Ολα τριγύρω αλλάζουνε... Η αρχή

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.13 (15 Votes)
Διαβάζω καιρό τις ιστορίες σας. Αποφάσισα να σας πω και τη δική μου. Πρώτα απ’ όλα να σας συστηθώ. Με λένε Τάκη, είμαι 44 χρ. 1.80 ύψος, 95 κιλά και ιδιαίτερα προικισμένος από τη φύση. Δε γυμνάζομαι, αλλά λόγο δουλειάς διατηρούμε σε φόρμα και σε καλή φυσική κατάσταση. Όλα ξεκίνησαν μετά το στρατιωτικό μου, 25αρης τότε (από αναβολή λόγο σπουδών). Είχα πάρει και το πτυχίο μου, αλλά δεν πρόλαβα να το αξιοποιήσω. Έχασα τον πατέρα μου σε τροχαίο και αναγκαστικά, ανέλαβα την επιχείρησή του. Ντουλάπια κουζίνας, ντουλάπες κλπ ξυλουργικές εργασίες. Περιττό να σας πω, πως πολύ λίγα πράγματα ήξερα από αυτή τη δουλειά. Οι γονείς μου, δε με θέλανε στις οικοδομές και με σπουδάσανε ηλεκτρονικό. Η ζωή όμως είχε άλλα σχέδια και καταλήγω στην επιχείρηση.

Τελικά, πιο δύσκολο αποδείχτηκε να βρίσκω δουλειές, παρά να μάθω τη δουλειά. Τα πράγματα δεν πήγαιναν και πολύ καλά. Και λόγο και της ηλικίας, είχα αρχίσει να απογοητεύομαι. Ώσπου γνώρισα την Βασίλη. 55αρης ροδίτης, αρχιτέκτονας, με μεγάλο κύκλο εργασιών, αναπαλαιώσεις, ανακαινίσεις και συνήθως σε ξενοδοχειακές μονάδες. Κοντός, γύρω στα 1.60 με κοιλίτσα, φαλακρίτσα, αλλά από μυαλό ξυράφι. Τα πράγματα άρχισαν ν' αλλάζουν και μ’ αυτά, μαζί και η ζωή μου. Σύντομα γίναμε πολύ καλοί συνεργάτες και παρ’ όλη την διαφορά της ηλικίας, και στενοί φίλοι. Μ’ έβαλε στα κόλπα της δουλειάς και στο σπίτι του. Εκεί γνώρισα τη Λάουρα, τη γυναίκα του. Αγγλίδα, γνωρίστηκαν σε διακοπές της στη Ρόδο, όμορφη γυναίκα, αλλά συντηρητική. Ντύσιμο σα χαζοεγγλέζα, κοντό ξανθό μαλλί, με κάτι βυζάρες υπέροχες, αλλά πάντα κρυμμένες μέσα σε κάτι προϊστορικά φορέματα. 42χρ. Γύρω στο 1.70 με γυμνασμένο σώμα (κάθε μέρα έκανε τρέξιμο, ποδήλατο, ασκήσεις κλπ), αλλά μόνο να το φανταστείς μπορούσες. Το παράπονο του Βασίλη. "Που να την κυκλοφορήσεις;…" μου έλεγε και γέλαγε.

Κάναμε πού καλή παρέα οι τρείς μας, κι έτσι αποφασίσαμε με το Βασίλη να την πείσουμε ν’ αλλάξει λουκ. Πες-πες, όλο και κάτι γινότανε. Σαν να το έπαιρνε απόφαση. Ήταν αρχές καλοκαιριού, όταν αναγκαστήκαμε, εγώ και ο Βασίλης, να φύγουμε Κουβέιτ για δουλειά. Θα λείπαμε δυο μήνες. Τη μεταμόρφωση της Λάουρας, την αφήσαμε στα χέρια μιας ξαδέρφης τους, μιλφάρα του κερατά.

Όταν γυρίσαμε, τρομάξαμε να την γνωρίσουμε. Ριζική αλλαγή. Με το που μπήκαμε στο γραφείο, μας περίμενε η έκπληξη. Ξανθό μαλλί με ανταύγειες, φούστα μαύρη αρκετά πάνω από το γόνατο, μια πουκαμίσα κόκκινη με φαρδιά ζώνη στη μέση, ξεκούμπωτη αποκαλυπτικά και μαύρα, ψηλοτάκουνα πέδιλα. Μια οπτασία όπως είπε κι ο Βασίλης. Μια μουνάρα θα έλεγα εγώ. Κι από δω και πέρα, αρχίζουν οι αλλαγές για όλους μας. Ριζικές αλλαγές. Περισσότερες εξόδοι οι τρεις μας, μπάνια στη θάλασσα και γενικά κυκλοφορούσαμε. Τον Αύγουστο, αποφασίσαμε να πάμε στο σπίτι του Βασίλη στη Ρόδο. Ένα δίπατο πέτρινο αρχοντικό, κάνα δυο χιλιόμετρα έξω από το Κιοτάρι, με θέα το απέραντο γαλάζιο.

Οι πρώτες μέρες κύλησαν με συμμαζέματα στο σπίτι, μπάνια και εξόδους σε κοντινά μπαράκια. Εγώ είχα μπει στο στόχαστρο του ζευγαριού, κι όλο με πειράζανε που χάζευα τις τουρίστριες. Η οικειότητα μεταξύ μας είχε ανέβει, και όλα πήγαιναν μια χαρά. Ένα βράδυ, μετά από μια κουραστική μέρα εκδρομή στη Λίνδο, δεν είχαμε καμιά διάθεση για έξω. Αράξαμε στις ξαπλώστρες στον κήπο και συζητάγαμε πίνοντας το ποτό μας. Η κουβέντα ήρθε στη μεταμόρφωση της Λάουρας και τότε μας εκμυστηρεύτηκε, πως καιρό σχεδίαζε αυτή την αλλαγή, αλλά δεν ήξερε το πώς. Λέγαμε διάφορα και το ποτό, το ένα έφερνε το άλλο. Η Λάουρα φορούσε ένα μαγιό μαύρο και ένα παρεό, που ελάχιστα έκρυβε από την κορμάρα της, μια και όπως ήταν ξαπλωμένη, είχε ανοίξει όλο μπροστά. Ο Βασίλης με λουλουδάτη βερμούδα, εκτελούσε χρέη σερβιτόρου, κάθε φορά που αδειάζανε τα ποτήρια μας. Κι εγώ ένα αθλητικό σορτσάκι, χωρίς εσώρουχο.

Σύντομα η κουβέντα, πέρασε σε πιο προσωπικό επίπεδο, και όλοι λέγαμε τα "κατορθώματά" μας. Ο Βασίλης πάντα με πείραζε, για τις ερωτικές μου αταξίες με πελάτισσες. Ο ερωτισμός άρχισε να φαίνεται πια. Οι άντρες λέγαμε τα κατορθώματά μας και η Λάουρα χαζογέλαγε, φανερά αναψοκοκκινισμένη. Κάτι το ποτό… κάτι η κουβέντα… κάτι η μιλφάρα που είχα δίπλα μου, άρχισε ο ερεθισμός μου να φαίνεται. 22 πόντους καυλί, χοντρό, γεμάτο νεύρα και με μεγάλο γυαλιστερό ψωλοκέφαλο, δεν κρύβεται εύκολα. Για να μη γίνω ρεζίλι, έστρωσα μια πετσέτα στο γκαζόν και ξάπλωσα μπρούμυτα. Τότε πρόσεξα, πως η Λάουρα είχε βάλει όλο το πίσω μέρος του μαγιό, μέσα στη κωλοχαράδρα της και χάιδευε απαλά τα μπούτια της. Ο Βασίλης, πολλές φορές, όπως γέλαγε, έβαζε το κεφάλι του ανάμεσα στις βυζάρες της. Σιγά-σιγά έγινε πιο τολμηρός και τη χούφτωνε σαν να μην είμαι εγώ μπροστά. Η Λάουρα πρόσεξε ότι τους κοιτάω και άνοιξε περισσότερο τα πόδια της.

- Βασίλη, μαζέψου, είναι κι ο Τάκης εδώ…

Ο Βασίλης συνέχισε το χούφτωμα, σα να μην καταλάβαινε τίποτα. Το φούσκωμα μπροστά στη βερμούδα του, φανέρωνε πως είναι καυλωμένος. Σύντομα άρχισε να τρίβει το καυλί του πάνω από τη βερμούδα και να μαλάζει τα μαστάρια της γυναίκας του, που άνοιξε κι άλλο τα μπούτια και έριχνε κλεφτές ματιές προς το μέρος μου. Εγώ βλέποντας όλα αυτά, είχα καυλώσει τρελά. Αν και αμήχανα, έπρεπε να παίξω το χαρτί μου. Ξαπλώνω ανάσκελα και αφήνω τον πούτσο μου να διαγράφεται στο φως των κεριών που είχαμε αναμμένα. Όλο το πουτσοκέφαλο είχε βγει έξω από το σορτσάκι μου, που ήταν αδύνατον πλέον να τον χωρέσει. Τα μάτια της Λάουρας καρφώνονται πάνω του. Σταματάει να χασκογελάει και απλά κοιτάει. Τη σιωπή σπάει η φωνή του Βασίλη:

- Μικρέ… τι τέρας είναι αυτό; Μ’ αυτό τρελαίνεις τις πελάτισσες;

Αντί απάντησης χαμογελάω και κοιτάω και τους δύο, που απλά έχουν μείνει και με κοιτάνε. Μια σιωπή που μου φάνηκε χρόνος. Πάλι ο Βασίλης σπάει τη σιωπή:

- Μωρό μου, προχθές που σε γάμαγα μ’ έλεγες ψωλαρά σου… τον Τάκη πως θα τον έλεγες;

Η Λάουρα δε μιλάει… μόνο κοιτάει με μισάνοιχτα χείλη. Περνάει την γλώσσα της και τα υγραίνει. Ο Βασίλης, απευθυνόμενος σε μένα:

- Τάκη, θα ήθελες να γαμήσεις τη γυναίκα μου;… μου πετάει ξαφνικά.

Δεν ήξερα τι να πω. Είχα καυλώσει άγρια, αλλά μια λάθος απάντηση θα τα χάλαγε όλα. Η Λάουρα τον κοιτάει απορημένη. Κάθεται στην ξαπλώστρα, ακριβώς από πάνω μου, απλώνει το χέρι διστακτικά και αγγίζει την ψωλή μου, σα να ήθελε να βεβαιωθεί πως είναι αληθινή. Και γυρνώντας προς το Βασίλη:

- Βασίλη, σοβαρέψου…

Πριν προλάβει να τελειώσει την φράση της, ο Βασίλης με μια σπρωξιά, τη ρίχνει πάνω μου. Πέφτει σταυρωτά επάνω μου. Η κοιλιά της, σφιχτή και γυμνασμένη, ακουμπάει την πούτσα μου και τρίβεται επάνω της. Περνάνε κάποια δευτερόλεπτα που μου φαίνονται αιωνιότητα. Με κοιτάει κατάματα… γλιστράει στο πλάι και κολλάει τα χείλη της στα δικά μου. Η γλώσσα μου αναζητά την δικιά της. Την κρατάω κολλημένη πάνω και τη γλωσσοφιλάω άγρια. Την ξαπλώνω πάνω μου, την κρατώ από τα κωλομάγουλα και την τρίβω στο καυλί μου. Ανοίγει τα πόδια και τρίβεται πάνω του. Με μια κίνηση, κατεβάζω τα ραντάκια του μαγιό και πετάω τις βυζάρες της έξω. Οι ρώγες της, σκούρες, μεγάλες και σκληρές αναζητούν το στόμα μου. Πριν προλάβω να τη χουφτώσω, πιάνει την βυζάρα της και τη χώνει στο στόμα μου. Τη γλείφω, τη σαλιώνω και τη δαγκώνω ελαφρά. Η αναπνοή της γίνεται ποιο γρήγορη. Τα πρώτα "αχ" βγαίνουν από τα σωθικά της. Αναστολές πλέον δεν υπάρχουν.

Χουφτώνει τη πούτσα μου κι αρχίζει να την παίζει ελαφρά. Τραβάω δυνατά το κάτω μαγιό της και το βάζω όλο στην κωλοχαράδρα της. Συνεχίζω να γλείφω και να δαγκώνω τις ρώγες της. Με την άκρη του ματιού μου, βλέπω το Βασίλη να έχει βγάλει έξω την πούτσα του και να την παίζει. Μια κοντόχοντρη μικρή πούτσα, που ‘χει χαθεί μέσα στη χούφτα του. Σηκώνω τη Λάουρα και την ξαπλώνω στην ξαπλώστρα. Της βγάζω το μαγιό με μια κίνηση. Είναι σα ναρκωμένη. Πιάνω την πατούσα της, τη γλείφω απαλά, βάζω το μεγάλο δάκτυλο στο στόμα και το πιπιλάω. Ανεβαίνω αργά και βασανιστικά προς τα πάνω. Η γλώσσα μου γεύεται κάθε σπιθαμή του κορμιού της. Τη γλείφω πίσω από το γόνατο. Ανατριχιάζει. Συνεχίζω την διαδρομή μου… η γλώσσα μου γλείφει αυτά τα υπέροχα σφιχτά μπούτια. Η ανάσα μου πλέον φυσάει στη μουνάρα της, μια υπέροχη, φρεσκοξυρισμένη, μουσκεμένη μουνάρα. Η γλώσσα μου της γλείφει τα μουνόχειλα. Ανοίγω το μουνί της και της ρουφάω τα γλωσσίδια. Δαγκώνω ελαφρά την κλειτορίδα της. Τα χέρια της πιάνουν το κεφάλι μου και το κολλάνε με δύναμη στη μουνάρα της.

- Γλείψε με Τάκη μου… ρούφα με, φάε μου τη μούνα, δάγκωσέ με, πόνα με…

Την γλειφομουνιάζω, τη δαγκώνω, τη δαχτυλιάζω.

- Αχ… τι καύλα είναι αυτή; Γάμα με με τη γλώσσα σου καυλιάρη μου!

Μόλις το μουσκεμένο μου, από τα μουνόζουμα δάκτυλο αγγίζει το κωλοτρυπίδι της… νοιώθω τους σπασμούς της να έρχονται. Τρέμει… σπαρταράει.

- Χύνω ψωλαρά μου, χύνω, χύνω η πουτάνα… χύνω…

και αδειάζει τα μουνόζουμα με πίεση στο στόμα μου. Πετάγονται παντού στο πρόσωπό μου. Τα γλείφω όλα, την καθαρίζω με τη γλώσσα μου. Ο Βασίλης συνεχίζει να παίζει το καυλί του… το χτυπάει δυνατά.

- Χύσε πουτάνα… χύσε σκύλα!

Η Λάουρα ακόμα τρέμει, έχει σπασμούς. Σηκώνομαι, βγάζω με μια κίνηση το σορτσάκι μου, την πιάνω από το σβέρκο, τη σηκώνω και της χώνω τη ψωλή μου στο στόμα. Κάθεται στην ξαπλώστρα, πιάνει και με τα δυο της χέρια την πούτσα μου και την τρομπάρει, τη γλείφει, τη φτύνει και τη ρουφάει μέχρι το λαρύγγι. Γλείφει το ψωλοκέφαλο, μου μαλάζει τα αρχίδια, φρεσκοξυρισμένα όπως είναι, τα βάζει στο στόμα και τα πιπιλάει. Μια τα αρχίδια, μια την πούτσα έχει στο στόμα της. Περνάω τα πόδια μου δεξιά κι αριστερά της γονατιστός, την πιάνω από τα μαλλιά και καρφώνω την ψωλή μου άγρια στο λαρύγγι της. Της γαμάω το στόμα, καρφώνω το ψωλοκέφαλο στο φάρυγγα, το κρατάω εκεί, πνίγεται, βήχει, τραβιέται, σάλια τρέχουν από το στόμα της στον πούτσο μου, μ’ έχει κάνει μούσκεμα. Παίρνω τα πόδια της στους ώμους μου, πιάνω την ψωλάρα μου και την τρίβω στη μουνάρα της πινελάκι. Τρέμει… παρακαλάει…

- Σκίσε με γαμιά μου, σκίσε με, σε θέλω, σε παρακαλώ, σκίσε με με το τέρας σου, δεν αντέχω…

Σπρώχνω αργά-αργά, το πουτσοκέφαλο γλιστρά μέσα της. Το μουνί της καίει, είναι πλημμυρισμένο στα μουνάζουμα. Όπως έχω τα πόδια της στους ώμους μου, πέφτω δυνατά πάνω της. Όλη μου η ψωλάρα καρφώνεται μέσα της, νοιώθω τη μήτρα της να συσπάται, τη γαμάω δυνατά μια μέσα όλη μου η πούτσα, μια έξω και ξανά και ξανά…

- Πάρ' τον καργιόλα να νοιώσεις τι είναι πούτσα… σε σκίζω πουτάνα!

- Σκίσε με γαμιά μου, άνοιξέ με στα δύο. Κοίτα μαλάκα πως με ξεσκίζει… τι πούτσα είναι αυτή;… σκίσε μου τη μήτρα ψωλαρά μου, δώσ' τη μου στο χέρι…

Χτυπιέται, ουρλιάζει, παραληρεί. Κραυγές, βογκητά, είναι πλέον εκτός ελέγχου. Ο Βασίλης έρχεται και της βάζει την πούτσα του στο στόμα. Σχεδόν αμέσως χύνει...

- Πάρ' τα πουτάνα! Πάρ' τα… σε χύνω καργιόλα!

Μένει ακίνητη, οι σπασμοί έρχονται, σπαρταράει σαν το ψάρι στη στεριά.

- Χύνω… χύνω πάλι, δεν αντέχω η πουτάνα, χύνω…

κι αρχίζουν οι απανωτοί οργασμοί. Χύνει ασταμάτητα πάνω στο καυλί μου, τα μουνόζουμα πετάγονται παντού, χύνει και ξαναχύνει συνέχεια, άναρθρες κραυγές, βογκητά και ακαταλαβίστικες λέξεις βγαίνουν από μέσα της. Την ξεμουνιάζω πάνω από μισή ώρα, δεν αντέχω άλλο!

- Θα σε χύσω γαμιόλα, θα στα δώσω όλα…

Ο Βασίλης που έχει έρθει από πάνω μας και κοιτάει την ψωλή μου να σκίζει την πουτάνα του, μου φωνάζει…

- Χύσε μέσα της, μέσα της… γκαστρωσέ τη την καργιόλα…

- Χύνω… πάρ' τα πουτάνα… αδειάζω ψωλού στη μουνάρα σου.

Αρχίζω να αδειάζω όλα μου τα καυλόζουμα στη μουνάρα της. Χύνει πάλι και μέσα στο παραλήρημά της….

- Αχ… ναι. Γκάστρωσέ με… είμαι η πουτάνα σου…

Μέσα από τους σπασμούς της, προσπαθεί να συνέλθει και να βρει την ανάσα της. Ξαπλωμένη στη ξαπλώστρα, έχει ακόμα σπασμούς… από το μουνί της τρέχουν τα χύσια μου. Και τότε γίνεται κάτι που δεν το είχα φανταστεί ποτέ. Ο Βασίλης σκύβει στη μουνάρα της κι αρχίζει να γλείφει τα ζουμιά μας, τα καταπίνει όλα, γλείφει τα χείλια του, με κοιτάει… δεν ξέρω τι έκφραση είχα, σκύβει και παίρνει την ψωλάρα μου στο στόμα του, αρχίζει να μου την καθαρίζει. Η Λάουρα έχει κλειστά τα μάτια, δε μας βλέπει. Ο Βασίλης πιάνει το χέρι μου και το οδηγεί στον κώλο του, τον χουφτώνω. Δεν ξέρω που τα πάει, μου δαγκώνει ελαφρά το αυτί και μου ψιθυρίζει λάγνα:

- Είμαι κι εγώ πουτανάκι, σκίσε με γαμιά μας…

Δεν περίμενα ποτέ κάτι τέτοιο. Σκύβει και με ρουφάει… μια από τις καλύτερες πίπες της ζωής μου από αντρικά χείλια. Η όλη φάση με εξιτάρει. Η Λάουρα σε λιπόθυμη κατάσταση κι ο άντρας της, να με ρουφάει έμπειρα. Σαλιώνω τα δάκτυλα μου, σκύβω, του ανοίγω τα κωλομέρια, βάζω ένα δάκτυλο μέσα. Το ρούφηξε αμέσως. Δεύτερο… κι αυτό μέσα άνετα. Ο σφικτήρας του χωνί. Καυλώνω πάλι, καυλώνω στο στόμα του. Δεν κρατιέται, με ρουφάει γρήγορα, ρυθμικά, το καυλί μου ξαναγίνεται πέτρα, τα σάλια του μουσκεύουν την ψωλάρα μου. Στήνεται στα τέσσερα πάνω στη ξαπλώστρα, δίπλα στη γυναίκα του, σαλιώνει τη χούφτα του και την τρίβει στην κωλάρα του. Ένας παχουλός κώλος ανοίγεται μπροστά μου. Πιάνω την ψωλή μου, την ακουμπάω στο τρυπίδι του, δε μπαίνει, κάνουμε 3-4 προσπάθειες… τίποτα.

- Δεν έχω ξαναφάει τέτοια ψωλάρα, αλλά τη θέλω να με σκίσει…

μου ψιθυρίζει και τρέχει προς το αυτοκίνητο. Σε ένα λεπτό γυρνάει μ' ένα μπουκαλάκι λιπαντικό. Γεμίζει τη χούφτα του και το απλώνει στη κωλάρα του. Με την παλάμη του λαδωμένη χαϊδεύει τον πούτσο μου και το πουτσοκέφαλο.

- Τώρα θα μπει γαμιά μου, κάνε με πουτάνα σου, σιγά-σιγά στην αρχή, μην τρέχω για ράμματα μετά

Πιάνω την ψωλή μου.. κι αρχίζω να την πιέζω στο τρυπίδι του, υπάρχει μεγάλη αντίσταση.

- Σπρώξε, θα μπει, άνοιξε μου το πάτο…

Το ψωλοκέφαλο αρχίζει να γλιστρά. "Αχ…" ακούστηκε ότι πόνεσε, νοιώθω κάτι σα να σκίζεται.

- Αχ… μη σταματάς, σπρώχνε.

- Σίγουρα θα τον πάρεις;

- Ναι… μη σταματάς, σπρώχνε…

και σπρώχνω πιο δυνατά. Η πούτσα μου αρχίζει να γλιστράει μέσα του. Το ψωλοκέφαλο του χτυπάει τον προστάτη. Σπρώχνω κι άλλο. Σχεδόν όλη η ψωλαρα μου είναι μέσα. Αρχίζω αργά και ρυθμικά να τον ξεπατώνω, η τρύπα του με τρελαίνει, δεν έχω ξαναπηδήξει άντρα, αλλά η τρύπα του είναι το κάτι άλλο. Ο σφικτήρας έχει αγκαλιάσει το καυλί μου και μου χαρίζει μια υπέροχη καύλα. Αρχίζω να τον γαμάω πιο δυνατά, έχουμε βρει ρυθμό.

- Σκίσε με γαμιά μου, κάνε με πουτάνα, άνοιξέ με καργιόλη, άνοιξέ με στα δύο… σκίσε μου τη σούφρα!

- Καυλώνεις πουστάρα που σε σκίζω; Θα σε ξεκωλιάσω πούστρα, σε μαξιλαράκι θα κάθεσαι λούγκρα.

- Πόνα με γαμιά μου, κάνε με να νοιώσω γυναίκα, ξέσκισε μου τη κωλάρα, σε θέλω, σε θέλω όλο…

και κει που γαμιόμαστε σαν να μην υπάρχει αύριο…

- Βασίλη;… Τάκη;…

Η φωνή της Λάουρας και ξεσπάει σε κλάματα. Κάνω να σταματήσω…

- Μη σταματάς, συνεχισε, ξέσκισέ με!

και γυρνώντας προς τη Λάουρα…

- Καυλώνω με το γαμιά μας μωρό μου, δε μπορώ, θέλω πούτσα, μαζί θα τον έχουμε, αχ… μαζί με εσένα άλλαξα κι εγώ.

Συνεχίζω να τον χτυπάω δυνατά, τον ξεσκίζω, αρχίζω και τα κωλοσκάμπιλα, τρέμει από την καύλα. Η Λάουρα μας παρακολουθεί, δε μπορώ να καταλάβω την έκφρασή της, έρχεται κοντά μας. Πιάνει την πούτσα του Βασίλη κι αρχίζει να την μαλάζει. Με το άλλο χέρι χαϊδεύει τη μουνάρα της, του σφίγγει τα αρχίδια και του τα στρίβει ελαφρά.

- Αχ… ναι… πονάτε με, σκίστε με αγάπες μου!

- Καργιόλη, δεν ήξερα πως σου αρέσει η πούτσα… τώρα ο ψωλαράς μας θα μας ξεσκίζει και τις δύο… θα γίνεις το πουτανάκι μας!

Στο άκουσμα της Λάουρας αρχίζουν οι σπασμοί…

- Χύνω… χύνω η πουτάνα!

Με το που νοιώθει η Λαόυρα τα χύσια του στη χούφτα της…

- Χύνω πούστη άντρα… με καύλωσες ξεφωνημένη, χύνω…

Πόσο να κρατηθώ;… δεν αντέχω άλλο, βγαίνω από μέσα του, πιάνω την ψωλάρα μου και την πάω για το στόμα του. Γυρνάει αμέσως ο Βασίλης με το στόμα ανοιχτό. Δίπλα του η Λάουρα.

- Χύνω πουτάνες… σας χύνω! Πάρτε τα όλα καύλες μου, δικά σας!

Τους χύνω και τους δύο στη μάπα. Τα χύσια μου πετάγονται παντού, στόμα, πρόσωπο, μαλλιά, στήθος. Αρχίζουν και οι δύο ναι μου γλείφουν την πούτσα και να την καθαρίζουν. Μόλις δεν άφησαν ούτε σταγόνα επάνω, άρχισαν να γλωσσοφιλιούνται, να γλείφουν τα χύσια μου από πάνω τους και να τα μοιράζονται.

Μέχρι να βρω την ανάσα μου, σηκώνονται κι οι δύο, γλωσσοφιλιόμαστε και οι τρεις μαζί.

- Αυτή η ψωλάρα θα μας γαμάει και τους δύο μου ψιθυρίζει η Λάουρα.

- Αγάπη μου… σύντομα θα ξεσκίσει και την δικιά σου κωλάρα ο Τάκης μας, έχω τις κατάλληλες ταπίτσες γι' αυτό, θα σε ανοίξουμε σιγά-σιγά, θα μας ξεπατώνει μαζί ο γαμιάς μας.

Αυτό ήταν η αρχή. Από κει και μετά η ζωή μας άλλαξε. Σύντομα, αν σας άρεσε η εμπειρία μου, θα έχουμε και τη συνέχεια.




Copyright protected OW ref: 172798