Σύνδεση || Εγγραφή
Αγαπητέ επισκέπτη. Σαν επισκέπτης δεν έχετε πλήρη πρόσβαση σε όλες τις λειτουργίες, και το περιεχόμενο του XStream. Οι ιστορίες που βλέπετε είναι αυτές που είχαν δημοσιευθεί πριν από μέρες.

Για να αποκτήσετε πλήρη πρόσβαση θα πρέπει πρώτα να εγγραφείτε στην online κοινότητα μας και έπειτα να ενεργοποιήσετε την πλήρη πρόσβαση που σας δίνει πλήρη δικαιώματα χρήσης των υπηρεσιών του XStream όπως... Το να βλέπετε όλες τις δημοσιευμένες ιστορίες, Nα σχολιάζετε, να επικοινωνείτε μέσω chat, Nα κάνετε video calls, Nα ανταλλάσετε φωτογραφίες και video, κλπ.

Το XStream δεν είναι απλά ένας χώρος που διαβάζετε ιστορίες. Είναι μια ενεργή κοινότητα ενηλίκων που για όσους τη δοκιμάζουν γίνεται τρόπος ζωής!

Αποποίηση ευθυνών: Όλα τα κείμενα της κατηγορίας, είναι έργα μυθοπλασίας!

Το περιεχόμενο και οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο XStream.gr, συμπεριλαμβανομένων και των διαφημίσεων, με οποιονδήποτε τρόπο και εάν αυτές εμφανίζονται, δε θα πρέπει σε καμιά περίπτωση να θεωρούνται ως έγκυρες πληροφορίες, συμβουλές ή ως παραίνεση για συγκεκριμένη ενέργεια.

Περαιτέρω, ο χρήστης κατανοεί και αποδέχεται ότι, επισκεπτόμενος τις σελίδες περιεχομένου και χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες του XStream.gr, είναι πιθανό να εκτεθεί σε περιεχόμενο, το οποίο, για κάποια μερίδα ανθρώπων, μπορεί θα θεωρείται ως άσεμνο, απρεπές, ενοχλητικό, προσβλητικό κλπ. Σε καμία περίπτωση δε μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο το XStream.gr για οποιαδήποτε βλάβη ή ζημία που τυχόν υποστούν οι χρήστες του, λόγω της έκθεσής τους σε περιεχόμενο τέτοιου είδους, καθώς μια τέτοια έκθεση γίνεται με τη ρητή προς τούτο εκπεφρασμένη βούλησή τους.

Οι χρήστες επισκέπτονται τις σελίδες περιεχομένου και υπηρεσιών με αποκλειστικά δική τους πρωτοβουλία και ευθύνη. Το XStream σε καμία περίπτωση δε μπορεί να θεωρηθεί ότι αποδέχεται ή ενστερνίζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο τις εκφραζόμενες στις δημοσιευόμενες ιστορίες προσωπικές ιδέες ή αντιλήψεις των χρηστών που τις αποστέλλουν ή άλλων προσώπων.

Όλα τα κείμενα της κατηγορίας είναι έργα μυθοπλασίας, ανεξάρτητα από το αν ο κάθε συγγραφέας ισχυρίζεται το αντίθετο για να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στα όσα γράφει. Ονόματα, χαρακτήρες, επιχειρήσεις, τόποι, γεγονότα και περιστατικά, είτε είναι προϊόντα της φαντασίας του συγγραφέα ή τα χρησιμοποιεί για να αποδώσει τα όσα φαντάστηκε. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα ή πραγματικά γεγονότα, είναι καθαρά συμπτωματική. ΜΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕΤΕ ΝΑ ΜΙΜΗΘΕΙΤΕ στην πραγματική ζωή όσα διαβάζετε!


Προηγούμενο μέρος: Ο εκβιασμός της μαμάς μου

Στη συνέχεια ο Κώστας αφού ανασήκωσε ξεδιάντροπα μπροστά μου τον πούτσο του μου ρίχνει ένα ειρωνικό χαμόγελο και κατευθύνεται προς την κουζίνα για να ετοιμάσει καφέ. Μετά από λίγο βγαίνει και η μαμά από το μπάνιο και πάει για το δωμάτιο να ντυθεί. Ο Κώστας από την κουζίνα μιλούσε στο τηλέφωνο με κάποιον (με τον Τάκη το γκόμενο της θείας μου όπως αποδείχτηκε) και του έλεγε όλα τα βραδινά κατορθώματα με κάθε λεπτομέρεια.

- Μιλάμε για ξεκώλωμα στην κυρία. Έτσι όπως της έγινε ο κώλος σίγουρα θα γίνει αρνί τώρα. Μας έκανε μαγκιές στην αρχή και μετά ξεσπάσαμε στο κωλαράκι της. Της κάναμε την επαρχιώτικη σούφρα της χωνί. Τότε βγαίνει η μαμά μου από το δωμάτιο. Την ακούει και κλίνει αμέσως το τηλέφωνο. Η μαμά μου κατευθύνεται προς τη κουζίνα. Την ώρα που περνάει από μπροστά μου (εγώ κάνω πάλι τον κοιμισμένο) κοντοστέκεται, με χαϊδεύει στο πρόσωπο, με σκεπάζει με το σεντόνι και μου δίνει ένα φιλί στο μάγουλο. Με φιλούσε με το στόμα που πριν λίγες ώρες πίπωνε δύο ξένους. Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα πάντα με σακάτικο περπάτημα. Μπαίνει στη κουζίνα και κλείνει τη πόρτα.

- Καλημέρα λέει η μαμά μου.

- Καλώς την φακλάνα μου… και ακούστηκε ένα παλαμάκι στον κώλο.

- Σε παρακαλώ πήγαινε να ντυθείς μπορεί να ξυπνήσει το παιδί μου.

- Μη μου πεις ότι θίχτηκε;

- Άκου Κώστα. Ότι έγινε, έγινε. Κάνατε χτες το βράδυ αυτό που θέλατε. Τελειώσαμε εδώ. Το απόγευμα φεύγω έτσι και αλλιώς οπότε τέλος.

Ο Κώστας χαμογέλασε ειρωνικά.

- Το τέλος θα το πω εγώ.

- Τι εννοείς;

- Εννοώ ότι ακόμα δεν ξεκινήσαμε. Το χτεσινό ήταν ένα στοίχημα και η εκπαίδευση σου. Η εκπαίδευση μιας σοβαρής νοικοκυράς στη πιο τελειωμένη τσούλα. Άλλωστε ξέρεις ότι θα κάνεις ότι θέλω. Αλλιώς...

- Αλλιώς τι ρε κάθαρμα; Ξεστόμισε τσαντισμένη η μάνα μου. Με εκβιάζεις;

- Το κάθαρμα που πριν λίγο του έπαιρνες πίπες και του έδινες κώλο. Είπε ειρωνικά και πολύ ψύχραιμα ο Κώστας. Ή δεν είναι έτσι;

- Το απόγευμα φεύγω… του λέει η μαμά μου αποφασιστικά. Δεν υπάρχει περίπτωση να μείνω.

- Δεν πας πουθενά. Ειδοποίησε τον κέρατά ότι θα μείνεις Αθήνα.

Μετά από λίγο και αφού την πίεσε λίγο ακόμα, την έβαλε να πάρει μπροστά του τον πατέρα μου τηλέφωνο για να του πει ότι η παραμονή μας στην Αθήνα θα παραταθεί. Καθώς η μαμά μου ψέλλισε μια αστεία δικαιολογία στον μπαμπά μου ο Κώστας της της βάζει το μεσαίο δάχτυλο του στο στόμα της. Η μαμά τραβιέται αμέσως και ο Κώστας λύνεται στα γέλια. Στη συνέχεια ο Κώστας έφυγε λέγοντας στη μαμά μου ότι θα μάθαινε για το που θα πάνε το βράδυ. Αργότερα ήρθε και η θεία μου ταλαιπωρημένη (καταγαμημένη για την ακρίβεια) και αυτή. Όλη μέρα συζητούσαν με τη μαμά μου χαμηλόφωνα. Σίγουρα όμως θα έλεγαν για τις περιπέτειες τους… και εντάξει… η θεία μου είχε συνηθίσει όπως φαινόταν αυτή τη ζωή και είχε κάποιο όφελος, για τη μαμά μου όμως ήταν κάτι καινούργιο και κάτι αφύσικο με τις αρχές της. Είχε μπλέξει από ότι φαινόταν άσχημα. Με αυτά και με αυτά ήρθε το απόγευμα όπου έφτασε στο σπίτι μια γυναίκα φέρνοντας μαζί της ένα σετ ρούχων που αποτελούταν από κολλητό μαύρο παντελόνι και ένα έκφυλο πουκαμισάκι. Πάνω στο δέμα είχε ένα σημείωμα που μπόρεσα να κλέψω τι έλεγε πριν το κρύψει με το χέρι της. "Χωρίς κιλότα".

Μάλιστα σκέφτηκα. Τι ξεφτίλισμα μάλλον τώρα ξεκινάει.

Το βράδυ έφτασε και η μαμά μου με τη θεία μου περίμεναν τηλέφωνο από τους "καλούς τους" για το που θα πάνε απόψε. Είχαν καταφέρει να τις έχουν στη τσίτα και πολύ αγχωμένες για το τι επιφύλασσε η βραδιά. Εγώ δεν είχα καμία διάθεση να ακολουθήσω αλλά όπως μου εξήγησαν δε γινόταν να μείνω σπίτι. Τελικά το τηλέφωνο έγινε. Θα συναντιόμασταν σε ένα καφέ μπαρ όχι πολύ μακριά από το σπίτι. Όταν φτάσαμε οι άντρες ήταν ήδη εκεί και είχαν αρχίσει να πίνουν. Στο μαγαζί δεν υπήρχε άλλος κόσμος και το είχε ένας φίλος του Τάκη. Μόλις φτάσαμε λέει ο Κώστας ειρωνικά:

- Καλώς τις κοριτσάρες μας.

Η μαμά δαγκώθηκε γιατί ήμουν μαζί εγώ αλλά δε μπορούσε να πει τίποτα. Και που να ήξερε η καημένη ότι αυτό ήταν μόνο η αρχή και δε θα ήταν τίποτα μπροστά σε αυτό που θα επακολουθούσε. Οι γυναίκες πήραν τη θέση τους δίπλα στους "άντρες" τους και εγώ μπορεί να έβλεπα στο παιχνίδι μου άκουγα όμως τα πάντα.

Οι άντρες διασκέδαζαν λέγοντας συνέχεια αστεία γι' αυτούς, χωρίς να παραλείπουν ορισμένες φορές να πετάνε μπηχτές για να πικάρουν τις γυναίκες. Ιδιαίτερα βέβαια τη μαμά μου που ψάρωνε εύκολα. Η βραδιά κυλούσε και κάποια στιγμή οι γυναίκες σηκώθηκαν να πάνε στο μπάνιο. Εκεί παρατήρησα ότι με το κολλάν που φορούσε η μαμά μου σε συνδυασμό με τα ψηλοτάκουνα που φορούσε την έκαναν να φαίνεται σαν πουτάνα. Έτσι την ήθελαν η γαμιάδες της. Ο μεστός μα συνάμα στητός κώλος της παλλόταν μέσα στο έκφυλο για αυτήν κολλάν. Οι γυναίκες καθυστέρησαν κάπως και αυτό έδωσε την ευκαιρία να ακολουθήσει ο εξής διάλογος.

- Το ξεκωλώσατε ρε μαλακές...

μονολόγησε ο Τάκης ο οποίος αμέσως μετά δαγκώθηκε κοιτάζοντας προς το μέρος μου. Μάλλον είχε ξεχάσει ότι ήμουν και εγώ εκεί και φοβότανε μην κάνω καμία χαλάστρα.

- Μη μασάς… του λέει ο Κώστας. Ο Γιαννάκης είναι γαμώ τα παιδιά και είναι φίλος μας. Πολύ ανοιχτό μυαλό. Να ξέρεις ότι είναι μαζί μας και όχι με τον κώλο της μαμάς του.

- Δηλαδή; Αναρωτήθηκε ο Τάκης κοιτάζοντας με έκπληκτος.

- Τι δηλαδή. Γουστάρει να τρώει πούτσα η μαμά. Χαίρετε. Καυλώνει να την παίρνει μάτι όταν την ξεσκίζουμε. Πιστεύω ότι του αρέσει πολύ και όπως την ξεφτιλίζουμε. Έτσι δεν είναι Γιάννη;

Εγώ έμεινα αμίλητος.

- Έλα μη ντρέπεσαι. Είδα πως καρφώθηκες στον κώλο της έτσι που τη ντύσαμε απόψε.

- Δεν ξέρω βέβαια αν σου αρέσει και όταν τη δέρνουμε αλλά αυτό αρέσει σε εμένα…

πετάχτηκε ο Τζίμης που τόση ώρα ήταν αμίλητος. Άλλωστε είδες ότι δε λειτουργεί αν δε φάει τις φάπες της. Σαν τα ζώα... είπε και ξέσπασαν όλοι σε γέλια.

- Μπράβο μικρέ... είπε ο Τάκης. Αν είσαι μαζί μας σου υπόσχομαι ότι δε θα δείξουμε κανένα έλεος στη μαμά σου. Απλά θα κάνεις ότι σου λέμε και εμείς θα σε αφήνουμε να βλέπεις που θα ξεφτιλίζουμε το μουνί που σε γέννησε.

Εγώ είχα πέσει από τα σύννεφα με αυτά που άκουγα. Με θεωρούσαν συνεργό τους στο να καψωνάρουν τη μαμά μου. Δυστυχώς είχαμε περιέλθει σε πολύ δεινή θέση και δεν υπήρχε επιστροφή. Τις σκέψεις μου διέκοψε ο Τάκης λέγοντας.

- Αλήθεια ρε Τζίμη. Εσένα γιατί δε σου ρίχνουν ούτε βλέμμα οι πουτάνες.

- Γιατί ρε φίλε θυμούνται τι έχει περάσει ο κώλος τους. Με έχουν πάρει από φόβο.

- Τους προκαλεί πόνο... πετάχτηκε ο Κώστας. Της τον έκανε χτες τούνελ. Αλλά έπρεπε να το ζούσες αυτό το σκίσιμο. Ήταν σκίσιμο για σεμινάριο.

- Να ξέρετε κάτι λέει π Τζίμης. Ότι τις ξεφτιλίζει και τις πονάει το εκτιμάνε. Τους σπάει τον τσαμπουκά. Και εγώ της έσπασα το τσαμπουκά χτες.

Αφού γύρισαν οι γυναίκες σε λίγο φύγαμε και πήγαμε σε ένα μπαρ πολύ σκοτεινό. Χαμαιτυπείο σκέτο. Όλη η παρέα κάθισε σε καναπέδες ενώ εμένα μου είπε ο Κώστας να κάτσω στο μπαρ έτσι ώστε με να βλέπω τη μαμά μου και τη θεία μου σε διάφορες πόζες. Δίπλα μου στο μπαρ καθόταν δύο τύποι που όπως κατάλαβα δε μιλούσαν ελληνικά. Ήταν δύο αποκρουστικές φάτσες από αυτές που λες ότι έχουν σκοτώσει τη μάνα τους. Ήταν τελικά Αλβανοί οι οποίοι κοιτούσαν τριγύρω στην αρχή να δουν τη συμβαίνει. Μετά από ώρα και ενώ ο Κώστας είχε ποτίσει τη μαμά μου με 2-3 ποτά άρχισε να προσπαθεί να τη χαμουρέψει. Η μαμά μου αντιστεκόταν μέχρι ένα σημείο. Κάποια στιγμή όπως σηκώνω το κεφάλι μου βλέπω τη μαμά μου να έχει καβαλήσει τον Κώστα παρά τη θέληση της και να προσπαθεί να γυρίσει το κεφάλι της να δει αν βλέπω εγώ. Ο Κώστας κρατούσε με δύναμη το κεφάλι της και της είπε:

- Δε βλέπει.

(Η μάνα μου είχε πλάτη προς εμένα και ο Κώστας φάτσα) Τότε της χουφτώνει την κωλάρα και της δίνει κάνα δυο σιγανά παλαμάκια στο κώλο ενώ ταυτόχρονα της δίνει ένα γλωσσόφιλο. Αργότερα ενώ τη χαμούρευε και η μάνα μου του έγλειψε το στήθος ο Κώστας με κοίταξε μου έκλεισε το μάτι δείχνοντας μου τον κώλο της μαμάς μου που ταυτόχρονα χούφτωνε. Αφού κατάλαβε ότι είδα μου χαμογέλασε αισχρά. Ότι όμως έβλεπα εγώ έβλεπαν και οι Αλβανοί δίπλα μου οι οποίο άρχισαν να λένε κάτι στη γλώσσα τούς και συνέχιζαν να κοιτούν προς τον καναπέ, ενώ έριχναν και καμία ματιά σε εμένα. Τη θεία μου την είχε αναλάβει ο Τάκης και της έκανε διάφορα.

Οι Αλβανοί κοιτούσαν με ενδιαφέρον τι γίνεται στους καναπέδες, κάπνιζαν και σχολίαζαν στη γλώσσα τους, ενώ κάποιες φορές κοίταζαν και εμένα προσπαθώντας να καταλάβουν τι ρόλο έπαιζα. Κάποια στιγμή (από τα λίγα αλβανικά που ήξερα από κάποιους φίλους μου στο σχολείο) κατάλαβα ότι είπε ο ένας στον άλλο.

- Πουτάνες είναι.

Όταν το άκουσα καύλωσα πολύ. Τις είχαν κάνει ρεζίλι και στους Αλβανούς. Κάποια στιγμή η μαμά μου απελευθερώνεται από το στενό μαρκάρισμα και το ανελέητο μπαλαμούτιασμα (μιλάμε κόντεψε να την πηδήξει στο καναπέ) και έρχεται κοντά μου. Ήταν γεμάτη ένοχες. Με αγκαλιάζει και μου λέει αν είμαι καλά. Αφού της λέω ναι και ότι δεν έχω κανένα πρόβλημα μου λέει ότι σε λίγο θα φύγουμε και συνεχίζει για την τουαλέτα. Την ώρα που περνούσε δίπλα από τους Αλβανούς ο ένας από αυτούς έκανε με τα χέρια του τη κίνηση της πίπας και έγλυψε πρόστυχα τα χείλη του. Τότε η μάνα μου τον αγριοκοιτάζει και ψιθυρίζει δειλά-δειλά.

- Μαλάκα... και συνέχισε για τη τουαλέτα.

Οι Αλβανοί το άκουσαν και αμέσως τους κόπηκε το χαμόγελο. Κάτι είπαν μεταξύ τους ενώ ο ένας (ο πιο σκληρός της παρέας) ρίχνει μια μπουνιά πάνω στο μπαρ. Όταν η μάνα μου επέστρεψε πέρασε γοργά δίπλα από τους Αλβανούς χωρίς να τους ρίξει βλέμμα και κατευθύνθηκε προς τους καναπέδες. Οι Αλβανοί τη καρφώνουν με τα μάτια τους και ο σκληρός μονολογεί.

- Θα σε κανονίσω εγώ (στα ελληνικά προφανώς για να το ακούσω).

Σε λίγο ο ένας Αλβανός κάτι λέει στον μπάρμαν. Εκείνος αφού κοιτάει προς τους καναπέδες κάτι του απαντάει. Αφού μιλάνε για λίγο ο μπάρμαν πάει και κάτι λέει στο αυτί του Τάκη. Ο Τάκης κοιτάει προς το μέρος του Αλβανού σηκώνεται και τον πλησιάζει. Αφού χαιρετιούνται αρχίζουν και συζητάνε στα ελληνικά. Δεν καταλάβαινα ακριβώς τι έλεγαν όμως κατάλαβα ότι ο Αλβανός είχε το πάνω χέρι και ο Τάκης απολογούνταν. Η συζήτηση κράτησε για κάνα πεντάλεπτο. Στη συνέχεια ο Τάκης φώναξε κοντά του τον Κώστα και τον Τζίμη και κουβεντιάζουν σε έντονο ύφος κοιτάζοντας μια τον Αλβανό μια τη μαμά μου. Τότε ξεκίνησε ένα αλισβερίσι ο Τάκης πηγαινοερχόταν στον Αλβανό και στους άλλους και κάποια στιγμή είδα να δίνει τα χέρια με τον Αλβανό και να επιστρέφει στον καναπέ. Τότε ο Αλβανός με κοιτάει άγρια και κάτι μονολογεί στα αλβανικά.

Όπως έμαθα μετά ο Αλβανός (ήταν της αλβανικής μαφίας και είχε κάνει και φυλακή) είχε πάρει πολύ προσωπικά το μαλακά που του είχε πει η μαμά μου και απαίτησε από τον Τάκη να μάθει ποια είναι αυτή η "πουτάνα" (για τέτοια την είχαν). Όταν ο Τάκης του είπε ότι είναι μια παντρεμένη μαμά που την έχει στο χέρι, ο Αλβανός λύσσαξε πιο πολύ και απαίτησε να την αγοράσει για ένα βράδυ όσο - όσο. Ο Τάκης (ο οποίος δεν ήθελε μπλεξίματα με τον Αλβανό σε συνεννόηση με το Κώστα και τον Τζίμη συμφώνησε. Η τιμή κλείστηκε στα 400 ευρώ με τον όρο όμως να την παίρνω μάτι εγώ. Ο Αλβανός ενθουσιάστηκε και λέει στον Κώστα ότι δε θα δείξει κανένα έλεος. Το ραντεβού κλείστηκε για την επόμενη μέρα.

Στη συνέχεια οι Αλβανοί έφυγαν κοιτάζοντας εμένα ειρωνικά και προς το μέρος της μάνας μου με πολύ μίσος. Ωστόσο στην άκρη του μπαρ είχε έρθει ο ιδιοκτήτης της καφετέριας που είμαστε πριν. Τον έλεγαν Μάνο και ήταν ένας 60αρης αδύνατος με καράφλα και πολύ γλοιώδης. Είχε μονίμως ένα απαίσιο χαμόγελο. Καθόταν σχετικά κοντά μου ώστε μπορούσα να ακούσω τι έλεγαν με τον μπάρμαν (ο οποίος ήταν και αυτός 55αρης). Κάποια στιγμή περνάει η θεία μου να πάει στη τουαλέτα. Τότε λέει ο μπάρμαν:

- Καλή κοπέλα η Σοφία... για να ακολουθήσει ο έξης διάλογος.

- Καλή είναι η κακομοίρα μόνο που της έχουν κάνει τον κώλο σα φυσαρμόνικα.

- Έλα ρε;... Δηλαδή; Λέει ο μπάρμαν.

- Τι δηλαδή... δεν τα ξέρεις; Δε στα έχει πει ο Τάκης;

- Για λέγε…

- Πριν κάνα χρόνο πέθανε ο άντρας της.

- Ε αυτό το ξέρω.

- Άκου... Ο Τάκης την είχε βάλει στο μάτι από χρόνια όμως το έπαιζε "κυρία, σύζυγός και καλή μαμά". Όταν πέθανε ο άντρας της έμεινε στο δρόμο με τα δύο κουτσούβελα. Εκεί λοιπόν επωφελήθηκε ο Τάκης και αναγκάστηκε να υποκύψει. Την έχει τώρα δυο μήνες και τη πηδάει κάθε μέρα μόνο από τον κώλο. Τη μαζεύει το βράδυ, την ξεφτιλίζει στο πούτσο και το πρωί τη στέλνει πακέτο στα παιδάκια της.

- Έλα ρε…

- Έν' τω μεταξύ η μαλάκω νομίζει ότι τη γουστάρει ο Τάκης και το παίζει ερωτευμένη. Κάτσε να τον φωνάξω να στα πει. Άλλωστε γουστάρει να την κάνει ρόμπα στους άλλους.

Τα άκουγα αυτά και είχα εκπλαγεί αλλά και καυλώσει ταυτόχρονα. Τότε με ένα νεύμα φωνάζουν τον Τάκη και έρχεται στο μέρος τους.

- Τάκη ο Μιχάλης ρωτάει για τη Σοφία. Θέλει να μάθει λεπτομέρειες για το πώς της έχεις κάνει το κωλαράκι.

- Κατάλαβα... Μετά χαράς. Λοιπόν κοίτα.

Τότε ο Τάκης βγάζει το κινητό και δείχνει κάτι φώτο.

- Κοιτάξτε πως της το έχω κάνει. Στις φώτο ήταν ο ανοιγμένος κώλος της θείας μου. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τον κώλο της θείας μου και μάλιστα σε αυτή τη κατάσταση.

- Έβγαλα το άχτι μου για τα τόσα χρόνια που το έπαιζε κυρία. Και τώρα κυρία της λέω είσαι αλλά με κώλο πιο ανοιχτό και από πουτάνας. Η πλάκα είναι ότι από το πολύ στεγνό γαμήσι τώρα τελευταία της τον έχω γδάρει και όταν τις τον βάζω σφαδάζει σα γουρούνα.

- Ρε Τάκη θέλω να το ζήσω αυτό. Ξέρεις εμένα μου αρέσει να παίρνω μάτι λέει ο Μάνος.

- Ναι ρε μέσα. Ελάτε απόψε. Θα σας βάλω μέσα κρυφά. Δε θα καταλάβει τίποτα το ζώο. Θα φάει γαμήσι με θεατές μέσα στο ίδιο της το σπίτι.

- Ωραία ρε φίλε λέει ο Μάνος.

- Πω, πω ρε φίλε με έφτιαξες λέει ο Τάκης. Με εξιτάρουν απίστευτα αυτά τα σκηνικά. Να την ξεφτιλίζω με θεατές. Θα υποφέρει το κωλαράκι της σήμερα.

- Η άλλη τι λέει; Ρωτάει ο Μπάρμαν.

- Και της άλλη είναι αδερφή της. Επαρχιώτισσα και άβγαλτη. Είναι μαμά εδώ του Γιαννάκη. Την έχει αναλάβει ο Κώστας με το Τζίμη. Χτες το βράδυ τη ξεκωλώσανε και εδώ ο Γιαννάκης την έπαιρνε μάτι…

και με χτυπάει χαϊδευτικά στον ώμο ενώ οι άλλοι γελάνε έκπληκτοι και κοροϊδευτικά.

- Είναι πιο αφράτο το άλλο. Λέει ο Μάνος για τη μάνα μου. Αλλά αφού την έχει αναλάβει ο Τζίμης καταλαβαίνω.

- Ναι ρε. Χτες της κάνανε τη ροδέλα της καινούρια. Και έχει συνέχεια απόψε.

- Τη φουκαριάρα θα τα είδε όλα είπε και καλά συναινετικά ο μπάρμαν.

Αφού γινόντουσαν αυτοί οι διάλογοι, στον καναπέ ο Κώστας (αφού είχε ποτίσει με 4-5 ποτά τη μάνα μου) της είχε πιάσει το βυζί και της το χούφτωνε μέσα από το πουκάμισο. Σίγουρα οι αντιστάσεις της λόγο ποτού είχαν καμφθεί μιας και δεν ασχολούνταν που ήμουν εγώ και τι έβλεπα. Ωστόσο ο Μάνος με το μπάρμαν προσπαθούσαν να μου πιάσουν κουβέντα περί ανέμων και υδάτων πάντα όμως με το ύφος το ψεύτικο. Στη συνέχεια έρχεται πίσω από τη πλάτη μου ο Κώστας και μου λέει διακριτικά:

- Πες της μαμάς ότι νυστάζεις πολύ.

Μου το είπε και κατευθύνθηκε προς τους άλλους οι οποίοι τώρα είχαν γίνει μια παρέα στην άκρη του μπαρ (όλοι οι άντρες) πίνανε και γελούσαν δυνατά. Κατάλαβα ότι το κόλπο μπαίνει σε εφαρμογή. Μη έχοντας άλλη επιλογή πάω στη μαμά μου και της λέω ότι νυστάζω πολύ. Τότε σηκώνεται η θεία μου και λέει στον Τάκη ότι πρέπει να φύγουμε γιατί το παιδί νύσταξε. Ο Τάκης αφού της λέει κάτι της δίνει δυο παλαμάκια στο κώλο και γυρνάει στο τραπέζι.

- Σε δέκα λεπτά φεύγουμε. Ρούλα πάμε μια τουαλέτα.

Ήμουν σίγουρος ότι ο Τάκης είπε στη θεία μου το σχέδιο και αυτή τώρα θα το έλεγε στη μαμά μου. Όταν οι γυναίκες πήγαν τουαλέτα ο Κώστας ήρθε προς το μέρος μου.

- Λοιπόν άκου μικρέ... μου λέει ο Κώστας με έντονο ύφος. Μόλις φτάσουμε σπίτι θα ανέβεις με τη μαμά και με τη θεία και θα ξαπλώσεις αμέσως. Επίσης αμέσως θα κάνεις ότι κοιμάσαι. Τα άλλα άστα σε εμάς. Απόψε θα έχεις τη τιμή να θαυμάζεις εκτός απ' τη μαμά και τη θεία σου. Δε θα είσαι μόνος σου όμως. Έχουν κι άλλοι βλέπεις το βίτσιο να κοιτάνε.

Δε χρειάστηκε πολύ να καταλάβω. Το μόνο που μου ήρθε στιγμιαία στο μυαλό ήταν η φώτο με τον ξεσκισμένο κώλο της θείας μου και με έπιανε τρόμος ότι έτσι θα κατέληγε και ο κώλος της μαμάς μου.

Σε λίγο φύγαμε. Εγώ με τη μαμά τη θεία το Κώστα και το Τάκη μπήκαμε στο αυτοκίνητο του Τάκη. Καθ' όλη τη διαδρομή η μαμά μου με κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά. Σαν να ήθελε να τη σώσω και εγώ αδιαφορούσα. Όταν φτάσαμε εγώ ανέβηκαν με τη μαμά και τη θεία στο σπίτι αφού πρώτα καληνύχτισαν και (καλά) τους άντρες. Ένιωθα απαίσια με αυτή τη πλεκτάνη που είχαν στήσει στη μαμά μου στην οποία ήμουν και εγώ κατά κάποιο τρόπο συνεργός. Ήμουν όμως τόσο εγκλωβισμένος που δε μπορούσα να κάνω κάτι για να τη βοηθήσω. Αφού ανεβήκαμε σπίτι εγώ πήγα για άλλη μια φορά κατευθείαν για ύπνο στο καναπέ.

Η θεία μου έκοβε βόλτες για να τσεκάρει αν έχω και καλά κοιμηθεί, ενώ κάτι σιγοψιθύριζαν με τη μάνα μου. Σε κάποια στιγμή κλείνω τα μάτια μου και η θεία μου στέλνει ένα μην με το κινητό της. Σε τρία λεπτά ανοίγει τη πόρτα της κουζίνα και μπαίνουν μέσα ο Τάκης με τον Κώστα. Η θεία μου τους λέει να κάνουν ησυχία μη ξυπνήσω ενώ η μάνα μου είναι στο μπάνιο. Τότε ο Τάκης αφού κάνει ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι λέει της θείας μου να μπει στο δωμάτιο των ξαδέρφων μου και να τον περιμένει. Η θεία μου προχωράει για το δωμάτιο με σκυμμένο το κεφάλι και την ακολουθεί ο Τάκης. Τότε ο Κώστας έρχεται και μου λέει:

- Μη κάνεις καμιά μαλάκια μέχρι να περάσω τη μαμά σου στο δωμάτιο.

Στη συνέχεια ανοίγει την πόρτα της κουζίνας και μπαίνουν μέσα οι τύποι από το μπαρ και ο Τζίμης. Ο Κώστας τους λέει να περάσουν στο μπαλκόνι γρήγορα-γρήγορα. (Από εκεί που ήμουν μπορούσα να ακούσω καθαρά τι έλεγαν οι άντρες στο μπαλκόνι ενώ είχα και οπτική επαφή με το διάδρομο έξω από το μπάνιο και τα δωμάτια).

- Δεν την ξύρισε τη μουνάρα της ακόμα;… λέει ο Τζίμης.

- Θα την ξυρίζει κόντρα φαίνεται λέει ο Μάνος και ξέσπασαν όλοι σε γέλια.

- Πάντως ρε Κώστα κόντεψες να τη πηδήξεις στο μπαρ. Παραλίγο να βγάλεις τις βυζάρες της σε κοινή θέα.

Τότε ξαφνικά ανοίγει η πόρτα του μπάνιου και βγαίνει η μαμά μου κρατώντας μια τσάντα. Φορούσε ένα σετ κόκκινα εσώρουχα που τόνιζαν πλαδαρό κωλαράκι της και τις βυζάρες της. Μου ρίχνει μια ματιά και έρχεται προς το μέρος μου. Όταν σκύβει από πάνω μου να δει αν κοιμάμαι και να με σκεπάσει μπαίνει ο Κώστας και χουφτώνει τον κώλο της. Η μαμά μου πανικόβλητη του κάνει νόημα για ησυχία και του λέει:

- Θα ξυπνήσει!

- Στο χέρι σου είναι. Εγώ μπορώ να σε γαμήσω και εδώ. Δώσε ένα φιλάκι στο γιόκα σου γιατί σε λίγο θα φιλάς την πούτσα μου.

Τότε μπαίνει και ο Τζίμης και η μάνα μου κάτι πάει να ψελλίσει.

- Προχώρα...

της λέει έντονα ο Κώστας ενώ την τραβάει από πάνω μου και τη σπρώχνει προς το διάδρομο. Ή μάνα μου μπαίνει απρόθυμα στο δωμάτιο ενώ ακολουθεί ο Κώστας και πιο πίσω ο Τζίμης. Ο τελευταίος πριν μπει γυρνάει και μου ρίχνει μια ειρωνική ματιά. Περιμένω λίγο στο κρεβάτι μου και τότε μπαίνουν μέσα οι δυο τύποι από το μπαρ.

- Τι έγινε Γιαννάκη; Στην πήραν τη μαμά;…

με ρώτησε ειρωνικά ο Μάνος ενώ χάιδευε το πούτσο του. Ξαφνικά βγαίνει από το δωμάτιο ο Κώστας έξαλλος.

- Η τσούλα δεν το ξύρισε... θα το ξαναξυρίσει. Βγείτε έξω μη σας δει όπως θα τη περνάμε για το μπάνιο. Εσύ Γιαννάκη μείνε μέχρι να την περάσουμε και μετά βγαίνεις κι εσύ στο μπαλκόνι. Έκανα όπως μου είπε. Σε ένα λεπτό περίπου βλέπω τη μάνα μου να μπαίνει στο μπάνιο και ο Τζίμης να την κλειδώνει μέσα.

- Δε θα βγεις από εκεί αν δε το κάνεις αυγό... της λέει.

Ο Τζίμης ανασηκώνει τη πούτσα του και έρχεται προς το μέρος μου...

- Θα τη λιανίσω μου λέει... έλα πάμε έξω.

Σηκώνομαι και βγαίνω στο μπαλκόνι όπου βρισκόντουσαν όλοι οι άλλοι έξω από το δωμάτιο της θείας μου. Κατάλαβα γρήγορα ότι αυτό ήταν ένα κόλπο για να μπορέσουν οι "φιλοξενούμενοι" να δούνε και τις δύο γυναίκες να γαμιούνται. Φυσικά τα σχόλια έδιναν και έπαιρναν με πολλά γέλια.

- Αν δε κάνει πατινάζ ο πούτσος μου στη μούνα της δε βγαίνει από το μπάνιο. Είπε ο Κώστας.

- Στο μπουντρούμι να το ξυρίζει κόντρα.

- Αύριο έχει σειρά η κωλότρυπα.

Και άλλα τέτοια με της συνοδεία πολλών γέλιων. Τότε ο Κώστας με το Τζίμη μπήκαν μέσα όπως είπαν να ετοιμαστούν και μείναμε οι υπόλοιποι για να θαυμάσουμε τη θεία μου. Η θεία μου όπως έχω πει ήταν λίγο πιο αδύνατη από τη μαμά μου. Είχε και αυτή κοντό μαλλί πάντα στη τρίχα. Είχε καυλόφατσα 2αρια βυζιά ενώ ο κώλος της αν και πιο μικρός από της μαμάς κόλαζε και άγιο. Μιλάμε για κωλάρα. Επίσης να πω ότι τα ξαδέρφια μου ήταν κατασκήνωση για όλο το καλοκαίρι.

Προς στιγμήν λοιπόν η θεία μου έπαιρνε μια μεγαλειώδη πίπα στον Τάκη ο οποίος μας αντιλήφθηκε αμέσως ότι είμαστε έξω από το παντζούρι. Τότε της πιάνει με το ένα χέρι το κεφάλι από το πίσω μέρος και της καρφώνει όλον το πούτσο του (περίπου 22 εκατοστά) στο στόμα και με το άλλο μας έκανε νοήματα δείχνοντας τη και γελώντας ειρωνικά. Η θεία μου τινάζει το πρόσωπο της όλο αγωνία και προσπαθεί να τραβηχτεί αλλά μάταια. Κάποια στιγμή την αφήνει να τον βγάλει έξω και της λέει:

- Μπράβο πίπα μου...

Η θεία μου ξεροβήχει και όταν βρίσκει τις ανάσες της τον κοιτάει στα μάτια όλο αγωνία.

- Ποιον τσιμπουκώνεις;

- Εσένα

- Για Ποιον;

- Σε παρακαλώ...

- Λέγε… της λέει τραβώντας απότομα τα μαλλιά της.

'- Για τα παιδιά μου…

ψέλλισε και της τον ξανάβαλε με δύναμη στο στόμα ικανοποιημένος για αυτό που άκουσε. Εγώ έμεινα άγαλμα. Δε πίστευα στα αυτιά μου. Τα ξαδέλφια μου δεν είχαν θέση σε αυτά τα πράγματά.

- Πω, πω... ξεφτίλα… λέει ο Μιχάλης.

- Τσιμπούκωνε πουτάνα μάνα... είπε ο Μάνος.

Τότε της λέει ο Τάκης.

- Τσιμπούκωνε τον πούτσο που θα ξεκωλιάσει την κορούλα σου.

Η θεία μου σάστισε όπως και εγώ φυσικά ενώ οι υπόλοιποι μερακλήδες έμειναν με το στόμα ανοιχτό. Η ξαδέρφη μου ήταν μόλις 18 ετών και ο Τάκης την είχε βάλει στο μάτι. Τότε η θεία μου κάτι ψέλλισε ικετευτικά χωρίς να βγάλει τη πούτσα από το στόμα της. Κάτι που έκανε τραβώντας τα μαλλιά της ο Τάκης.

- Πες το της λέει να σε ακούσω.....

Η θεία μου δε μιλούσε. Μόνο τον κοιτούσε ικετευτικά.

- Πεσ' το... δε μιλάς ε; Τώρα θα δεις... της λέει και βγάζει ένα φακελάκι με άσπρη σκόνη.

- Κόκα… μονολόγησε ο Μάνος.

- Πες το για να το πάρεις είπε ο Τάκης...

Τότε η θεία μου λέει...

- Τσιμπουκώνω τον πούτσο που θα ξεκωλιάσει ο τη κόρη μου...

και κάνει μια κίνηση να πιάσει το άσπρο φακελάκι σαν αφηνιασμένη. Ο Τάκης της το τραβάει και της λέει:

- Όχι έτσι... όπως θέλω εγώ… και απλώνει την άσπρη σκόνη πάνω στον πούτσο του.

- Άντε... δωσ' του της λέει και η θεία ξεκινάει να τσιμπουκώνει με μανία.

- Τρώει τη κόκα με τα μούτρα η τσούλα. Έπεσε με τη μουτσούνα της στον πούτσο... είπε ο Μάνος.

Ο Τάκης σηκώνοντας τα δύο χέρια του μας έκανε νοήματα ότι γίνεται χαμός.

- Είδες όλες θέλουν το φάρμακο τους είπε ο Μιχάλης στ' αυτί μου.

- Τι θα κάνω της κόρης σου;…

ρώτησε δυνατά ο Τάκης τραβώντας την από τα μαλλιά για να ελευθερωθεί το στόμα της και να απαντήσει.

- Θα την ξεκωλώσεις είπε στριγκλίζοντας η θεία μου πριν της ξανακαρφώσει τον πούτσο στο στόμα χαμογελώντας χαιρέκακα.

- Τι γίνετε ρε φίλε;... μονολόγησε ο Μάνος.

Εγώ τα είχα χαμένα άλλα όλο το σκηνικό με καύλωνε απίστευτα. Για μια στιγμή έφερα στο μυαλό μου τη μαμά μου που βρισκόταν ακόμα κλειδωμένη στο μπάνιο και σκέφτηκα πόσο να υποφέρει η άμοιρη. Τις σκέψεις μου τις διέκοψε ο Τάκης.

- Άντε γλείφ' τον…

της είπε ενώ σήκωσε πολύ τα πόδια του φέρνοντας το κεφάλι της θεία μου στο ύψος του κώλου του. Η θεία μου ξεκίνησε να γλείφει χωρίς να πει κουβέντα. Μάλλον το είχε κάνει πολλές φορές άρα δεν υπήρχε λόγος να αντιδράσει.

- Έτσι... εσύ θα μου τον γλείφεις και εγώ θα ξεσκίζω των δικό σου. Δίκαια πράγματα...

λέει και κοιτάζει εμάς με ένα ειρωνικό χαμόγελο. Όσο η θεία μου έγλειφε ο Τάκης για να τη πικάρει της θυμίζει ένα περιστατικό που έγινε πριν λίγες μέρες. Βέβαια ποιο πολύ το είπε για να το ακούσουμε εμείς.

- Τι σου είπανε προχτές τα παιδάκια σου στο τηλέφωνο όταν τους πήρες την ώρα που είχες τη πούτσα μου στο κώλο σου; Σου είπαν ότι σε αγαπάνε πολύ;

Η θεία μου χαμογέλασε και τον κοίταξε με ένα βλέμμα ντροπής. Πραγματικά δεν την αναγνώριζα. Τη κορόιδευε και την ξεφτίλιζε μες τα μούτρα, ρεζίλευε τα παιδιά της και αυτή χαμογελούσε σαν να συναινούσε σε όλο αυτό. Τότε της λέει:

- Έλα ήρθε η ώρα... στήσ' τον.

Η θεία μου κάτι του είπε και ο Τάκης απάντησε...

- Αγάπη μου το μουνί σου το έχω για εμπόριο στο μέλλον... τα έχουμε πει αυτά.

Τότε τη στήνει στα τέσσερα κάθετα στο παράθυρο. Η θεία μου από τη κόκα που είχε ρουφήξει ήταν όλο και πιο πολύ στο κόσμο της (βέβαια τα καταλάβαινε όλα). Αυτό έδωσε την ευκαιρία στο Τάκη να λέει πράγματα και καλά ότι μονολογεί αλλά στην ουσία τα έλεγε για να τα ακούσουμε εμείς. Με το ένα χέρι της τραβάει τα μαλλιά και γυρνάει το κεφάλι της προς εμάς.

- Σάλιωσε το λίγο λέει η θεία μου.

- Γιατί; Το έχεις ανάγκη; Όταν με έγραφες στο μουνί σου τόσα χρόνια ήθελε σάλιο;

Τότε με το άλλο χέρι πιάνει τη πούτσα του, την ευθυγραμμίζει στο κώλο της και τη καρφώνει με πολύ δύναμη. Στο πρόσωπο του αποτυπώθηκε όλη η οργή του και όλο το μίσος του.

- Αχ πλάνταξε η θεία μου.

- Απίστευτο κάρφωμα λέει ο Μάνος... στεγνό και με δύναμη.

- Σκάσε λέει ο Τάκης και συνεχίζει να σοδομίζει τη θεία μου πολύ σκληρά.

Η θεία μου είχε τρελαθεί και προσπαθούσε να κρύψει τις κραυγές της. Οι ψωλιές του Τάκη ήταν απότομες και αιχμηρές. Τηn πέθαινε πραγματικά. Ταυτόχρονα έριχνε ματιές προς εμάς χαμογελώντας και τη κοιτούσε γελώντας ενώ αυτή υπέφερε. Κάποια στιγμή η θεία μου μη μπορώντας να αντέξει άλλο έβγαλε μια δυνατή κραυγή.

- Σε έτσουξε; Τη ρωτά ο Τάκης κρατώντας τώρα το κεφάλι της κάτω.

Κάποια στιγμή τραβάει τον πούτσο του από το κώλο της και τον ανοίγει παρουσιάζοντας τα κατορθώματα του σε εμάς.

- Τούνελ της τον έκανε... μονολογεί ο Μάνος.

Την ίδια στιγμή και ενώ η θεία μου προσπαθούσε χαλαρώσει μπρούμυτα στο κρεβάτι, της τον ξαναχώνει απότομα. Αυτή τη φορά μπήκε με πολύ ευκολία η θεία μου όμως πλάνταξε πάλι.

- Έπρεπε να ήταν εδώ ο αντρούλης σου να δει πως σου έχουν κάνει το κώλο. Και που ξέρεις μπορεί και να σε έσωζε.

Της είπε κοροϊδευτικά το κάθαρμα. Αφού της έριξε 5-6 αιχμηρές ψωλιές ακόμα τη γυρνάει ανάσκελα, την καβαλάει και τη χύνει στα μούτρα.

- Πάρ' τα ψώλα μου...

της λέει αλείφοντας με το χέρι του τα χύσια σε όλο της το πρόσωπο. Τότε ο Τάκης σηκώνεται από το κρεβάτι και πιάνει ένα μπουκάλι μπύρα.

- Έλα δροσίσου...

της λέει ενώ η θεία μου κοιτάει ακόμα το ταβάνι με απλανές βλέμμα. Μόλις η θεία μου αρχίζει να πίνει δυο γουλιές ο Τάκης χαμογελάει ειρωνικά...

- Και τώρα όνειρα γλυκά αγάπη μου της λέει...

Όπως έμαθα μετά με το συνδυασμό μπύρας και κόκας η θεία μου θα βυθιζόταν χωρίς να καταλαβαίνει τίποτα. Χώρια το εξουθενωτικό ξεκώλιασμα που είχε φάει. Αφού ο Τάκης την τράβηξε και δυο φωτογραφίες με χυμένη τη μούρη βγήκε από το δωμάτιο. Όλη η "παρέα"συναντηθήκαμε στο μπαλκόνι εκτός του Κώστα. Αφού ο Τάκης πήρε τα εύσημα από τους καλεσμένους για το "σεμιναριακό ξεκώλιασμα" όπως είπαν που έκανε στη θεία μου ρώτησε το Τζίμη που είναι ο Κώστας.

- Είναι με τη Ρουλίτσα στο μπάνιο... Την πάει με γλυκές απόψε. Την έχει ποτίσει καλά και θέλει να καυλώσει πολύ. Να ηρεμήσει η τσούλα και να μη φανταστεί τι την περιμένει.

Μέχρι εκείνη την ώρα είχα χύσει είδη μια φορά με τη θεία μου όμως είχα καυλώσει πάλι με τη φάση. Πιο πολύ με καύλωνε ο τρόπος που ξεφτίλιζαν τη μαμά μου και τη θεία μου. Τις είχαν σαν κτήμα τους. Με έπιανε τρόμος όμως ότι κάποια στιγμή θα διέσυραν τη μαμά μου όπως διέσυραν τη θεία μου.

Αφού οι κουβέντες έδιναν και έπαιρναν ο Τάκης μου δίνει εντολή να ξαπλώσω στο καναπέ και εκείνος πάει να κρυφακούει στη πόρτα του μπάνιου. Τότε έρχεται και ο Τζίμης. Ο Τάκης φεύγει τρέχοντας από τη πόρτα και έρχεται προς το μέρος μου. Η πόρτα ανοίγει και βγαίνει ο Κώστας έχοντας αγκαλιά τη μάνα μου την οποία γλωσσοφιλάει. Τα πόδια της μαμάς μου δεν ακουμπάνε στο έδαφος και στηρίζεται στο σβέρκο του. Φαίνεται δηλαδή πως ότι κάνει το κάνει με τη θέλησή της. Εκείνος την έχει γραπώσει από την τροφαντή κωλάρα της με τα κόκκινα εσώρουχα και την πάει προς το δωμάτιο. Μόλις μας αντιλήφθηκε κάνει με τα χέρια του (πίσω απ' την πλάτη της μάνας μου) την κίνηση φύγετε. Η μαμά μου είχε τα μάτια της κλειστά. Μόλις μπαίνουν στο δωμάτιο ο Κώστας τραβάει λίγο τη πόρτα (όχι τελείως και τη πετάει στο κρεβάτι όπου συνεχίζει το μπαλαμούτιασμα και τα γλωσσόφιλα.

- Είδες τελικά τι πουτάνα μαμά έχεις μου λέει ειρωνικά ο Τζίμης. Καύλωσε σαν την τελευταία σκρόφα.

Τότε ο Τζίμης ανοίγει τη πόρτα και μπαίνει στο δωμάτιο ενώ εγώ βγήκα στο μπαλκόνι οπού ήταν η υπόλοιπη παρέα. Η μαμά μου αντέδρασε χαμηλόφωνα λέγοντας στον Κώστα.

- Τι είπαμε; Εσένα θέλω μόνο!

- Σ... της λέει ο Κώστας. Θα δεις, θα σου αρέσει πολύ.

- Ντρέπεται η πουτάνα σου Κώστα; Όταν κόντεψες να την πηδήξεις μέσα στο μπαρ απόψε δε ντρεπόταν!

- Σε παρακαλώ… είπε ξέπνοα η μαμά μου ενώ το μπαλαμούτι συνεχιζόταν.

Ο Τζίμης έβγαλε τον πούτσο του και τον τίναξε κοιτάζοντας προς το μέρος μας χαμογελώντας. (Είχα την ευκαιρία να δω για άλλη μια φορά τον πούτσο του Τζίμη και πραγματικά με έπιασε δέος. Αναρωτήθηκα πως να είχε γίνει της μαμάς μου κώλος όταν έφαγε όλο αυτό το πράγμα. Πως να ένοιωσε η καημένη και τι πέρασε όταν της τον έχωνε αδυσώπητα στον κώλο. Μεγάλος, χοντρός, δύσκαμπτος και κάπως γυαλιστερός)

Τότε ο Κώστας σηκώθηκε από το κρεβάτι για να γδυθεί και αυτός. Ο Τζίμης πιάνει ατάραχα τη μαμά από το σαγόνι και όπως ήταν ανάσκελα τοποθετεί το κεφάλι της έξω από το κρεβάτι. Η μάνα τινάζεται κάπως να ξεφύγει όμως ο Κώστας που είχε επανέλθεις την καθησυχάζει.

- Σ... καύλα μου ηρέμησε, θα σου αρέσει...

Ήταν φανερό ότι οι αντιδράσεις της μαμάς μου είχαν καμφθεί. Τότε ο Τζίμης γονατίζει και με μια αστραπιαία κίνηση βάζει τη πούτσα του στο στόμα της μάνας μου. Έτσι όπως εξείχε το κεφάλι της από το κρεβάτι ανάποδα της το στριμώξει με τη θηριώδη πούτσα του και τα αρχίδια του κάλυψαν τα μάτια.

- Εκεί... της λέει ο Τζίμης.

Έτσι η μαμά μου βρέθηκε για άλλη μια φορά ακινητοποιημένη με μια πούτσα στο στόμα. Ο Τζίμης την είχε μπουκώσει και καθόταν ατάραχος. Τότε ο Κώστας της λύνει το σουτιέν και βάζει τη μούρη του μέσα στα βυζιά της γλείφοντας τα. Η μαμά μου καύλωνε πολύ και τιναζόταν που και που. Στη συνέχειά της κατεβάζει την κιλότα και τη δίνει στο Τζίμη.

- Την κιλότα της κυρίας να προσέχεις... του λέει και χασκογελάνε.

Πέφτει με τα μούτρα στο μουνί της και λέει:

- Άτριχο μυρωδάτο μουνάκι. Θα στο ξεπατώσω καύλα μου.

Ήθελαν να τυραννήσουν τη μαμά μου, καυλώνοντας την και μετά να τη ρίξουν πούτσα μέχρι να πει το δεσπότη Παναγιώτη. Το γλειφομούνι ξεκίνησε και διήρκεσε κάνα δεκάλεπτο στο οποίο η μαμά μου τιναζόταν και έβγαζε μουγκρητά καύλας με αποτέλεσμα να χώνει περισσότερο και άθελά της το πούτσο του Τζίμη στο στόμα της αναγουλιάζοντας που και που. Τότε ο Τάκης που μέχρι εκείνη την ώρα ήταν απλός παρατηρητής μαζί μας, αποφάσισε να συμμετέχει και αυτός με το δικό του τρόπο. Πρόσεξα λοιπόν ότι πήρε δυο μπουκάλια μπύρα και μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο. Στην αρχή ήταν αμίλητος με τη πούτσα έξω και παρακολουθούσε το θέαμα. Όταν η μάνα μου έφτασε στο να χύσει από το γλειφομούνι, ο Τζίμης άρχισε να βάζει και να βγάζει την πούτσα του στο στόμα της με αποτέλεσμα να αναγουλιάσει και οι αναγούλες να τρέχουν στη μούρη της. Κάποια στιγμή τη σηκώνουν στο κρεβάτι και ο Κώστας τη βάζει να τον καβαλήσει αρχίζοντας τη πάλι στα γλωσσόφιλα.

- Σου άρεσε καύλα μου;… της λέει.

- Μ... ναι…

έκανε η μάνα μου η οποία ήταν πραγματικά σε άλλο κόσμο. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκε την παρουσία του Τάκη και προσπαθεί να αντίδρασει κάπως. Τότε ο Τάκης της δίνει μια μπύρα και της λέει.

- Εγώ είμαι εδώ να σε δροσίζω.

Η μάνα μου παρά κάποιες αρχικές αντιρρήσεις ξεκινάει και πίνει 2-3 γουλιές.

- Ακόμα…

λέει ο Τάκης και ξαναπίνει με το ζόρι περίπου το μισό μπουκάλι.

- Καλά ήταν για αρχή.

Ο Κώστας την ξαναβουτάει και ξαναρχίζει το γλείψιμο στα βυζιά της ενώ οι χερούκλες του άνοιγαν το κώλο της. Τότε οι άλλοι δύο σκύβουν βλέποντας τη κωλοτρυπίδα και κάτι λένε χαμηλόφωνα. Τότε ο Κώστας αφού έχει ξανακαυλώσει τη μαμά μου, τη γυρνάει ιεραποστολικά της βάζει τα πόδια στους ώμους και σέρνει την πούτσα του στο μουνί της χωρίς να της το βάλει, βασανίζοντας τη για μια ακόμα φορά. Η μαμά μου έβγαζε πνιχτούς ήχους καύλας.

- Σαν κουνέλι κάνει...

λέει ο Μάνος ο οποίος μαζί με τον Μιχάλη και εμένα παρακολουθούσε από τη μπαλκονόπορτα. Ξεφτίλιζαν την μάνα μου μπροστά σε δύο 60αρηδες αχρείους τύπους και εγώ καύλωνα. Τότε ο Κώστας με μια κίνηση καρφώνει την πούτσα του στο φρεσκοξυρισμένο μουνάκι της μαμάς μου Η οποία βγάζει μια κραυγή πόνου και καύλας μαζί.

- Αχ μ... αχ…

- Τον έφαγε ψιθυρίζει ο Μάνος.

- Πάρ' το καυλώτα μου στη μυρωδάτη μουνάρα σου... της λέει ο Κώστας.

- Μ...

- Κάρφωσε το το μουνί. Πιο δυνατά... λέει ο Τζίμης.

Οι ψωλιές του Κώστα γινόντουσαν πιο βίαιες κάτι που τελικά άρεσε της μαμάς μου.

- Έτσι ξεσκίζω εγώ τις παντρεμένες μανούλες. Το έπαιζες θεούσα αγάπη μου. Πάρε να έχεις τώρα... Η μάνα μου μόνο αναστέναζε και ήταν γενικά στο κόσμο της.

Κάποια στιγμή ο Κώστας έχυσε στο μουνάκι της μαμάς μου. Εκείνη πανικοβλήθηκε.

- Τι κάνεις... τελείωσες μέσα μου;

- Και τι σε νοιάζει. Το πολύ πολύ να κάνεις κάνα μπάσταρδο σαν και αυτά που έχεις... λέει ο Κώστας.

Η μαμά μου έγειρε το κεφάλι πείσω σαν να μην την ένοιαζε. Τότε ο Κώστας ρίχνει μια τελευταία γλειψιά στο βυζί της μάνας μου και σηκώνεται από το κρεβάτι. Η μαμά μου παρέμενε ακίνητη με τα μάτια κλειστά προσπαθώντας να βρει τις ανάσες της.

- Τζίμη σειρά σου. Καν' τη να σκούξει.

- Συνήθως δε γαμάω βρωμόμουνα. Όμως θα κάνω μια εξαίρεση γιατί με έχει καυλώσει.

Ο Τάκης δίνει στη μαμά μου να πιει άλλη λίγη μπύρα. Μετά από κάποια πίεση η μαμά μου ήπιε και το υπόλοιπο μπουκάλι που είχε απομείνει. Τότε ο Κώστας βγαίνει από το δωμάτιο και έρχεται στο μπαλκόνι. Κρατούσε τη κιλότα της μάνας μου και λέει:

- Μυρίστε την κιλότα της μαντάμ. Η κιλότα της μαμάς μου πήγαινε από χέρι σε χέρι μέχρι που ο Κώστας μου την περνάει στο λαιμό.

- Είδες πόσο πουτάνα είναι; Όταν σου είπα θα την κάνουμε πουτάνα δεν περίμενα τόσο γρήγορα.

Τότε ο Κώστας ξαναμπήκε στο δωμάτιο ενώ Τζίμης είχε γονατίσει στο κρεβάτι, είχε γραπώσει τη μαμά μου από τα κωλομέρια και είχε φέρει το μουνάκι της στο ύψος του πούτσου του. Της τον χώνει απότομα και η μαμά μου βόγκηξε επίσης απότομα. Ξαφνικά ανοίγει τα μάτια της και βλέπει το Τζίμη. Τρόμαξε. Τον φοβόταν τον Τζίμη, άλλωστε δεν είχε τραβήξει και λίγα από αυτόν. Πριν πει όμως τίποτα, ο Κώστας της κλείνει το στόμα με ένα γλωσσόφιλο.

- Σ... θα σου αρέσει μωρό μου. Τότε ο Κώστας καβαλάει τη μάνα μου και κάθετε στα βυζιά της. Η πούτσα του έρχεται σε απόσταση αναπνοής από το στόμα της.

- Πάρ’ τον μωρό μου... Έχοντας σκοπό να της τον βάλει στο στόμα. Η μάνα μου εκδήλωσε την άρνηση της χαμηλόφωνα.

- Όχι, όχι, είπε έχοντας το στόμα και τα μάτια της κλειστά.

- Πάρ’ τον είπα... επέμεινε ο Κώστας.

Τότε ο Τζίμης που όλη αυτήν την ώρα σούβλιζε το μουνάκι της μαμά μου (πρέπει να είχε συνηθίσει το μέγεθος γιατί δε φώναζε πια παρά έβγαζε μόνο πνιχτούς ήχους καύλας) της σηκώνει τα πόδια και της τον μπήγει με μεγάλη δύναμη κάνοντας την μάνα μου να ουρλιάξει. Τότε βρίσκει ευκαιρία ο Κώστας και της τον χώνει στο στόμα. Η μαμά μου ούτε που κατάλαβε πως βρέθηκε με την πούτσα στο στόμα.

- Το ανοίγεις ή δεν το ανοίγεις λέει ο Τάκης ο οποίος ότι γινόταν το τραβούσε με μια κάμερα.

Τότε ο Κώστας γυρνάει και χαμογελώντας κάνει ένα hi-five με τον Τζίμη. Η πούτσα του Κώστα πρέπει να είχε φτάσει μέχρι τις αμυγδαλές της και ανάσανε μόνο από τη μύτη ενώ κάποιες φορές αναγούλιαζε (σ' αυτό βοηθούσε και η μπύρα που είχε πιει). Το θέαμα ήταν φοβερό και άκρως καυλωτικό. Η μαμά μου βρισκόταν καρφωμένη από δύο τεράστια καυλιά στο κρεβάτι μη μπορώντας ούτε να κουνηθεί ούτε να ανασάνει σωστά. Από τις αναγούλες τρέχανε κάποια υγρά πάνω στο πρόσωπο της. Ξαφνικά της λέει ο Κώστας.

- Πρόσεξε τα δόντια σου μωρό μου γιατί θα στα σπάσω. Και τρώει το πρώτο χαστούκι της βραδιάς όχι όμως δυνατό.

- Χάϊδεψε μου τον κώλο μωρό μου. Μετά χέρια σου... περιποιήσου τον για να περιποιηθώ εγώ μετά το δικό σου… της λέει ειρωνικά.

Αυτό συνεχίστηκε για λίγο ακόμα. Στη συνέχεια την απελευθερώνουν από το διπλό "ζυγό" και ο Κώστας ξαπλώνει ανάσκελα. Τραβάει τη μάνα μου Η οποία κατάκοπη τον καβαλάει με πρόσωπο προς το δικό του. Ο Κώστας ανασηκώνει τον πούτσο του και της λέει να τον βάλει μόνη της στο μουνί της. Η μάνα μου πιάνει το θεόρατο πούτσο και τον βάζει σιγά σιγά στο ταλαιπωρημένο μουνί της. Όταν τον βυθίζει ολόκληρο στο μουνάκι της παραμένει για λίγο ακίνητη μέχρι να το συνηθίσει. Όταν φαίνεται να τον συνήθισε αρχίζει να κουνιέται σιγά - σιγά μετά από προσταγή του Κώστα. Οι κινήσεις της γινόντουσαν ολοένα και πιο γρήγορες προσπαθώντας πάντα να κουμαντάρει την ψωλάρα που είχε μέσα της.

- Τον χώνεψε η μούνα της... ψιθύρισε ο Μάνος.

Ο Κώστας που όλη αυτήν την ώρα είχε τα χέρια του πίσω από το κεφάλι του και "καμάρωνε" τη μαμά μου που προσπαθούσε να κινηθεί πάνω στο παλούκι του, ανασηκώνεται και χουφτώνει τα βυζιά της πριν αρχίσει να της τα πιπιλάει.

- Κοίτα κάτι πιπίλες που έχει η μητρομάνα, για βύζαγμα είναι... σχολίασε ο Μιχάλης πίσω από το αυτί μου.

Ο Κώστας ρουφούσε τις ρώγες της μαμάς μου και όσο εκείνη μάλλον απολάμβανε πια το γαμήσι πρέπει να της τις δάγκωνε γιατί η μάνα μου τινάχτηκε απότομα

- Αχ Σιγά σιγά... ψέλλισε.

Τότε ο Τάκης κάνει ένα διάλυμα από το βίντεο που τραβούσε και φέρνει στη μαμά μου λίγο μπύρα ακόμα.

- Πιες λίγο... θα σου χρειαστεί της λέει ειρωνικά.

Η μαμά μου αυτή τη φορά κατεβάζει 2-3 γουλιές αδιαμαρτύρητα. Στη συνέχεια ο Κώστας ξαπλώνει πάλι στο κρεβάτι και τραβάει το σώμα της μάνα μου μαζί του δίνοντας της ένα βαθύ γλωσσόφιλο. Ο Τζίμης που τόση ώρα ήταν σιωπηλός και κάπνιζε έρχεται προς τη μπαλκονόπορτα τινάζοντας τον πούτσο του. Στην ουσία μου παρουσίαζε το κοντάρι του σαν να μου έλεγε "κοίτα τι θα φάει η μαμά.

- Τώρα αρχίζουν τα καλά... λέει ο Μάνος.

Τότε ο Κώστας πιάνει με τις χερούκλες του τα κωλομάγουλα της μαμάς μου και τα ανοίγει. Ο κώλος της ήταν πια στο πιάτο του Τζίμη. Κάτι συζητάει ο Τζίμης με τον Τάκη και χασκογελάν. Τότε ο Τζίμης ανεβαίνει πάνω στο κρεβάτι. Μόλις η μαμά μου το αντιλήφθηκε σαν να τη χτύπησε ρεύμα προσπαθεί να ανασηκώσει τη πλάτη της. Ο Κώστας προσπαθεί να την ηρεμήσει κρατώντας την κάτω.

- Σ... κάτσε, θα σου αρέσει.

- Όχι, όχι, ψιθυρίζει η μαμά.

Ο Κώστας της κρατάει το κεφάλι και προσπαθεί να της δίνει γλωσσόφιλα. Η μαμά μου όμως και πάλι προσπαθεί να ανασηκώσει τη πλάτη της. Τότε λέει ο Τζίμης.

- Τάκη βάστα λίγο κάτω την καμπούρα της και Κώστα άνοιξέ της τα κωλομάγουλα.

Η μάνα μου βρέθηκε ακινητοποιημένη πάνω στο σώμα του Κώστα με τη θεόρατη πούτσα του στο μουνί της και άλλη μια έτοιμη να μπει στην εκτεθειμένη κωλοτρυπίδα της. Οι αντιρρήσεις που προσπαθούσε να αρθρώσει είχαν πάει περίπατο για τους γαμιάδες της και δεν τη λάμβαναν καθόλου υπ' όψιν τους.

- Ήσυχα λέει ο Τζίμης και ευθυγραμμίζει την πούτσα του στην κωλότρυπα της μάνας μου.

Στη πρώτη απόπειρα να της τον χώσει η πούτσα του γλιστράει έξω. Ξανακρατάει με δύναμη τον πούτσο του και τον ευθυγραμμίζει πάλι. Σφίγγει τα χείλη του και ξανασπρώχνει αμίλητος. Τότε η μαμά μου βγάζει μια απότομη κραυγή καθώς κατάφερε να της βάλει το πουτσοκέφαλο του.

- Αχ…

και προσπαθεί να σηκωθεί χωρίς βέβαια να τα καταφέρει.

- Ασ' την τώρα λέει ο Τζίμης στο Τάκη που της κρατούσε τη πλάτη. Ο Τάκης υπακούει και τραβιέται παίρνοντας από το κομοδίνο τη κάμερα. Ο Τζίμης ανασηκώνοντας λίγο τα πόδια του και ρίχνοντας το βάρος του σπρώχνει τον πούτσο του στον κώλο της μαμάς μου. Η τσιρίδα που έβγαλε η μαμά μου ηχεί ακόμα στα αυτιά μου.

- Σκάσε γουρούνα…

μονολόγησε ο Μάνος ακριβώς δίπλα μου καθώς ο Τζίμης είχε πια καρφώσει το περισσότερο από το μαρκούτσι του στον πάτο της μάνας μου. Η μαμά μου βρισκόταν "σάντουιτς" ανάμεσα σε δύο τεράστια καυλιά. Οι ειρωνείες και τα γέλια ακουγόντουσαν από παντού. Ο Κώστας παίρνει τα χέρια του από το κώλο της μάνας μου και χαϊδεύοντας το πρόσωπο της (ενώ εκείνη έσκουζε) της έλεγε ειρωνικά καθώς ο Τζίμης την κάρφωνε αλύπητα με αργές και κοφτές ψωλιές...

- Τι σου έκανε αγάπη μου, τι σου έκανε μωρό μου;… σου γλύκανε το κωλαράκι;

- Αχ...

τσίριξε η μάνα μου κάνοντας όλους να γελάσουν. Εκτός από τον Τζίμη φυσικά που ενώνοντας με έπαρση τα χείλη του συνέχιζε απτόητος το έργο του μπατσίζοντας που και που τη κωλάρα της. Ο Τάκης τραβούσε φώτο με τη κάμερα του, μια το κώλο και το μουνί της μάνας μου με τους πούτσους μέσα και μια τη μούρη της όταν έσκουζε.

- Τα ήξερες αυτά;…

τη ρωτούσε μη περιμένοντας φυσικά απάντηση. Αφού τη σκίζανε έτσι για κάνα δεκάλεπτο ο Τζίμης τραβάει την πούτσα του έξω από τον κώλο της μαμάς μου και ενώ ακούστηκε ένα "φλοπ" μένει για λίγα δευτερόλεπτα ανοιχτός προλαβαίνοντας ο Τάκης να βγάλει μια φώτο. Αμέσως σηκώνεται και ο Κώστας όρθιος ενώ η μάνα μου πέφτει κατάκοπη στο κέντρο του κρεβατιού προσπαθώντας να βρει τις ανάσες της και σκουπίζοντας την κωλοτρυπίδα της να δει αν μάτωσε. Η αλήθεια ήταν ότι της τον είχαν γδάρει λίγο. Ο Τζίμης βουτώντας την από τα μαλλιά τη στήνει στα τέσσερα και φέρνει το κεφάλι της στο ύψος του πούτσου του ενώ στεκόταν όρθιος δίπλα από το κρεββάτι.

- Έλα ρουφά και πες μας τη γεύση έχει ο κώλος σου…

της είπε ειρωνικά. Η μάνα μου αντέδρασε και πήγε να τραβηχτεί, όμως την κρατούσε καλά από τα μαλλιά. Κρατώντας τη με τα δυο του χέρια από το κεφάλι πλησιάζει το πρόσωπο της στον πούτσο του ενώ ο Κώστας στήθηκε από πίσω όρθιος πάνω στο κρεββάτι βάζοντας στόχο με το δικό του πούτσο το κώλο της. Ο Τζίμης παρά τις αντιρρήσεις της μαμάς καταφέρνει να βάλει την πούτσα του στο στόμα της μέσα σε πανηγυρισμούς και εντός και εκτός δωματίου, καθώς όπως λέγανε, η μαμά μου γευόταν την γεύση του κώλου της.

- Ρούφα βρωμιάρα…

ακούστηκε μια φωνή από πίσω μου. Ο Κώστας λυγίζει λίγο τα πόδια του και προσπαθεί να καρφώσει τον κώλο της. Της διορθώνει λίγο τη στάση της λέγοντας της... "Κάτω η μέση πάνω ο κώλος" και της τον καρφώνει με τη μια κάνοντας τη μαμά μου να μουγκρίσει πάνω στον πούτσο του Τζίμη. Έκανε μία προσπάθεια να σηκωθεί άλλα τα χέρια των ανδρών την επανέφεραν στην "τάξη".

- Αχ…

- Αχ; Τι αχ καργιόλα μου. Τι περίμενες να συμβεί δηλαδή όταν μου κωλοτριβόσουν όλη νύχτα; Δεν περίμενες ότι θα βρεθείς σε αυτή τη θέση; Της λέει ειρωνικά ο Κώστας.

Με το ένα χέρι του έσπρωχνε το κεφάλι της στο πούτσο του Τζίμη, ο οποίος απλά στεκότανε και έβλεπε το ξεκώλιασμα έχοντας τα χέρια του κάτω και με το άλλο χτυπούσε τα κωλομάγουλα της με αρκετά δυνατές φάπες.

- Ω ρε πούτσα που πέφτει μονολόγησε ο Μάνος πίσω μου.

- Δύσκολες ώρες για τη μαμά... μου λέει ο Μιχάλης.

Τώρα ο Κώστας της τον είχε καρφώσει όλο δίνοντας της κυκλικές ψωλιές ενώ είχε γύρει λίγο μπροστά και την έβριζε με έντονη φωνή...

- Πάρ' τον, πάρ' τον, πάρ' τον... (Κάθε πάρ' τον και μια ψωλιά) έτσι τον πούστη, στον ξέσκισα τον πούστη (εννοώντας το κώλο της).

Εκείνη πάντα με μπουκωμένο το στόμα της μούγκριζε. Μόνο μούγκριζε. Την πηδούσαν έτσι κάνα δεκάλεπτο όταν ο Κώστας αφού την έχυσε μέσα στον κώλο ξεκάρφωσε τον πούτσο του από τη κωλάρα της μαμάς, χαζεύοντας λίγο με το Μάκη την τρύπα της σχολιάζοντας τη χαμηλόφωνα. Αφού την έχυσε και ο Τζίμης απελευθέρωσε το στόμα της από τη πούτσα, εκείνη έπεσε κατάκοπη μπρούμυτα στο κρεβάτι ψάχνοντας τις ανάσες της. Μετά σηκώνεται και κατευθύνεται προς το μπάνιο. Ούτε που γύρισε να δει στον καναπέ αν κοιμάμαι. Όταν η μαμά επέστρεψε από το μπάνιο και μπαίνει στο δωμάτιο τη ρωτάει ο Κώστας ειρωνικά.

- Τι έγινε μωρό μου; Πως είναι ο "ποπός; Και χασκογελάνε όλοι.

- Με ταράξατε. Είπε η μαμά μου ενώ έψαχνε να βρει κάτι.

- Αν ψάχνεις την κιλότα σου είναι σε καλά χέρια. Άλλωστε δε θα σου χρειαστεί ακόμα λέει με ύφος ο Τζίμης.

Ο Τάκης της δίνει τότε ένα ποτήρι μπύρα να πιει αφού πρώτα κάτι έριξε μέσα χωρίς να το καταλάβει βέβαια εκείνη. Όπως έμαθα μετά δεν ήταν κόκα αλλά μια άλλη ουσία που σε έκανε πρόβατο χαμένο.

- Τώρα θα την ψοφήσουν τελείως, λέει ο Μιχάλης που σα μπάρμαν ήξερε από ουσίες.

Τότε ο Κώστας σηκώνεται, τη βουτάει από το λαιμό και την αρχίζει στα γλωσσόφιλα. Η μαμά ενδίδει για άλλη μια φορά, δείγμα ότι πλέον είναι έρμαιο στις ορέξεις τους. Με αυτό το τρόπο την κολλάει στις γρίλιες του του παντζουριού και ανοίγει τα κωλομάγουλα της έτσι ώστε να μπορούμε να δούμε την κωλοτρυπίδα της. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα από τόσο κοντά την κωλοτρυπίδα της μαμάς μου. Στην ουσία μου παρουσίαζε τα κατορθώματα τους. Πως δηλαδή της τον είχαν κάνει. Ο Μάνος μου έδειξε με τα δάχτυλα του πως έχει γίνει ο κώλος της. Ήθελαν να τη χλευάζουν για άλλη μια φορά. Στη συνέχεια ο Κώστας που είχε ξανακαυλώσει για τα καλά, τη σηκώνει και στριμώχνοντας τη στα παντζούρια, της τον χώνει με μια κίνηση στο μουνί με τη μαμά μου να πατάει μόνο στο ένα της πόδι. Ο ήχος από το τρίξιμο της μπαλκονόπορτας αναμίχθηκε με ένα απότομο βογκητό της μαμάς μου. Μόλις της τον βάζει, της σηκώνει και το άλλο πόδι και τη ξανακαρφώνει με δύναμη πάνω στα παντζούρια. Μέσα στην ησυχία της νύχτας το τρίξιμο ακούστηκε δυνατό και η μαμά βόγκηξε για άλλη μια φορά.

- Τη μουνάρα σου σκίζω μωρή ψώλα, λέει ο Κώστας συνεχίζοντας τις δυνατές ψωλιές στο μουνάκι της.

- Έτσι, έτσι, έτσι.

Κάθε Έτσι του Κώστα ήταν και μια ψωλιά που κάρφωνε τη μαμά μου πάνω στα παντζούρια τελείως ασυναίσθητα. Σίγουρα αν κάποιος από τη γειτονιά άκουγε όλους αυτούς τους ήχους, θα καταλάβαινε ότι κάποια ξεσκίσουν χωρίς έλεος. Το πρόσωπο του ήταν εκατοστά από το δικό της. Η μαμά μου προσπαθούσε να ανταπεξέλθει στο γαμήσι που έτρωγε βογκώντας και κάνοντας διάφορους μορφασμούς, αδυνατώντας να είναι ικανή να κάνει κάτι παραπάνω. Ο Κώστας την περιέπαιζε και την κορόιδευε δίνοντας της ξαφνικές και απότομες ψωλιές χαμογελώντας και λέγοντας διάφορα όπως.

Τι είναι μωρό μου, ωχ, τι είναι;... το πόνεσα το μωρό μου;...

ενώ κάποιες φορές της έγλειφε το πρόσωπο. Ο Τάκης με το Τζίμη πίνανε τις μπύρες τους απολαμβάνοντας το θέαμα χασκογελώντας. Τότε ο Τάκης σηκώνεται και κάτι λέει στο αυτί του Κώστα και εκείνος συμφωνεί με ένα χαμόγελο. Ξαφνικά ο Τάκης βγαίνει από την άλλη μπαλκονόπορτα και μου λέει χαμογελώντας να μπω μέσα και να ξαπλώσω στο κρεβάτι μου στο σαλόνι και να κάνω ότι κοιμάμαι. Ακολούθησα την εντολή του χωρίς να έχω καν στο νου μου ποιος ήταν ο σκοπός τους. Μόλις ξάπλωσα και έκανα πως κοιμόμουν, ο Κώστας έβγαλε από το δωμάτιο τη μαμά μου (όπως την είχε αγκαλιά) και άρχισε να την περιφέρει μες στο σπίτι. Η μαμά παρά το πιώμα της, προσπαθούσε να τραβηχτεί όμως ο Κώστας την κρατούσε καλά πάνω του. Από πίσω ακολουθούσαν ο Τάκης και ο Τζίμης χαχανίζοντας. Η μάνα μου προσπαθούσε ψιθυριστά να πείσει τον Κώστα να την αφήσει και να μπούνε στο δωμάτιο.

- Σε παρακαλώ, μπες μέσα... μπες και θα κάνω ότι θέλεις... αναλογιζόμενη ότι μπορεί να ξυπνήσω.

- Γιατί καύλα μου; Δε θες να πάμε μια βόλτα;... και μη φωνάζεις γιατί ο Γιαννάκης θα ξυπνήσει.

Στη συνέχεια κάνει νόημα στον Τάκη με τα χέρια του να ανοίξει τη πόρτα του δωματίου που κοιμόταν η θεία μου. Ο Τάκης την ανοίγει και ο Κώστας μπαίνει με τη μάνα μου μέσα. Η μαμά μου τινάζεται όσο το επιτρέπουν οι δυνάμεις της στην αγκαλιά του Κώστα. Ο Κώστας την ξαπλώνει με το κεφάλι της δίπλα από το κεφάλι της θείας μου. Εγώ αυτό το διάστημα άκουγα χωρίς να έχω οπτική επαφή.

- Εδώ δίπλα από την αγαπημένη σου αδελφούλα θα σε γαμήσω... της λέει ο Κώστας.

- Εσύ ξεσκίζεσαι γι' αυτήν και η αναίσθητη κοιμάται… λέει κοροϊδευτικά ο Τάκης.

Άκουγα μόνο τις ρυθμικές ανάσες του Κώστα και λίγο το τρίξιμο του κρεβατιού αφού η μαμά μου προσπαθούσε να κρύψει τις ανάσες της. Περιττό να πω ότι η θεία μου δε καταλάβαινε τίποτα έτσι όπως κοιμόταν ναρκωμένη.

- Κοίτα την αδελφούλα σου όπως σε γαμάω.

- Ναι κοίτα τι όμορφη που είναι με τα ξεραμένα χύσια στη μάπα...

λέει ο Τάκης μέσα σε χαχανητά. Σε λίγο την σηκώνει πάλι ό Κώστας αγκαλιά όπως και πριν και τη βγάζει από το δωμάτιο.

- Που θες να πάμε τώρα μωρό μου; Ναι εκεί που κατάλαβες θα πάμε. Στο γιόκα σου. Γι' αυτό μη βγάλεις άχνα. Είναι κρίμα να ξυπνήσεις το παιδί.

Η μαμά μου προσπαθούσε να ξεφύγει, όμως ο Κώστας την κρατούσε σφιχτά και της έδινε φιλιά στα χείλη. Εγώ γυρισμένος από την άλλη πλευρά του καναπέ άκουγα να πλησιάζουν. Μόλις έφτασαν, τη γυρνάει απότομα έτσι ώστε το πρόσωπο της βλέπει προς τον καναπέ Αμέσως της σπρώχνει τη πλάτη να σκύψει με τα χέρια της στη πλάτη του καναπέ ενώ εγώ βρισκόμουν κάτω από το σώμα της. Προσπαθούσε ακόμα και τώρα η καημένη να αποφύγει κάτι τελείως διεστραμμένο. Να την πηδήξει πάνω από το σώμα μου με εμένα και καλά να κοιμάμαι. Δεν κατάφερε όμως δυστυχώς να ξεφύγει αφού από το πιοτό και τις ουσίες δεν είχε και πολλές δυνάμεις. Ούτε φυσικά να φωνάξει δε μπορούσε για να μην με ξυπνήσει (και καλά). Ο Κώστας μόλις τη στήνει στην επιθυμητή θέση φεύγει από πίσω της και δίνει τη θέση του στον Τζίμη που τόση ώρα απ' ότι άκουγα ακόνιζε το θεόρατο εργαλείο του. Αυτός σαν πιο "αιμοβόρος" γαμιάς. Πιάνει το ένα χέρι της μαμάς και της το κλειδώνει με μια λαβή στη πλάτη της. Η μάνα μου έσκουξε με κλειστό στόμα καθώς πρέπει να τη πόνεσε πολύ η λαβή. Ο Τζίμης έτσι όπως την κρατούσε την πήγαινε και την έκανε ότι ήθελε. Η μητέρα μου βρισκόταν τώρα με το κεφάλι στην πλάτη του καναπέ με εμένα από κάτω.

- Από που τον θες;…

της λέει ο Τζίμης. Η μητέρα μου δεν απάντησε και αμέσως της γυρνάει ακόμα λίγο το χέρι που τη λύγισε στον πόνο.

- Όταν θα σου μιλάω θα απαντάς... της λέει ο Τζίμης με σκληρότητα.

- Σας παρακ... αχ...

έσκουξε ξανά η μαμά καθώς το τέρας της γύρισε για άλλη μια φορά το χέρι.

- Θα στο ξεριζώσω... ΛΕΓΕ… την απείλησε ο Τζίμης.

- Από μπροστά... κατάφερε να ψελλίσει η μαμά.

- Και εγώ αυτό είχα σκοπό αλλά επειδή μου τα έπρηξες...

- Αχ...

μούγκρισε με κλειστό στόμα η μαμά, καθώς ο Τζίμης τελικά αποφάσισε να της τον καρφώσει στον κώλο. Ο Τάκης και ο Κώστας γέλασαν όσο πιο σιωπηλά μπορούσαν.

- Αν ήσουν καλό κορίτσι θα τον έτρωγες από το μουνί... είπε ο Τζίμης.

Καθώς ξεκίνησε να τη πηδάει με αργές κοφτές ψωλιές εγώ ένιωθα τα τραντάγματα (αν και με ακουμπούσε ελάχιστα) της μαμάς μου και άκουγα κάποια βουβά βογκητά πόνου, που προσπαθούσε να κρύψει η φουκαριάρα. Έχοντας τα μάτια κλειστά, μόνο άκουγα και "αισθανόμουν " λίγο αυτά που γινόντουσαν. Τα γέλια ακουγόντουσαν καθαρά από τριγύρω μαζί φυσικά με πρόστυχα σχόλια, καθώς η μαμά μου υπέφερε. Μπορούσα πια να καταλάβω το ζόρι και τον πόνο που ένιωθε καθώς εκτός απ' ότι της σκίζανε τον κώλο ακινητοποιημένη με λαβή στο χέρι της δεν μπορούσε και να βγάλει αχνά. Μόνο κάποιους μακρούς βουβούς ήχους προερχόμενους από μέσα της σε κάθε βάρβαρη ψωλιά του Τζίμη.

- Είδες μωρό μου πως τον τρως από τον κώλο αθόρυβα. Είδες πως κανείς ησυχία;… της λέει ψιθυριστά ο Κώστας.

- Αν θέλει ας κάνει και αλλιώς λέει ο Τάκης.

Ο Κώστας και ο Τάκης είχαν σκύψει πάνω από τον κώλο της μάνα μου και θαύμαζαν το "έργο" του Τζίμη και σχολίαζαν συνεχώς.

- Κοίτα τη σούφρα πως μπαινοβγαίνει σε κάθε ψωλιά. Από χτες τρώει πούτσα στον κώλο και ακόμα στενή είναι η πουτάνα. λέει ο Τάκης.

- Είναι στενή για την πούτσα του Τζίμη. Αλλά ακόμα και για αυτήν δε θα είναι πολύ ακόμα.

Τότε ο Τζίμης που δεν έβγαζε μίλια καθώς ήταν αφοσιωμένος στο έργο του θέλοντας να κάνει επίδειξη στους άλλους δύο ξεκαλουπώνει τη ψωλάρα του από το πάτο της.

- Ω! Σα σωλήνα 52 Φ της τον έκανες… λέει ο Τάκης που έπαιρνε και κάποιες φώτο.

- Κοίτα, κοίτα πως πάει να κλείσει το σουφρίδι λέει ο Κώστας.

- Ο πάτος μιας σωστής οικογενειάρχησας μαμάς που πριν δυο μέρες ήταν σαν κηρήθρα. Είδατε πως σεβάστηκε ο κώλος της τον πούτσο μου;… λέει ο Τζίμης σπάζοντας τη σιωπή του.

- Μπράβο ρε Τζίμαρε. Το κωλομπάρεμα σου είναι να διδάσκετε στα νέα παιδιά για το πως πρέπει να σκίζουν κωλαράκια, λέει ο Κώστας.

Τότε ο Τζίμης με μια απότομη κίνηση τον ξαναχώνει στο κώλο της μαμάς μου η οποία έσκουξε με κλειστό το στόμα. Με το ένα χέρι του κρατούσε πάντα το χέρι της με λαβή και με το άλλο βουτάει τα μαλλιά της και φέρνει το πρόσωπο της κοντά στο δικό μου.

- Φίλα το γιόκα σου ψώλα της λέει επιτακτικά το κάθαρμα. Εκείνη με μια πούτσα στον κώλο και με το χέρι της στα πρόθυρα του βγαλσίματος δεν είχε άλλη επιλογή. Με φίλησε στο μάγουλο. Η διαστροφή σε όλο της το μεγαλείο. Με φιλούσε με το στόμα που πριν λίγο έπαιρνε πίπες και έπινε τα χύσια των γαμιάδων της. Αφού ο Τζίμης τη ξεκώλιασε σε αυτή τη στάση για λίγο ακόμα την γονατίζουν στη μέση του σαλονιού Ο Τζίμης και ο Τάκης την έχυσαν στα μούτρα ενώ ο Κώστας απαίτησε να του τα καταπιεί. Η μάνα μου αντέδρασε, όμως πολύ σύντομα βρέθηκε με την πούτσα του Κώστα στο στόμα της να κατεβάζει γουλιά γουλιά τα χύσια του. Μόλις κατάπιε και τη τελευταία σταγόνα έφυγε τρέχοντας για το μπάνιο βήχοντας.

Αυτό έδωσε την ευκαιρία στους θεατές του μπαλκονιού να φύγουν ικανοποιημένοι από το θέαμα που είχαν δει. Μαζί έφυγε και ο Τζίμης ενώ ο Κώστας με τον Τάκη κοιμήθηκαν στο σπίτι. Ο Κώστας με τη μαμά μου και ο Τάκης με τη θεία μου.

Την επόμενη μέρα καθώς ξύπνησα οι άνδρες είχαν φύγει ενώ οι γυναίκες συζητούσαν στο μπαλκόνι χαμηλόφωνα. Δεν άκουγα τι ακριβώς, όμως σίγουρα θα έλεγαν για τις περιπέτειες τους και τα ανελέητα ξεκωλιάσματα που είχαν υποστεί.

Η "αλβανική βραδιά " της μαμάς μου ερχόταν...

Συνεχίζεται...




Copyright protected OW ref: 185187



Δεν έχετε εξουσιοδότηση να δημοσιεύετε σχόλια. Πρέπει να έχετε συνδεθεί.

Τα σχόλια θα περάσουν από διαδικασία έγκρισης.