Θεοδώρα: Ζήτω τα ομαδικά

Δημοσιεύθηκε από Writer13
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.20 (5 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Θεοδώρα: Και τη μάνα και την κόρη και τη θεία

Σκηνή 1

Η Θεοδώρα (Δώρα, Ντόρα) με τη μαμά – Φωφώ και τη θεία – Νίτσα μια μέρα μετά το παρτούζωμα τους από τον Βρασίδα (εργοδότης της Θεοδώρας και θείος του άντρα της καθώς και εργοδότης του άντρα της Νίτσας), το Μπάμπη και το Στάθη (συνεργάτες και φίλοι του Βρασίδα) συναντήθηκαν το απογευματάκι στο σπίτι της Φώφης για καφέ.

- Ν.: Καλέ, τι ήταν κι αυτό χθες; Μάτι δε μπόρεσα να κλείσω όλη τη νύχτα. Τι ντροπή…

- Ντ: Σώπα βρε Νίτσα. Σιγά να μην ντραπούμε κιόλας! Στη δουλειά τι νομίζεις ότι κάνουν όλες; Καμία δεν του έχει ξεφύγει του κυρ-Βρασίδα, τη μία μετά τη άλλη και δυο – δυο μαζί τις πηδάει, μην τις βλέπεις που το παίζουν παντρεμένες και κυρίες. Έχουν δει εμένα τα ματάκια μου…

- Ν.: Ωχ, τι να πω; Είχα ακούσει βέβαια ότι έτσι κάνουν πολλά αφεντικά και για αυτό δεν ήθελε να με αφήσει να δουλέψω ο Μικές μου.

- Φ.: Τώρα μάλιστα. Γαϊδουρόδεσε για τα καλά πες του χαιρετίσματα του Μικέ σου. Εσύ δεν πήγες να δουλέψεις αλλά πήγε το βουνό στο Μωάμεθ, ήρθε και σε βρήκε η δουλειά.

- Ντ.: Χα, χα, χα! Μωρέ τη βρήκε κι αυτή για τα καλά η δουλειά… όχι που θα τη άφηνε…

- Ν.: Εσάς τις δυο, άλλη μια φορά σας έχουν πάρει και οι τρεις μαζί;

- Φ.: Ναι και μας είχαν ξεπατώσει. Καλά που βρέθηκες κι εσύ, Νίτσα μου, και μας ξαλάφρωσες λίγο…

- Ντ.: Χα, χα! Τι να πω κι εγώ που μ’ έχει κάθε μέρα τουλάχιστον οκτώ ώρες στην δουλειά διαθέσιμη ο κύριος…

- Φ.: Αχ, κοριτσάκι μου, να ‘ξερες πως σε σκέφτομαι! Μη νομίζεις όμως, περνάει κι από δω που και που για κάνα γρήγορο ξαλάφρωμα ο κυρ-Βρασίδας. Και φυσικά και τη Νίτσα δεν τη αφήνει παραπονεμένη…

- Ν.: Μα που τη βρίσκουν οι βρωμόγεροι τέτοια αντοχή στην ηλικία τους;

- Ντ.: Ας είναι καλά η σύγχρονη φαρμακευτική με τα ποικιλόχρωμα χαπάκια; Αλήθεια τις θυμάστε τις πούτσες τους; Σαν κριάρια είχαν καυλώσει.

- Ν.: Αχ, ντροπή καλέ, τι κουβέντες είναι αυτές;

- Φ.: Ναι, οι κουβέντες μας πείραξαν τώρα. Όταν σε βάτευαν χθες με τη σειρά, Νιτσάκι μου, μια χαρά ερεθιζόσουν και τρεμούλιαζες κι εσύ. Τι τα θες; Η φύση ότι και να λέμε θέλει πάντα το μερτικό της.

- Ντ.: Για πείτε, τώρα που τα λέμε όλα, από τα τρία όργανα ποιο σας άρεσε περισσότερο;

- Φ.: Χμ… μάλλον του Στάθη. Πολύ χοντρό πράγμα, σα γουδοχέρι.

- Ντ.: Και του Μπάμπη δεν πήγαινε πίσω. Σα μανιτάρι έμοιαζε το πουτσοκέφαλό του. Εσύ Νίτσα τι λες;

- Ν.: Σα δε ντρέπεστε! Είναι κουβέντα τώρα αυτή που πιάσατε;

- Ντ.: Ναι, καλά… και χθες όταν μ’ έβαλαν να σου κάνω γλειφομούνι όλο μη και όχι ήσουνα στην αρχή και μετά σπαρταρούσε σαν ψάρι η τρυπούλα σου.

- Ν.: Μα τι φταίω εγώ, έτσι όπως έγλειφες; Δε μπορούσα να αντέξω! Ροδάνι δούλευε η γλωσσίτσα σου…

- Ντ.: Και που να ήξερες τι πρακτική έχω κάνει στην δουλειά. Ξέρεις πόσες νεοπροσληφθείσες μ' έχει βάλει να του σπατουλάρω ο κύριος διευθυντής για να τους τον χώσει άνετα; Στάζουν ήδη τα μουνάκια τους τα φρέσκα όταν τις πρωτογαμάει. Η προετοιμασία των ψαρο-γοργόνων είναι ένα από τα βασικά μου καθήκοντα ως ιδιαιτέρα γραμματεύς.

- Ν.: Πω – πω! Δηλαδή αυτό γίνεται κάθε φορά που έρχεται καμιά καινούργια;

- Ντ.: Ε, εξαρτάται. Αυτές που φαίνονται πιο ξεσκολισμένες και πρόθυμες τις κανονίζει πρώτη φορά μόνος του, η με φωνάζει κατά τη διάρκεια για φιλική συμμετοχή και για να νιώσει με τη παρουσία μου ακόμα πιο ξεφτιλισμένη η κάθε καινούργια. Θέλει να ξέρουν όλες τι σημαίνει για την κάθε μία όταν τη φωνάζει στο γραφείο του, να μην υπάρχει αμφιβολία περί αυτού.

- Ν.: Ωχ, λες για αυτό να μου φάνηκε ότι με κοίταζαν κάπως περίεργα, κάπως πονηρά και με νόημα όλες όταν βγήκα από το γραφείο του τη πρώτη μέρα που ξεκίνησε δουλειά ο Μικές; Τι ντροπή…

- Φ.: Ναι, σιγά τη ντροπή. Δεν ακούς τι σου λέει η Θοδώρα; Όλες έχουν περάσει από κει!

- Ντ.: Όχι μόνο έχουν περάσει αλλά συνεχίζουν να περνάνε τακτικότατα. Και μη νομίζεις ότι είσαι η μόνη που γνωρίζουν και τον άντρα της. Είναι κι άλλες που οι άντρες τους είναι συνάδελφοι, ένας στις πωλήσεις, άλλος στο λογιστήριο… Εδώ τις προάλλες είχε βάλει μια από δαύτες να τον τσιμπουκώνει κάτω από το γραφείο και μ’ έβαλε να του φωνάξω τον άντρα της για να τον βλέπει και να του μιλάει, ενώ η γυναίκα του, του έγλειφε από κάτω το παλαμάρι.

- Ν.: Ωχ, Θεούλη μου. Πάλι καλά που δεν του μπήκε καμιά ιδέα να το κάνει αυτό και με εμένα και το Μικέ. Για φαντάσου…

- Ντ.: Θα το κάνει, θείτσα μου, οπωσδήποτε θα το κάνει. Θα το κάνει γιατί τον φτιάχνει η αίσθηση της απόλυτης εξουσίας που αισθάνεται εκείνη τη στιγμή και προς εσένα και προς τον άντρα σου. Όπως οι αριστοκράτες που έπαιρναν τις νύφες των υποτακτικών τους στο κρεβάτι τους τη πρώτη νύχτα του γάμου τους. Και να είσαι προετοιμασμένη να του τον γλείφεις αθόρυβα τότε…

- Φ.: Ε, τι να κάνουμε κορίτσια; Αυτό είναι φαίνεται, τέλος πάντων, το ριζικό μας…

- Ν.: Και καλά ρε Δώρα, εσένα ο άντρας σου ο Μιχαλάκης δεν έχει καταλάβει τίποτα; Δεν ξέρει τι μουρντάρης είναι ο μπάρμπας του;

- Ντ.: Αμ άμα ήταν να καταλάβαινε λες να μου τον πάσαρε για γαμπρό, ρε Νίτσα; Όλη η δουλειά ήταν να παντρέψουμε τον ανιψιό για να πηδάει όποτε θέλει ο θείος.

- Φ.: Όχι μόνο όποτε θέλει, αλλά και όποια θέλει. Γουστάρει τη Θοδωρούλα ο κύριος; Τη φωνάζει στο γραφείο του και τον ξεμπουκώνει στα γρήγορα; Του ήρθε η όρεξη για τη μάνα της; Πετάγεται μέχρι εδώ και με κανονίζει στο τσάκα – τσάκα. Θέλει, τώρα, τη θεία της τη Νίτσα; Πάει στο σπίτι του αποθηκαρίου του και της ρίχνει ένα μανίκι και της θείας της Νίτσας. Αλήθεια, αδερφή, πόσες φορές σε έχει προτιμήσει το αφεντικό τους τελευταίους δυο μήνες που έχει στη δούλεψή του τον Μικέ σου;

- Ν.: Δεν ξέρ…, κάτσε να θυμηθώ…, νομίζω έξι, όχι – όχι εφτά ήταν, εφτά χωρίς το χθεσινό δηλαδή.

- Φ.: Μάλιστα, μια χαρά! Δηλαδή σχεδόν κάθε εβδομάδα δεν σε παραλείπει από το πρόγραμμά του ο κύριος. Για αυτό μου φάνηκε ότι κάπως αραίωσε τις επισκέψεις του κατά εδώ μεριά τελευταία.

- Ντ.: Τι έξι κι εφτά, ρε Νίτσα; Είπαμε μεταξύ μας να τα λέμε. Τουλάχιστον έντεκα – δώδεκα φορές, μη σου πω και παραπάνω, μου έχει πει ότι θα πάει ή ότι μόλις γύρισε από τη θεία μου. Πολλές φορές με βάζει να τον τσιμπουκώσω πριν σου έρθει για να είναι προετοιμασμένος.

- Ν.: Αχ, τι γουρούνι! Δεν του φτάνουν όσα κάνει, θέλει και να τα λέει από πάνω ο ξεδιάντροπος!

Την ευχάριστη κουβεντούλα των θηλυκών της οικογένειας διέκοψε ο ήχος του κινητού της Ντόρας.

- Ντ.: Ναι, μάλιστα κύριε Βρασίδα, βέβαια μπορώ… πότε είπατε; Αύριο το απόγευμα στο γνωστό μέρος; Εντάξει θα ειδοποιήσω και τη μαμά μου και τη θεία, όπως τη άλλη φορά, μείνετε ήσυχος, είπε και το έκλεισε κοιτάζοντας τις άλλες με νόημα. "Όπως καταλάβατε, μην κανονίσετε τίποτα για αύριο το απόγευμα. Κατά τις 7 μου είπε".

- Ν.: Ωχ Θεέ μου… Τι θα πω στον άντρα μου εγώ;

- Φ.: Πες του ότι θα πας μαζί μας σε ένα νοσοκομείο να δεις ένα συγγενή μας που αρρώστησε, ή ρώτα τη ανιψιά σου να σου πει τι λέει συνήθως στο δικό της.

- Ντ.: Ελάτε αύριο κατά τις εξίμιση από το σπίτι μου να πάρουμε όλες μαζί ένα ταξί. Μου είπε ότι αυτή τη φορά θα πάμε μόνες μας.

Σκηνή 2

Το σχέδιο μάχης ήταν αυτή τη φορά διαφορετικό. Ο Μπάμπης είχε προμηθευτεί αφροδισιακά χάπια που σε συνδυασμό με το αλκοόλ ήθελε να κάνει τις αντιστάσεις τους να καμφθούν εντελώς, να ανάψουν και να κορώσουν, να βγάλουν καύλα και λαχτάρα για πούτσο και γαμήσι πραγματική.

Και οι τρεις ευπατρίδες είχαν μαζευτεί από τις έξι στο διαμέρισμα και οργάνωναν τον εκμαυλισμό της Ντόρας, της Φώφης και της Νίτσας.

- Μπ.: Λοιπόν, αυτά είναι τα χαπάκια που σας έλεγα. Τα πήρα από γιατρό και είναι θαυματουργά. Θα τα ρίξουμε στα ποτά τους και θα δράσουν πολύ γρήγορα.

- Βρ.: Δηλαδή τι κάνουν ρε Μπάμπη; Σα βιάγκρα για γυναίκες, να πούμε;

- Μπ.: Όχι, ακόμα καλύτερα. Το βιάγκρα απλώς υπεραιματώνει τον πούτσο για να σηκώνεται, αυτά πάνε τη λίμπιντο στο κόκκινο. Θα δείτε – θα δείτε τι θα λένε και τι θα κάνουν σε λίγο. Θα παρακαλάνε για πούτσο σαν λυσσασμένες, θα αφιονιστούν.

- Στ.: Ρε φάση που θα γίνει! Ανυπομονώ… Τι ώρα είπαμε ότι τους είπες Βρασίδα;

- Βρ.: Στις επτά τους είπα, υπομονή, όπου να ‘ναι έρχονται.

Το κουδούνι δεν άργησε να χτυπήσει. Ο Μπάμπης έτρεξε να ανοίξει και σε λίγο όλη η εξάδα καθόταν στο σαλόνι της γκαρσονιέρας – ρετιρέ.

Η Ντόρα φορούσε ένα μεσάτο σκούρο φόρεμα που τη έκανε να δείχνει λίγο μεγαλύτερη από τη ηλικία της, και μαύρο καλτσόν. Η Φώφη είχε βάλει μια πλισέ κοντή φούστα με ένα στενό πουκάμισο και δικτυωτό καλτσόν. Η Νίτσα με ταγέρ, κάπως επαρχιώτικης κοπής, και μαύρο καλτσόν με σχέδια. Όλες, φυσικά, με ψηλοτάκουνες γόβες.

- Στ.: Κορίτσια, σήμερα θα σας περιποιηθούμε εμείς λίγο. Λοιπόν, τι ποτάκια να σας βάλουμε, εμείς αρχίσαμε με ουϊσκάκια…

Μετά τις συνηθισμένες ψευτοαρνήσεις, τα "εγώ μόνο νερό", τα "δε θέλουμε τίποτα εντάξει είμαστε", κλπ που προσέκρουσαν στην άκαμπτη επιμονή των τριών μερακλήδων να τις ποτίσουν, η Νίτσα ζήτησε ένα ποτήρι κρασί, η Φώφη ουίσκι και η Δώρα βότκα. Ο Μπάμπης κι ο Στάθης πήγαν στην κουζίνα για να ετοιμάσουν τα ποτά και αφού πρόσθεσαν μπόλικη δόση των διεγερτικών και τα ανακάτεψαν καλά τις σέρβιραν χαμογελώντας πονηρά.

Η αμηχανία των γυναικών διασκεδαζόταν από ανιαρές κοινοτυπίες περί καιρού, δουλειών και πολιτικής κατάστασης καθώς και από τα συχνά τσουγκρίσματα, τα "στην υγειά σας" και τα "άσπρο πάτο". Ο Βρασίδας χωρίς να δώσει σημασία στις αντιρρήσεις τους, σηκώθηκε και έφερε δεύτερα ποτά σε όλες, με ακόμα περισσότερο διεγερτικό μέσα.

Η επίδραση των ουσιών δεν άργησε πολύ να εμφανιστεί. Πριν καν φτάσουν στα μισά των δεύτερων ποτών τους άρχισαν να νιώθουν κάπως παράξενα. Περίεργα, αλλά όχι και τόσο δυσάρεστα. Ένιωθαν ένα μυρμήγκιασμα ανάμεσα στα μπούτια τους, το αίμα τους κυλούσε πιο γρήγορα και αισθάνονταν έξαψη και ζέστη. Ανυποψίαστες για τη παγίδα που έκλεινε αριστοτεχνικά γύρω τους, άρχισαν σιγά – σιγά τα χαχανητά, οι γλώσσες τους λύθηκαν και σχεδόν χωρίς να το καταλάβουν πέρασαν στα τρίτα ποτά της βραδιάς, τα οποία επίσης περιείχαν διεγερτικά, σε μικρότερες ποσότητες από τα προηγούμενα –ήταν εμφανές ότι δεν χρειαζόταν άλλο. Οι αντιδράσεις και οι απαντήσεις τους στα τολμηρά έως πρόστυχα σχόλια των μπον-βιβέρ ήταν δηλωτικές της κατάστασής τους.

- Στ.: Κούκλες είστε και σήμερα, κορίτσια. Τι κούκλες, δηλαδή, κουκλάρες…

- Φ.: Αχ, κύριε Στάθη, μας κάνετε και ντρεπόμαστε με τα κομπλιμάν σας…

- Μπ.: Να μη ντρέπεστε καθόλου, η ομορφιά δεν είναι ντροπή, είναι χάρισμα…

- Βρ.: Είδατε, είδατε παιδιά τι ομορφόσογο που είναι; Σηκωθείτε λίγο, νταρντάνες μου, να σας καμαρώσουν οι κύριοι σε όλο σας το μεγαλείο. Έτσι μπράβο! Κάντε και μια στροφή!

- Ντ.: Χα, χα, χα! Αφού μας ξέρουν καλέ, είχαμε… γνωριστεί τις προάλλες, είπε περιπαικτικά η Θοδώρα.

- Φ.: Μωρέ, παραγνωριστήκαμε… συμπλήρωσε παιχνιδιάρικα η Φωφώ.

- Ν.: Εντάξει, μπορούμε να καθίσουμε τώρα;… ρώτησε διστακτικά η Νίτσα.

- Μπ.: Ε καλά – καλά, θα καθίσετε, αλλά έλα εδώ εσύ πρώτα λίγο, της είπε ο Μπάμπης και την τράβηξε κοντά του. Αφού την τοποθέτησε όρθια ανάμεσα στα πόδια του άρχισε με αργές κινήσεις να χαϊδεύει τα πόδια της, αρχίζοντας από τις γάμπες και ανεβαίνοντας σιγά – σιγά πιο πάνω, στα μπούτια της.

- Βρ.: Κοίτα τι κορμάρα που έχει η αδερφή σου Φώφη, κόμματος είναι…

- Φ.: Χα, χα, χα! Ε, τι να κάνουμε; Το έχει η οικογένεια φαίνεται, είναι τα γονίδια μάλλον…

είπε η Φώφη και ένοιωσε το άλλο χέρι του Μπάμπη να τη τραβάει κι αυτή κοντά του.

- Μπ.: Για έλα κι εσύ, για έλα να συγκρίνουμε λίγο τις αδερφούλες. Πω – πω! Μία και μία είστε, πουλάδες μου, μία και μία…

μουρμούριζε ο Μπάμπης ενώ τις θώπευε στα γεμάτα πια στα μπούτια και στις κωλάρες τους.

- Φ.: Αχ, τι απαλό άγγιγμα που έχετε κύριε Μπάμπη μου, πώς κινούνται έτσι τα δάκτυλά σας; Αχ, σταθείτε να σηκώσω λίγο τη φούστα μου, να έτσι, να μπορείτε να κάνετε τη δουλειά σας…

ανταποκρίθηκε και κράτησε με τα χέρια της τη φούστα της ψηλά. Όχι μόνο τα μπούτια της αλλά και όλη η κιλότα της μέχρι πάνω, εκεί που τελείωνε το δικτυωτό καλτσόν, ήταν σε κοινή θέα.

- Ντ.: Πω – πω, κουκλάρα είσαι μαμά, τι σώμα… αναφώνησε η Ντόρα.

- Βρ.: Ναι, αλλά είπαμε να συγκρίνουμε. Πήγαινε Ντόρα να βοηθήσεις τη θεία σου να σηκώσει κι αυτή τη φούστα της. Είναι στενό το ταγεράκι της και θέλει δυο χέρια.

- Ντ.: Ναι, πάω. Στάσου λίγο Νίτσα, τράβα τη φούστα εσύ από μπροστά κι εγώ από πίσω, έτσι μπράβο, ορίστε τώρα δείτε…

τους προέτρεψε. Η Νίτσα και η Φώφη ήταν εντελώς έκθετες στα μάτια όλων από τη μέση και κάτω. Η Ντόρα με το χέρι της τακτοποιούσε το καλτσόν και την κιλότα της Νίτσας που κάπως είχαν τραβηχτεί από το σήκωμα της φούστας του ταγέρ της. "Κάτσε να σε σιάξω λίγο Νίτσα μου, να έτσι, μα εσύ καις ολόκληρη καλέ… Σα να έχεις πυρετό…" την κάρφωσε χωρίς δισταγμό.

- Ν.: Αχ, εγώ δεν… όλα αυτά είναι κάπως… νιώθω λίγο περίεργα έτσι όπως με κοιτάζετε.

- Στ.: Ντόρα, σήκωσε κι εσύ το φουστάνι σου! Βγάλ' τα μας στη φόρα να τα δούμε και τα δικά σου μανάρα μου!, την προέτρεψε ο Στάθης που τα σάλια του είχαν αρχίσει να τρέχουν ήδη με αυτά που έβλεπε.

- Ντ.: Ναι, ναι, πως, βέβαια! Ορίστε, να το σήκωσα και το δικό μου, εντάξει είναι έτσι; Βλέπετε καλά;

Ο Βρασίδας κι ο Στάθης τράβηξαν τις καρέκλες τους προς τον καναπέ που καθόταν ο Μπάμπης σχηματίζοντας ένα τρίγωνο με αυτούς στα άκρα και τις τρεις κοκοτίστες που κρατούσαν ψηλά σηκωμένες φούστες και φουστάνια στη μέση.

- Φ.: Αχ καλέ, γυρίζει λίγο το κεφάλι μου, θα με πείραξε το ουίσκι φαίνεται. Λοιπόν, τώρα που μας βλέπετε και τις τρεις μας στην σειρά ποια σας αρέσει περισσότερο;… ρώτησε η Φώφη με λαγνεία.

- Στ.: Όλες, όλες καλές είστε! Αλλά δε θα βλέπουμε μόνο, θα πιάνουμε κιόλας…

είπε ο Στάθης και αμέσως άρχισε να τις παλαμαριάζει. Ο Βρασίδας άπλωσε κι αυτός τα χέρια του στο ψητό και η Ντόρα, η Νίτσα και η Φώφη βρέθηκαν σε άλλη μια εξαντρίκ κατάσταση. Όρθιες, με τις φούστες ψηλά να νιώθουν έξι χέρι να τις ψηλαφούν παντού και να εξερευνούν τις πτυχώσεις τους.

- Βρ.: Παιδιά, στο τέλος θα ψηφίσουμε. Αλλά όχι ποια έχει το ωραιότερο σώμα και μαλακίες, αλλά ποια είναι η μεγαλύτερη πουτάνα από τις τρεις, ποια είναι το μεγαλύτερο πορνίδιο…

- Ν.: Ωχ, μα εμείς… δεν…, αχ τα χέρια σας, τα χέρια σας… γαργαλιέμαι κάπως…

- Φ.: Κι εγώ Νίτσα, κι εγώ γαργαλιέμαι, αλλά μου αρέσει, το θέλω, θέλω κι άλλο!

- Μπ.: Ε, αφού θες κι άλλο, πάρε, άρπα μια γερή τσιμπιά στην κωλάρα σου, καραπούτανο, να σου μείνει το σημάδι να με θυμάσαι!

- Φ.: Αχ, αχ, πόνεσα καλέ, τι πόνος. Ωχ, κι εσείς κύριε Βρασίδα μην της τραβάτε της καημένης της Νίτσας τόσο δυνατά τις μουνότριχες, θα της τις ξεριζώσετε…

- Βρ.: Με τρελαίνει το τρίχωμα της αδερφούλας σου, μ’ αρέσει! Ελάτε να τις γδύσουμε τελείως παιδιά, ξεβρακώστε τις…

τους προέτρεψε ο Βρασίδας και άρχισαν να τις γδύνουν γρήγορα.

- Ντ.: Αχ, σιγά καλέ, θα μας τα σκίσετε τα ρούχα, έτσι όπως τραβάτε…

- Μπ.: Καλύτερα μωρή πουτάνα, να γυρίσετε γυμνές στα σπίτια σας, τέτοιες καργιόλες που είστε! Σκύψε και πάρ' τον μου στο στόμα σου τώρα πουτανάκι για να μάθεις άλλη φορά να μιλάς…

γάβγισε και κατέβασε το κεφάλι της Δώρας στον πούτσο του. Αυτή άρχισε να τον γλείφει υπάκουα.

- Φ.: Αχ το κοριτσάκι μου, πιο σιγά καλέ, θα το πνίξετε με το πράμα σας. Ωχ, κι εσείς κύριε Βρασίδα την έχετε αναστατώσει την καημένη τη Νίτσα έτσι όπως της τρίβετε το κουμπάκι της. Αμάν, αυτή έχει ερεθιστεί για τα καλά, πετάχτηκε έξω η κλειτορίδα της, κατακόκκινη έγινε και τρέμει. Σου αρέσει αδερφή, σου αρέσει;

- Ν.: Μ… ναι, ωχ, εγώ θα…, θα κάνω τώρα, θα κάνω…, έχυσε η Νίτσα βογκώντας.

- Ντ.: Εμ πως δεν της αρέσει, μαμά, δεν τη ακούς πως κάνει; Χύσε, Νιτσάρα, χύσε με τη ψυχή σου, χύσε και θέλω κι εγώ, κι εγώ θέλω…

είπε η Ντόρα ενώ συνέχιζε να ψωλογλείφει το Μπάμπη. Τα διεγερτικά είχαν κάνει τη δουλειά τους. Και οι τρεις είχαν ανάψει για τα καλά.

- Βρ.: Ε, αφού θέλεις κι εσύ, τούρλωσε την κωλάρα σου να σου τον χώσω από πίσω. Πάρ' τον στη μούνα σου μωρή, πάρ' τον! Έτσι, έτσι κουνήσου, κούνα την κωλάρα σου. Κοίτα Φώφη, κοίτα το πουτανί σου πως μας εξυπηρετεί και τους δύο. Της γαμάω εγώ το μουνάκι από πίσω και γλείφει το καυλί του Μπάμπη, ταυτόχρονα. Καλό πουτανάκι έβγαλες καργιόλα!

- Φ.: Άχ, κυρ-Βρασίδα, της δίνετε και καταλαβαίνει κυρ-Βρασίδα μου, δώστε της κι άλλο, τα θέλει, τα θέλει, αχ, αχ… κι εμένα… κι εμένα κάντε μου…

φώναζε η Φωφάρα κοιτάζοντας πεινασμένα τον πούτσο του Στάθη.

- Στ.: Έλα καυλομούνα, έλα και κάτσε πάνω στον πούτσο μου, έτσι… μούσκεμα είσαι πουτανάρα. Βάλε και στη μουνίτσα τη αδερφούλα σου μουνοδάχτυλο, έτσι μπράβο, άνοιξε καλά τα μπούτια σου εσύ μωρή να σου παίζει τη μουνότρυπα η Φωφάρα, πουτανόσογο…

- Φ.: Ναι, Νίτσα, ναι… έλα να σε μαλακίσω, έλα… αχ, τρέλα είναι Νίτσα, τι πουτάνες είμαστε… τι πόρνες… αμάν πως σου τη γλείφει έτσι τη ρώγα ο Στάθης Νίτσα μου; Της αρέσει κύριε Στάθη, της αρέσει που της το τρώτε το βυζόμπαλο, το νιώθω στο μουνάκι της, στην μουνάρα της τη νιώθω την καύλα… και τι καλός γαμιάς που είστε κύριε Στάθη, τι ωραίο πούτσο που έχετε, με γεμίζετε με τον πούτσο σας, τον νιώθω καλά εγώ και… και… χύνω, χύνω, σας τα δίνω…

- Βρ.: Μπάμπη, τι λες μετά τη ανιψιά να περάσουμε και στην θεία;… ρώτησε ο Βρασίδας το συνεργάτη του.

- Ντ.: Ωχ, εντάξει, να σας τη φέρω. Μου αρέσει πολύ να βλέπω τη θεία μου να γαμιέται. Έλα Νίτσα, γρήγορα πάρε μια πίπα στον κύριο Βρασίδα, ναι μπράβο, ελάτε κι εσείς κύριε Μπάμπη, ελάτε να την κωλογαμήσετε, ήσυχα θεία, συνέχισε να γλείφεις και σου ‘ρχεται, σου ‘ρχεται κι η δεύτερη, να το… να το… μπήκε, γαμήστε την κύριε Μπάμπη, δώστε της να καταλάβει, κωλογαμήστε τη μέχρι τον πάτο!

- Φ.: Ναι, μπράβο Θοδώρα, έτσι θέλει η πουτάνα, που μας το παίζει και θεούσα, τέτοια κωλάρα έχουν οι θεούσες Νίτσα πουτανίτσα; Ε; Γλείφε τώρα τη αγιαστούρα του κυρ-Βρασίδα, πορνάρα, να σου πω εγώ που έλεγες και κουβέντες και για μένα και για την κόρη μου στην γειτονιά, έλεγε αποχαλινωμένη η Φώφη ενώ έδινε και τσιμπιές με άχτι στα μπούτια και τον κώλο της αδερφής της.

- Ντ.: Ωχ, αλήθεια μαμά; Μας κουτσομπόλευε η θεία μου; Ε τότε τιμωρήστε την κύριε Μπάμπη, τιμωρήστε τη με τον πούτσο σας, οργώστε της την κωλάρα, μπράβο, αχ, καθίστε να σας γλείφω τα αρχίδια εγώ ενώ τη ξεσκίζετε για να βλέπω κι από κοντά το γαμήσι που της κάνετε. Θα σας τον κάνω εγώ τον πούτσο πύρκαυλο να τη γαμάτε με τις ώρες την παλιοπουτάνα, σας αρέσει; Σας αρέσει όπως σας τα γλύφω;…

ενθάρρυνε η Θοδώρα τον γαμιά της θείας της ενώ του ρουφούσε τα μπαλάκια εκστασιασμένη από τη βία του κωλογαμησιού που παρακολουθούσε από απόσταση αναπνοής. Ο Μπάμπης κάθε τόσο έκανε μερικά δευτερόλεπτα διάλειμμα από τη σούφρα της Νίτσας για να τον βάλει στο στόμα της Ντόρας, η οποία τον πιπιλούσε, τον σάλιωνε και με το χέρι της οδηγούσε ξανά το πέος του Μπάμπη στην κωλάρα της θείας της χαμογελώντας πονηρά και χαιρέκακα.

- Ν.: Ωχ… μα τι πάθατε καλέ, τι είναι αυτά που λέτε; Τι έχουμε πάθει όλες μας;… πρόλαβε να ψελλίσει η Νίτσα πριν ο Βρασίδας της ξαναμπουκώσει το στόμα με το καυλί του.

- Φ.: Τίποτα δεν πάθαμε Νίτσα, τίποτα δεν πάθαμε. Ωχ ωραία είναι, είναι πολύ ωραία η πούτσα σας κύριε Στάθη, θα χύσω πάλι, θα ξαναχύσω… δώστε μου εσείς, γαμήστε με, μη σταματάτε, δε χορταίνω σήμερα η πουτάνα…

- Στ.: Καργιόλα, θα σου δώσουμε κι εσένα, μη φοβάσαι, θα σου δώσουμε! Έλα γλείψ' το μου τώρα μαζί με το πουτανάκι την κορούλα σου! Πάρ' τον μου στο στόμα, γλείφε κι εσύ εδώ Ντόρα, θα συνεχίσεις μετά το αρχιδογλείψιμο του Μπάμπη, μπράβο πουτανίτσα, πουτανίτσα η κόρη και πουτανάρα η μάνα, γλείψτε μου τον πούτσο και οι δυο μαζί, έτσι, έτσι, δουλέψτε ζωηρά με τις γλώσσες σας πόρνες, γλείψτε και ρουφήξτε, θέλω να χύσω, να σας χύσω θέλω… τα νιώθω να μου ‘ρχονται, τα νιώθω, ετοιμαστείτε βρώμες, πάρτε τα σκρόφες, ρουφήξτε, χύνω, γλείψτε τα τσουλάρες, καταπιείτε τα και να μη μείνει τίποτα, λαμπίκο θέλω να μου τον κάνετε τον πούτσο σα να έχω κάνει μπάνιο… διέταζε ο Στάθης και μάνα και κόρη υπάκουαν με επιμέλεια.

- Φ.: Σας άρεσε κύριε Στάθη; Το ευχαριστηθήκατε; Ήμασταν καλές;…

ρώτησε η Φώφη κοιτώντας τον στα μάτια σαν αγελάδα. Εν τω μεταξύ η Νίτσα δεν είχε πάρει ανάσα από το διπλό σούβλισμα Βρασίδα και Μπάμπη. Οι δυο τους τη είχαν στριμώξει για τα καλά και χόρευαν γύρω της αλλάζοντας στάσεις και τρύπες, μια ο ένας της τον έβαζε στο στόμα και ο άλλος στη μουνότρυπα, μια σάντουϊτς σε κώλο και μουνί, πότε έγλειφε τον ένα και ο άλλος τη μουνογαμούσε.

- Ντ.: Πολύ ήσυχη είναι η αδερφούλα σου μαμά. Τι γίνεται Νίτσα, χόρτασε καυλί το μουνάκι σου το τριχωτό ή ακόμα; Αλλά πως να μιλήσεις με τον πούτσο του κυρίου Μπάμπη ολόκληρο στο στόμα σου;… σχολίασε η Ντόρα και άρχισε να τσιμπάει και να στρίβει τις ρώγες της Νίτσας. Πονάς πουτανίτσα, ή δεν καταλαβαίνεις τίποτα από την καύλα;… τη ρώτησε σαδιστικά.

- Βρ.: Μπράβο Θοδώρα, στρίψ' της καλά τις ρώγες της πουτάνας, κάν' τη να βελάξει την καργιόλα. Αν και μου φαίνεται ότι μάλλον της καλαρέσει η τριπλή περιποίηση, συσπάται πάλι το μουνάκι της πάνω στον πούτσο μου, με το που άρχισες να της τρίβεις τις ρώγες γύρισαν τα μάτια της ανάποδα, να τη, κοίτα τα μπούτια της, κοίτα πως της τρέχουν της γαμιόλας τα μουνόζουμα, τη ρέψαμε στο γαμήσι Μπάμπη, φτάνει όμως τόσο για πρώτο γύρο, κάτσε να αδειάσω στη μούνα της, εσύ χύσε στο στόμα της, εγώ της τα δίνω τα δικά μου, αχ… της τον πότισα καλά πάλι τον κήπο της ψωλίτσας, άδειασα. Θα τον σκουπίσω και στις μουνότριχες της τις κατσαρές, ακούς πουτανί; Να πας για ντους μετά για να είσαι καθαρή που θα σε ξαναγαμήσουμε, νοικοκυρά του πούτσου!

- Μπ.: Καλά της έκανες Βρασίδα, για αυτό τους προσλαμβάνουμε τους άντρες τους στις εταιρείες μας, για να τους γαμάμε τις γυναίκες τους, για να τις χύνουμε και να τις πασάρουμε και στους φίλους μας, θα τη χύσω τώρα κι εγώ, βεντούζαρε μωρή καλά το στόμα σου στον πούτσο μου να πάνε όλα μέσα, σφίξε τις χειλάρες σου τσιμπουκλού μου, έλα… έλα ρούφα και στα δίνω, πάρ' τα, πάρ' τα και τα δικά μου καργιολάκι…

φώναξε χύνοντας. Η Νίτσα με το σπέρμα του Βρασίδα να στάζει από το μουνί της κατάπινε θέλοντας και μη και το ψωλόχυμα του Μπάμπη που ανέβλυζε μέσα στο στόμα της σα ρυάκι.

- Ντ.: Ναι κύριε Μπάμπη, εκτονωθείτε, χύστε με τη ησυχία σας, χύστε τη εσείς κι αυτή θα καταπίνει…

έλεγε η Δώρα και της έριξε κι ένα ζυγισμένο κωλοσκάμπιλο που άφησε σημάδι στα καπούλια της Νίτσας.

- Ν.: Καλέ τι ήταν κι αυτό; Ούτε που ξέρω πόσες φορές τελείωσα και δε μου φεύγει η όρεξη, μα τι έχω πάθει;… ψιθύριζε η Νίτσα και το χέρι της ασυναίσθητα άρχισε να χαϊδεύει το μουνί της. Ντόρα, Ντοράκι μου, έλα να μου κάνεις λίγο με τη γλωσσίτσα σου αυτό που μου έκανες και τη άλλη φορά. Έλα μανάρι μου και δεν θα ξαναπώ τίποτα ούτε για σένα ούτε για τη Φωφώ, σε παρακαλώ, μου αρέσει περισσότερο από το δάχτυλο αυτό που κάνεις, έλα Θοδωρούλα μου… εκλιπαρούσε η Νίτσα σε παροξυσμό.

- Φ.: Α, θες κι άλλο πουτανάρα; Δεν σου έφτασε τόσος πούτσος, αχόρταγη;

- Ν.: Θέλω, θέλω, θέλω συνέχεια, δεν έχω ξανανιώσει ποτέ έτσι, έλα Δώρα μου… έλα σε παρακαλώ… συνέχισε να τη παρακαλάει.

- Ντ.: Χα, χα! Τι θέλεις να σου κάνω Νίτσα μου; Πες το μου και θα στο κάνω αυτό που θέλεις!

- Ν.: Αυτό θέλω, αυτό που μου έκανες και τη άλλη φορά… με τη γλώσσα σου, δηλαδή…

- Ντ.: Ποιο μωρή; Πώς το λένε; Πες το όπως το λένε κανονικά, άμα θέλεις να σου το κάνω πάλι!

- Ν.: Ωχ, δε μπορώ να… σε παρακαλ…, κάντο μου λίγο, εντάξει, εντάξει, γλειφομούνι λέγεται, γλειφομούνι και το θέλω, κάνε μου γλειφομούνι Δώρα μου, κάνε μου γλειφομούνι…

εκστόμισε και άρχισε να κραυγάζει τη λέξη που μέχρι πριν λίγο δεν μπορούσε ούτε να σκεφτεί, πόσο μάλλον να εκφέρει, συνέχεια και δυνατά μόλις η Ντόρα ικανοποιημένη έπεσε με τα μούτρα στο ξαναμμένο μουνάκι της και τη άρχισε στις γλωσσιδιές.

- Βρ.: Εύγε πουτανίτσες μου, μπράβο σας! Γλείψε κι εσύ το μουνάκι της κόρης σου Φωφάρα, έτσι… έτσι σας θέλω, να γλείφει η μια τη άλλη. Θα σου δαχτυλιάζω εγώ τη μουνάρα ενώ γλείφεις τη Ντόρα για να μην έχεις παράπονο, να ορίστε! Χύστε άλλη μία μόνες σας και μετά θα πάτε στο μπάνιο, πουτανίτσες. Δεν τελειώσαμε ακόμα, θα παίξουμε άλλο ένα ημίχρονο σήμερα. Εξάλλου κάτι μου λέει ότι κι εσείς γουστάρετε λίγο κοκό ακόμα, σκροφίτσες.

Το πρωτότυπο τρενάκι με τις γλώσσες συνεχίστηκε ώσπου ξαναέχυσαν με δύναμη και σπασμούς και οι τρεις. Μετά μάζεψαν τις ανάσες τους και πήγαν όλες μαζί στο μπάνιο για ανασυγκρότηση, όπως ακριβώς τους είχε ορίσει ο Βρασίδας προηγουμένως.

Σκηνή 3

Το μπάνιο ήταν αρκετά ευρύχωρο, οπότε μπορούσαν άνετα να το χρησιμοποιήσουν και οι τρεις μαζί. Μετά από όλα αυτά που είχαν γίνει αλλά και που είχαν ακουστεί (άλλο απλώς να γίνεται κάτι και εντελώς άλλο να λέγεται κιόλας) η σχέση των τριών είχε περάσει σε διαφορετική διάσταση. Τώρα πια δεν ήταν τόσο μάνα, κόρη και θεία όσο τρεις ξαναμμένες μητρομανείς σε έξαψη.

- Ντ.: Ούτε που θυμάμαι πόσες φορές τελείωσα, και θέλω κι άλλο! Σίγουρα κάτι θα μας έριξαν μέσα στα ποτά μας οι πορνόγεροι…

- Ν.: Ωχ, καλά λες, έτσι εξηγείται… κι εμένα πάλι μου έρχεται, μου ξανάρχεται να χαϊδευτώ μόνη μου εδώ, να έτσι, έτσι, αχ… συμπλήρωσε η Νίτσα και άρχισε να μαλακίζεται κοιτώντας τις άλλες.

- Φ.: Χα, χα! Χαϊδέψου τότε, Νίτσα. Παίξε με το μουνάκι σου να ξαναχύσεις, στάσου να σου βάλω κι εγώ κωλοδάχτυλο από πίσω, να το, στο ‘χωσα, άντε χύσε πάλι μωρή και θα ξαναχύσεις και σε λίγο που θα μας ξαναπεριλάβουν αυτοί οι τράγοι εκεί έξω, είπε στην αδερφή της που έχυνε σα βρύση. Και μας παρίστανες τη σεμνή και τη μυξοπαρθένα, τόσα χρόνια…

- Ντ.: Το λέει όμως ακόμα η περδικούλα τους, των κωλόγερων. Παρά τη ηλικία τους και τις κοιλάρες τους γαμάνε σαν ταύροι!

- Φ.: Ναι Θοδωρούλα, δίκιο έχεις. Άντε κάντε γρήγορα να ξαναπάμε έξω γιατί θέλω κι εγώ να ξαναγαμηθώ επειγόντως! Πάμε γιατί δεν αντέχω…

Βγήκαν γυμνές και χωρίς συστολές και ντροπές. Η Φώφη στη μέση με τη Δώρα στα δεξιά και τη Νίτσα στα αριστερά της.

- Φ.: Να 'μαστε κι εμείς. Καθαρές, έτοιμες και στην διάθεσή σας…

είπε και με τα δυο της χέρια χούφτωσε με θόρυβο τις κωλάρες της Νίτσας και της Ντόρας. Ο Βρασίδας, ο Μπάμπης κι ο Στάθης ήταν αραχτοί σε καναπέ και πολυθρόνες. Τα μαντζαφλάρια τους ήταν στη φόρα, δεν είχαν καν μπει στον κόπο να κουμπωθούν.

- Στ.: Πέστε όλες στα γόνατα και πλακωθείτε στο τσιμπούκωμα, για αρχή… κάγχασε κατηγορηματικά.

Οι φοραδίτσες πήραν πρόθυμα τις θέσεις τους και ξεκίνησαν να δουλεύουν με ζέση. Τα κεφάλια τους, ανεβοκατέβαιναν, τα στόματά τους ρουφούσαν, τα χείλη τους βεντούζωναν και οι γλώσσες τους στριφογύριζαν και σπατουλάριζαν. Ήταν σα διαγωνισμός πεολειξίας με τρεις ισοδύναμες υποψήφιες για το τρόπαιο της καλύτερης ψωλογλείφτρας.

- Ντ.: Κορίτσια, τι λέτε να αλλάξουμε παρτενέρ;… ρώτησε η Ντόρα και στα γρήγορα όλες έβγαλαν τη πούτσα του ενός από το στόμα τους και έβαλαν του άλλου. Μετά από λίγο ξανά-άλλαξαν, ώστε να εξαντληθούν όλοι οι δυνατοί συνδυασμοί.

- Στ.: Μάνα μου, τι τσιμπουκλούδες είναι αυτές; Γεννημένες για να γλείφουν πούτσους είναι όλες τους! Δε μπορώ να αποφασίσω ποια από τις τρεις μου τον τρομπάρει καλύτερα.

- Μπ.: Ναι Στάθη! Πού τα πέτυχε ο κερατάς ο Βρασίδας τέτοια καργιολάκια; Μία και μία είναι…

- Βρ.: Χα, χα! Δεν είναι μόνο για μένα, είναι και για σας. Στην διάθεσή σας και των πούτσων σας είναι και οι τρεις οι πουτανίτσες! Σπάστε πιο πολύ τις μέσες σας, πουτανάκια, έτσι μπράβο, τουρλώστε κι άλλο τις κωλάρες σας, σηκώστε τις πιο ψηλά έτσι όπως είστε στα τέσσερα. Μπράβο σκροφίτσες, να έχουν και ωραίο θέαμα οι κύριοι ενώ τους περιποιείστε τα πουλιά…

τις διέταξε ο Βρασίδας ενώ με το ένα του χέρι ανεβοκατέβαζε το κεφάλι της Νίτσας στον πούτσο του και με το άλλο πότε έπινε μικρές γουλιές από το ποτό του και πότε κάπνιζε μερικές τζούρες από το τσιγάρο του.

- Βρ.: Πουτάνα Νίτσα, πουτανίτσα, έχεις βελτιωθεί πολύ στο τσιμπούκωμα, στο πουτσορούφηγμα. Δούλευε καργιόλα, ρούφα!

- Ν.: Ναι, ναι κύριε Βρασίδα, ευχαριστώ πολύ, σας ευχαριστώ, αφού το λέτε εσείς…

απάντησε η Νίτσα και με το χέρι της χούφτωσε τον κώλο της Ντόρας δίπλα της. Ένιωθε σα μεθυσμένη, σα να είχε γίνει μια άλλη, σχεδόν τα αυτιά της δεν πίστευαν τα λόγια που έβγαιναν από το στόμα της και τα μάτια της αυτά που έβλεπαν το σώμα της να κάνει.

- Ν.: Κύριε Βρασίδα, μήπως θέλετε τώρα να γαμήσετε τη Ντορούλα; Κοιτάξτε την κωλάρα της, μούρλια είναι, μούρλια. Αφού μου αρέσει κι εμένα να τη χουφτώνω. Φαντάζομαι τι θα της κάνετε στο γραφείο όλη μέρα, αχ φαντάζομαι. Μακάρι να μπορούσα να τα έβλεπα, να σας έβλεπα στο γραφείο σας να τη φωνάζετε μέσα και να τη γαμάτε την πουτανίτσα, να τη διακορεύετε, με την πουτσάρα σας, όπως τώρα, όπως τώρα κύριε Βρασίδα, όπως τη γαμάτε τώρα, γαμήστε το πουτανάκι, έτσι, τι ωραία, από πίσω το καβαλάτε, αχ, αχ, μ’ αρέσει, σα σκύλα γαμιέται στα τέσσερα, σα γουρούνα. Από μικρή πουτανάκι ήταν, ξεπούτανο, και τα βυζιά της σαν καρπούζια τα είχε από μικρή, όλοι οι άντρες τα βυζόμπαλα της έβλεπαν, ίδια πουτάνα με τη μάνα της έγινε κι αυτή!

Η Νίτσα είχε εκτροχιαστεί εντελώς, χάιδευε απαλά τον Βρασίδα και τον ωθούσε να γαμάει δυνατότερα τη Ντόρα, χούφτωνε τις βυζάρες της Ντόρας και τη γλωσσοφίλιαζε ενώ τη έβριζε σκαιά.

- Ν.: Σου αρέσει ο πούτσος, πουτανάκι; Σου αρέσει; Πως δε σου αρέσει; Το καταλαβαίνω από τη γλωσσίτσα σου όταν σε φιλάω, το καταλαβαίνω. Γλείψε μου λίγο και το μουνί ενώ γαμιέσαι, έλα φά' το μου, γλείψ' το… πήρε θέση όρθια πάνω από το κεφάλι της ανιψιάς της που γαμιόταν στα τέσσερα και έφερε το κεφάλι της Δώρας πάνω στο μουνί της. Αχ… αχ, η γλωσσίτσα σου γαμιολάκι, η γλωσσίτσα σου! Με τρελαίνεις πουτανάκι μου, κάν' το μου, κάντο μου πιο γρήγορα, έλα, έλα μωρή, έλα και χύνω πάλι, έλα και τελειώνω, γλείψ' τα μου όλα γιατί έρχομαι!

Έχυσε κραυγάζοντας με σπασμούς.

- Φ.: Κύριε Βρασίδα πως το γαμάτε έτσι το κοριτσάκι μου;… έλεγε η Φώφη ενώ χάιδευε το μουνί της καυλωμένη από το θέαμα. Δεν σας φτάνει που το γαμάτε όποτε θέλετε στο γραφείο, το ξεσκίζετε κι εδώ κύριε Βρασίδα μου… χύνω κι εγώ, πάλι χύνω… βογκούσε χωρίς να σταματήσει να μαλακίζεται. Δίκιο έχει η Νίτσα, δίκιο, πουτανάκι είναι, καλά του κάνετε και το γαμάτε! Μ’ αρέσει πολύ που σας βλέπω να γαμάτε τη Θοδωρούλα μου κι αυτή τα θέλει, από μικρή της άρεσαν οι πούτσοι, να τρώει πούτσους, να τη γαμάνε! Αχ… κύριε Στάθη, δεν θέλετε κι εσείς να γαμήσετε με τον κύριο Μπάμπη μαζί τη Νίτσα; Ε, τι λέτε; Να βλέπω τη αδερφή μου και την κόρη μου να ξεσκίζονται δίπλα-δίπλα, τι ερεθιστικό, όλες πουτάνες είμαστε, οι πουτανίτσες σας! Αχ μπράβο, μπράβο, έτσι! Και οι δυο μαζί, πάρτε τη παρτούζα…

τους προέτρεψε η Φώφη και η Νίτσα βρέθηκε ξαπλωμένη στον καναπέ να γαμιέται από το Στάθη και να τσιμπουκώνει τον Μπάμπη.

- Φ.: Γλείφε αδερφή, γλείφε καλά τον ένα ενώ σε γαμάει ο άλλος! Καλή πουτανίτσα είσαι κι εσύ, καλό πουτανάκι… αχ μ’ αρέσει πολύ να βλέπω πούτσους να μπαινοβγαίνουν στο μουνάκι της το τριχωτό… κι ο μαλάκας ο άντρας της, ο κουνιάδος μου, νομίζει ότι το έχει αποκλειστικότητα, που να ‘ξερε ότι εκτός από το αφεντικό του της το γαμάνε κι άλλοι το μουνάκι της νοικοκυρούλας του. Και σε άλλους να τη πασάρετε, κύριε Βρασίδα και σε άλλους… να τη ξεπουτανιάσουν για τα καλά και να τη χύνουν μέσα και μέσα στη μουνάρα της και στο στόμα της να τη χύνουν την καργιόλα. Κύριε Μπάμπη, γιατί δεν την παίρνετε με τον κύριο Στάθη και υπάλληλο στην εταιρία σας για να την κανονίζετε όποτε θέλετε; Το βασικό μισθό δώστε της και θα τη έχετε πουτάνα με οχτάωρο και θα σας λέει κι ευχαριστώ. Όλη μέρη στα τέσσερα θα είναι η καριόλα πότε κάτω από το γραφείο του ενός και πότε του άλλου να σας γλείφει τις ψωλές. Ό,τι θέλετε θα την κάνετε τη πουτανίτσα, ό,τι θέλετε. Και σε όποιον πελάτη σας θέλετε να του τη δίνετε να τη γαμάει κι αυτός και να τη χύνει. Ναι, ναι αυτό να κάνετε να τη έχετε πουτάνα του γραφείου, παρτόλα της εταιρείας. Ετοιμάσου για πολύ πούτσο Νίτσα μου, θα πάρει φωτιά το μουνάκι σου! Καλά σας γλείφει κύριε Μπάμπη, καλά σας το κάνει; Γιατί δεν την κωλογαμάτε κιόλας, αφού το κάνει κι απ’ τον κώλο η ψώλα, πάρτε την κι έτσι! Αχ, μπράβο, έτσι, έτσι πάρτε τη ο ένας από το μουνί κι ο άλλος από τον κώλο μαζί, βιδώστε της τις πούτσες σας να μην μπορεί να κουνηθεί η τσιμπουκομάνα, ωχ, ωχ, μου ‘ρχονται πάλι, θα ξαναχύσω, έρχομαι έτσι όπως σας βλέπω που την παρτουζώνετε, χύνω… φώναξε τελειώνοντας για πολλοστή φορά με τα μάτια ορθάνοιχτα για να μην χάσει σκηνή από το θέαμα. Όταν σας έρθουν κι εσάς, χύστε τη μέσα, μην τραβηχτείτε, όπου γουστάρετε χύστε την, γεμίστε τη παντού, όπως θα τη χύνετε άμα τη πάρετε υπάλληλο, σπερματοδοχείο θα τη έχετε τη ψωλαρμέχτρα, αχ… Ωχ, τι βλέπω; Ετοιμάζεστε; Σας έρχονται, σας ανεβαίνουν; Ελάτε – ελάτε αφού σας έρχονται, αδειάστε, χύστε - χύστε, πιτσιλίστε την, τη βρώμα… φώναζε εκτός εαυτού η Φώφη ενώ Μπάμπης και Στάθης πλημμύριζαν τις τρύπες της Νίτσας με τα χύσια τους. Αχ, μπράβο – μπράβο, μούσκεμα έγιναν οι μουνότριχες της οι σγουρές με το ποτάμι σας, την πνίξατε την πουτάνα, τη μουλιάσατε! Θα αφήσω κι εγώ τρίχωμα στο μουνάκι μου, να είναι η μουνάρα μου ασορτί με της αδερφής μου.

- Ντ.: Ωχ, ωχ τη έχυσαν στα γεμάτα κύριε Βρασίδα! Αχ, εσείς με γαμάτε, αυτοί ξεμπουκώνουν στην θεία μου κι η μαμά μου τα βλέπει και παίζει το μουνί της σα σκύλα. Καύλα είναι, καύλα κύριε Βρασίδα μου… αναστέναζε η Ντόρα ενώ χοροπηδούσε πάνω στον πούτσο του Βρασίδα που απολάμβανε ξεκούραστα το μουνάκι της. Μαμά, έλα κι εσύ εδώ, έλα να μας πάρει μαζί μάνα και κόρη το αφεντικό μου, αχ, ναι, μπράβο, φίλα τον, δώσ' του τους βύζους σου να χουφτώνει, εγώ συνεχίζω να γαμιέμαι, συνεχίζω εγώ, ωχ, σκλήρυνε κι άλλο ο πούτσος του νομίζω, τον νιώθω μεγαλύτερο μέσα μου σαν παλούκι, σας αρέσει κύριε Βρασίδα που μας γαμάτε μαζί; Να τη φωνάζετε και τη Φώφη στο γραφείο όποτε θέλετε να το κάνουμε κι εκεί έτσι. Αχ, είναι μεγάλη πουτάνα η μαμά κύριε Βρασίδα μου, μεγάλη πουτανάρα… έλεγε η Ντόρα ενώ κάθε τόσο έλουζε τον πούτσο του Βρασίδα με τα χύσια της. Κύριε Βρασίδα, έτσι όπως της τρίβετε την κλειτορίδα και το μουνί άμα της τσιμπήσετε δυνατά τη ρώγα θα κάνει squirting, θα της πεταχτούνε, ναι, έτσι κάντε το κύριε Βρασίδα, κάντε το, τσιμπήστε τη την πουτάνα με όση δύναμη έχετε, μη φοβάστε, της αρέσει έτσι, συνεχίστε, πονέστε την και θα δείτε, θα δείτε. Να κοιτάξτε, ετοιμάζεται, έλα πόρνη μου, έλα πέτα τα έξω, να τα, κοιτάξτε πως χύνει, κοιτάξτε που έφτασαν, τον πιτσίλισε τον καναπέ, μούσκεμα τον έκανε, είναι μεγάλη γαμιόλα η μάνα μου… έλεγε ικανοποιημένη η Ντόρα ενώ η Φώφη έκανε squirting με κραυγές. Δεν πειράζει που μόλις έχυσε σα σιντριβάνι, μπορεί να το ξανακάνει πάλι ο πούτανος, λίμνη έγινε το πάτωμα, εσείς που θέλετε να χύσετε κύριε Βρασίδα; Που προτιμάτε; Πείτε μου, στο μουνάκι μου μέσα ή να σας τα πάρω στο στόμα; Αφεντικό μου είστε και ότι θέλετε μου κάνετε και όπου θέλετε με χύνετε και στο γραφείο κι εδώ και παντού. Αχ, ωχ, αχ, και να φωνάζετε και τη μαμά μου και τη θεία μου να τις πηδάτε κι αυτές στο γραφείο σας όποτε καυλώνετε, όχι μόνο εμένα, και μόνες τους και μαζί μου και όπως θέλετε, όπως θέλετε εσείς κύριε Βρασίδα μου…

Ξαναέχυσε βελάζοντας πάνω στον πούτσο του Βρασίδα η βυζαρού Θεοδώρα.

- Ντ.: Φώφη, θες να σου στρίβω εγώ τώρα τις ρώγες να τα ξαναπετάξεις με δύναμη έξω τα χύσια σου, ε; Θέλεις; Ε να τότε, να, να και να, πάρε τσιμπιές να ‘χεις στις βυζάρες σου πουτανάρα, θα σε αρμέξω εγώ σαν αγελάδα βυζαρού, μοσχάρα, σ’ εσένα έμοιασα μωρή καυλώστρα και έχω κι εγώ καρπουζόβυζα, ναι, πιάστε τα κύριε Βρασίδα, χουφτώστε τα, ξέρω πόσο σας αρέσουν, χουφτώστε εσείς τα δικά μου κι εγώ τσιμπάω της μάνας μου για να ξανακάνει squirting η πουτάνα… μα πως με γαμάτε έτσι σήμερα, μου το έχετε οργώσει το μουνάκι μου με το άροτρό σας, με το τρακτέρ σας, κύριε Βρασίδα… συνήθως στο γραφείο μου ρίχνετε ένα μανίκι στα γρήγορα, με χύνετε και τέλος, κι εμένα και τις άλλες υπαλλήλους, όλες τις γαμάτε, αλλά σήμερα με καταγαμήσατε, δεν πειράζει, καλό ήταν, καλό ήταν… αχ ξανάχυσα, ξανάχυσα, συνεχίστε, μη με λυπάστε μ’ αρέσει, μ’ αρέσει ο πούτσος, κι εμένα και της Φώφης και της Νίτσας, σε όλες μας αρέσει το γαμήσι, σε όλες μας, να τη πάλι η μάνα μου, τα βλέπετε; Προσέξτε θα σας πιτσιλίσει με τον πίδακά της η πόρνη, θα σας λερώσει το παντελόνι με τα χύσια της, ελάτε κι εσείς αν θέλετε, αν δεν θέλετε να γαμήσετε άλλο σήμερα αφήστε τα κι εσείς τα δικά σας μέσα στο μουνάκι μου, να χύσω κι εγώ να τελειώσουμε όλοι μαζί, αχ, ωχ, αχ, το νιώθω, το αισθάνομαι το πουτσοκέφαλό σας να συσπάται μέσα μου, σας έρχονται, ε; Κι εμένα τώρα μου κατεβαίνουν τα δικά μου, τελειώνω πάλι, χύστε κι εσείς μαζί μου, χύστε με μέσα, γκαστρώστε με τη πουτάνα… φώναζε χύνοντας μαζί με τον Βρασίδα η Ντόρα.

Έξω είχε νυχτώσει πια. Παρ' όλους τους αμέτρητους οργασμούς τους καμία από τις τρεις δεν είχε ξεκαυλώσει εντελώς όταν ντύθηκαν όπως-όπως και αφού ευχαρίστησαν ευγενικά τους κυρίους κατέβηκαν να πάρουν ταξί για τα σπίτια τους. Ο Μπάμπης κι ο Στάθης καλοσκέφτονταν τη ιδέα να προσλάβουν τη Νίτσα στην εταιρεία τους, αλλά επειδή θα ήταν φάουλ προς το Βρασίδα, μάλλον θα έπρεπε να προσπαθήσουν να πετύχουν πουθενά καμιά αντίστοιχη. Το καλό, εξάλλου, με όλες τις οικονομικές κρίσεις είναι ότι φτηναίνει το καλό μουνί.



Copyright protected OW ref: 172706