Κι όμως συνέβη

Δημοσιεύθηκε από restless1
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.50 (4 Votes)
Το πάρτι ήταν στα μισά του περίπου. Το σπίτι του συνεταίρου και φίλου μου, γεμάτο κόσμο. Στο ισόγειο ενός διώροφου σπιτιού στα βόρεια προάστια της Αθήνας, με πρόσβαση στον ωραίο κήπο του και με ροκ προτιμήσεις στα πλατό. Στην αρχή της δεκαετίας 2000, με εμένα πρόσφατα παντρεμένο, 32 ετών. Η γυναίκα μου, 25 ετών, τριγύριζε χαρούμενη. Εγώ και ο Δημήτρης (ο συνέταιρος) είμαστε φίλοι από παλιά και μέλη μια μεγάλης παρέας. Οι περισσότεροι στο πάρτι ήταν γνωστοί και φίλοι. Μέσα σ αυτούς η Άρια! Είχε έρθει συνοδεύοντας ένα φίλο μας, τον Πάρη. Διατηρούσαν μια από εκείνες τις περίεργες σχέσεις του στυλ «βγαίνουμε μαζί καιρό αλλά δεν τα έχουμε και δεν παίζει κάτι γκομενικό». Η Άρια ήταν 34. Την ήξερα καιρό αν και βρισκόμασταν μόνο συμπωματικά σε κάτι φάσεις ανάλογες μ' αυτήν που περιγράφω.

Κοντούλα, γύρω στο 1.60 και με κοντό μαλλάκι σαν αγοράκι, με τα μυωπικά στρογγυλά γυαλιά της, δεν είχε τα τυπικά προσόντα γκομενάρας. Είχε όμως ένα πολύ όμορφο λεπτό σωματάκι και ήταν πολύ έξυπνη. Πολύ! Βασικό στέλεχος μιας εταιρείας παραγωγής η Άρια ακτινοβολούσε δραστηριότητα και ανεξαρτησία. Χαιρόσουν να μιλάς μαζί της.

Με την Άρια πάντοτε «παίζαμε» όταν βρισκόμασταν. Τίποτε αξιοσημείωτο ποτέ, αλλά πάντα φλερτ με ωραία κουβέντα και συχνά πονηρά υπονοούμενα. Εκείνο το βράδυ ήταν πολύ σέξι, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια. Φορούσε ένα μακρύ φόρεμα μπεζ ανοιχτό που έδειχνε αρκετά το στήθος της και είχε ένα αρκετά γενναίο σκίσιμο στον μηρό της που έφτανε ψηλά!

Στην τρέλα του πάρτι την παρακολουθούσα με ενδιαφέρον. Πολλές φορές βρέθηκα «τυχαία» μπροστά της. Αμέσως μου έδωσε συγχαρητήρια για το γάμο μου και μου είπε ότι η γυναίκα μου είναι πολύ όμορφη. Αλήθεια ήταν. Αλλά το ενδιαφέρον μου εκείνο το βράδυ ήταν γι αυτή. Σε μια άλλη στιγμή κατάφερα να την ξεμοναχιάσω έξω από την τουαλέτα καθώς έβγαινε. Το σημείο έδινε ένα σχετικό privacy. Κάνοντας ότι περιμένω για την τουαλέτα βρέθηκα πολύ κοντά, μπροστά της. Χαμογέλασε. Εγώ σοβαρός, και της είπα:

- Κυρία μου είστε επικίνδυνα όμορφη απόψε.

Απάντησε με ένα πονηρό, αυθάδικο χαμόγελο:

- Και τι σκοπεύετε να κάνετε γι αυτό;

Δίστασα για μια στιγμή και μετά ορμητικά τη φίλησα στα χείλη. Τραβήχτηκε απότομα αυθεντικά ξαφνιασμένη.

- Α είσαι τελείως τρελός…

Έφυγε αλλά έφυγε μ' ένα χαμόγελο. Με άφησε με περισσότερο θάρρος και τρέλα. Ίσως να βοήθησε και το μισό μπουκάλι που είχα ήδη καταναλώσει, ίσως και το άρωμα της άνοιξης που ήταν διάχυτο στον κήπο. Λίγο αργότερα έπαιζε «γιάνκα». Όλοι σχημάτισαν μια μακριά ουρά, κι εγώ, κάπως άκομψα, παρεμβλήθηκα ανάμεσα σε μια φίλη και την Άρια πιάνοντάς την από τη μέση. Χαμογέλασε σα να το περίμενε. Τελειώνοντας ο χοροπηδηχτός χορός, έπεσα επάνω της από πίσω κάπως άγαρμπα σα να έχασα την ισορροπία μου. Ο πούτσος μου στις δόξες του, ακούμπησε επάνω της. Ψύχραιμη και πάντα με το πονηρό χαμόγελο μου είπε:

- Να υποθέσω ότι χαίρεσαι που με βλέπεις ε;

Τραβήχτηκα επειγόντως κάπου στην άκρη σε ένα καναπέ γιατί το φούσκωμα στο παντελόνι μου ήταν παραπάνω από εμφανές. Πίνοντας σχεδίασα τη κίνησή μου, στα όρια της λογικής.

Πήγα στο σημείο που ένας φίλος μας είχε αναλάβει το ρόλο του dj. Μένοντας πίσω απ’ το τραπέζι του παρακολουθούσα την ομήγυρη κρατώντας το ποτήρι μου και ακουμπώντας στην κάσα της πόρτας πίσω μου. Το βλέμμα μου συχνά έπεφτε πάνω της. Χόρευε, μίλαγε, έπινε, έλαμπε! Και δεν παρέλειπε, που και που, να κοιτάζει προς το μέρος μου.

Τόλμησα το επόμενο βήμα. Κάποια στιγμή που το τα βλέμματα μας είχαν πάλι συναντηθεί, την κοίταξα με νόημα και οπισθοχώρησα. Βγήκα από την ανοιχτή εξώπορτα του σπιτιού στο κλιμακοστάσιο που οδηγούσε στην εξώπορτα του επάνω γείτονα του συνεταίρου μου. Ήξερα ότι έλλειπαν. Είχαν συνεννοηθεί με το Δημήτρη να λείπουν για να γλιτώσουν τη φασαρία του πάρτι. Άρχισα να ανεβαίνω τη σκάλα στον μισοσκότεινο χώρο του κλιμακοστασίου βεβαιώνοντας ότι με βλέπει μέχρι που εξαφανίστηκα απ’ τα μάτια της. Έφτασα στο κεφαλόσκαλο μπροστά στην πόρτα του γείτονα. Ελάχιστο φως έφτανε ως εκεί φεγγοβολώντας από κάτω ενώ η μουσική ακούγονταν «πνιγμένη» σε σαφώς χαμηλότερη ένταση. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Απ' τη μια η αγωνία της παρανομίας και απ’ την άλλη η έντονη προσμονή σε συνδυασμό με το οινόπνευμα με είχαν φέρει σε μια κατάσταση έξω απ’ τον εαυτό μου.

Κι όμως! Μέσα στο μισοσκόταδο φάνηκε με ένα περίεργο χαμόγελο.

- Το βλέμμα σου το κατάλαβα σαν πρόσκληση. Καλά κατάλαβα;

Την άρπαξα και προσπάθησα να την ξαναφιλήσω. Τραβήχτηκε και έφαγα ένα απρόσμενο χαστούκι που το θυμάμαι ακόμα. Ο ξαφνικός πόνος με συνέφερε απότομα. Συνειδητοποίησα τι κάνω και σε τι απίστευτο κίνδυνο έχω βάλει τον εαυτό μου. Έμεινα να την κοιτάω με αποσβολωμένο ύφος. Κι αυτή απέναντι μου στο ένα μέτρο.

- Είσαι τελείως τρελός ε;

Εξακολούθησα να την κοιτάω εντελώς αμήχανος. Και τότε έγινε το εντελώς απίστευτο. Με πλησίασε και με φίλησε. Κι ήταν τόσο ξεσηκωτικό το φιλί της που το θυμάμαι κι αυτό μαζί με το χαστούκι. Σε δευτερόλεπτα το μπαλαμούτι είχε ξεφύγει εντελώς. Της χάιδεψα τα βυζιά και έβαλα το χέρι μου ανάμεσα στο σκίσιμο στο πόδι της. Με βιασύνη άνοιξε το παντελόνι μου και έπιασε το καβλί μου που είχε γίνει πέτρα. Μια σύντομη άγαρμπη πίπα και στήσιμο στην κουπαστή της σκάλας. Έσκισα με δύναμη το κιλοτάκι της και μπήκα μέσα της. Η διάρκεια δεν πρέπει να ξεπέρασε τα 15 δευτερόλεπτα. Στέκονταν όρθια μπροστά μου, είχε σκύψει αρκετά και κρατιόταν απ’ την ξύλινη κουπαστή. Κι εγώ την πηδούσα με λυσσασμένη ορμή κρατώντας του γοφούς της καθώς το φόρεμα της ήταν σηκωμένο στη μέση της. Καθώς την έσπρωχνα τράνταζε όλη την κουπαστή. Ήμασταν κι οι δύο αμίλητοι. Ακουγόταν η μουσική από κάτω και ο ήχος από δυο τρεις ξυλιές που πρόλαβα να της δώσω στον κώλο της. Την έπιασα απ’ τα βυζιά της, πάνω απ το φόρεμα και επιτάχυνα το ρυθμό μου. Τραβήχτηκα για να χύσω αλλά με συγκράτησε. Τελικά έχυσα βαθιά μέσα της και την ένοιωσα να χύνει κι αυτή χωρίς ούτε μια φωνή.

Σηκωθήκαμε και γύρισε προς το μέρος μου. Έπιασε με το χεράκι της τον μισοπεσμένο πούτσο μου δυνατά. Με ξαναφίλησε και μείναμε για λίγο έτσι . Μου ψιθύρισε:

- Μου αρέσεις θεότρελε, μου αρέσεις.

Κατέβηκε πρώτη και με προσοχή. Λίγο αργότερα κατέβηκα κι εγώ. Λίγο αργότερα με τον Πάρη, πέρασαν να μας χαιρετίσουν καθώς έφευγαν. Μέσα στις τυπικές αγκαλιές μου έβαλε στο χέρι το σκισμένο κιλοτάκι της.

Δεν την ξαναείδα. Πέρασαν τα χρόνια και φτάσαμε στο φετινό Ιανουάριο. Πήγα για ενημέρωση στο σχολείο της κόρης μου. Μόνος. Έχω χωρίσει εδώ και χρόνια. Τη διέκρινα στις 2-3 καρέκλες μπροστά μου. Δεν ήμουν σίγουρος. Είχε μακριά μαλλιά και δεν είχε γυαλιά. Το σώμα της ήταν ακόμα πολύ ωραίο και το περίεργο ήταν το πρόσωπό της που ήταν σχεδόν ίδιο.

Από τη θέση που καθόταν κατάλαβα ότι ήταν γονέας μικρότερης τάξης. Ήταν μόνη της και μίλαγε με άλλες μαμάδες. Δε με είχε προσέξει. Βεβαιώθηκα καθώς άκουσα να την φωνάζουν με το περίεργο όνομα της. Υπομονετικά περίμενα να βρω την ευκαιρία. Στάθηκα μπροστά της χωρίς να προκαλέσω στην αρχή κάποια αντίδραση.

- Είσαι πράγματι εσύ; (τη ρώτησα)

Της πήρε 1-2 δευτερόλεπτα. Εκτέθηκα μπροστά της με τα λιγότερα μαλλιά μου, τα περισσότερα κιλά μου και το ηλίθιο χαμόγελο μου.

- Θεέ μου, Μιχάλη…

Αμηχανία σαν και τότε! Εξεταστική ματιά.

- Μη μου πεις πως έχεις παιδί εδώ;

Της έγνεψα καταφατικά πάντα χαμογελώντας ηλιθίως. Είπαμε μερικά τυπικά, τι κάνεις – τι κάνω κλπ. Την είχα κολλήσει ηλίθιο χαμόγελο.

- Είσαι πάντα επικίνδυνα όμορφη.

- Κι εσύ; Είσαι πάντα τελείως τρελός;

Μείναμε με τα χαμόγελα. Είπαμε ότι θα τα πούμε. Από τότε μου έκανε πρόταση φιλίας στο fb. Είναι παντρεμένη με 2 παιδιά. Πλάκωσε ο κορωνοϊός, τα σχολεία έκλεισαν και οι αφορμές χάθηκαν. Σήμερα άνοιξα το κουτάκι που φυλάω, σα χαζός, κάποια αναμνηστικά. Βρήκα σε ένα κουτάκι το απομεινάρι απ’ το κιλοτάκι της.

Έγραψα αυτό το κείμενο ελπίζοντας πως θα το διαβάσει. Η ελπίδα, ελπίδα…




Copyright protected OW ref: 176458