Τάκης & θεία Αγνή - Ο Γάμος

Δημοσιεύθηκε από tsolias1
κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.43 (15 Votes)
Το 2014 και στα δεκαεπτά μου ήμουν ακόμη παρθένος και όπως είναι φυσικό η μαλακία πήγαινε σύννεφο. Ένα βράδυ Σαββάτου λοιπόν, καλοκαίρι του 2014, βρεθήκαμε οικογενειακώς στο γάμο του ξαδέρφου μου του στα Τρίκαλα. Μετά τη λήξη του μυστηρίου ακολούθησε τραπέζι σε κάποιο μαγαζί. Είχα καυλώσει τόσο πολύ με τη νύφη και τις MILFάρες με τα γκλάμουρ φορέματα που ήθελα σαν τρελός να μαλακιστώ κάτω από το τραπέζι. Ίσως και να το είχα κάνει αν δεν ερχόταν να κάτσει δίπλα μου η θεία Αγνή. Κοντά στα σαράντα, καστανόξανθα, μακριά μαλλιά, ψηλή και ζουμερή με πλούσιο ντεκολτέ και πανέμορφα, μεγάλα, καστανοπράσινα μάτια. Φορούσε μια σκούρα πράσινη, μακριά τουαλέτα με ένα μεγάλο σκίσιμο μπροστά.

- Τι κάνεις μωρό μου;

- Καλά είμαι θεία, εσύ;

- Μια χαρά!

- Ο θείος;

- Ταξίδι στη Γερμανία για δουλειά.

- Πάλι;

- Ναι, γύρισε Δευτέρα από Βέλγιο και χθες ξαναέφυγε. Εσύ πως είσαι;

- Καλά. Τελείωσα φέτος και θα σας έρθω επάνω τον Σεπτέμβρη.

- Ναι, μου το είπε η μάνα σου. Κάτι με ιατρική;

- Όχι ακριβώς. «Τεχνολογία Ιατρικών Οργάνων».

- Ωραία, πολύ ωραία!

Δεν μιλήσαμε για αρκετή ώρα. Θεέ μου πόσο ήθελα να ρίξω μια ματιά στα πόδια της αλλά φοβόμουν μη με δει. Από όταν ξεκίνησα να τον παίζω θυμάμαι τον εαυτό μου να το κάνω για εκείνη. Ο πούτσος μου χοροπηδούσε μέσα στο παντελόνι μου μα είχα φροντίσει να τον σκεπάσω με το τραπεζομάντηλο.

- Έχω πιει πολύ νομίζω… μου είπε και χαμογέλασε.

- Καλό είναι αυτό.

- Καλό για ποιον;

- Για εσένα θεία. Για ποιον άλλο;

Γελάσαμε και οι δυο.

- Έχεις κορίτσι;

Πάντα, όποτε με έβλεπε μου έκανε την ίδια ερώτηση.

- Όχι, δεν έχω.

- Γιατί βρε; Εσύ είσαι πολύ όμορφο αγόρι!

- Ε... λίγο τα διαβάσματα, λίγο η μπάλα... ξέρεις πως πάνε αυτά.

- Παίζεις ακόμη μπάλα;

- Παίζω ναι, στον Τοξότη (ομάδα στον Βόλο).

Πρέπει να έπαθα κάτι σαν κρίση πανικού όταν είδα το ζευγάρι των νεόνυμφων να πλησιάζουν το τραπέζι μας. Τσούγκριζαν τα ποτήρια τους και ευχαριστούσαν τον κόσμο που τους τιμούσαν με την παρουσία τους. Θα γινόμουν ρεζίλι των σκυλιών! Αν σηκωνόμουν σίγουρα η στύση μου δεν θα περνούσε απαρατήρητη.

- Είσαι καλά;

Δεν απάντησα.

- Είσαι καλά βρε; Τι έπαθες;

Στο ίδιο τραπέζι, λίγο πιο πέρα κάθονταν και οι δικοί μου. Έπρεπε να της μιλήσω γιατί πλησίαζαν. Πως να της το πω όμως; Ντρεπόμουν πολύ.

- Θεία έχω πρόβλημα.

- Τι είναι;

Τράβηξα το τραπεζομάντηλο και της έδειξα.

- Τι... τι είναι αυτό βρε;

Σοκαρίστηκε και αντέδρασε κάπως σπασμωδικά στην αρχή.

- Δε μπορώ να σηκωθώ.. δεν μπορώ να τους χαιρετήσω έτσι! Δεν ξέρω τι να κάνω... θα γίνω ξεφτίλα!

Κοίταξε την στύση μου πιο ήρεμη αυτή τη φορά. Ένιωσε τον πανικό μου και βρήκε μια λύση άμεσα.

- Θα σηκωθώ πρώτη και θα μείνω μπροστά σου όσο θα μιλάτε. Όλα θα πάνε καλά, ηρέμησε τώρα.

Και αυτό ακριβώς έγινε. Ευχήθηκε στους νεόνυμφους, βγήκε μερικές φωτογραφίες και με περίμενε. Το καυλί μου ακουμπούσε στον κώλο της όσο ευχόμουν στα παιδιά κι εκείνη δεν έκανε την παραμικρή κίνηση να αποφύγει την επαφή. Το αντίθετο θα έλεγα, ίσως και να την επιδίωκε. Και όχι, δεν ήταν η ιδέα μου. Κάτσαμε πάλι μόλις απομακρύνθηκαν και σκεπάστηκα πάλι με το τραπεζομάντηλο. Με κοίταξε και έσκασε στα γέλια.

- Είσαι χαζό;

- Κοίτα θεία... συγνώμη! Εγώ δεν..

Μαζεύτηκε λίγο κι έκανε να κλείσει λίγο το σκίσιμο με τα χέρια της.

- Δεν το πιστεύω!

Γέμισε το ποτήρι της μέχρι που ξεχείλισε και το ήπιε σχεδόν με τη μία. Είχα την εντύπωση πως θα σηκωθεί να φύγει, να πάει να κάτσει κάπου αλλού αλλά έμεινε.

- Είσαι εντάξει τώρα;

- Νομίζω καλύτερα.

- Εγώ φταίω;

- Ορίστε;

- Εγώ το έκανα αυτό;

- Όχι... όχι θεία.. έτυχε!

- Έτυχε;

- Ναι, δεν είναι τίποτα! Αλήθεια. Μην το πεις στη μαμά όμως, σε παρακαλώ!

- Χαζό είσαι βρε; Τι να της πω;

Τράβηξε κι εκείνη το τραπεζομάντηλο και σκέπασε τα πόδια της. Την κοίταξα κλεφτά και είδα πως χαμογελούσε.

- Φαντάσου να σηκωνόσουν σε αυτή την κατάσταση! Και οι φωτογραφίες;... οι φωτογραφίες;

Έσκασε στα γέλια και ξαναγέμισε το ποτήρι της. Το τραπέζι μας είχε αδειάσει σχεδόν καθώς οι περισσότεροι είχαν σηκωθεί και χόρευαν.

- Αισθάνομαι άσχημα τώρα.

- Θεία δε φταις εσύ... αλήθεια!

- Όχι ε; Κρίμα!

Σταύρωσε τα πόδια της σε ένα αρκετά αποκαλυπτικό σταυροπόδι και ήπιε λίγο από το ποτήρι της. Έπειτα έστριψε προς το μέρος μου και με κοίταξε.

- Κοίτα, μη ντρέπεσαι.

- Τι... τι να κοιτάξω;

- Ξέρεις εσύ.

Έλυσε το σταυροπόδι της και έπιασε το κινητό της.

- Εγώ θα ασχοληθώ με το κινητό μου.

Είχε ανοίξει τα μπούτια της και φαινόταν το κιλοτάκι της. Ένα μικροσκοπικό, μαύρο κιλοτάκι με μωβ λεπτομέρειες. Νομίζω πως με κοιτούσε πάνω από το κινητό της αλλά δε με ένοιαζε. Δε μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από αυτό το θέαμα. Ο πούτσος μου άρχισε να πάλλεται ανεξέλεγκτα κάτω από το τραπεζομάντηλο. Εκείνη σήκωσε το ένα της πόδι και με μια επιδέξια κίνηση παραμέρισε το ύφασμα από πάνω μου. Εγώ είχα κολλήσει εκεί, ανάμεσα στα μπούτια της, σαν χαμένος.

- Τάκη μου... Τάκη μου, κοίτα με λίγο... εδώ στα μάτια!

Σήκωσα το βλέμμα μου και έκανα ότι μου είπε. Με κοιτούσε αυστηρά και μαμαδίστικα.

- Έτυχε ε;

- Δεν ξέρω τι έπαθα ρε θεία... συγνώμη!

Έκλεισε τα πόδια της και κοίταξε για λίγο πέρα στην πίστα όπου το κέφι είχε ανάψει για τα καλά.

- Αλήθειες τώρα. Το έχεις ξαναπάθει αυτό με μένα;

- Πολλές φορές.

- Και; τι κάνεις μετά;

Δεν απάντησα. Οι παλμοί μου πρέπει να είχαν φτάσει διακόσιοι.

- Κανείς αυτό που νομίζω μετά;

Έσφιξε την χούφτα της και την κούνησε για να καταλάβω. Κοκκίνισα, ένιωσα τα αυτιά μου να καίνε. Γέμισα το ποτήρι μου κρασί και το κατέβασα μονομιάς.

- Πότε το έκανες τελευταία φορά;

- Τι;

Έκανα πάλι πως δεν κατάλαβα. Κούνησε πάλι διακριτικά την χούφτα της και χαμογέλασε.

- Πριν τρεις - τέσσερις ώρες, στο μπάνιο.

- Τρεις ώρες;

Έκανε αέρα με τα χέρια της και κατέβασε άλλο ένα ποτήρι κρασί.

- Πως;

- Μπήκα στο προφίλ σου στο Facebook και... το έκανα με τις φωτογραφίες που ανέβασες προχθές από το Κρεβάτι.

- Είχες το κινητό σου μαζί και αντί να μπεις σε κανένα Site Porno, το έκανες με φωτογραφίες μου;

- Ναι θεία... ξέρεις... δε θα το ξανακάνω στο υπόσχομαι.

- Πρώτη φορά; Θυμάσαι πότε το έκανες;

- Το καλοκαίρι στον Αη Γιάννη. Ήταν η πρώτη φορά που το έκανα γενικά. Μέσα στη θάλασσα.

- Ορίστε; Αυνανίστηκες μέσα στη θάλασσα;

- Ναι, εσύ ήσουν ξαπλωμένη στην ξαπλώστρα με τη μαμά και το θείο.

- Και βρήκες ευκαιρία ε; Πόσο ήσουν.. δεκατρία;

- Δεκατέσσερα.

Γέμισε τα ποτήρια μας και τσούγκρισε το δικό μου πριν το καταπιεί μονομιάς.

- Τι θα κανείς τώρα με αυτό;

Έριξε για λίγο το βλέμμα της στη στύση μου η οποία παρέμενε ακμαία.

- Τίποτα, τι να κάνω εδώ;

- Ότι έκανες στη θάλασσα.

- Τι... εδώ; Τώρα;

- Δεν ξέρω, αν μπορείς να το κανείς διακριτικά κάνε το. Εσύ ξέρεις.

- Κι εσύ;

- Τι «εγώ»;

- Τι θα κανείς;

- Τίποτα. Εκτός αν θέλεις εσύ κάτι. Θέλεις;

- Μπορείς να κανείς αυτό που έκανες πριν;

- Θέλεις να βλέπεις το βρακάκι μου;

Έγνεψα καταφατικά.

- Δεν είναι πρόβλημα αυτό.

Γύρισε πάλι προς το μέρος μου και άνοιξε λίγο τα πόδια της.

Νόμισα πως θα έχυνα πριν προλάβω να τον ακουμπήσω.

- Καλά είμαι έτσι;

Δεν απάντησα.

Έριξα πάλι το τραπεζομάντηλο επάνω μου, κατέβασα το φερμουάρ μου και τον έβγαλα έξω.

- Είπαμε έτσι; Διακριτικά.

Παρατήρησα ένα χαμόγελο ικανοποίησης στο πρόσωπό της που με έκανε να αναθαρρήσω. Ξεκίνησα σιγά-σιγά με τα μάτια μου καρφωμένα ανάμεσα στα μπούτια της. Εκείνη έπιασε το κινητό της και μέχρι να λάβω μήνυμα στο δικό μου νόμιζα πως το έκανε απλά από αμηχανία.

«Να δω λίγο;» μου έγραψε.

Τράβηξα λίγο το ύφασμα από επάνω μου και της τον έδειξα.

- Ο Χριστός κι η Παναγία!

Σηκώθηκε, διέσχισε όλο το τραπέζι κι επέστρεψε με ένα γεμάτο μπουκάλι κρασί. Έκατσε και γέμισε το ποτήρι της μέχρι που ξεχείλισε. Εγώ σκεπάστηκα πάλι και συνέχισα περιμένοντας να ανοίξει, έστω και λίγο τα πόδια της.

- Το ξέρεις ότι είναι μεγάλος έτσι; Πολύ ΜΕΓΑΛΟΣ.

- Το ξέρω. Κάνουμε και πλάκα με τα παιδιά στα αποδυτήρια.

Σηκώθηκε, πήρε την σαλατιέρα και σέρβιρε λίγη σαλάτα στα πιάτα μας.

- Σκάω... πολλή ζέστη!

Κοίταξε το τραπεζομάντηλο που κουνιόταν ακολουθώντας την κίνηση του χεριού μου.

- Τι σκέφτεσαι συνήθως όταν το κανείς;

- Τι;

- Θέλω να πω... φαντάζεσαι ότι μου κανείς κάτι ή απλά το κανείς;

- Φαντάζομαι διάφορα αλλά κυρίως ότι σε γλείφω... παντού.

Ήπιε λίγο ακόμη κρασί, έριξε μια ματιά δεξιά κι αριστερά και άνοιξε πάλι τα πόδια της.

- Έχεις κάνει έρωτα με κορίτσι;

- Όχι, δεν έχω κάνει.

- Ένα έχω μα σου πω... θα τρελάνεις πολλά κορίτσια με αυτό το πράγμα εκεί κάτω.

Ασυναίσθητα έφερε το χέρι της στο μουνί της και σαν να την χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα το απομάκρυνε αμέσως. Κατάλαβε πως θα τελείωνα από τις γρήγορες κινήσεις του χεριού μου και άνοιξε κι άλλο τα πόδια της.

- Τελειώνεις αγάπη μου;

Τύλιξα το ύφασμα σφιχτά πάνω στον πούτσο μου και τελείωσα. Λίγες στιγμές αργότερα εκείνη ανασηκώθηκε, έφτιαξε λίγο το φόρεμά της και έκατσε κανονικά στη θέση της. Εγώ έτρεμα. Περισσότερο από κάθε άλλη φορά.

- Είσαι εντάξει;

Είπε και μου έδωσε μερικές χαρτοπετσέτες. Τις πήρα, σκούπισα τον πούτσο μου και τις πέταξα κάτω από το τραπέζι. Δε μπορούσα να μιλήσω ακόμη. Τον έβαλα μέσα και έκλεισα το φερμουάρ. Εκείνη έσπρωξε το ύφασμα μακριά μου για να μη λερώσω το κουστούμι μου με τα χύσια μου. Με ρώτησε πάλι:

- Είσαι εντάξει;

- Ναι... ευχαριστώ!

Με το ζόρι βγήκε η φωνή μου. Μείναμε σιωπηλοί για αρκετή ώρα χαζεύοντας στην πίστα. Από το μαγαζί φύγαμε με τους τελευταίους και ενώ είχε ήδη ξημερώσει.

Φυσικά υπάρχει και συνέχεια.

Ευχαριστώ για την ανάγνωση και ελπίζω να σας άρεσε.




Copyright protected OW ref: 170729