Η πεθερά μου: Ημέρα γεμάτη ηδονές

Δημοσιεύθηκε από sakstel
κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.70 (10 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Η πεθερά μου: Nύχτα πάθους

Πρέπει να κοιμήθηκα αμέσως, πολύ βαθιά. Κάποια στιγμή ξύπνησα με μια ιδιαίτερη αίσθηση. Ένιωθα ένα παράξενο χάδι, ψηλά στα πόδια μου, ανάμεσα στα μπούτια. Μισάνοιξα τα μάτια και τεντώθηκα, δήθεν μέσα στον ύπνο. Άρχισα να καταλαβαίνω τι συνέβαινε. Προσεκτικά, απαλά, με τα δάχτυλα της η πεθερά μου έπαιζε ανάμεσα στους μηρούς μου.

Τα έμπειρα χέρια της πλησίαζαν αργά-αργά προς το κέντρο του ενδιαφέροντος της, τον ήδη μισοσηκωμένο μου πούτσο. Τον χούφτωσε απαλά και σταθερά ταυτόχρονα από τη βάση και γλίστρησε προς τα κάτω το κεφάλι της, αφήνοντας έναν ανεπαίσθητο αναστεναγμό. Είχα πια πλήρη αντίληψη της κατάστασης όμως συνέχισα να προσποιούμαι τον κοιμισμένο σίγουρος πως αυτό την ερέθιζε πιο πολύ. Ένιωσα την ανάσα της καυτή και αυτόματα το καυλί μου ορθώθηκε κι άλλο. Πλησίασε κι άλλο μέχρι που τα χείλη της του έδωσαν ένα φιλί και απαλά, ζεστά άρχισαν να τον βυζαίνουν. Αμέσως μετά ανέλαβε η καυλιάρα της γλώσσα να τον τυλίξει, να τον υγράνει, να τον κάνει πιο μεγάλο από πριν. Οι ζεστές βυζάρες της τρίβονταν πάνω στο δεξί μου πόδι κι οι ρώγες σκλήραιναν. Έτσι δήθεν ασυναίσθητα άπλωσα το χέρι μου στην πλάτη της, κατηφόρισα αποφασιστικά προς τη μέση της ώσπου έφτασα στο χώρισμα του κώλου της. Αυτή τεντώθηκε λίγο κι εγώ συνέχισα ανοίγοντας τα κωλομέρια με τα δάχτυλα σταθερά σαν να έψαχνα κάτι. Το βρήκα τελικά και έσπρωξα εύκολα ένα δάχτυλο μέσα στην πίσω τρύπα της. Βόγκηξε λίγο ναζιάρικα, όμως τούρλωσε την κωλάρα της για να μπει καλύτερα και ανέβασε ρυθμό στο τσιμπούκι της.

Έχωσα τότε και δεύτερο δάχτυλο και συντονιστήκαμε καθώς της γαμούσα το στόμα με την πούτσα και τον κώλο με τα δάχτυλα. Έτσι στα σιωπηλά, χωρίς κουβέντες, μόνο αναστεναγμοί και βογγητά. Ήταν υπέροχο πρωινό ξύπνημα και πολύ σύντομα μην αντέχοντας άλλο την έχυσα γλυκά και ήρεμα πάλι στο στοματάκι της.

- Μ… τι ωραία κρεμούλα, φρέσκια μωρό μου…

μουρμούρισε καθώς έγλειφε τα χείλη της με τα ψωλοχύματα μου.

- Με στέγνωσες πρωί-πρωί πεθερούλα μου, αλλά χαλάλι σου. Έχω πολλά για σένα ακόμα.

- Όλα θα στα πάρω αγάπη μου, όλα! Φτάνει μόνο να με δροσίζεις τακτικά! Σου άρεσε το αποχαιρετιστήριο δώρο μου;

- Ήταν τέλειο! Είδες με τα μάτια σου πώς ανταποκρίθηκα. Όμως πρέπει κάποια στιγμή να φύγω.

- Το ξέρω χαρά μου. Σ’ ευχαριστώ για τις όμορφες στιγμές. Πάω, να σε αφήσω να ετοιμαστείς.

Σηκώθηκα κι άρχισα να ετοιμάζομαι. Καθώς φορούσα το τζιν κάτι φούσκωνε στην τσέπη. Ήταν η κιλότα που είχα κρατήσει λάφυρο από την αποθήκη. Χαμογέλασα, την έσπρωξα πιο μέσα και ντυμένος πια πήγα στην κουζίνα για να φύγω. Η κυρά Βούλα με περίμενε φορώντας ένα άσπρο, μακρύ, μεταξωτό νυχτικό, ανοιχτό μπροστά, έτσι που αχνοφαινόταν η τούφα από την παχουλή της μουνάρα. Χαμογελάσαμε κι οι δυο και κατευθύνθηκα στο αυτοκίνητο για να φορτώσω. Έβαλα μέσα τα πράγματα, πήρα και το λάδι επιτέλους από την αποθήκη κι ήμουν έτοιμος. Μπήκα στο αμάξι κι η πεθερά ήρθε κοντά μου.

- Στο καλό αγόρι μου, είπε κι έσκυψε να μου δώσει ένα πεταχτό φιλί στο στόμα.

Ευτυχώς το σπίτι ήταν σχετικά απομακρυσμένο κι ο μαντρότοιχος ψηλός. Είμαστε μακριά από αδιάκριτα βλέμματα. Μισάνοιξε το νυχτικό κι αστραπιαία άπλωσα το χέρι πιάνοντας το μουνί της. Έβαλα δυο δάχτυλα απότομα μέσα και τα ένιωσα να καίνε και να μουσκεύουν. Είχε χύσει πάλι η καυλιάρα. Την τράβηξα από το μουνί πιο κοντά μου.

- Ο γαμιάς σου είμαι , μην το ξεχνάς, της ψιθύρισα. Θα το ξανακάνουμε.

- Αμήν!

- Γεια σου καύλα μου!

Τελικά με κόπο, μετά από τόση ένταση κατάφερα να ξεκινήσω για τον δρόμο της επιστροφής. Οδηγούσα ήρεμα προσπαθώντας να βάλω σε μια σειρά τις σκέψεις μου. Όλα χόρευαν μέσα στο κεφάλι μου. Ήταν όλα τόσο τρελά, τόσο παράλογα και τόσο καυλωτικά. Το κυριότερο, ήρθαν εντελώς ξαφνικά. Πάντα μου άρεσε η πεθερά μου όμως ποτέ δεν την είχα σκεφτεί ερωτικά. Ούτε κι οι μεγαλύτερες γυναίκες με τρέλαιναν όσο άλλους. Η Καίτη ήταν όμορφη και στο κρεβάτι αρκετά καλή, χωρίς ακρότητες αλλά όχι κι εντελώς συνεσταλμένη. Δε μου έλειπε κάτι. Σίγουρα ήταν μια παρόρμηση της στιγμής, μια αδυναμία της σάρκας, που θα την ξεπερνούσα μόλις έφτανα στην Αθήνα. Έτσι νόμιζα. Κι όμως όσο τρελό κι αν ακούγεται ένιωθα μια ακατανίκητη έλξη για το ώριμο κορμί της πεθεράς μου. Πώς θ’ αντίκριζα την Καίτη; Αν το μάθαινε ποτέ θα με σκότωνε. Πάμε πάλι λοιπόν. Ξεχνάμε ό,τι έγινε και συνεχίζουμε σαν να μην τρέχει τίποτα. Μια δόση τελευταία μόνο να πάρω. Έφερα τα δάχτυλα μου στη μύτη, πήρα μια δόση από τη μουνίλα της και τρελάθηκα αμέσως. Πυροδοτήθηκα! Να οι εικόνες από όλα τα χτεσινά να χορεύουν, να το κορμί μου που άρχισε να μουδιάζει στη σκέψη της. Αυτή η δοτικότητα της, ένα ηφαίστειο που κοιμόταν και τώρα έσκαγε για μένα, γεμίζοντας με χυμούς ηδονής.

Αύξησα ταχύτητα, προσπαθώντας να συγκεντρωθώ το ταξίδι, ήταν κι ο δρόμος άδειος, Κυριακή πρωί, αλλά και πάλι τίποτα. Αδύνατον! Δε γινόταν να ηρεμήσω. Άρχισα να ψάχνω για πάρκινγκ. Στο πρώτο που βρήκα έκανα δεξιά, έσβησα τη μηχανή, τράβηξα το κιλοτάκι της από την τσέπη, έβγαλα το πρησμένο καυλί μου έξω και με τ' άλλο χέρι έπιασα το τηλέφωνο. Το σήκωσε με την πρώτη.

- Αγόρι μου, είσαι καλά;

- Τι μου έχεις κάνει καυλιάρα γυναίκα και δε βρίσκω ησυχία;

- Ούτε εγώ μωρό μου. Από την ώρα που έφυγες είμαι ακόμα στο κρεβάτι. Δεν θέλω να κάνω τίποτα. Τρίβομαι συνέχεια, χαϊδεύομαι ολόκληρη, μυρίζω τα σεντόνια από τα γαμήσια μας. Όμως εσύ πού είσαι; Δεν πιστεύω να οδηγείς τώρα;

- Έχω κάνει στην άκρη του δρόμου. Δε βρίσκω ησυχία από την καύλα. Κρατάω την κιλότα σου στα χέρια μου και τον παίζω για σένα.

- Πρόστυχε άντρα! Την πήρες τελικά;… μισογέλασε καυλιάρικα. Την τρίβεις πάνω στην πούτσα σου τώρα;

- Ναι, την τρίβω και το καυλί μου έχει πάρει φωτιά. Με το ένα χέρι τον παίζω και με το άλλο γλείφω τα δάχτυλά μου με τη γεύση της μουνάρας σου. Υπέροχη γεύση!

- Μη μου λες τέτοια κι έχει πάρει φωτιά η μουνάρα μου τώρα! Την παίζω τη μαλακισμένη από όταν έφυγες. Δε μπορώ να ησυχάσω. Με πονάει από την καύλα.

- Θέλω να στη γαμήσω πάλι και πάλι!

- Δικιά σου είναι αγόρι μου. Δικιά σου! Ό,τι θέλεις κάν' τη. Γάμησε την τη στερημένη να ηρεμήσει. Περίμενε λίγο, έχω μια ιδέα. Περίμενε, μην κλείσεις.

- Τι ιδέα έχεις καύλα μου; Τι θα κάνεις;

- Περίμενε καλέ, λίγο. Θα σου τα πω όλα. Μισό λεπτάκι να διαλέξω.

- Τι διαλέγεις πουτάνα μου; Βρακάκι πρόστυχο; Τι;

- Ωπ! Αυτό είναι! Αυτό! Αυτό είναι αντί για σένα αφού λείπεις τώρα. Πήρα ένα αγγούρι χοντρό σαν τον πούτσο σου από την κουζίνα και ήρθα πάλι στο κρεβάτι. Έχω ξαπλώσει με τα πόδια ανοιχτά και σε περιμένω. Μ' αυτό θα με γαμήσεις. Θες;

- Αν θέλω λέει! Άνοιξε τις μπουτάρες σου να το βάλεις ανάμεσα.

- Αχ, είναι δροσερό! Κάτσε να το τσιμπουκώσω πρώτα να το ζεστάνω.

- Έτσι! Τρίψε το λίγο και στις βυζάρες σου να ζεσταθεί κι άλλο και μετά ακούμπησε το στα μουνόχειλα σου.

- Μ… σκέτη καύλα είναι. Και για τσιμπούκι και για ισπανική, τέλειο. Ο γαμιάς μου είναι. Αχ! Τι γαμιάς είσαι εσύ! Γάμα με τώρα δεν αντέχω άλλο!

- Ναι! Χωσ' το μέσα καργιόλα μου! Γαμήσου μ' αυτό πουτάνα μου! Έτσι! Ο πούτσος μου σε γαμάει.

- Ναι, σε νιώθω καργιόλη γαμπρέ μου. Γάμα με την πουτάνα την πεθερά, μη με λυπάσαι. Σκίσε με! Είμαι μια ξεφτιλισμένη! Κάνε με ό,τι θες.

- Σε σκίζω παλιοσκρόφα! Σε σκίζω! Η πόρνη μου είσαι! Θα χύσω ξανά!

- Κι εγώ θα χύσω άντρα μου! Χύνω πάνω στην πούτσα σου την καυλωμένη! Χύνω η πόρνη σου! Α…

- Χύνω, χύνω καύλα μου! Στη χύνω την κιλότα σου την όμορφη.

- Έτσι, έτσι χύσ' τη παλιοπούστη! Χύσ' τη εσύ βαρβάτε άντρα μου και θα στα γλείψω όλα τα ψωλοχύματα. Όλα!

- Τρέλα μου! Αρρώστια μου! Μ’ έλιωσες.

- Πάθος μου! Χαρά μου! Τι τρελή μ’ έκανες!

- Πρέπει να κλείσω να σκουπιστώ. Χάλια έγινα.

- Δε σ’ άρεσε αγόρι μου;

- Με τρέλανε.

- Κι εμένα.

Άνοιξα τα παράθυρα όλα. Κατάλαβα ότι κάποιος φορτηγατζής που είχε παρκάρει δίπλα μου, μ’ έβλεπε τόση ώρα αλλά δε μ’ ενδιέφερε καθόλου. Τίποτα δε μ’ απασχολούσε. Μόλις είχα τραβήξει μαλακία στο εσώρουχο της πεθεράς μου κι ένιωθα υπέροχα. Σκούπισα με την κιλότα της τα χύσια από τον πούτσο μου καλά-καλά και την έκρυψα σ' ένα σακουλάκι στο ντουλαπάκι του συνοδηγού. Κουμπώνοντας το παντελόνι μου είχα μια ιδέα. Είχα πολλές ιδέες ξαφνικά. Το μυαλό μου φαινόταν πως είχε καθαρίσει. Όλα μου φαίνονταν εύκολα πια. Ένας ήταν ο στόχος. Να απελευθερώσω όλη την πουτάνα που έκρυβε μέσα της. Να τη φτάσω στα όρια της. Έβαλα μπρος, άνοιξα το ραδιόφωνο, άναψα αριστερό φλας, ανοιχτά τα παράθυρα και ξαναβγήκα στην εθνική οδό.

Έφτασα Αθήνα το μεσημεράκι, κομμάτια, όπως ήταν φυσικό. Ευτυχώς που υπήρχε η χτεσινοβραδινή δικαιολογία για το στομάχι μου και μπορούσα να καλυφθώ λίγο ακόμα. Η Καίτη με περίμενε μες στην καλή χαρά, ντυμένη ανάλαφρα, με την πρόφαση όμως του στομαχόπονου αποσύρθηκα διακριτικά. Από την κούραση ούτε που πεινούσα. Έφαγα με το ζόρι στην κουζίνα μόνο ένα τοστ και μιλήσαμε για τα τυπικά λίγο. Πρέπει να έδειχνα πολύ χάλια, γιατί η ίδια μ’ έστειλε στο κρεβάτι. Γδύθηκα μηχανικά και ξάπλωσα εξαντλημένος, ξερός.

Σηκώθηκα αργά το απόγευμα. Έπρεπε να συντονιστώ επιτέλους, να προσαρμοστώ στην πραγματικότητα. Ήμουν σπίτι μου κι η όμορφη, νεαρή γυναίκα μου με περίμενε όλο χαρά. Από την κουζίνα έρχονταν μια όμορφη μυρωδιά ψητού. Τότε θυμήθηκα ότι πεινούσα. Η Καίτη με κατάλαβε καθώς προχωρούσα στο διάδρομο. "Σου ετοιμάζω κάτι για να συνέλθεις…" την άκουσα όλο γλύκα. Την ευχαρίστησα και πήγα να κάνω ένα μπάνιο πρώτα. Ξυρίστηκα, ντύθηκα και ανανεωμένος πια βγήκα στη βεράντα μας. Είχε αρχίσει να νυχτώνει έξω. Στο τραπέζι με περίμενε μια πιατέλα με κρέατα μοσχομυριστά και τυράκια διάφορα. Άκουσα τα βήματα της γυναίκας μου να πλησιάζουν. Ερχόταν με τα μπεζ ψηλοτάκουνα κι ήταν πανέμορφη στ’ αλήθεια. Τόσο όμορφη που με έκανε να αισθάνομαι ακόμα περισσότερο μαλάκας για τα χθεσινά. Φορούσε ένα μπλουζάκι με λεπτές τιράντες, λευκό, ημιδιάφανο, χωρίς σουτιέν, με τις ρώγες να διαγράφονται ολοκάθαρα στο φως της λάμπας. Από κάτω τη μίνι τζιν φούστα που ήξερε ότι λάτρευα και στη μέση μια μαύρη, φαρδιά ζώνη. Τα πόδια της σφιχτά, όμορφα, καλοσχηματισμένα. Ελαφρύ μακιγιάζ και τα μαλλιά λυτά.

Αρχίσαμε να μιλάμε πρώτα για το στομάχι μου, τους πόνους και το πόσο υπέφερα. Μου είπε πόσο πολύ θα ήθελε να είναι εκεί να με φροντίσει κι ότι έλπιζε η μαμά της να με είχε περιποιηθεί καλά. Της είπα ότι καλύτερα δε γινόταν, έχοντας εικόνες από το άγριο σκηνικό που είχα ζήσει στο μυαλό μου. Τέλος πάντων τη διαβεβαίωσα ότι πια ήμουν μια χαρά και ξεκινήσαμε να τρώμε. Η κουβέντα μας συνεχίστηκε για το χωριό και το ταξίδι μου. Ήταν γλυκύτατη η συμπεριφορά της λες και το έκανε επίτηδες για να μου δημιουργήσει περισσότερες τύψεις. Εγώ είχα μια επιφυλακτική στάση πιο πολύ από το φόβο μην πω κάτι που θα την έκανε να υποψιαστεί ή μην κάνω καμιά γκάφα. Κάποια στιγμή μου είπε ότι θα έβαζε λίγο παγωμένο, λευκό κρασί και με ρώτησε αν ήθελα κι εγώ. Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου κι έφυγε για να επιστρέψει με το μπουκάλι και δυο ποτήρια, τα οποία γέμισε αμέσως. Ήρθε πιο κοντά μου, τσουγκρίσαμε τα ποτήρια, ρούφηξε μια μεγάλη γουλιά και κατάλαβα ότι κάτι σοβαρό ήθελε να μου πει.

- Ξέρεις, μωρό μου, χθες που έλειπες μου έλειψες πολύ.

- Κι εμένα αγάπη μου.

- Ναι όμως δε θέλω να έχω μυστικά από σένα. Έτσι δεν έχουμε πει;

- Φυσικά καρδιά μου, αλλά δεν καταλαβαίνω τι εννοείς.

Τώρα ήπια εγώ μια μεγάλη γουλιά από την αμηχανία μου. Πού την πήγαινε την κουβέντα;

- Να, έγινε κάτι χτες και θέλω να στο πω, να στο εξομολογηθώ αν θες, αλλά δε θέλω να με παρεξηγήσεις, άρχισε και έτριψε τη γάμπα της στο πόδι μου.

- Εννοείται αγάπη μου, σε ακούω.

Τα ποτήρια μας είχαν αδειάσει και τα ξαναγέμισα κατευθείαν.

- Να… χτες το απόγευμα, όπως σου είπα μου έλειπες και σε περίμενα να έρθεις. Είχα ντυθεί όπως με βλέπεις τώρα, επειδή ξέρω ότι σου αρέσουν, για να σε υποδεχθώ. Μίλησα με τη Ντίνα τη φίλη μας και κανόνισα να πάμε στο Mall για να χαζέψουμε λίγο στις βιτρίνες και μετά για έναν καφέ μέχρι να επιστρέψεις κι εσύ. Πράγματι μετά από λίγο χαζολόγημα καθίσαμε σε κάποιο καφέ να ξεκουραστούμε και να τα πούμε με την ησυχία μας. Εκεί συνέβη!

- Τι συνέβη παιδί μου;

- Ε να, είχε διάφορο κόσμο όπως πάντα, αλλά το ενδιαφέρον ήταν στο απέναντι τραπέζι όπου κάθονταν δυο νεαροί. Ωραία παιδιά, γύρω στα 25, μοντέρνα στην εμφάνιση, γοητευτικά σίγουρα. Από τη στιγμή που καθίσαμε μας κοιτούσαν και μας χαμογελούσαν. Μπορώ να σου πω ότι μας την έπεφταν. Πολύ διακριτικά, με τα μάτια βέβαια μόνο, αλλά ξέρεις, έκανε μπαμ.

Ένα τσίμπημα ζήλιας με τίναξε ασυναίσθητα. Δαγκώθηκα και προσπάθησα να το παίξω άνετος.

- Ωπ, τι έγινε Καιτούλα γουστάραμε;

- Μη λες χαζά, αλλά σίγουρα κολακεύτηκα αγάπη μου. Ένιωσα για λίγο κι εγώ ότι μετράω ακόμα στους αγνώστους και μάλιστα τους πιτσιρικάδες. Η Ντίνα με σκουντούσε κι όλο μου ψιθύριζε διάφορα πρόστυχα.

Μάλιστα! Η Ντίνα, προσφάτως χωρισμένη που δεν άφηνε τίποτε να πέσει κάτω ήταν έτοιμη να παρασύρει τη γυναίκα μου. Μια χαρά θα γούσταρε να τους έπαιρναν μαζί τους πιτσιρικάδες. Ή λες να τους πήραν κι αυτό προσπαθεί να μου πει τόση ώρα; Ξανά το τσίμπημα της ζήλειας. Παράλογο εντελώς, αν σκεφτείς τι έκανα την ίδια ώρα εγώ και με ποιόν; Με τη μάνα της!

- Τι να σου πω, γυναίκα είμαι, με ανέβαζε το ενδιαφέρον των αγοριών και… ξέρεις... μούσκεψα από κάτω. Να έτσι πιάσε να δεις.

Έχει κολλήσει πάνω μου κι αυτόματα το χέρι μου κατευθύνεται εκεί. Καταλαβαίνω ότι είναι χωρίς εσώρουχο και το μουνάκι της υγρό και φρεσκοξυρισμένο.

- Στο ετοίμασα την ώρα που κοιμόσουν, μου ψιθυρίζει στο αυτί.

"Λες να ξενογαμήθηκε;…" σκέφτομαι αλλά διστάζω φυσικά να τη ρωτήσω. Δεν έχω δικαίωμα, λέω από μέσα μου.

- Και μετά; Τι έγινε μετά; ρωτάω αμήχανος εντελώς.

- Φυσικά δεν ήμουν έτσι χωρίς βρακάκι εκεί. Φορούσα ένα ροζ στρινγκ. Κάποια στιγμή κι ενώ ένα γλυκό μούδιασμα με είχε πιάσει, μη με παρεξηγείς, τα δικά μας γαμήσια ονειρευόμουν, σηκώθηκα να πάω τουαλέτα. Η Ντίνα θα πλήρωνε για να φύγουμε. Σε περίμενα ξαναμμένη όπως κατάλαβες. Κλείδωσα από μέσα και δε μπόρεσα να αντισταθώ, χαϊδεύτηκα λίγο. Η γλύκα κι η προσμονή της πούτσας σου με είχαν πλημμυρίσει. Τρέμανε τα γόνατά μου από την καύλα. Βγαίνοντας βλέπω τον έναν νεαρό να πλένει τα χέρια του και χαμογελαστός να μου λέει:

- Πολύ σου ταιριάζει το ροζ χρώμα. Τυχερός αυτός που σε απολαμβάνει. Πρέπει να κοκκίνισα πολύ, δεν ήξερα τι να του απαντήσω. Κατάλαβα ότι σε κάποιο σταύρωμα των ποδιών είχε πάρει μάτι το χρώμα από το βρακάκι μου. Ψέλλισα ένα «ευχαριστώ» και βγήκα από τις τουαλέτες με μάγουλα να καίνε και μουνί χυμένο. Και δεν έφτανε αυτό… αλλά την ώρα που περνούσα από το τραπέζι τους "τι μούναρος είσαι εσύ, για τρελά γαμήσια" άκουσα τον άλλον να μου λέει. Όταν ήρθα σπίτι η ώρα είχε περάσει και να σου πω την αλήθεια περίμενα να σε βρω εδώ. Έλεγα πως θα μου κάνεις έκπληξη. Και τη στιγμή που με πήρες να μου πεις πως δε θα έρθεις απογοητεύτηκα πολύ. Κρίμα τα όνειρα για τα τρελά γαμήσια που έκανα. Οι καύλες μου όμως με είχαν κυριεύσει. Πήγα τρέχοντας σχεδόν στο κομοδίνο της κρεβατοκάμαρας και πήρα το δονητή μου. Ναι, εγώ που γκρίνιαζα και σου φώναζα ότι μόνο τον πούτσο σου θέλω. Ναι, μη με κοιτάς, αυτόν που σου είχα κάνει φασαρία πως δεν ήθελα να μου τον πάρεις, ούτε να μου τον βάζεις, ναι αυτόν. Τον βρήκα μετά από αρκετό ψάξιμο κι αναστάτωση. Ήμουν μόνη μου όμως κι ήθελα να περάσω καλά. Ξάπλωσα στο κρεβάτι τον χούφτωσα καλά-καλά και πρώτα του έκανα ένα καλό τσιμπούκι. Είχα θυμώσει με σένα που δεν ήρθες και φανταζόμουν πως ήταν ο πούτσος του πιτσιρικά αυτός που ήταν έτοιμος να με πηδήσει. Έβαλα το εργαλείο σε λειτουργία. Έτσι σκληρός και χοντρός θα ήταν ο πούτσος του και θα έτρεμε. Άνοιξα τέρμα τα πόδια μου, τον έπαιξα λίγο στην κοιλιά μου και μετά τον γλίστρησα προς τα κάτω, εκεί που χθες το είχα φρεσκοξυρίσει για να σου το δώσω. Τον πίεσα πάνω στην κλειτορίδα και τα μουνόχειλα. Το είχα ζαλίσει το μουνάκι μου. Μετά γαμήθηκα. Τον έβαλα επιτέλους μέσα κι άρχισα να γαμιέμαι με λύσσα. Δεν ήμουν εγώ πια η Καίτη η καλή νοικοκυρά. Ήμουν μια τσούλα που γαμιόταν τρελά και άγρια με τον πιτσιρικά. Έτσι τον φώναζα τον δονητή. "Γάμα με πιτσιρικά, γάμα με αβέρτα. Λιώσε με, μη με λυπάσαι, είμαι μια ψωλού παντρεμένη. Θέλω το καυλί σου. Το θέλω μέσα μου, βαθιά. Στη μήτρα. Εκεί βάλτο μου". Τον έβαλα από όλες τις μεριές και σε όλες τις στάσεις. Χτυπιόμουν παραζαλισμένη πάνω στο κρεβάτι. Ούρλιαζα και τιναζόμουν από την καύλα. Δεν ξέρω κι εγώ πόσες φορές έχυσα. Στο τέλος, εξαντλημένη, ιδρωμένη, διαλυμένη κυριολεκτικά, αλλά χορτάτη από γαμήσι πια, άρχισα να βρίσκω την ανάσα μου, να επανέρχομαι στα λογικά μου. Μου πήρε πολλή ώρα να συνέρθω. Είχε στεγνώσει το στόμα μου, το κορμί μου. Σέρνοντας σχεδόν πήγα στο μπάνιο.

Όλη την ώρα που μιλούσε το μυαλό μου είχε πάρει φωτιά, το μπουκάλι με το κρασί το είχαμε αδειάσει ενώ ένιωθα ταυτόχρονα την ψωλή μου απαιτητική να σκληραίνει. Η ζήλια είχε δώσει τη θέση της στην καύλα, φανταζόμουν ότι την έπαιρνα μάτι όλη τη σκηνή και φανταζόμουν κι άλλα. Ταυτόχρονα είχε κολλήσει σχεδόν πάνω μου με την ανάσα της καυτή, τη φωνή βραχνή και το κορμί της να τρέμει. Έγειρε μου έδωσε ένα γλωσσόφιλο βαθύ, υγρό, σαν τσιμπούκι απολαυστικό.

- Ξέρω θα με νομίζεις για πουτάνα αλλά ούτε που με νοιάζει. Πέρασα πολύ όμορφα και τώρα που στα λέω και τα θυμάμαι καυλώνω πάλι και μουσκεύω. Κι απ’ ότι πιάνω κι ο πούτσος μου έχει καυλώσει κι αυτός. Έτσι δεν είναι γαμιά μου εσύ αληθινέ; Θα μου δώσεις τώρα τον πραγματικό σου πούτσο να γίνω αληθινή τσούλα απόψε;

- Θέλεις ξένες ψωλές Καιτούλα;

- Ναι, μωρό μου θέλω.

Αρπάζω το μπουκάλι του κρασιού από το τραπέζι, της ανοίγω εύκολα τα πόδια και της το βάζω μέσα στο μουνάκι. Την πλακώνω στα φιλιά, όση ώρα τη γαμάω με το μπουκάλι. Αναστενάζει, τινάζεται πίσω, τη νιώθω σπαρταράει.

- Πάμε τώρα μέσα να σε πάρουμε μαζί με τον «πιτσιρικά» σου, το δονητή.

Πήγαμε τρέχοντας στο κρεβάτι, τον έβγαλε από το κομοδίνο και άρχισε το διπλό τσιμπούκωμα.

- Ναι, θέλω πούτσες πολλές! Έτσι θα τις γλύφω! Ξένες, μικρές, μεγάλες.

- Τι πουτάνα γυναίκα έχω εγώ! Τι ψωλαρπάχτρα!

- Είμαι η ψωλού σου παλιοκαργιόλη μου. Ξάπλωσε τώρα ν’ ανέβω πάνω σου να γαμηθώ, γιατί κάτι παθαίνω.

Έγειρα πίσω στο κρεβάτι ανάσκελα, την τράβηξα πάνω στον πούτσο μου και της τον έβαλα κατευθείαν. Ο δονητής ταξίδευε σε όλο το κορμί της. Η ιστορία της με είχε κάνει πύραυλο. Έβλεπα τα κωλομέρια της ν' ανεβοκατεβαίνουν στο μισοσκόταδο και σκεφτόμουν έναν άγνωστο να της τα χουφτώνει κι έναν ακόμα στο σκοτάδι να την πιπώνει. Έχυσα αμέσως στη σκέψη. Ταυτόχρονα έχυσε κι η Καίτη.

- Μωρό μου σου έλειψα πολύ, ε;

- Με τρέλανες αγάπη μου.

Πέσαμε ξεθεωμένοι χωρίς άλλες κουβέντες, κατευθείαν για ύπνο. Δεν είχα πια άλλες δυνάμεις. Τι μέρα είχα ζήσει Θεέ μου! Η ιστορία της κι η φαντασίωση της με ντοπάρανε όμως απίστευτα. Και το πιο τρελό μέσα σε όλο αυτό; Σκεφτόμουν τώρα την κυρία Βούλα, σαν τη δικιά μου πουτάνα και τι κόλπα θα μου έκανε. Πάθος ανίκητο με είχε κυριέψει. Αυτή όμως τώρα θα κοιμόταν και θα είχε ξεχάσει τα πάντα. Έτσι νόμιζα. Βλέπω το κινητό ν’ αναβοσβήνει. Μου έστειλε μήνυμα. "Είσαι καλά; Δε με πήρες ένα τηλέφωνο να ηρεμήσω". "Πας γυρεύοντας" σκέφτηκα. Πρόλαβα να γράψω "είσαι καύλα μεγάλη" και έκλεισα τα μάτια μου εξουθενωμένος.

Συνεχίζεται...




Copyright protected OW ref: 157273