Δεν έπρεπε και όμως ξανάγινε

Δημοσιεύθηκε από maria1998GR
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (9 Votes)

Ήταν Σάββατο πρωί και είχα σχεδιάσει να πάω στο εξοχικό μας. Οι γονείς μου δεν θα ήταν εκεί κι έτσι θα συνδύαζα ελεύθερα το μπάνιο, τη βραδινή έξοδο με όσους από την παρέα θα ήταν εκεί και βέβαια το διάβασμα για τις εξετάσεις, που γράφω αυτή την περίοδο.

Τηλεφώνησα στην Έφη για να την ρωτήσω αν θα έρθει κι εκείνη, όμως είχαν άλλα πλάνα με τη μητέρα της, καθώς θα την συνόδευε στη γιαγιά της κάπου στη Β. Εύβοια.

Όμως μια και θα πήγαινα μού ζήτησε σαν χάρη να περάσω πρώτα από το σπίτι της και να πάρω κάτι πράγματα για τον πατέρα της, που ήταν στο εξοχικό τους εκεί. Ήξερα ότι δεν ήταν καλή ιδέα, αλλά φυσικά δε μπορούσα να της εξηγήσω γιατί. Δεν ήξερε τίποτε για το τι είχε συμβεί με εμένα και τον Γιάννη, τον πατέρα της πριν περίπου ενάμιση χρόνο, στα γενέθλια της. Και ευτυχώς γιατί δε θα το άντεχε, αφού η Έφη ήταν πάντα ερωτευμένη μαζί μου. Έτσι, για να μη δώσω υποψίες ούτε σ’ εκείνη, ούτε και στη μητέρα της, αναγκάστηκα να δεχτώ και πέρασα από το σπίτι της να μου δώσει τις τρεις τσάντες με πράγματα, που ήθελε να πάω στον πατέρα της.

Εκείνο το πρωινό φορούσα μια κόκκινη φόρμα γυμναστικής με άσπρες ρίγες (μόνο το παντελόνι, ενώ το ζακετάκι το είχα στο χέρι αφού ο καιρός ήταν πολύ ζεστός) και από πάνω ένα λευκό λεπτό μπλουζάκι, που κάλυπτε μόνο τον ένα ώμο, αφήνοντας τον άλλο ώμο και όλη τη μέση γυμνά. Ήταν τόσο λεπτό, που δεν είχα φορέσει κάτι από κάτω.

Ήταν λίγο πριν τις 11 όταν έφτασα στο εξοχικό της Έφης και χτύπησα το κουδούνι της εξωτερικής συρόμενης καγκελόπορτας της αυλής. Ο Γιάννης που με είδε άνοιξε και εγώ οδήγησα μέσα στην αυλή, όπως τόσες φορές που ήταν εκεί και η Έφη.

Όταν παρκάρισα ήρθε να με προϋπαντήσει και εγώ βγήκα από το αυτοκίνητο για να τα δώσω τις τρεις τσάντες. Φορούσε μια βερμούδα κι από πάνω ένα τισέρτ. Ήρθε κοντά μου και με αγκάλιασε.

- Έτσι είπαμε; Γιατί με αποφεύγεις ενάμιση χρόνο;

Πήγα να ψελλίσω διάφορες δικαιολογίες – ο Γιάννης δεν ξέρει κι αυτός για τη σχέση μου με την Έφη και τις «τύψεις» που είχα τον τελευταίο ενάμιση χρόνο για ό,τι είχε συμβεί μεταξύ μας.

Το βλέμμα του πάνω στο μπλουζάκι μου (δεν είχα φορέσει το ζακετάκι της φόρμας, που το είχα αφήσει στη θέση του συνοδηγού) και ό,τι διαγραφόταν γυμνό από κάτω έκαναν μάταιη όποια εξήγηση. Δε θα απέφευγα την «ανάκριση» του Γιάννη για την εξαφάνιση μου, ενώ ήμουν σίγουρη ότι το πρωινό θα ήταν πολύπλοκο.

Πήρε την δύο τσάντες και αφού άφησε την ελαφρότερη τρίτη, μού ζήτησε να τον βοηθήσω να την πάρει κι αυτή μέσα. Τον ακολούθησα ευγενικά αλλά απρόθυμα.

Αφήσαμε τις τσάντες μπροστά στο μεγάλο χολ και ενώ ετοιμαζόμουν να το «σκάσω» ήρθε πάλι κοντά μου. Οπισθοχώρησα έχοντας πλάτη προς την πόρτα. Πέρασε τα χέρια του δεξιά και αριστερά μου στο ύψος των ώμων μου παγιδεύοντας με ανάμεσα τους και με την πλάτη κολλημένη τώρα στη πόρτα. Τα μάτια του μια κοιτούσαν βαθιά μέσα στα δικά μου και μια χάιδευαν το στήθος μου, όπως διαγραφόταν κάτω από το λεπτό μπλουζάκι.

- Δεν είχαμε πει να ξαναβρεθούμε;… μου είπε. Δεν κατάλαβες πόσο σε θέλω όλα τα χρόνια και ιδιαίτερα μετά από εκείνη τη βραδιά;

- Μα Γιάννη δεν ήταν σωστό ό,τι έγινε. Ας μείνει μια ανάμνηση. Είσαι ο πατέρας της καλύτερης φίλης μου (που να έλεγα και ερωμένης μου).

Δεν άκουσε τίποτε και το δεξί του χέρι χάιδεψε τα μαλλιά μου κατεβαίνοντας και χαϊδεύοντας τον αριστερό γυμνό μου ώμο και την πλάτη, ενώ τα χείλη του αναζήτησαν τα δικά μου. Δεν είχα τρόπο να ξεφύγω.

- Σε παρακαλώ Γιάννη, με περιμένουν οι γονείς μου στο εξοχικό μας, είπα ψέματα.

Δεν πτοήθηκε. Το χέρι του κατέβηκε από τον γυμνό μου ώμο στο στήθος μου και με τις άκρες των δαχτύλων του χάιδεψε τη ρώγα του αριστερού μου στήθους. Όπως το μπλουζάκι ήταν τόσο λεπτό ένιωσα σαν να μην το φορούσα καθόλου και τα δάχτυλά του την άγγιζαν σαν να ήταν γυμνή.

Ήταν έμπειρος και ήξερε να με αναστατώνει, όπως το είχε κάνει και τότε, πριν ενάμιση χρόνο στα γενέθλια της Έφης. Τώρα τα δάχτυλά του δε χάιδευαν αλλά τσιμπούσαν και έστριβαν και έπαιζαν με τη ρωγίτσα μου που είχε ερεθιστεί. Αυτός ο άντρας είχε τόσο μεγάλη επίδραση επάνω μου, σαν να ήταν μέσα στο μυαλό μου και σαν να ήξερε τι και πώς ήθελα. Αλλά δεν έπρεπε να ξαναγίνει κάτι.

- Όχι Γιάννη, σταμάτησε σε παρακαλώ, πρέπει να φύγω.

Δεν με άκουγε. Τα χείλη του κόλλησαν στο λαιμό του και το άφτερ σέιβ του ένιωσα να με ζαλίζει.

Με τρέλαινε και το ήξερε. Το χέρι του έπιασε το λεπτό μπλουζάκι από κάτω και με μια του κίνηση το σήκωσε γύρω από το λαιμό μου και μετά από τη μεριά που άφηνε γυμνό τον ώμο μου, το πέρασε πάνω από το κεφάλι μου και το έβγαλε, αφήνοντας το να κρέμεται από το δεξί μου χέρι.

Τώρα ήμουν ολόγυμνη από τη μέση και πάνω. Κόλλησε τα χείλη του στο στήθος μου και άρχισε να γλείφει με τη γλώσσα του τη ρώγα μου και να τη δαγκώνει με τα χείλη του, ενώ το αριστερό του χέρι ζούλαγε και έπαιζε τώρα με το άλλο μου στήθος και το δεξί έψαχνε να χωθεί πίσω μου μέσα από το παντελόνι της φόρμας.

Η επίθεση ήταν πολλαπλή. Το στόμα και το ένα του χέρι στα στήθη μου και το άλλο του χέρι χάιδευε ήδη το γυμνό μου κωλαράκι μέσα από την φόρμα, γύρω από το λευκό στρινγκάκι που φορούσα.

- Μη Γιάννη μη, δε θέλω, σε παρακαλώ… είπα ψέματα πάλι.

Αλλά εκείνος με ήξερε πιο καλά από εμένα την ίδια και αγνόησε τις παρακλήσεις μου συνεχίζοντας τα βασανιστικά του ερωτικά χάδια. Για άλλη μα φορά με έφερνε σε θέση να μη μπορώ να του αντισταθώ. Του έλεγα όχι με τα λόγια, αλλά το κορμί μου με πρόδιδε. Τον ήθελε κάθε μου κύτταρο, όπως εκείνο το βράδυ.

Δε μου άφησε περιθώρια για άλλες κουβέντες. Όπως ήμουν εκεί μισόγυμνη με σήκωσε στην αγκαλιά του και με οδήγησε στη συζυγική του κρεβατοκάμαρα. Μου έβγαλε εντελώς το μπλουζάκι και γονατίζοντας μου έβγαλε τα αθλητικά παπουτσάκια που φορούσα και τράβηξε το παντελόνι της φόρμας προς τα κάτω με μια κίνηση βγάζοντάς μου το κι αυτό.

Με μόνο το λευκό μου στρινγκάκι με πέταξε πάνω στο κρεβάτι του. Την προηγούμενη φορά με είχε πάρει στο γραφείο του, τώρα το ήθελε αλλιώς. Κι εγώ ήξερα ότι δε θα μπορούσα να του πω όχι σε τίποτα. Με είχε ήδη κατακτήσει, ήξερε και έλεγχε τι θέλει το κορμί μου. Δεν τον ένοιαζε που είχα την ηλικία της κόρης του και που ήταν η κολλητή μου. Ήθελε απλά να με κατακτήσει, όπως την πρώτη φορά.

Πέταξε το τισέρτ και τη βερμούδα και ανέβηκε στο κρεβάτι ανοίγοντας τα πόδια μου. Παραμέρισε το στρινγκάκι και άρχισε να με βασανίζει με τη γλώσσα του και τα δάχτυλα του.

Τώρα πια δεν ζητούσα να φύγω, ούτε να σταματήσει. Αν και μεσημέρι καλοκαιριού είχα ανατριχιάσει ολόκληρη. Έτρεμα από την ηδονή που μου χάριζε ο Γιάννης, ο πολλαπλά παράνομος εραστής μου.

Και στη σκέψη αυτή δεν άντεξα περισσότερο και το κορμάκι μου χάνοντας κάθε έλεγχο άρχισε να φτάνει πλημμυρίζοντας τη γλώσσα και τα δάχτυλα του.

Είδα την ικανοποίηση και στο δικό του πρόσωπο από το αποτέλεσμα, ενώ το στρινγκάκι ήταν ήδη παρελθόν από πάνω μου. Τώρα ήμουν ολόγυμνη στο κρεβάτι του. Στη σκέψη ότι θα μπορούσε να μπει κάποια στιγμή η Έφη ή η γυναίκα του φρικάρισα, αλλά μετά σκέφτηκα ότι τις είχα αφήσει χιλιόμετρα μακριά και ήδη θα ταξίδευαν ακόμη μακρύτερα και ηρέμησα.

Προσωρινά βέβαια γιατί τα μουσκεμένα από τα υγρά μου δάχτυλα του Γιάννη είχαν αρχίσει να παίζουν με την πίσω τρυπούλα μου. Με ερέθιζε και πάλι και σε λίγο δύο του δάχτυλα με γαμούσαν χωρίς έλεος πίσω μου. Ναι και εκείνο το βράδυ μου το είχε κάνει αυτό, όρθια, γερμένη στο γραφείο του, όταν σε μια βραδιά με πήρε από παντού. Ήξερε τι ήθελε και πώς να το πάρει κι εγώ, σαν «πουτανάκι ερωτικό», όπως με είχε τότε χαρακτηρίσει, του ήμουν υποτακτικά παραδομένη, να μου κάνει πάλι ό,τι θέλει.

Αυτή τη φορά η προτεραιότητα του ήταν το κωλαράκι μου.

- Αυτό το κωλαράκι μου έλειψε πιο πολύ από όλα. Έχω χύσει τόσες βραδιές γι’ αυτό και με τρελαίνεις τώρα ενάμιση χρόνο, που δεν μου είχες ξαναδώσει την ευκαιρία. Ερχόσουν εδώ με την Έφη κι εγώ έχυνα τα βράδια για πάρτη σου και γι’ αυτό το κωλαράκι, που κολάζει κι άγιο.

Δεν ήταν άγιος, αλλά ήξερε να με κάνει να κολακεύομαι, όπως μου μίλαγε και να με ερεθίζει σε κάθε μου κύτταρο, όπως με άγγιζε και έπαιζε με το κορμάκι μου εξουσιάζοντας με.

Με γύρισε και οδήγησε τον σκληρό του πούτσο μέσα μου, στο αντικείμενο του πόθου του, στο κωλαράκι μου, ξέροντας ότι παρά τον πόνο κι εγώ έλιωνα εκείνη τη στιγμή να με πάρει από εκεί.

Μπήκε αργά, λίγο-λίγο, σκίζοντας με. Βόγκηξα. Τα χέρια του ζούλαγαν το στήθος μου κι εκείνος έμπαινε όλο και βαθύτερα μέσα μου. Άρχισε να με γαμάει ανελέητα ενώ βασάνιζε άγρια και τις ερεθισμένες ρωγίτσες μου. Δεν αντέξαμε πολύ … ένιωσα να χύνει μέσα μου και τον ακολούθησα κι εγώ σε ένα δεύτερο οργασμό, πιο δυνατό και από τον πρώτο.

Όταν συνήλθαμε γονάτισα ανάμεσα στα πόδια του και πήρα τον πούτσο του στο στόμα μου. Άρχισα να επιστρέφω τα βασανιστήρια, που μού είχε κάνει, παίζοντας με τα χείλη και τη γλώσσα μου και ερεθίζοντάς τον ξανά, ενώ με το χέρι μου του χάιδευα τη βάση του πούτσου του και με το άλλο μου χέρι, σαλιώνοντάς το, άρχισα κι εγώ να γαμάω απαλά την κωλοτρυπίδα του. Ξαφνιάστηκε και ο πούτσος του έγινε κάγκελο.

Ανέβηκα πάνω του και τον οδήγησα μέσα μου. Το παραπονεμένο μουνάκι μου δε δυσκολεύτηκε να τον καλοδεχτεί και άρχισα να χοροπηδάω πάνω του. Έσκυψα και αρχίσαμε να φιλιόμαστε ενώ τα χέρια του ζουλούσαν πάντα αχόρταγα το κωλαράκι μου ανοιγοκλείνοντας το.

Όταν κατάλαβα ότι ήμασταν έτοιμοι πάλι του ζήτησα να με ξαναπάρει από πίσω και να φτάσει πάλι μέσα μου. Άλλο που δεν ήθελε. Με έστησε στα τέσσερα και καρφώθηκε μέσα μου τραβώντας μου τα μαλλιά. Χύσαμε με κραυγές πάθους, πλημμυρισμένοι από τα ερωτικά μας υγρά και άφθονο ιδρώτα.

- Υποσχέσου μου, ότι δεν θα εξαφανιστείς ξανά… μου είπε.

- Το υπόσχομαι…

ψιθύρισα και έπεσα παραδομένη στο πλάι του.




Copyright protected OW ref: 177210