλοιφή και καπότες. Μου έβαλε αλοιφή στην τρυπούλα και παράλληλα μου έβαζε κωλοδάχτυλο, ένιωθα το ωραίο μακρύ και χοντρό του δάχτυλο να μπαινοβγαίνει στην τρυπούλα μου. Με τα πολλά δέχτηκε να βάλει καπότα και σύντομα κόλλησε τα μπούτια του στα μπούτια μου. Κόλλησε τις τεράστιες πατούσες του στις δικές μου και με τα χέρια του άνοιξε τα κωλομέρια μου και άρχισε να βυθίζει την ψωλάρα του στην τρυπούλα μου. Σιγά-σιγά και γλυκά μου τον έβαζε. Ήξερε να τον χειρίζεται με μαεστρία. Και ο λίγος πόνος που ένιωθα υποχωρούσε καθώς μου τον έβαζε γλυκά-γλυκά και μου έλεγε…

-    κάτσε έτσι, μη σφίγγεσαι γατούλη μου, να στον χώσω ολόκληρο.

Μόλις μου τον έβαλε σχεδόν όλο μέσα, άρχισε να υποχωρεί και να βγαίνει. Άφησε μόνο το πουτσοκέφαλο και ξανάρχισε την αργή διείσδυση. Πάλι υποχώρηση και διείσδυση. Την τρίτη φορά τον είχα πια φάει ολόκληρο. Τώρα έπεσε πάνω μου ενώνοντας τα κορμιά μας, έπιασε με τις παλάμες του τα μπράτσα μου για να με ακινητοποιήσει. Τα μπούτια του ήμουν σφιχτά κολλημένα στα μπούτια μου κι οι πατούσες του στις πατούσες μου. Δε μπορούσα να κινηθώ, είχα εγκλωβιστεί στο κορμί του και μόλις το συνειδητοποίησα καύλωσα απίστευτα. Μού δάγκωνε και μου έγλειφε τα αυτιά και μου ψιθύριζε "γατούλη μου" ενώ άρχισε σιγά-σιγά να με γαμάει.

Για λίγα λεπτά ακολούθησε ένα γλυκό και άγριο γαμήσι ταυτόχρονα και στο τέλος άρχισε να χύνει μέσα στο κώλο μου. Μόλις έχυσε, το χέρι του κατέβηκε και τρύπωσε κάτω από τον πούτσο μου και μου τράβηξε μαλακία. Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα έχυσα. Σηκώθηκε, κατούρησε, έπλυνε την πούτσα του κι ήρθε στο κρεβάτι και με πήρε στην αγκαλιά του.

-    Θα γίνεις ο γατούλης μου;…

μου είπε και το ναι μου ήταν η κατάφαση. Κάπως έτσι τα φτιάξαμε. Μόλις σχολάσαμε τα ξημερώματα, ήρθε σπίτι μου και μου έριξε έναν δεύτερο περιποιημένο πούτσο. Την άλλη μέρα του είπα πώς είχε η κατάσταση με τον fuck buddy τον Αλέξη. Με έβαλε να τον φωνάξω σπίτι και για να είναι σίγουρος ότι θα τον χωρίσω, κρύφτηκε μέσα στην ντουλάπα και με έβαλε κακήν κακώς να δώσω πόδι στον Αλέξη. Ο καημένος, είχε έρθει για να με γαμήσει, εφοδιασμένος με καπότες και απ' την κεραμίδα που του ήρθε όταν τον ξαπόστειλα, ξέχασε τις καπότες στο τραπεζάκι.

Με το που έφυγε ο Αλέξης, βγήκε ο Βαγγέλης από την ντουλάπα, εμφανώς πιασμένος και στριμωγμένος. Για επιβράβευση μου γέμισε τον κωλαράκο πιπιλιές, δε θυμάμαι πόση ώρα μου δάγκωνε και μου ρούφαγε τον κώλο και πραγματικά είχα γεμίσει πιπιλιές, ενώ ακολούθησε ένα ωραίο γαμήσι, στην αγαπημένη του στάση… να με έχει μπρούμυτα, αυτός από πάνω μου ξαπλωμένος, με τα χέρια του να φυλακίζουν τα χέρια μου και να έχει το πάνω χέρι. Μόλις με έχυσε, ήρθε η ώρα μου να μάθω να είμαι ο υπάκουος γατούλης που θα ευχαριστούσε τον αστυνομικό του γκόμενο όπως κι εκείνος. Κάθισε στην πολυθρόνα, φόρεσε τις άσπρες του κάλτσες και άρχισε να μου δίνει οδηγίες πώς θα μάθω να του γλύφω σωστά τις ποδάρες του. Αν και μέχρι τότε σιχαινόμουν, ξύπνησαν οι μνήμες από τον πρώτο αστυνομικό, κάποια χρόνια πριν, που με είχε βάλει να του γλείψω τα πόδια. Ξεκίνησα γλείφοντας τα πάνω από τις κάλτσες με ιδιαίτερη έμφαση στις πατούσες. Και τι τεράστιες πατούσες! 47 νούμερο! Μετά έβγαλα μία-μία τις κάλτσες του και άρχισα να του γλείφω τα πόδια, τις πατούσες και τα δάχτυλα. Το μόνο σημείο του σώματός του που δεν υπήρχε τρίχα ήταν τα δάχτυλα των ποδιών. Μόλις τα έγλειψα καλά, κοίταξα και είδα την ψωλάρα του τέρμα καυλωμένη. Διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας και έπιασα το νόημα. Ξάπλωσα μπρούμυτα στο κρεβάτι και έπεσε πάνω μου. Μου τον έχωσε το ίδιο γλυκά όπως την πρώτη φορά, μόνο που ένιωθα μία διαφορά "γατούλη μου και γατούλη μου" μου ψιθύριζε στο αυτί "πόσο με τρελαίνει να μου περιποιείσαι τα πόδια", όταν άρχισε να με γαμάει πιο γρήγορα, με έπιασε από τους ώμους, μου τον κάρφωσε πιο βαθιά και άρχισε να με χύνει βαθιά και με δύναμη, ακάποτα, μέσα μου.

Αυτό ήταν. Πλέον με είχε κάνει δικό του. Τον επόμενο ενάμιση χρόνο τον περάσαμε μαζί. Σχεδόν μέρα παρά μέρα με σεξ, να του γλείφω τα πόδια και τις πατούσες, να πίνω τα χύσια του στην πίπα ή να με γαμάει ακάποτα, που το απολάμβανε πιο πολύ και του σηκωνόταν περισσότερο. Η καλύτερη στιγμή ήταν όταν πήγαμε ένα διήμερο στο χωριό του βόλτα και με πήγε κάπου έξω εκεί που είχε γαμήσει για πρώτη φορά και εκεί με γάμησε και μένα απίθανα εκείνο το βράδυ.

Δυστυχώς, όμως, όταν μας δόθηκε η ευκαιρία να φύγουμε κάπου επαρχία στους αλλοδαπούς τα σπάσαμε. Αν και είχε καλά λεφτά, εγώ δεν ήθελα να φύγω από Αθήνα, ενώ ο Βαγγέλης, θέλοντας την ανεξαρτησία για να είναι μακριά από τους δικούς του και να ζει ελεύθερα, προτίμησε να πάει κάπου μακριά από την Αθήνα. Ελπίζω να περνά υπέροχα!



Copyright protected OW ref: 120906