Η κατηφόρα της γυναίκας μου προς την πουτανιά (6ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από DemT
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.03 (18 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Η κατηφόρα της γυναίκας μου προς την πουτανιά (5ο μέρος)

Κεφάλαιο 10 – Στο νεροχύτη

Το απόγευμα ξάπλωσα να διαβάσω εφημερίδα και με πήρε για λίγο ο ύπνος. Όταν ξύπνησα άκουσα την Φλώρα να κάνει δουλειές στην κουζίνα. Είχε πει ότι θα φτιάξει ένα γλυκό. Της άρεσε να φτιάχνει γλυκά, και το έκανε μια φορά τη βδομάδα. Ίσως για αυτό διατηρούμασταν και οι δύο σε καλή κατάσταση - δεν αγοράζαμε έτοιμα. Αν και τελευταία είχα αρχίσει να παρακολουθώ την κοιλιά μου, φοβούμενος μην αρχίσει να φουσκώνει. Στο μυαλό μου ήρθαν τα χτεσινά. Όλα όσα είχαν γίνει.

Το πεζό στην κλειστή αποθήκη, την επίσκεψή μου στο σπίτι της Μαρίας και του Σταύρου, τη συνομιλία του Σταύρου με τη Φλώρα σε ανοιχτή ακρόαση. Τόσα πολλά, σε τόσο λίγες ώρες.

Κάθε ένα θα αρκούσε να με καυλώσει και την πιο άσχετη στιγμή, ωστόσο το μυαλό μου επέστρεφε με επιμονή στην Φλώρα, στο πεζό, το πίσω κάθισμα και μετά λίγο πιο πίσω χρονικά, στο χορό της, το βράδυ της γιορτής. Απόδειξη ότι η γυναίκα μου εξακολουθούσε να με καυλώνει περισσότερο από όλες. Ένιωσα το καυλί μου να σηκώνεται κάτω από την πιτζάμα, αυτή που φορούσα πάντα τα απογεύματα σπίτι. Το έπιασα, το σήκωσα ελαφρώς να μην φαίνεται και πήγα προς την κουζίνα. Στεκόταν πάνω από το νεροχύτη, ξεπλένοντας κάτι ποτήρια. Με κοίταξε φευγαλέα και μετά γύρισε στα ποτήρια της. Πήγα εκεί που ήταν και την αγκάλιασα από πίσω, βάζοντας τα χέρια μου στο στήθος της.

-    Ώπα… είπε. Καυλωμένοι είμαστε;

Ακούμπησα όρθιο το καυλί μου στον κώλο της, για να το καταλάβει.

-    Ναι... Πολύ! Πάρε μου μια πίπα.

-    Δεν ξέρω…

είπε με νάζι. Κατάλαβα αμέσως ότι η πίπα ήταν δεδομένη.

-    Να τελειώσω πρώτα; Κάτι κάνω.

Εξακολουθούσε τα νάζια.

-    Προτεραιότητα έχει η πίπα μου.

-    Δεν ξέρω... Τι θα μου δώσεις;

-    Τι θες να σου δώσω;

-    Από δω και πέρα θα μου δίνεις κάτι σε αντάλλαγμα για κάθε πίπα.

Ωραίο παιχνίδι, το είχαμε ξαναπαίξει. Κάποτε πριν πολλά χρόνια, όταν άρχισα να τη λέω πουτάνα, της έδινα χρήματα για κάθε γαμήσι, έτσι για πλάκα φυσικά.

-    Τι θέλεις;

Εξακολουθούσε να μου έχει γυρισμένη την πλάτη και να ξεπλένει τα τελευταία ποτήρια, ενώ την πίεζα και της έπαιζα τα βυζιά στις παλάμες μου.

-    Θα με αφήσεις να πάρω ξανά τους άλλους δύο;

Τρελή! Κάτι είχε πάθει αλήθεια, όπως μου έλεγε χτες πριν κοιμηθεί.

-    Τους θες αλήθεια ή το λες για να με καυλώσεις;

-    Θέλω να τους πάρω για να σε καυλώσω. Αλλά εσύ μου το απαγόρευσες.

-    Στο είχα απαγορεύσει την Κυριακή και εσύ πήγες και τους πίπωσες μέσα στο αμάξι. Γιατί μωρή πουτάνα;

Η καύλα στη φωνή μου πρόδιδε βέβαια ότι δεν τη μάλωνα αληθινά.

-    Δεν ξέρω. Γιατί με κάνει να νιώθω πουτάνα. Αληθινή πουτάνα!

-    Είσαι αληθινή πουτάνα;

-    Τελείως. Έχω αποθρασυνθεί τελείως. Είμαι καραπούτανο.

-    Το τσουλάκι τους;

-    Ναι! Θέλω να μου δίνουν διαταγές και να τις εκτελώ.

-    Και υγραίνεται το μουνάκι σου έτσι;

-    Ναι, στάζει. Και θέλει να παίρνει μέσα πούτσους... ψωλές.

-    Και μπαίνουν μέσα;

-    Ναι, αλλά μόνο για να στα λέω μετά και να σε καυλώνω.

Εξυπακούεται, το καυλί μου είχε σηκωθεί τελείως και αν δε φορούσε παντελόνι θα είχε μπει μέσα της, πιθανότητα στον κώλο της, εκεί που τώρα τριβόταν πάνω.

-    Και τους έχεις πάρει στο μουνί αυτούς τους δύο ψωλού;

-    Όχι στο μουνί. Μόνο πίπες.

-    Πόσες πουτανάκι;

-    Πολλές. Από πέντε, Έξι.

-    Τους πήρες και σήμερα;

-    Ναι, τους πήρα και σήμερα.

-    Στη δουλειά;

Ήξερα ότι είχε σχολάσει στην ώρα της, άρα το αυτοκίνητο δεν έπαιζε.

-    Ναι, στη δουλειά.

-    Στο γραφείο τους πουτάνα;

-    Ναι, στο γραφείο τους.

-    Έναν έναν;

-    Όχι και τους δύο.

-    Πώς; πες μου πώς! Σε κρατούσε ο ένας από πίσω;

Κάτι ήξερα από το βράδυ του Σαββάτου, όταν τους είχα κρυφακούσει στην κρεβατοκάμαρα της αδελφής της.

-    Ναι, όσο πίπωνα τον άλλο. Και μετά άλλαξαν θέση.

-    Και δε μπήκε κανείς μέσα μωρή ψωλού;

-    Είχαν κλειδώσει.

-    Πουτάνα, κλειδωμένοι μέσα, θα σας κατάλαβαν όλοι.

-    Όλοι ναι. Με κοιτούσαν μετά όταν βγήκα καλά-καλά. Γιατί είχε λερωθεί και η μπλούζα μου με χύσια.

-    Πουτάνα!

Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα ότι γυρίζοντας σπίτι η μπλούζα της δεν είχε κανένα λέρωμα, εξάλλου να, τη φορούσε ακόμα. Ωστόσο ακόμα και η ψεύτικη εικόνα της να βγαίνει δήθεν χυμένη από ένα γραφείο με απογείωσε.

-    Καραπούτανο! Γιατί αφού στο είχα απαγορεύσει;

-    Τους είπα τελευταία φορά, γιατί δε με αφήνει ο άντρας μου.

-    Δεν ήθελαν να χύσουν μέσα στο μουνί σου;

-    Ήθελαν αλλά δεν τους άφησα. Μόνο ο άντρας μου με γαμάει, τους είπα. Εξάλλου και η πίπα τους φτάνει.

-    Θέλεις να πάρεις και το Σταύρο πουτανάκι;

Άλλαξα κουβέντα.

-    Ναι, θέλω πολύ να πάρω το Σταύρο.

-    Όπως τον πήρες πρώτη φορά στο αμάξι του εκείνο το βράδυ;

-    Ναι, τότε που μου έπιανε τα βυζιά και ήθελε να τα γλείψει αλλά δεν κατέβασα το σουτιέν.

Τα έλεγε έτσι ξέροντας ότι καυλώνω.

-    Και ήταν πίσω ο Ιταλός;

-    Ναι, ο Νταβίντε. Και του έπαιρνε πίπα η αδελφή μου.

-    Αλλά έπιασε και αυτός τα βυζιά σου, δεν είναι έτσι;

Είτε ήξερε ότι ήξερα, είτε όχι, κάθε φράση την έκανε να λέει περισσότερα.

-    Ναι, τον άφησα και αυτόν να μου πιάσει τα βυζιά.

-    Πες μου πού, πουτάνα. Στο πίσω κάθισμα;

-    Ναι, πρώτα καθίσαμε μαζί πίσω.

-    Και μιλούσατε;

-    Ναι, και άρχισε να μου πιάνει τα βυζιά γιατί τον είχα καυλώσει από πριν.

-    Από το εστιατόριο;

-    Ναι. Είχε πιει η αδελφή μου και του έλεγε διάφορα καυλωτικά.

-    Τι του έλεγε;

-    Ότι έχω πιο ωραία βυζιά από τα δικά της. Και ότι παίρνω τις καλύτερες πίπες.

-    Κι εσύ τι έλεγες;

-    Γελούσα. Έκανα την εύκολη... δε με πείραζε.

-    Γιατί μωρή;

-    Γιατί όσο έκανα την εύκολη καύλωναν και οι δύο. Ήθελα να καταλάβει ο Σταύρος τι πουτανάκι έχω γίνει και να με πάρει.

Όλη αυτή την ώρα της χάιδευα από πίσω τα βυζιά και τον κώλο. Το καυλί μου ήταν όρθιο, τέντα και τριβόταν πάνω στον κώλο της, ακόμα όμως μέσα από το παντελόνι. Αν συνέχιζα έτσι θα έχυνα για αυτό σταμάτησα και της το ξεκούμπωσα. Το έριξα κάτω, το έσπρωξα με τα πόδια μακριά και μετά της έβγαλα και την μπλούζα. Έμεινε εκεί όρθια, μπροστά μου, στο νεροχύτη, με τα εσώρουχα.

-    Και το κατάλαβε;

-    Ναι... με κοίταζε με καύλα.

-    Ήθελε να σε γαμήσει;

-    Ναι... ήθελε να με γαμήσει. Κοίταζε τα βυζιά μου.

-    Και εσύ τι έκανες;

-    Τον καύλωνα με τον Νταβίντε. Τον άφηνα να βάζει συνέχεια το χέρι του στο δικό μου, ενώ μας έλεγε αστεία και γελούσαμε.

Θυμήθηκα τον Πέτρο / Παύλο να την πιάνει από τη μέση έξω από το πεζό.

-    Και μετά;

-    Μετά ο Νταβίντε άρχισε να μου πιάνει τα γόνατα κάτω από το τραπέζι κι εγώ έκανα ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Φρόντιζα όμως σαν καλό πουτανάκι να τα βλέπει αυτά ο Σταύρος.

-    Και τι έκανε ο Σταύρος;

-    Άρχισε να πιάνει και αυτός τα γόνατά μου και πάλι δεν έκανα τίποτα.

-    Καυλώνω. Με καυλώνεις!

Η αλήθεια είναι ότι αν εξακολουθούσα να  το τρίβω στο βρακί της από πίσω ακούγοντας όλα αυτά θα έχυνα έτσι, ξερός.

-    Να σου πω κάτι να καυλώσεις ακόμα περισσότερο;

-    Ναι... τι έγινε;

-    Μας κοιτούσε ο σερβιτόρος και δε μπορούσε να καταλάβει ποιανού από τους δύο ήμουν η γυναίκα.

-    Πουτανάκι. Για αυτό μετά τους άφησες και τους δύο να παίξουν μαζί σου στη Μερσεντές;

-    Ναι, μετά από τόση καύλα έπρεπε, δε μπορούσα να τους αφήσω έτσι.

-    Αλλά εσύ πήρες και πίπα, δεν έμεινες στα χάδια.

-    Ναι, γιατί με καύλωσε η αδελφή μου που πίπωνε τον Νταβίντε.

-    Σου άρεσε η πίπα, πιπατζού;

-    Ναι. Τρελάθηκα... τότε αποφάσισα να γίνω η πιο πουτάνα πιπατζού.

-    Και του πήρες ξανά;

-    Ναι ξανά.

-    Πότε μουνί αχόρταγο; Λέγε, πότε ακριβώς;

-    Δυο μέρες μετά που πήγα απόγευμα για ψώνια. Με περίμενε με το αμάξι και πήγαμε στο ίδιο μέρος.

-    Και τον πίπωσες πάλι;

-    Ναι, πάλι. Είχατε ραντεβού πουτανάκι; Πίσω από την πλάτη μου.

-    Ναι. Ήρθε και με πήρε από το σούπερ μάρκετ. Και σε όλη τη διαδρομή μου έπιανε τα πόδια και μου έλεγε για τη δουλειά του. Εκεί που πάρκαρε, στο σκοτάδι, μου έπιανε τα βυζιά ενώ κάναμε ότι μιλούσαμε για τη δουλειά του.

-    Και εσύ δεν αντιδρούσες.

-    Έκανα ότι δεν μου τα πιάνει. Ότι μιλάμε. Γιατί είχα καταλάβει ότι αυτό τον καύλωνε.

-    Τον άφηνες!

-    Ναι. Να τα κάνει ό,τι θέλει. Έπειτα μου έβγαλε το μπουφάν.

-    Κι εσύ καθόσουν;

-    Ναι, σήκωνα τα χέρια να βγάλω το μπουφάν και δήθεν τον άκουγα που μιλούσε για τη δουλειά του και του έκανα ερωτήσεις.

-    Και μετά τον πήρες στο στόμα;

-    Ναι, το έβγαλε έξω θυμάμαι την ώρα που μου εξηγούσε για μια νέα συνεργασία με εταιρία από το εξωτερικό. Εγώ έσκυψα, το φίλησα λίγο, μετά τον ρωτούσα για την εταιρία και όσο μου απαντούσε το έπαιρνα στο στόμα. Σα να μιλούσαμε με μεγάλο ενδιαφέρον για τη δουλειά του αλλά αντί να πίνουμε καφέ του έπαιρνα πίπα.

-    Και μετά;

-    Μετά έχυσε γιατί δεν κρατιόταν.

-    Πού;

-    Στο στόμα. Τα κατάπια όλα, ως την τελευταία σταγόνα.

-    Πουτάνα... καραπούτανο. Μετά πήγατε ξανά, ε;

-    Ναι.

-    Πόσες φορές; Λέγε μου.

Έριξα κάτω την πιτζάμα μου και την έσπρωξα και αυτή μακριά με τα πόδια, όπως είχα κάνει με το παντελόνι της. Δίσταζα όμως να της το χώσω, γιατί λόγω των περιστάσεων καταλάβαινα ότι θα έχυνα αμέσως, στο δευτερόλεπτο. Δεν ήθελα με τίποτα να σταματήσει η επαφή και οι εξομολογήσεις.

-    Πόσες πίπες του έχεις πάρει ψωλού; Λέγε μου.

-    Πολλές... πέντε... έξι... εφτά. Δε θυμάμαι. Αλλά δε με έχει γαμήσει.

-    Θες να σε γαμήσει;

-    Ναι, πολύ! (φώναξε). Αλλά μόνο αν με αφήσεις.

-    Θες να σε γαμήσει σήμερα μωρή πουτάνα;

-    Ναι θέλω.

-    Θες να πάρεις κι άλλους με το τσιμπουκοστόμα σου;

-    Ναι, πολλούς (φώναξε ξανά, σημάδι του πόσο καύλωνε).

Εκείνη τη στιγμή η πιθανότητα να την πάρουμε σε μια παρτούζα στης κυρίας Πόπης μου φάνηκε τελείως ρεαλιστική και καταπληκτική ιδέα, ενώ το πρωί, στο τηλέφωνο με το Σταύρο, έμοιαζε φαντασία. Πόσα πράγματα έχουν κάνει οι άνθρωποι πάνω στην καύλα;

-    Θες να σε πάω σε ένα σπίτι με πέντε άνδρες και να τους πιπώνεις όλους;

-    Ναι πάρα πολύ... θα με πας;

-    Ναι, έχω κανονίσει ήδη να σε πάω στο σπίτι του κυρίου Τέλη, είπα ψέματα (δεν είχα κανονίσει ακόμα τίποτα).

-    Ποιος Τέλης; Αυτός που δουλεύει στον Σταύρο;

-    Ναι. Οργανώνει παρτούζες να γαμάνε τη γυναίκα του. Αλλά θέλει και έξτρα πουτανάκια εκτός από εκείνη. Θες;

-    Ναι!

Το «ναι» το έβγαλε με μια βαθιά ανάσα! Και ξανά:

-    Θα σε πάω πουτάνα, θα σε πάω να σε χύσουν όλοι! Θα το κάνεις καλά; Επαγγελματικά;

-    Ναι, θα το κάνω πολύ καλά. Θα κάνουμε αγώνα ποιος θα πάρει τους περισσότερους.

-    Όχι πουτάνα, εσύ θα πάρεις μόνο πίπες. Μόνο εγώ και ο Σταύρος θα σε γαμήσουμε.

-    Θα μπορώ να γλείφω τα καυλιά των άλλων;

-    Ναι. Θα σου άρεσε;

-    Θα μου άρεσε να τα γλείφω μετά που θα έχουν γαμήσει τη γυναίκα του. Να γλείφω από πάνω τους τα υγρά από το μουνί της και να χύνω από την καύλα.

-    Και θα έχεις όλη την ώρα τα βυζιά σου έξω.

-    Ναι, τα βυζιά έξω. Να τα πιάνει όποιος περνάει από δίπλα.

Έβαλε το χέρι της χαμηλά και άρχισε να τρίβει την κλειτορίδα της.

-    Και θα σου χύνουν και τα βυζιά;

-    Ναι, θα τα κάνουν μες τα χύσια.

Αυτό ήταν. Το σπέρμα μου άρχισε να πετάγεται με ορμή στην πλάτη της και στο στήθος μου, ενώ ασυναίσθητα πίεσα τα βυζιά της τόσο που είπε «πιο σιγά, με πονάς». Τα άφησα και έγειρα έτσι όπως ήμουν πάνω της, να ξαναβρώ την ανάσα μου. Και οι δυο μας, ακουμπούσαμε τα χέρια στον νεροχύτη.

-    Εσύ δεν τελείωσες... Είπα.

-    Δε με νοιάζει. Καύλωσα τόσο. Αλλά Δημήτρη…

-    Τι;

-    Η ιστορία με το γραφείο είναι ψεύτικη. Δεν θα έπαιρνα ποτέ πίπα εκεί.

Την πίστευα. Ήταν το παιχνίδι της φαντασίωσης που παίζαμε χρόνια. Φυσικά ότι μου το επισήμανε αυτό, σήμαινε ότι όλα τα άλλα, οι επαναλαμβανόμενες πίπες της στο Σταύρο ας πούμε, ήταν αληθινές. Πήρα μια χαρτοπετσέτα κουζίνας και μάζεψα το μεγαλύτερο μέρος του σπέρματός μου από την πλάτη της. Έπειτα καθαρίστηκα κι εγώ. Πήγα να κάνω μπάνιο και βγαίνοντας είδα ότι είχε τελειώσει με το γλυκό και φορούσε το μπουφάν της.

-    Πάω για καφέ στης Μαρίας, ανακοίνωσε.

-    Οκ, θα είμαι εδώ.

Ξάπλωσα και δοκίμασα να διαβάσω κάτι.


Κεφάλαιο 11 -Το χυμένο σουτιέν.

Μετά από μερικές σελίδες, με πήρε ο ύπνος. Σπανίως κοιμόμουν μετά τις πέντε ή έξι το απόγευμα, αλλά αυτή δεν ήταν μια συνηθισμένη μέρα. Και πάλι, δεν κοιμήθηκα πάνω από ένα τέταρτο, μισάωρο. Όταν άνοιξα τα μάτια σήκωσα το μαξιλάρι, άρχισα ξανά να διαβάζω, κουράστηκα, άφησα το βιβλίο στην άκρη, το έπιασα ξανά. Δε μπορούσα να συγκεντρωθώ. Το μυαλό μου πήγαινε ήθελα - δεν ήθελα στη Φλώρα. Κάθε στιγμή μια διαφορετική περίσταση να με καυλώνει. Θυμήθηκα τις κουβέντες της λίγο πριν, ότι δήθεν είχε βγει από το γραφείο εκείνων των δύο με τη μπλούζα χυμένη, όλοι να την κοιτούν. Αποφάσισα ότι δε μπορούσα να καυλώσω με αυτό, ήξερα εξάλλου ότι ήταν ψέματα. Ίσως υπό άλλες περιστάσεις, αν δεν είχα χύσει λίγο πριν.

Κοίταξα το ρολόι στο κομοδίνο, έφτανε εφτά. Ήταν ήδη πάνω από μια και μισή ώρα στο σπίτι της αδελφής της, προφανώς οι δυο τους. Ο Σταύρος γύριζε το νωρίτερο οχτώ, συχνά πιο αργά. Έφευγε πάντα τελευταίος από τα γραφεία της εταιρίας του. Έχοντας κλείσει τόση ώρα μόνες οι δύο αδελφές δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία ότι θα μιλούσαν. Με ένα αχνό χαμόγελο αλλά και μια ανησυχία σκέφτηκα τη στιγμή που θα γύριζε σπίτι. Θα είχε μάθει πλέον ότι έχω πηδήξει δυο φορές την αδελφή της. Το μυαλό μου έφυγε από αυτά, πήγε αρκετές μέρες πίσω. Μέσα στη Μερσεντές, έξω από το εστιατόριο. Στο πίσω κάθισμα, μιλά δήθεν περί ανέμων, ενώ τα χέρια του Ιταλού διερευνούν ως πού μπορούν να φτάσουν. Στο γόνατο; Καμία αντίδραση. Στη μέση της; Καμία αντίδραση, προχώρα. Πώς το είχε πει η Μαρία; Στο κάτω μέρος από τα στήθη της; Η καύλα άρχισε να με πλημμυρίζει, ξανά. Το κάτω μέρος από τα βυζιά της ήταν ένα από τα αγαπημένα μου σημεία. Τα έπιανα και εγώ συχνά με την παλάμη και τα ανασήκωνα ελαφρά, ή έκλεινα την παλάμη μου, τα σήκωνα προς το στόμα μου και τα φιλούσα με πάθος, ενώ η Φλώρα άφηνε μικρά, σχεδόν άηχα βογκητά καύλας.

Η Φλώρα, στη φαντασία μου, μες την Μερσεντές μιλάει όπως είπα, περί ανέμων και υδάτων: «Πού να πηγαίναμε για άλλο ένα ποτό;», ενώ από μπροστά ο Σταύρος και η Μαρία την κοιτούν και σκέφτονται πόσο πουτάνα έχει γίνει. Ο Ιταλός δοκιμάζει την τύχη του περισσότερο. Βάζει το ένα χέρι μέσα στη μπλούζα και χαϊδεύει την κοιλιά της πριν φτάσει στο στήθος. Αρχίζει να παίζει με τα βυζιά της κάτω από το μαλακό ύφασμα, ενώ εκείνη εξακολουθεί να μιλάει αδιάφορη. Έπειτα βάζει και το δεύτερο χέρι του από μέσα, ανασηκώνοντας τη μπλούζα ως εκεί που ξεκινά το σουτιέν. Σκύβει και βάζει στο στόμα του τις ρόγες της πάνω από αυτό, ενώ η Φλώρα δήθεν λέει «ή να του δείξουμε πώς είναι στολισμένο χριστουγεννιάτικα το κέντρο;»

Με αυτές τις σκέψεις ένιωσα το καυλί μου να σηκώνεται. Ξαπλωμένος ανάσκελα έβαλα το χέρι και το έπιασα μέσα από την πιτζάμα. Το πίεσα με δύναμη προς τα κάτω, βγάζοντας έξω όλο το κεφάλι. Με αργές κινήσεις άρχισα να το παίζω, ενώ το μυαλό μου πήγαινε σε μια άλλη εικόνα της Φλώρας, τελείως φανταστική. Μέσα μου όμως άρχισα να σκέφτομαι αν θα μπορούσε να γίνει αληθινή: Είμαστε σε ένα εστιατόριο πολυτελείας οι τέσσερις συν τον Ιταλό. Είναι, λέει, η επόμενη επίσκεψή του για δουλειές στην Ελλάδα. Η Μαρία και η Φλώρα είναι ντυμένες κανονικά, ωστόσο η Φλώρα φοράει το πουκάμισο από το περασμένο Σάββατο. Της κάνω νόημα να ανοίξει ένα κουμπί, το τρίτο στη σειρά, να φανούν καλύτερα οι καμπύλες από το στήθος της. Το κάνει και βλέπω ότι ο Σταύρος και ο Ιταλός αντιλαμβάνονται τι έχει συμβεί.

-    Είναι πολύ όμορφη σήμερα η Φλώρα, λέει ο Σταύρος που κάθεται απέναντι, ενώ εγώ και ο Ιταλός καθόμαστε δεξιά και αριστερά της.

-    Ναι, είδες τι ωραίο στήθος έχει; λέω.

-    Σε αυτό ξεπερνάει τη Μαρία, απαντά ο Σταύρος.

Ο Ιταλός -που ξέρει ελληνικά- μας λέει ότι η Φλώρα έχει το καλύτερο στήθος που έχει πιάσει.

-    Πότε το έπιασες; τον ρωτώ με προσποιητή απορία.

-    Την προηγούμενη φορά στο αμάξι του Σταύρου, απαντά.

Κοιτώ προς τη Φλώρα που σαν να μην ακούει τίποτα, ψάχνει στον κατάλογο τι θα παραγγείλει.

-    Και σε άφησε;

-    Ναι, δεν είπε τίποτα. Πρέπει να της το πιάνουν πολλοί.

-    Αν δεν ήταν κόσμος θα σου έλεγα να το πιάσεις ξανά, του απαντώ.

Ο Ιταλός απαντά ότι μπορεί να το πιάσει μετά, στο αυτοκίνητο.

-    Όχι μετά, του λέω. Μετά η Φλώρα θα φύγει μαζί μου. Εδώ αν θέλεις.

Και ανοίγω ένα ακόμα κουμπί στο πουκάμισο της Φλώρας, που αφήνει τον κατάλογο για να φαίνεται το στήθος της καλύτερα. Τώρα στο άνοιγμα του πουκαμίσου φαίνεται το σουτιέν, μαύρο, καυλωτικό. Ακόμα και ο σερβιτόρος που έρχεται να πάρει παραγγελία την κοιτά διαπεραστικά. Όταν ο σερβιτόρος απομακρύνεται η Μαρία λέει: «η αδελφή μου είναι πολύ πουτάνα. Και θα κάνει ό,τι ζητήσετε. Ποιος θα ήθελε να του πάρει μια πίπα εδώ μέσα;». Το τραπέζι έχει ένα μακρύ ύφασμα που κρέμεται ως το πάτωμα σχεδόν.

-    Εγώ λέει πρώτος ο Ιταλός. Την άλλη φορά πήρε φοβερή πίπα του Σταύρου. Άκουσα ότι είναι πρωταθλήτρια.

Στο κρεβάτι εξακολουθώ να παίζω το καυλί μου αργά, ωθώντας κάθε φορά το κεφάλι ως έξω, να τεντώνεται και να πονά ελαφρά το δέρμα. Με το άλλο χέρι πιάνω τα αρχίδια μου και τα παίζω μαλακά. Δεν είναι πρώτη φορά που την παίζω για την γυναίκα μου, ούτε κάτι παράδοξο. Ποτέ δεν μου έχει λείψει το σεξ μαζί της, εντούτοις όλα αυτά τα χρόνια μου αρέσει να φαντασιώνομαι πράγματα που δεν κάνουμε και να τραβώ μαλακία.

- Ναι, του απαντά η Μαρία. Φλώρα, πάρε μια πίπα του Ντάβιντε. Η Φλώρα χαμογελάει και χώνεται κάτω από το τραπεζομάντιλο. Από της κινήσεις του Ιταλού καταλαβαίνω ότι έχει φτάσει στα πόδια του και του κατεβάζει ήδη το φερμουάρ.

-    Το κάνει συχνά κάτω από τα τραπέζια; με ρωτά αυτός.

-    Παλιά δεν το έκανε, τώρα έχει χάσει κάθε έλεγχο. Έχει γίνει καραπούτανο.

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό μου (στα αλήθεια). Ήταν η Μαρία. Καθώς απάντησα διέκοψα την κίνηση του αυνανισμού, εξακολουθώντας να κρατώ σφικτά με το άλλο χέρι το καυλί μου.

-    Έλα Μαρία.

-    Δημήτρη τι κάνεις; Δε με πήρες κανένα τηλέφωνο σήμερα.

-    Ναι, δε μιλήσαμε, απάντησα.

-    Δηλαδή δεν ήθελες τίποτα από αυτά που είπαμε χτες;

Τινάχτηκα στο κρεβάτι. Την άκουγε η Φλώρα;

-    Είσαι μόνη;

-    Όχι, είναι εδώ ο Σταύρος και η Φλώρα. Είχαμε μια ωραία συζήτηση. Αλλά όχι μόνο συζήτηση.

Άκουσα από δίπλα το Σταύρο να γελάει: «Πες του τα όλα». Ώστε είχε γυρίσει νωρίτερα.

-    Ναι, κάνουμε και κάποια πράγματα, συνέχισε η Μαρία.

-    Τι πράγματα; Χρωμάτισα τη φωνή μου πονηρά, καυλωμένος, πάντα με το πουλί στο χέρι.

-    Δε θα στα πω εγώ. Θα στα πει η αδελφή μου.

-    Έρχεται; Όχι θα στα πει στο τηλέφωνο...

Και της το δίνει.

-    Δημήτρη;

Η φωνή της έδειχνε καύλα.

-    Δημήτρη;

-    Ναι.

-    Ελπίζω να μην σε πειράζει.

-    Τι πράγμα;

Σιγή.

-    Δεν θα με πειράξει, πες μου.

-    Είμαστε εδώ με τη Μαρία.

-    Το άκουσα αυτό. Τι κάνετε;

-    Είμαστε και οι δύο στο πάτωμα, στα γόνατα.

-    Και τι κάνετε;

-    Παίρνουμε πίπα του Σταύρου.

-    Και οι δύο;

-    Ναι... τώρα τον έχει η Μαρία στο στόμα της.

-    Εσύ;

-    Κι εγώ. Να άκου…

Προφανώς σκύβει και αρχίζει να τον φιλάει. Ακούω ήχους που μπορούν να σημαίνουν τα πάντα.

-    Με άκουσες;

-    Κάτι άκουσα. Τον γλείφετε ταυτόχρονα;

-    Ναι, όταν δεν σου μιλώ τον γλείφω.

-    Είσαι γυμνή;

-    Έχω βγάλει μόνο την μπλούζα.

-    Φοράς το σουτιέν;

-    Ναι...

-    Σου πιάνει τα βυζιά;

Ναι, μου πιάνει τα βυζιά απαντά με ολόκληρη την φράση, προφανώς για να ακούνε και οι άλλοι. «Έχει πολύ καυλιάρικα βυζιά» ακούγεται η φωνή του Σταύρου από κοντά.

-    Και ξέρεις τι λέει η αδελφή μου;

-    Τι;

-    Ότι θα μου τα χύσει πάνω από το σουτιέν και θα με στείλει πίσω σπίτι χυμένη.

Αμέσως το μυαλό μου πήγε στα χτεσινά της λόγια. «Θα στη στείλω πίσω χυμένη».

-    Έχεις γίνει το τέλειο πουτανάκι.

-    Ναι, έχω γίνει το τέλειο πουτανάκι, επανέλαβε.

Έπειτα πήρε το ακουστικό η Μαρία.

-    Δημήτρη... Έπρεπε να βλέπεις πώς τσιμπουκώνει το Σταύρο το πουτανάκι σου. Ξέρεις γιατί το κάνει αυτό;

-    Γιατί;… ρώτησα.

-    Γιατί είναι τσουλάκι. Μας έλεγε πριν ότι έχει γίνει αχόρταγο τσουλάκι. Και ξέρεις ποιος τη βάπτισε έτσι;

-    Ποιος;

-    Αυτοί οι δύο στη δουλειά της. Έχουν καταλάβει τι είναι και τη βάζουν να τους παίρνει συνέχεια πίπες. Θες να στο πει και εσένα; Είναι πολύ καυλωμένη και δεν έχει χύσει.

-    …

-    Έλα Φλώρα, πες του Δημήτρη.

Η φωνή της γυναίκας μου ακούστηκε ήσυχη.

-    Δημήτρη;

-    Ναι;

-    Αυτό...

-    Ποιο αυτό;

-    Αυτό που λέει η Μαρία.

«Έλα, πες του» ακούστηκε δίπλα της η Μαρία.

-    Έχω γίνει τσουλάκι. Για αυτούς τους δύο.

Θεέ μου, έπιασα τα γόνατά μου να τρέμουν από την καύλα. Να μου μιλάει έτσι στο τηλέφωνο. Ναι... ήταν πρωτοφανές. Είχε γίνει πράγματι τσουλάκι. Άρχισα πάλι να την παίζω, τεντώνοντας το καυλί μου ως εκεί που πήγαινε.

-    Και τι κάνεις για αυτούς;

-    Τους παίρνω πίπες.

-    Πού;

-    Στο αυτοκίνητο.

-    Σου αρέσουν οι πίπες στο αυτοκίνητο;

-    Ναι...

-    Πες το όλο να σε ακούσουν. Τι σου αρέσει;

-    Οι πίπες στο αυτοκίνητο.

-    Και πόσες φορές έχεις πάρει τον Σταύρο;

-    Πολλές...

-    Πες το ολόκληρο.

-    Έχω πάρει πολλές φορές πίπες στο αυτοκίνητο.

-    Πες αυτό που μου έλεγες πριν... μετά τα ψώνια.

-    Μετά τα ψώνια με πήγε ο Σταύρος και του πήρα πίπα. Πολλές φορές.

-    Και του ‘δωσες και το μουνί σου;

-    Όχι το μουνί. Αν δε με αφήσεις εσύ δεν το δίνω.

-    Αλλά θες να το δώσεις;

-    Θέλω πολύ.

-    Θες να γαμιέσαι;

-    Να γαμιέμαι. Με πολλούς. Να με παίρνει ένας από το μουνί και να έχω τον άλλο στο στόμα.

«Αααχχχ!» Ακούστηκε η φωνή του Σταύρου... «χύνω…». «Εδώ, στα βυζιά της», ακούστηκε η Μαρία από δίπλα. Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα και στο τηλέφωνο άκουσα τη φωνή της Μαρίας.

-    Δημήτρη. Θα στη στείλω σπίτι με χυμένα τα βυζιά. Θα της απαγορεύσω να τα σκουπίσει. Συμφωνείς;

-    Ναι. Μην τυχόν τα σκουπίσει.

-    Εντάξει, στο στέλνω το τσουλάκι. Να είσαι στην πόρτα έτοιμος, γιατί δεν έχει χύσει αυτή. Εμείς θα τα πούμε αύριο, ελπίζω…

και έκλεισε το ακουστικό. Με το μυαλό μου σε καταιγίδα άφησα το καυλί μου από τα χέρια, για να γλιτώσω την εκσπερμάτωση, ιδιαίτερα αν η Φλώρα είχε πράγματι όρεξη για γαμήσι. Σε δέκα λεπτά άκουσα το κλειδί. Δεν σηκώθηκα από το κρεβάτι. Μπήκε μέσα, πέταξε το μπουφάν της κάπου και ήρθε κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρα. Μου γέλασε πονηρά.

-    Τρελέ... Έκανες παιχνίδι με την αδελφή μου.

-    Ενώ εσύ πήγες πίσω.

-    Ναι... εγώ ήμουν χειρότερη.

Ήρθε μπροστά μου και με μια αργή, τελετουργική κίνηση έβγαλε τη μπλούζα της. Αμέσως είδα το σπέρμα του Δημήτρη στο στήθος και το σουτιέν της, υγρό σε σημεία ακόμα, αλλού σκουπισμένο πάνω στο εσωτερικό της μπλούζας της.

-    Δες το. Σε καυλώνει;

-    Ναι, φυσικά... Ποιον δεν θα καύλωνε;

-    Κοίτα με.

Με τα δάχτυλά της άρχισε να το απλώνει όπου ήταν ακόμη υγρό, στο σουτιέν.

-    Αυτό θα το λέμε το χυμένο σουτιέν, μου είπε. Δεν θα το πλύνω.

-    Θα το φοράς έξω;

-    Όταν βγαίνω για να γαμηθώ.

Έσκυψε πάνω μου και πήρε στο στόμα της το καυλί μου, που ήταν πάντα σε πλήρη στύση.

-    Κι άλλη πίπα θες αχόρταγο τσουλάκι;

Μου άρεσε η λέξη.

-    Ναι, θέλω να πάρω πολλές πίπες.

-    Γα αυτό θα σε πάω στο σπίτι του κυρίου Τέλη.

-    Ναι, ορκίσου ότι θα με πας.

-    Αχ... σταμάτα το γλείψιμο, είμαι τόσο καυλωμένος που δε θα αντέξω.

-    Κι εγώ το ίδιο.

Την έβαλα να ξαπλώσει στο πλάι και της έβγαλα το παντελόνι. Έπειτα το βρακί της, που ήταν μούσκεμα στα υγρά.

-    Έλα, πιάσε το μουνάκι σου.

Δεν ήθελε πολύ. Αυτή τη φορά δε ζήτησε το καυλί μου, άρχισε να χαϊδεύει την κλειτορίδα της με κυκλικές κινήσεις.

-    Είσαι μες την καύλα, της είπα.

-    Ναι...

-    Για αυτό θα σε πάω να πιπώσεις τους καλεσμένους του κυρίου Τέλη, έπιασα ξανά το προηγούμενο.

-    Αχ... πόσοι θα είναι;

-    Πολλοί... πέντε. Θα τους πιπώσεις όλους;

-    Όλους.

-    Θα είναι και ο Σταύρος.

-    Θα τον αφήσεις να με γαμήσει;

-    Ναι βέβαια.

-    ...

-    Και ξέρεις τι άλλο θα κάνεις για μας;

-    Τι; Ό,τι μου πείτε εσείς.

-    Θα πάμε στο σινεμά και θα μας πάρεις πίπα. Αλλά αν είναι κανείς δίπλα θα μπορεί να κοιτάει.

-    Ναι... να κοιτάει.

-    Και ξέρεις τι άλλο; Συνέχισα.

-    Τι;

Δεν είχα ιδέα. Εκείνη τη στιγμή τα σκεφτόμουν.

-    Θα πάμε μια βόλτα με το αμάξι και καθίσεις πίσω με το Σταύρο.

-    Και θα του πάρω πίπα;

-    Όχι, θα μας μιλάς ενώ θα τον αφήνεις να σου βάζει χέρι και θα κάνεις εκείνο… που δήθεν δεν συμβαίνει τίποτα.

-    Αχ… σου άρεσε αυτό.

Ήξερα ότι έχυνε, δεν χρειαζόταν να το πει. Με πέντε έξι κινήσεις του καυλιού μου πάνω στην κοιλιά της, έτοιμος και εγώ από ώρα, έχυσα πάνω της. Είχα χύσει σε τρεις ώρες δυο φορές μαζί της, χωρίς να μπω καν μέσα της. Σκουπιστήκαμε και μείναμε αγκαλιά. Έκανε πρώτη μπάνιο, εγώ ένα γρήγορο ντους μετά. Ενώ έτρωγε, άνοιξα αθόρυβα την ντουλάπα της, το συρτάρι με τα σουτιέν και είδα στο βάθος το σημερινό, κρυμμένο εκεί αντί για τα άπλυτα. Είχε πάρει σοβαρά τα λόγια της αδελφής της. Το βράδυ κοιμηθήκαμε χωρίς να πούμε τίποτα άλλο ερωτικό. Σα να μη χωρούσαν κουβέντες μετά από όσα είχαν γίνει. Ο δικός μου ύπνος ήρθε με ένα χαμόγελο.



Copyright protected OW ref: 104712