Ο θείος Γιώργος και η άτακτη ανιψιά του... εγώ

Δημοσιεύθηκε από maria1998GR
κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.60 (10 Votes)
Είμαι η Μαρία, 20 χρονών σήμερα, 1.68 μ., 56 κιλά, καστανά μαλλιά (συνήθως) και μάτια, φοιτήτρια τώρα, σε ξένη πανεπιστημιακή σχολή εδώ στην Αθήνα. Τον καιρό που αναφέρεται η ιστορία ήμουν μικρότερη και είχα ξεκινήσει τις ερωτικές μου περιπέτειες με την Ελένη, την κολλητή της μαμάς μου, που ήταν 42 χρονών. Η Ελένη ήταν η δασκάλα μου σε όλα, έρωτα και σεξ.

Με άντρες ή αγόρια δεν είχα εμπειρίες πέρα από το φλερτάρισμά τους, τα πειράγματά τους ή και τα «τυχαία» αγγίγματά τους, που είχαν ξεκινήσει ήδη μερικά χρόνια πριν. Ήμουν ερωτευμένη με την Ελένη, αλλά μου άρεσε και αυτή η προσοχή που μου έδειχνε το άλλο φύλο και πολλές φορές τα βράδια στο κρεβάτι μου ή τις μέρες στη μπανιέρα έμπλεκα στις φαντασιώσεις μου πότε την Ελένη και πότε αυτούς τους σάτυρους άντρες, που έλεγαν προστυχόλογα για το κωλαράκι μου ή το στήθος μου, που είχε ήδη αναπτυχθεί ή που προσπαθούσαν να τριφτούν πάνω μου στο μετρό, όταν είχε πολυκοσμία. Μου άρεσε τότε να ανακαλύπτω το κορμί μου παίζοντας με τις σχεδόν πάντα ερεθισμένες ρωγίτσες μου ή χαϊδεύοντας το μουνάκι μου και χώνοντας μέσα τα σαλιωμένα δάχτυλα μου, παίζοντας με την κλειτορίδα μου, όπως με είχε μάθει ήδη η Ελένη ή ακόμη και βάζοντας ένα δαχτυλάκι στην πίσω τρυπούλα μου, όπως έκανε κι εκείνη, μέχρι να λυτρωθώ από αυτές τις πρώιμες και καθημερινές, νεανικές καύλες.

Η Ελένη κάλυπτε μεγάλο μέρος από τις ανάγκες αυτές, αλλά η περιέργειά μου και για το αντίθετο φύλο όλο και μεγάλωνε, όχι τόσο με συνομήλικους, που προσπάθησαν άτεχνα κάμποσες φορές να με φιλήσουν ή να με χαϊδέψουν ή ακόμη και να μου ζητήσουν να τους χαϊδέψω εγώ, κάνοντας τους να φτάσουν σε δευτερόλεπτα, όσο για μεγάλους, ώριμους άντρες, γνωστούς και άγνωστους, που με τριγύριζαν.

Τα δικά τους βλέμματα, γεμάτα πόθο για το άγουρο αλλά διψασμένο κορμάκι μου, τα δικά τους πρόστυχα λόγια, τα δικά τους αγγίγματα όπου μπορούσαν, ήταν εκείνα που με έκαναν να υγραίνομαι ανάμεσα στα πόδια, να ανασηκώνονται και σκληραίνουν οι ρωγίτσες μου και να είναι έμπνευση για βραδινές αταξίες.

Σιγά-σιγά ένιωθα αυτή την ανάγκη να αρέσω, να βλέπω τα αντρικά βλέμματα γεμάτα πόθο να με γδύνουν κι έτσι και το ντύσιμό μου άρχισε λίγο-λίγο να γίνεται πιο σέξι, αλλά όχι πρόστυχο, αφού οι γονείς μου ήταν κέρβεροι γύρω μου. Τουλάχιστον όσο ήταν γύρω μου, αφού η επιχείρησή μας τους ήθελε εκεί πολλές ώρες, λιγότερο την μαμά, αλλά σχεδόν όλη μέρα τον μπαμπά.

Από νωρίς άρχισα να φοράω στρινγκάκια, κοντές φουστίτσες, κοντά και στενά σορτσάκια, στράπλες κοντά μπλουζάκια ή μπλουζάκια που έδειχναν την γυμνή μου επίπεδη κοιλίτσα, σπάνια φορούσα σουτιέν, σέξι μπικινάκια, που άφηναν λίγα στην αντρική φαντασία, ακόμη και φορεματάκια με πολλά ανοικτά κουμπιά στο στήθος ή φερμουάρ πίσω που έφτανε μέχρι τη μέση και σε προσκαλούσε να το κατεβάσεις. Η Ελένη με είχε βοηθήσει σε αυτό βοηθώντας με πολλές φορές στα ψώνια της γκαρνταρόμπας μου.

Εκείνη την άνοιξη, έχοντας ήδη επτάμηνη σχέση με την Ελένη και κατά την διάρκεια των Πασχαλινών διακοπών, είχαμε πάει με τους γονείς στο εξοχικό μας και μέναμε εκεί όλες τις μέρες. Φυσικά, αν και υπήρχαν πολλές αργίες, τις υπόλοιπες μέρες οι γονείς μου έλειπαν πάντα, η μητέρα μου τα πρωινά μέχρι νωρίς το απόγευμα, ο πατέρας μου μέχρι αργά το βράδυ, μη σταματώντας τη δουλειά. Μαζί μας είχε έρθει στο εξοχικό και ο θείος Γιώργος, ο αγαπημένος μου θείος.

Ο θείος Γιώργος, 56αρης τότε, εργένης, ζούσε τα τελευταία χρόνια στο εξωτερικό και είχε έρθει με άδεια στην Ελλάδα. Όταν ήμουν μικρή ήταν ο θείος, που πάντα μου έκανε όλα τα χατίρια, πάντα μου έφερνε τα καλύτερα δώρα και πάντα έλεγε μόνο καλά λόγια για μένα και με υπερασπιζόταν στα πάντα. Δεν ήταν τυχαίο που ήταν ο αγαπημένος μου θείος. Τώρα αν και 56 διατηρούσε ένα καλογυμνασμένο κορμί και όμορφα γαλάζια μάτια.

Εκείνο που είχε αλλάξει απέναντί μου στα τέσσερα χρόνια που έλειπε ήταν, ότι πολλές φορές τον είχα δει, να με κοιτάζει κι αυτός, όπως και οι άλλοι άντρες της ηλικίας του, επίμονα, με πόθο μάλλον, όπως έβλεπα το πρήξιμο στο παντελόνι του, όταν καμιά φορά καθόμουν απρόσεκτα, ενώ όταν δεν ήταν μπροστά οι γονείς μου, τα λόγια του ήταν πιο τολμηρά αλλά και οι αγκαλιές και τα χάδια του ήταν μεγαλύτερης διάρκειας και τρυφερότητας.

Ήμουν αποφασισμένη να καταλάβω τι συμβαίνει, αν και το ότι ήταν θείος μου, μού καθησύχαζε τις ανησυχίες, αλλά όχι και την κοριτσίστικη επιθυμία να αρέσω παντού, ακόμη και στον θείο μου. Έτσι από τις πρώτες μέρες, που ο θείος Γιώργος ήταν εκεί και όλα τα πρωινά ήμασταν εντελώς μόνοι στο εξοχικό, κυκλοφορούσα είτε με κοντά νυχτικάκια χωρίς σουτιέν, είτε με πολύ κοντά και στενά σορτσάκια, είτε μόνο με το μαγιό, πολλές ώρες πριν έρθει η ώρα να πάμε στη θάλασσα. Τα τολμηρά του λόγια και τα κομπλιμάν πήγαιναν κι ερχόντουσαν, εγώ κολακευόμουν και ερεθιζόμουν – αν και ήταν θείος – και τότε άρχισε να γίνεται και συντροφιά μου στις βραδινές μου φαντασιώσεις.

Δεν ήταν πια ο θείος Γιώργος, αλλά ο ώριμος άντρας, που του αρέσω, που τον ερεθίζω, τον ανάβω, τον προκαλώ με όποιο τρόπο μπορώ, χωρίς στ’ αλήθεια όμως να μπορώ να εξηγήσω γιατί το κάνω και τι θα μπορούσα να θέλω ή να περιμένω από αυτό. Οι πολλές ώρες μαζί, ο κλειστός χώρος, το ελαφρύ ντύσιμο, τα λόγια του, τα αγγίγματα του δημιουργούσαν μια ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα λίγο πριν να ξεσπάσει η καταιγίδα. Και η καταιγίδα ήρθε ένα πρωινό.

Είχα μόλις ξυπνήσει, έκανα μπάνιο, φόρεσα ένα κοντούλι άσπρο σορτσάκι, χωρίς εσώρουχο κι ένα στενό άσπρο στράπλες, που μόλις κάλυπτε το στήθος μου και κατέβηκα στην κουζίνα για πρωινό. Ο θείος Γιώργος ήταν εκεί και τον είδα πόσο με έγδυσε με το βλέμμα του, διατρέχοντας το κορμάκι μου, και τα μακριά μου πόδια. Χαμογέλασα γυρίζοντας από την άλλη και πλησίασα στο ψυγείο, ανοίγοντας την πόρτα και σκύβοντας να πάρω τα αναγκαία για να ετοιμάσω το τοστ μου. Ένα σφύριγμα θαυμασμού ακούστηκε και τον άκουσα να λέει:

- Ρε Μαράκι, θα με πεθάνεις, όπως έχεις τουρλώσει έτσι το κωλαράκι σου. Είσαι για τρελές καταστάσεις μικρή μου.

Πρώτη φορά τα λόγια του ήταν τόσο τολμηρά, τόσο άμεσα μου έδειχνε με τα λόγια του, ότι δε με έβλεπε σαν ανιψιά του πια, αλλά σαν κάποια, που την θέλει ερωτικά. Γύρισα το κεφάλι μου, μένοντας στη στάση αυτή, κούνησα λίγο το κωλαράκι μου και του έβγαλα ειρωνικά τη γλώσσα. Ο θείος Γιώργος έγινε κατακόκκινος, από πόθο ή από θυμό, δεν είμαι βέβαιη, αλλά σηκώθηκε με άγριες διαθέσεις και πλησίασε προς το μέρος μου. Όταν έφτασε κοντά μου, είχα μόλις προλάβει να σηκωθώ και να κλείσω την πόρτα του ψυγείου και να σηκώσω τα χέρια μου πιστεύοντας ότι θα με χαστουκίσει. Όχι δεν έκανε αυτό.

Με μια κίνηση με έσπρωξε και με κόλλησε στο ψυγείο, ενώ έσκυψε και προσπάθησε να με φιλήσει. Την ίδια στιγμή με το χέρι του έπιασε το στράπλες μου και με μια απότομη κίνηση το τράβηξε προς τα πάνω αφήνοντας ολόγυμνο το στήθος μου. Το χέρι του ζούληξε το γυμνό μου στήθος και τσίμπησε τη ρωγίτσα μου. Τα έχασα. Ένιωσα τη ντροπή να με γεμίζει, το σοκ να είναι μεγάλο, δεν ήμουν έτοιμη για κάτι τέτοιο. Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα και σπρώχνοντας τον ελευθερώθηκα και έφυγα τρέχοντας. Δεν κατάλαβα πως ανέβηκα τα σκαλιά για το δωμάτιό μου και μπήκα κλειδώνοντας την πόρτα πίσω μου. Έπεσα στο κρεβάτι μου και άρχισα να κλαίω. Δεν πίστευα τι είχε συμβεί. Τον άκουγα απ’ έξω να μου λέει ότι δεν έγινε και τίποτα και ότι απλά είχε χάσει τον έλεγχο και να μην είμαι θυμωμένη. Δεν απάντησα μέχρι να φύγει.

Ήμουν πεσμένη μπρούμυτα πάνω στο κρεβάτι, ακόμη με το στράπλες γύρω από το λαιμό και το στήθος μου ολόγυμνο και ερεθισμένο. Ξανάφερα το τι είχε συμβεί στο μυαλό μου. Εμένα με τουρλωτό κωλαράκι, τον θείο Γιώργο να μου μιλάει ερεθιστικά, εμένα να του βγάζω γλώσσα, κι εκείνον κολλημένο πάνω μου να μου βγάζει το στράπλες και να με βλέπει μισόγυμνη, χαϊδεύοντας το στήθος μου.

- Ωχ! Δεν άντεξα και δάγκωσα το μαξιλάρι να μην ακουστώ.

Ήμουν πιο πολύ ερεθισμένη τώρα από θυμωμένη και ντροπιασμένη που με είχε δει μισόγυμνη. Τα δάχτυλα μου βρέθηκαν στο στήθος μου και άρχισαν να στρίβουν την ερεθισμένη μου ρώγα. Κατέβασα με μια κίνηση το σορτσάκι μου και σαλιώνοντας τα δάχτυλά μου τα έχωσα βίαια στο μουνάκι μου. Ήταν ήδη υγρό. Άρχισα να παίζω με τη κλειτορίδα μου και να χορεύω πάνω – κάτω στο κρεβάτι με κλειστά τα μάτια και με την εικόνα του θείου Γιώργου να προσπαθεί να μου φιλήσει και να με χαϊδεύει στο στήθος. Δεν άντεξα παρά λίγα δευτερόλεπτα. Ο οργασμός ενώ φανταζόμουν για πρώτη φορά τόσο ξεκάθαρα τον θείο Γιώργο με συνεπήρε.

Ήταν τρελό. Ήταν θείος μου. Ήταν τρεις φορές και βάλε μεγαλύτερός μου. Ήταν άντρας κι εγώ ήμουν ερωτευμένη με την Ελένη. Αυτή τη στιγμή όμως, το μόνο που ήθελα, ήταν να είχα βρει το θάρρος και να είχα μείνει εκεί στο ψυγείο με τον θείο Γιώργο, αφήνοντας τον να μου κάνει ό,τι ήθελε. Όσο το σκεφτόμουν τόσο ερεθιζόμουν και ξανάρχισα πάλι να χαϊδεύομαι. Τρελαινόμουν από καύλα για τον θείο Γιώργο, χωρίς καλά - καλά να ξέρω τι ακριβώς ήθελα. Πήρα το μαξιλάρι μου, το έβαλα μπρούμυτα ανάμεσα στα πόδια μου κι άρχισα να τρίβομαι πάνω του, όπως κάναμε με την Ελένη μεταξύ μας, με ένα χέρι να ζουλάει το στήθος μου και το άλλο το κωλαράκι μου. Ανεβοκατέβαζα το κορμάκι μου πάνω στο μαξιλάρι έχοντας την πρωτοβουλία και γαμούσα τον φανταστικό εραστή μου. Δεν άργησα και αυτή τη φορά να χύνω σαν τρελή.

Έμεινα έτσι, με την λαχανιασμένη ανάσα, το ιδρωμένο και ολόγυμνο κορμί και με πήρε ένας γλυκός ύπνος. Το βράδυ όταν ήρθαν οι γονείς μου δικαιολογήθηκα ότι δεν αισθανόμουν καλά και δεν πεινούσα και έμεινα στο δωμάτιο μου. Όταν το σπίτι ησύχασε αργότερα, βγήκα και πήγα για ένα γρήγορο ντους και μετά τυλιγμένη στη πετσέτα μου ξαναμπήκα στο δωμάτιο μου και κλείδωσα πάλι την πόρτα. Δεν κοιμήθηκα. Πρέπει τρεις ή τέσσερις φορές να αυνανίστηκα και πάλι εκείνο το βράδυ με τη σκέψη στο θείο Γιώργο. Άλλοτε ανάσκελα με το σεντόνι να χαϊδεύει το γυμνό μου κορμί με τη βοήθεια από τα δάχτυλά μου, άλλοτε μπρούμυτα με τα δάχτυλά μου να χώνονται βίαια μπρος και πίσω μου γεμάτα με το δικό τους πάθος, άλλοτε με το μαξιλάρι, το φανταστικό μου εραστή. Δεν υπήρχε όμως λύτρωση. Η πρωινή φάση έπαιζε μέσα στο μυαλό μου. Και τότε το πήρα απόφαση ότι θα έπρεπε να είχα αφήσει τα πράγματα το πρωί να προχωρήσουν μέχρι δεν ξέρω που ακριβώς αλλά σίγουρα να προχωρήσουν.

Ξύπνησα το πρωί και με βρεμένα ακόμη μαλλιά από το ντους, έβαλα ένα πολύ σέξι μαύρο μπικινάκι, ίσως λίγο μικρότερο από το κανονικό μου μέγεθος, αφού ήταν περσινό κι εγώ μεγάλωνα, αλλά κοιτάζοντας με στον καθρέπτη η εικόνα μου ερέθισε κι εμένα την ίδια. Το στήθος μου δεν καλύπτονταν πλέον καλά – καλά, ενώ και το μπικινάκι δε θα τολμούσα να το φορέσω είτε μπροστά στους γονείς μου, είτε στη θάλασσα. Ικανοποιημένη από το θέαμα κατέβηκα τις σκάλες και πήγα γραμμή στην κουζίνα. Ο θείος Γιώργος καθόταν πάλι εκεί που ήταν και χθες. Ξαναπήγα μπροστά στο ψυγείο και έσκυψα. Ήμουν σίγουρη ότι θα ήταν τώρα κοντά στο εγκεφαλικό. Δε βιαζόμουν να σηκωθώ.

- Μαράκι, τον άκουσα, θέλω να σου ζητήσω συγνώμη για χθες, αλλά μικρή μου κολάζεις και άγιο. Δεν…

Δεν τον άφησα να συνεχίσει. Έβγαλα πάλι τη γλώσσα ειρωνικά και του φώναξα:

- Και τι θέλει ο άγιος; Τα χείλη μου, τα βυζάκια μου, που έπιασες χτες, το κωλαράκι μου, που χαζεύεις;

Αυτό ήταν, ξαναπλησίασε προς το μέρος μου και πάλι με κόλλησε στο ψυγείο. Το σουτιενάκι μου δεν κράτησε λεπτό στη θέση του, δεν κατάλαβα καν πως μου το έβγαλε, μόνο ένιωσα τα χείλη του να φιλάνε το στήθος μου και να δαγκώνουν τη ρώγα μου. Αυτή τη φορά δε ντράπηκα, ούτε το έβαλα στα πόδια. Είχα ζήσει τη σκηνή στη φαντασίωσή μου στο κρεβάτι μου και ήθελα να δω τη συνέχεια. Το κορμί του θείου Γιώργου είχε κολλήσει πάνω μου και ένιωθα τη σκληράδα του μέσα από τη βερμούδα του να τρίβεται στο μπικινάκι μου.

Το χέρι του πέρασε πίσω μου και μπήκε μέσα από το μπικινάκι χαϊδεύοντας το κωλαράκι μου, τραβώντας με ακόμη πιο κοντά του. Τρίφτηκα πάνω του, όπως στο μαξιλάρι. Ένιωσα υγρή και ερεθισμένη. Δεν ήταν η Ελένη, ήταν άντρας, ο θείος μου, αλλά η καύλα ήταν απέραντη και μαζί του. Δεν ξέρω τι ήθελα πια, αλλά και δεν με άφησε να το σκεφτώ. Με μια κίνηση με σήκωσε στην αγκαλιά του σαν κουκλίτσα και με πήρε μέσα στο σπίτι. Η κρεβατοκάμαρα των ξένων ήταν στο ισόγειο και με οδήγησε στο δωμάτιο του. Μπήκαμε έτσι μέσα και έκλεισε την πόρτα αφήνοντας με πάνω στο κρεβάτι του. Εκείνος με μια βερμούδα κι ένα κοντομάνικο μπλουζάκι. Εγώ, γυμνή από τη μέση και πάνω, με ένα μπικινάκι «που κόλαζε και άγιο» και ξυπόλυτα πόδια.

Τι θα γινόταν άραγε από εδώ και μπρος; Τι ήθελε από την ανιψιά του; Τι ήθελα εγώ από το θείο μου; Πόσο σωστό ήταν κάτι τέτοιο; Δεν πρόλαβα να σκεφτώ τίποτα άλλο. Ο θείος Γιώργος πέταξε την μπλούζα του και τη βερμούδα και έμεινε ολόγυμνος μπροστά μου. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα έναν άντρα εντελώς γυμνό. Έκλεισα τα μάτια μου με αμηχανία. Ο θείος Γιώργος με πλησίασε και ένιωσα τον πούτσο του να ακουμπάει στα χείλη μου. Κατάλαβα τι ήθελε. Κάτι τέτοιο το είχα δει μόνο σε ταινίες στο ίντερνετ. Δεν ήξερα στ’ αλήθεια τι να κάνω. Απλά άνοιξα τα χείλη μου και τον ένιωσα να σπρώχνει τον πούτσο του μέσα στο στόμα μου. Πήρε το χέρι μου και το ακούμπησε γύρω του, χωρίς να σταματήσει να σπρώχνει μέσα στο στόμα μου.

- Χάιδευε με, μου έδειξε, έτσι πάνω – κάτω.

Μπούκωνα αλλά είχα καυλώσει τόσο πολύ. Πρωτόγνωρη εμπειρία. Ένας ώριμος άντρας, γυμνός, μπροστά στο πρόσωπό μου, με τον πούτσο του να γαμάει το παρθενικό μου στόμα. Μου φάνηκε τρελή η όλη εικόνα ακόμη και για τις φαντασιώσεις που είχα ζήσει στη ζωή μου ως τότε με άντρες. Ένιωσα τον ρυθμό του να επιταχύνει, να σπρώχνει το κεφάλι μου για να μπει ο πούτσος του πιο βαθιά μέσα μου και μετά τον άκουσα με μια κραυγή να τρέμει ολόκληρος. Ο πούτσος του με δική του ζωή άρχισε να σπαρταράει μέσα στο στόμα μου και να με πλημμυρίζει με αντρικό σπέρμα. Δεν είχα ξανά τέτοια εμπειρία. Καμία αίσθησή μου δεν είχε ζήσει κάτι παρόμοιο. Τον κοίταξα στο πρόσωπο και τον είδα με μια λάμψη ευτυχίας, λύτρωσης. Ένιωσα κι εγώ ευτυχισμένη, κολακευμένη. Με ενθουσίαζε η επίδραση που είχα σε ένα μεγάλο άντρα. Άξιζε όλο το χτεσινό σκηνικό για την σημερινή εμπειρία.

Οι σκέψεις μου έμειναν πάλι στη μέση. Βρέθηκα ανάσκελα πάνω στο κρεβάτι, εγώ μισόγυμνη, με το θείο Γιώργο ολόγυμνο δίπλα μου. Έσκυψε και άρχισε να με φιλάει στα χείλη. Μισάνοιξαν και αυτή τη φορά ήταν η γλώσσα του που άρχισε να παίζει με τη δική μου. Εντάξει αυτά τα ήξερα από την Ελένη. Ήμουν ήδη έμπειρη στα φιλιά. Αλλά όχι, δεν ήταν ίδια τα φιλιά. Ο θείος Γιώργος δεν ήτα τόσο τρυφερός όσο η Ελένη, αλλά πιο βίαιος, πιο απαιτητικός, πιο κατακτητικός. Ταυτόχρονα το χέρι του χάιδευε το γυμνό μου στήθος στέλνοντας μου κύματα ηδονής σε όλο μου το κορμί. Τώρα και η δική μου αναπνοή ήταν λαχανιασμένη. Κόλλησα το κορμάκι μου πάνω του. Ήθελα να τον νιώσω πάλι σκληρό, όπως εκεί έξω στο ψυγείο, να τρίβεται πάνω στο μουνάκι μου, τώρα μάλιστα χωρίς βερμούδα, και έχοντας πιάσει αυτή την υπέροχη σκληράδα, που είχε προ ολίγου γεμίσει το στόμα μου με ζωή.

Τα φιλιά και τα χάδια συνεχίστηκαν με τα κορμιά μας κολλημένα, όταν τον ένιωσα να απομακρύνεται και να σκύβει ανάμεσα από τα πόδια μου. Τα χέρια του έπιασαν το μπικινάκι μου και μου το τράβηξαν αργά προς τα κάτω. Ένιωσα την έκπληξή του όταν με είδε καλοξυρισμένη εκεί. Η Ελένη με φρόντιζε πάντα. Δε ρώτησε. Έσκυψε και άρχισε να με φιλάει πάνω στο μουνάκι μου, ενώ τα δάχτυλά του με άνοιγαν σιγά – σιγά. Ένα δάχτυλό του μπήκε μέσα μου ενώ άρχισε να φιλά και να δίνει δαγκωματάκια στη κλειτορίδα μου. Το κωλαράκι μου ανασηκωνόταν για να βρει το στόμα και τη γλώσσα του να μπαίνουν μέσα μου. Ήμουν γεμάτη υγρά, πλημμυρισμένη από ηδονή.

Η γλώσσα του ταξίδευε παντού στην περιοχή. Τον ένιωσα να ανοίγει τα πόδια μου, ώστε η γλώσσα του να έχει εύκολο δρόμο μέχρι πίσω μου. Με φίλαγε και με έγλειφε παντού. Γύρισα και μας κοίταξα έτσι μέσα στον καθρέφτη της ντουλάπας του δωματίου, ενώ ο θείος Γιώργος εκείνη τη στιγμή έσπρωξε ένα δάχτυλό του, υγρό από το μουνάκι μου, στην πίσω τρυπούλα μου. Το κορμί μου αναπήδησε πάνω στο κρεβάτι κι έβγαλα μια κραυγή.

- Χύνω...

είπα και έπεσα παραδομένη κι ευτυχισμένη πίσω. Τον ένιωσα να γονατίζει ανάμεσα στα πόδια μου και να ακουμπάει τον πούτσο του στο μουνάκι μου, που τώρα ήταν πλημμυρισμένο από τα υγρά μου.

- Θείε Γιώργο, ψέλλισα, τι θα μου κάνεις;

Όχι δεν υπήρχε περίπτωση, όχι ο θείος Γιώργος, αλλά κανένας άντρας να σταματήσει τώρα. Ο πούτσος του σκληρός και πάλι άρχισε να ανοίγει το μουνάκι μου, που μέχρι τότε είχε δοκιμάσει μόνο τον δονητή της Ελένης. Αλλά αυτός ήταν πιο χοντρός και ζωντανός. Ο θείος Γιώργος δεν μου απάντησε αλλά έσπρωξε μέσα μου. Άρχισε να μπαίνει αργά – αργά και μάλλον με ικανοποίηση καθώς κατάλαβε ότι δεν ήμουν πια παρθένα. Πήρε τα πόδια μου και τα πέρασε στους ώμους του, ενώ τώρα ο πούτσος του είχε χωθεί όσο πιο βαθιά μπορούσε μέσα μου. Η αναπνοή μου είχε κοπεί. Ήταν κάτι μαγικό. Το κοριτσίστικο κορμάκι μου ήταν ολοκληρωτικά παραδομένο σε αυτόν τον έμπειρο άντρα, τον αγαπημένο μου θείο Γιώργο, τον πρώτο άντρα, που το κατακτούσε και που τώρα για πρώτη φορά άρχισε να σφυροκοπάει ανελέητα, με όλο και πιο γρήγορο ρυθμό.

Τα δάχτυλα μου έστριβαν τις ρώγες μου προσθέτοντας στην πρωτόγνωρη ηδονή που ένιωθα. Είχε πέσει πάνω μου, με τα πόδια μου διπλωμένα, πάντα γύρω από τους ώμους του, ενώ η γλώσσα του είχε πάλι ανοίξει το στόμα μου και με έπαιρνε κι εκείνη με τον τρόπο της από εκεί. Ήταν παρά πολύ για ένα κοριτσάκι όλα αυτά. Ένιωσα να σπαρταράω κάτω από το κορμί του και να φτάνω πάλι σε οργασμό, ενώ κι εκείνος τραβήχτηκε, έπεσε δίπλα μου και ακουμπώντας πάνω στο μπούτι μου, τρίφτηκε και με πλημμύρισε πάλι με τη ζωή που έβγαζε από μέσα του.

Μείναμε αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι για αρκετή ώρα, ενώ πότε – πότε με τράβαγε κοντά του και με φίλαγε, άλλοτε τρυφερά και άλλοτε με ερωτικό πάθος. Όταν με ξανατράβηξε κοντά του τον έριξα πίσω και ανέβηκα πάνω του. Με αγκάλιασε και μου χάιδευε τη γυμνή πλάτη, ενώ ήθελα να τρίβω το γυμνό τώρα μουνάκι μου πάνω στον πούτσο του που είχε σκληρύνει ξανά. Πόσο μου άρεσε αυτό. Όπως και το δάγκωμα, που του άρεσε να κάνει στις ρώγες μου. Τον ένιωσα πάλι πολύ ερεθισμένο, ανασηκώθηκε και μου είπε:

- Γονάτισε κοιτώντας την πόρτα.

Ακολουθούσα τις οδηγίες του στα πάντα, ό,τι ήθελε να μου κάνει, ήμουν διψασμένη να μάθω, να γευθώ, να ζήσω πρωτόγνωρες εμπειρίες, να δοθώ, να παραδοθώ. Αυτό με ερέθιζε πιο πολύ, η απόλυτη παράδοση σε έναν έμπειρο άντρα που με ποθούσε τόσο πολύ.

Μου χάιδεψε το κωλαράκι και μου άνοιξε τα πόδια και άρχισε να μου κάνει πάλι έρωτα μπαίνοντας πάλι στο διψασμένο μου μουνάκι, που σήμερα μάθαινε κι άλλα πράγματα πέρα από τους δονητές. Με κρατούσε από τη μέση και μπαινόβγαινε μέσα μου, όταν ένιωσα ένα σαλιωμένο του δάχτυλο να παίζει και να πιέζει την πίσω τρυπούλα μου. Δε σταματούσε το πήγαινε – έλα στο μουνάκι μου, αλλά ούτε και να σπρώχνει λίγο – λίγο το δάχτυλό του μέσα στο κωλαράκι μου. Σα να ήξερε πως ένιωθα κάθε φορά, που και μόνη μου έκανα κάτι παρόμοιο, πόσο με απογείωνε αυτό το ταυτόχρονο μπάσιμο στις δύο τρυπούλες μου, έσπρωξε με τη μια τώρα το δάχτυλό του μέσα-μέσα μου και συνέχισε το σφυροκόπημά μου. Με το άλλο του χέρι σκαμπίλισε το κωλαράκι μου λέγοντας:

- Μαράκι τα ήθελε το κωλαράκι σου, όπως το τούρλωνες. Τώρα θα φας της χρονιάς σου.

Με έπαιρνε με πιο γρήγορο ρυθμό τώρα, πιο άγρια, έσπρωχνε το δάχτυλό του στο κώλο μου, με σκαμπίλιζε, με έκανε ότι ήθελε κι εγώ δεν έφερνα αντίσταση, τα δεχόμουν όλα, είχα παραδοθεί στην ηδονή, στο παράνομο πάθος, ένα κοριτσάκι που μόλις είχε γίνει γυναίκα.

Ο νέος οργασμός ήρθε πιο άγριος από πριν, ίσως έφταιγαν οι σκέψεις μου αυτές, ίσως το δάχτυλό του που έπαιρνε χωρίς έλεος το κωλαράκι μου, ίσως το σκαμπίλισμα, ίσως ότι ήταν ο θείος Γιώργος. Έπεσα μπροστά κι εκείνος πάνω μου, άνοιξε το κωλαράκι μου, έβαλε τον πούτσο του ανάμεσα και άρχισε να χύνει πάνω μου, ενώ ένιωθα καυτή την ανάσα του στο σβέρκο μου.

Ο θείος Γιώργος έγινε ο εραστής μου, μαθαίνοντας μου πολλά νέα πράγματα, όχι μόνο στις Πασχαλινές διακοπές, αλλά και σε κάθε ευκαιρία, που βρέθηκε στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια. Ήταν ο πρώτος άντρας που κατέκτησε κάθε περιοχή του κορμιού μου, ο πρώτος στον οποίο παραδόθηκα χωρίς όρια, χωρίς αντιστάσεις, αυτός με τον οποίο όλα ξεκίνησαν στην ερωτική μου ζωή με το αντίθετο φύλο.




Copyright protected OW ref: 171687