Η γυναίκα είναι σκληρός άνθρωπος

Δημοσιεύθηκε από KostasMar
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.21 (7 Votes)
Από μικρός πίστευα ότι οι γυναίκες είναι το αδύνατο φύλο, μέχρι που διαπίστωσα ότι αυτά τα υπέροχα πλάσματα, που δεν κάνουμε χωρίς αυτά, μόνο αδύνατα δεν είναι. Διαπίστωσα ότι διαθέτουν ευαισθησίες αλλά και μια δύναμη που συμπληρώνουν το αδύναμο μέρος του κάθε άντρα, μια δύναμη που αν δεν την προσέξεις, μπορεί να σε καταστρέψει ως άντρα και ως άνθρωπο.

Είχε πάει βράδυ πια, όταν γύρισα κατάκοπος από τη δουλειά. Όλον εκείνο τον καιρό δούλευα ως αργά στο γραφείο, μιας και ήμουν νέος στη δουλειά. Έπρεπε να δείξω πόσο καλός ήμουν στα αφεντικά. Έτσι, τον πρώτο καιρό κατέβαλα μεγάλες προσπάθειες. Ήταν πρόσφατο το διάστημα που έμεινα από δουλειά και δεν θα άντεχα τον εφιάλτη της ανεργίας να με κυνηγάει ξανά

Με το που έφτασα στο σπίτι, μπήκα και έκανα ένα μπάνιο να ξεκουραστώ και ύστερα να φάω. Σε λίγο άκουσα τη μάνα μου να με φωνάζει.

- Έλα, Κωστή μου, το φαγητό είναι έτοιμο.

Βγήκα και κάθισα μαζί της στην κουζίνα. Μέχρι να φάω, η ώρα πήγε δέκα το βράδυ. Δεν είχα καμιά διάθεση να βγω. Κάθισα στο σαλόνι να σκοτώσω την ώρα μου στην τηλεόραση.

- Βρε Κώστα μου, πολύ κουράζεσαι παιδί μου… είπε η μητέρα μου, η κα Μαρία.

- Δεν πειράζει, βρε μάνα και τι να κάνουμε; Πρέπει τώρα, ιδιαίτερα στην αρχή, να δουλέψω, να εξασφαλίσω την θέση μου στην εταιρεία. Καλά τα πτυχία, αλλά όλοι τους, πάντα, θέλουν κάτι παραπάνω. Αν χάσω πάλι τη δουλειά, πιστεύεις ότι θα είμαστε καλύτερα; Ξεχνάς τη στενοχώρια που τραβήξαμε, ρε μάνα;

- Δεν το ξεχνάω, παιδί μου, αλλά να, σε βλέπω που κουράζεσαι και…

- Δεν πειράζει βρε μάνα, τη διέκοψα. Όλα θα στρώσουν.

Καθίσαμε λίγο ακόμα. Η ώρα είχε πάει μεσάνυχτα. Η μάνα μου πήγε για ύπνο. Κάθισα λίγο. Σε κάποια στιγμή χτύπησε το τηλέφωνό μου. Το σήκωσα. Ήταν ο Στάθης, ο φίλος μου.

- Έλα, βρε Κωστή, πού είσαι;

- Πού να είμαι, βρε Στάθη, στο σπίτι είμαι. Άργησα να σχολάσω και ήμουν χάλια. Εσύ πού είσαι; Φασαρία ακούω.

- Είμαστε σε ένα μπαράκι με τα παιδιά. Μαζί μας είναι και η Στέλλα. Έχει λυσσάξει, ρε φίλε. Μας γάνωσε το κεφάλι. Πού είσαι και πού είσαι. Θέλεις να έρθεις;

- Όχι, βρε Στάθη, είμαι χάλια, δε μπορώ, ειλικρινά. Γύρισα πολύ αργά και δεν έχω κουράγια.

- Καλά, όπως θες. Πάντως, να ξέρεις, ότι κάνει σαν τρελή για σένα.

- Άμα είναι αύριο που είναι Παρασκευή να βρεθούμε. Τι λες, πάρε κι εσύ τη Λένα και βγαίνουμε οι τέσσερις μας, θέλετε;

- Εγώ τι λέω; Ε, θα το της πω και θα την κάνω να χάσει τον ύπνο της.

- Καλά, κάνε ότι καταλαβαίνεις.

Την άλλη μέρα σχόλασα πιο νωρίς. Τηλεφωνηθήκαμε με το Στάθη και κανονίσαμε να πάμε σε ένα γνωστό μπαράκι. Στις δέκα και κάτι βρεθήκαμε στην κεντρική πλατεία της πόλης. Η Στέλλα ήταν ντυμένη σα θεά. Μελαχρινή μετρίου αναστήματος. Φορούσε μια μίνι φούστα, που άφηνε να φαίνονται τα καλλίγραμμα πόδια της και μια μπλούζα που τόνιζε το στήθος της. Ήταν πράγματι πολύ όμορφη, με ένα τέλειο γυμνασμένο κορμί, ένα αγγελικό πρόσωπο και ένα γλυκό χαμόγελο συμπλήρωναν την φοβερή ομορφιά της. Από τη στιγμή που συναντηθήκαμε, άρχισε να με τρώει με τα μάτια της.

Την ήξερα από καιρό, αλλά τότε ήμουν σε σχέση με τη Σοφία. Ένας μακροχρόνιος δεσμός που είχε ένα άσχημο τέλος. Είχα πικραθεί πολύ όταν χωρίσαμε πριν τρεις μήνες περίπου. Και γι’ αυτό και δεν έδινα σημασία στη Στέλλα, όπως και σε κάθε άλλη κοπέλα που συναντούσα. Η Στέλλα εκδήλωνε ανοιχτά το ενδιαφέρον της για μένα, ακόμα και μπροστά στη Σοφία μερικές φορές. Και θυμάμαι, τότε, ότι με κατηγόρησε για τη συμπεριφορά αυτή της Στέλλας. Με κατηγόρησε ότι εγώ κατά κάποιον τρόπο την προκαλούσα. Με ενόχλησε πολύ όμως, γιατί εγώ στάθηκα στο ύψος μου, αλλά το πράγμα στράβωσε για τα καλά. Δεν υπολόγισα ίσως την υπέρμετρη ζήλεια της Σοφίας. Στην αρχή κάπου ήλπιζα ότι θα ξαναφτιάξουν τα πράγματα ανάμεσα σε μένα και τη Σοφία, αλλά η χαριστική βολή ήρθε από την ίδια τη Σοφία, με τον πρόσφατο αρραβώνα της με κάποιον άλλο, όταν έφυγε ξαφνικά στην Αθήνα. Έτσι έμεινα μόνος εκείνο το διάστημα, μέσα στην πίκρα του χωρισμού και με το μαρτύριο της ανεργίας να με βασανίζει καθημερινά. Η Στέλλα τα γνώριζε όλα, από την αρχή σχεδόν, και άρχισε να εκδηλώνει πιο έντονα το ενδιαφέρον της και να με πολιορκεί όποτε βρισκόμασταν σε κοινή παρέα, ιδιαίτερα όταν χώρισα με την Σοφία.

Το βράδυ εκείνο πήγαμε πρώτα να φάμε σε μια πιτσαρία. Η Στέλλα μού την έπεφτε κανονικά. Μετά πήγαμε σε ένα μπαρ για ποτό. Η βραδιά κυλούσε υπέροχα. Εγώ πάντα με τα αστεία μου· μου αρέσει πάντα να πειράζω τον κόσμο. Το ίδιο και η Στέλλα ήταν πολύ διαχυτική μαζί μου. Έλεγε αστεία. Μπορώ να πω ότι ήταν ένα άτομο που έκανε ευχάριστη παρέα. Η Λένα ήταν αγκαλιά με το Στάθη και χορεύανε.

Λίγο η μουσική, λίγο η ατμόσφαιρα, λίγο το ποτό, η Στέλλα σε κάποια στιγμή, εκεί που μιλούσαμε για διάφορα οι δυο μας, γυρίζει και μου λέει, κοιτάζοντάς με στα μάτια με το έντονο διαπεραστικό της βλέμμα.

- Ξέρεις, Κωστή μου, ξέρω μια παροιμία που λέει πως, αν δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, πάει το βουνό στον Μωάμεθ.

- Δηλαδή; Ρώτησα παριστάνοντας τον ανήξερο.

Η Στέλλα τότε με αγκαλιάζει ξαφνικά και με φιλάει με ένα παθιασμένο φιλί στο στόμα. Στην αρχή σοκαρίστηκα. Έκανε να τραβηχτεί. Την έπιασα, την τράβηξα πάνω μου και τη φίλησα με μεγαλύτερο πάθος.

- Ξέρεις, ότι όσο με παιδεύεις με την αδιαφορία σου, τόσο τρελαίνομαι μαζί σου, Κώστα μου;

- Μ’ αρέσεις πολύ, της είπα και τη φίλησα τρυφερά, πεταχτά στα χείλη.

- Στην υγειά σας παιδιά, ακούμε την Έλενα να λέει και να σκάει στο γέλιο.

Η βραδιά πέρασε μέσα στις γλύκες και τα φιλιά. Η ώρα πέρασε. Η Στέλλα έπρεπε να είναι στο σπίτι της εκείνη τη νύχτα. Χωριστήκαμε ανανεώνοντας το ραντεβού μας για την επόμενη το μεσημέρι που ήταν Σάββατο. Έφυγα για το σπίτι. Την άλλη μέρα ξύπνησα με το τηλεφώνημά της.

- Καλημέρα, Κωστή μου… είπε με μια γλυκιά φωνή.

- Καλημέρα, Στέλλα μου!

- Κοιμάσαι; Αχ, με συγχωρείς! Αν το ήξερα, δε θα έπαιρνα.

- Δεν πειράζει κορίτσι μου, τι ώρα είναι;

- Έντεκα το πρωί.

- Ωχ! Άργησα, γαμώτο! Ήθελα να κάνω κάτι δουλειές, αλλά δεν πειράζει. Τις προλαβαίνω έτσι κι αλλιώς. Εμείς, τι ώρα θα βρεθούμε, μωρό μου;

- Ε, λέω κατά τις τρεις. Ξέρεις, είμαστε καλεσμένοι σε ένα τραπέζι. Οπότε λέω να ξεμπερδέψω μέχρι τότε. Πρέπει να πάω και θα την κάνω νωρίς-νωρίς.

- Και αργότερα, μωρό μου, δεν πειράζει. Εγώ θα πάω εκείνη την ώρα στην καφετέρια του Θωμά, και θα σε περιμένω, εντάξει; Εν τω μεταξύ μιλάμε.

- ΟΚ, φιλάκια. Σε αφήνω τώρα να ετοιμαστώ πριν αρχίσουν τις γρίνιες.

- Φιλάκια!

Σηκώθηκα και κάθισα με τη μάνα μου στην κουζίνα. Έφτιαξα έναν καφέ και κάθισα μαζί της που ετοίμαζε κάτι για το φαγητό.

- Κωστή μου, σου έφτιαξα ένα τοστ.

- Σε ευχαριστώ, βρε μάνα, να ‘σαι καλά.

- Δε μου λες, ποια ήταν στο τηλέφωνο;

- Αχ! Τι θα κάνω με σένα κυρά Μαρία; Όλα πρέπει να τα μαθαίνεις!

- Κοίτα, θέλω να μην πληγωθείς πάλι, όπως και με τη Σοφία, που για μια ζήλεια, ένα πείσμα, τα τίναξε όλα στον αέρα και πήγε και αρραβωνιάστηκε. Για σένα νοιάζομαι. Δε θέλω να σε βλέπω στενοχωρημένο. Και μην νομίζεις ότι θέλω να μπλέκομαι στα προσωπικά σου.

- Μην ανησυχείς. Η Στέλλα είναι μια πολύ καλή κοπέλα.

- Ποια Στέλλα; Αυτουνού που έχει ο πατέρας το εμπορικό;

- Ναι, αυτουνού. Γιατί, τι κακό είναι;

- Όχι, τι κακό να είναι; Απλά ρωτάω.

Η ώρα πέρασε, εγώ ήμουν στην καφετέρια και παρήγγειλα ένα καφέ. Είχε πάει τέσσερις σχεδόν. Σε λίγο την είδα να έρχεται από μακριά. Σηκώθηκα, αγκαλιαστήκαμε και της τράβηξα την καρέκλα να καθίσει δίπλα μου. Όλη την ώρα με τη Στέλλα ήμαστε στις αγκαλιές και τα φιλιά.

Πέρασε μια ώρα περίπου. Σηκωθήκαμε και φύγαμε με το αμάξι μου. Βγήκαμε έξω από την πόλη. Πήγαμε σε ένα χωματόδρομο, που αριστερά και δεξιά ήταν κατάφυτος με πανύψηλα δέντρα. Ήταν όμορφα! Σε μια εσοχή του δρόμου σταμάτησα το αμάξι. Η βλάστηση ήταν τόσο πυκνή, δεν φαινόμαστε από πουθενά τριγύρω.

- Γιατί με έφερες εδώ; ρώτησε με ένα υπονοούμενο.

- Γιατί είμαι ρομαντικός τύπος, είπα…

και την άρπαξα στην αγκαλιά μου. Τη φιλούσα με τέτοιο πάθος, που η ίδια δεν το περίμενε. Με νόμιζε για πολύ συνεσταλμένο άτομο. Παραδόθηκε στα φιλιά μου. Με μια κίνηση έβαλα το χέρι μου κάτω από την μπλούζα της. Τα βυζιά της ήταν υπέροχα. Μεγάλα στητά, με δυο όμορφες ρώγες ερεθισμένες.

Συνεχίσαμε κάμποσο έτσι. Ο πούτσος μου ήταν μέσα στην καύλα. Σταμάτησα. Βγήκα από το αμάξι. Πήγα γύρω την σήκωσα από το χέρι και άνοιξα το πίσω πόρτα και την έβαλα να ξαπλώσει στα πίσω καθίσματα. Έπεσα πάνω της, της σήκωσα την μπλούζα που φορούσε και άρχισα να της πιπιλάω τις ρώγες της. Η Στέλλα αφέθηκε εντελώς στο πάθος μου. Της κατέβασα το τζιν και της το έβγαλα. Δεν πρόβαλε καμία αντίρρηση. Άνοιξα τα πόδια της και ο πούτσος μου καρφώθηκε στο στενό μουνί της. Ήταν υπέροχα. Η Στέλλα βογκούσε και έχυνε πλημυρίζοντας τον πούτσο μου με τα υγρά της. Σε λίγο ήρθε το τέλος βγήκα και έχυσα πάνω στην κοιλιά της.

Μείναμε αγκαλιασμένοι προσπαθώντας να βρούμε τις ανάσες μας. Ύστερα ντυθήκαμε και βγήκαμε από το αμάξι. Καθίσαμε κάτω από ένα δέντρο αγκαλιασμένοι.

- Τελικά, Κωστή μου, ενώ δείχνεις ψυχρός και απόμακρος μερικές φορές, είσαι πολύ τρυφερός.

- Δεν ξέρω τι δείχνω στους άλλους, αλλά εγώ πάντα έτσι ήμουν, ρομαντικός.

Σηκώθηκα γιατί πιάστηκε η μέση μου. Την έπιασα αγκαλιά και τη φιλούσα τρυφερά. Σε μια στιγμή τη σήκωσα αγκαλιά και την πήγα πάλι στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Τη γύμνωσα πάλι κι άρχισα να της φιλάω στο στήθος. Σε λίγο ήμουν πάλι μέσα της. Αυτή τη φορά δεν βιαζόμουν. Το απολάμβανα. Ύστερα την έστησα στα τέσσερα. Έβλεπα το γυμνασμένο κώλο της να ακουμπάει πάνω μου και τρελαινόμουν. Ήταν τέλεια!


Κουράστηκα και σηκωθήκαμε. Ξάπλωσα και εκείνη γονάτισε πάνω μου καρφώνοντας τον πούτσο μου στο μουνί της ξανά. Άρχισε να κουνιέται. Βρήκε το ρυθμό που της χάριζε περισσότερη γλύκα. Σε λίγο κοκκίνισε. Έκλεισε τα μάτια της σηκώνοντας ελαφρά το κεφάλι της προς τα πάνω. Έχυσε δυνατά. Έσκυψε πάνω μου κι άρχισε να με φιλάει. Λέγαμε ερωτόλογα κι οι δυο. Δεν σταμάτησε να κουνιέται. Έφτασα στην κορύφωση. Βγήκε και κάθισε πάνω στον πούτσο μου τρίβοντας τα μουνόχειλά της πάνω μου. Έχυσα δυνατά. Σχεδόν ριγούσα σε κάθε κύμα οργασμού. Έπεσε ξανά πάνω μου.

- Είσαι υπέροχη, μωρό μου!

- Σ’ αγαπώ, Κωστή μου.

Μείναμε αγκαλιασμένοι, μέχρι που βρήκαμε τις ανάσες μας. Αργότερα φύγαμε. Γυρίσαμε στην πόλη. Εκεί βρεθήκαμε με το Στάθη και τη Λένα. Πήγαμε σε μια ψησταριά και φάγαμε. Εγώ με το Στάθη λέγαμε τα δικά μας. Ήταν κι εκείνος της δουλειάς. Η Στέλλα πάλι με τη Λένα έλεγαν τα δικά τους. Η ώρα πέρασε και φύγαμε. Με τη Στέλλα μου ανανεώσαμε το ραντεβού για την Κυριακή στις έντεκα το πρωί.

Την άλλη μέρα σηκώθηκα νωρίς νωρίς. Βγήκα, έκανα το τρέξιμο που συνήθιζα πάντα. Γύρισα έκανα μπάνιο και ντύθηκα. Η μάνα μου θα πήγαινε στον παππού, στο χωριό, εκείνη την Κυριακή.

Με τη Στέλλα συναντηθήκαμε στην κεντρική πλατεία της πόλης. Με το που με είδε έτρεξε σαν μικρό παιδί και έπεσε στην αγκαλιά μου. Με φίλησε πεταχτά στο στόμα και φύγαμε αγκαλιά για καφέ. Εκείνη τη μέρα έμαθα ότι βρήκε δουλειά σε μια ή εταιρία ως τηλεφωνήτρια. Δεν ήταν ό,τι καλύτερο, αλλά από το να κάθεται, καλύτερα. Φύγαμε αργότερα. Περπατούσαμε στο πάρκο αγκαλιασμένοι. Όλη την ώρα δεν κάναμε άλλο από το να λέμε ο ένας τρυφερόλογα στον άλλο. Σε κάποια στιγμή της λέω:

- Ξέρεις, Στέλλα μου, δεν πάμε στο σπίτι μου; Η μάνα μου λείπει και θα είμαστε πιο άνετα.

Με κοίταξε με ένα πονηρό χαμόγελο.

- Πάμε, μου λέει.

Δεν αργήσαμε να φτάσουμε στο σπίτι. Μπήκαμε μέσα. Καθίσαμε λίγο στο σαλόνι. Σε λίγο χτύπησε το τηλέφωνο του σπιτιού. Ήταν η μάνα μου.

- Καλημέρα, Κωστή μου!

- Καλημέρα, μάνα! Τι έγινε; Πώς και με πήρες εδώ κι όχι στο κινητό;

- Ήξερα ότι ήσουν εκεί παλικάρι μου. Βλέπεις η κυρία Φωφώ από δίπλα, δεν της ξεφεύγει τίποτα. Δεν ασχολείται και με τίποτα άλλο. Τέλος πάντων. Εγώ σήμερα θα μείνω στο χωριό με τον παππού σου. Δεν ήταν και πολύ καλά και θα μείνω να τον βοηθήσω. Έχει αρκετό φαγητό στο ψυγείο να φάτε.

- Εντάξει, βρε μάνα μου, ευχαριστώ. Αν θέλεις κάτι πάρε με.

- Τι να θέλω, παιδί μου; Γεια σου, πάω να του φτιάξω κάτι να φάμε με τον παππού σου. Έχεις τα χαιρετίσματα.

- Κι από μένα πες του. Γεια!

Κλείσαμε το τηλέφωνο.

Με τη Στέλλα αρχίσαμε τα φιλιά και τα χάδια. Άρχισα να της χουφτώνω τα στητά βυζιά της. Σε κάποια στιγμή μου ζήτησε να πάει στο μπάνιο. Βγήκε και πήγα με τη σειρά μου. Ύστερα καθίσαμε πάλι στο σαλόνι. Σε μια στιγμή τη σηκώνω αγκαλιά και την πάω στο υπνοδωμάτιό μου. Η Στέλλα αρπάχτηκε από το λαιμό μου κι όσο την κρατούσα αγκαλιά με φιλούσε στο λαιμό.

Δεν ήθελα περισσότερο να ανάψω. Την ξάπλωσα πάνω στο κρεβάτι. Άρχισα να τη φιλάω πίσω στ’ αυτιά. Σε λίγο βρεθήκαμε γυμνοί κι οι δυο με μένα να έχω πέσει πάνω στα βυζιά και να της πιπιλάω τις ρώγες. Μου άνοιξε τα πόδια της και χώθηκα μέσα. Το μουνί της έσταζε καύλα. Άρχισα να μπαινοβγαίνω. Σε όλη τη φάση δεν σταμάτησε να με φιλάει και να με χαϊδεύει. Τύλιξε τα πόδια της γύρω μου. Ένιωθα ότι αυτή η γυναίκα με ήθελε όλο δικό της. Με αγκάλιασε δυνατά τα νύχια της χώθηκαν στην πλάτη μου. Άρχισε να χύνει… με ένταση. Τέλειωσε με ένα τέντωμα του κορμιού της προς τα πίσω. Συνέχισα στον ίδιο ξέφρενο ρυθμό σε λίγο ένιωθα ότι θα έρθει και σε μένα το τέλος. Τον έβγαλα την τελευταία στιγμή και τον έτριβα πάνω στα μουνόχειλά της. Έχυσα με μεγάλη ένταση κι εγώ. Σε κάθε τίναγμα ένιωθα ότι με διαπερνά ηλεκτρικό ρεύμα. Ξάπλωσα λαχανιασμένος πάνω της. Με αγκάλιασε και με φιλούσε. Το ίδιο κι εγώ.

Όταν βρήκαμε τις αναπνοές μας, ξαπλώσαμε ο δίπλα στον άλλο αγκαλιασμένοι. Τη φιλούσα τρυφερά στο πρόσωπο, στα χείλη. Μου χαμογελούσε γλυκά, με κοιτούσε με το πιο γλυκό βλέμμα του κόσμου. Αργότερα σηκωθήκαμε και καθίσαμε στην κουζίνα. Εγώ έβγαλα φαγητό από το ψυγείο. Το ζεστάναμε. Καθίσαμε και φάγαμε. Ύστερα αράξαμε και ήπιαμε καφεδάκι. Είχε σουρουπώσει πια. Η Στέλλα πήρε τηλέφωνο στο σπίτι. Το σήκωσε η αδερφή της η Άννα. Της είπε ότι θα κοιμηθεί με μια φίλη της, εννοώντας τη Λένα.

- Καλά, τώρα με έπεισες!

- Τι εννοείς, Άννα;

- Εννοώ ότι ξέρω πού είσαι, βρε βλαμμένο, της είπε η Άννα. Κοίτα να περάσεις καλά. Φιλάκια!

- Φιλάκια!

Αυτά τα έμαθα από τη Στέλλα, μόλις έκλεισε το τηλέφωνο με την αδερφή της.

- Μα, είναι δυνατόν, βρε Κωστή μου;

- Μα, βρε Στέλλα μου, πού ζεις; Δεν ξέρεις ότι οι πάντες έχουν και αυτιά και μάτια. Αλλά εμένα δε με νοιάζει. Χαίρομαι που είμαι μαζί σου.

- Και εγώ, μωρό μου, είπε και με φίλησε πεταχτά στο στόμα.

Εκείνο το βράδυ με τη Στέλλα ζήσαμε ένα όνειρο. Κοιμηθήκαμε κοντά χαράματα. Δεν κάναμε άλλο, από το να κάνουμε συνεχώς έρωτα. Ήταν ένα κορίτσι όλο γλύκα και πάθος. Την άλλη μέρα σηκωθήκαμε νωρίς για τις δουλειές μας. Κανονίσαμε να βρεθούμε το βράδυ πάλι. Με τη Στέλλα είδα πάλι τη ζωή μου να παίρνει το πάνω της. Το έβλεπε και η κυρά Μαρία, η μάνα μου, με έβλεπε χαρούμενο και χαιρόταν κι αυτή μαζί μου. Ο καιρός περνούσε. Με τη Στέλλα βρισκόμαστε κάθε μέρα. Αρχίσαμε να δενόμαστε πολύ οι δυο μας.

Ήταν Παρασκευή βράδυ, θυμάμαι. Είχαμε κανονίσει να πάμε στο Βόλο για δύο ημέρες. Θέλαμε κι δυο να σπάσουμε της ρουτίνα. Όταν φτάσαμε εκεί, πήγαμε στο ξενοδοχείο αμέσως. Αφήσαμε τα πράγματα και βγήκαμε για φαγητό. Σε κάποια στιγμή χτύπησε το κινητό μιας θείας της.

- Έλα, θεία μου, τι κάνεις;

- …

- Εδώ είμαι, στο Βόλο. Ε, θα ξεκλέψουμε λίγο χρόνο και θα σε δω από κοντά.

Μόλις έκλεισαν το τηλέφωνο, τη ρώτησα:

- Καλά, έχεις θεία στο Βόλο;

- Ναι, είναι μια ξαδέρφη του μπαμπά. Μη φανταστείς καμιά μεγάλη γυναίκα. Δεν είναι ούτε σαράντα και πολύ μοντέρνος άνθρωπος. Φαντάσου ότι μου την είπε πριν, που την αποκάλεσα θεία. Χριστίνα τη λένε. Λέω να την επισκεφτούμε.

- Κι είπαμε να είμαστε μόνοι μας το σαββατοκύριακο… είπα με ένα παράπονο.

- Μόνοι μας θα είμαστε, αγόρι μου. Απλά, αν θέλεις κι εσύ θα πάμε να τη δούμε, αν δεν θέλεις, δεν υπάρχει πρόβλημα.

- Εντάξει, θα πάμε. Ξέρεις ότι δεν σου χαλάω χατίρια.

Βγήκαμε μια βόλτα στην παραλία του Βόλου. Περπατήσαμε αρκετά. Είχε πάει έντεκα το βράδυ. Η Στέλλα με κρατούσε αγκαλιά. Σε κάποια στιγμή σταμάτησε.

- Κωστή μου, δεν πάμε στο ξενοδοχείο; Είμαι λίγο κουρασμένη, είπε με ένα παράπονο.

- Και δεν πάμε μωρό μου, είπα.

Γυρίσαμε στο δωμάτιο. Μπήκαμε στο μπάνιο. Γυμνωθήκαμε και οι δυο. Άρχισε ο ένας να σαπουνίζει την πλάτη του άλλου. Θαύμαζα το όμορφο κορμί της αγαπημένης μου. Ήμουν πίσω της. Την αγκάλιαζα καθώς ήμασταν σαπουνισμένοι και άρχισα να της χαϊδεύω τα βυζιά της. Η Στέλλα έτριβε τον πεταχτό της κώλο πάνω στον πούτσο μου, που είχε σηκωθεί. Συνεχίσαμε αρκετά τα χάδια τα φιλιά και τα τριψίματα. Έσκυψα και άρχισα να της πιπιλάω το αυτί της. Εκείνη πήρε μια βολική στάση τουρλώνοντας τον κώλο της έτσι να μπορώ να μπω μέσα της. Χώθηκα στο καυτό μουνί της με τη μία. Άρχισα να τη γαμάω με δύναμη. Έσκυψε και στηρίχτηκε στον τοίχο. Την έπιασα από τη μέση της και άρχισα τα δυνατά σπρωξίματα. Ήταν υπέροχο! Έβλεπα τον πούτσο μου να χώνεται μέσα ολόκληρος και το θέαμα αυτό με εξίταρε περισσότερο. Σε λίγο ένιωσα να φτάνω στον οργασμό. Το κατάλαβε και η Στέλλα.

- Μην βγεις, Κωστή μου, έλα, μωρό μου, θέλω μέσα μου!

Άρχισα να την γαμάω πιο δυνατά. Ένιωσα κι εκείνη να έρχεται σε οργασμό, βογκούσε, φώναζε από την καύλα. Το ίδιο κι εγώ.

- Έλα, αγόρι μου! φώναξε μέσα στον παροξυσμό της καύλας. Μέσα μου, μωρό μου! Χύνω, αγάπη μου!

Έχυνε με δυνατούς σπασμούς. Άρχισα να χύνω κι εγώ. Έχυσα δυνατά, ένιωσα να αδειάζω εντελώς. Δε σταμάτησα, ακόμα κι όταν έχυσα εντελώς. Συνέχισα λίγο ακόμα. Ύστερα τον έβγαλα. Ανασηκώθηκε και γύρισε προς το μέρος μου. Με αγκάλιασε. Φιληθήκαμε στο στόμα.

- Σ’ αγαπώ, μωρό μου, της είπα.

- Κι εγώ σ’ αγαπώ, αγόρι μου!

Με κρατούσε το κεφάλι και με φιλούσε με πάθος. Έμοιαζε να μην χόρταινε τα φιλιά και την αγκαλιά μου. Ηρεμήσαμε. Ξεπλυθήκαμε από τα σαπούνια. Βγήκαμε κι οι δυο τυλιγμένοι με τις πετσέτες μας. Ξαπλώσαμε στο κρεβάτι. Αν και καλοκαίρι, εκείνες τις μέρες έκανε μια ψύχρα. Σκεπαστήκαμε γυμνοί κι αγκαλιασμένοι. Η Στέλλα με κοίταξε σε μια στιγμή στα μάτια.

- Σ’ αγαπώ πολύ! είπε και με φίλησε.

Δε μίλησα, απολάμβανα τη στιγμή, απολάμβανα τη στιγμή αυτού του «σ’ αγαπώ». Η ώρα πέρασε, είχε πάει δύο το πρωί. Άρχισε να βγαίνει και στους δύο η κούραση της μέρας. Μας πήρε ο ύπνος αγκαλιασμένους. Νωρίς το πρωί μας καλημέρισαν οι πρώτες ηλιαχτίδες που έμπαιναν απ’ το μισοσηκωμένο παντζούρι. Η καλή μου κοιμόταν και είχε ένα γλυκό ύφος. Καθόμουν και τη χάζευα. Έσκυψα και τη φίλησα τρυφερά στο μάγουλο. Αναμοχλεύτηκε λιγάκι. Άνοιξε νυσταγμένα τα όμορφα γαλάζια της μάτια και μου χαμογέλασε.

- Καλημέρα, μωρό μου, είπε με ένα νυσταγμένο ύφος και τεντώθηκε με ένα χασμουρητό.

- Καλημέρα, κοριτσάκι μου… είπα και τη φίλησα στα χείλη.

- Τι ώρα ξύπνησες;

- Δεν έχω πολλή.

Αρχίσαμε τα φιλιά και τις γλύκες. Άπλωσα το αριστερό μου χέρι και άρχισα να της χαϊδεύω το στήθος. Με το πρώτο άγγιγμα ένιωσα τις ρώγες της να σκληραίνουν. Κατέβηκα και άρχισα να της τις φιλάω. Με το χέρι της με χάιδευε στα μαλλιά. Γυρίσαμε στο πλάι. Άπλωσε το χέρι της και έπιασε τον πούτσο μου που ήταν σχεδόν έτοιμος. Μου τον έπαιξε τρυφερά με το χέρι. Με έσπρωξε προς τα πίσω. Ήρθε πάνω μου και ξάπλωσε. Τριβόταν ολόκληρη πάνω μου. Άνοιξε τα πόδια της και με το χέρι της οδήγησε τον πούτσο μου μέσα στο υγρό μουνί της. Άρχισε να κουνάει την λεκάνη της πάνω κάτω. Μπορεί να μην έμπαινε ολόκληρος μέσα της, αλλά η γλύκα ήταν απερίγραπτη. Την έπιανα από τα κωλομέρια και την πίεζα. Αυτή η στάση κράτησε αρκετά.

Σηκώθηκα και την έστησα στα τέσσερα. Άρχισα να τη γαμάω γρήγορα και δυνατά. Έχυσε μια φορά νιώθοντας τα υγρά της να με πλημυρίζουν. Ύστερα την ξάπλωσε και τη γύρισα λίγο στο πλάι. Γονάτισα και έβαλα το δεξί της πόδι ανάμεσα στα δικά μου σηκώνοντας το άλλο της πόδι στον ώμο μου. Έβλεπα τον πούτσο μου να χώνεται στο καυλωμένο της μουνάκι. Τα αρχίδια μου ακουμπούσαν και τρίβονταν πάνω της. Τον έχωσα δυνατά, ολόκληρο μέσα της σηκώνοντας λίγο ακόμα το πόδι της. Δεν άντεξα άλλο. Έχυσα πάνω στα μουνόχειλά της. Η Στέλλα έπιασε και έτριβε τον πούτσο μου πάνω στην κλειτορίδα της. Τον έτριβε με τρόπο που την ίδια, της έδινε περισσότερη ηδονή. Σε λίγο τέντωσε το κορμί της προς τα πίσω, ενώ συνέχιζε να τρίβει το πουτσοκέφαλο στην κλειτορίδα της. Έχυσε δυνατά. Το πρόσωπό της αναψοκοκκίνισε. Σε λίγο βρήκε την αναπνοή της. Ηρέμησε. Ξάπλωσα δίπλα της και αρχίσαμε τα φιλιά και τα χάδια. Έτσι περάσαμε σχεδόν την επόμενη ώρα.

Ύστερα σηκωθήκαμε και κάναμε ένα ντους. Ντυθήκαμε και βγήκαμε στην παραλία. Καθίσαμε να πάρουμε τον καφέ μας. Ήταν όμορφα, αισθανόμουν τόσο ευτυχισμένος! Κατά τις έντεκα πήραμε το αμάξι και πήγαμε σε μια κοντινή πλαζ. Ο καιρός ήταν υπέροχος. Περάσαμε ένα δίωρο σχεδόν μέσα στο νερό παίζοντας σαν μικρά παιδιά. Κάποια στιγμή βγήκαμε και αράξαμε στο ήλιο. Χτύπησε το κινητό της. Ήταν η θεία της. Κατά σύμπτωση ήταν στην ίδια πλαζ με μας, αλλά πολύ πιο πέρα. Σηκωθήκαμε, πήγαμε προς τη μεριά της πλαζ που ήταν η θεία της. Σε κάποια στιγμή βλέπω κάποια γυναίκα από μακριά να μας κουνάει το χέρι. Πλησιάσαμε. Η Στέλλα και η Χριστίνα χαιρετηθήκανε, αγκαλιάζοντας η μια την άλλη.

Όταν είδα τη Χριστίνα, έπαθα. Περίμενα να δω μια γυναίκα μεσήλικη. Τρελάθηκα. Η γυναίκα δεν παιζόταν από ομορφιά. Είχε ένα ωραίο σώμα, πολύ γυμνασμένο, φαινόταν άλλωστε. Και φυσικά ένα όμορφο πρόσωπο. Πιο πολύ έμοιαζε με ευρωπαία με τα ξανθά μαλλιά και τα γαλανά μάτια της. Μαζί της ήταν ο Μίλτος. Ένας πενηντάρης, ίσως και παραπάνω, άντρας με γκρίζα μαλλιά. Λίγο γεμάτος αλλά όχι άσχημος, θα έλεγα. Μετά τις συστάσεις κι αφού τα είπαμε λίγο στο πόδι ο Μίλτος πρότεινε να καθίσουμε για καφέ σε ένα παραλιακό μαγαζί. Πήγαμε όλοι μαζί. Η ατμόσφαιρα μεταξύ μας ήταν ωραία, άνετη. Η Χριστίνα φρόντισε γι’ αυτό. Ήταν πολύ ανοιχτός άνθρωπος, με τα αστεία της. Ύστερα μας πρότειναν να πάμε σε ένα ουζερί. Δεχθήκαμε με τη Στέλλα, μιας και η παρέα τους μας ήταν ευχάριστη.

Εκεί έμαθα πως ο Μίλτος είχε μια εμπορική εταιρεία εισαγωγών εξαγωγών. Η γυναίκα του η Χριστίνα ήταν κι εκείνη μέσα στην εταιρεία, μιας και οι σπουδές της ήταν πάνω στη διοίκηση των επιχειρήσεων. Εγώ με τη σειρά μου του είπα για τη δουλειά μου στους υπολογιστές και φυσικά εξεπλάγησαν όταν τους είπα και για το μισθό μου, που τον θεώρησαν πολύ μικρό για τις γνώσεις που είχα. Η συζήτηση κύλησε χαλαρά.

Κατά τις εφτά το απόγευμα το διαλύσαμε. Ήμαστε όλοι κομμάτια από την κούραση και τα ούζα. Γυρίσαμε με τη Στέλλα στο ξενοδοχείο. Με το που κάναμε ένα ντους κι οι δυο, ξαπλώσαμε και μας πήρε ο ύπνος. Εκείνη ξύπνησε κατά τις δέκα το βράδυ. Ξύπνησα κι εγώ μαζί της. Παραπονέθηκε ότι είχε ένα τρομερό πονοκέφαλο. Κατέβηκα στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου και ζήτησα ένα παυσίπονο. Το πήρε και μετά αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά μου. Ξημέρωσε Κυριακή. Ένιωσα τα τρυφερά χέρια της να μου χαϊδεύουν το πρόσωπο. Άνοιξα νυσταγμένος τα μάτια μου. Την τράβηξα πάνω μου και τη φίλησα στα χείλη.

- Καλημέρα, αγάπη μου, της είπα.

- Καλημέρα, μωρό μου, απάντησε με ένα όμορφο χαμόγελο.

- Πώς είσαι σήμερα;

- Καλύτερα πολύ καλύτερα, απάντησε.

Καθίσαμε λίγο ακόμα και εκείνη σηκώθηκε και τράβηξε στην τουαλέτα. Μπήκε και έκανε ένα ντους. Αργότερα ακολούθησα κι εγώ. Μόλις βγήκα, τη βρήκα γυμνή τυλιγμένη και σκεπασμένη μόνο με την πετσέτα. Ξάπλωσα δίπλα της και άρχισα να την φυλάω στα χείλη. Κατέβηκα και περιέλαβα το στήθος της. Την παίδεψα αρκετά. Είχε ερεθιστεί αφάνταστα. Κατέβηκα κάτω και άρχισα να της γλείφω την κλειτορίδα. Η Στέλλα βογκούσε από την καύλα. Σε κάποια στιγμή με τραβάει προς τα πάνω και με φιλάει. Με βάζει να ξαπλώσω ανάσκελα και πέφτει πάνω στον πούτσο μου χώνοντάς τον σχεδόν ολόκληρο μέσα στο στόμα της. Ήταν φοβερό. Αν συνέχιζε λίγο ακόμα θα έχυνα. Σηκώθηκε και με καβάλησε. Άρχισε να χοροπηδάει πάνω μου. Εγώ την έπιανα πότε-πότε και την τραβούσα προς τα κάτω. Τη φιλούσα στο στόμα και έπιανα και τις ρώγες της. Δεν άργησε να φτάσει σε ένα δυνατό οργασμό. Νιώθοντας τα καυτά υγρά της να με λούζουν κυριολεκτικά, έχυσα κι εγώ δυνατά μέσα της. Σχεδόν ταυτόχρονα. Είχαμε λαχανιάσει. Έπεσε πάνω μου λαχανιασμένη. Φιλιόμαστε τρυφερά. Την αγκάλιασα και την κρατούσα δυνατά πάνω μου. Έβαλε τα χέρια της πίσω από το κεφάλι μου και με αγκάλιασε κι εκείνη. Ένιωθα την αγάπη της. Ένιωθε κι εκείνη το πόσο την αγαπούσα.

Αργότερα σηκωθήκαμε και πήγαμε στο μπάνιο. Είχε πάει δέκα το πρωί. Βγήκαμε και πήγαμε στην παραλία για μπάνιο. Τον καφέ μας τον ήπιαμε ξαπλωμένοι στην παραλία.

Αργότερα επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο. Με το που μπήκαμε, τραβήξαμε στο ντους. Μαζί αυτή τη φορά. Ο ένας έπλενε και σαπούνιζε την πλάτη του άλλου. Σε κάποια στιγμή με αγκάλιασε από πίσω μου και άρχισε να τρίβει το σαπουνισμένο κορμί της πάνω μου. Ή αίσθηση ήταν υπέροχη. Ο πούτσος μου σηκώθηκε. Τον έπιασε όπως ήμαστε σαπουνισμένοι και άρχισε να μου την παίζει. Σε λίγο γυρίσαμε αντίκρυ και αγκαλιαστήκαμε. Της έπιασα τα σαπουνισμένα βυζιά της και έτριβα τις ρώγες της με τις παλάμες μου, ενώ της φιλούσα με πάθος. Την γύρισα και την έβαλα να ακουμπήσει στον τοίχο. Τούρλωσε τον κώλο της και μπήκα μέσα της με τη μία άρχισα να την γαμάω δυνατά. Επέμενα σε εκείνη τη στάση. Μου άρεσε να βλέπω τον τορνευτό της κώλο να τον γαμάω. Έχυσε. Εγώ δε μπορούσα αμέσως.

Σε κάποια στιγμή έβγαλα τον πούτσο μου και τον πίεσα στη σούφρα της. Άρχισα να πιέζω. Πονούσε αλλά της άρεσε ταυτόχρονα. Δε μιλούσαμε. Με τις πολλές προσπάθειες έβαλα μόλις το πουτσοκέφαλο. Δες άργησα να φτάσω στο τέλος. Έχυσα δυνατά μέσα της. Όσο έχυνα έσπρωξα ακόμα περισσότερο. Ο πούτσος μου μπόρεσε και χώθηκε λίγο περισσότερο. Ένιωσα ότι πόνεσε. Βγήκα, δεν ήθελα να την πονέσω. Γύρισε και με φίλησε.

- Είμαι όλη δική σου, άντρα μου!

Πλυθήκαμε και βγήκαμε στο κρεβάτι. Με τη Στέλλα δοκιμάσαμε πολλές φορές να τη γαμήσω από τον κώλο. Δεν καταφέραμε να κάνουμε εκείνο που βλέπαμε σε ταινίες πορνό. Να της τον χώνω ολόκληρο και εκείνη να μην πονάει. Οι προσπάθειές μας ήταν λίγες. Δεν με πείραζε όμως. Η Στελλίτσα μου ήταν μια όμορφη κοπέλα και το σεξ μαζί της ήταν θεϊκό. Εκείνη ήξερε να με απογειώνει με άλλο τρόπο. Ήμαστε πολύ ικανοποιημένοι κι οι δύο.

Ύστερα βγήκαμε από το ξενοδοχείο. Αφού τακτοποίησα το οικονομικό έμενε να πάμε κάπου να φάμε και ύστερα να πάρουμε το δρόμο της επιστροφής. Βάλαμε τα πράγματα στο αυτοκίνητο και πήγαμε σε ένα παραλιακό εστιατόριο. Καθίσαμε και φάγαμε. Αργότερα περπατήσαμε στο λιμάνι χέρι-χέρι. Το απόγευμα πήραμε το δρόμο του γυρισμού. Όταν φτάσαμε, σταμάτησα λίγο πιο πέρα από το σπίτι της. Με φίλησε πεταχτά και κατέβηκε από το αυτοκίνητο. Έφυγα.

Έφτασα στο σπίτι μου κι εκεί βρήκα τη μάνα μου να με περιμένει. Κάθισα μαζί της συζητώντας για τον παππού στο χωριό. Μου είπε ότι ανησυχούσε πως ο παππούς δεν είναι καλά και κάτι έχει. Επίσης μου είπε ότι ίσως χρειαστεί από το φθινόπωρο να έρθει να μείνει μαζί μας. Δεν είχα αντίρρηση, μιας και το σπίτι μας, μια διώροφη πετρόχτιστη μονοκατοικία, ήταν αρκετά μεγάλο και είχε χώρο και για εκείνον. Ήταν αυτό που είχε ως πατρικό ο μακαρίτης ο πατέρας μου. Αργότερα έπεσα για ύπνο.

Την άλλη μέρα στη δουλειά επικρατούσε ένταση. Κάποιες δουλειές έπρεπε να τελειώσουν γρήγορα. Πιέστηκα πολύ. Έτσι σχεδόν κύλησε όλη η εβδομάδα. Κάθε μέρα επέστρεφα με τρομερό πονοκέφαλο από την κούραση αργά το βράδυ. Την Στέλλα την έβλεπα στα κλεφτά για λίγο μόλις τελείωνα από τη δουλειά. Με περίμενε ένα στενό πιο κάτω από την εταιρία κάθε μέρα. Μόνο μια φορά το κάναμε κι αυτό μέσα στο αμάξι, βγαίνοντας λίγο έξω από την πόλη.

Έφτασε το Σάββατο. Το περίμενα πώς και πώς. Είχαμε κανονίσει με τη Στέλλα να βγούμε το μεσημέρι έξω για φαγητό. Στις έντεκα το πρωί χτύπησε το τηλέφωνο. Το αφεντικό μου ζήτησε να πάω από εκεί. Μόλις το είπα στη Στέλλα θύμωσε. Λογικό ήταν, αφού το ραντεβού μας ακυρώθηκε την τελευταία στιγμή.

Έφτασα στη δουλειά. Εκεί ο κ. Νίκος μού σύστησε και το Γιάννη. Έναν άντρα σχεδόν στην ηλικία μου. Ήταν κι εκείνος της δουλειάς. Σε όλη τη συνάντηση εκείνος προσπαθούσε να προβληθεί, να δείξει ότι ξέρει περισσότερα πράγματα από μένα. Ο κ. Νίκος μου ζήτησε να τον ενημερώσω για κάποια θέματα, μιας κι εκείνος αρχικά θα αναλάμβανε ένα τμήμα της δουλειάς. Η συνάντηση τέλειωσε αργά το απόγευμα. Πήρα τη Στέλλα τηλέφωνο να βρεθούμε. Τελικά βρεθήκαμε κατά τις εννιά. Με το που με είδε, αμέσως κατάλαβε ότι ήμουν πολύ προβληματισμένος.

- Τι έχεις, βρε μωρό μου; Εσύ αλλιώς ήσουν χθες και αλλιώς είσαι σήμερα. Τι συμβαίνει, πες μου σε παρακαλώ; είπε και με χάιδεψε στο κεφάλι.

Αναστέναξα.

- Πολύ φοβάμαι πώς σύντομα θα πάρω πόδι κι από αυτή τη δουλειά. Σήμερα με κάλεσε εκτάκτως ο διευθυντής και έφερε έναν άλλον. Όχι πως γνωρίζει περισσότερα από μένα, αλλά ήρθε συστημένος από γνωστό του. Η δικαιολογία του κ. Νίκου ήταν ότι εκείνος θα αναλάβει ένα άλλο κομμάτι.

- Και πού είναι το κακό, βρε Κώστα μου;

- Ο τύπος είναι από τους ανθρώπους που προσπαθούν να επιδειχθούν. Δε δεχόταν απλά την ενημέρωση από μένα, αλλά πάντα πρόβαλλε μια διαφορετική άποψη των πραγμάτων ως καλύτερη λύση. Δεν ξέρω… δε μου γέμισε το μάτι. Κι από διαίσθηση κάτι δε μου άρεσε και στο ύφος του διευθυντή.

- Έλα, αγάπη μου! Μη στενοχωριέσαι! Τίποτα δε θα συμβεί… είπε και με φίλησε στο στόμα με ένα τρυφερό φιλί.

- Αν δεν είχα κι εσένα, κοριτσάκι μου…

- Έλα, βρε χαζούλη!

Φύγαμε και πήγαμε στο αμάξι. Εκεί έπεσε πάνω μου και άρχισε να με φιλάει. Σε λίγο μου ξεκούμπωσε το παντελόνι. Ο πούτσος μου είχε γίνει κάγκελο. Με καβάλησε χώνοντας το πούτσο μου μέσα στο μουνί της. Άρχισε να χοροπηδάει. Το έκανε με τέτοιο πάθος που ήταν αδύνατο να κρατηθώ. Έχυσα μέσα της. Με αγκάλιασε και άρχισε να με φιλάει.

- Σου άρεσε, μωράκι μου;… μού είπε με γλυκιά φωνή.

- Ναι, ήταν υπέροχο. Εσύ δεν πρόλαβες αγαπούλα μου να χύσεις.

- Για μένα η ικανοποίηση ήταν που σε ευχαρίστησα, είπε και με φίλησε. Βγάλε τις κακές σκέψεις από το μυαλό σου, χαλάρωσε!

Μείναμε αγκαλιασμένοι για κάποια λεπτά. Η αγκαλιά της με ηρεμούσε πραγματικά. Ύστερα κάθισε στο κάθισμα του συνοδηγού.

- Πάμε στο σπίτι μου;… τη ρώτησα.

- Όχι, μωρό μου! Ο μπαμπάς μου θύμωσε τις προάλλες που έμεινα σε σένα. Εντάξει, μωρέ, έχει και τα δίκια του. Ο ίδιος δεν έχει πρόβλημα, αλλά δεν αντέχει τα κουτσομπολιά που φτάνουν στα αφτιά του πολλές φορές.

- Έχεις δίκιο. Ο δεσμός μας είναι κοινό μυστικό πια. Πλάκα-πλάκα έχουν περάσει έξι μήνες και νιώθω σαν να είμαστε χρόνια μαζί. Νιώθω τόσο όμορφα μαζί σου!

- Σ’ αγαπάω! Σ’ αγαπάω πολύ, αγόρι μου!

- Ξέρεις κάτι, Στέλλα μου; Νομίζω ότι είναι καιρός να έρθω να μιλήσω στον πατέρα σου. Εσύ τι λες; Αύριο κιόλας. Ε;

- Αχ! Αγάπη μου! Σε λατρεύω! είπε μέσα σε έναν παιδικό ενθουσιασμό. Κοίτα, άσε να μιλήσω πρώτα στη μαμά, να τα κανονίσουμε και μετά τα λέμε, εντάξει;

- ΟΚ. Είπα και τη φίλησα ξανά στο μάγουλο.

- Θα βρεθούμε αύριο, γλυκέ μου! Θα συζητήσουμε τις λεπτομέρειες.

Η Στέλλα ήταν ενθουσιασμένη από την απόφασή μου αυτή. Την άφησα λίγα μέτρα πέρα από το σπίτι της. Έφυγε πετώντας από τη χαρά της. Εγώ γύρισα στο σπίτι. Βρήκα τη μάνα μου στην κουζίνα. Ετοίμαζε κάτι για το φαγητό της επόμενης μέρας.

- Θα φας, Κωστή μου;

- Ναι, πεινάω σα λύκος.

- Καλά, τι έγινε σήμερα και σε κάλεσαν στη δουλειά;

Εκεί της είπα για τους φόβους μου. Εκείνη με καθησύχασε, όπως και η Στέλλα.

- Κοίτα, Κωστή μου, δε σε φοβάμαι. Και μορφωμένος είσαι και φιλότιμος, εργατικός. Τώρα, τι να κάνουμε; Άμα τύχει πάλι η στραβή, ε… δεχάλασε κι ο κόσμος. Θα βρεις. Εξάλλου, αν στραβώσει κάτι στη δουλειά, θα πει πως αργά ή γρήγορα αυτό θα συνέβαινε. Και καλύτερα να γίνει κάτι νωρίς, παρά αργά. Εκείνο που πρέπει και που θέλω είναι να μη σε βλέπω να σε παίρνει από κάτω. Ο πατέρας σου ήταν δυνατός άνθρωπος. Να κοιτάξεις να του μοιάσεις.

- Δεν ήταν μόνο αυτός δυνατός, ρε μάνα, αλλά και εσύ. Να ήξερες πόσο κουράγιο μου δίνεις κι εσύ…

- Γιατί, ποιος άλλος σου δίνει κουράγιο; είπε με ένα κρυφό χαμόγελο.

- Η Στέλλα μου! είπα με ένα χαμόγελο.

- Δείχνει καλή κοπέλα.

- Κοίτα, μάνα, λέω να πάω να μιλήσω στον πατέρα της. Να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Τώρα… ο κόσμος το έχει τούμπανο κι εμείς κρυφό καμάρι. Αφού τα βρίσκουμε, γιατί να παίζουμε το κρυφτούλι και να δίνουμε δικαίωμα να μας σχολιάζουν;

- Ίδιος ο πατέρας σου! Κοίτα, αγόρι μου, εγώ θέλω να είσαι ευτυχισμένος. Αφού το αποφάσισες, προχώρα το!

Την άλλη μέρα, κατά τις δέκα, πήρα τη Στέλλα τηλέφωνο. Δε μπορούσε να μου μιλήσει. Αμέσως πέρασε από το μυαλό μου ότι έγινε χαμός στο σπίτι. Κατά τις δώδεκα το μεσημέρι πήρα ένα μήνυμα

- «Αγάπη μου, σε μια ώρα στο γνωστό καφέ.»

Έφυγα με μια αγωνία μέσα μου. Την είδα να έρχεται. Με το που με είδε, ήρθε κοντά μου με ένα όμορφο χαμόγελο.

- Καλημέρα, Κωστή μου!

- Καλημέρα, κορίτσι μου! Τι έγινε; Σε πήρα και…

- Εκείνη τη στιγμή μιλούσαμε με το μπαμπά, τη μαμά και την αδερφή μου. Με τα πολλά, δέχθηκε να έρθεις την ερχόμενη Κυριακή να σε γνωρίσουν κι από κοντά. Είσαι καλεσμένος μας δηλαδή, κύριε Κώστα μας… είπε και με χάιδεψε με ένα χαμόγελο.

Εκείνη την Κυριακή ήξερα ότι μάνα μου μαγείρεψε. Πρότεινα στη Στέλλα να πάμε στο σπίτι. Εκείνη δίστασε στην αρχή, αλλά με την επιμονή μου πείστηκε. Όταν φτάσαμε στο σπίτι είχε μια πολύ θερμή υποδοχή από τη μάνα μου· πράγμα που την έκανε να νιώσει άνετα από την πρώτη στιγμή. Αυτό έκανε τη Στέλλα να δείξει στη μάνα μου πόσο καλή νοικοκυρά είναι, βοηθώντας την στην κουζίνα. Εγώ πάλι την έβλεπα και καμάρωνα.

Το μεσημέρι η κα Μαρία έφυγε πάλι για τον παππού. Μείναμε μόνοι μας. Καθόμαστε στην κουζίνα μέσα στις γλύκες και τα φιλιά.

Σε μια στιγμή σηκώθηκα, την άρπαξα και τη σήκωσα αγκαλιά. Την πήγα στο δωμάτιό μου. Εκείνη κρεμάστηκε από το λαιμό μου και με κοιτούσε με ένα πλατύ χαμόγελο. Την ξάπλωσα και αρχίσαμε να φιλιόμαστε. Σε λίγο είμαστε γυμνοί κι οι δυο. Εκείνη σκυμμένη πάνω στον πούτσο μου, να με έχει καβαλήσει στη μούρη. Εγώ της έγλειφα τρυφερά το μουνί της κι εκείνη μου έπαιρνε μια υπέροχη πίπα. Ύστερα τη σήκωσα και την έβαλα στα τέσσερα. Άρχισα να σπρώχνω με δύναμη. Η Στέλλα ήταν πολύ καυλωμένη. Ξάπλωσα. Ήρθε πάνω μου. Άρχισε να χοροπηδά πάνω μου. Εγώ χάιδευα τα όμορφα βυζιά της. Έπαιζα με τις ρώγες της. Κουράστηκε. Τότε άρχισε να τρίβεται μπρος πίσω έχοντας τον πούτσο μου βαθιά μέσα της. Τεντώθηκε. Έφτασε σε οργασμό. Σε λίγο τελείωσα κι εγώ μέσα της. Έπεσε πάνω μου. Την αγκάλιασα τρυφερά και ακούμπησε το πρόσωπό της στο στήθος μου. Νιώθαμε κι οι δυο τόσο όμορφα.

Μας πήρε για λίγο ο ύπνος. Ξύπνησα με το θόρυβο που έκανε στην κουζίνα. Σηκώθηκα και τη βρήκα να έχει συμμαζέψει την κουζίνα. Στο τραπέζι με περίμενε ένα φλιτζάνι ζεστός καφές. Καθίσαμε κι οι δυο. Σε λίγο ήρθε και η μάνα μου. Καθίσαμε και μιλούσαμε κι οι τρεις για διάφορα θέματα. Νύχτωσε. Πήρα το αμάξι και πήγα τη Στέλλα στο σπίτι της. Ήρθε η Κυριακή που θα πήγαινα στο σπίτι της. Ντύθηκα κάπως πιο επίσημα και πήρα το αμάξι και πήγα. Εκεί ήταν όλοι. Η κα. Γεωργία, η μητέρα της, με χαιρέτησε με ένα ζεστό χαμόγελο. Ήταν εκείνη που μου άνοιξε την πόρτα. Η Άννα με τη Στέλλα ήταν στην κουζίνα. Βγήκα μαζί.

- Καλημέρα σας! Είπα με κάπως μαζεμένο ύφος.

- Καλώς τον Κώστα μας… είπε η Άννα με ένα πειραχτικό ύφος για την αδερφή της, που τη σκούντησε από πίσω.

Η Άννα ήταν ένα χρόνο μικρότερη από τη Στέλλα. Ένα πολύ ευχάριστο άτομο όπως και η Στέλλα και πολύ πειραχτήρι. Η Στέλλα με πλησίασε. Της έδωσα την ανθοδέσμη που κρατούσα.

- Σε ευχαριστώ! Έλα χαλάρωσε, βρε Κωστή μου! μου είπε ψιθυριστά. Κάθισε! Είπε με ένα χαμόγελο. Η Στέλλα έβλεπε την αμηχανία μου και προσπαθούσε να με κάνει να νιώσω άνετα.

Κάθισα στο μεγάλο καναπέ του σαλονιού. Ήμουν μαζεμένος.

- Λοιπόν, θα πιες να σου βάλω κάτι, ένα ουίσκι, ένα τσίπουρο;… ρώτησε η Άννα.

- Ναι, ένα ποτήρι νερό, Άννα μου.

- Κατάλαβα, στην κατάχρηση κι εσύ!

Η Στέλλα κάθισε δίπλα μου. Με φίλησε πεταχτά στο μάγουλο.

- Ηρέμησε, μου ψιθύρισε στο αυτί. Ξέρεις, δεν είμαστε ανθρωποφάγοι!

Χαμογέλασα μέσα στην αμηχανία μου.

Σε λίγο μπήκε και ο πατέρας της. Είχε βγει για λίγο έξω.

- Καλημέρα, είπε με έναν ευγενικό τρόπο.

Σηκώθηκα από τον καναπέ.

- Καλημέρα σας, κ. Γιάννη, είπα με ένα μαγκωμένο τρόπο.

- Καλωσόρισες, Κώστα! Είπε με ένα εγκάρδιο ύφος.

Κάθισε στην άλλη άκρη του καναπέ. Αρχίσαμε να μιλάμε. Αυτός ο άνθρωπος με έκανε να νιώσω άνετα με το πρώτο πεντάλεπτο. Ευχάριστος, να λέει αστεία. Η Στέλλα έφερε ένα δίσκο με δύο τσίπουρα και ένα πιάτο με μεζέδες.

Ήρθε η ώρα του φαγητού. Καθίσαμε στο τραπέζι. Το κλίμα ήταν τόσο ευχάριστο! Κάποια στιγμή μίλησα στον πατέρα της για τη σχέση μας με τη Στέλλα. Μας έδωσαν την ευχή τους. Την επόμενη Κυριακή τους κάλεσε η μάνα μου στο σπίτι μας. Μάλιστα ήρθε και η πρώτη ξαδέρφη μου η Νίκη και τη βοήθησε στα μαγειρέματα και τις ετοιμασίες. Έτσι, επισημοποιήσαμε τη σχέση μας με τη Στέλλα και σε ένα μήνα από τότε, αρραβωνιαστήκαμε κι επίσημα.

Ήταν φθινόπωρο. Η δουλειά στην εταιρία πολλή. Κουραζόμουν αφάνταστα. Με το Γιάννη, το συνάδελφο, είχαμε μια τυπική σχέση. Συνεργαζόμαστε. Αν και δεν έπαυε ποτέ να δείχνεται μπροστά στο αφεντικό της εταιρείας. Δε μου άρεσε ως άνθρωπος από την αρχή. Κι ιδιαίτερα όταν άρχισαν το κολλητιλίκια με το αφεντικό. Έβγαιναν σε κάποια κακόφημα μπαρ της περιοχής πολλές φορές μαζί, παρόλη τη διαφορά της ηλικίας.

Ένα βράδυ βγήκαμε με την Στέλλα, την Άννα, τον Τάσο και την Λένα σε ένα κλαμπ να διασκεδάσουμε. Εκεί γινόταν ένας χαμός. Απέναντι σε μια άλλη παρέα κυρίως από νεαρούς ήταν ο Γιάννης. Χαιρετηθήκαμε από μακριά. Η βραδιά κυλούσε όμορφα. Σε κάποια στιγμή η Στέλλα ζήτησε να πάει στην τουαλέτα. Πήγε με τη Λένα. Σε κάποια στιγμή βλέπω τη Λένα να βγαίνει ταραγμένη από την τουαλέτα. Σε λίγο ακολούθησε και η Στέλλα. Η Λένα μόλις είδε τη Στέλλα, πήρε μια ανάσα.

- Τι έγινε, κορίτσια;

- Τίποτα, είπε η Στέλλα, πάμε να φύγουμε;

Εκεί είδα το Γιάννη να βγαίνει φτιάχνοντας τη γραβάτα του.

- Στέλλα, τι έγινε;

- Τίποτα, βρε Κώστα, μη δώσεις σημασία;

- Της την έπεσε ο Γιάννης, είπε η Λένα. Πήγε να της βάλει χέρι.

Εκείνη τη στιγμή θόλωσε το μάτι μου. Δεν ήθελα και περισσότερο. Όπως περνούσε ο Γιάννης, τον άρπαξα από το γιακά.

- Πάμε έξω να σου πω δυο φωνήεντα, ρε μαλακισμένο… είπα με ύφος που έδειχνε καθαρά τις προθέσεις μου.

- Τι έγινε, ρε φίλε;… τι θέλεις;

- Πάμε έξω, ρε τσογλανάκι! Θα σου πω τι θέλω.

Εκείνη τη στιγμή πετάχτηκαν δύο άτομα από το μαγαζί. Με πιάνει ο ένας από αυτούς.

- Μάγκα, πληρώστε και σπάστε. Φασαριόζους στο μαγαζί δε θέλουμε.

Φύγαμε. Ήμουν μέσα στα νεύρα. Τα υπόλοιπα παιδιά της παρέας προσπαθούσαν να με ηρεμήσουν.

Τη Δευτέρα στη δουλειά ο Γιάννης ήταν λιγομίλητος μαζί μου· όπως κι εγώ. Οι κουβέντες που αλλάζαμε μεταξύ μας ήταν μόνο για τη δουλειά αυστηρά και μόνο. Το κλίμα ήταν ηλεκτρισμένο. Οι άλλοι συνάδελφοι στο γραφείο άρχισαν να ψυλλιάζονται τα πράγματα. Από τη μεθεπόμενη μέρα άρχισε ο πόλεμος. Παρατηρήσεις από το ίδιο το αφεντικό, τους έβλεπα που κλείνονταν με τις ώρες στο γραφείο του Διευθυντή. Ήρθε η Παρασκευή. Το μεσημέρι με κάλεσε ο Διευθυντής. Εκεί μου ανακοίνωσε ότι η συνεργασία μας τελείωσε, χωρίς πολλές εξηγήσεις. Πέρασα από το λογιστήριο. Φεύγοντας πέρασα από το γραφείο του Γιάννη.

- Εσένα, θα σε γαμήσω, μπάσταρδε. Δεν τελειώσαμε, να το ξέρεις.

Ενώ είχε ένα ειρωνικό χαμόγελο στην αρχή, μετά τη δική μου απειλή σοβάρεψε.

Πήγα στο σπίτι μου. Σε λίγο φάνηκε και η Στέλλα. Με βρήκε να κάθομαι στενοχωρημένος. Ήμουν μέσα στα νεύρα. Εκεί της τα είπα. Κι εκείνη μου είπε τα δικά της δυσάρεστα. Την έδιωξαν κι εκείνη από τη δουλειά. Καθόμαστε μέσα στη θλίψη. Σε λίγο μπήκε η μάνα μου. Με το που μας είδε κατάλαβε.

- Καλά, παιδιά μου, κάθε εμπόδιο για καλό. Κάτι θα γίνει. Μη στενοχωριέστε.

Η Στέλλα χαμογέλασε ευχαριστημένη. Εγώ σκεφτόμουν τα ζόρια που τράβηξα τόσο καιρό άνεργος πριν. Μου ερχόταν τρέλα. Όλα, τώρα, έγιναν εξαιτίας του καυγά με το κωλόπαιδο, το Γιάννη. Το βράδυ εκείνο με τη Στέλλα απλά αγκαλιαστήκαμε. Κοιμηθήκαμε αγκαλιά. Αυτό μας παρηγορούσε. Την άλλη μέρα σηκωθήκαμε νωρίς. Κακιά συνήθεια. Εγώ πιο πριν. Κάθισα κι άφησα τη Στέλλα να κοιμάται. Η μάνα μου άφησε σημείωμα ότι θα πήγαινε στον παππού. Με παρακάλεσε να πάω να την πάρω αργότερα με το αμάξι. Η Στέλλα σηκώθηκε κατά τις δέκα από τον ήχο του κινητού της. Ήταν η θεία της, η Χριστίνα από το Βόλο. Μίλησαν αρκετά. Μπήκε στην κουζίνα με ένα χαμόγελο που μου έφτιαξε τη διάθεση αμέσως. Σηκώθηκα πήγα να της κάνω καφέ.

- Μάντεψε, μωρό μου! Με πήρε η Χριστίνα. Μιλήσαμε αρκετά. Ετοιμάσου, αύριο φεύγουμε για το Βόλο.

- Πώς αυτό;… τη ρώτησα.

Κι εκεί η Στέλλα μου είπε ότι στην εταιρεία έψαχναν κάποιον με τις γνώσεις τις δικές μου. Πέταξα από τη χαρά μου. Μου έφυγε ένα μεγάλο βάρος. Σε λίγο πήγαμε και πήραμε τη μάνα μου μαζί με τον παππού. Την άλλη μέρα φύγαμε με τη Στέλλα για το Βόλο. Η Χριστίνα μάς περίμενε στο σπίτι. Μια μεγάλη διώροφη πολυτελή μονοκατοικία.

Καθίσαμε στο σαλόνι και η Χριστίνα μας πρόσφερε καφέ. Φορούσε ένα σορτς που άφηνε ακάλυπτα τα καλλίγραμμα πόδια της. Από πάνω φορούσε ένα κοντομάνικο μακό μπλουζάκι. Από μέσα ξεχώριζαν τα δυο της πλούσια στήθη. Η Χριστίνα ήταν πολύ όμορφη γυναίκα. Το πρόσωπό της είχε μια παιδική έκφραση που δεν συμβάδιζε καθόλου με κοφτερό και ώριμο μυαλό της. Μιλούσαμε περί ανέμων και υδάτων. Σε μια στιγμή μου λέει:

- Κώστα, εμείς χρειαζόμαστε ένα άτομο με τις γνώσεις τις δικές σου. Ασχολούμαστε και με το ηλεκτρονικό εμπόριο και σκεφτόμαστε να επεκταθούμε περισσότερο στις εξαγωγές. Θέλω να είσαι το δεξί μας χέρι σε μένα και στο Μίλτο.

- Δεν έχω αντίρρηση. Να δω πρώτα, να ενημερωθώ, να καταλάβω τη λογική της δουλειάς και τι ακριβώς χρειάζεται. Θα το δω από κοντά. Ε, κα. Χριστίνα, αν δεν μπορώ εγώ ή εσείς δείτε ότι δεν σας κάνω, να ξέρετε ότι δε θα έχω πρόβλημα. Άλλο η φιλία και άλλο η δουλειά.

- Μπράβο, Στελλίτσα! Χτύπησες φλέβα χρυσού… είπε χαμογελώντας. Τέτοια παιδιά σήμερα, δύσκολα βρίσκεις. Αντρίκια εξήγηση, στα ίσια! Σπανίζουν σήμερα τέτοια παιδιά!

- Τα παραλέτε κα. Χριστίνα, είπα με ένα ντροπαλό ύφος.

- Όχι, Κώστα μου, δεν τα παραλέω. Δεν ξέρεις τι φρούτα έκαναν παρέλαση από την εταιρία. Τέλος πάντων. Πάντως αν θέλεις να τα πάμε καλά, θα κόψεις το κα. Χριστίνα. Χριστίνα σκέτο. Όπως με αποκαλεί και η καλή σου…

κι άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε τη Στέλλα στα μαλλιά και χαμογέλασε. Το απόγεμα ήρθε κι ο Μίλτος. Η υποδοχή και η περιποίηση κι από τον ίδιο ήταν μεγάλη. Το ίδιο μου ζήτησε κι ο Μίλτος, να τον προσφωνώ Μίλτο κι όχι κ. Μίλτο.

- Κώστα, να μην έχεις άγχος για τη δουλειά. Φαντάσου ότι είχα κάποιον πριν και φυσικά είχαμε ένα σωρό προβλήματα. Δεν ήξερε τα πράγματα καλά και δημιουργήθηκαν πολλά προβλήματα στη δουλειά. Τελευταία υπάρχει ένα μπάχαλο που θα ήθελα να το συμμαζέψεις. Από μένα και τη Χριστίνα καθώς και από την Ξένια, που είναι στη γραμματεία θα έχεις όση βοήθεια χρειαστείς.

Το βράδυ βγήκαμε να φάμε σε ένα παραλιακό ουζερί. Γυρίσαμε στο σπίτι τους. Η Χριστίνα μας είχε ετοιμάσει ένα ελεύθερο δωμάτιο κοντά στο δικό τους. Εκείνο το βράδυ, αν και είχαμε πιει κάμποσο με τη Στέλλα, μπορέσαμε και του δώσαμε και κατάλαβε στον έρωτα. Την άλλη μέρα σηκώθηκα νωρίς. Ετοιμάστηκα και έφυγα με το Μίλτο. Πήγαμε στην εταιρία. Μου έδειξε το γραφείο μου. Ευτυχώς ήμουν μόνος.

Τον πρώτο καιρό σκοτώθηκα στη δουλειά. Έκανα πολλές αλλαγές στα συστήματά τους· πράγμα που βοήθησε την εταιρεία να λειτουργεί καλύτερα στο θέμα της μηχανοργάνωσης. Ο Μίλτος και η Χριστίνα ήταν πολύ ενθουσιασμένοι μαζί μου, τόσο από τις γνώσεις μου, όσο και τη συνέπειά μου. Στο σπίτι μας φιλοξένησαν 20 μέρες τον πρώτο καιρό. Εγώ δεν αισθανόμουν άνετα.

Ήταν πρωί Κυριακής. Ο Μίλτος είχε βγει το προηγούμενο βράδυ με την παρέα του. Γύρισε χαράματα και μάλιστα λίγο πιωμένος. Οι υπόλοιποι βγήκαμε νωρίς για φαγητό και μετά γυρίσαμε στο σπίτι.

Το πρωί εκείνης της μέρας σηκώθηκα νωρίτερα από όλους. Έφτιαξα ένα καφέ και κάθισα στο σαλόνι. Σε λίγο σηκώθηκε και η Χριστίνα. Φορούσε ένα κοντό νυχτικό που άφηνε σχεδόν ακάλυπτα τα πόδια της. Μέσα από το διάφανο νυχτικό διαγράφονταν τα πλούσια στήθη της. Εγώ ένιωσα άβολα. Εκείνη όμως είχε μια προκλητική άνεση. Έφτιαξε κι εκείνη καφέ και κάθισε απέναντί μου. Με κοιτούσε με ένα λάγνο βλέμμα, που με έκανε να ανάψω. Ήταν πολύ ωραία γυναίκα. Ένα σώμα τέλειο. Καθόμασταν και μιλούσαμε περί ανέμων και υδάτων. Όση ώρα μιλούσαμε δε μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της. Το κατάλαβε κι άρχισε να με εμπαίζει φανερά, αφήνοντας ακάλυπτα τα πόδια της, έτσι ώστε να φαίνεται το στρινγκάκι που φορούσε. Ένιωθα άβολα. Το θέαμα με ερέθισε αρκετά. Μη μπορώντας να αντέξω την κατάσταση, ήπια την τελευταία γουλιά από τον καφέ μου και αφού της ζήτησα συγνώμη, ανέβηκα στο δωμάτιο. Η Στέλλα ακόμα κοιμόταν. Ξάπλωσα δίπλα της. Ο πούτσος μου ήταν σηκωμένος από το θέαμα της Χριστίνας.

Την έπιασα και τη χάιδεψα στο πρόσωπο τρυφερά. Άνοιξε τα μάτια της και χαμογέλασε νυσταγμένα. Με φίλησε πεταχτά στο στόμα, καθώς κατέβασε το χέρι της ακούμπησε πάνω στο μποξεράκι που φορούσα. Βλέποντας ότι είμαι αναμμένος, χαμογέλασε ναζιάρικα. Μου γύρισε την πλάτη και τούρλωσε τον κώλο της ναζιάρικα. Με μια κίνησε έβγαλε το κιλοτάκι που φορούσε και έβγαλε τον πούτσο μου από το σώβρακο. Τον έπιασε και τον οδήγησε η ίδια μέσα της. Άρχισα να τη γαμάω δυνατά. Ήμουν πολύ καυλωμένος. Άρχισα ακόμα πιο δυνατά κρατώντας την από τη μέση. Δεν άργησε το τέλος. Έχυσα δυνατά μέσα της.

Ύστερα κατεβήκαμε στο σαλόνι. Η Χριστίνα μιλούσε στο τηλέφωνο. Είχε ντυθεί φορώντας ένα κολλητό τζιν και ένα μπλουζάκι που τόνιζε τις χάρες του σώματός της. Καθίσαμε λίγο μαζί της και ύστερα εγώ με τη Στέλλα βγήκαμε βόλτα. Καθίσαμε σε μια καφετέρια και εκεί της εκδήλωσα την επιθυμία μου να βρούμε ένα μικρό σπίτι να νοικιάσουμε.

- Μα, βρε μωρό μου, γιατί αγχώνεσαι;

- Δε θέλω, βρε συ, να γίνομαι βάρος. Με ξέρεις…

- Καλά, θα αρχίσω εγώ να ψάχνω από αύριο.

Η Στέλλα τις επόμενες μέρες έψαχνε και την Παρασκευή βρήκε ένα υπέροχο δυάρι, όχι ιδιαίτερα μακριά από το σπίτι της Χριστίνας και του Μίλτου. Την επόμενη βδομάδα κιόλας τακτοποιηθήκαμε. Ένιωσα να μου φεύγει ένα βάρος. Την Κυριακή που ήρθε τους καλέσαμε σε γεύμα. Εξάλλου δεν ήταν μικρή η υποχρέωση που είχαμε. Ήρθαν και μάλιστα μας έφεραν για δώρο μια καινούργια κουζίνα. Οι μέρες κυλούσαν ήσυχα. Μια μέρα πήγα στη δουλειά. Ξαφνικά χτυπάει η πόρτα. Βλέπω τη Χριστίνα.

- Κωστή μου, μπορείς να έρθεις λίγο στο γραφείο μου; Κάτι δεν πάει καλά με τον υπολογιστή μου.

- Ναι, βεβαίως.

Πήγαμε αμέσως στο γραφείο της.

- Για κάτσε, σε παρακαλώ, λίγο.

Άνοιξα τον υπολογιστή της. Πράγματι σερνόταν. Δεν άργησα να δω ότι υπήρχε ένα πρόγραμμα που παρακολουθούσε τη δραστηριότητα και κατέγραφε το τι κάνει και τι πληκτρολογεί στον υπολογιστή της. Δε μου πήρε πάνω από τρία με τέσσερα λεπτά να βγάλω το πρόγραμμα. Όσο εγώ δούλευα στον κομπιούτερ η Χριστίνα ήταν πίσω μου. Σκύβοντας να δει, ακούμπησε το στήθος της πάνω μου. Από τη μια ένιωσα άβολα, από την άλλη ερεθίστηκα αμέσως. Γύρισα να της μιλήσω και ήρθα αντιμέτωπος με δύο υπέροχα βυζιά στη μούρη μου.

- Έτοιμο, Χριστίνα μου. Τώρα δε θα έχεις πρόβλημα.

- Αχ! Είσαι ένας άγγελος μου είπε και με αγκάλιασε φέρνοντας πλάι στο πρόσωπό μου τα βυζιά της.

Εκεί έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Από τη μια κομπλάρω κι από την άλλη να θέλω να την αρπάξω και να της τα ρουφήξω. Σηκώθηκα και προσπαθούσα να ξαναβρώ την ψυχραιμία μου. Η ίδια κατάλαβε σε τι κατάσταση ήμουν και προσπάθησε να ηρεμήσει τα πράγματα απομακρυνόμενη λίγο.

- Και πώς έγινε αυτό, βρε Κωστή μου;

- Τι να σου πω; Το θέμα είναι ότι δεν έπεσε στην αντίληψή μου στην αρχή όταν ήρθα και έκανα σέρβις σε όλα τα μηχανήματα. Κάποιος προφανώς έβαλε αυτό το πρόγραμμα. Τι να πω; Τώρα όμως δε θα έχεις πρόβλημα.

Έφυγα για το γραφείο μου. Κάθισα και παράγγειλα καφέ από το καφέ απέναντι στην εταιρεία. Έπρεπε να συνέλθω από αυτό που μου συνέβη.

Το απόγευμα πήγα στο σπίτι μου. Εκεί με περίμενε η Στέλλα. Είχε μαγειρέψει. Καθίσαμε και φάγαμε. Μιλούσαμε περί ανέμων και υδάτων. Όλο το σκηνικό δε μου έβγαινε από το μυαλό. Κι από την άλλη σκεφτόμουν κι αυτό που έγινε στο υπολογιστή της Χριστίνας. Αυτό μόνο έμπειρο άτομο μπορούσε να το βάλει ή κάποιος που το είχε δουλέψει καλά. Και ποιος να έμπαινε στης Χριστίνας το γραφείο; Ερωτήσεις που με έτρωγαν. Μόνο η Ξένια, η γραμματέας της, είχε πρόσβαση εκεί, αλλά εκείνη δεν είχε τέτοιες γνώσεις. Δεν έβγαζα όμως άκρη, ίσως δεν είχε και σημασία.

Το βράδυ εκείνο έπρεπε να κάνω κάτι να ηρεμήσω. Και ο μόνος τρόπος ήταν η Στέλλα. Εκεί που ήμαστε ξάπλα στο κρεβάτι την πιάνω με ένα ξαφνικό πάθος και άρχισα να τη φιλάω. Εκείνη έπαθε. Ανταπέδωσε αμέσως. Σε λίγο ήμαστε κι δυο γυμνοί με μένα σκυμμένο ανάμεσα στα μπούτια της να της πιπιλάω την κλειτορίδα. Η Στέλλα βογκούσε από καύλα. Η ξαφνική μου λύσσα για σεξ εκείνη τη στιγμή την εξίταρε κι εκείνη. Όπως ήταν ανάσκελα της σήκωσα τα πόδια και της κάρφωσα με τη μία τον πούτσο μου μέσα της. Άρχισα να τη γαμάω δυνατά. Φτάσαμε σχεδόν ταυτόχρονα σε ένα δυνατό οργασμό κι οι δυο.

- Τι ξαφνική καύλα ήταν αυτή, αγόρι μου;

Δε μίλησα. Ήμουν λαχανιασμένος. Προσπαθούσα να ηρεμήσω. Ξάπλωσα ανάσκελα. Το κοριτσάκι μου με αγκάλιασε.

- Σ’ αγαπάω πολύ, Κωστή μου.

- Κι εγώ, μωρό μου. Σε λατρεύω.

Εκείνο το βράδυ δεν έλεγα να σταματήσω. Μετά από είκοσι λεπτά ένιωσα ξανά ερεθισμένος. Άπλωσε και χάιδεψε τον πούτσο μου. Τη γύρισα στο πλάι και άρχισα να τη γαμάω. Η στάση ξεκούραστη και για τους δυο. Ύστερα όπως ήταν στο πλάι σήκωσα το αριστερό της πόδι στον ώμο μου. Ήμουν γονατιστός με το μπούτι της ανάμεσα στα πόδια μου. Τη γαμούσα και έβλεπα τον πούτσο μου να χώνεται στο μουνί της. Ήταν τέλειο. Την έστησα στα τέσσερα. Άρχισα να τη σπρώχνω δυνατά. Σε λίγο πάλι ήρθε το τέλος. Άδειασα για μια ακόμη φορά μέσα της.

Το πρωί μας βρήκε γυμνούς κι αγκαλιασμένους. Έκανε λίγη ψύχρα κι αυτό έκανε την αγκαλιά μας πιο γλυκιά και για τους δύο. Σε λίγο σηκωθήκαμε κι δυο. Η Στέλλα έκανε καφέδες. Αργότερα έφυγα δίνοντάς της ένα τρυφερό φιλί.

Στη δουλειά ο Μίλτος μου είπε ότι η εταιρεία τους θα επεκτεινόταν και στον τομέα των εξαγωγών. Κι εκεί ήθελε τη βοήθειά μου στο μηχανογραφικό κομμάτι. Η μέρα πέρασε με αρκετό τρέξιμο. Γύρω στο μεσημέρι μπήκαν με τη Χριστίνα στο γραφείο μου. Με βρήκαν σκυμμένο πάνω στον υπολογιστή. Εκεί μου είπαν ότι θα χρειαστούν ένα άτομο που να μιλάει ξένες γλώσσες και φυσικά η Χριστίνα πρότεινε τη Στέλλα μια και ήξερε τρεις ξένες γλώσσες.

- Νομίζω, Κωστή μου, ότι θέση της Στέλλας είναι στην εταιρεία. Ε, τι λες, κι εσύ, Μίλτο;

- Αν γνωρίζει τις γλώσσες, όπως τα λες, γιατί όχι, είπε ο Μίλτος.

Την άλλη μέρα η Στέλλα ήρθε μαζί μου στη δουλειά. Εκεί της εξήγησαν τι έπρεπε να κάνει. Η Στέλλα άρχισε αμέσως με το να μεταφράζει διάφορα έγγραφα από ξένες εταιρίες. Έμειναν κι οι δυο ενθουσιασμένοι. Από εκείνη τη μέρα η Στέλλα έπιασε κανονικά δουλειά.

Πέρασε ένας μήνας. Όλα πήγαιναν ρολόι. Ο Μίλτος έπρεπε να πάει στη Γερμανία με κάποιους συνεργάτες. Έφυγε Τρίτη απόγευμα. Την άλλη μέρα ήρθε στο γραφείο η Χριστίνα.

- Έρχεσαι που σε θέλω κάτι, Κώστα;

- Ναι, αμέ!

Σηκώθηκα και την ακολούθησα. Μπήκαμε στο γραφείο του Μίλτου. Άνοιξε τον υπολογιστή.

- Μπορείς σε παρακαλώ να μπεις στα mail του;

- Ναι, αλλά ο κ. Μίλτος τα έχει κλειδώσει. Δε μπορούμε. Πώς να κάνω κάτι τέτοιο, βρε Χριστίνα;

- Άνοιξέ τα! Ξέρω ότι μπορείς.

Είπε με μια επιβλητική φωνή που δε σήκωνε αντιρρήσεις. Εγώ άνοιξα τα mail. Η Χριστίνα άρχισε να τα διαβάζει. Την είδα που θύμωσε.

- Διάβασε εδώ, μου λέει, και μετά αισθάνεσαι τύψεις για την «παράβαση» που έκανες.

Εκεί είδαμε κάποια μηνύματα από μια Ελένη. Μια νεαρή, προφανώς από τις φωτογραφίες, κοπέλα. Και από τα μηνύματα καταλάβαμε ότι πήγε μαζί του στη Γερμανία. Σχολάσαμε. Λίγο πριν μπούμε στα αυτοκίνητά μας με πλησίασε.

- Θέλω, σήμερα κιόλας, να έρθεις να κάνουμε μια δουλειά στον υπολογιστή που είναι στο σπίτι μου. Μόνο εσύ μπορείς να την κάνεις.

- Καλά, Χριστίνα μου, ηρέμησε όμως.

Στο δρόμο η Στέλλα με ρώτησε τι έγινε. Της τα είπα.

- Ξέρεις, έτσι και μαθευτεί ότι εγώ παραβίασα την ασφάλεια των μηνυμάτων, με βλέπω πάλι στη γύρα για δουλειά.

- Και εσύ, γιατί το έκανες μωρέ;

- Δε μπορούσα να κάνω αλλιώς. Με έφερε προ τετελεσμένων γεγονότων, με στρίμωξε.

Πήγαμε στο σπίτι. Ξεκουραστήκαμε. Η ώρα είχε πάει 8 το βράδυ.

- Έλα, δεν πάμε από την Χριστίνα;

- Όχι, μωράκι μου, αισθάνομαι χάλια. Θέλω να κοιμηθώ. Πονάνε τα πόδια μου. Ίσως αδιαθετήσω. Πήγαινε μόνος σου… Είπε με ένα χασμουρητό.

- Καλά πάω, αγάπη μου, κι αν δω ότι έχει πολύ δουλειά, θα πάρω τον υπολογιστή εδώ για να τον φτιάξω.

Έφυγα. Η Χριστίνα με περίμενε φορώντας ένα κοντό νυχτικό, που μετά βίας έκρυβε τα επίμαχα σημεία του όμορφου κορμιού της. Καθίσαμε στο σαλόνι. Έβαλε δύο ουίσκι.

- Λοιπόν, πες μου είναι γουρούνι, είναι ή όχι; Είπε με ένα συγκινημένο ύφος. Να με κερατώνει ο μαλάκας!

Εγώ όλη την ώρα που έλεγε διάφορες μαλακίες την έγδυνα κυριολεκτικά με τα μάτια μου. Με είχε αναστατώσει για άλλη μια φορά και το έβλεπε.

Σε κάποια στιγμή έκανε πώς έκλαιγε. Έπεσε πάνω μου. Τα πράγματα ζόρισαν. Ο πούτσος μου είχε γίνει κάγκελο. Σήκωσε τα κεφάλι της με κοίταξε στα μάτια. Με άρπαξε και με έδωσε ένα καυτό γλωσσόφιλο. Το δέχθηκα παθητικά. Ύστερα τα χείλη μας έσμιξαν και πάλι. Αυτό κράτησε περισσότερο και συμμετείχαμε κι δυο με το ίδιο πάθος. Δε μιλούσαμε, με έγδυσε στο λεπτό. Κάθισα. Ο πούτσος μου ήταν κάγκελο από την καύλα. Όρμησε πάνω μου λες και είχε καιρό να γαμηθεί. Άρχισε να μου παίρνει μια καταπληκτική πίπα. Ύστερα με καβάλησε φέρνοντας στο πρόσωπό μου τις βυζάρες της. Άρχισα να φιλάω τις ρώγες της. Σε λίγο ήθελα να χύσω. Βγήκε και τον πήρε στο στόμα της. Έχυσα μέσα της. Εκείνη τα έφτυνε με μια μαεστρία πορνοστάρ. Έμεινα καθιστός προσπαθώντας να ηρεμήσω από την ένταση. Κάθισε πάνω μου, με κοιτούσε με ένα έκφυλο, λάγνο βλέμμα.

- Δεν ξέρεις πόσο με ικανοποίησες, ήσουν απίθανος!

- Και εσύ με τρέλανες. Τι πάθος είναι αυτό που βγάζεις; Υπέροχη!

Έσκυψε και με φίλησε στο στόμα.

- Κοίτα από την αρχή σε γούσταρα. Και να σου πω, θέλω να τη βρίσκουμε οι δυο μας συχνότερα.

- Αυτό που μου ζητάς είναι πολύ δύσκολο. Δε λέω, από τη μια δεν είσαι γυναίκα εσύ, αλλά ένα ηφαίστειο, από την άλλη όμως είναι σα να παίζουμε με τη φωτιά.

- Εμένα μου αρέσουν τα επικίνδυνα. Τι φοβάσαι, μη σε χωρίσει η πιτσιρίκα;

- Τη Στέλλα την αγαπάω, να το ξέρεις.

- Δεν αντιλέγω, αλλά μόλις σου έδωσα την ευκαιρία, δεν άργησες να μου δείξεις τα ταλέντα σου. Εξάλλου δε σου ζήτησα και να γίνουμε κανονικό ζευγάρι. Γαμήσι θέλω μαζί σου και τίποτα άλλο.

Σιώπησα σε μια στιγμή. Εκείνη σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Έφερε δυο ποτήρια νερό.

- Έλα, μην άγχεσαι, Κώστα μου. Δε σε πιέζω. Απλά εγώ θα ήθελα να κάτσει ξανά η φάση μεταξύ μας. Μη νομίζεις ότι εγώ θα ήθελα μπελάδες. Δε θα χώριζα το Μίλτο. Εξάλλου έχω κι εγώ μερίδιο μέσα στην εταιρία. Για τόσο κορόϊδο με έχεις;

- Όχι, μόνο κορόιδο δεν είσαι.

- Ε, να, το βλέπω και σαν εκδίκηση στο κέρατο που μου φόρεσε.

Έφυγα παίρνοντας τον λάπτοπ μαζί μου. Στο σπίτι βρήκα τη Στέλλα να κοιμάται. Έκανα ένα ντους. Ξάπλωσα δίπλα της. Δε με πήρε είδηση. Την άλλη μέρα φύγαμε για τη δουλειά. Εγώ είχα πολλή δουλειά. Έπρεπε πέραν των νέων υποχρεώσεων να αναλάβω και την προγραμματισμένη συντήρηση σε όλους τους υπολογιστές. Κάποια στιγμή μπήκα και στο γραφείο που ήταν η Στέλλα. Τη βρήκα με τη Χριστίνα να κάθονται να συζητάνε ψιθυριστά. Μόλις με είδαν σταμάτησαν, μαζεύτηκαν κι άλλαξαν κουβέντα. Από το ύφος τους κατάλαβα ότι έλεγαν κάτι που δεν θα ήθελαν να ακούσω. Τις χαιρέτησα και ζήτησα να καθίσω στον υπολογιστή της Στέλλας. Σηκώθηκαν και πήγαν στο γραφείο της Χριστίνας. Μόλις τελείωσα πήγα κι εγώ στο γραφείο της Χριστίνας.

- Τι έγινε, Κωστάκη, είπε η Χριστίνα με ένα πειραχτικό ύφος, μας παίρνεις από κοντά σήμερα;

- Ε, ναι, κάνω εγώ χωρίς να βλέπω τις όμορφες κυρίες της εταιρίας;

- Ευχαριστούμε για το κομπλιμέντο, είπε με ένα χαμόγελο η Στέλλα.

Η δουλειά στο μηχάνημα της Χριστίνας δεν ήταν πάνω από δέκα λεπτά. Το βράδυ της ίδιας μέρας βγήκαμε να φάμε οι τρεις μας. Εκεί η Χριστίνα άνοιξε συζήτηση με τη Στέλλα για την απιστία του άντρα της. Και φυσικά έλεγε ότι θα σκεφτεί τι τιμωρία θα του κάνει. Μάλιστα, όταν μιλούσε, με κοίταζε έντονα.

- Κοίτα κακομοίρη μου, τη Στέλλα και τα μάτια σου! Μη μάθω τίποτα ποτέ, αλίμονο σου!

- Την πουτάνα! σκέφτηκα, ξέρει να τα καλύπτει.

Γυρίσαμε αργά στο σπίτι. Ξαπλώσαμε. Άρχισα να φιλάω και να χαϊδεύω τη Στέλλα. Με σταμάτησε. Μου είπε ότι δεν αισθάνεται καλά. Δεν επέμεινα. Την αγκάλιασα και κοιμηθήκαμε. Εκείνο το βράδυ άργησα να κοιμηθώ. Η Στέλλα αποκοιμήθηκε σχεδόν αμέσως στην αγκαλιά μου. Άρχισαν να με τρώνε οι τύψεις.

«Τι έκανα ο μαλάκας;» αναρωτιόμουν, «γιατί της το έκανα της Στέλλας αυτό;»

Καθώς σκεφτόμουν αυτά, ένιωθα ότι έμπλεξα σε μια κατάσταση που δύσκολα θα ξέμπλεκα.

«Δεν έπρεπε να παρασυρθώ», σκέφτηκα. «Ίσως η καριόλα να το είχε σκοπό από πριν. Δεν ήταν τυχαίο που με πλησίαζε, την ημέρα εκείνη στο γραφείο ακουμπούσε τα βυζιά της στη μούρη μου σχεδόν»

Ήρθε η μέρα που επέστρεψε ο Μίλτος. Πραγματικά μαζί του έφερε ένα σωρό υποχρεώσεις, τόσο για μένα όσο και για τη Στέλλα. Η επόμενη βδομάδα ήταν μέσα στο τρέξιμο.

Ήταν Πέμπτη. Πέρασα από το γραφείο της Στέλλας. Δεν ήταν εκεί. Την πήρα κάποια στιγμή τηλέφωνο και μου είπε ότι είναι σπίτι. Γύρισα από τη δουλειά αργά το βράδυ. Είχα μείνει με το Μίλτο μέχρι αργά στην εταιρία. Με το που μπήκα πήγα στο μπάνιο να πλυθώ. Η Στέλλα με περίμενε στην κουζίνα. Μόλις φάγαμε μου έσκασε το μυστικό της εγκυμοσύνης. Εγώ πέταξα από τη χαρά μου. Το σαββατοκύριακο πήγαμε στους δικούς μας. Μόλις το ανακοίνωσα, χάρηκαν όλοι. Μάλιστα ο πεθερός μου έδειξε ικανοποιημένος με τον τρόπο που του το σέρβιρα:

- Κοιτάξτε, πρέπει να επισπεύσουμε και το γάμο μας. Μια και ζούμε μαζί τόσο καιρό με τη Στέλλα. Αυτό το είχα μέσα στο πρόγραμμα έτσι ή αλλιώς, αλλά τώρα, ένας λόγος παραπάνω. Η Στέλλα είναι έγκυος.

Η αδερφή της η Άννα πέταξε από τη χαρά της. Εκείνο το σαββατόβραδο βγήκαμε παρέα με τη Λένα και το Στάθη. Μαζί μας ήταν κι Άννα με το αγόρι της. Περάσαμε τέλεια. Ένιωσα τόσο όμορφα! Είχα ξεχάσει όλες τις σκοτούρες της δουλειάς. Αργά της Κυριακής γυρίσαμε στο Βόλο.

Τη Δευτέρα πάλι στη ρουτίνα της δουλειάς. Σε κάποια στιγμή μπήκε η Χριστίνα. Φορούσε ένα κοντό φόρεμα που διέγραφε τα χαρίσματα του κορμιού της. Μου άφησε ένα φάκελο και μου έστειλε ένα φιλί από μακριά και ένα καθόλα προκλητικό χαμόγελο. Γύρισε και έφυγε. Σηκώθηκα κι εγώ να πάρω έναν καφέ από το απέναντι καφέ. Περνώντας από το γραφείο της Στέλλας, είδα τη Χριστίνα μέσα να μιλάνε και να χαχανίζουνε.

Αργότερα μού έστειλε ένα μήνυμα στο κινητό να πάω να πάρω κάποια πράγματα από ένα κατάστημα. Κατέβηκα τα σκαλιά της εισόδου. Είδα το αμάξι της που έστριβε στη γωνία. Μπήκα μέσα με σκοπό να πάω να πάρω τα πράγματα που έπρεπε. Πριν προχωρήσω πολύ χτύπησε το κινητό μου.

- Κοίτα, Κώστα, τράβα για το δρόμο που πάει προς την Νέα Ιωνία. Περίμενέ με εκεί.

Βγήκα από το αμάξι και περίμενα. Ήρθε.

- Μπες μέσα, μού είπε με ένα επιτακτικό ύφος.

- Πού πάμε; ρώτησα.

- Θα δεις, μην έχεις αγωνία.

Σε λίγα λεπτά φτάσαμε σε μια πολυκατοικία. Μπήκαμε μέσα σε μια μικρή γκαρσονιέρα στον τρίτο όροφο. Στο δωμάτιο ένας καναπές που γινόταν κρεβάτι, ανοιγμένος και στρωμένος. Με το που μπήκαμε μέσα, με στριμώχνει στο τοίχο και αρχίζει να με φιλάει παθιασμένα στο στόμα.

- Σου αρέσει; Θα είναι το κρησφύγετό μας. Εδώ θα βρισκόμαστε και θα με ξεσκίζεις κανονικά. Εδώ θα ερχόμαστε και θα σβήνουμε τις καύλες μας, κατάλαβες;

- Μα, είσαι καλά βρε Χριστίνα;

- Ναι, πολύ καλά. Μ’ αρέσεις, μου αρέσει ο πούτσος σου. Τι δεν καταλαβαίνεις; Και με φίλησε για άλλη μια φορά.

Σε λίγο ήμαστε γυμνοί και της έκανα ένα υπέροχο γλειφομούνι. Άρχισα σιγά-σιγά με τα μουνόχειλά της. Τα μουνόχειλά της μεγάλα, όμορφα. Πιπίλησα την κλειτορίδα της. Έχυνε ασταμάτητα. Σηκώθηκα όρθιος. Γονάτισε και άρχισε ένα υπέροχο τσιμπούκι. Με κοίταζε καυλιάρικα στα μάτια καθώς τον έχωνε μέσα στο στόμα της. Κατέβηκε και άρχισε να μου ρουφάει και να γλείφει τα αρχίδια μου. Την έστησα στα τέσσερα. Άρχισα να τη γαμάω με δύναμη. Δεν κρατήθηκα άλλο. Έχυσα πάνω στον κώλο της δυνατά.

Ξαπλώσαμε στο κρεβάτι. Η Χριστίνα δεν πήρε το χέρι από τον πούτσο μου. Με χάιδευε όλη την ώρα. Δεν άργησε να αρχίσει να μου σηκώνεται. Έσκυψε και άρχισε να με πιπώνει κανονικά. Σε λίγο ήμουν πάλι έτοιμος. Την έβαλα ανάσκελα. Της σήκωσα τα πόδια στους ώμους μου και άρχισα πάλι να τη γαμάω. Τα υγρά από το μουνί της έτρεχαν ποτάμι. Σφίχτηκε αρπάζοντάς με δυνατά από την πλάτη. Έχυσε με δύναμη. Είχε αναψοκοκκινίσει το πρόσωπό της καθώς έφτανε στο οργασμό. Συνέχισα λίγο ακόμα. Τραβήχτηκα. Έβαλα το δάχτυλό μου και το ακούμπησα στη σούφρα της. Ήταν μούσκεμα από τα υγρά της. Άρχισα το κωλοδάχτυλο. Της έχωνα αρχικά το ένα μέσα. Το ένα έγινε δύο. Την παίδεψα αρκετά. Το απολάμβανε.

Σε μια στιγμή άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε ένα λιπαντικό. Έβαλε αρκετό από μόνη της και ύστερα με τα χέρια της πασάλειψε και τον πούτσο μου. Ακούμπησα τον πούτσο μου στη σούφρα της και άρχισα να τον τρίβω πιέζοντάς τον όλο και πιο πολύ. Σε κάποια στιγμή το πουτσοκέφαλο συρρικνώθηκε και χώθηκε μέσα. Άρχισα αργά. Σιγά-σιγά καθώς ο κώλος της χαλάρωνε και ο πούτσος μου χωνόταν, πιο πολύ επιτάχυνα. Σε κάποια στιγμή χωνόταν σχεδόν όλος.

- Σκίσε με, αγόρι μου… φώναξε σε κάποια στιγμή.

- Θα σου τον ξεχειλώσω! Είπα μέσα στα βογκητά μου.

- Θέλω να με χύσεις μέσα, να μου τον γεμίσεις με τα χύσια σου!

Τα λόγια της και μόνο αρκούσαν να με κάνουν να φτάσω στην κορύφωση. Όσο την έχυνα ο πούτσο μου είχε γίνει πέτρα και οι παλινδρομικές κινήσεις μου ήταν πιο βίαιες. Όταν έχυσα και τις τελευταίες σταγόνες μέσα της, βγήκα. Η Χριστίνα κρατούσε πίεζε τα κωλομέρια της προς τα έξω. Η κωλοτρυπίδα της δεν έκλεινε. Έσκυψα και άρχισα να τη γλείφω στο μουνί. Έχωσα δύο δάχτυλα μέσα της και άρχισα να τη γαμάω όσο η γλώσσα μου περιεργαζόταν την κλειτορίδα της και το μουνόχειλά της. Συνέχισα μέχρι που την έκανα να χύσει ξανά. Αυτή τη φορά έφτασε σχεδόν σε έκσταση. Βογκούσε και φώναζε. Με τα χέρια της κρατούσε το κεφάλι μου πιέζοντάς το προς τα κάτω. Σε κάποια στιγμή έπεσε η έντασή της. Ξάπλωσα δίπλα της. Δε μιλούσαμε. Απολαμβάναμε τη στιγμή. Είχαμε αποφορτιστεί εντελώς από την ένταση της δουλειάς και το άγχος. Ένιωθα να έχω ξαλαφρώσει.

Σηκωθήκαμε, πλυθήκαμε και φύγαμε για τη δουλειά. Εγώ γύρισα πιο αργά από τη Χριστίνα για να μη δώσουμε υποψίες. Κουβαλούσα μάλιστα και κάποιους σκληρούς δίσκους που πράγματι χρειαζόμουν.

Το βράδυ γυρίσαμε κατάκοποι από τη δουλειά. Κάναμε ένα ντους και ξαπλώσαμε. Η Στέλλα με καβάλησε γυμνή όπως ήταν και άρχισε να τρίβεται. Σε λίγο με είχε γυμνό. Ανέβηκε πάνω μου και άρχισε να τρίβει το μουνί της πάνω στον πούτσο μου. Μου σηκώθηκε αρκετά. Άρχισα να τη γαμάω σιγά-σιγά. Η ίδια έδειχνε ότι δεν ευχαριστιόταν. Τότε επιτάχυνα. Τη γύρισα ανάσκελα και άρχισα να τη γαμάω πιο δυνατά. Κάποια στιγμή την ένιωσα να χύνει. Εγώ δε μπορούσα να χύσω με τίποτα. Την έστησα στα τέσσερα κι άρχισα να τη γαμάω δυνατά. Σε κάποια στιγμή τελείωσα μέσα της. Εκείνη ανασηκώθηκε λίγο. Με φίλησε.

- Σ’ αγαπάω καλέ μου, σε λατρεύω.

- Κι εγώ σ’ αγαπάω γλυκιά μου!

Ξαπλώσαμε και μας πήρε ο ύπνος. Εγώ είχα πλέον διαλυθεί από την κούραση. Την άλλη μέρα η Στέλλα μου είπε ότι δεν αισθανόταν καλά και δε θα ερχόταν στη δουλειά. Έφυγα μόνος μου. Στο γραφείο η δουλειά είχε πάρει μια ρέγουλα. Σχόλασα στις τέσσερις. Μόλις μπήκα στο αμάξι, χτύπησε το κινητό μου. Ήταν η Χριστίνα.

- Κώστα, τι λες, πάμε στην κρυψώνα μας για ένα στα γρήγορα; Τώρα που ο Μίλτος θα μείνει στην εταιρία και λείπει κι η μικρή;

- Πρέπει να πάω στο σπίτι. Η Στέλλα δεν είναι καλά.

- Μα δε θα αργήσουμε… έλα σε παρακαλώ!

- Τι κάνεις βρε Χριστίνα;

- Εγώ φταίω που σε θέλω πολύ; Είπε με ένα νάζι.

Δεν είχα επιλογή. Ήξερα ότι ήταν δυναμική γυναίκα, επέμενε και δεν δεχόταν την απόρριψη. Πήγα στην κρυψώνα μας. Εκεί την έβαλα κάτω και τη γάμησα με λύσσα. Και στο μενού φυσικά ήταν και η πίσω πόρτα Μείναμε στο διαμέρισμα περίπου μία ώρα. Φύγαμε ξεχωριστά.

Έφτασα στο σπίτι. Βρήκα τη Στέλλα κουκουλωμένη με μια κουβέρτα στον καναπέ. Τα παπούτσια της τα είχε πεταμένα στο χολ. Την είδα σκυθρωπή, μαζεμένη. Κάθισα δίπλα της. Την αγκάλιασα και τη φίλησα.

- Πώς είσαι, μωρό μου;

- Καλύτερα, απλά πονάω λίγο.

- Γιατί, θέλεις να πάμε στο γιατρό;

- Όχι, πήγα. Κώστα… το σταμάτησα το παιδί.

- Τι; Είπα ξαφνιασμένος. Γιατί το έκανες; Συνέβη κάτι; Και δεν μου είπες κάτι βρε κορίτσι μου; Είχαμε κάποια επιπλοκή;

- Όχι, απλά σκέφτηκα ότι ίσως είναι νωρίς να έχουμε παιδί, ότι πρέπει να δουλέψω κι εγώ τώρα στην αρχή. Νομίζω ότι έχουμε χρόνο. Κι άπλωσε το χέρι της και μου έπιασε τρυφερά το δικό μου χέρι.

Τινάχτηκα πάνω. Θύμωσα.

- Και πήρες έτσι την απόφασή σου; Χωρίς να μου πεις τίποτα; Μπράβο κυρία Στέλλα. Συγχαρητήρια! Είπα με εκνευρισμό και σηκώθηκα πάνω. Σε ευχαριστώ πολύ για την εκτίμηση και το σεβασμό!

Πήγα στην κουζίνα και ήπια νερό. Γύρισα στο σαλόνι. Τη βρήκα που έκλαιγε. Κάθισα δίπλα της. Την πήρα αγκαλιά και την παρηγόρησα. Όμως με ενόχλησε πολύ αυτό. Το επόμενο διάστημα ήμουν άκεφος. Το καταλάβαιναν τόσο ο Μίλτος όσο και η Χριστίνα. Μετά από τρεις μέρες επέστρεψε και η Στέλλα στη δουλειά. Εγώ συνέχισα τις ακεφιές μου. Σε κάποια στιγμή χτυπάει το τηλέφωνό μου.

- Μια και δε μπορεί η μικρή να σου φτιάξει το κέφι, θέλεις να σου το φτιάξω εγώ;

- Δε γίνεται. Με το που σχολάσουμε θα πάμε κατευθείαν σπίτι.

- Καλώς… είπε κι έκλεισε απότομα το τηλέφωνο.

Κατάλαβα ότι πειράχτηκε. Δεν ήταν από τα άτομα που θα ανεχόταν το φτύσιμο. Έφυγα για το σπίτι. Όμως έπρεπε να σκεφτώ. Δε μπορούσα άλλο αυτήν την κατάσταση. Σχόλασα δύο ώρες πιο αργά από τη Στέλλα. Τράβηξα προς το λιμάνι. Παρκάρισα το αυτοκίνητο σε ένα στενό. Πήγα στην προβλήτα του λιμανιού η οποία αν και νωρίς την άνοιξη, το βράδυ έσφυζε από ζωή. Κάθισα σε ένα παγκάκι. Κοίταζα τη θάλασσα, τις βάρκες που ήταν δεμένες και τις κουνούσε το κύμα, τα ζευγαράκια που κάνανε βόλτες αγκαλιασμένα και ξένοιαστα. Χάθηκα μέσα στις σκέψεις μου.

«Αν δεν είχε συμβεί η φάση με τη Στέλλα και το τσογλάνι στην παμπ σίγουρα δεν θα είχε πάρει αυτήν τη ρώτα η ζωή μου. Θα ήμουν στη βάση μου, θα είχαμε παντρευτεί και με τη Στέλλα και ίσως… τα πράγματα να ήταν καλύτερα. Εγώ, ο μαλάκας, γιατί δεν αντιστάθηκα στην καριόλα, τη Χριστίνα; Γιατί το έκανα ο ηλίθιος; Τώρα είμαι παγιδευμένος! Πώς θα ξεφύγω, Θεέ μου;», αναρωτιόμουν και μου ερχόταν να σαλτάρω από τις σκέψεις μου.

Κάθισα αρκετά και σκεφτόμουν. Μέσα από τις σκέψεις μου ήρθε να με βγάλει το κινητό μου. Ήταν η Στέλλα μου.

- Πού είσαι, βρε Κώστα μου, γιατί άργησες;

- Στο λιμάνι είμαι. Πήγα να πάρω κανένα γλυκό και περπάτησα λίγο.

- Συμβαίνει κάτι, βρε αγάπη μου; Άργησες κι ανησύχησα.

- Όχι, τι να συμβαίνει; Σε λίγο θα είμαι στο σπίτι.

Πήγα σε ένα γνωστό ζαχαροπλαστείο που φημιζόταν για τα γλυκά του ταψιού. Πήρα ένα ταψάκι μπακλαβά, που ήξερα ότι άρεσε και στη Στέλλα. Έφυγα για το σπίτι. Σε λιγότερο από δέκα λεπτά έφτασα.

Μπήκα μέσα. Η Στέλλα είχε παραγγείλει απ' έξω πίτσες. Αν και δεν είχα όρεξη κάθισα και έφαγα ένα δυο κομμάτια. Ύστερα καθίσαμε στο σαλόνι και τρώγαμε γλυκό. Η Στέλλα μου είπε ότι την πήρε η Χριστίνα και μίλησαν. Της αποκάλυψε το μυστικό της έκτρωσης.

- Καλά, ήταν ανάγκη;

- Ε, σιγά μωρέ. Με τη Χριστίνα δεν είμαστε απλά συγγενείς Χρόνια τώρα μοιραζόμαστε τα μυστικά μας, είπε με ένα φυσικό ύφος σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Να, και εκείνη δεν μου τα είπε για το Μίλτο, που έχει φιλενάδα;

Με τη σκέψη ότι η Στέλλα ανοιγόταν στη Χριστίνα, με έκοψε κρύος ιδρώτας. Καταλάβαινα ότι ήμουν εντελώς εκτεθειμένος στην πονηριά της.

«Τι άλλα μυστικά ξέρει η Χριστίνα για μας;», σκέφτηκα

Η βραδιά κύλισε ήσυχα. Καθίσαμε λίγο στο σαλόνι και βλέπαμε μια ταινία. Η Στέλλα νύσταξε σε κάποια στιγμή. Τη σκούντησα ξύπνησε. Πήγαμε στο δωμάτιο. Ξαπλώσαμε και την πήρα τρυφερά στην αγκαλιά μου. Δεν άργησε να την πάρει ο ύπνος. Εμένα όμως άργησε να με πάρει ο ύπνος. Οι σκέψεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Ένιωθα ενοχές. Τα έβαζα με τον εαυτό μου. Δεν ξέρω, ένιωθα πολύ άσχημα. Σε κάποια στιγμή τη χάιδεψα στα μαλλιά και τη φίλησα τρυφερά στο μάγουλο. Αναδεύτηκε. Αυτό μου έδωσε την ευκαιρία να την πάρω πιο βολικά στην αγκαλιά μου. Δάκρυσα. Ένιωθα τόσο άσχημα που έμπλεξα σε αυτήν την κατάσταση.

Το πρωί σηκωθήκαμε και πήγαμε στη δουλειά. Πλέον με κατέβαλε το άγχος από την κατάσταση που ζούσα. Δε μπορούσα πια να το κρύψω. Σε κάποια στιγμή έρχεται η Στέλλα στο γραφείο μου.

- Κώστα μου, να προτείνω στα παιδιά – εννοούσε το Μίλτο και τη Χριστίνα – να πάμε να φάμε;

- Μπα, βρε μωρό μου, δεν έχω όρεξη.

- Γιατί, τι έχεις; Σε βλέπω σκεπτικό. Συμβαίνει κάτι;

- Όχι, τι να συμβαίνει; Απλά είμαι άκεφος.

- Καλά, όπως θες,

είπε και έφυγε με ένα χαμόγελο που την έκανε πάντα πιο όμορφη. Το απόγευμα σχολάσαμε και φύγαμε μαζί. Πήγαμε σπίτι. Φάγαμε και ύστερα αράξαμε. Με τη Στέλλα είχαμε μια βδομάδα να το κάνουμε. Η ίδια παραπονιόταν ότι πονούσε. Το βράδυ εκείνο προσπάθησα να τη χαϊδέψω το στήθος και με σταμάτησε.

- Άσε λίγο, να περάσουν κάποιες μέρες μωρό μου, πονάω ακόμα μερικές φορές.

- Και γιατί δεν το λες; Ξαναπήγες στο γιατρό;

- Όχι.

- Αύριο πάρε τον τηλέφωνο από τη δουλειά. Θα είμαι κι εγώ στο τηλεφώνημα, γιατί αλλιώς θα γίνει της πουτάνας.

- Έλα, ρε μωρό μου, ηρέμησε!

- Καλά, θα ηρεμήσω τώρα, αλλά αύριο δεν γίνεται να μην πάρουμε μαζί το γιατρό.

Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα πολύ πιο μετά από τη Στέλλα. Με έτρωγαν οι σκέψεις και οι τύψεις. Την άλλη μέρα πήγαμε στη δουλειά. Στις δέκα βρήκα ευκαιρία και πήγα στο γραφείο της. Μαζί της ήταν κι η Χριστίνα.

- Για πες το τηλέφωνο του γιατρού… κι έβγαλα το κινητό μου να τον πάρω.

- Τον πήρα, μην ανησυχείς. Στις 6 το απόγευμα έχουμε ραντεβού.

Κάθισα λίγο ακόμα. Η Χριστίνα της έβαλε χέρι μόλις της είπε για τα προβλήματα που ένιωθε μετά την έκτρωση. Έφυγα πάλι στο γραφείο. Σε κάποια στιγμή, κατά τις 12 χτύπησε η πόρτα μου. Ήταν ο Μίλτος. Μπήκε μέσα κι έκλεισε την πόρτα.

- Κωστή, θέλω μια μεγάλη χάρη.

- Τι είναι βρε Μίλτο;

- Θέλω να πάμε στον Πλατανιά, σήμερα. Άσε τις δουλειές. Θα πάμε στο εξοχικό μου. Είναι κανένα δίωρο από δω. Θέλω να μια ψευτουντήρηση λίγο στα δίκτυα. Θα έπαιρνα άλλον τεχνικό αλλά πρέπει το σαββατοκύριακο να πάμε με κάτι φίλους εκεί και δε βρίσκω κανέναν εύκαιρο. Εντάξει;

- Ξέρεις, βρε Μίλτο, έχω κανονίσει με τη Στέλλα να πάμε στο γιατρό.

Και του εξήγησα την όλη φάση.

- Κοίτα, θα ζητήσω από τη Χριστίνα να πάει μαζί της. Μη στενοχωριέσαι. Όλα καλά θα πάνε· εξάλλου είναι καλύτερα να είναι οι δυο τους ως γυναίκες. Εντάξει;

- Καλώς, απάντησα, μην έχοντας κι άλλη επιλογή.

Σε λίγο βγήκε από το γραφείο. Τον είδα που έμπαινε μετά από λίγο με τη Χριστίνα στο γραφείο του κλείνοντας την πόρτα πίσω τους. Σε λίγο βγήκε η Χριστίνα και ήρθε στο γραφείο μου.

- Εντάξει, Κώστα μου, θα την πάω εγώ τη μικρούλα στο γιατρό, είπε με ένα ειρωνικό ύφος.

- Σε ευχαριστώ πολύ, σου είμαι υπόχρεος.

- Θα μου τη βγάλεις την υποχρέωση, σύντομα, είπε κοιτάζοντάς με μ’ ένα προκλητικό βλέμμα.

Γύρισε και έφυγε κουνώντας προκλητικά τον κώλο της μπροστά μου. Εγώ τρελάθηκα. Ήρθα σε μια αμηχανία. Δεν ήξερα τι να κάνω, τι να πω. Η ώρα πέρασε. Με το Μίλτο φύγαμε με το δικό του αυτοκίνητο από την εταιρεία. Πήγαμε πρώτα και προμηθευτήκαμε διάφορα πράγματα. Ξεκινήσαμε. Σε μιάμιση ώρα είχαμε φτάσει. Με το που φτάσαμε, ήπιαμε ένα καφέ στο πόδι και εγώ έπιασα δουλειά. Άλλαξα την καλωδίωση που είχαν πρόβλημα στα συστήματα ασφαλείας του εξοχικού τους.

- Βρε, συ Κωστή, ξέρεις και από ηλεκτρολογικά;

- Τα πάντα ξέρω βρε Μίλτο, με όλα ασχολούμαι. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο. Απλά με όλα πρέπει να γουστάρεις να ασχοληθείς. Έχω δουλέψει ως φοιτητής σε πολλές δουλειές στην Αθήνα. Ε, μία από αυτές ήταν και βοηθός ηλεκτρολόγου. Τι να έκανα; Η ανάγκη βλέπεις. Αλλά δεν παραπονιέμαι.

- Λοιπόν, όταν τελειώσω με το καλό τα τρεξίματα που έχω, θα έρθουμε με τις γυναίκες μας για δυο τρεις μέρες, μόλις ξανοίξει ο καιρός και θα ψήσουμε. Θα περάσουμε όμορφα.

- Σύμφωνοι, του είπα.

Αν και μέσα μου απευχόμουν κάτι τέτοιο, μιας και συνέβησαν όλα αυτά ανάμεσα σε μένα και τη Χριστίνα. Τελειώσαμε αργά. Πήραμε το δρόμο του γυρισμού. Ήταν έξι η ώρα. Στο δρόμο χτύπησε το κινητό του. Η ένταση του ακουστικού ήταν δυνατή.

- Έλα, μωρό μου, ακούστηκε μια ναζιάρικη φωνή.

- Γεια σου, μωρό μου, απάντησε ο Μίλτος. Μόνο μην φωνάζεις γιατί με ξεκούφανες.

Κατάλαβα εξαρχής ότι δεν ήταν η Χριστίνα. Εκείνος προσποιήθηκε ότι ήταν εκείνη. Εξάλλου η Χριστίνα θα πρέπει να ήταν στο γιατρό με τη Στέλλα εκείνη την ώρα. Δεν είπα τίποτα. Στην υπόλοιπη διαδρομή μιλούσαμε για τη δουλειά και για διάφορα άλλα θέματα. Φτάσαμε κοντά στις εφτά και μισή στο σπίτι. Με το που μπήκα μέσα βρήκα τη Στέλλα να μαγειρεύει στην κουζίνα.

- Καλησπέρα, Στελλίτσα μου!

- Καλησπέρα, άντρα μου, είπε και με φίλησε στα χείλη πεταχτά.

- Τι έγινε, τι σου είπε ο γιατρός;

- Τίποτα, όλα καλά. Ίσως να ήταν και η ιδέα μου. Δε βρήκε ερεθισμό ή άλλο πρόβλημα.

- Χαίρομαι, απάντησα και τη φίλησα τρυφερά στο μάγουλο.

- Θα φας;

- Ναι, πεινάω σα λύκος. Αν και ο Μίλτος ήθελε να πάμε να φάμε, εγώ είχα την αγωνία μου για σένα.

Καθίσαμε και φάγαμε στην κουζίνα. Αργότερα πήγαμε και ξαπλώσαμε. Η Στέλλα είχε μπει πρώτα στο μπάνιο. Βγήκε τυλιγμένη με μια πετσέτα. Μόλις μπήκε στο δωμάτιο γδύθηκε και ξάπλωσε δίπλα μου. Άρχισε να με φιλάει και να με χαϊδεύει. Άρχισα να τη φιλάω στα στήθη παίρνονταν τις ρώγες της μέσα στο στόμα. Είχαμε μέρες να το κάνουμε και η καύλα έφτασε στα ύψη. Σε λίγο ήμουν ανάμεσα στα πόδια της χώνοντας τον πούτσο μου στο μουνί της. Άρχισα να μπαινοβγαίνω προσεκτικά.

- Τι έπαθες; Γιατί είσαι τόσο μουδιασμένος, αγάπη μου;

- Να, σου πω… φοβάμαι μην πάθεις τίποτα.

- Χαζούλη! Μια χαρά είμαι. Είπε και με φίλησε στο στόμα.

Αμέσως με έσπρωξε στο πλάι και με ξάπλωσε ανάσκελα.

- Για να σου αποδείξω ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει, τώρα θα δεις.

Και σκύβει και μου αρχίζει μία πίπα που ποτέ δεν μου έκανε. Τον έχωνε όλον μέσα της. Πραγματικά με άναψε. Αν συνέχιζε λίγο ακόμα, θα έχυνα. Με καβάλησε και άρχισε να χοροπηδάει με λύσσα. Έβγαζε τόσο πάθος και καύλα! Σε λίγο τον πήρε μέσα της βαθιά και άρχισε να τρίβεται μπρος πίσω. Δεν άργησε να φτάσει γρήγορα στον οργασμό. Μόλις χαλάρωσε λίγο τις κινήσεις της, την έπιασα από τη μέση και άρχισα να τη γαμάω δυνατά στο δικό μου ρυθμό. Σε λίγο έφτανα στην κορύφωση. Έχυσα πάνω στον κώλο της με λύσσα. Έπεσε πάνω μου και με φιλούσε τρυφερά. Δε μιλούσε, απλά με φιλούσε παντού στο πρόσωπο. Ξαπλώσαμε γυρίζοντας στο πλάι, ο ένας προς τον άλλο. Με κοίταζε. Χαμογέλασε σε μια στιγμή.

- Τελικά επαλήθευσες αυτό που λέγεται πάντα. Ότι όλοι οι άντρες είστε λίγο μπουνταλάδες και φοβητσιάρηδες σε τέτοια θέματα. Τι φοβάσαι, αγόρι μου;… είπε στο τέλος με μια στοργή και με φίλησε στη μύτη.

- Ξέρεις, δε θα ήθελα να πάθεις το οτιδήποτε. Γι’ αυτό ανησυχούσα.

Το βράδυ εκείνο το κάναμε άλλες δύο φορές μέχρι το πρωί.

Οι μέρες περνούσαν Με τη Χριστίνα δεν είχαμε ξανασυναντηθεί άλλη φορά. Κι ήταν κάτι που με ξαλάφρωνε. Μπορεί η κάθε επαφή που είχαμε με τη Χριστίνα να ήταν μέσα στην καύλα και στο πάθος, αλλά μέχρι εκεί. Κάθε φορά ένιωθα γεμάτος τύψεις. Τις μέρες εκείνες η Χριστίνα με το Μίλτο είχαν πάει στην Πλατανιά στο εξοχικό τους αρκετές φορές. Είχαν επαγγελματικές υποχρεώσεις με κάποιους συνεργάτες απ’ ό,τι έλεγαν σε μάς.

Ήταν μια βροχερή μέρα στη δουλειά. Χτύπησε το κινητό μου. Ήταν η μάνα μου. Ο παππούς είχε αρρωστήσει, σοβαρά αυτή την φορά. Ήταν στο νοσοκομείο. Δύσκολα θα τα κατάφερνε. Και ζήτησε να με δει. Την άλλη μέρα έφυγα μόνος μου με το αμάξι. Η Στέλλα έμεινε, γιατί η δουλειά ήταν πολλή στην εταιρεία. Έφτασα στο νοσοκομείο. Βρήκα τη μάνα μου να μιλάει με τον παππού. Χάρηκε και χάρηκα που τον είδα. Την άλλη μέρα όμως συνέβη το τραγικό συμβάν. Η Στέλλα δεν ήρθε στην κηδεία, αλλά ήταν όλοι οι δικοί της. Εγώ έμεινα μία εβδομάδα στη μάνα μου. Δεν ήθελα να είναι μόνη της. Μου έκανε όμως εντύπωση που δεν άφησαν τη Στέλλα να έρθει.

Το Σάββατο το απόγευμα βγήκα με τη Λένα και το Στάθη για καφέ. Να ξεσκάσω και να ξεχαστώ λίγο. Σε κάποια στιγμή είδα από μακριά την Άννα, την αδερφή της Στέλλας, να κάθεται με μια παρέα. Στην παρέα ήταν κι ο Γιάννης. Εκείνος, που εξαιτίας του έχασα τη δουλειά μου. Σε κάποια στιγμή είδα την Άννα να πάει και να κάθεται κοντά στο Γιάννη. Έμοιαζε σαν να είναι καλά φιλαράκια. Συζητούσανε, προφανώς χαμηλόφωνα με το Γιάννη. Ύστερα την είδα να κάθεται ξανά πλάι στο παλικάρι που τα είχαν. Χάθηκα στις σκέψεις κάποια στιγμή. Με τα παιδιά φύγαμε νωρίς. Την άλλη μέρα έπρεπε να φύγω για το Βόλο.

Έφτασα στο σπίτι μου, στο Βόλο. Η Στέλλα έλειπε. Έκανα ένα μπάνιο και άραξα στην τηλεόραση. Η ώρα είχε πάει εννιά το βράδυ. Νωρίτερα είχαμε μιλήσει και μου είπε ότι ήταν με τη Χριστίνα βόλτα. Άνοιξα το παράθυρο του μπαλκονιού. Στο σαλόνι δεν είχα φως. Είχα φως στην κουζίνα και την τηλεόραση αναμμένη. Ήμουν στο μπαλκόνι. Βγήκα να πάρω αέρα ακουμπώντας στα κάγκελα. Σε λίγο είδα ένα μαύρο αυτοκίνητο BMW να σταματάει κάτω από το σπίτι. Βγήκε η Στέλλα. Σε κάποια στιγμή έσκυψε και χαιρέτησε ξανά τον οδηγό του αυτοκινήτου. Ήταν μέσα στην τρελή χαρά. Μπήκε στο κτίριο. Εγώ μπήκα στο σαλόνι κλείνοντας την μπαλκονόπορτα. Άναψα το φως του σαλονιού και κάθισα στην πολυθρόνα.

Η Στέλλα μπήκε.

- Αγάπη μου, ήρθες;

- Ναι, μωρό μου, ήρθα και σηκώθηκα να τη χαιρετήσω.

Φιληθήκαμε στο στόμα. Κάθισε μαζί μου στο σαλόνι.

- Μόλις ήρθα με τη Χριστίνα. Με άφησε στη στροφή και έφυγε. Αν ήξερα ότι ήσουν εδώ, θα ανέβαινε και εκείνη να σε συλλυπηθεί. Είχαμε πάει για φαγητό.

- Δεν πειράζει βρε μωρό μου, θα με δουν αύριο στη δουλειά, εξάλλου.

Εκείνη τη ώρα ένιωσα τόσο άσχημα με τα ψέματα που μου έλεγε! Ήξερα τι αυτοκίνητα είχαν και η Χριστίνα και ο Μίλτος. Δεν μπορούσα να καταλάβω, γιατί να μου πει ένα τέτοιο ψέμα; Δεν είπα τίποτα. Μπήκα όμως σε σκέψεις.

- «Δεν πειράζει!», σκέφτηκα. «Αύριο θα το ξεδιαλύνω το κουβάρι.»

Το βράδυ έπεσα νωρίς για ύπνο. Η Στέλλα άπλωσε το χέρι της και με χάιδευε τρυφερά. Κατέβασε το χέρι της και σε μια στιγμή με χούφτωσε τον πούτσο μου.

- Άσε με, μωρό μου, αύριο. Είμαι πολύ ταλαιπωρημένος.

Η ίδια προφανώς το απέδωσε στο άγχος, την κούραση και τη θλίψη των ημερών. Δεν επέμενε. Ξάπλωσε στην αγκαλιά μου. Την ίδια την πήρε νωρίς ο ύπνος. Εγώ έκανα πως αποκοιμήθηκα. Έκλεισα τα μάτια μου. Μέσα μου όμως με έτρωγαν οι σκέψεις. Μου ερχόταν η εικόνα της Άννας να μιλάει και να χαριεντίζεται με το Γιάννη, τη Στέλλα να βγαίνει από ένα άγνωστο αυτοκίνητο και να μου λέει ψέματα, ότι ήρθε με τη Χριστίνα. Δεν έβγαζα άκρη.

Την άλλη μέρα είχα πολύ τρέξιμο και δουλειά. Ο Μίλτος σε μια στιγμή με κάλεσε και μου είπε ότι περιμένει έναν συνεργάτη. Θα ήθελε μια ενημέρωση για μια πλατφόρμα ηλεκτρονικού εμπορίου.

Σε λίγο εμφανίστηκε και ο κ. Δημήτρης. Ήταν ένα σαραντάρης άντρας εμφανίσιμος. Παντρεμένος· το κατάλαβα από τα λεγόμενα ανάμεσα στον Μίλτο και στον Δημήτρη. Επίσης κατάλαβα ότι εκείνος γνώριζε για τα τσιλημπουρδήματα του Μίλτου· και πρέπει κι εκείνος να τσιλημπούρδιζε όπως κι ο Μίλτος. Μιλούσαν και αντάλλασσαν κρυφόγελα μεταξύ τους. Εγώ το έπαιζα αδιάφορος. Έμεινε γύρω στη μία ώρα συζητώντας για δουλειές.

- Κώστα, έφερα ένα λάπτοπ που έχει πρόβλημα στην εκκίνηση μπορείς σε παρακαλώ να του ρίξεις μια ματιά;

- Ναι, βεβαίως.

- Το έχω στο αμάξι, πάμε να στο δώσω, γιατί πρέπει να φύγω αμέσως; Άφησέ το εδώ στο γραφείο του Μίλτου και θα περάσω να το πάρω άλλη μέρα.

- Ναι, βεβαίως. Κατεβαίνω μαζί σας.

Κατέβηκα στο πάρκινγκ της εταιρείας. Εκεί ένιωσα σαν να με χτύπησε το ρεύμα. Το αυτοκίνητό του ήταν το ίδιο που έφερε τη Στέλλα στο σπίτι. Πήρα το λάπτοπ και ανέβηκα στο γραφείο μου. Το έβαλα πάνω στο γραφείο και το άνοιξα. Αργότερα άρχισα να το ψάχνω, να δω αν έχει κάτι που θα ενδιέφερε εμένα. Δε βρήκα τίποτα. Έκανα κάποιες ρυθμίσεις και το πρόβλημα που είχε έφυγε. Πήγα και το παρέδωσα στο Μίλτο. Γύρισα στο γραφείο. Κάθισα πιάνοντας το κεφάλι μου με τα χέρια. Σε λίγο μπήκε η Χριστίνα κλείνοντας την πόρτα του γραφείου.

- Λοιπόν μπορεί τόσο καιρό να απέφευγες την συνάντησή μας, αλλά σήμερα δε θα μπορέσεις. Ο Μίλτος μόλις έφυγε για τον Πλατανιά. Στη Στέλλα ανέθεσα τόση δουλειά, που της είναι αδύνατον να σχολάσει πριν τις πέντε. Βγαίνεις με τη δικαιολογία, αν σε ρωτήσει κάποιος, ότι πας να αγοράσεις πράγματα για πάρτη μου. Σε περιμένω στο διαμέρισμα. Κι έτσι έγινε. Βγήκα, περνώντας πρώτα από το γραφείο της Στέλλας.

- Πάω σε εξωτερικές δουλειές. Θα τα πούμε μετά.

Ήταν τόσο πολύ απασχολημένη στο τηλέφωνο και μου έγνεψε μόνο. Έφυγα. Έφτασα πρώτος στο σπίτι. Περίμενα στο αμάξι. Σε λίγο φάνηκε κι η Χριστίνα. Μπήκε πρώτη. Σε λίγο ακολούθησα κι εγώ. Μπήκα στο σπίτι. Η Χριστίνα είχε μπει στο μπάνιο και έκανε ένα ντους. Εγώ κάθισα σε μια καρέκλα στην κουζίνα. Βγήκε. Με έπιασε από το χέρι με οδήγησε στο κρεβάτι. Αρχίσαμε να φιλιόμαστε με πάθος. Ήθελα να τη γαμήσω. Την έβαλα με τη μία κάτω και άρχισα να τη γαμάω με δύναμη. Έβγαζα πολύ πάθος. Σε λίγο ήρθα να τελειώσω. Δεν τραβήχτηκα. Έχυσα δυνατά μέσα της. Σε κάθε κύμα οργασμού το σώμα μου έτρεμε. Με αγκάλιασε.

- Ηρέμησε, αγόρι μου, ηρέμησε!

- Σε επιθύμησα!

- Κι εγώ. Έγινε όμως κάτι;

- Όχι! Όταν περνάω περιόδους με άγχος, μου συμβαίνει.

Με αγκάλιασε. Με φίλησε στοργικά. Σηκώθηκε και έφτιαξε δύο καφέδες. Καθίσαμε ο ένας απέναντι στον άλλον.

- Κουράστηκα πολύ με την περιπέτεια του παππού, Χριστίνα μου.

- Τι να κάνεις, βρε Κωστή μου; Γέρος ήταν.

- Με μεγάλωσε αυτός ο άνθρωπος.

- Το ξέρω, ο μπάρμπα Κώστας θα σου είχε αδυναμία μια και είχες και το όνομά του.

- Ήθελα να έρθω πιο νωρίς να βγαίναμε λίγο έξω με τη Στέλλα, αλλά δεν πρόλαβα. Καλά κάνατε και βγήκατε με τη Στέλλα.

- Ε… ναι, είπε μαγκωμένη η Χριστίνα.

Η κουβέντα μου αυτή την ξάφνιασε. Φάνηκε ότι μου λέει ψέματα κι η ίδια.

- Αργήσατε που γυρίσατε. Πού είχατε πάει;

Εκεί δαγκώθηκε. Δεν ήξερε τι να πει. Δεν ήξερε τι μου είπε η Στέλλα. Ήρθε σε μια αμηχανία· και το διασκέδαζα.

- Ε, να μωρέ, βγήκαμε λίγο στην παραλία. Καθίσαμε σε μια πιτσαρία.

- Καλά, δεν πήγατε σε ουζερί;

- Ε; ε, ναι. Πήγαμε. Πρώτα πήγαμε σε ουζερί. Δεν μας άρεσε και μετά πήγαμε σε πιτσαρία.

- Καλά κάνατε.

Σηκώθηκα πάνω την έπιασα από τα χέρια. Την αγκάλιασα και τη φιλούσα παθιασμένα στο στόμα. Την έπιασα από τους ώμους και την έβαλα να γονατίσει. Της έδωσα τον πούτσο μου στο στόμα. Άρχισε να με πιπώνει.

Πήγα στο μπάνιο και πήρα ένα λιπαντικό που υπήρχε στο ράφι του καθρέφτη. Γύρισα. Ήταν ολόγυμνη. Την έβαλα να ακουμπήσει στον πάγκο της κουζίνας. Πήγα πίσω της και έβαλα αρκετό λιπαντικό στη σούφρα της. Έχωσα βίαια τον πούτσο μου μέσα της άρχισα να τη γαμάω, δυνατά. Έχωνα χωρίς έλεος τον πούτσο μου μέσα της. Είχα μια τρομερή στύση. Ίσως και να πονούσε. Τον έχωνα ολόκληρο και με δύναμη. Μετά από ένα δεκάλεπτο ξεκώλιασμα, έχυσα μέσα στη σούφρα της. Δεν νοιάστηκα αν πρόλαβε να χύσει. Ούτε που έδειξα να ενδιαφέρομαι.

- Τι καύλα είναι αυτή που έχεις σήμερα, με ξεκώλιασες, ρε Κώστα. Πονάει ο κώλος μου!

- Ένιωσα μια μεγάλη επιθυμία να σε ξεσκίσω σήμερα, κατάλαβες; Αύριο ίσως να είμαι πιο τρυφερός μαζί σου.

- Α, να σου πω; Θέλω και λίγες γλύκες, μου είπε με ένα νάζι.

Της έχωσα ένα ελαφρύ χαστούκι στο μάγουλο. Την έπιασα ζουλώντας το πρόσωπο.

- Άκου πουτανίτσα, σήμερα ήταν η αρχή. Υπάρχουν μέρες που σε γουστάρω σκλάβα μου. Και μη μου φέρνεις αντίρρηση. Αν κάνεις πείσματα, δεν το έχω σε τίποτα να σε μαστιγώσω με τη ζώνη στην πλάτη. Κατάλαβες;

- Κατάλαβα. Μην με ζουλάς πονάω.

Την άφησα. Έβγαλα ένα βαθύ αναστεναγμό. Την κοίταξα με πάθος στα μάτια.

- Θέλω να ξέρεις ότι είσαι η μοναδική γυναίκα που με κάνει να νιώθω τόσο αρσενικό, όταν κάνω έρωτα. Κατάλαβες; Όσο κι αν σου φαίνομαι μαγκωμένος, το μόνο που νιώθω είναι πάθος. Πάθος που κάθε μέρα πρέπει να το παλέψω.

Με αγκάλιασε και με φίλησε στο στόμα. Ύστερα σφίχτηκε πάνω μου. Την αγκάλιασα τρυφερά και τη χάιδεψα στο κεφάλι με στοργή. Φύγαμε για τη δουλειά. Στη δουλειά έπρεπε να εγκαταστήσω τις φόρμες επικοινωνίας με τους συνεργάτες στο κομπιούτερ της Στέλλας. Κάθισα στο γραφείο της Στέλλας χρονοτριβώντας μέχρι τις πέντε το απόγευμα. Η Χριστίνα όσο και να ήθελε να ξεμοναχιάσει τη Στέλλα στάθηκε αδύνατο, με μένα να τους έχω γίνει στενός κορσές. Φύγαμε. Μπήκαμε στο αμάξι.

- Στέλλα, δεν πάμε να πάρουμε κάτι να φάμε;

- Και δεν πάμε μου λέει. Δεν έχω όρεξη να μαγειρέψω σήμερα.

- Μωρέ, δεν πάμε να καθίσουμε κάπου;

- Σύμφωνοι.

Φύγαμε στην παραλία. Πήγαμε σε ένα μεζεδοπωλείο. Εκείνο που μου είπε η Χριστίνα ότι πήγαν. Καθίσαμε. Παραγγείλαμε και φάγαμε. Μάλιστα πήραμε κι ένα μπουκάλι κρασί.

- Αλήθεια, πού πήγατε χθες με τη Χριστίνα;

- Σε μια κρεπερί, εδώ πιο κάτω. Πιο πολύ περάσαμε στο κουτσομπολιό οι δυο μας.

- «Να κι άλλα ψέματα!», σκέφτηκα.

Η ώρα πέρασε.

- Δεν πάμε, αγάπη μου, να φύγουμε; Είπα.

- Ναι, πάμε. Μια στιγμή να πάω στην τουαλέτα.

Πήρε την τσάντα της. Το κινητό της το άφησε στο τραπέζι.

- Έστειλα στη Χριστίνα ένα μήνυμα με το δικό μου κινητό.

«Μην πάρεις τηλέφωνο τη Στέλλα για να οργανώσετε κι άλλο τα ψέματά σας. Να ξέρεις ότι είμαι κι από εκείνους που μπορεί να ανάψω το φυτίλι μόνος μου και να τα τινάξω όλα στο αέρα. Μαζί και εμένα. Δε με ξέρεις καθόλου από την καλή. Θα τα πούμε αύριο στο γνωστό μέρος. Σκέψου τη δικαιολογία από τώρα για να την κάνουμε από τη δουλειά»

Σε κάποια στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο της Στέλλας. Είδα από την αναγνώριση το όνομα και το επώνυμο του Δημήτρη. Σήκωσα το τηλέφωνο χωρίς να μιλήσω. Στο διπλανό τραπέζι καθόταν δύο κοπέλες μιλώντας δυνατά. Το έβαλα στο αυτί μου. Για καλή μου τύχη η μία κοπέλα είπε ένα «ναι», πάνω στη συζήτηση με την άλλη. Εκεί άκουσα το Δημήτρη να λέει.

- Πού είσαι, βρε τρελοκόριτσο;

Δεν μίλησα. Έκλεισα το τηλέφωνο. Έσβησα και την κλήση από το τηλέφωνό της.

Σε λίγο βγήκε από την τουαλέτα. Ετοιμαστήκαμε και φύγαμε. Στο δρόμο ήμουν σκεπτικός.

- Έχεις κάτι, Κώστα μου;

- Όχι, βρε κορίτσι μου. Κουρασμένος είμαι.

Φτάσαμε στο σπίτι. Μπήκε πρώτη στο μπάνιο. Εγώ πήγα στην κουζίνα. Ύστερα μπήκα στο μπάνιο. Κάθισα αρκετή ώρα, αφήνοντας το νερό να τρέχει πάνω μου. Σε κάποια στιγμή βγήκα. Πήγα στο δωμάτιο γυμνός. Ξάπλωσα κάτω από το σκέπασμα.

Σε λίγο ήρθε και η Στέλλα. Άπλωσα το χέρι μου και την πήρα αγκαλιά. Άρχισα να τη φιλάω τρυφερά στο λαιμό. Κατέβηκα στα βυζιά της. εκείνη παραδόθηκε στο πάθος μου. Την έβαλα ανάσκελα. Μπήκα μέσα της με τη μία. Άρχισα να τη σπρώχνω βίαια. Η Στέλλα είχε ερεθιστεί αρκετά. Κράτησα αρκετά στη στάση αυτή. Τα πόδια της τα είχα στον ώμο. Σε λίγο ένιωσα τα υγρά της να με πλημυρίζουν. Της έβαλα ένα μαξιλάρι διπλωμένο κάτω από τη μέση. Άνοιξα το συρτάρι του κομοδίνου και πήρα το λιπαντικό που είχαμε. Έβαλα αρκετό στον κώλο της. κεντράρισα τον πούτσο μου. Έσπρωξα και το πουτσοκέφαλο χώθηκε με τη μία μέσα της. Άρχισα το μέσα έξω. Σιγά-σιγά τον έβαλα ολόκληρο. Άρχισα τότε να τη γαμάω με δύναμη. Της κρατούσα τα πόδια ψηλά. Ο κώλος της είχε ανοίξει για τα καλά. Σε κάποια στιγμή την ένιωσα να σφίγγεται, σημάδι ότι πονούσε. Αυτό με ερέθιζε ακόμα περισσότερο. Έχυσα μέσα της δυνατά. Βγήκα. Ξάπλωσα λαχανιασμένος δίπλα της. Με χάιδεψε στο κεφάλι.

- Με πόνεσες, βρε Κωστή μου, μην είσαι τόσο βίαιος άλλη φορά!

- Με συγχωρείς, μωρό μου. Είχα μεγάλη καύλα.

- Το ξέρω, αγάπη μου!

Εκείνο το βράδυ δεν ξανακάναμε έρωτα. Κοιμήθηκε όπως συνήθως πριν από μένα. Εγώ σκεφτόμουν. Έπρεπε να σχεδιάζω τα επόμενα βήματά μου. Δεν ήταν απλό. Έκανα εγώ το πρώτο λάθος. Το είχα μετανιώσει και ήθελα να ξεκόψω μια και καλή με τη Χριστίνα. Όμως αυτό που έγινε με τη Στέλλα, το ψέμα που μου είπε, τα ψέματα της Χριστίνας, όλο αυτό τέλος πάντων, με φόβιζε αρκετά. Δεν ήξερα τι συμβαίνει. Την άλλη μέρα στη δουλειά, όταν είδα το Μίλτο να κατεβαίνει μια στιγμή κάτω, πήγα στο γραφείο της Χριστίνας. Με κοίταξε προβληματισμένη.

- Βρήκες τη δικαιολογία; Τη ρώτησα με ένα ψυχρό ύφος.

- Ναι, πήγαινε κι εγώ θα έρθω σε μισή ώρα.

- ΟΚ. Πρόσεχε όμως, γιατί κι οι δυο να ξέρεις ότι ακροβατούμε. Ένα λάθος είναι αρκετό να γίνουμε όλοι πυροτέχνημα.

- Το ξέρω, είπε με ένα άγχος που δε μπορούσε να κρύψει.

Έφυγα. Η πόρτα της Στέλλας ήταν κλειστή. Κατέβηκα και πήρα το αμάξι. Σε λίγο ήμουν κάτω από τη γκαρσονιέρα. Περίμενα ακούγοντας μουσική στο στέρεο του αυτοκινήτου. Σε λίγο φάνηκε και η Χριστίνα. Μπήκαμε με το ίδιο τρόπο. Πρώτα εκείνη μετά εγώ. Με το που μπήκαμε, την κοίταξα με ένα βλέμμα όλο πάθος στα μάτια.

- Γδύσου!

- Δεν θέλεις να μιλήσουμε;

- Γδύσου! Είπα και ξεκούμπωσα το παντελόνι μου.

Εκείνη υπάκουσε.

- Πέσε στα τέσσερα.

Το έκανε χωρίς αντίρρηση. Έβγαλα τη ζώνη του παντελονιού μου και την έδεσα στο λαιμό της. Γδύθηκα κι εγώ. Την καβάλησα από πίσω χώνοντας τον πούτσο μου στο υγρό μουνί της. Άρχισα να τη γαμάω με δύναμη κρατώντας το λουρί που ήταν γυρισμένο στο λαιμό της. Ύστερα έβγαλα το λουρί. Τη σήκωσα όρθια και μπήκα στη σούφρα της χωρίς καμιά προεργασία. Τη γάμησα δυο τρία λεπτά και ύστερα την έριξα ανάσκελα στο κρεβάτι. Κάρφωσα τον πούτσο μου στο μουνί της. Σε λίγο έχυσε. Βγήκα, έδωσα τον πούτσο μου στο στόμα της. Άρχισε ένα με πιπώνει. Έχυσα δυνατά μέσα στο στόμα της. Τα έφτυσε.

- Είναι η τελευταία φορά που το κάνεις. Την επόμενη θα τα καταπιείς.

- Ό,τι θέλεις αφέντη μου… είπε με μια καυλιάρικη φωνή.

Ξαπλώσαμε στο κρεβάτι.

- Ξέρεις, πριν φύγεις για το χωριό, επειδή είχαμε καιρό να το κάνουμε, θεωρούσα ότι πήγαινε για διάλυση η σχέση μας.

- Είδες όμως, Χριστίνα μου;… συνέχισα σε ένα σκληρό ύφος.

Καθίσαμε λίγο χωρίς να μιλάμε.

- Λοιπόν, Χριστίνα μου, θα μου πεις την αλήθεια;

- Ποια αλήθεια;

- Τι, στον πούτσο, γίνεται πίσω από την πλάτη μου;

- Γιατί μου έστειλες εκείνο το μήνυμα;

- Πού ήταν η Στέλλα προχθές την Κυριακή;

- Μαζί μου!

- Άσε τις μαλακίες, Χριστίνα. Μεταξύ κατεργαρέων ειλικρίνεια. Κοίτα ξέρω ότι ήταν με το Δημήτρη. Είναι βούρλο τελικά. Θέλει να πει ψέματα και δε μπορεί. Αναγνώρισα το αμάξι. Ούτε εσύ, ούτε ο Μίλτος έχει τέτοιο αμάξι. Λοιπόν, την αλήθεια.

- Ε, τι να σου πω; Το γεγονός είναι ότι βγήκαν, αλλά από ό,τι ξέρω δεν έγινε κάτι, είπε με ένα δήθεν φυσικό ύφος.

- Γιατί να βγούνε; Ποιος ο λόγος;

- Δεν ξέρω, ρώτα την ίδια.

- Μάλιστα. Σου είπα ότι άμα τα πάρω, θα μας πάρει όλους και θα μας σηκώσει.

- Δεν έγινε τίποτα! Γι’ αυτό είμαι σίγουρη. Είμαστε μαζί, τέλος πάντων. Μετά ο Δημήτρης προσφέρθηκε να την πάει στο σπίτι με το αμάξι. Εγώ με το Μίλτο φύγαμε μαζί πιο πριν.

- Τι ώρα έφυγες με το Μίλτο; Αρκετά νωρίς. Έτσι δεν είναι;

Εδώ έριξα άδεια να πιάσω γεμάτα. Η Χριστίνα νόμιζε ότι ήδη ήξερα πολύ περισσότερα από όσα πραγματικά ήξερα.

- Πού το ξέρεις;

- Δικό μου θέμα. Λοιπόν;

- Ε, τι λοιπόν. Φύγαμε και τους αφήσαμε μόνους. Φύγαμε κατά τις εφτά με το Μίλτο.

Άρχισε να ζορίζεται στις απαντήσεις.

- Κι εκείνοι γύρισαν κατά τις δέκα και μισή. Ωραία. Και μου είπε και ψέματα ότι την έφερες εσύ. Γιατί όμως;

- Τι να πω; Δεν ξέρω.

- ΟΚ. Ντύσου. Φεύγουμε.

- Αυτό έχει μόνο; Είπε με ένα νάζι.

- Ναι, για σήμερα, ναι.

- Ντύθηκα πρώτος κι έφυγα.

Το βράδυ εκείνης της μέρας ήμουν μέσα στα νεύρα. Η Στέλλα κάθισε στον καναπέ χαζεύοντας τηλεόραση. Σε λίγο έφυγα για ύπνο. Έπεσα πιο νωρίς. Δεν ξέρω γιατί, με πήρε ο ύπνος αμέσως σχεδόν. Ίσως το άγχος και η στενοχώρια να με κατέβαλαν. Το πρωί ο Μίλτος μου είπε ότι το Σαββατοκύριακο με καλεί να πάμε οι δυο μας στην Πλατανιά, στο εξοχικό τους.

- Θα περάσουμε τέλεια… και μου έκλεισε το μάτι πονηρά.

- ΟΚ είπα. Να δω τι θα κάνει και η Στέλλα, είπα με μια δήθεν αφέλεια.

- Θα πούμε πάμε να τσεκάρουμε το σύστημα ασφάλειας, Κωστή, εντάξει;

- ΟΚ… είπα.

Η πόρτα του γραφείου του ήταν ανοιχτή. Γύρισα πίσω μου και κοίταξα. Ένιωσα σαν να είναι κάποιος στην πόρτα. Ύστερα μου φάνηκε πως άκουσα βήματα. Γύρισα κοίταξα. Άνοιξα την πόρτα, κανείς στο διάδρομο. Έφυγα για το σπίτι προβληματισμένος. Το βράδυ παραπονέθηκα ότι είχα πονοκέφαλο. Ξάπλωσα παίρνοντας ένα παυσίπονο. Το είπα στη Στέλλα για τον Πλατανιά. Έδειξε να σκυθρωπιάζει λίγο. Ήρθε το Σάββατο. Με το Μίλτο φύγαμε κατά τις δέκα το πρωί. Στο δρόμο σταμάτησε. Από ένα αυτοκίνητο βγήκαν δύο κοπέλες πανέμορφες. Μπήκαν μέσα στο αμάξι.

- Κώστα, πώς σου φαίνονται τα κορίτσια;

- Μια χαρά. Τι είναι αυτές;

- Είναι αυτές που θα μας οδηγήσουν στον παράδεισο, είπε και έσκασε κι εκείνος και εκείνες στα γέλια.

Οι κοπέλες δεν ήξεραν καθόλου Ελληνικά, παρά μόνο λίγα Αγγλικά. Πόρνες πολυτελείας. Σε μιάμιση ώρα φτάσαμε. Εκείνες πήγαν στο μπάνιο και βγήκαν φορώντας κάτι ανάλαφρο. Τη μία, που κόλλησε από την πρώτη στιγμή πάνω μου, την έλεγαν Όλγα. Ήταν ένα ξανθό θεόμουνο. Μόλις βγήκε ήρθε και με πήρε απ’ το χέρι.

- Άμα θες, πες όχι, είπε ο Μίλτος, που χαμουρευόταν με την άλλη, την Ιρίνα.

Πήγαμε στο δωμάτιο. Με ξάπλωσε ανάσκελα και άρχισε ένα καταπληκτικό τσιμπούκι. Σε λίγο με καβάλησε και εκεί τα είδα όλα. Η κοπέλα ήταν δασκάλα στον έρωτα. Όλο το βράδυ δεν κοιμηθήκαμε καθόλου σχεδόν. Τη γάμησα σε όλες τις στάσεις με όλους τους δυνατούς τρόπους. Εντύπωση μου έκανε που κι ο Μίλτος παρόλο την ηλικία του δεν έκανε κι εκείνος πίσω. Την άλλη μέρα σηκωθήκαμε το μεσημέρι. Πήγαμε σε ένα παραλιακό ταβερνάκι και φάγαμε. Γυρίσαμε στο σπίτι και το απόγευμα δεν πέρασε παρά με σεξ, σεξ και τίποτα άλλο. Σε λίγο χτύπησε το κινητό της μίας. Ήταν το αφεντικό της. Ετοιμάστηκαν.

- Κώστα, θέλεις να πας με τις κοπέλες; Εγώ θα μείνω λίγο ακόμα απόψε. Θα έρθει ο Μπάμπης να τις πάρει.

- ΟΚ. Αν δεν υπάρχει πρόβλημα;

- Τι πρόβλημα να υπάρχει;

Νωρίτερα τον άκουσα στο τηλέφωνο να μιλάει με κάποια που την αποκαλούσε αγάπη μου και αγάπη μου. Κατάλαβα ότι πρόκειται για την Ελένη, τη φιλενάδα του.

Στις έξι το βράδυ εγώ έφυγα με το Μπάμπη. Έναν τύπο που οι δουλειές του ως πράκτορας ήταν σε όλη την Ελλάδα σχεδόν. Στο δρόμο μου έλεγε πόσο καλός πελάτης είναι ο Μίλτος. Μάλιστα μου έδωσε και την κάρτα του. Έφτασα κατά τις οχτώ στο σπίτι. Η Στέλλα είχε κάνει μπάνιο και με περίμενε. Σε κάποια στιγμή κατάλαβα ότι είχε ορέξεις. Δεν έκανα άλλο από το να κάνω τον άρρωστο και τον κουρασμένο. Για μια ακόμη φορά. Δικαιολογήθηκα ότι ήρθα με κάποιο γνωστό του Μίλτου από τον Πλατανιά.

Το πρωί σηκωθήκαμε και πίναμε καφέ λίγο πριν τη δουλειά. Σε κάποια στιγμή χτυπάει το κινητό μου. Ήταν η Χριστίνα. Ήταν μέσα στον πανικό. Ο Μίλτος βρέθηκε πεσμένος στην αυλή, συγκεκριμένα στα σκαλιά της πίσω εισόδου. Επικράτησε πανικός. Τον πήγαν στον νοσοκομείο σε άσχημη κατάσταση. Φύγαμε για το σπίτι της Χριστίνας. Την πήραμε και φύγαμε για το πανεπιστημιακό νοσοκομείο της Λάρισας. Η κατάσταση του Μίλτου ήταν σοβαρή και διακομίστηκε στην Λάρισα. Φτάσαμε. Εκείνος ήταν σε κώμα. Είχε σπάσει τον αυχένα.

Περιμέναμε στην αναμονή. Βγήκε ένας γιατρός. Μας ενημέρωσε ότι πέραν του αυχένα, είχε και αιμάτωμα στο κρανίο. Μάλλον χτύπησε καθώς έπεσε στη σκάλα. Οι επόμενες ώρες ήταν δύσκολες. Ξέραμε όλοι ότι θα εμπλεκόταν και η αστυνομία. Αργά το απόγευμα φύγαμε και πήγαμε στο σπίτι της Χριστίνας. Το συμπέρασμα όλων ήταν πως παραπάτησε και έπεσε. Τα επόμενα εικοσιτετράωρα ήταν τα χειρότερα της ζωής μου. Θυμάμαι που κόντεψα να πάθω εγκεφαλικό, όταν σκεφτόμουν: «Τι γαμημένη δικαιολογία να βρω να πω στη Στέλλα». Αν σκάλωνε το θέμα και έμπαινε η αστυνομία στη μέση, την είχα βαμμένη. Είχα σαστίσει. Σε κάποια στιγμή η Στέλλα πήγε στο μπάνιο. Η Χριστίνα με κοίταξε στα μάτια.

- Θέλω την αλήθεια. Κατάλαβες;

- Μα η αλήθεια είναι αυτή. Πήγαμε εκεί, ρυθμίσαμε τα συστήματα, και την άλλη μέρα έφυγα. Τι δεν καταλαβαίνεις; Τον πήρε κάποιος τηλέφωνο. Νόμισα ότι ήταν η φιλενάδα του. Κι έτσι θεώρησα ότι θα έμενε εκεί. Έφυγα με έναν γνωστό του. Κάποιον Μπάμπη.

- Δεν πιστεύω ότι λες αλήθεια πέρα για πέρα. Τέλος πάντων. Να ξέρεις ότι μπορεί να σε καλέσει και η αστυνομία. Είναι τυπικό σε αυτές τις περιπτώσεις.

Ήμουν πολύ αγχωμένος και το έδειχνα. Η Στέλλα κάθισε δίπλα μου. Με έπιασε το χέρι.

- Τι φοβάσαι; Εσύ πες την αλήθεια μωρό μου. Μην έχεις άγχος, έλα ηρέμησε!

Η Στέλλα είχε μια ασυνήθιστη ψυχραιμία, όπως και η Χριστίνα επίσης. Δε μου έδειξε ότι ήταν και τόσο τρελαμένη με την κατάσταση του Μίλτου, όσο κι αν προσπαθούσε να δείξει το αντίθετο. Σε κάποια στιγμή, καθώς γύριζα στο σπίτι, μου ήρθε μια αναλαμπή. Αμέσως το μυαλό μου πήγε στις κάμερες ασφαλείας. Πήρα τηλέφωνο στη Χριστίνα. Της το είπα.

- Καλά θα πάω να πάρω το καταγραφικό. Αυτό δεν το σκεφτήκαμε ποτέ.

Την άλλη μέρα η Χριστίνα πήγε στο εξοχικό τους. Πήρε ο καταγραφικό και το πήγε στην εταιρία. Με φώναξε στο γραφείο. Ήταν με τη Στέλλα. Βάλαμε το καταγραφικό. Εγώ θυμάμαι που ο Μίλτος απενεργοποίησε τις εσωτερικές κάμερες όταν πήγαμε. Οι κάμερες πέραν την είσοδό χωρίς κάποια κίνηση κι αυτό για ένα τέταρτο μόνο, δεν έδειχναν τίποτα.

«Ευτυχώς! Είπα μέσα μου. «Ευτυχώς που δεν έδειχνε την είσοδό μας με τις κοπέλες»

Αφήσαμε το καταγραφικό στο γραφείο μου και φύγαμε για το νοσοκομείο. Στο δρόμο οδηγούσα εγώ. Η Χριστίνα έδειχνε καταπονημένη. Φτάσαμε στο νοσοκομείο. Ο γιατρός μάς είπε ότι δεν υπήρχαν σημάδια βελτίωσης. Μείναμε ως αργά το απόγευμα. Φύγαμε για το Βόλο. Φτάσαμε και πήγαμε στο σπίτι της Χριστίνας. Αργότερα φύγαμε με τη Στέλλα. Το βράδυ ήμουν σκεπτικός.

- Τι σκέφτεσαι;

- Σκέφτομαι πως, μάλλον ο Μίλτος δε θα τα καταφέρει. Γαμώ το!

- Τι να κάνουμε, βρε Κωστή μου; Ας μην προδικάζουμε την κατάσταση. Είναι γερό σκαρί, είπε η Στέλλα με μια περίεργη, για την όλη κατάσταση, ψυχραιμία.

- Τι λες βρε κορίτσι μου, τι γερό σκαρί; Εδώ ο άνθρωπος σακατεύτηκε. Είπα και δάκρυσα.

- Έλα, μη στενοχωριέσαι… είπε και με χάιδεψε στο χέρι.

Το βράδυ άργησε να με πάρει ο ύπνος. Κάτι δεν κολλούσε σε όλο αυτό. Έβλεπα ότι όλοι κάτι έκρυβαν. Ακόμα και η Στέλλα. Δε γίνεται τέτοια ψυχραιμία. Την άλλη μέρα στην εταιρία ξανά. Η Χριστίνα ανέλαβε το τιμόνι της εταιρίας εξολοκλήρου.

Εγώ πήγα στο γραφείο μου και πήρα πάλι το καταγραφικό. Άρχισα να κάνω ανάκτηση σβησμένων αρχείων από τον σκληρό. Η διαδικασία πήρε πάνω από μία ώρα. Τελικά, στάθηκα τυχερός. Βρήκα δύο αρχεία εκείνης της μέρας. Ήταν από την κάμερα που έβλεπε στην είσοδο στο δρόμο. Εκεί ήταν που πάγωσε το αίμα μέσα μου. Είδα δύο βίντεο. Στο ένα ήταν που έφευγα εγώ με τις δύο κοπέλες και τον Μπάμπη, και στο άλλο είδα την μαύρη BMW του Δημήτρη να περνάει από το δρόμο αργά χωρίς να σταματήσει. Κοίταξα την ώρα που φαινόταν στο βίντεο. Ήταν μετά που έφυγα εγώ με τις κοπέλες. Η κάμερα είχε ενεργοποιηθεί προφανώς από το Μίλτο, όταν ήταν να φύγουμε εγώ με τον Μπάμπη και τις κοπέλες.

Κράτησα το αρχείο στον υπολογιστή μου και έσβησα εντελώς τα ίχνη του, από το δίσκο του καταγραφικού, με τρόπο τέτοιο, που δεν ήταν δυνατή η ανάκτησή του. Εκείνο όμως που ήξερα ήταν ότι η Χριστίνα προφανώς τα είδε και τα έσβησε. Γιατί; Ίσως σκέφτηκα να μην τα είδε όλα. Δεν ήξερα.

Έμεινα κρατώντας το κεφάλι μου. Προσπαθούσα να καταλάβω τι στο διάολο γίνεται. Πλέον δεν εμπιστευόμουν ούτε τη Στέλλα. Είχε πάει απόγευμα όταν άκουσα τα κλάματα της Χριστίνας στο γραφείο της. Έτρεξα και βρήκα τη Στέλλα με την Ξένια να προσπαθούν να την ηρεμήσουν. Ο Μίλτος κατέληξε.

Τις επόμενες μέρες, μετά την κηδεία του Μίλτου, η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Πέρασαν κάμποσες μέρες και η Χριστίνα άρχισε να συνέρχεται. Ανέλαβε τα ηνία της επιχείρησης στο 100%. Εγώ, αν και μέσα στο βαρύ αυτό κλίμα, δούλευα εντατικά σε όποια επέκταση είχε κάνει ο Μίλτος στην εταιρία. Η Στέλλα το ίδιο. Είχε γίνει το δεξί χέρι της Χριστίνας.

Ήταν Τετάρτη, γύρω στις έντεκα. Καθόμουν στο γραφείο χαλαρός εκείνη τη μέρα μια και δεν είχα πολλή δουλειά. Σε κάποια στιγμή μπαίνει η Χριστίνα μέσα.

- Σε μισή ώρα στο γνωστό μας σημείο, είπε με ένα αυστηρό ύφος.

Εγώ έμεινα να την κοιτάζω άναυδος.

- Τι με κοιτάς σα χάνος; Κατάλαβες τι σου είπα; Είπε στο ίδιο ύφος.

- Μάλιστα, κατάλαβα.

Έφυγα και σε μισή ώρα ήμουν κάτω από το σπίτι. Ήρθε κι εκείνη. Μπήκαμε μέσα. Εκείνη πήγε στο μπάνιο. Βγήκε.

- Μπες κι εσύ, γιατί μυρίζεις σα γαϊδούρι, είπε με ένα επιτακτικό ύφος.

Μπήκα, έκανα ένα σύντομο ντους και βγήκα. Με άρπαξε και με έριξε στο κρεβάτι με τη μία. Άρχισε μια παθιασμένη πίπα. Σε λίγο, παρά τον άγχος μου, ο πούτσος μου σηκώθηκε. Με καβάλησε και άρχισε πότε να τρίβεται και πότε να χοροπηδάει πάνω μου. Πήγα να τις πιάσω τα βυζιά. Με χαστούκισε.

- Τώρα, Κωστάκη, σε γαμάω εγώ.

Αυτό της το αυταρχικό ύφος με τρέλαινε εκείνη τη στιγμή. Σε λίγο την ένιωσα να χύνει πάνω μου. Ετοιμαζόμουν κι εγώ για να χύσω. Βγήκε στα ξαφνικά. Σηκώθηκε.

- Έλα, ντύσου!

- Μα, δεν τελείωσα!

- Χέστηκα. Πιάσε τη Στέλλα το βράδυ και γάμα τη για να χύσεις! Είπε με ένα αυστηρό ύφος.

Εγώ έμεινα σε μια αμηχανία με όλη τη συμπεριφορά της. Ντύθηκα και έφυγα. Σε λίγο βγήκα από το σπίτι. Πήρα το αμάξι και πήγα στην εταιρεία. Πήρα τα πράγματά μου και έφυγα χωρίς να δώσω λόγο σε κανέναν. Βγήκα στην παραλία. Καθόμουν σε ένα παγκάκι μόνος μου και σκεφτόμουν. Προσπαθούσα να βάλω τα πράγματα σε μια τάξη μέσα μου. Είχα μπερδευτεί εντελώς. Ζούσα σε ένα περιβάλλον γεμάτο υποκρισία και ψέμα. Δεν ήξερα από πού θα μου έρθει. Σηκώθηκα και πήγα στο σπίτι. Σε λίγο ήρθε η Στέλλα.

- Τι ώρα έφυγες, Κωστή μου; είπε με ένα χαμόγελο.

- Νωρίς. Δεν ένιωθα καλά και έφυγα.

- Τι έχεις;

- Ψυχολογικά εννοώ.

- Μάλιστα. Λογικό είναι μέσα στο κλίμα αυτό. Τι να πει και η Χριστίνα;

- Σωστά! Είπα.

Καθόμουν στον καναπέ. Έκανα πως έβλεπα τηλεόραση, αλλά μέσα μου βασανιζόμουν. Σε λίγο χτύπησε το τηλέφωνο της Στέλλας. Ήταν η Χριστίνα και ήθελε να πάμε από εκεί. Πήγαμε στο σπίτι. Καθίσαμε στο σαλόνι.

- Θέλω να σε ρωτήσω κάτι, Κώστα, μού είπε σε μια στιγμή με σοβαρό ύφος.

- Ναι, ρώτα με ό,τι θέλεις.

- Δεν μου λες, το όνομα Μπάμπης, σου λέει τίποτα;

- Όχι, τι να μου λέει, απάντησα με ένα αδιάφορο ύφος. Α, μια στιγμή, είναι εκείνος που με πήρε και γύρισα.

- Να σου πω εγώ, τι θα μπορούσε να σου πει και ποιος ακριβώς ήταν. Ήταν ο πράκτορας που σας έφερε τα πουτανάκια το βράδυ του Σαββάτου. Κάτι Ρωσίδες που πηδούσατε όλη τη νύχτα, εσύ κι ο μακαρίτης. Είναι έτσι ή δεν είναι;

- Τι; Ξεφώνισε μέσα στα νεύρα η Στέλλα.

Έσκυψα το κεφάλι. Ήξερα ότι ήταν μάταιο να δικαιολογηθώ. Δεν το ήθελα κι εγώ κατά βάθος. Ήξερα πώς μια ειλικρινής ομολογία θα ήταν λυτρωτική εκείνη τη στιγμή.

- Ναι, έτσι είναι, απάντησα με ένα ψυχρό ύφος.

Ήξερα ότι η Χριστίνα είδε το βίντεο. Υποψιαζόμουν ότι η Στέλλα ίσως γνώριζε από τη Χριστίνα τα πράγματα. Το βίντεο προφανώς, σκέφτηκα, θα το είδαν και οι δύο πριν το σβήσουν, οπότε θεώρησα ότι θα ήταν εντελώς μάταιη μια άρνηση εκ μέρους μου. Η Στέλλα ήταν κατακόκκινη, μέσα στο θυμό, έτρεμε ολόκληρη.

- Λοιπόν, τα πράγματα έγιναν ως εξής… κι άρχισα να τα εξιστορώ όλα από την αρχή, με απόλυτη ειλικρίνεια και ψυχραιμία.

Η Χριστίνα δεν περίμενε να έχω το θάρρος να ομολογήσω την αλήθεια μπροστά στη Στέλλα. Το ήξερε ότι έλεγα την αλήθεια. Αυτό ήταν κι ένα σημάδι ότι δεν κώλωνα, στο φινάλε, σε δύσκολες καταστάσεις.

- Μιας και με φώναξες μπροστά στη Στέλλα να ομολογήσω τι έγινε το βράδυ, εγώ το έκανα. Εσύ έκανες την κίνησή σου. Ξέρεις ότι έχω τ’ αρχίδια να το κάνω, όπως και πολλά άλλα ακόμα. Και φεύγω. Θα έρθεις Στέλλα; Είπα με ένα ψύχραιμο ύφος και σηκώθηκα όρθιος.

- Να πας στο διάολο, μαλάκα! Φώναξε μέσα στα νεύρα της δακρυσμένη.

Η Στέλλα έμεινε εκείνο το βράδυ στη Χριστίνα. Εγώ πήγα στο σπίτι μου. Ήμουν μέσα στα νεύρα. Μου ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι παιζόταν παιγνίδι πίσω από την πλάτη μου και σίγουρα μέσα σε αυτό ήταν και η Στέλλα. Δε μου έβγαινε από το μυαλό πια. Ήμουν σίγουρος ότι η Στέλλα γνώριζε, κι αυτό το βράδυ έπαιξε θέατρο μπροστά μου. Εκείνο το βράδυ με πήρε ο ύπνος στον καναπέ του σαλονιού. Ξύπνησα στις τρεις το πρωί από το κρύο. Πήγα στην κρεβατοκάμαρα. Αποκοιμήθηκα. Ξύπνησα νωρίς από συνήθεια.

Πήγα στην εταιρεία. Σε λίγο έφτασε και η Χριστίνα με τη Στέλλα. Πέρασαν μπροστά από την πόρτα λέγοντάς μου μια ξερή καλημέρα κι οι δυο. Εγώ ούτε καν μίλησα. Τις είδα που τράβηξαν για το γραφείο της Χριστίνας. Η πόρτα του γραφείου μου ήταν ανοιχτή. Είχα ετοιμάσει την παραίτησή μου. Πήρα ό,τι προσωπικό μου σε ένα σακίδιο. Είχαν περάσει τρεις μέρες από τότε που ο μισθός μου μπήκε στο λογαριασμό μου. Σηκώθηκα κρατώντας το σακίδιό μου στο ένα χέρι και στο άλλο κρατούσα τη δήλωση παραίτησης. Η αιτιολογία ήταν: «για λόγους προσωπικής ευθιξίας», όπως κι ότι δεν είχα καμία οικονομική αξίωση από την εταιρία. Ήμουν πολύ τσατισμένος. Χτύπησα την πόρτα της. Άνοιξα. Η Στέλλα καθόταν σοβαρή και ψυχρή σε μια καρέκλα απέναντι στη Χριστίνα.

- Καλημέρα σας. Λοιπόν, κα. Χριστίνα, ήρθα να σας υποβάλω την παραίτησή μου, και έδωσα τη δήλωση.

Την κοίταξε μια στιγμή. Σίγουρα δεν περίμενε τέτοια άμεση αντίδραση από μένα. Ήμουν σοβαρός, αγέλαστος. Ίσως και να έδειχνα θυμωμένος.

- Θα δώσω εντολή να πληρωθείς για τις μέρες κι αυτού του μήνα που δούλεψες, όπως και για την αποζημίωσή σου.

- Όχι, όχι, δεν χρειάζεται. Αυτά κράτα τα για τα γαμήσια που κάναμε. Ε, τί τσάμπα γαμήθηκες τόσες φορές μαζί μου;

- Τολμάς να μου μιλάς έτσι;… είπε θιγμένη η Χριστίνα χτυπώντας το χέρι στο γραφείο.

- Γιατί, θα σε σεβαστώ, Χριστινάκι; Το ήξερες Στελλίτσα, κι εσύ, έτσι δεν είναι;… αν κρίνει κανείς από το ψύχραιμο ύφος σου. Και με την ευκαιρία σε ενημερώνω, Στέλλα, ότι από εμάς, ο ένας από τους δυο πρέπει να μείνει στο σπίτι. Όπως καταλαβαίνεις, η σχέση μας τελειώνει εδώ, μια κι έξω. Δε γίνεται να συνεχιστεί μέσα στο ψέμα και στην υποκρισία. Λοιπόν, διάλεξε. Εγώ, να ξέρεις, θα μείνω στο Βόλο κάποιους μήνες, ίσως και χρόνο, δεν ξέρω, ακόμα. Ήδη έχω βρει δουλειά αλλού. Λοιπόν, θα φύγεις εσύ ή εγώ;

- Θα δω, μου απάντησε σαστισμένη από την επιθετική στάση μου απέναντι και στις δύο.

- Κοίτα, αν δεν θέλεις να μείνεις, μπορείς να μείνεις στη φίλη σου και θεία σου, ή και στο φίλο σου τον Δημήτρη. Αλλά τι λέω; Μπορεί να μην σε θέλει η γυναίκα του.

Εκείνη έμεινε να με κοιτάζει άναυδη. Η Χριστίνα μας κοιτούσε ψυχρή και αμίλητη, μιας και γνώριζε αυτά που γνώριζα.

- Ποιον Δημήτρη, τι λες, ρε μαλάκα; Πας να βγεις κι από πάνω;… είπε η Στέλλα με ένα θυμωμένο ύφος.

- Το βράδυ που επέστρεψα μετά το θάνατο του παππού, σε έφερε ο Δημήτρης. Έτσι δεν είναι; Και μου είπες και ψέματα. Λοιπόν θα περιμένω να με πάρεις να μου πεις. Αν θα μείνεις εσύ ή εγώ. Κατάλαβες; Όσο για το τι έγινε μεταξύ σας τρίωρο που ήσαστε τα δυο σας, δεν με νοιάζει. Το πολύ-πολύ να γαμήθηκες μαζί του, είπα ειρωνικά. Μπορεί όμως να νοιάζει τη γυναίκα του. Δεν ξέρω, θα δείξει, όταν την πάρω τηλέφωνο και της πω τα μαντάτα.

Γύρισα την πλάτη μου και έφυγα. Είχα μισοκλείσει την πόρτα πίσω μου. Σε κάποια στιγμή γύρισα στο γραφείο μου να πάρω ένα τσαντάκι με cd που είχα ξεχάσει στο συρτάρι. Άκουσα από το διάδρομο την Στέλλα να λέει:

- Έχουμε μπλέξει, Χριστίνα! Πού στο διάολο βρήκε τόσο θάρρος και βγήκε κι από πάνω; Ήξερα ότι το λέει η καρδιά του, αλλά όχι σε τέτοιο σημείο. Πάρα αυτά όμως τον αδικήσαμε ρε συ… εμείς φταίμε!

- Ηρέμησε, σε παρακαλώ, και μη λες βλακείες. Θα δούμε τι θα κάνουμε.

Πήρα το τσαντάκι από το συρτάρι μου και έφυγα. Πέρασα μπροστά από το γραφείο. Η Στέλλα άνοιξε εκείνη την πόρτα και με κοίταζε με ανοιχτό το στόμα. Έφυγα στο σπίτι. Κάθισα και σκεφτόμουν τη ζωή μου. Το κλίμα του σπιτιού ήταν βαρύ. Δε με χωρούσε. Πήρα ένα τηλέφωνο σε ένα γνωστό μου, τον Ηλία, που δούλευε σε ένα εργοστάσιο έξω από το Βόλο. Του είπα ότι θέλω δουλειά, ό,τι να ναι.

- Θα δω, Κώστα. Θα το δω σήμερα κιόλας. Ίσως χρειαστεί να περιμένεις λίγο. Ξέρεις, δεν είναι εύκολα τα πράγματα εδώ.

- Εντάξει, Ηλία μου, σε ευχαριστώ πολύ.

- Δεν κάνει τίποτα, βρε φίλε. Τι φίλοι είμαστε εξάλλου.

Εκείνη η μέρα ήταν μια όμορφη ηλιόλουστη μέρα. Βγήκα να περπατήσω λίγο. Πήγε μεσημέρι. Πήγα σε ένα σουβλατζίδικο να φάω κάτι γιατί πεινούσα σα λύκος. Ύστερα γύρισα στο σπίτι. Η Στέλλα ήταν εκεί και με περίμενε.

- Καλησπέρα, είπα μπαίνοντας.

- Καλησπέρα, είπε με ύφος.

- Τι κάνει η αφεντικίνα σου;

- Καλά είναι, σε χαιρετάει.

- Σου είπε λεπτομέρειες;

- Μου τα είπε, είπε με ένα θιγμένο ύφος, σηκώνοντας τη μύτη της.

- Λοιπόν, όπως βλέπεις εγώ εξηγήθηκα στα ανοιχτά, αντρίκια μπροστά και στις δύο. Θα το κάνεις κι εσύ τώρα;

- Τι έχω να πω εγώ;

- Καλά δεν σου είπε ότι τα ξέρω; Κοίτα, δεν είμαι και το παιδάκι που μπορείς να παίξεις μαζί του. Να το ξέρεις και εσύ και η Χριστίνα. Θα σας βόλευε να ήμουν κανένας μαλάκας, αλλά δεν είμαι. Κατάλαβες;

- Τι θέλεις να πεις;

- Θέλω να πω ότι ξέρω ότι βγήκες με τον τσογλαναρά εκείνον, το Δημήτρη. Σε είδα, βρε μαλακισμένο, να βγαίνεις από το αυτοκίνητό του. Απλά την πάτησες που είχα σβηστά τα φώτα. Καλά, τόσο βλαμμένο είσαι; Μου είπες και ψέματα. Και τη μέρα που πήγαμε να φάμε, σε πήρε τηλέφωνο, δε στο είπε ο μαλάκας; Σε αποκάλεσε μάλιστα «τρελοκόριτσο». Πες μου κάτι, ήξερες από την αρχή ότι μου την έπεσε η Χριστίνα;

- Όχι, πώς θα μπορούσα να ξέρω κάτι τέτοιο;

- Ξέρω και εγώ; Πολλά περίεργα μου έχουν συμβεί. Κατά συνέπεια τα θεωρώ όλα πιθανά. Τέλος πάντων. Τι θα κάνουμε με το σπίτι;

- Εσύ, πώς και δεν πας πίσω, στο σπίτι σου;

- Εγώ βρήκα σήμερα κιόλας δουλειά. Ίσως θα περιμένω λίγο, αλλά είναι σίγουρο ότι θα με πάρουνε.

- Και, πού είναι αυτή η δουλειά;

- Εδώ μέσα στο Βόλο. Ντελιβεράς. Κακό είναι;

- Γιατί δεν φεύγεις; Ποιος ο λόγος να κάθεσαι εδώ, στο Βόλο;

- Τόσο πολύ βιάζεσαι να με ξεφορτωθείς; Θα κλείσω πρώτα όλες μου τις υποθέσεις και μετά θα φύγω. Λοιπόν, δεν μου απάντησες. Αλλά άσε καλύτερα. Θα φύγω εγώ. Δε με σηκώνει άλλο το περιβάλλον εδώ μέσα. Αλλιώς ονειρεύτηκα τη ζωή μου όταν ήρθαμε εδώ, κι αλλιώς εξελίχθηκε. Ίσως ήταν έτσι το γραφτό μας, ή και το στημένο. Ποιος ξέρει; Αύριο κιόλας θ’ αρχίσω να ψάχνω για σπίτι. Φεύγω τώρα. Θα πάω σε ξενοδοχείο.

- Δεν είναι απαραίτητο. Αν δεν μπορείς να μείνεις απόψε μαζί μου εδώ στο σπίτι, μπορώ να πάω στη Χριστίνα.

- Τα βρήκατε κιόλας βλέπω. Δεν σε είχα τόσο προχωρημένο άτομο. Μπράβο! Με εκπλήσσεις. Απλά, σου λέω ότι θα φύγω, γιατί ο χώρος με πνίγει. Θα πάρω τώρα μερικά πράγματα και τα υπόλοιπα μόλις αποκατασταθώ. Μάζεψα λίγα πράγματα και λίγα ρούχα για πρώτη ανάγκη.

- Καλό βράδυ Στέλλα!

- Καλό βράδυ, Κώστα!

Έφυγα. Πήγα σε ένα ξενοδοχείο. Το βράδυ εκείνο έπεσα για ύπνο μόλις πήγα, αλλά τελικά αποκοιμήθηκα πρωί από τις σκέψεις. Την άλλη μέρα πήρα τα πράγματά μου και πήγα πίσω στη μάνα μου. Εκεί ένιωσα χαλαρά. Ένιωσα ότι η μάνα μου ήταν το μόνο δικό μου άτομο. Της είπα μόνο ότι με τη Στέλλα τέλος. Εκείνη κατάλαβε πόσο προβληματισμένος ήμουν και δε ρώτησε λεπτομέρειες.

Το βράδυ εκείνης της μέρας βγήκα στην πλατεία της πόλης. Βρήκα το Στάθη με τη Λένα και τα λέγαμε. Τους είπα απ' έξω-απ' έξω τα γεγονότα χωρίς πολλές λεπτομέρειες. Σε κάποια στιγμή η Λένα σοβάρεψε.

- Κοίτα, Κωστή μου, τις προάλλες συνάντησα τη Σοφία.

- Σοβαρά; Τι κάνει, παντρεύτηκε;

- Όχι, από ό,τι κατάλαβα. Τη ρώτησα, αλλά μου απάντησε ένα ξερό όχι ακόμα. Δεν ήθελε να μου μιλήσει και πολύ. Νομίζω ότι κάτι άλλο συμβαίνει.

- Δε βαριέσαι Λένα μου, Μπορεί να τραβάει και εκείνη τα ζόρια της. Ένα όμως Λένα μου, δεν κατάλαβα. Γιατί τότε της μπήκε ότι εγώ κάτι είχα με τη Στέλλα; Αφού, απλά φιλικά συναντιόμασταν τότε και μάλιστα ποτέ μόνοι μας. Δε λέω, το βλαμμένο μου την έπεσε αρκετές φορές και ακόμα μπροστά στη Σοφία. Κι η Σοφία να μη με πιστέψει ούτε μια φορά, λες και μόλις με είχε γνωρίσει; Δεν ξέρω. Ποτέ δεν έμαθα, ποτέ δεν κατάλαβα την ξαφνική στάση και το πείσμα της απέναντί μου.

- Τι να πω, ρε Κώστα; Ούτε και μένα, που της εξηγούσα τότε, με άκουγε νομίζοντας ότι με βάζεις εσύ να της τα λέω.

Φύγαμε αργά εκείνο το βράδυ.

Μετά από δύο μέρες έφυγα. Πήγα πάλι στο Βόλο. Με το που έφτασα, με πήρε ο Ηλίας. Σε δύο μέρες έπρεπε να πάω από την εταιρεία που δούλευε. Πετάχτηκα μια στιγμή από το σπίτι. Η Στέλλα δεν ήταν εκεί. Βγήκα στο δρόμο. Βρήκα ένα μεσιτικό γραφείο. Μέχρι το απόγευμα δεν άργησα να βρω ένα καλό δυάρι. Έδωσα καπάρο και την επομένη κανόνισα να υπογράψω τα συμβόλαια. Γύρισα ανακουφισμένος στο σπίτι. Είχε πάει οχτώ το βράδυ. Πήρα το σακίδιό μου και έφυγα για το ξενοδοχείο. Έφτασα στο ξενοδοχείο και ξάπλωσα να χαζέψω στην τηλεόραση. Ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Στέλλα.

- Καλησπέρα, Κώστα.

- Καλησπέρα, Στέλλα, πώς και με πήρες;

- Ήρθες από το σπίτι;

- Ναι, ήρθα. Πήρα κάποια πράγματα και έφυγα. Κοίτα, εγώ βρήκα σπίτι. Αύριο υπογράφω και ελπίζω ως μεθαύριο το πολύ να πάρω τα υπόλοιπα προσωπικά μου πράγματα, εντάξει;

- Εντάξει.

- Καληνύχτα, Στέλλα.

- Καληνύχτα, Κώστα.

Την μεθεπόμενη πήγα στην εταιρεία. Με τη συμβολή του Ηλία η πρόσληψή μου ήταν βέβαιη. Θα έπιανα δουλειά σε μία βδομάδα. Με βόλευε αυτό, γιατί θα προλάβαινα να αποκατασταθώ. Αργά το απόγευμα πήγα στο σπίτι να πάρω τα υπόλοιπα προσωπικά μου πράγματα. Βρήκα τη Στέλλα με τη Χριστίνα εκεί.

- Καλησπέρα, είπα με ένα ψυχρό ύφος.

- Καλησπέρα, απάντησαν και οι δύο.

- Με συγχωρείς δε θα ενοχλήσω πολύ, θα πάρω τα πράγματά μου και θα φύγω Στέλλα. Βρήκα σπίτι όπως σου είπα.

- Από δουλειά; Ρώτησε η Χριστίνα.

- Βρήκα. Σε πέντε μέρες θα ξεκινήσω.

- Τι δουλειά, αν επιτρέπεται;

- Ντελιβεράς. Δε σου είπε η ανιψιά σου;

- Μάλιστα. Δεν ήταν ανάγκη να βιαστείς να φύγεις. Τώρα θα έχουμε πρόβλημα κι εμείς, που δεν έχουμε άνθρωπο.

- Τα πάντα τα άφησα να δουλεύουν ρολόι. Τώρα, αν τα γαμήσατε εσείς, ψάξτε. Θα βρείτε άνθρωπο. Τόσοι υπάρχουν στην πιάτσα.

- Πάντως, κακώς που έφυγες. Κι εσύ τώρα τι θα κάνεις; Το διανομέα; Είσαι καλά, με τέτοιες σπουδές;… είπε με ένα ήπιο τόνο.

- Γιατί, βρε Χριστίνα, τι κακό έχει αυτή η δουλειά; Τίμια δουλίτσα είναι. Θα βγάζω το ψωμί μου τίμια. Εγώ, να ξέρεις, δεν έχω τέτοια κολλήματα, κι ας έχω πτυχία.

Έφυγα. Πήγα τα πράγματα σπίτι μου. Σε δύο μέρες κατάφερα και το επίπλωσα με βασικά πράγματα. Δεν ήθελα λούσα, τα βασικά μόνο, για να μπορώ να ζω ως άνθρωπος. Έφτασε η ώρα που έπιασα δουλειά. Ήμουν πολύ συνεπής στην καινούργια μου δουλειά. Απλά δεν είχα την άνεση να λείπω από το πόστο μου όπως πριν, μιας και επρόκειτο για εργοστάσιο.

Εγώ, προκειμένου να πάω στη βιομηχανική ζώνη που δούλευα, περνούσα αναγκαστικά έξω από την εταιρεία της Χριστίνας. Βέβαια, τα ωράρια δεν ταίριαζαν, κι έτσι τα πρωινά, όταν περνούσα, δεν έβλεπα κανέναν στην εταιρία.

Είχε πάει Ιούλιος. Η ζωή μου ήταν μια ρουτίνα. Είχα ηρεμήσει κάπως από τα τελευταία γεγονότα. Ήταν ένα υπέροχο σαββατιάτικο καλοκαιρινό πρωινό. Είχαμε κανονίσει με τον Ηλία και κάποια άλλα παιδιά από την εταιρεία στην παραλία για καφέ. Καθίσαμε και παραγγείλαμε καφέδες. Αργότερα, στο πρόγραμμα ήταν ένα ουζερί. Σε μια στιγμή σηκώθηκα να πάω στην τουαλέτα του μαγαζιού.

Σε διπλανή καφετέρια είδα την παρέα της Χριστίνας και έπαθα. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Η Χριστίνα καθόταν δίπλα-δίπλα με το Δημήτρη. Δίπλα στη Χριστίνα η Στέλλα και δίπλα στη Στέλλα ο Γιάννης με μια άλλη κοπέλα δίπλα του, προφανώς κοπέλα του απ’ ότι κατάλαβα. Ήταν όλοι μέσα στην τρελή χαρά. Γελούσαν προφανώς λέγοντας αστεία. Τότε σκέφτηκα να τους κάνω την έκπληξη. Προχώρησα προς το μέρος τους. Δεν με αντιλήφθηκαν· μέχρι που πλησίασα αρκετά.

- Καλημέρα, παιδιά, τι κάνετε; Όλοι οι παλιόφιλοι μαζί βλέπω! Πώς περνάτε; Καλά;

- Καλημέρα, Κώστα, είπαν όλοι με μια αμηχανία.

- Βρε συ, Γιάννη, είπα απευθυνόμενος σε εκείνον. Θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη που σου μίλησα τότε άσχημα τότε στο μπαρ, είπα ειρωνικά. Δεν ήξερα ότι είστε φιλαράκια με τη Στέλλα. Αν το ήξερα δε θα σου μιλούσα έτσι. Εντάξει; Εσείς, κύριε Δημήτρη πώς είστε; Βλέπω ότι την προσέχετε πολύ την κα. Χριστίνα και τον χτύπησα στην πλάτη. Τι έγινε Γιάννη; Σε προσέλαβαν κι εσένα; Έφυγες κι εσύ από τον κ. Νίκο; Περαστικά!

Εκείνος δε μιλούσε· όπως και κανένας τους. Είχαν χάσει το χρώμα τους.

- Πάντως, κ. Δημήτρη, κρίμα που ήρθατε εκείνη τη μέρα κατόπιν εορτής στον Πλατανιά. Οι κοπέλες που κάλεσε ο συγχωρεμένος ήταν φανταστικές, μοντέλα. Λοιπόν, σας αφήνω να απολαύσετε τον καφέ σας. Χάρηκα που σας είδα, είπα με ένα ειρωνικό χαμόγελο και έφυγα στην παρέα μου.

Εκείνοι έχασαν εντελώς το χρώμα τους. Ιδιαίτερα η Στέλλα δε μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Με την παρέα μου φύγαμε για το ουζερί. Μας πήρε αργά. Γύρισα στο σπίτι μου. Τα ούζα με είχαν χτυπήσει κατακέφαλα. Έπεσα και ξεράθηκα. Την Κυριακή ξύπνησα με ένα τρομερό πονοκέφαλο. Πήρα ένα παυσίπονο και έφτιαξα καφέ. Σε μια στιγμή χτύπησε το κινητό μου. Ήταν η Στέλλα. Ήθελε να βρεθούμε.

- Ωραία, μωρό μου… είπα ειρωνικά.

- Θέλεις να έρθω από το σπίτι σου;

- Όχι, θα βρεθούμε στο ίδιο μέρος, στην καφετέρια που τρακάραμε χθες.

- Γιατί, όχι στο σπίτι σου;

- Μ’ αρέσει η άπλα και ο κόσμος, τέτοια ωραία μέρα...

- Καλά! Σε δύο ώρες εκεί.

- Εντάξει, τα λέμε.

Βγήκα στην παραλία. Εκείνη με περίμενε ήδη. Ήταν ντυμένη όμορφα. Φορούσε ένα κοντό καλοκαιρινό φουστάνι που τόνιζε την ομορφιά της. Κάθισα απέναντί της.

- Λοιπόν, ποιος ο λόγος της συνάντησής μας; Τι έχουμε να πούμε;

- Ήθελα να σε δω. Χθες που μας είδες μαζί, να ξέρεις, ήταν εντελώς τυχαίο.

- Και τι σημασία έχει; Εμείς το τελειώσαμε, ε; Δεν το τελειώσαμε; Όσο για το τυχαίο δεν το πιστεύω. Δεν είμαι από εκείνους που πιστεύουν στην τύχη.

Σιώπησα για λίγο. Την κοιτούσα στα μάτια. Κι εκείνη το ίδιο.

- Κοίτα. Με έφερες εδώ για να με φλομώσεις στα ψέματα; Καλά, για τόσο ηλίθιο με περνάτε;

- Όχι, δεν ήρθα να σε φλομώσω στα ψέματα, ούτε σε περνάω για κανέναν ηλίθιο.

- Λοιπόν, αφού είναι έτσι, θέλω κάποιες απαντήσεις. Έτσι για το γαμώ το.

- Ακούω.

- Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Με το Γιάννη γνωριζόσαστε από παλιά, έτσι δεν είναι; Και εσύ και η αδερφή σου, η Άννα. Ήταν στημένο κόλπο, ο καυγάς στο μπαρ. Και φυσικά επέλεξες να είναι και η Έλενα, μπροστά, που δεν είχε ιδέα, για να δείχνει πιο πειστικό. Έτσι δεν είναι;

Δε μιλούσε. Με κοίταζε σοκαρισμένη.

- Γιατί το λες αυτό;

- Είδα την αδερφή σου να μιλάει μαζί του σε μια καφετέρια, όταν πήγα για τον παππού. Και φυσικά, όλα ήταν στημένα από εσένα και τη Χριστίνα, έτσι δεν είναι; Και το σαββατοκύριακο εκείνο στο Βόλο και η παραίτησή σου από τη δουλειά. Το έμαθα ότι δε σε έδιωξαν, όπως μου είπες, αλλά παραιτήθηκες. Και φυσικά ήξερες από την αρχή ότι μου ρίχτηκε η Χριστίνα, έτσι δεν είναι;

- Ναι, είπε κι έσκυψε το κεφάλι. Όχι, από την αρχή, αλλά μου το είπε η Χριστίνα.

- Και ξέρεις, τι μου τράβηξε την περιέργεια από την αρχή; Η ψυχραιμία σας με τη Χριστίνα. Ήσουν κι εσύ και η Χριστίνα πολύ ψύχραιμες και με το συμβάν του Μίλτου και μετά από αυτό. Ε, Στέλλα μου; Και τώρα έφερε η Χριστίνα και το Γιάννη εδώ, να σας λύσει τα όποια προβλήματα παρουσιαστούν στην εταιρία, μιας και σας τέλειωσα εγώ. Κι ο Δημητράκης; Πήγε στο εξοχικό του Μίλτου μετά που έφυγα εγώ. Έτσι δεν είναι; Απλά, δεν μπορώ να καταλάβω τι ρόλο παίζει. Αλήθεια, πόσον καιρό πηδιέσαι μαζί του;

- Όχι, όχι, στο ορκίζομαι! Δεν έγινε ποτέ κάτι τέτοιο.

- Και τότε, που αργήσατε τρεις ώρες μαζί; Πού πήγατε;

- Ε, καθίσαμε εδώ στην παραλία και με φλέρταρε διαρκώς, αλλά δεν ενέδωσα. Αλήθεια σου λέω. Εγώ δεν σε απάτησα, Κώστα. Εσύ το έκανες. Το Δημήτρη ούτε που τον άφησα να με αγγίξει.

- Με παγιδέψατε με τη Χριστίνα. Έτσι δεν είναι; Αν θα έκανα κάτι ένοχο, θα με κρατούσε στο χέρι η Χριστίνα. Αλλά, μάλλον είδε ότι δεν ελέγχομαι εύκολα κι άλλαξε σχέδιο. Έτσι δεν είναι; Ένα δεν μπορώ να καταλάβω. Εσύ τι ρόλο έπαιξες και παίζεις; Εσύ τι θα κέρδιζες από όλη τη φάση;

Σιώπησα για λίγο. Πραγματικά όσο σκληρός και να έδειχνα απ' έξω, μέσα μου ένιωθα βάρος, είχα πληγωθεί. Εκείνη δε μιλούσε. Με κοιτούσε με ένα ένοχο βλέμμα. Αναστέναξα. Την κοιτούσα στα μάτια.

- Σε αγάπησα να το ξέρεις. Και παρ' όλα τα όσα συνέβησαν, δυσκολεύομαι ακόμα, ο μαλάκας, να σε ξεπεράσω, αλλά θα σε ξεπεράσω. Θέλω να ξέρεις ότι με τη Χριστίνα δεν ήταν παρά μόνο για το σεξ η σχέση μας. Εκείνη με έριξε στην παγίδα. Ήξερε να με πιέζει. Ήξερε να με στριμώχνει και το πέτυχε. Δεν ξέρεις πόσες φορές σκεφτόμουν να σε πάρω και να φύγουμε από εδώ. Πιέστηκα πάρα πολύ. Ένιωθα παγιδευμένος, ενοχές απέναντι σε σένα και στο Μίλτο. Εσύ πάλι έπαιζες ένα τέλειο θέατρο, ότι δεν καταλάβαινες τίποτα γύρω σου. Μπράβο! Ίσως και να είχα μπλέξει χειρότερα, αν χαλάρωνα έστω και λίγο. Και φυσικά υπήρχε και ανταλλακτικό· ο Δημήτρης. Έπρεπε να τον έχει κοντά της. Με μια μικρούλα δόλωμα, μια χαρά έκατσε το πράγμα! Όπως και με μένα, έτσι δεν είναι; Και τώρα που το σκέφτομαι… είσαι το τέλειο δόλωμα! Νέα, όμορφη, ό,τι πρέπει!

Δε μιλούσε.

- Κρίμα, βρε Στέλλα! Πίστεψα σε σένα. Πίστεψα ότι έχεις συναισθήματα. Αλλά από ό,τι φαίνεται δεν έχεις. Σε έχει κάνει η Χριστίνα, ίδια σαν τη μούρη της. Λυπάμαι.

- Είχα κι έχω, είπε δακρυσμένη, έτοιμη να βάλει τα κλάματα.

Τα λόγια μου ίσως την έκαναν να σκεφτεί.

- Και να σου πω, τι αποστολή έχεις σήμερα από τη Χριστίνα;

- Καμία, ήθελα να σε δω.

- Μη λες ψέματα! Άδικα προσπαθείς να με πείσεις για το αντίθετο. Λοιπόν;

- Μου είπε η Χριστίνα να σε ρωτήσω τι ήταν αυτό που είπες για το Δημήτρη. Αλλά ήθελα όμως και να σε δω.

- Ποιο; Θύμισέ μου!

- Ότι τον είδες να περνάει από το εξοχικό του Μίλτου.

- Ναι, υπάρχει Βίντεο. Και μάλιστα τον είδα που μπήκε στο σπίτι.

- Μα, κι εμείς είδαμε το καταγραφικό και δεν υπήρχε κάτι.

- Βρε μαλακισμένες, έκανα ανάκτηση του δίσκου. Η Χριστίνα νόμισε ότι έσβησε τα βίντεο, αλλά έπεσε έξω. Έχω τα Βίντεο που ο Δημητράκης πάει στο σπίτι μετά από μένα. Τον έχω σε βίντεο και που πέρασε με το αμάξι και μετά που μπήκε μέσα στο σπίτι.

Το δεύτερο δεν ήταν αλήθεια, αλλά γούσταρα να τους τσιτώσω όλους.

- Κοίτα, έχω φυλάξει τα βίντεο σε ασφαλές μέρος. Απλά είμαι σε δίλλημα να τα πάω ή όχι στην Αστυνομία. Φαντάζεσαι να αποδειχθεί ότι δεν ήταν ατύχημα ο θάνατος του Μίλτου;

Η Στέλλα είχε χάσει το χρώμα της. Τη βραχυκύκλωσα, εντελώς.

- Δεν το πιστεύω, βρε παιδί μου... κι εκεί φάνηκε να πανικοβάλλεται.

- Φαντάζεστε μπλέξιμο, αν πάω τα βίντεο στον εισαγγελέα; Να δώσω και μια ωραία κατάθεση; Θα τραβηχτούμε όλοι, τόσο πολύ, που ακόμα και να μη συμβαίνει κάτι, δε θα μας είναι καθόλου ευχάριστο.

- Γιατί να έκανες κάτι τέτοιο;

- Γιατί να μην το κάνω; Εξάλλου, έτσι θα ησυχάσει και η ψυχή του Μίλτου. Δε μπορώ να κουβαλάω τέτοιο βάρος. Τώρα, αν δεν έγινε τίποτα, θα φανεί η αλήθεια, είπα με ένα ειρωνικό ύφος. Πες μου, όμως σε παρακαλώ, κάτι ακόμα, τι παίχτηκε με τη Σοφία; Τι σκάρωσες πίσω από την πλάτη μου για να μας χωρίσεις;

- Τίποτα, εγώ τίποτα, κατάφερε να πει με μια φωνή που έδειχνε να έχει κόμπο στο λαιμό.

- Δεν σε πιστεύω. Θα το εκτιμούσα όμως να είσαι μια φορά εντάξει απέναντί μου. Αλλά μου φαίνεται ότι σε τρομάζει η αλήθεια, ακόμα κι αν τη γνωρίζεις. Στην υγειά σου! είπα και σήκωσα το ποτήρι με το νερό.

Η Στέλλα ήπιε δυο γουλιές καφέ. Προφανώς να συνέλθει από το σοκ. Εγώ ήμουν ψύχραιμος. Ύστερα σηκώθηκε.

- Εγώ πρέπει να φύγω, είπε χαμηλώνοντας το βλέμμα.

Σηκώθηκα κι εγώ. Της άπλωσα το χέρι.

- Γεια σου, Στέλλα! Κοίτα να φερθείς πιο έξυπνα αυτή τη φορά, κοίτα την πάρτη σου και μόνο. Αν το θέμα πάει στον εισαγγελέα, τότε ετοιμάσου για ριγέ πιτζάμες. Θα είσαι συνένοχη κατάλαβες;… είπα με ένα ειρωνικό χαμόγελο. Αλήθεια, δε μου είπες, όση ώρα καθόμαστε εδώ, τι σου έταξε η θεία σου; Θεία, τέλος πάντων, είπα με ένα ύφος αμφιβολίας.

Δεν μου απάντησε. Με κοιτούσε αμήχανη. Γύρισα και έφυγα πρώτος. Την άφησα να με κοιτάζει σοκαρισμένη. Πήγα στο αμάξι. Έφυγα για το σπίτι. Έπεσα να ξεκουραστώ μιας και η ζέστη της μέρας με κατέβαλε. Κατά τις οχτώ, χτύπησε το κινητό μου. Ήταν η Χριστίνα.

- Τι θέλεις Χριστίνα;

- Θέλω να μιλήσουμε.

- Σε ακούω.

- Από κοντά.

- Όχι, δεν σου τα είπε η Στέλλα, η ανιψιά σου, αν είναι κιόλας ανιψιά σου; Τα βίντεο, Χριστινάκι μου, τα έχω κρύψει. Τη στήσατε στο φουκαρά το Μίλτο. Έτσι δεν είναι; Ωραίο κόλπο. Πάντως δε μπορώ να πω… ωραία μουνιά είστε κι εσύ και η φίλη σου η Στέλλα. Έτσι δεν είναι… θεία;… είπα ειρωνικά.

- Δεν είναι έτσι τα πράγματα, όπως τα λες. Δεν συνέβη κάτι τέτοιο, που υπονοείς. Πήρα τηλέφωνο το Δημήτρη. Έχει τρελαθεί. Εκείνος μου είπε ότι τυχαία περνούσε από εκεί.

- Ε, ναι τυχαία, πολυσύχναστος δρόμος! Είπα με αρκετή δόση ειρωνείας.

- Σου λέω την αλήθεια Κώστα! Μην κάνεις κάτι τέτοιο. Θα μπλέξουμε όλοι μας.

- Κοίτα, δε μπορώ να το χωνέψω όλο αυτό που μου σκάρωσες εσύ και η Στέλλα. Με μεταχειριστήκατε σαν πιόνι. Εγώ για ποιόν πούστη λόγο να μην σας δώσω αύριο στον Εισαγγελέα; Να σας κάνω να χάσετε τον ύπνο σας. Πες μου ένα πούστη λόγο! Εκεί που ήμουν μια χαρά με την κοπέλα μου, μου διαλύσατε τη ζωή και θέλεις να μην κάνω τίποτα. Είναι δυνατόν; Όχι, Χριστίνα μου. Δε θα περάσει έτσι αυτό. Μου έκανες και θα σου κάνω ζημιά.

Δε μιλούσε. Ύστερα με ρώτησε:

- Και τι θέλεις ως αντάλλαγμα;

- Την αλήθεια, και μόνο αυτή. Μόνο με την αλήθεια θα ησυχάσει η ψυχή του Μίλτου. Τι νομίζεις βρε μαλακισμένη, ότι δεν έχω καθόλου ήθος;

- Κάνεις λάθος, Κώστα. Δε σκότωσα εγώ το Μίλτο. Δεν ξέρω τι στον διάολο ήθελε ο Δημήτρης εκεί.

- Τον ρώτησες;

- Ναι, περνούσε τυχαία. Μου ορκιζόταν.

- Εντάξει τότε, άμα ορκίστηκε, εντάξει, είπα με ένα ειρωνικό ύφος, που ήμουν σίγουρος ότι τη σκότωνε εκείνη τη στιγμή.

- Θέλω το βίντεο.

- Αν το δεις, θα το δεις μετά τον Εισαγγελέα και την Αστυνομία. Τι λες;

- Γιατί το κάνεις αυτό, γαμώ το;… είπε με μια φωνή μέσα στην αγωνία.

- Γιατί μου τη στήσατε έτσι; Ζήτησα απαντήσεις και από την Στέλλα αλλά δεν πήρα. Κοίτα είμαι κουρασμένος. Θα σε πάρω αύριο τηλέφωνο να σου πω τις αποφάσεις μου. Ή καλύτερα θα πάρω τη Στέλλα. Το διασκεδάζω με την αμηχανία της. Έχει πλάκα όταν τη βραχυκυκλώνω εντελώς. Ξέρεις, είπα μέσα στα γέλια, δεν με περίμενε να είμαι έτσι και το διασκεδάζω με το ύφος της.

Κλείσαμε το τηλέφωνο. Ήμουν σίγουρος ότι στο σπίτι της ήταν και η Στέλλα. Την άλλη μέρα, μετά τη δουλειά, πήρα τη Στέλλα. Ήταν ακόμα στη δουλειά.

- Πότε θα σχολάσεις;… τη ρώτησα.

- Σε μισή ώρα, στις πέντε, μου είπε.

- ΟΚ. Θα περάσω να σε πάρω σε μισή ώρα.

Ήμουν στον πάρκινγκ της εταιρίας στο δρόμο. Βγήκε η Στέλλα. Φορούσε ένα Τζιν και μια κόκκινη μπλούζα. Ήταν μια κούκλα στην εμφάνιση. Της άναψα τα φώτα. Είδε το αμάξι. Ήρθε. Μπήκε μέσα. Έκανα αναστροφή. Έφυγα οδηγώντας γρήγορα στον εθνικό δρόμο. Φοβόμουν μήπως μας έπαιρνε κάποιος στο κατόπι. Δεν είχα εμπιστοσύνη πια.

- Γιατί τρέχεις; Ρώτησε.

- Έχω το λόγο μου.

Οδηγηθήκαμε έξω από την πόλη.

- Λέω να πάμε για έναν καφέ και μετά για φαγητό. Τόσο καιρό εδώ με τη δουλειά και τα μπλεξίματα, δεν βγήκαμε εκτός πόλης μια φορά μαζί, οι δυο μας…

- Σαν περίεργο μου φαίνεται μετά από όλα αυτά!

- Γιατί; Από όλα όσα σου είπα χθες που βρεθήκαμε, τελικά, το μόνο που σε απασχολούσε ήταν για τη σκευωρία σου με τη Χριστίνα. Με στενοχωρείς αφάνταστα.

- Συγγνώμη. Δεν ήθελα να σε προσβάλω.

- Δεν πειράζει κορίτσι μου, σε πειράζω. Καταλαβαίνω πώς νιώθεις.

Φτάσαμε στις Αλυκές του Βόλου. Πήγαμε σε ένα παραθαλάσσιο μαγαζί και παραγγείλαμε καφέδες.

- Λοιπόν, δεν είναι όμορφα εδώ; Είπα με ένα χαμόγελο. Έχω καιρό να χαλαρώσω σαν άνθρωπος.

- Ναι, όμορφα είναι… είπε και χαμογέλασε κοιτώντας με στα μάτια.

- Θέλω να σε φωτογραφίσω. Μου επιτρέπεις; Αυτά τα υπέροχα μάτια, αυτό το γλυκό και όμορφο πρόσωπο με φόντο τη θάλασσα με ξετρελαίνει.

- Είσαι απίστευτος! Είπε γελώντας.

Πήρα το κινητό μου και τη φωτογράφισα. Σηκώθηκα και κάθισα στην καρέκλα δίπλα της.

- Κοίτα, δεν είναι ωραία φωτογραφία; Θα τη βάλω φόντο στο κινητό μου.

- Ναι, είναι, είπε και μου έπιασε τρυφερά το χέρι.

Άπλωσα το χέρι μου και τη χάιδεψα τρυφερά στο πρόσωπο. Την κοίταξα ίσια μέσα στα μάτια.

- Γιατί; είπα. Γιατί τόσο ψέμα βρε γαμώ το; Ήταν ανάγκη να καταστραφεί κάτι τόσο όμορφο; Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο όμορφα ένιωθα για σένα. Όσο ήμασταν στην πόλη που μεγαλώσαμε, ένιωθα τόσο όμορφα!

- Έγιναν πολλά. Συγγνώμη που σε πλήγωσα.

- Τέλος πάντων, ήρθαμε να περάσουμε όμορφα. Λοιπόν, έχω μια ιδέα. Θέλεις να πάμε να φάμε;

- Ναι, θέλω. Είμαι εντελώς νηστική.

- Ωραία, εδώ πιο πέρα πήρε το μάτι μου ένα ταβερνάκι. Δεν πάμε;

- Ναι, είπε με ένα γλυκό βλέμμα.

Πήγαμε και φάγαμε. Συμφωνήσαμε να μη συζητήσουμε τίποτα από όσα συνέβησαν.

- Θέλω να σε γνωρίσω από την αρχή, της είπα.

- Να με γνωρίσεις;

- Ναι, την πραγματική Στέλλα. Λοιπόν, τι λες;

- Σύμφωνοι! είπε και μου γέλασε γλυκά.

Η ώρα πέρασε χαλαρά μέσα στα αστεία. Φύγαμε. Σε λίγο φτάσαμε στο σπίτι της. Τη φίλησα στο μάγουλο.

- Σήμερα πέρασα πραγματικά υπέροχα! Καληνύχτα!

- Καληνύχτα, Κωστή μου… είπε με ένα γλυκό ύφος και έφυγε.

Την άλλη μέρα λίγο πριν σχολάσω από τη δουλειά χτύπησε το κινητό μου. Ήταν η Στέλλα.

- Καλησπέρα Κωστή μου!

- Καλησπέρα, Στέλλα μου! Πώς και αυτό το ξαφνικό;

- Μπορούμε να βρεθούμε;

- Φυσικά. Πού θέλεις;

- Θέλεις να έρθεις σε μένα;

- Ναι, θέλω, είπα.

Σε μισή ώρα ήμουν εκεί.

- Λοιπόν, είσαι έτοιμη;

- Δε θέλεις να καθίσουμε εδώ;… είπε με ένα παρακαλεστικό βλέμμα.

- Όχι, δε μπορώ, θέλω να βγαίνω έξω. Δεν αντέχω την κλεισούρα καθόλου. Έλα μια χαρά σε βλέπω. Πάμε λίγο έξω! Σε παρακαλώ.

- Καλά, αφού επιμένεις… μόνο να ετοιμαστώ. Σε πέντε λεπτά θα είμαι έτοιμη.

Σε λίγο ήταν έτοιμη και φύγαμε. Μπήκαμε στο αμάξι και τραβήξαμε για μια άλλη παραλία. Πεινούσα σα λύκος.

- Επειδή δεν έχω βάλει τίποτα στο στόμα από το πρωί, δεν καθόμαστε να φάμε;

- Εντάξει.

Καθίσαμε σε μια παραλιακή ψαροταβέρνα. Όλη την ώρα η Στέλλα ήταν ευχάριστη μαζί μου. Έλεγε αστεία το ίδιο κι εγώ. Αφού φάγαμε παραγγείλαμε ένα καφεδάκι. Η ώρα είχε περάσει.

Σε κάποια στιγμή με κοιτάει. Σοβαρεύτηκε.

- Λοιπόν, θέλω να μου πεις κάτι; Τι θέλεις από μένα ακριβώς, Κώστα;

- Ορίστε; Άλλο κι αυτό. Σου είπα θέλω την παρέα σου. Θέλω να σε γνωρίσω από την αρχή. Μήπως θέλεις εσύ να μου πεις κάτι;

- Εγώ, όχι. Αλλά να, με παραξενεύει όλη αυτή η προσέγγιση. Εκεί που γίναμε σκατά, ξαφνικά βγαίνουμε μαζί. Δεν ξέρω τι να υποθέσω, τα έχω χαμένα μαζί σου.

- Συγγνώμη, καταλαβαίνεις τι λες; Δηλαδή αυτά που σου είπα χθες και προχθές τα πέρασες ντούκου; Τι στο διάβολο, ρε Στέλλα, τόσο φαρμακωμένη σε έχει η Χριστίνα; Για πες μου κάτι που δε μου είπες, κάτι που με βασανίζει αφάνταστα. Εσύ, γιατί τα έκανες όλα αυτά σε μένα; Έστω και να υποθέσω ότι με γούσταρες τόσο πολύ και μου έκανες χαλάστρα με τη Σοφία, εκεί που ήμαστε στην αρχή, ήμαστε μια χαρά κι ωραία. Πίστευα πραγματικά ότι βρήκα τον άνθρωπό μου, ήμουν ευτυχισμένος, παρά το όποια οικονομικά προβλήματα θα αντιμετωπίζαμε, ήρθα και σε ζήτησα από τον πατέρα σου, πίστεψα ότι μαζί σου θα έφτιαχνα τη ζωή μου. Δεν μου απάντησες ποτέ. Θα μου δώσεις ποτέ αυτήν την απάντηση;

- Αφού το είπες και μόνος. Κατάλαβες ότι όλα ήταν ένα κόλπο της Χριστίνας.

- Ναι, αλλά εσύ, γιατί; Δε μπορεί, κάποιος πούστης λόγος θα υπήρχε. Με έβαλες σε μια πλεκτάνη χωρίς προηγούμενο. Μεσολάβησες να με χωρίσει η Σοφία. Γιατί; Κι ύστερα με έριξες στην παγίδα της Χριστίνας. Τι σου έταξε;

Εδώ πάλι σιωπή. Την κοίταζα στα μάτια. Χαμήλωσε το βλέμμα της.

- Τελικά επιμένεις στο μυστήριο, είπα χαμογελώντας. Σε κοιτάζω, μου αρέσεις, αλλά παραμένεις ένα μυστήριο. Κι όσο σε βλέπω έτσι, τόσο βιδώνομαι μαζί σου. Νιώθω πως μπροστά μου έχω μια άγνωστη, όμορφη και γοητευτική γυναίκα. Τελικά μπορείς να μου πεις μόνο το όνομά σου; Είπα χαμογελώντας, θέλοντας να διασκεδάσω την κατάσταση.

Με κοίταξε βουρκωμένη. Δεν ξέρω το γιατί. Έβαλε το δεξί της χέρι μπροστά στο στόμα της και δάγκωνε νευρικά τα νύχια της προσπαθώντας να μην βάλει τα κλάματα. Μετά από κάποια δευτερόλεπτα σιωπής, μου ζήτησε να πάει στην τουαλέτα. Πήρε ένα πακέτο χαρτομάντηλα και πήγε βιαστική. Αμέσως πήρα το κινητό της. Έψαξα τις κλήσεις και τα μηνύματα. Άνοιξα ένα μήνυμα από τη Χριστίνα. Ήταν λίγο πριν συναντηθούμε.

«Κράτα τον στο σπίτι. Θέλω να κάνουμε ντου να τον στριμώξουμε με το Δημήτρη, να δούμε τι άλλο θέλει. Αν κάνει καμιά μαλακία και πάει στην αστυνομία θα μπλέξουμε όλοι μας. Μαζί κι εσύ. Ο Δημήτρης δεν πιστεύω ότι έκανε κάτι, αλλά άντε να το αποδείξουμε. Αλλιώς αλίμονο μας. Δε θα με ένοιαζε, αν δεν μας έλεγε ότι έχει το βίντεο.»

Πιο κάτω είχε την απάντηση από την Στέλλα.

«Κοίτα, δεν είναι εύκολο, δεν είναι κανένας ηλίθιος όπως τον θεωρούσες στην αρχή. Και το λέει η καρδιά του. Δεν είναι από αυτούς που κωλώνει στα δύσκολα. Γιατί δεν τον παρατάς στην ησυχία του; Στο κάτω-κάτω αυτός είναι το θύμα, να είμαστε και λίγο ειλικρινείς μεταξύ μας. Δε μου πάει η καρδιά να τον αδικήσω άλλο. Και να ξέρεις… τον αγαπάω ακόμα. Αυτό όμως το παιγνίδι μαζί του πρέπει να πάρει τέλος»

Έκλεισα το κινητό της και το άφησα στο τραπέζι. Σε λίγο βγήκε. Είχε συνέλθει. Σηκωθήκαμε από το τραπέζι. Περπατήσαμε στην παραλία. Προχωρήσαμε προς το τέρμα της.

- Να σε ρωτήσω κάτι;

- Ναι, Κώστα μου, ρώτα με, απάντησε σκεπτική.

- Μ’ αγάπησες καθόλου;

Έσκυψε το κεφάλι.

- Ναι, ρε… σ’ αγάπησα... κι ακόμα…

και σήκωσε δακρυσμένη τα μάτια της, έτοιμη να ξεσπάσει σε κλάματα. Τα μαλλιά της ανέμιζαν στο ελαφρύ αεράκι. Το θλιμμένο αυτό όμορφο πρόσωπό της ήταν μια ζωγραφιά με φόντο τα μαγευτικά χρώματα του δειλινού. Άρχισε να σουρουπώνει. Περπατούσαμε αμίλητοι για λίγο.

- Αλλά, σε φοβάμαι… είπε κι έσκυψε το κεφάλι της.

- Και καλά κάνεις! Πρέπει να με φοβάσαι.

Πλέον είμαστε μόνοι μας στο σημείο εκείνο της παραλίας.

- Πρέπει να με φοβάσαι, γιατί έχω σκοπό να σου κάνω μεγάλο κακό. Πρέπει να πληρώσεις κι εσύ κατά κάποιον τρόπο. Έτσι δεν είναι;

- Τι εννοείς; Με ρώτησε δακρυσμένη και απορημένη.

- Εννοώ αυτό.

Και την έπιασα από τα χέρια, την τράβηξα πάνω μου, και τη φίλησα πεταχτά στο στόμα. Ύστερα της έπιασα το όμορφο πρόσωπό της τρυφερά και την φίλησα ξανά στο στόμα τρυφερά.

- Είσαι δύσκολο κομμάτι, ρε κοπελιά, δε μπορώ να σε ξεπεράσω! Όσο κι αν προσπάθησα αυτές τις μέρες. Σ’ αγαπάω ακόμα, γαμώ το, σ’ αγαπάω!

- Και εγώ σ’ αγαπάω, είπε κλαίγοντας και σφίχτηκε στην αγκαλιά μου.

Ύστερα καθίσαμε σε ένα παγκάκι. Βλέπαμε τη θάλασσα. Δε μιλούσαμε. Μείναμε αρκετά. Τη χάιδευα και την φιλούσα.

- Λοιπόν, θα έρθεις στο σπίτι απόψε; Με ρώτησε.

- Όχι. Θα πρέπει να ξεκουραστώ. Αύριο έχω πάρα πολλές δουλειές.

- Καλά, όπως θέλεις.

- Κοίτα, αύριο είναι Παρασκευή. Σκέπτομαι μόλις σχολάσεις θα έρθω από το σπίτι. Να σε πάρω να πάμε κάπου οι δυο μας για σαββατοκύριακο, σύμφωνοι;

- Σύμφωνοι, είπε με ένα όμορφο χαμόγελο.

Φύγαμε. Την άφησα έξω από το σπίτι. Με φίλησε και κατέβηκε από το αμάξι.

- Σ’ αγαπάω… είπε και μπήκε στην είσοδο της πολυκατοικίας.

Έφυγα. Δεν ξέρω πώς μου ήρθε και έκανα το γύρο δύο τετράγωνα πιο κάτω. Ξαναπερνώντας από το σπίτι, είδα το αμάξι του Δημήτρη να έχει μόλις παρκάρει και τη Χριστίνα με το Δημήτρη να βγαίνουν. Τους κορνάρισα. Τα έχασαν, δεν το περίμεναν. Σταμάτησα στην μέση του δρόμου, λίγο πιο μπροστά από το δικό τους αμάξι. Κατάλαβα ότι είχαν σκοπό να την πέσουν στην Στέλλα, προκειμένου να μάθουν τι έγινε. Βγήκα από το αμάξι και τους πλησίασα.

- Άδικα τραβιέστε κι οι δυο. Η Στέλλα έχει μαύρα μεσάνυχτα. Μα βρε μαλάκες, για τόσο ηλίθιο με έχετε; Λοιπόν, τώρα φεύγω και πάω στην Αστυνομία. Τώρα! Καταλάβατε; Τέρμα Χριστίνα! Το κατάλαβα βρε μαλακισμένη ότι σκοπός σου ήταν να με βάλλεις να βγάλω από τη μέση κατά κάποιον τρόπο το Μίλτο. Είδα στο γραφείο σου και τη διαθήκη του που σου τα αφήνει όλα. Την είχες αφήσει πάνω στο γραφείο και την είδα όταν μπήκα μια μέρα. Κι ύστερα έβαλες κι αυτόν το βλάκα που σέρνεις μαζί σου, να κάνει τη μαλακία.

- Εγώ δεν έκανα τίποτα, Κώστα… είπε ο Δημήτρης μέσα σε ένα πανικό.

- Σε πιστεύω, είπα με ένα ειρωνικό ύφος. Να δούμε η Αστυνομία, αν θα σε πιστέψει. Καλά ρε μαλάκα, τι στον πούστη θα πεις στη γυναίκα σου και στα παιδιά σου, αν σε περιλάβει ο Εισαγγελέας; Τι θα κάνεις; Το σκέφτηκες; Κατάλαβες πού έμπλεξες;

- Ωραία ρητορική! Είπε η Χριστίνα χαμογελώντας με ένα έκδηλο εκνευρισμό. Λοιπόν πού είναι το βίντεο που λες; Μήπως μπλοφάρεις;

- Μπορεί, Χριστίνα μου. Σ’ ένα πόκερ όλα μπορεί να γίνουν, ποτέ δεν ξέρεις. Αλλά θα σου φανερώσω ένα χαρτί μόνο.

Έβγαλα το κινητό μου και έβαλα να παίξει το βίντεο από την κάμερα του εξοχικού τους. Μόλις έπαιξε τη φάση που φάνηκε το αμάξι του Δημήτρη, το σταμάτησα. Δεν είχε και κάτι άλλο να δείξω. Έβαλα το κινητό στην τσέπη μου.

- Λοιπόν, να πάω στην αστυνομία; Εσύ Χριστίνα θα πρέπει να αποδείξεις ότι δεν τον έβαλες να τον ξεκάνει, κι εσύ μαλάκα, θα προσπαθείς να αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας. Κι αν τον έχεις φάει, τότε θα είναι ακόμα χειρότερο για σένα. Ίσως βγουν κι άλλα στη φόρα. Λοιπόν; Να πάω;

Ο Δημήτρης ήταν έτοιμος να καταρρεύσει. Η Χριστίνα είχε χάσει κι εκείνη το θάρρος της. Από διαίσθηση κατάλαβα, ότι θα έκανε μια σπασμωδική αντίδραση.

- Παρ’ του το κινητό, είπε επιτακτικά στο Δημήτρη.

Ο Δημήτρης που τα είχε πια χαμένα με κοίταζε αμίλητος. Προφανώς μέσα στο μυαλό του σκεφτόταν σε τι είχε μπλέξει και τις συνέπειες. Ήταν εντελώς σοκαρισμένος, μπλοκαρισμένος.

- Έλα, κύριε Δημήτρη μας! Κάνε την κίνησή σου.

Πήγα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου και έβγαλα ένα λοστάρι, που πάντα κουβαλούσα στο πορτμπαγκάζ.

- Λοιπόν, κορόιδο, θα παίξεις ακόμα το ρόλο της;

- Εγώ, Κώστα, δεν έκανα τίποτα. Στο λόγο της τιμής μου. Αλήθεια σου λέω! Δεν ξέρω τι στα κομμάτια έγινε. Εξάλλου έχω μάρτυρα ότι δεν πήγα στο σπίτι, απλά πέρασα απ' έξω. Δεν μπορεί να υπάρχει βίντεο που φαίνομαι ότι μπήκα. Είναι αδύνατον! Είναι αδύνατον! Φώναξε μέσα στα νεύρα του.

- Το ξέρω. Γιατί δεν πηγαίνεις στο σπίτι σου; Οι δουλειές σου πάνε καλά, απ’ ό,τι γνωρίζω. Τι θέλεις με την καργιόλα και ανακατεύεσαι;

- Κάνε μας και κήρυγμα! Πετάχτηκε η Χριστίνα που έβλεπε να χάνει συνέχεια έδαφος.

- Φύγε, Δημήτρη, πριν μπλέξεις κι άλλο! Φύγε, όσο είναι καιρός.

Εκείνος έσκυψε το κεφάλι. Γύρισε και μπήκε στο αμάξι. Βγήκε μέχρι τη διασταύρωση με όπισθεν. Έστριψε και χάθηκε μέσα στη νύχτα.

Μείναμε με τη Χριστίνα να κοιτάζει ο ένας τον άλλον σιωπηλοί. Έβαλα το λοστάρι πίσω κι έκλεισα το πορτμπαγκάζ.

- Τελικά, είχε δίκιο το άλλο το μούλικο, η Στέλλα. Είσαι σκληρός αντίπαλος. Δε μάσησες ρε κωλόπαιδο!

Χαμογέλασα ειρωνικά.

- Ξέρεις, δεν ταιριάζει στο χαρακτήρα μου, να αφήσω μια κυρία να επιστρέψει μόνη της στο σπίτι. Μου επιτρέπετε, κυρία μου;… και της άνοιξα την πόρτα του αυτοκινήτου.

Εκείνη έμεινε να με κοιτάζει στα χαμένα. Δίστασε στην αρχή, ύστερα μπήκε στο αμάξι. Τραβήξαμε κατευθείαν στην γκαρσονιέρα που είχε νοικιασμένη. Σε όλη τη διαδρομή δε μιλούσαμε. Δεν αργήσαμε να φτάσουμε στο σπίτι. Πάρκαρα. Έσβησα τη μηχανή.

- Δεν θα μου πεις να περάσω;

- Κώστα, τι κάνεις;

- Βγες έξω! είπα επιτακτικά.

- Κώστα, νομίζω πως κάνεις λάθος, είπε τρομαγμένη, μην γνωρίζοντας τι θα επακολουθούσε από μένα.

Ανεβήκαμε στο διαμέρισμα. Μπήκαμε μέσα. Τη στρίμωξα στον τοίχο και άρχισα να τη φιλάω με πάθος. Στην αρχή δεν αντιδρούσε, ήταν μαζεμένη. Ύστερα αφέθηκε κι αυτή. Άρχισε να με φιλάει στο στόμα. Την έβαλα να γονατίσει και έβγαλα τον πούτσο μου που είχε ήδη σηκωθεί. Παρ' ότι ιδρωμένος άρχισε να μου παίρνει μια καταπληκτική πίπα. Την έπιασα και τη σήκωσα όρθια. Την έβαλα να ακουμπήσει στον τοίχο με τα χέρια. Της σήκωσα από πίσω τη φούστα που φορούσε και άρχισα να τη γαμάω με μανία. Η ίδια είχε εκστασιαστεί από την καύλα. Η στάση αυτή κράτησε λιγότερο από πεντάλεπτο. Ήθελα να την ξεκωλιάσω εκείνη τη στιγμή, άγρια. Έβγαλα τον πούτσο μου από το μουνί της και τον ακούμπησα στην ιδρωμένη κωλοτρυπίδα της. Τον έχωσα βίαια.

Μπήκε μόνο το κεφάλι. Άρχισα τα μέσα έξω. Σε λίγο έφτασα στο τέλος. Έχυσα δυνατά μέσα της. Βγήκα. Είχα λερωθεί λίγο.

Της έβγαλα τα ρούχα εντελώς και γδύθηκα κι εγώ. Την πήρα από το χέρι και την οδήγησα στο μπάνιο. Μπήκαμε στη μπανιέρα κι οι δυο. Κάναμε ένα ντους μαζί. Τη σαπούνισα για άλλη μια φορά. Άρχισα να τρίβω τα βυζιά της με τις παλάμες μου κάνοντας τις ρώγες της να σκληρύνουν αφάνταστα. Ύστερα έσκυψα και άρχισα να τις πιπιλάω. Είχε απογειωθεί από την καύλα. Σταμάτησα. "Βγες…" της είπα. Σκουπιστήκαμε και πήγε στο κρεβάτι. Ακολούθησα κρατώντας το λιπαντικό που είχαμε στο ράφι της τουαλέτας.

Καθίσαμε αμίλητοι για ένα τέταρτο. Την έβαλα να με καβαλήσει σε στάση 69. Έπιασα το μουνί της και το περιεργαζόμουν εξωτερικά στην αρχή. Έτρεχε καύλα. Έβαλα τη γλώσσα μου στη σχισμή και γεύτηκα τα υγρά της. Το μουνί της ένιωθα ότι έκαιγε από καύλα. Ύστερα ρούφηξα τα μουνόχειλά της. Έπιασα την κλειτορίδα της και τη ρουφούσα. Έβαλα δύο δάχτυλα μέσα της και τη γαμούσα. Δεν άργησε να χύσει. Η λεκάνη της κουνιόταν με σπασμούς. Έχυσε βογκώντας και φωνάζοντας. Πρώτη φορά έβγαζε τόσο δυνατές κραυγές. Δεν την ένοιαζε αν ακουγόμαστε στη γειτονιά μια και η μπαλκονόπορτα ήταν ανοιχτή με κατεβασμένα τα ρολά.

Την έβαλα στα τέσσερα και άρχισα να τη γαμάω δυνατά. Εκείνη βογκούσε σε κάθε σπρώξιμο.

Σε λίγο την έβαλα ανάσκελα και της σήκωσα τα πόδια στους ώμους μου. Έχωσα με τη μία τον πούτσο μου βαθιά στο μελωμένο μουνί της. Άρχισα να τη γαμάω δυνατά. Έχυσε ξανά. Όσο τη γαμούσα σε αυτήν τη στάση με έπιανε και με φιλούσε πότε-πότε στο στόμα. Κουράστηκα.

Ξαπλώσαμε δίπλα-δίπλα και άρχισα πάλι να τη γαμάω στο μουνί. Σε λίγο πήρα το λιπαντικό από το κομοδίνο και έβαλα αρκετό στον κώλο της. Αυτήν τη φορά τον έχωσα με μεγαλύτερη ευκολία. Άρχισα να τον χώνω με δύναμη. Το απολάμβανε κι η Χριστίνα. Βογκούσε από καύλα. Με το χέρι της έτριβε το μουνί της μέχρι που έχυσε ξανά. Έχυσα για άλλη μια φορά μέσα στον κώλο της χώνοντάς τον μέχρι τέρμα αυτή τη φορά.

Γυρίσαμε ανάσκελα και οι δύο. Προσπαθούσαμε να συνέλθουμε από την ένταση. Γυρίσαμε αντίκρυ ο ένας στον άλλον. Δε μιλούσα. Τη χάιδευα στο πρόσωπο και τη φιλούσα τρυφερά πότε-πότε. Σε μια στιγμή με κοίταξε όλο περιέργεια.

- Τι ήταν αυτό, Κωστή μου, μετά από όλα αυτά;

- Το πάθος που φυλακίσαμε, Χριστινάκι. Το πάθος που πιέσαμε μέσα μας, με όλα όσα έγινα τον τελευταίο καιρό. Έπρεπε να βγει σε κάτι, κάπου να ξεσπάσει αυτό, αλλιώς θα μας κατέστρεφε και τους δύο.

Σώπασε για λίγο.

- Τώρα που ηρεμήσαμε λίγο, Κώστα μου, θέλω κάποιες απαντήσεις.

- Και εγώ θέλω από σένα. Αλλά για να σου τις δώσω, πρέπει να μου υποσχεθείς πως κι εγώ θα πάρω κάποιες απαντήσεις από σένα.

- Σύμφωνοι. Πες μου σε παρακαλώ. Τι έδειχνε το βίντεο;

- Αυτά που σου είπα. Τον Δημήτρη να περνάει από την πόρτα. Τι άλλο θέλεις να μάθεις;

- Ο Δημήτρης δεν έκανε τίποτα τέτοιο. Να το ξέρεις αυτό.

- Και τότε ποιος, ο Γιάννης μήπως;

Με κοίταξε περίεργα.

- Αυτός πώς προέκυψε;

- Ξέρω κι εγώ πώς προέκυψε; Εσύ θα μου πεις τώρα. Πώς έμπλεξες το Γιάννη; Γιατί δεν ήταν τυχαίο που βρεθήκαμε με τη Στέλλα και τα άλλα παιδιά στο μπαρ εκείνο το βράδυ. Έτσι δεν είναι;

- Ναι, έτσι. Το βράδυ που ήσαστε εκεί, εγώ έμενα σε μια ξαδέρφη μου.

- Ποια ξαδέρφη σου;

- Μια που μένει πιο κάτω από τις εργατικές κατοικίες. Την Παναγιώτα.

Εκεί ήταν που έπαθα το σοκ. Η Παναγιώτα που έλεγε ήταν γειτόνισσα της Σοφίας.

- Τη Σοφία, πόσον καιρό την ήξερες;

- Καιρό, από όταν ήσαστε μαζί. Σε έβλεπα που ερχόσουν και την έπαιρνες και βγαίνατε.

- Και να φανταστώ ότι εσύ… στη Σοφία… είπα, κυριολεκτικά χάνοντας τα λόγια μου.

- Ναι, Κώστα. Εγώ με την Παναγιώτα βάλαμε στα λόγια τη Σοφία. Και μάλιστα υπέκυψε, όταν έλαβε ένα ωραίο ποσό των 15.000€ να βγάλει το δάνειο της μάνας της. Ύστερα έφυγε στην Αθήνα και σύντομα έκανε σχέση με άλλον. Εξάλλου δεν έβλεπα να τα πηγαίνετε και καλά. Το κουράσατε έξι χρόνια σχέση…

- Στη Στέλλα τι έταξες;

- Στην Στέλλα; Δουλειά, καλύτερη ζωή και κυρίως εσένα. Βοήθησα τον πατέρα της με χρήματα κάποτε να ξελασπώσει από κάτι χρέη. Την υποχρέωσα ηθικά κατά κάποιο τρόπο. Η Στέλλα ήταν από μικρή τσιμπημένη μαζί σου, από το σχολείο ακόμα. Και φυσικά όταν της έβαλα την ιδέα στο μυαλό ότι μπορεί να σε έχει, τότε δέχτηκε τα πάντα. Σε κάποια στιγμή όταν έγινε φάση μεταξύ μας, της τα είπα όλα. Ήταν έτοιμη να τα βροντήξει όλα χάμω και να φύγει. Την είχε πιάσει υστερία και πανικός. Την πίεσα πολύ ψυχολογικά. Γι’ αυτό και έκανε και την έκτρωση. Στόχος ήταν όντως να βγει από την μέση ο Μίλτος, αλλά όχι με αυτόν τον τρόπο. Ήθελα απλά να τον πετάξω έξω από την εταιρία. Και η Στέλλα ήταν ένα καλό δόλωμα να βάλω στο χέρι εσένα, το Δημήτρη, αλλά βλέπεις δε σε περίμενα τόσο τρελό, να μην λογαριάζεις τίποτα.

- Μάλιστα, είπα και έμεινα σκεπτικός.

Όσο η Χριστίνα μου μιλούσε, το μυαλό μου έτρεχε στα περασμένα. Προσπαθούσα να φτιάξω το παζλ των γεγονότων. Κι όλα έδεναν, όπως μου τα έλεγε η πουτάνα. Πρώτη φορά ένιωθα ότι αυτή η γυναίκα που ήταν ξαπλωμένη δίπλα μου δεν ήταν άνθρωπος, αλλά ο ίδιος ο διάβολος μεταμορφωμένος, ήταν πιο πουτάνα κι από εκείνες που έφερε τότε ο Μπάμπης.

- Τώρα όμως, ο θάνατος του Μίλτου σε βόλεψε.

- Ναι, αν και δεν ήθελα ποτέ να συμβεί κάτι τέτοιο.

- Σωστά! Είπα με ένα ύφος που ίσως της άφηνε αμφιβολίες, ότι πίστευα αυτά που έλεγε.

- Εσύ, Κώστα, τι άλλο είδες;

- Τίποτα. Αυτό που σου είπα. Το μαλάκα το Δημήτρη να περνάει έξω από το σπίτι. Κοίτα, είχε κάτι άλλο το καταγραφικό; Δεν σε βλέπω να ησυχάζεις.

- Όχι, απολύτως τίποτα. Απλά εγώ ήξερα για αυτή την εγγραφή και την εγγραφή που σας έδειχνε να φεύγετε με τις κοπέλες, τίποτα άλλο. Εγώ τα έσβησα. Αλλά πού να φανταστώ ότι θα μπορούσες να τα βρεις.

Μείναμε αμίλητοι για κάποια λεπτά. Η ώρα πήγε δυο το πρωί. Άπλωσα το χέρι και άρχισα να της χαϊδεύω τα βυζιά. Με το που την άγγιξα, αμέσως οι ρώγες της σηκώθηκαν. Ο πούτσος μου είχε αρχίσει πάλι να σηκώνεται. Τον έπιασε και τον μαλάκιζε με το χέρι. Έσκυψε πάνω μου και άρχισε να μου τον γλείφει. Ρουφούσε το πουτσοκέφαλο και το περιέπαιζε με τη γλώσσα. Ύστερα τον ρούφηξε ολόκληρο μέσα της. Τον σάλιωσε καλά. Εγώ αφέθηκα στην λύσσα της.

- Σήκω στα τέσσερα. Στήσου καλά.

- Τι θα μου κάνεις, τρελόπαιδο;

- Θα σε ξεσκίσω, απλά.

Έχωσα τον πούτσο μου στο μουνί της και άρχισα να τη γαμάω δυνατά. Αυτό το κράτησα μέχρι που έχυσε. Η ίδια όσο τη γαμούσα είχε βάλει το χέρι της και έτριβε την κλειτορίδα της από κάτω.

Βγήκα. Πήρα το λιπαντικό και της λάδωσα την κωλοτρυπίδα. Έβαλα κι αρκετό στον πούτσο μου. Η σούφρα της ήταν χαλαρή μια και έφαγε αρκετό πούτσο πριν από λίγη ώρα. Τον έχωσα άνετα. Άρχισα να τη γαμάω προσεκτικά στην αρχή. Ύστερα τον έχωνα ολόκληρο μέσα της. Αυτή η στάση κράτησε αρκετά. Μου άρεσε που έβλεπα το χείλος του κώλου της να πάλλεται με τις παλινδρομικές κινήσεις μας. Δεν ξέρω πόση ώρα τη γαμούσα στον κώλο, αρκετή. Μέχρι που άρχισε να μου πέφτει από την κούραση. Βγήκα και κράτησα τα κωλομέρια της ανοιχτά πιέζοντάς τα προς τα έξω. Είχε ανοίξει για τα καλά.

Ξάπλωσα. Την έβαλα να τον πάρει στο στόμα. Στην αρχή ζορίστηκε. Δεν ήθελε γιατί μύριζε κωλίλα. Της πίεσα το κεφάλι. Τον έπαιρνε με δισταγμό. Όμως ήταν αρκετό να έχω ξανά κανονική στύση.

- Έλα πάνω μου με την πλάτη σε μένα και πάρε τον μέσα στην κωλάρα σου.

Με καβάλησε ανάποδα.

- Θέλω και λίγο στο μουνί, και τον έπιασε να τον βάλει στο μουνί της.

- Όχι, της λέω, στον κώλο θα τον πάρεις, και τη χαστούκισα στα κωλομέρια δυνατά.

Υπάκουσε η πουτανίτσα σα σκυλάκι. Το γούσταρε το άγριο πότε πότε. Τον έπιασε με το χέρι της και τον έχωσε στην τρύπα της. Άρχισε να κάνει κινήσεις. Το θέαμα για μένα ήταν απολαυστικό. Μου άρεσε που έβλεπα τον πούτσο μου να χώνετε στην κωλάρα της. Η στάση αυτή συνεχίστηκε αρκετά· μέχρι που κουράστηκε.

Την σήκωσα και σηκώθηκα κι εγώ όρθιος. Την έβαλα να γονατίσει μπροστά μου. Άρχισε να παίζει τον πούτσο μου στο στόμα της. Πραγματικά έδινε τον καλύτερο εαυτό της σ’ αυτήν τη πίπα. Σε κάποια στιγμή ένιωσα ότι θα χύσω. Της κράτησα το κεφάλι και της έχωνα την πούτσα μέχρι το λαρύγγι. Έχυσα μέσα στο στόμα της. Τα κατάπιε όλα σαν καλή πουτάνα. Σηκώθηκε όρθια και μου έδωσε ένα γλωσσόφιλο που είχε τη γεύση από τα χύσια μου. Ύστερα έφυγε κατευθείαν στο μπάνιο. Όταν βγήκε είχα ντυθεί. Δεν είπε τίποτα. Ντύθηκε κι εκείνη στα γρήγορα. Κατεβήκαμε στο αμάξι. Την πήγα στο σπίτι της.

- Πότε θα το ξανακάνουμε; Με ρώτησε με ένα νάζι.

- Ποτέ πια. Αυτή ήταν η τελευταία μας συνάντηση. Γεια σου Χριστίνα, καλή τύχη!

- Γεια σου, Κώστα. Και με συγχωρείς για όλα.

Έφυγα. Πήγα στο σπίτι μου. Έβγαλα τα ρούχα μου και τα έβαλα για πλύσιμο. Έκανα ένα ντους και έπεσα για ύπνο. Το πρωί σηκώθηκα νωρίς για τη δουλειά.

Πριν το μεσημέρι, στο διάλειμμα, χτύπησε το τηλέφωνό μου. Ήταν η Στέλλα.

- Καλημέρα, Κώστα μου. Τι ώρα σχολάς;

- Στις πέντε, γιατί;

- Φεύγω στο σπίτι. Θα έρθεις από μένα;

- Ναι, θα έρθω. Συμβαίνει κάτι;

- Ναι, παραιτήθηκα. Έφυγα από τη δουλειά.

- Μάλιστα. Κοίτα, θα τα πούμε από κοντά. Να φέρω να φάμε;

- Θα φτιάξω κάτι. Μην πάρεις τίποτα.

Έκλεισα το τηλέφωνο και αμέσως με πήρε η Χριστίνα.

- Καλημέρα, Κώστα.

- Καλημέρα, πώς και με πήρες;

- Κοίτα, η Στέλλα δεν είναι στα καλά της. Παραιτήθηκε ξαφνικά από τη δουλειά σήμερα το πρωί. Ξέρεις εσύ κάτι;

- Όχι, πού να ξέρω.

- Καλώς. Δεν είχα άλλη επιλογή από το να δεχθώ.

- Καλύτερα να την αφήσεις ήσυχη Χριστίνα. Προφανώς έφτασε στα όριά της. Δε νομίζεις ότι είναι αρκετό όλο αυτό που έγινε; Το στόχο σου τον πέτυχες. Τι άλλο θέλεις; Βρες έναν άντρα που να σου αρέσει και να γουστάρει κι εκείνος και άσε τους άλλους ήσυχους. Άσε την ήσυχη σε παρακαλώ. Είναι η τελευταία παράκληση που σου κάνω. Μετά δεν θα παρακαλέσω.

- Με απειλείς δηλαδή;

- Όχι, Χριστίνα μου, δεν σε απειλώ, σε προειδοποιώ. Σταμάτα! Φτάνει ρε γαμώ το!

- Εντάξει, είπε κι έκλεισε το τηλέφωνο.

Στις πέντε μόλις σχόλασα, πήγα κατευθείαν από τη Στέλλα. Μπήκα και την είδα κλαμένη.

- Καλησπέρα, Στέλλα, τι έχεις; Τι συμβαίνει;

- Τίποτα, βρε Κώστα.

Έβαλε να φάμε. Ύστερα καθίσαμε στο σαλόνι.

- Κοίτα Στέλλα, χθες έγιναν πράγματα που πρέπει να τα ξέρεις πριν τα μάθεις όπως στα πει η Χριστίνα. Λοιπόν…

… κι της εξήγησα με κάθε λεπτομέρεια το τι έγινε το προηγούμενο βράδυ.

Η Στέλλα με άκουγε άφωνη.

- Λοιπόν αυτή είναι η αλήθεια. Εγώ έπρεπε πρώτον να σε προστατέψω από τη μαλακισμένη τη Χριστίνα και τον άλλο το βλάκα τον Δημήτρη και δεύτερον να μάθω την αλήθεια. Από την ίδια τη Χριστίνα, που διοργάνωσε όλο αυτό. Και θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη για τη συμπεριφορά μου, για το ότι δεν τα βρόντηξα κάτω από την αρχή και να σε πάρω να φύγουμε.

- Αν χρωστάει κάποιος μια συγγνώμη, είμαι εγώ Κωστή μου. Συγγνώμη για την πλεκτάνη που σου σκάρωσα.

- Δεν πειράζει, μου βγήκε σε καλό. Καλό γιατί γνώρισα εσένα. Λοιπόν η ώρα πήγε εφτά. Είσαι έτοιμη;

- Εγώ έτοιμη είμαι, πού θα πάμε όμως;

- Θα δεις. Πάρε και κανένα ρούχο παραπάνω.

Σε λίγο κατεβήκαμε στο αμάξι. Μπήκαμε μέσα. Ξεκινήσαμε. Πήρα τηλέφωνο τη μάνα μου και της είπα ότι πάμε. Στο δρόμο με ρώτησε.

- Αλήθεια, βρε Κωστή μου, πού δουλεύεις ως διανομέας;

- Ποιος διανομέας, βρε Στέλλα μου; Σε εργοστάσιο δουλεύω. Στον έλεγχο παραγωγής.

- Και γιατί μου το έκρυψες;

- Γιατί δεν ήθελα τη Χριστίνα μέσα στα πόδια μου. Ήξερα τι φίδι είναι.

Σε δύο ώρες ήμαστε στην πόλη μας.

- Λοιπόν, είσαι για ένα ποτό; Ε, και μετά πάμε από το σπίτι μου.

Με κοίταξε στα μάτια.

- Είμαι! Απάντησε με ένα πρόσωπο που έλαμπε από ευτυχία.

Πήγαμε σε ένα παλιό στέκι. Εκεί βρήκαμε και τη Λένα με το Στάθη. Καθίσαμε μέχρι αργά. Σε κάποια στιγμή η Λένα με πλησιάζει.

- Ρε, δεν γινόταν να ζήσει χωρίς εσένα. Αν και έκανε πολλές μαλακίες, κατά βάθος σε αγάπησε και σ’ αγαπάει πολύ. Τώρα της φαίνεται πιο πολύ από ποτέ.

- Το ξέρω, γι’ αυτό και τα βρήκαμε.

Φύγαμε αργά. Πήγαμε στο σπίτι μου και ανοίξαμε όσο γίνεται αθόρυβα. Αφήσαμε τα σακίδια στο δωμάτιό μου και πέσαμε για ύπνο.

Η Στέλλα κούρνιασε στην αγκαλιά μου.

- Απόψε μην μ’ αφήσεις από την αγκαλιά σου. Σ’ αγαπάω. Πολύ σ’ αγαπάω.

- Και εγώ σ’ αγαπάω μωρό μου.

Αποκοιμηθήκαμε αγκαλιά, αγκαλιασμένους μας βρήκε το ξημέρωμα. Ξυπνήσαμε με το θόρυβο της κυρίας Μαρίας. Σηκώθηκε πρώτα η Στέλλα. Πήγε στην κουζίνα. Κάθισε με τη μάνα μου και μιλούσαν. Εγώ σηκώθηκα μετά από μία ώρα. Βρήκα τη Στέλλα και την κα Μαρία να συζητάνε. Είδα τη Στέλλα να είναι κάπως βουρκωμένη. Τότε κατάλαβα ότι η Στέλλα ανοίχτηκε στη μάνα μου, και προφανώς της τα είπε όλα. Κάθισα μαζί τους. Έπιασα τρυφερά το χέρι της Στέλλας.

- Κοιτάτε να συμμαζευτείτε, είπε η μάνα μου. Αν δεν σε αγαπούσε νεαρέ μου, δε θα ήταν εδώ τώρα μαζί σου. Όλοι κάνουμε λάθη, αλλά πρέπει να τα ξεπερνάμε.

- Κατάλαβα, κα. Μαρία, από ποιον πήρε την αποφασιστικότητα ο Κωστής μας.

Το απόγευμα, μετά το φαγητό, πήραμε το αμάξι και βγήκαμε έξω από την πόλη. Πήγαμε στο ίδιο σημείο που είχαμε πάει την πρώτη φορά. Παρκάρισα το αμάξι στο ίδιο σημείο, ανάμεσα στα δέντρα. Αρχίσαμε να φιλιόμαστε. Σε λίγο η Στέλλα ήταν πάνω μου στο πίσω κάθισμα με τον πούτσο μου χωμένο στο μουνί της. Λόγω χώρου η κίνηση που τη βόλευε είναι να τρίβεται πάνω μου έχοντας τον πούτσο μου χωμένο βαθιά της. Σε λίγο φτάσαμε σχεδόν ταυτόχρονα σε οργασμό. Έχυσα μέσα της με ένταση. Μείναμε αγκαλιασμένοι. Με κοιτούσε με ένα γλυκό βλέμμα μέσα στα μάτια.

- Σ’ αγαπώ, καλέ μου! Σε λατρεύω!

Την αγκάλιασα. Αργότερα φύγαμε και βγήκαμε στην πλατεία. Όλως τυχαίως συναντήσαμε τη Σοφία με τον δικό της. Περάσαμε δίπλα-δίπλα. Την κοίταξα μια φορά με ένα ειρωνικό χαμόγελο. Εκείνη έστριψε τα μάτια της αλλού. Προχωρήσαμε. Συναντηθήκαμε με το Στάθη και τη Λένα. Βγήκαμε σε ένα μπαράκι. Περάσαμε φανταστικά, χαλαρά, κι ήταν η πρώτη φορά που ένιωθα σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Με τη Στέλλα παντρευτήκαμε το επόμενο εξάμηνο. Εγώ παραιτήθηκα από τη δουλειά μου στο εργοστάσιο και επέστρεψα στο μέρος που γεννήθηκα. Αναλάβαμε το εμπορικό του πεθερού μου, ενώ παράλληλα έπαιρνα δουλειές ως ανεξάρτητος επαγγελματίας σε υπολογιστές. Αποκτήσαμε τρία πανέμορφα παιδάκια και από τότε ζούμε ευτυχισμένοι. Έχουμε ξεπεράσει όλα όσα μας συνέβησαν κι είμαστε πια αφοσιωμένοι ο ένας στον άλλον.

Μια μέρα, που είχαμε βγει στο πάρκο της πόλης, να περπατήσουμε με τα παιδιά, είδαμε από μακριά τη Χριστίνα με έναν μεσήλικα άντρα από τα μέρη μας. Έπιναν τον καφέ τους στην καφετέρια του πάρκου. Μόλις μας είδε, ήρθε και μας χαιρέτησε εγκάρδια.

- Δεν έρχεστε να καθίσουμε, να πιούμε έναν καφέ παρέα; είπε.

- Σε ευχαριστούμε, Χριστίνα μου, αλλά δεν μπορούμε, απάντησε αμέσως η Στέλλα με μια αυτοπεποίθηση. Πρέπει να πάμε τα παιδιά λίγο στις κούνιες και μετά μας περιμένουν στο σπίτι.

- Καλώς, είπε η Χριστίνα. Χάρηκα που σας είδα.

- Παρομοίως, απαντήσαμε κι οι δυο, σχεδόν με ένα στόμα.

Φύγαμε.

- Ποιος ήταν αυτός που ήταν μαζί της; ρώτησα.

- Από δω είναι, Κωστή μου. Γνωστή φυσιογνωμία. Θα είναι το επόμενο θύμα ίσως. Ποιος ξέρει τι μηχανεύεται το πανούργο μυαλό της πάλι.

- Ναι, αυτό είναι σίγουρο…

Τη φίλησα στο μάγουλο. Προχωρήσαμε στην παιδική χαρά μέσα στο πάρκο. Αμολήσαμε τα πιτσιρίκια να παίζουν. Κάθισε δίπλα μου στο παγκάκι. Με έπιασε από το χέρι μου. Ακούμπησε πάνω μου και κοιτούσαμε τα παιδιά μας που παίζανε αμέριμνα. Ήμαστε ευτυχισμένοι.




Copyright protected OW ref: 176394