Όλα τριγύρω αλλάζουνε: Η επόμενη μέρα

Δημοσιεύθηκε από mastroT
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.95 (10 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Όλα τριγύρω αλλάζουνε... Η αρχή

Μετά από ένα υπέροχο γαμήσι και ξεθεωμένοι και οι τρεις, μπήκαμε σπίτι και ναρκωθήκαμε στα κρεβάτια μας. Δε σκεφτόμουνα τίποτα, απλά να κοιμηθώ.

Δεν ξέρω τι ώρα ήταν, πάντως δεν είχα καμιά διάθεση να σηκωθώ από το κρεβάτι μου, σα ν' άκουσα φασαρία. Ανοίγω τα μάτια και προσπαθώ να καταλάβω τι γίνεται. Πριν συνειδητοποιήσω το παραμικρό, ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα ο Βασίλης. Φαίνεται αναστατωμένος.

- Τάκη μου πρέπει να φύγουμε για Κω επειγόντως. Ο ανιψιός της Λάουρα, ήταν διακοπές στην Κω, νοίκιασε κάποια μηχανή ή ποδήλατο, θα σε γελάσω, και είχε ένα ατύχημα. Πάμε εμείς, μέχρι να έρθει η Τζοάννα (αδερφή της Λάουρα και μητέρα του) από Αγγλία.

Πετάγομαι με τη μία επάνω…

- Να έρθω μαζί σας!

- Δε χρειάζεται… ηρέμησε… όλα είναι υπό έλεγχο. Δεν έχει κάτι σοβαρό, αλλά δε μπορούμε να τον αφήσουμε και μόνο του. Όλα είναι κανονισμένα. Εσύ θα μείνεις εδώ. Θα μιλήσω περνώντας από κει στην ξαδέρφη μου την Καίτη και θα σου στείλει μια γουρούνα ή μηχανή, για να έχεις να μετακινείσαι. Θα τηλεφωνηθείτε για να συνεννοηθείτε. Εμείς θα σου τηλεφωνήσουμε μόλις φτάσουμε Κω κι έχουμε νεώτερα. Καλή σου μέρα και καλά να περάσεις…

κι όπως είχε μπει σα σίφουνας στο δωμάτιο μου, το ίδιο έφυγε. Μέχρι να συνειδητοποιήσω τα όσα μου 'χε πει, άκουσα το αμάξι να φεύγουν βιαστικά. Μέχρι να κάνω ένα μπάνιο και να φτιάξω καφέ, χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι η Καίτη. Με καλημερίζει και με ενημερώνει πως μου στέλνει μεταφορικό μέσον. Για να καταλάβετε, η Καίτη, ή αλλιώς θεούσα, είναι ξαδέρφη του Βασίλη, με μια μικρή ξενοδοχειακή μονάδα, στην άλλη πλευρά του χωριού. Προσωπικά δεν την ξέρω, αλλά έχω ακούσει, πως είναι μια 55αρα γεροντοκόρη, που όλοι στο σόι την φωνάζουν θεούσα.

Πίνω τον καφέ μου στη βεράντα, όταν μια ολοκαίνουρια γουρούνα, μπαίνει ολίγον μαλλιά κουβάρια στην αυλή. Ένας 25χρονος νεαρός, με μακριά, κάτω από τους ώμους, ξανθά μαλλιά με χωρίστρα στη μέση και μια λεπτή κορδέλα στο μέτωπο, ξεμανίκωτο λευκό μπλουζάκι και τζην παντελόνι σηκωμένο ψαράδικα, με πλησιάζει με βήμα βιαστικό, σχεδόν τρέχοντας.

- Καλημέρα κύριε Τάκη. Είμαι ο Δημητράκης. Μ’ έστειλε η κυρία Καίτη να σας πάρω. Πάρτε ότι χρειαζόσαστε, γιατί θα σας φιλοξενήσει στο ξενοδοχείο όσες μέρες θα λείπει ο κύριος Βασίλης. Πάρτε και κανένα καλό ρούχο μαζί, γιατί σήμερα είναι η γιορτή της τράτας, και γίνεται πανηγύρι στο χωριό.

Ανεβαίνω επάνω να μαζέψω τα πράγματα που χρειάζομαι. Από τη μπαλκονόπορτα βλέπω την Δημητράκη να κάνει βόλτες στο γκαζόν, εκεί που τη προηγούμενη νύχτα ξέσκισα τη Λάουρα και το Βασίλη. Είναι ένα ψηλόλιγνο παλληκάρι, λίγο πιο κοντό από μένα, αλλά από μακριά, τον κάνεις και για κοπέλα, μ αυτό το ξανθό μαλλί. Κλείνω το σπίτι, και κατεβαίνω. Μόλις φτάνω κοντά του, μου πετάει τα κλειδιά της γουρούνας.

- Δυστυχώς, δίκυκλα δεν έχουμε πια. Έχω ακούσει για τα κατορθώματά σας με το εντούρο σας.

Του χαμογελάω, καβαλάμε τη γουρούνα και φεύγουμε. Πέντε χιλιόμετρα μετά το Κιοτάρι, στα όρια του καταφυγίου άγριας ζωής Χόρτης, κάνουμε αριστερά προς τις κατασκηνώσεις της Μητρόπολης της Ρόδου. Σε δυο χιλιόμετρα κάνουμε δεξιά και μπαίνουμε στη "Βίλα Κατερίνα", ένα μακρόστενο, δίπατο, χτισμένο παραδοσιακά, ξενοδοχείο, μέσα στο πράσινο, με μια μεγάλη πισίνα σε σχήμα 8, με γεφυράκι στο κέντρο. Παρκάρουμε και πριν προλάβω να κατέβω, εμφανίζεται ένα αυτοκινητάκι, σαν αυτά του γκολφ, Ένας μεσήλικας γκρουμ, παίρνει την βαλίτσα μου και απευθυνόμενος στο Δημητράκη, παρά σε μένα, του λέει πως θα μείνω στο παλιό σπίτι για να έχω την ησυχία μου και φεύγει. Εμείς μπαίνουμε μέσα και περνώντας από την ρεσεψιόν, ακούω την υπάλληλο να μας λέει πως η κυρία Καίτη με περιμένει στο γραφείο της. Ο Δημητράκης μου δείχνει μια ανοιχτή πόρτα και φεύγει διακριτικά.

Μπαίνοντας, αντικρίζω τη "θεούσα". Δεν έχουν κι άδικο. Μια 55αρα, μελαχρινή, με μια αλογοουρά μέχρι λίγο πάνω από την μέση της, ελαφρώς μακιγιαρισμένη, μ ένα μίντι κρεμ κοντομάνικο φόρεμα, με βάτες και κουμπιά από τον λαιμό μέχρι κάτω, όλα κουμπωμένα, καφέ σανδάλια, γύρω στο 1.60 (από σώμα, κανονικό, μη με ρωτάτε περισσότερα, τι να φανεί μέσα από αυτό το αρχαιολογικό φόρεμα. Το μόνο που μπορώ να διακρίνω, είναι ένα μικρό στήθος, που πιέζεται από το φόρεμα, λες και θέλει να εξαφανιστεί τελείως). Με αγκαλιάζει εγκάρδια, σκύβω να με φιλήσει και σταυρωτά, διακρίνω την αίσθηση της anais, και με μια λεπτή φωνή, με καλωσορίζει και μου τα εξηγεί όλα, που θα μείνω και τα παρόμοια, χωρίς να πάρει ανάσα, λες και μιλάει σε πελάτη. Μετά από μια δεκάλεπτη κουβεντούλα, βρίσκομαι να κόβω βόλτες στην πισίνα και να πηγαίνω κατά το pool bar για καφέ.

Ο Δημητράκης, εκτελεί και χρέη barman. Μου φτιάχνει ένα δυνατό frappe, μου εξηγεί και με πληροφορεί για διάφορα, κάνουμε μερικά τσιγάρα και μου εξηγεί πως θα πάω στο παλιό σπίτι όπου θα μείνω. Και μια και στην πισίνα, τέτοια ώρα, είναι μαζεμένα όλα τα ΚΑΠΗ, παίρνω τον καφέ μου και τραβάω για το δωμάτιο μου. Τριακόσια μέτρα περίπου μακρύτερα, μέσα από μια καταπράσινη διαδρομή, ακολουθώντας το λιθόστρωτο δρομάκι που μου είπε ο Δημητράκης, φτάνω στο παλιό σπίτι, ένα πέτρινο, τεράστιο σπίτι με κατώι. Δεξιά του ένα μικρό, πέτρινο κι αυτό, σπιτάκι, όπου και θα μείνω. Όλα χτισμένα στους πρόποδες ενός λοφίσκου, μέσα σ’ ένα καταπράσινο περιβάλλον. Αριστερά, χωράφια και κήποι καλλιεργήσιμα, μια περιφραγμένη έκταση με καμιά εικοσαριά γαϊδουράκια μέσα, το ταξί της Λίνδου, και στάβλο, και πολλά σκεπασμένα κοτέτσια, με παγώνια, φασιανούς, πέρδικες, χήνες, πάπιες, κότες κι όλων των ειδών τα πουλερικά. Πραγματικά, ένα απίστευτα μαγευτικό μέρος.

Έχει όμως αρχίσει η ζέστη και δεν έχω καμιά διάθεση να πάω να τα θαυμάσω από κοντά. Μπαίνω στο σπιτάκι, τακτοποιώ τα πράγματά μου, αλλάζω (σορτσάκι, σαγιονάρες) και ξαπλώνω σε μια αιώρα, στο πίσω μέρος του σπιτιού, δεμένη ανάμεσα σε δύο πλατάνια, δίπλα από ένα μικρό ποταμάκι. Απολαμβάνω τον καφέ και το τσιγάρο μου, όταν χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι η Λάουρα. Μου εξηγεί τα περί του ατυχήματος και της υγείας του ανιψιού της και πως θα μείνουν μέχρι να έρθει η αδερφή της από Αγγλία. Μιλάμε κάνα δεκάλεπτο και πριν κλείσουμε…

- Γαμιά μου, ακόμα πονάει το μουνάκι μου από το ξέσκισμα που του έκανες. Σε σκέπτομαι και υγραίνομαι η πουτάνα. Μόλις επιστρέψουμε θέλω ιδιαίτερη περιποίηση ψωλαρά μου… να με ξεσκίσεις… κι εγώ σου έχω μια έκπληξη!

- Θα σε ξεπατώσω καργιολίτσα… θα σε γαμάω αλύπητα!

Γελάκια και κλείνουμε. Τι το ήθελε και μου το θύμισε το χθεσινοβραδινό;… με καύλωσε η λυσσάρα. Το χέρι μου ασυναίσθητα πιάνει το καυλί μου και το χαϊδεύει απαλά. Έχω καυλώσει άγρια με τις σκέψεις. Κι άντε μες την ερημιά να βρεις μουνί να ξεκαυλώσεις. Κλείνω τα μάτια μου και σκέφτομαι όλα τις χθεσινές φάσεις… το ξέσκισμα της Λάουρα, το ξεκώλιασμα του Βασίλη και όλα όσα γίνανε μεταξύ μας. Αισθάνομαι το σορτσάκι να με στενεύει. Που να χωρέσει την καυλωμένη μου πούτσα. Το κατεβάζω μέχρι κάτω απ’ τα’ αρχίδια και την χαϊδεύω. Δεν ξέρω πόση ώρα ήμουνα σ’ αυτή την κατάσταση. Αφήνω το κοντάρι μου να κοιτάει τον ουρανό και γυρνάω να πιάσω τα τσιγάρα μου. Και τότε τον βλέπω… ο Δημητράκης, αναψοκοκκινισμένος, με τα χείλη υγρά και το στόμα μισάνοιχτο, με χαζεύει θα έλεγα. Κι όπως είναι στο άνοιγμα της πόρτας, με τα ξανθά μακριά του μαλλιά, το λευκό κοντό μπλουζάκι του και το εφαρμοστό του τζην, μέσα στη καύλα μου, πιο πολύ μου κάνει για κορίτσι παρά γι’ αγόρι. Πιάνω την πούτσα μου από την ρίζα και την κουνάω επιδεικτικά.

- Κύριε Τάκη… τι ψωλάρα είναι αυτή;… ψελλίζει λιγωμένος ο μικρός.

- Σ' αρέσει αγορίνα μου;

- Δεν έχω ξαναδεί τέτοιο παλαμάρι… σιγοψιθυρίζει, χωρίς να ξεκολλάει τα μάτια του από πάνω της.

- Έλα κοντά… δε δαγκώνει.

Σαν υπνωτισμένος έρχεται προς το μέρος μου. Τα μάτια του συνέχεια στο καυλί μου. Στέκεται δίπλα μου όπως είμαι ξαπλωμένος. Αφήνω την πούτσα μου, πιάνω το χέρι του και το ακουμπάω πάνω της. Αμέσως τη χουφτώνει κι αρχίζει να μου την παίζει αργά-αργά. Το χέρι μου χαϊδεύει το κωλαράκι του πάνω από το τζην. Ένα σφιχτό, πεταχτό κωλαράκι. Ο δείκτης του χεριού μου, επικεντρώνεται στη κωλοχαράδρα του. Τη χαϊδεύω… πάνω-κάτω… πάνω-κάτω. Κάθε φορά που φτάνει στο τρυπίδι του, το πιέζω δυνατά. Ένα "αχ…" βγαίνει κάθε φορά από τα χείλη του. Η ανάσα του γίνεται γρηγορότερη. Καυλώνει το καργιολάκι. Πιάνει την πούτσα μου και με τα δυο χέρια. Μου την παίζει πιο γρήγορα τώρα. Η ψωλή μου έχει γίνει πέτρα. Τα νεύρα πάνω της διαγράφονται έντονα. Σκύβει… και λίγα εκατοστά πάνω από το γυαλιστερό μου ψωλοκέφαλο σταματάει, Σαλιώνει τα χείλη του και του δίνει ένα πεταχτό φιλί.

- Ρούφα τον καυλιάρη…

- Θα με σκοτώσει η κυρία Καίτη αν αργήσω…

ψελλίζει με παράπονο και η ανάσα του γίνεται ακόμα γρηγορότερη. Συνεχίζω να χαϊδεύω πιο δυνατά το κωλαράκι του. Το δάχτυλό μου έχει μείνει μόνιμα τώρα και πιέζει πάνω από το εφαρμοστό του τζην το κωλοτρυπίδι του.

- Δεν θ’ αργήσεις καργιολάκο… αχ, είμαι πολύ καυλωμένος, δεν αντέχω, θα στα δώσω γρήγορα αγορίνα μου…

Γυρίζει και με κοιτάει στα μάτια, κολλάει τα χείλη του στα δικά μου, οι γλώσσες μας συναντιούνται κι αρχίζουν ένα τρελά καυλωτικό παιχνίδι. Μου τον παίζει ακόμα πιο γρήγορα. Μετά το παρατεταμένο γλωσσόφιλο, με μια γρήγορη κίνηση τον παίρνει στο στόμα, τον γλείφει, τον φιλάει, τον φτύνει και συνεχίζει να μου τον παίζει. Με το ένα χέρι μου πιάνω το κεφάλι του και με το άλλο τραβάω το χέρι του από την πούτσα μου. Κρατάω το κεφάλι του σταθερό και του καρφώνω την ψωλάρα μου στο λαρύγγι. Πνίγεται, αλλά το απολαμβάνει. Σάλια τρέχουν από τα χείλη του, πάνω στη πούτσα μου. Με το ελεύθερο χέρι μου, του κλείνω την μύτη και του γαμάω το στόμα, δε μπορεί να πάρει ανάσα, ζορίζεται, τον φέρνω στο αμήν και τον αφήνω να πάρει μια βαθιά αναπνοή. Σάλια τρέχουν από το στόμα του πάνω στο πουτσοκέφαλό μου. Τον καρφώνω πάλι άγρια πάνω στο καυλί μου και του γαμάω το στόμα πιο δυνατά. Τα μάτια του δακρύζουν από το πνίξιμο και το ζόρισμα.

- Θα σου ξεσκίσω το λαρύγγι καυλιάρη… μ' έχεις τρελάνει, τι χειλάρες είναι αυτές μωρό μου;… ρούφα με… μη σταματάς!

Το κωλόπαιδο τσιμπάει και τραβάει τις ρωγούλες του πάνω από το μπλουζάκι. Άναρθρες κραυγούλες όλο καύλα βγαίνουν από τα σωθικά του, όπως είναι μπουκωμένος. Έχω αφήσει πια το κεφάλι του, του γαμάω γρήγορα το στόμα κι αυτός ακόμα πιο γρήγορα ανεβοκατεβάζει τις χειλάρες του, σφίγγοντας όλο και περισσότερο την πούτσα μου.

- Μ… χύσε με ψωλαρά μου, χύσε με… Πότισε μου τα χειλάκια… Δώσ' μου τα φλόκια σου.

- Χύνω πούστη… χύνω…. πίνε καργιόλη…

κι αδειάζω με δύναμη τα καυλόζουμα μου στο στόμα του. Άλλα καταπίνει, άλλα τρέχουν από τα χείλη και συνεχίζει να με ρουφάει. Μόλις δεν έχω ούτε σταγόνα να βγάλω, αρχίζει με τη γλώσσα του να κου καθαρίζει την πούτσα, ακόμα κι αυτά που χυθήκανε από το στόμα του πάνω μου καθαρίζει. Πριν ακόμα ξαναβρώ την ανάσα μου… μου σκάει ένα φιλί στο ψωλοκέφαλο και φεύγει βιαστικά. Κοντοστέκεται στη πόρτα.

- Κατά τις οκτώμισι ψωλαρά μου θα ξανάρθω, δεν έχει δουλειά απόψε λόγο του πανηγυριού… όλοι θα πάνε στην παραλία…

και εξαφανίζεται τρέχοντας για να μην τα ακούσει από τη θεούσα. Ξαφνικά νοιώθω πεινασμένος. Σηκώνομαι να πάω κατά το εστιατόριο. Μπαίνω σπίτι να κάνω ένα ντουζάκι και να πάω για φαί. Πάνω στο τραπέζι, ένας τεράστιος δίσκος καμπάνα.

- Χα, χα, χα… το παλιόπραμα, μου 'χει φέρει φαί… γι’ αυτό ήρθε… σκέφτηκα μάλλον φωναχτά.

Καθώς έτρωγα, χτυπάει το εσωτερικό τηλέφωνο του σπιτιού. Μόλις το σηκώνω, η φωνή του Δημητράκη.

- Φάε και κοιμήσου γαμιά μου… μην κάνεις μπάνιο… θα έρθω να σε πλύνω εγώ…

και τραγουδώντας "δυο… στη μπανιέρα, δυο- δυο" το κλείνει. Το φαί ήταν υπέροχο. Αφού το απόλαυσα, βγαίνω και ξαπλώνω στην αιώρα. Γρήγορα με παίρνει ο ύπνος στη δροσιά. Αλλά κάτι τα ζωύφια, κάτι ο ήλιος που γύρισε και χτύπαγε πάνω μου… ξύπνησα, μούσκεμα στον ιδρώτα. Σηκώνομαι και μπαίνω στη δροσιά του σπιτιού. Κάνω ένα ντουζάκι. Δεν αντέχω ιδρωμένος. Διπλώνω την πετσέτα στην μέση μου και βγαίνω πάλι ν απολαύσω τη φύση. Βγαίνοντας από την μπροστινή πόρτα, βλέπω την πόρτα (μια μεγάλη γκαραζόπορτα) στο κατώι ανοιχτή. Κατευθύνομαι κατά κει. Φτάνοντας στην καμάρα της πόρτας, βλέπω ένα τεράστιο χώρο – αποθήκη. Ένα μικρό τρακτέρ είναι σταθμευμένο ακριβώς μπαίνοντας μέσα. Λίγα μέτρα μπροστά και δεξιά, ο Δημητράκης, ανοίγει ένα μεγάλο σακβουαγιάζ πάνω σ ένα δερμάτινο καναπέ, απομεινάρι μάλλον κάποιας ανακαίνισης. Κρύβομαι πίσω από το τρακτέρ. Είμαι περίεργος να δω τι κάνει.

Βγάζει ένα κουτί. Πάει πίσω από τον καναπέ. Κάθεται σ' ένα σκαμπό μπροστά από τραπεζάκι κι ανάβει το φως. Τελικά, δεν είναι τραπεζάκι, είναι τουαλέτα, σίγουρα κι αυτή, από κάποια ανακαίνιση. Αρχίζει να μακιγιάρεται. Κατόπιν φτιάχνει μαλλί. Σηκώνεται κι έρχεται μπροστά στον καναπέ. Βγάζει το εφαρμοστό του τζην. Μένει τελείως γυμνός. Κάτι ψάχνει μεσ' το σακβουαγιάζ. Κάτι κρατάει στο χέρι, αλλά δε διακρίνω καλά. Κάθεται στον καναπέ. Δε μπορώ να καταλάβω τι κάνει, αλλά σε λίγα δευτερόλεπτα ξαπλώνει. Σηκώνει τα πόδια του ψηλά. Αγγίζει και χαϊδεύει τη κωλοχαράδρα του. Και τότε το βλέπω. Προσεκτικά χώνει στο τρυπίδι του μια μαύρη σφήνα. Ακούγεται ένα "αχ" κι η σφήνα χάνεται όλη στην τρύπα του. Μένει για λίγο ακίνητος, πιθανά για να τη συνηθίσει.

Σηκώνεται.. βγάζει από το σακβουαγιάζ ένα κόκκινο μικροσκοπικό κιλοτάκι. Το φοράει. Μετά ένα μαύρο φορεματάκι. Το φοράει. Ένα πολύ κοντό εφαρμοστό φορεματάκι, με δίχτυ να καλύπτει τη μέση του και τους ώμους του. Τέλος ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνες γόβες, με χοντρή διαφανή σόλα, σαν αυτές που φοράνε οι πορνοστάρ συνήθως. Μ’ ένα λικνιστό βήμα, πάει μπροστά στη τουαλέτα και κοιτιέται. Αν εξαιρέσουμε την ανυπαρξία στήθους, τύφλα να ‘χουν τα ξέκωλα. Ντύθηκε για μένα. Μεταμορφώθηκε σε απόλυτο θηλυκό για να μου έρθει. Αυτή η σκέψη και η εικόνα που έχω μπροστά μου, με καυλώνουν αφάνταστα. Η πούτσα μου σπρώχνει την πετσέτα, που παραλίγο να πέσει στο πάτωμα. Μια σκιά εμφανίζεται στη μεγάλη γκαραζόπορτα.

- Δημητράκη… τι κάνεις εκεί;

Ωχ… η θεούσα… ποιος την ακούει τώρα!

- Δεν σου ‘χω πει να μην το κάνεις αυτό με πελάτες παλιόπαιδο;

- Κυρία Καίτη… σας παρακαλώ… δεν ετοιμάζομαι για πελάτη του ξενοδοχείου. Τον κύριο Τάκη θα συναντήσω.

- Δε ντρέπεσαι ανώμαλε; Τι πας να κάνεις;

- Κυρία Καίτη… δε μπορώ… δεν αντέχω… τον θέλω! Το μεσημέρι που του έφερα το φαί τον είδα… τι θεϊκό εργαλείο είναι αυτό;

- Τι λες βρε ανώμαλο; Σαν τα μούτρα σου νομίζεις είναι όλοι;

- Αχ κυρία Καίτη. Τον ρούφηξα… μου τον έδωσε και τον ρούφηξα… αλήθεια σας λέω… τον θέλω κυρία Καίτη… σας παρακαλώ… είναι το πιο ωραίο που έχω δει!

Στο άκουσμα ότι με ρούφηξε ο Δημητράκης, η θεούσα μένει αμίλητη. Για να μη μπλέξει ο μικρός, αποφασίζω να εμφανιστώ. Η αλήθεια είναι πως θέλω να το ξεσκίσω αυτό το πεταχτό, σφιχτό κωλαράκι. Είμαι κάργα καυλωμένος. Βγαίνω από την "κρυψώνα" μου και κατευθύνομαι προς τους δυο τους. Ο Δημητράκης με βλέπει και καρφώνεται πάνω μου. Η θεούσα μέσα στο κρεμ καλογερίστικο φόρεμά της, γυρίζει προς το μέρος μου. Κι εκεί που είμαι έτοιμος να υποστηρίξω το μικρό μου πουτανάκι, βλέπω την κυρία Καίτη να καρφώνεται στο τεράστιο φούσκωμα της πετσέτας που έχω διπλωμένη στη μέση μου.

Κοντοστέκομαι. Δεν ξέρω τι μ' έπιασε, αλλά κοντοστάθηκα και τεντώθηκα ελαφρά προς τα πίσω. Το φούσκωμα ήταν τώρα στην απόλυτη θέα της, Δεν ξεκολλάει τα μάτια της από πάνω του. Δεν ξέρω πόσο κράτησε αυτό. Ο χρόνος είχε σταματήσει. Τα χείλη της θεούσας, είναι μισάνοιχτα και είμαι σίγουρος πως τα μαγουλάκια της έχουν ήδη κοκκινίσει. Καμιά φορά η καύλα, παίζει παράξενα παιχνίδια. Δεν ξέρω πως μου ήρθε, αλλά εκείνη τη στιγμή, ήθελα να τους γαμήσω και τους δύο. Πλησιάζω την κυρία Καίτη. Την πιάνω από την αλογοουρά, κάνω το κεφάλι της πίσω και κολλάω τα χείλη μου στα δικά της. Δεν τη φιλάω απλά. Της ρουφάω τα χείλια και με τη γλώσσα μου προσπαθώ να της ανοίξω το στόμα.

Αντιστέκεται ελάχιστα. Σε λίγο, ανοίγει το στόμα και γλωσσοφιλιόμασταν παθιασμένα. Μένει ακίνητη στα χέρια μου. Αφήνω τα μαλλιά της και τρελαμένος από την καύλα, πιάνω το φόρεμα από το ύψος του λαιμού της και το τραβάω με δύναμη. Δεν το ξεκουμπώνω, το τραβάω. Τα κουμπιά υποχωρούν στο τράβηγμα. Της το ‘χω ανοίξει μέχρι τον αφαλό. Δε φοράει σουτιέν. Τα βυζάκια της μικρά, εφηβικά, αλλά οι ρώγες της τεράστιες και μαύρες. Δεν έχω ξαναδεί μεγαλύτερες. Βγάζουν μάτι στην κυριολεξία. Τις πιάνω με τα δάκτυλα μου, τις τρίβω και τις τραβάω ελαφρά, κοιτάζοντας τη θεούσα στα μάτια. Ένα καυλιάρικο παρατεταμένο "αχ…" βγαίνει από τα χείλη της. Την τραβάω πάνω μου. Η πούτσα μου αγγίζει την κοιλιά της. Τρίβεται πάνω της. Η πετσέτα γλιστράει στο πάτωμα. Το χέρι της κατευθύνεται πάνω της. Τη χουφτώνει. Κάνει ένα βήμα πίσω. Την κοιτάει με ορθάνοιχτα μάτια σαν να μην το πιστεύει. Μου την σφίγγει δυνατά. Και με λάγνα ψιλή φωνή, όλο καύλα:

- Τι ψωλάρα είναι αυτή αγόρι μου; Ποιος θεός στη χάρισε;

Μπράβο λεξιλόγιο η θεούσα! Ο Δημητράκης παίρνοντας θάρρος:

- Στο είπα κυρία Καίτη, είναι τεράστια και υπέροχη.

Αμέσως κάθεται και αρχίζει να μου τη γλείφει. Η γλώσσα του υγρή και καυτή που χαρίζει τα πρώτα κύματα ηδονής. Η Καίτη δεν την αφήνει από το χέρι της. Μου την παίζει ελαφρά και συνεχίζει να την κοιτάει. Σύντομα την βλέπει να χώνεται μέσα στο στόμα του Δημητράκη και οι χειλάρες του να σφίγγονται πάνω της.

- Ρούφα με πουτανίτσα… φτιάξε μου την ψωλάρα να σας σκίσω…

Η θεούσα, πιάνει το κεφάλι του και το κρατάει καρφωμένο στο καυλί μου. Με μια κίνηση της βγάζω το ήδη ξεσκισμένο της φόρεμα. Ένα μαύρο δαντελωτό κιλοτάκι μένει μόνο στο κορμί της. Αφήνω τη μια της ρώγα και βάζω το χέρι μου ανάμεσα στα μπούτια της. Είναι μούσκεμα η καργιόλα. Τρίβω το μουνί της πάνω από το κιλοτάκι. Αισθάνομαι τα μουνόχειλα να πρήζονται και κατσαρές τριχούλες γαργαλάνε το χέρι μου. Αφήνει την πούτσα μου στα περιποιητικά χείλη του Δημητράκη και παραμερίζει το κιλοτάκι της. Χώνω το δείκτη στο πλημμυρισμένο μουνί της και τη δαχτυλιάζω, ενώ με τον αντίχειρα τρίβω την κλειτορίδα της, μια κλειτορίδα σα μεγάλο αμύγδαλο. Με τα δυο της χέρια ανοίγει τα μουνόχειλα. Της βάζω και δεύτερο δάκτυλο στη μούνα της κι αρχίζω να τα περιστρέφω ελαφρά. Ο Δημητράκης, με το ένα χέρι κρατάει την πούτσα μου, τη ρουφάει δυνατά και γρήγορα. Με το άλλο χέρι ψάχνει να βρει το μουνί της αφεντικίνας του, περνώντας το ανάμεσα στα μπούτια της. Βγάζω τα δάκτυλα μου από τη μούνα της και τα βάζω, μουσκεμένα όπως είναι, στο στόμα της. Η γλώσσα της μου τα καθαρίζει από τα μουνόζουμα και καταπίνει λαίμαργα τα σάλια της. Μόλις μου τα καθαρίζει, πιάνω τις μουνότριχες της και τις τραβάω ελαφρά. Σκύβω στ' αυτί της και τι ψιθυρίζω:

- Σ’ αρέσει γαμιόλα;…

και πριν προλάβει να μιλήσει, της τραβάω τις τρίχες με δύναμη.

- Αχ… πιο σιγά καριόλη… πονάω!

Ένα χαστούκι προσγειώνεται στο αναψοκοκκινισμένο της μάγουλο. Την πιάνω από το λαιμό και τη φτύνω στο στόμα.

- Αχ… χύνω… χύνω η πουτάνα…

Μουγκρίζει σα ζώο και χύνει με σπασμούς. Ο Δημητράκης παίζει την πούτσα μου πιο γρήγορα τώρα. Προσπαθεί να τη χώσει όλη στο στόμα, αλλά δεν τα καταφέρνει. Κάποιες φορές την καρφώνει στο λαρύγγι του και μένει ακίνητος και κάποιες άλλες τη βγάζει και μου γλείφει τα' αρχίδια.

- Καργιολίτσα με τρελαίνεις. Τι χειλάρες είναι αυτές πουτανάκι μου; Τι πηγάδι στόμα έχεις;

Η Καίτη τον πιάνει από τα μαλλιά και τον τραβάει πίσω λαχανιασμένη ακόμα από το χύσιμο.

- Άσε και για μένα τίποτα πουστράκι…

Την πιάνω από τη μέση, τη σηκώνω και την αφήνω όρθια πάνω στον καναπέ. Μικροκαμωμένη και ελαφριά. Περνάω τα χέρια μου ανάμεσα στα πόδια της, πίσω από τα γόνατα και τη σηκώνω στον αέρα. Κρεμιέται από πάνω μου και την καρφώνω με δύναμη πάνω στο καυλί μου.

- Αχ… πιο σιγά αγάπη μου… με έσκισες την πουτάνα. Δεν είναι πούτσα αυτή γαμιά μου… κοντάρι για σημαία είναι!

Την ανεβοκατεβάζω ακόμα πιο δυνατά πάνω μου. Νοιώθω το αξύριστο μουνί της να τρίβεται πάνω μου. Όλη μου η πούτσα έχει χωνέψει στη μουνάρα της.

- Καριόλα… και το παίζεις θεούσα μωρή χώνα! Θα σου σκίσω τη μήτρα στα δύο γαμιόλα…

- Σκίσε με… σκίσε με γαμιά μου… άνοιξε με με την ψωλάρα σου. Μη με λυπάσαι… σκίσε με…

Ο Δημητράκης, έρχεται, γονατίζει στον καναπέ, σηκώνει το φορεματάκι του, παραμερίζει το δαντελένιο κιλοτάκι του και επιδέξια, βγάζει την τάπα από το κωλαράκι του. Μια ορθάνοιχτη κωλότρυπα ξεπροβάλει με μιας. Με τα δυο του χέρια, ανοίγει τα κωλομάγουλα και περιμένει τη σειρά του.

- Ανώμαλο κωλοπαίδι… θες να σε σκίσει σαν εμένα;

Καρφώνω την Καίτη στο καυλί μου και όπως κρέμεται από πάνω μου, της χώνω ασάλιωτο το δάκτυλο στο κωλοτρυπίδι της. Όλο μέσα. Αρχίζει να τρέμει.

- Χύνω! Χύνω την ψωλάρα σου γαμιά μου… χύνω από παντού η πουτάνα…

Με πλημμυρίζει με τα ζουμιά της. Τρέχουν στα μπούτια μου. Υπερβολικά πολλά για μουνοχύσια. Σίγουρα της έφυγαν και τσισάκια. Μόλις ηρεμεί, την αφήνω προσεκτικά στον καναπέ. Πιάνω το καυλί μου κι όπως είναι μούσκεμα το ακουμπάω στο τρυπάκι του Δημητράκη. Αν κι έχει βάλει κρεμούλα, δυσκολεύεται να μπει. Σπρώχνω πιο δυνατά. Το ψωλοκέφαλο του ανοίγει το σφικτήρα και γλιστράει μέσα.

- αχ… σταμάτα κύριε Τάκη… σταμάτα, πονάω… αχ…

Η θεούσα, του πιάνει το καυλάκι του κι αρχίζει να του το παίζει μαλακά.

- Χαλάρωσε αγόρι μου, χαλάρωσε, μη σφίγγεσαι, άσε το κοντάρι του Τάκη μας να σε κάνει πουτάνα, σε λίγο δε θα πονάς μωρό μου...

και μου κάνει νόημα να σπρώξω δυνατότερα. Σπρώχνω κι άλλο… η πούτσα μου αρχίζει να γλιστράει μέσα του. Προσεκτικά του τη βάζω αργά-αργά όλο και πιο βαθιά. Νοιώθω τον προστάτη του πάνω στο ψωλοκέφαλο. Σπρώχνω κι άλλο, ο μισός μου πούτσος σχεδόν είναι μέσα του. Αρχίζω να του γαμάω το κωλοτρυπίδι. Είναι σφιχτό, αλλά με την κρεμούλα γλιστράει γλυκά και μου χαρίζει μια υπέροχη καύλα. Βογκάει από καύλα και από πόνο. Η ανάσα του γίνεται γρηγορότερη. Σε λιγάκι τον νοιώθω να σπρώχνει κι ο Δημητράκης, να τον πάρει βαθύτερα. Μάλλον γλύκανε ο πόνος και θέλει να πάρει όσο περισσότερο καυλί μπορεί μέσα του. Αρχίζω να του τον καρφώνω βαθύτερα. Έχουμε βρει ρυθμό και τον ξεκωλιάζω.

- Σκίσε με κύριε Τάκη, σκίσε με, κάνε με πουτανάκι. Άνοιξε μου το κωλομουνάκι μου… κάνε με ξέκωλο…

Αρχίζω να τον γαμάω πιο δυνατά. Τη βρίσκει το καργιολάκι. Βογκάει και παρακαλάει να το ξεσκίσω.

- Τι κωλάρα έχεις καργιολίτσα… με πεθαίνεις, θα στη σκίσω… θα σε κάνω ξέκωλο του κερατά γαμιόλη…

- Ξεπάτωσε με ψωλαρά μου, τι γαμιάς είσαι εσύ;… ξεφτίλισέ με στην πούτσα άντρα μου, πονάω και καυλώνω. Πιο βαθιά… κι άλλο… πιο βαθιά… αχ…

Του σκάω ένα κωλοσκάμπιλο. Η Καίτη του δαγκώνει δυνατά το κωλομάγουλο, ενώ συνεχίζει να παίζει με το καυλάκι του.

- αχ… σκύλα… καργιόλα… θα δεις τι έχω να σου κάνω παλιόγρια… αχ… σε λατρεύω...

και γυρίζει και της δαγκώνει τη ρώγα.

- Αχ... πούστη με πονάς…

και του παίζει το καυλί πιο δυνατά και πιο γρήγορα. Μόλις αφήνει τη ρώγα της, σκύβει και του ρουφάει το πούτσο. Τον παίρνει όλο στο στόμα της και τον δαγκώνει ελαφρά. Σε λίγα λεπτά νοιώθω το κορμάκι του να σφίγγεται.

- Χύνω… αχ, χύνω. Κύριε Τάκη χύνω… μη σταματάς σε παρακαλώ…

και αδειάζει στο στόμα της θεούσας. Τα καταπίνει όλα, ούτε σταγόνα δε βγαίνει από τα χείλη της. Τώρα πια τον κρατάω σφιχτά από την μέση και τον ξεκωλιάζω άγρια, δυνατά, αλύπητα.

- Ξεκωλιάρη άντρα… θα σου κάνω το κωλί πηγάδι γαμημένε, σε ξεπατώνω. Σε σκίζω…

Δε μπορώ να κρατηθώ και περισσότερο. Πόσο ακόμα; Τους γαμάω πάνω από ένα μισάωρο. Τ’ αρχίδια μου είναι έτοιμα να εκραγούν.

- Έρχομαι… έρχομαι καργιόλες…

- Μέσα… μέσα να σε νοιώσω γαμιά μου. Είμαι η πουτάνα σου… άδειασε τον μέσα…

- Μέσα Τάκη μου… μέσα, γκάστρωσε το πουτανάκι μου… πότισέ του τα σπλάχνα…

- Χύνω πουτάνες χύνω… πάρ' τα… ψωλίδιο, πάρτα…

κι αδειάζω τα καυλόζουμα μου στην κωλάρα του. Καυτά χύσια αδειάζουν στο αντεράκι του, σπαρταράει σαν ψαράκι στη στεριά. Μένω μέσα του μέχρι που η πούτσα μου φτύνει και την τελευταία σταγόνα μέσα του. Με απαλές κινήσεις βγαίνω από τον πάτο του. Κάθομαι στον καναπέ. Η Καίτη παίρνει το καυλί μου στο στόμα κι αρχίζει να μου το καθαρίζει. Έμπειρη η θεούσα στο πιπίλημα. ο Δημητράκης έχει μείνει ακίνητος στα τέσσερα και προσπαθεί να βρει την αναπνοή του. Σε λίγο, βλέπω τα ψωλοχύματα μου να τα ξερνάει το τρυπίδι του. Τρέχουν στα μπουτάκια του. Με το χέρι του, λες και προσπαθεί να τα ξαναβάλει πάλι μέσα. Η Καίτη γονατιστή στο πάτωμα ακουμπάει το κεφάλι της στα πόδια μου και μου χαϊδεύει τρυφερά το καυλί. Δεν ξέρω πόση ώρα μείναμε έτσι. Πρώτη σηκώνεται η θεούσα.

- Να πάει να γαμηθεί και το πανηγύρι… ας με ψάχνουν. Πάμε πάνω αγάπες μου… το δικό μας πανηγύρι μόλις ξεκίνησε!




Copyright protected OW ref: 173303