Η Αργυρούλα η υπηρέτρια

Δημοσιεύθηκε από Yannis-Petros
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 2.75 (4 Votes)
Μικροαστική οικογένεια της Θεσσαλονίκης. Πατέρας και μάνα δούλευαν και τα παιδιά σχολείο. Κατοικούν σε δικό τους σπίτι στην Τούμπα. Τα παιδιά μικρά και πρέπει κάποιος, μάλλον κάποια, να τα φροντίζει όσο λείπουν οι γονείς. Η Χαλκιδική, πάμπτωχος νομός της Ελλάδας την εποχή εκείνη, τροφοδοτούσε με παραδουλεύτρες τα μίκρο- και μέσο-αστικά σπίτια της πόλης. Για τα μεγαλοαστικά δεν ξέρω να σας πω. Πέρασαν από το σπίτι μας πολλά κορίτσια που κάθε φορά έφευγαν όταν παντρευόντουσαν.

Έτσι λοιπόν έφυγε η Γεωργία και ήρθε η Αργυρούλα. Χωριατάκι με τα όλα της. Με τα κιλάκια της, με τις χειλάρες της, με τις βυζάρες της, με όλα τα ωραία της. Και η μάνα μου έλεγε, για χρόνια μετά, πόσο δυνατή και δουλευταρού ήταν. Ήταν καλό κορίτσι, δεν ήταν κανένα τσουλάκι. Όλα αυτά τα έλεγε η μάνα μου και γενικά το παίνευε το κοριτσάκι.

Στην αρχή της εφηβείας μου της έβαζα χέρι όταν παίζαμε. Τι να πω… και αυτή ήταν καμιά επταετία μεγαλύτερή μου. Και σαν παιδί δεν είχε παίξει. Έτσι παίζαμε στα πρώτα χρόνια αθώα παιχνιδάκια. Μετά άρχισα να της βάζω χέρι και αυτή στην αρχή με κορόιδευε αλλά με τον καιρό της άρεσε. Εδώ πρέπει να πω ότι παράλληλα έκανε παράπονα σε μια θεια μου ότι την κουτούπωνα, αλλά αυτό το έμαθα χρόνια μετά.

Την κυνηγούσα και όταν την στρίμωχνα την έριχνα κάτω και μετά ξάπλωνα από πάνω της και έπαιζα με τα βυζιά της πάνω από τα ρούχα της. Με τον καιρό άρχισα να της αγγίζω τα βυζιά κάτω από τα ρούχα της. Αυτή έκανε δήθεν ότι δεν της άρεσε αλλά την καταλάβαινα, όσο μπορούσα βέβαια εκείνη την εποχή, ότι χαλάρωνε και αφηνόταν.

Την πρώτη φορά που κατάφερα και της έβγαλα το βυζί από το σουτιέν της και το είδα και της πιπίλισα τη ρώγα ήταν το καλοκαίρι που ήμουν 16. Σήμερα ακόμα το θυμάμαι και καυλώνω. Νεανικό βαρύ βυζί με μια καυλωμένη σκούρα καστανή ρώγα που ήταν ορθωμένη και περίμενε το στόμα μου να τη βυζάξει. Την έβαλα στο στόμα μου, άρχισα να την ρουφάω και άκουγα την Αργυρούλα να με παρακαλάει.

- Όχι Δημήτρη μου, δεν κάνει αγόρι μου. Αχ! τι μου κάνεις αγόρι μου, τι μου κάνεις;

Εγώ δε χαλάρωνα και συνέχιζα να τη ρουφάω. Κάποια στιγμή η Αργυρούλα μου είπε πως πρέπει να σηκωθεί γιατί θα ερχόταν η μάνα μου. Ήταν ο μόνος λόγος που θα με έκανε να σταματήσω το ρούφηγμα. Το τσουτσούνι μου ήταν ντούρο και με πονούσε. Πήγα στον καμπινέ και μαλακίστηκα. Όταν βγήκα είδα την Αργυρούλα να φεύγει από την πόρτα του καμπινέ. Είχε ένα περίεργο χαμόγελο. Την άλλη μέρα το πρωί που ήμασταν πάλι μόνοι μας με ρώτησε.

- Τι έκανες πονηρέ στο καμπινέ χθες το πρωί;

Κοκκίνισα και δεν απαντούσα. Ντρεπόμουν σαν τρελός. Το παλιοκόριτσο με αγκάλιασε στη μέση και μου χάιδεψε το τσουτσούνι μου πάνω από το παντελόνι, λέγοντας μου ότι με είδε από την κλειδαρότρυπα που έπαιζα μαλακία. Χαλάρωσα τελείως. Δε μπορούσα να φέρω αντίσταση ή αντίρρηση. Όταν με ένιωσε ότι σκλήρυνα με ξεκούμπωσε και μου τον έβγαλε έξω. Με ξάπλωσε στο καναπέ και με μαλάκισε. Ήταν η πρώτη μου φορά που ξένο χέρι με έπιανε και με χάιδευε εκεί. Τελείωσα αφήνοντας κάτι σαν ψωλόχυμο στο χέρι της Αργυρούλας. Αυτό επαναλαμβάνεται σχεδόν κάθε φορά που ήμαστε μόνοι στο σπίτι. Μετά από μερικές φορές που με χάιδεψε, τόλμησα να περάσω το χέρι μου κάτω από το φουστάνι της και ακούμπησα το βρακί της. Σταμάτησε να με μαλακίζει και βολεύτηκε ώστε να μπορώ να προχωρήσω. Και προχώρησα. Έβαλα δειλά την χούφτα μου μέσα από τη σέλα της κυλόττας της και ακούμπησα τις τρίχες του μουνιού της. Ανάσταση!

- Συνέχισε, της λέω ψιθυριστά.

- Και εσύ, μου λέει αυτή.

- Μπορώ να βάλω δαχτυλάκι;… τη ρωτάω.

- Ναι! Αλλά με προσοχή, μου λέει.

Δεν ήξερα τι έπρεπε να προσέξω, αλλά συνέχισα χωρίς να ξαναρωτήσω. Ήταν πολύ υγρή και γλίστρησα μέσα της εύκολα. Εκεί ήταν που σταμάτησε τη μαλακία και σκύβοντας με πήρε στο στόμα της. Με το μουνί της δεν ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Αυτή σταμάτησε την πρώτη πίπα της ζωής μου, σηκώθηκε και έβγαλε το βρακί της. Άνοιξε καλά τα μπούτια της και μου άνοιξε τον παράδεισό της. Τη χάιδευα, τη δαχτύλωνα και την ένιωθα. Αυτό που την “ένιωθα” με τρέλαινε. Και μέχρι σήμερα με τρελαίνει, με απογειώνει να νιώθω την καύλα στη γυναίκα που είναι μαζί μου. Αυτό σταμάτησε επειδή έπρεπε να σταματήσει λόγω χρόνου, αλλιώς θα χαμουρευόμασταν συνέχεια. Το επαναλαμβάναμε κάθε φορά που είχαμε την ευκαιρία. Όλες τις άλλες φορές μου έπαιζε μια γρήγορη μαλακία για να ηρεμήσω. Ο πατέρας μου μας έστελνε και σινεμά μαζί. Δήθεν να μας προσέχει. Το μπαλαμούτι που έπεφτε στο σινεμά δεν μπορώ να σας το περιγράψω. Μέχρι δάχτυλο στον κώλο της έβαζα και την τρέλαινα ή τουλάχιστον νομίζω ότι την τρέλαινα.

Σε μια ταινία είχε ένα καυτό φιλί. Γυρίζω και της λέω:

- Δες πως το κάνουν, να το προσπαθήσουμε και εμείς.

- Ναι! Μου λέει, μου αρέσει αυτό που βλέπω.

Γέρνει και μου δίνει ένα φιλί στο μάγουλο. Βάζω το χέρι μου στο μπούτι της και το ανεβάζω μέχρι το μουνάκι της. Ρίχνει το παλτό της πάνω στα μπούτια της. Βρίσκω το μουνάκι της και το δαχτυλώνω. Γλιστράει στην καρέκλα και ο κώλος της είναι σχεδόν στον αέρα και τα μπούτια της ανοιχτά. Έχω το μουνάκι της στη χούφτα μου και τη χαϊδεύω δυνατά. Δαγκώνει τα χείλια της. Με το άλλο χέρι της πιέζω τη ρώγα. Έχουμε τρελαθεί στην καύλα. Βάζει το χέρι της μέσα στο φουστανάκι της και μου πιάνει τα δάχτυλα και με οδηγεί να της μαλακίσω την κλειτορίδα. Τρέμει και τη νιώθω. Σφίγγει τα μπούτια της και δε με αφήνει να κουνήσω το χέρι μου. Όταν τραβάω το χέρι μου έξω από την μπουτοπαγίδα της η χούφτα μου είναι γεμάτη ζουμιά. Το καταλαβαίνει βγάζει το μαντήλι της και με σκουπίζει. Τελειώνει η ταινία και ανάβουν τα φώτα. Ευτυχώς είχε πολύ λίγο κόσμο και η όλη φάση πέρασε απαρατήρητη. Μύρισα τη χούφτα μου και τότε κατάλαβα για πρώτη φορά πως μυρίζει η καύλα.

Γυρίσαμε στο σπίτι και ήμασταν μόνοι μας. Η αθεόφοβη με πέταξε στο κρεβάτι της και αφού μου έβγαλε παντελόνι και βρακί, με πίπωσε με τέτοια μανία που με έχυσε αμέσως. Τα κατάπιε και μου είπε να φύγω. Την αγκάλιασα και την έριξα με τη σειρά μου στο κρεβάτι της και της έβγαλα όλα της τα ρούχα. Πάλευε για να αμυνθεί αλλά πια ήμουν πιο δυνατός από αυτή. Εκείνο το βράδυ την έγλειψα και την γάμησα και γάμησα για πρώτη φορά. Ευτυχώς δε με άφησε να χύσω μέσα της και γλυτώσαμε τα χειρότερα.

Τα χρόνια πέρασαν. Η Αργυρούλα έφυγε από το σπίτι μας, παντρεύτηκε και έφυγε για την Αυστραλία. Εγώ μηχανικός με πολλές κατασκευές στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης και όχι μόνο. Παντρεμένος και χωρισμένος με παιδί, φοιτητής στο Πολυτεχνείο πλέον, μένει με τη μητέρα του. Μεσημεράκι περπατούσα στη Μητροπόλεως. Ακούω μια γυναικεία φωνή να φωνάζει «Δημητράκη». Δεν ξέρω αν φωνάζει εμένα αλλά σταματάω και γυρίζω να δω ποιά μιλάει. Βλέπω μια μεγάλη κυρία να έρχεται προς το μέρος μου. Κάτι μου θυμίζει αλλά μπορεί να κάνω και λάθος. Έρχεται και πέφτει στην αγκαλιά μου.

- Δε με θυμάσαι;

- Όχι, θα έπρεπε;

- Πάμε για ένα καφέ να σου φρεσκάρω τη μνήμη σου.

Πάμε στο διπλανό καφέ και καθόμαστε.

- Ποια σε φίλησε για πρώτη φορά στο στόμα Δημήτρη μου;

- Αργυρούλα εσύ, πω ρε μανούλα μου. Άλλαξες προς το καλύτερο, πολύ καλύτερο! Τι κάνεις Αργυρούλα, πες μου τα νέα σου.

- Τι να σου πω, πήγαμε στην Αυστραλία δουλέψαμε σαν είλωτες και τελικά ο σύζυγος πέθανε από καρκίνο. Δυο παιδιά που έμειναν στο Σύδνεϋ. Τι να κάνουν στην Ελλάδα, ούτε Ελληνικά ξέρουν ούτε έχουν κάποιο δεσμό με τη χώρα.

- Οπότε εσύ μόνη σου εδώ;

- Ναι, μόνη και ελεύθερη.

- Τι εννοείς, δεν είχες κάποιον να αντικαταστήσει τον σύζυγό σου;

- Όχι. Τρία χρόνια μόνη μου. Όσο χρειάστηκα για να λικιντάρω την περιουσία μου. Άφησα τα μερίδια στα παιδιά μου και ήρθα. Εσύ τι κάνεις, πες μου νέα σου. Παντρεύτηκες; Τι έκανες τόσα χρόνια.

- Είμαι μόνος, τελείωσα μηχανικός και ασχολούμαι με κατασκευές, από πολυκατοικίες μέχρι βιλίτσες. Αν θες να κάνεις οτιδήποτε σε κατασκευή επισκευή, οτιδήποτε τέλος πάντων μπορείς να με συμβουλευτείς.

- Μια που το λέμε, έχω αγοράσει ένα διαμερισματάκι και θέλω να το επισκευάσω.

- Τέλεια, είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος. Τηλεφώνησέ μου όποτε θες.

- Τώρα μπορείς να πεταχτούμε; Είναι εδώ κοντά, Νικηφόρου Φωκά.

- Πάμε.

Μεγάλο διαμέρισμα, δίπλα στο Λευκό Πύργο. Μπήκαμε μέσα. Λίγα επιπλάκια για να μπορούν να γίνονται εργασίες και ταυτόχρονα να κατοικεί και η Αργυρούλα. Είδα το διαμέρισμα, μου εξήγησε τι θέλει, της είπα τι μπορεί να γίνει, της είπα και για το πιθανό κόστος και πήγαμε στο “καθιστικό” να πιούμε έναν ακόμα καφέ. Κάθισα στον καναπέ και ήρθε δίπλα μου. Άρχισε να με πειράζει.

- Θυμάσαι βρε πονηρέ τι μου έκανες όταν ήμουν σπίτι σας. Τα σκεφτόμουν στην Αυστραλία και…

- Τι, και… Για πες. Σου άρεσε; Γιατί εμένα μου άρεσε πολύ…

- Και εμένα Δημήτρη μου. Έτσι δεν σε φώναζα όταν…

- Όταν καύλωνες; Έσκυψα και της ψιθύρισα στο αυτί.

- Ναι, θυμάσαι; Να ήξερες πως ένιωθα τότε. Δεν το έχω ξανανιώσει. Ο άντρας μου στην αρχή με περιποιόταν, δεν έχω παράπονο. Αλλά μετά, με τη δουλειά δεν προλαβαίναμε να χαρούμε τον έρωτά μας. Σπάνια τελείωνα. Αλήθεια σου λέω. Να φανταστείς ότι το έκανα μόνη μου και μόνο αυτές τις φορές τελείωνα και ευχαριστιόμουν.

- Κανένα Αυστραλό δεν βρήκες να σε χαλαρώνει;

- Αστειεύεσαι. Αν έκανα οτιδήποτε θα μαθευόταν την άλλη στιγμή στην παροικία, και όπως καταλαβαίνεις δε με έπαιρνε με δύο παιδιά…

Ήταν πολύ κοντά μου. Γύρισα και την αγκάλιασα και της έδωσα ένα απλό φιλί στα χείλη. Μου βούτηξε το κεφάλι και μου έδωσε ένα βαθύ γλωσσόφιλο. Την πέταξα στον καναπέ και της έβγαλα τα βυζιά από το σουτιέν της. Άρχισα να παίζω μαζί τους. Είχε κλειστά τα μάτια και ανοιχτές τις τσιμπουκοχειλάρες της. Τη φιλούσα στα βυζιά, στα χείλια, στο λαιμό και στο αυτάκι της. Ανατρίχιαζε, αγκομαχούσε και με αγκάλιαζε. Σηκώθηκα και ξεντύθηκα, κατέβασα το σωβρακάκι που φορούσα και πετάχτηκε η ψωλή μου στον αέρα. Την έπιασε και άρχισε να την παρατηρεί, να την μυρίζει, να την φιλάει, να την γλείφει και να την τσιμπουκώνει με λαχτάρα.

- Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο μου έχει λείψει η ψωλή σου αγόρι μου. Όλα αυτά τα χρόνια την αναπολούσα. Έβλεπα τα αγόρια μου πως μεγάλωναν και έβλεπα τα πουλιά τους που μεγάλωναν και φαντασιωνόμουν το δικό σου. Ήθελα να με γαμήσεις, το θέλω, θέλω τώρα να με πάρεις.

- Ξεντύσου και πάμε στο κρεβάτι.

Ξεντύθηκε γρήγορα-γρήγορα. Έκρυψε τις βυζάρες της που είχαν πια πέσει. Πήγε στο διπλό της κρεβάτι ξάπλωσε και σκεπάστηκε. Της τράβηξα το σκέπασμα και έπεσα δίπλα της. Την έβαλα σε θέση εμβρύου και την ακούμπησα με το ψωλοκέφαλο μου. Έμεινε ακούνητη.

- Άνοιξε τα κωλομάγουλα σου με τις χούφτες σου, της είπα.

Το έκανε αμέσως. Έπιασα την πούτσα μου και της βούρτσισα μουνί και κώλο. Βολεύτηκε ώστε να έχω καλύτερη πρόσβαση. Της άνοιξα με το υγρό μου πουτσοκέφαλο τα μουνόχειλα. Βόγκηξε. Έκανα μια ασήμαντη κίνηση και γλίστρησα στην είσοδο της μουνότρυπας της. Της χάιδεψα την τρύπα κυκλικά με το πουτσοκέφαλό μου.

- Μη με παιδεύεις σε παρακαλώ. Μην με παιδεύεις άλλο. Πάρε με, πάρε με τώρα.

Μια δυνατή πουτσιά και είμαι ολόκληρος βαθιά μέσα της. Αυτό ήταν. Άρχισε να βαριανασαίνει και να χτυπιέται πάνω στο καυλί μου.

- Θέλω να σε καβαλήσω, γύρνα. Θέλω να σε νιώσω μέσα μου. Μέσα μου, σου λέω.

Γύρισα ανάσκελα και με καβάλησε. Με την χοντρή της κωλάρα χτυπιόταν πάνω στο καυλί μου. Την είχα πιάσει από τα κωλομάγουλα και της έδινα ρυθμό. Σε λίγο κουράστηκε και την πήρα στα τέσσερα. Τη χούφτωσα από τις γαμολαβές της και την κάρφωσα δυνατά στην μουνάρα της. Αγκομαχούσε δυνατά. Μια στιγμή σταμάτησα και πήγα να βγω λιγάκι για να την ξανακαρφώσω. Δεν το κατάλαβε και άρχισε να μου φωνάζει.

- Μη βγεις τώρα. Μη μ’ αφήσεις τώρα. Μη βγεις, συνέχισε, συνέχισε.

Με μια πουτσιά ξανακαρφώθηκα στην μουνάρα της. Μια μπάτσα στο δεξιό της κωλομάγουλο.

- Ωχ! Έτσι αγόρι μου.

- Θέλεις μπάτσες πουτανάκι;

- Ναι, ναι ρίξε μου κι’ άλλες, μου αρέσει. Μόνο μη βγεις, μην με αφήσεις, θέλω να χύσω…

- Τρίψε την κλειτορίδα σου καύλα μου.

- Ναι!

- Τρίψ’ την καύλα, τρίψ’ την δυνατά να χύσουμε παρέα. Τρίψ’ την.

Νιώθω τα δάχτυλά της να τρίβουν την μουνάρα της και να ακουμπάνε την ψωλή μου. Της αρέσει και ξαναρχίζει τα βογκητά.

- Θα χύσω αγόρι μου, είμαι κοντά καύλαρε μου, είμαι κοντά.

- Χύσε μαζί μου πουτανάκι, χύσε τα ζουμιά της καύλας σου.

- Χύνω καύλα μου σου γεμίζω το καυλί με τα ζουμιά μου.

- Σε χύνω πουτανάρα μου, σε χύνω στην μούνα σου. Σε χύνω!

Πέσαμε στο κρεβάτι ξέπνοοι.

- Τι μου έκανες αγόρι μου; Ένιωσα ξανά γυναίκα. Δεν ξέρω αν το καταλαβαίνεις αλλά έτσι ένιωσα και σε ευχαριστώ.

Πήρα τη δουλειά για την ανανέωση του σπιτιού της και τα γαμήσια μας συνεχίστηκαν για πολλούς μήνες ακόμα. Κάποια στιγμή μου ανακοίνωσε ότι γνώρισε κάποιον και θα ήθελε να διακόψουμε. Δεν της επέτρεπε η ηθική της.

Φιλάκια πολλά Αργυρούλα μου!




Copyright protected OW ref: 178538