Όλα τριγύρω αλλάζουνε: Η θεούσα

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΑΜΦΙΣΕΞΟΥΑΛΙΚΕΣ
στις 27-01-2020

Προηγούμενο μέρος: Όλα τριγύρω αλλάζουνε: Η επόμενη μέρα

Ο Δημητράκης, αποδείχτηκε μεγάλο πουτανάκι. Και η Καίτη όμως, γαμιέται υπέροχα. Μετά το άγριο ξέσκισμα στο κατώι η Καίτη μας ανεβάζει στο «παλιό σπίτι». Ένα πανέμορφο αρχοντικό. Παντού κυριαρχεί το δρυς και το δέρμα. Βαριά δρύινα έπιπλα διακοσμούν το τεράστιο σαλόνι. Δυο δερμάτινοι καναπέδες, ένα αριστοκρατικό ανάκλιντρο και τρεις δερμάτινες πολυθρόνες συμπληρώνουν τη διακόσμηση. Μπουφές, βιτρίνες γεμάτες κρυστάλλινα και μια τεράστια βιβλιοθήκη, όλα δρύινα, καλύπτουν περιμετρικά το σαλόνι. Πίνακες και εικόνες, καλύπτουν τους μπεζ τοίχους. Δεξιά, μια μεγάλη συρόμενη πόρτα οδηγεί σε μια μεγάλη τραπεζαρία, με βαριά επίπλωση και παρόμοια διακόσμηση. Στο βάθος της τραπεζαρίας ένα πάσο τη χωρίζει από την κουζίνα. Αριστερά από το σαλόνι, ένας μεγαλούτσικος διάδρομος λογικά οδηγεί στις κρεβατοκάμαρες και το μπάνιο. Ασυναίσθητα σκέπτομαι που θα συνεχίσουμε τη βραδιά μας… σαλόνι, κρεβατοκάμαρα, θα δείξει.

Στο βάθος του σαλονιού, αντικριστά με την είσοδο, το γραφείο της θεούσας. Η Καίτη, κρατώντας το κρεμ φόρεμα στο χέρι, σέρνοντάς το στο ξύλινο πάτωμα και κουνώντας προκλητικά το κωλαράκι της, που διαγράφεται πανέμορφο μέσα στο κόκκινο δαντελένιο κιλοτάκι, κατευθύνεται προς το γραφείο. Τελικά, καλά κρατιέται για την ηλικία της. Από κοντά ο Δημητράκης, πάνω στις διαφανείς χοντρόσολες γόβες του, με το μαύρο φορεματάκι του, ίσα και μετά βίας να κρύβει το μαύρο του κιλοτάκι και με λικνιστό περπάτημα σα μανεκέν σε πασαρέλα. Γυρνώντας προς το μέρος μου το αναψοκοκκινισμένο μουτράκι του, μου κάνει νόημα ν’ ακολουθήσω. Μπαίνουμε σ’ ένα κλασσικό αριστοκρατικό γραφείο, με ένα τεράστιο παλιό, αλλά καλοδιατηρημένο, δρύινο γραφείο, με μερικές κορνίζες με φωτογραφίες επάνω, έναν υπολογιστή με μεγάλη οθόνη κι όλα τα σχετικά που έχουν τα γραφεία επάνω τους. Μια μεγάλη δερμάτινη καρέκλα πίσω του, δυο πολυθρόνες κι ένα καναπέ γραφείου, να καταλαμβάνουν αρκετό χώρο και οι τοίχοι καλυμμένοι όλοι με ράφια, γεμάτα ντοσιέ, φακέλους και βιβλία.

Μια τεράστια αφίσα, πίσω από το γραφείο, αναπαριστά όλη την ξενοδοχειακή μονάδα. Και στη γωνία δεξιά, μια πόρτα, καλυμμένη με δέρμα σε σχήμα καπιτονέ. Η Καίτη, πετάει το φόρεμα σε μια πολυθρόνα, και απευθυνόμενη σε μένα:

- Μέχρι εδώ, είναι για τους ξένους, εσύ είσαι δικός μας άνθρωπος… πάμε μέσα…

και ανοίγοντας την πόρτα στη γωνία, χάνεται στο σκοτάδι. Σε δευτερόλεπτα, ένας χαμηλός φωτισμός καλύπτει το σκοτάδι και ένα άλλο σπίτι, ακριβώς όπως το ακούτε, ένα άλλο σπίτι ξεπροβάλει μπροστά μου. Ένας άνετος χώρος, μ’ ένα άρωμα δροσιάς να πλημμυρίζει τα ρουθούνια μου. Μπαίνουμε μέσα και η Καίτη κλείνει την πόρτα πίσω μας. Μια ευχάριστη δροσιά αντικαθιστά το ελαφρώς ζεστό υπόλοιπο σπίτι. Οι τοίχοι σε ανοιχτό και σκούρο σομόν χρώμα με τον χαμηλό φωτισμό του δωματίου, αναδύουν μια ερωτική ατμόσφαιρα. Διακρίνω ένα μεγάλο κρεβάτι στη μια πλευρά, με μαύρα σατέν σεντόνια καλυμμένο, ένα ανάκλιντρο με λίγο περίεργο σχήμα στην άλλη πλευρά. Ένας υπερβολικά μεγάλος και φαρδύς καναπές με σατέν καλύμματα καλύπτει και την υπόλοιπη πλευρά του δωματίου και ένα γωνιακό μπαράκι, με υπέροχο χρωματιστό φωτισμό στη γωνία αριστερά μου. Στο κέντρο του δωματίου, μια στρογγυλή μεγάλη μπανιέρα, χωμένη μέσα στο πάτωμα, με φωτισμό, σαν μικρή πισίνα. Και δεξιά κι αριστερά, όπως κοιτάμε το δωμάτιο, τέσσερις ανοιχτό σωμόν χρώμα πόρτες, που διακρίνονται εύκολα στους σκούρους τοίχους. Υπάρχουν και μερικά μικροέπιπλα, σε μοντέρνα σχεδίαση, σε διάφορα σημεία του δωματίου.

- Διάλεχτε μπάνιο…

ακούγεται η ψιλή φωνούλα της Καίτης.

Άρα και οι τέσσερις πόρτες, οδηγούν σε μπάνια σκέφτηκα. Μπαίνω σ’ ένα στην τύχη. Υπερπολυτελές μπάνιο, με μάρμαρο και πλακάκια σε γαλάζιο χρώμα. Δεν του έλειπε τίποτα. Λευκές πετσέτες κρεμασμένες, ξυριστικά, αφρόλουτρα, τα πάντα υπήρχαν. Κάνω ένα μπάνιο και βγαίνω. Είμαι τελείως γυμνός και κάθομαι σ’ ένα σκαμπό στο μπαράκι και ανάβω τσιγάρο. Σε λιγάκι βγαίνει κι ο Δημητράκης. Ένα απαλό άρωμα λες και περιβάλλει το σώμα του, γνωστό, αλλά δεν καλοξέρω τα γυναικεία αρώματα. Το μακιγιάζ του φρεσκαρισμένο. Μπαίνει στο μπαράκι. Εξοικειωμένος με το χώρο, σκέπτομαι. Με ρωτάει τι θα πιω. «Τζιν με λεμόνι» του απαντάω. Το φτιάχνει γρήγορα και με σερβίρει. Βάζει και μια βότκα πορτοκάλι γι’ αυτόν και έρχεται και κάθεται, στο άλλο σκαμπό δίπλα μου. Κάθεται σταυροπόδι και φτιάχνει το φορεματάκι του. Πίνοντας το ποτό μου, μαθαίνω πως όλη η ξενοδοχειακή μονάδα, είναι σχεδιασμένη από το Βασίλη. Το ίδιο και το σπίτι. Ο χώρος που βρισκόμαστε, σχεδιάστηκε για γυμναστήριο της Καίτης, αλλά αργότερα μετατράπηκε όπως είναι σήμερα. Κανείς δεν ξέρει γι’ αυτή τη μετατροπή. Όλο το σπίτι είναι ανακαινισμένο και το μισό είναι χωμένο μέσα στο λοφίσκο πίσω του. Είναι τεχνητός ο καταπράσινος λοφίσκος. Ο χώρος που βρισκόμαστε είναι μέσα στο λόφο.

Κρατώντας ένα κοντρόλ στο χέρι του, πατώντας κάτι πλήκτρα, μια ερωτική, χαμηλή μουσική ακούγεται. Ξαναπατάει κάτι πλήκτρα και σε μια γιγαντοοθόνη στο τοίχο, ακριβώς πίσω του και πάνω από το ανάκλιντρο, ξεκινάει να παίζει μια τσόντα, τρεις γυναίκες και δύο άντρες, ο ένας bisexual.

- Σ’ αρέσει ψωλαρά μου ή να την αλλάξω;

- Ασ’ την, να δούμε τι λέει… κι αν δε μας αρέσει αλλάζουμε.

Ο Δημητράκης, μου γυρνάει ελαφρά την πλάτη, προσποιούμενος πως κοιτάει. Το χέρι του όμως, κατευθύνεται προς το καυλί μου. Το πιάνει κι αρχίζει να μου το παίζει απαλά. Κάτι η τσόντα, που δεν είναι κακή, κάτι το καυλωτικό άγγιγμα του Δημητράκη, νοιώθω τη πούτσα μου να σκληραίνει σιγά–σιγά. Σε λίγο έχω καυλώσει άγρια. Ο μικρός σηκώνεται κι έρχεται μπροστά μου. Γυρνάει πλάτη, σηκώνει το φορεματάκι του, Τώρα φοράει ένα γυαλιστερό ημιδιαφανές μωβ κιλοτάκι, με σχέδια. Παραμερίζει το κιλοτάκι. Μια γαλάζια τάπα είναι μέσα του.

- Πιο χοντρή άντρα μου… ανοίγω κι άλλο το κωλοσουφρίδι μου για σένα.

Χαμογελάω και του σκάω ένα κωλοσκάμπιλο.

- Αχ… με πόνεσες άκαρδε…

και σκάει στα γέλια. Σκύβει και βάζει την πούτσα μου στο στόμα του. Την καρφώνει μόνος του μέχρι το λαρύγγι του και μένει ακίνητος. Σε λίγο πνίγεται και τραβιέται πίσω. Τα σάλια του τρέχουν πάνω στο καυλί μου. Παίρνει μια ανάσα και την ξανά ρουφάει. Προσπαθεί να την πάρει όλη. Δε μπορεί, αλλά το προσπαθεί. Αυτό επαναλαμβάνεται 5-6 φορές. Μετά αρχίζει να γαμιέται από το στόμα με την ψωλάρα μου. Με καυλώνει το πουστράκι. Ανεβάζει ρυθμό… τη γλείφει, μου πιπιλάει το ψωλοκέφαλο, τη φιλάει και πάλι τη ρουφάει:

- Γαμιόλη… ρούφα με… κάνεις τέλειο τσιμπούκι…

και σφίγγει περισσότερο τις χειλάρες του, πάνω στη πούτσα μου.

Ανοίγει η πόρτα. Βγαίνει η Καίτη και στέκεται κοντά σ’ ένα φωτιστικό για να τη δω. Φοράει ένα μαύρο σατέν κορσέ, με δίχτυ στη κοιλιά, που αφήνει τα βυζάκια της ελεύθερα. Ένα μαύρο κιλοτάκι, ο Θεός να το κάνει κιλοτάκι δηλαδή… ένα μαύρο μικροσκοπικό τριγωνάκι μπροστά, ένα μαύρο, λίγο μεγαλύτερο πίσω, που συγκρατιούνται με αλυσιδάκια μεταξύ τους. Έχει ξυρίσει το μουνί της και μια αλυσιδίτσα με μανταλάκια κρέμεται από τις ρώγες της. Τα κατάμαυρα μακριά μαλλιά της, λυτά και χτενισμένα, πέφτουν στους ώμους της και φτάνουν σχεδόν μέχρι τη μέση της. Είναι έντονα μακιγιαρισμένη και συμπληρώνει την εμφάνισή της, με μαύρες διχτυωτές κάλτσες με ζαρτιέρες και δωδεκάποντες γόβες με μεταλλικό τακούνι. Κάνει μια στροφή γύρω από το εαυτό της για να τη θαυμάσω.

- Τι μούναρος είσαι εσύ;…

ξεφεύγει από τα χείλη μου.

Δε μιλάει… κάτι πιάνει από ένα επιπλάκι δίπλα της. Δε διακρίνω καθαρά. Μ' ένα λικνιστό πουτανιάρικο βήμα, έρχεται κοντά μας. Τότε το διακρίνω… κρατάει ένα μαστίγιο ιππασίας. Σκάει μια στο κωλαράκι του Δημητράκη, όπως είναι σκυμμένος μπροστά μου και με ρουφάει. Ένα «αχ…» βγαίνει από το μπουκωμένο του στόμα. Μετά κι άλλη… κι άλλη… κι άλλη. Ο μικρός πονάει, αλλά φαίνεται πως του αρέσει. Το νοιώθω από τον τρόπο που ρουφάει το καυλί μου κι από τα καυλιάρικα «αχ» που βγάζει μια ρουφώντας και μια γλείφοντας την πούτσα μου. Στο φως που βγαίνει από το μπαράκι, βλέπω τα κωλομάγουλα του Δημητράκη κατακόκκινα. Καυλώνει το πουτανάκι με τις ξυλιές. Η Καίτη έρχεται δίπλα μου. Μου πιάνει το χέρι. Το φέρνει στο στόμα της και βάζει τον δείκτη μέσα στις χειλάρες της κι αρχίζει να μου πιπώνει το δάκτυλο. Αργά… απαλά… καυλωτικά. Βγάζει σε λίγο το δάκτυλό μου από το στόμα και τα κατευθύνει προς το αλυσιδάκι που κρέμεται από τις ρώγες. Το πιάνω και το τραβάω ελαφρά.

- Αχ… γαμιά μου απόψε είμαι η σκύλα σου, ξέσκισε με, κάνε με ότι θες, είμαι δικιά σου…

Σκύβω και κολλάω τα χείλη μου στα δικά της. Ανοίγει το στόμα και η γλώσσα της αναζητά τη δικιά μου. Της τη δαγκώνω ελαφρά. Φιλιόμαστε αρκετή ώρα. Τα χείλια μας μουσκεμένα, μια ρουφάνε και μια σφίγγουν δυνατά. Μας έχει κοπεί η ανάσα από το πάθος. Όταν ξεκολλάμε από το φιλί, γυρνάει προς τον Δημητράκη, που δεν έχει σταματήσει ούτε στιγμή να μου ρουφάει την ψωλάρα και να γαμάει το στόμα του. Σηκώνει το μαστίγιο και το κατεβάζει δυνατά στα κωλομέρια του. «Αχ…» ακούγεται μια πονεμένη και καυλιάρικη κραυγούλα. Τον πιάνει από τα μαλλιά, του τραβάει το κεφάλι πίσω και τον φτύνει στο πρόσωπο.

- Ξεκωλιάρη στη θέση σου… δεν ήρθε ακόμα η σειρά σου!

Κρατώντας τον από το μαλλιά, τον τραβάει, τον σέρνει θα έλεγα καλύτερα, σ’ ένα σημείο, ανάμεσα στο κρεβάτι, το γωνιακό καναπέ και την πισινούλα. Τον αφήνει. Ο μικρός μένει ακίνητος σαν κάτι να περιμένει. Η θεούσα κατευθύνεται προς ένα σκοτεινό σημείο του τοίχου. Ακούγεται ο ήχος αλυσίδας. Ένα ζευγάρι χειροπέδες με μια ροζ γουνίτσα, κατεβαίνουν από την οροφή.

- Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις ανώμαλη ξεκωλιάρα…

Ο Δημητράκης φοράει τις χειροπέδες. Ο ήχος της αλυσίδας ξανακούγεται κι ο μικρός, με τα χέρια τεντωμένα πάνω από το κεφάλι, μοιάζει να κρέμεται από την οροφή.

- Μη με ξεχάσετε κυρία Καίτη όπως την άλλη φορά… απόψε θέλω να νοιώσω πουτανάκι, θέλω να ξεσκιστώ, θέλω να γαμηθώ.

Χωρίς να πει κουβέντα η Καίτη, ανοίγει ένα συρτάρι, κάτι πιάνει και πάει μπροστά στο Δημητράκη. Δυο τσιμπιδάκια με βαρίδια, κρέμονται τώρα από τις ρωγούλες του.

- Όχι κυρία Καίτη, σε παρακαλώ, σε λίγο θα πονάω…

- Σκάσε πούστη μη σου κρεμάσω και στην άχρηστη την πούτσα βαρίδια. Τότε θα πονάς πραγματικά.

Έχω γυρίσει το σκαμπό προς το μέρος τους και τους παρακολουθώ. Στην γιγαντοοθόνη αριστερά μου, δείχνει δυο γυναίκες, σχεδόν καθιστές στο πάτωμα, να πλακουμουνιάζονται άγρια, ενώ δίπλα τους ο ένας άντρας είναι ξαπλωμένος στο πάτωμα, ο άλλος κάθεται πάνω στο καυλί του και ανεβοκατεβαίνει ουρλιάζοντας όλο καύλα, την ώρα που η τρίτη γυναίκα του ρουφάει την πούτσα και χώνει μέσα της ένα πραγματικά τεράστιο dildo. Η Καίτη, σκάει άλλη μια με το μαστίγιο, στο κωλομάγουλα του Δημητράκη, το πετάει στο πάτωμα κι έρχεται προς το μέρος μου. Μου χουφτώνει το καυλί και το σφίγγει ελαφρά. Με κοιτάει στα μάτια λάγνα και καυλιάρικα. Είναι έτοιμη για όλα. Τα αναψοκοκκινισμένα της μάγουλα και η σχετικά γρήγορη ανάσα της, προδίδουν την καύλα της.

- Και τώρα ψωλαρά μου δικιά σου, κάνε με ότι θες, γάμα με, σκίσε με, πόνα με, ξεφτίλισέ με, κάνε με πουτάνα, είμαι δικιά σου, μη με λυπηθείς! Και να ουρλιάζω, γάμα με όπως θες εσύ, σου ανήκω γαμιά μου, είμαι δικιά σου, άσε τη θεϊκή σου ψωλάρα να με οργώσει έρωτα μου…

Την πιάνω από το αλυσιδάκι στις ρώγες της και την τραβάω κοντά μου. Πρέπει να πόνεσε… δεν έβγαλε άχνα όμως. Πλησιάζει το χείλη της μισάνοιχτα στα δικά μου. Νοιώθω την ανάσα της ζεστή. Λαχταράει για γλωσσόφιλο. Με μια κίνηση την πιάνω από τα μαλλιά. Τραβάω το κεφάλι της πίσω. Βλέπω μια παράξενη ματιά στο βλέμμα της. Προσπαθεί να καταλάβει τι θέλω. Δεν της αφήνω περιθώρια. Την κατεβάζω βίαια προς το καυλί μου. Πιάνω την πούτσα μου και τις ρίχνω τρία-τέσσερα πουτσοσκάμπιλα. Ανοίγει το στόμα να τη ρουφήξει. Βγάζει την γλώσσα έξω και σημαδεύει το ψωλοκέφαλο μου. Μόλις η γλώσσα της το αγγίζει, την ξανατραβάω απ’ το μαλλί και την απομακρύνω. Όπως κάθομαι στο σκαμπό, ακουμπάει τα χέρια της στα μπούτια μου και κατευθύνεται πάλι με την γλώσσα πιο πολύ έξω, προς το καυλί μου. Έχει λυσσάξει για την πούτσα μου η πουτάνα. Χαλαρώνω το τράβηγμα από το μαλλί. Η άκρη της γλώσσας της, ακουμπάει στο ψωλοκέφαλο μου. Αρχίζει να το παίζει με τη γλώσσα. Ζορίζεται να την βγάλει όλη τη γλώσσα έξω να το γλείψει. Την αφήνω μόνο να το παίζει με την άκρη της γλώσσας της. Ένα «α...» βγαίνει από τα σωθικά της στην προσπάθειά της να μου γλείψει την ψωλάρα. Με έχει καυλώσει άγρια η ξεκωλιάρα με την λύσσα που έχει.

Της αφήνω τα μαλλιά. Τον βάζει στο στόμα και τον πιπιλάει. Πρώτα το πουτσοκέφαλο, μετά και λίγο πιο βαθιά, με ρουφάει δυνατά. Σφίγγει τα χείλια της πάνω στο καυλί μου, το ρουφάει δυνατά και συγχρόνως νοιώθω τη γλώσσα της να με γλείφει. Ξέρει να κάνει καλό τσιμπούκι η γαμιόλα. Με πιπώνει υπέροχα. Την αφήνω να κάνει παιχνίδι. Εκεί που είναι σίγουρη, πως έχει τον έλεγχο της κατάστασης, πιάνω τα χέρια της, τα φέρνω πίσω στην πλάτη της και τα κρατάω και τα δυο μαζί με το αριστερό μου χέρι. Με το δεξί μου χέρι την πιάνω από το κεφάλι και την καρφώνω με δύναμη πάνω στη πούτσα μου. Δεν μπορεί να την πάρει όλη. Νοιώθω το ψωλοκέφαλο να έχει φτάσει στο λαρύγγι της. Κολλάω το κεφάλι της στη κοιλιά μου. Την κρατάω ακίνητη. Θέλει να βήξει και δεν μπορεί. Θέλει να πάρει ανάσα και δεν μπορεί. Την κρατάω δυνατά πάνω στη πούτσα μου. Σε λιγάκι αρχίζει να μουγκρίζει δυνατά και να προσπαθεί να κουνήσει το κεφάλι της, δεξιά–αριστερά, σημάδι πως πνίγεται. Την αφήνω να πάρει ανάσα. Βγάζει το καυλί μου από το στόμα της. Μια λεπτή γραμμή σάλιο διαγράφεται από τα χείλια της μέχρι το ψωλοκέφαλο μου. Ανασαίνει λαχανιασμένα. Την αφήνω να πάρει δυο ανάσες και ξανά το ίδιο. Αυτό της το ξανάκανα καμιά δεκαριά φορές.

- Αχ… καργιόλη, δεν αντέχω άλλο, πονάω, μου ξέσκισες το λαρύγγι, πονάει ο λαιμός μου, σε παρακαλώ, σταμάτα…

Την αφήνω. Προσπαθεί να βρει τη δύναμη να σταθεί όρθια. Ανασαίνει βαριά. Τη σηκώνω στα χέρια. Βάζω το ένα της πόδι στο ένα σκαμπό και το άλλο στο άλλο. Με τους αγκώνες και την πλάτη της, ακουμπάει στο μπαρ. Κάνω το σώμα της γέφυρα. Βρίσκω το κούμπωμα στα αλυσιδάκια που συγκρατούν το τριγωνάκια, στο υποτυπώδες κιλοτάκι της. Τα' ανοίγω. Το κιλοτάκι της πέφτει στο πάτωμα. Η μουνάρα της ορθάνοιχτη μπροστά μου. Το γλωσσόφιλο που περίμενε παθιασμένα πριν λίγο, της το χαρίζω στο μουνί. Είναι μούσκεμα. Ρουφάω τα μουνόχειλα και καρφώνω τη γλώσσα μου μέσα της. Ένα «μ…» βγαίνει από το στόμα της. Η γλώσσα μου μπαινοβγαίνει στη μουνάρα της και γεύεται τα ζουμιά της. Σε λίγο αρχίζει η γλώσσα μου ένα τρελό παιχνίδι με τα γλωσσίδια της και καταλήγω να ρουφάω και να γλείφω την κλειτορίδα της.

- Με τρελαίνεις γαμιά μου…

Συνεχίζω να παίζω με την κλειτορίδα της. Τα ζουμιά της και τα σάλια μου στάζουν στο πάτωμα. Μουσκεύω τον αντίχειρα και τον δείκτη του χεριού μου. Με τον αντίχειρα της γαμάω το μουνί και με το δείκτη το κωλοτρυπίδι. Πλέον έχει παραδοθεί στην απόλυτη καύλα.

- Καυλιάρη άντρα τι μου κάνεις;… με πεθαίνεις, δεν αντέχω άλλο η πουτάνα, με λιώνεις!

Συνεχίζω το ίδιο παιχνίδι για αρκετή ώρα. Γλείφω και πιπιλάω την κλειτορίδα της και αντίχειρας και δείκτης γαμάνε τις τρυπούλες της. Έχει αρχίσει να παραληρεί. Τεντώνεται. Είναι έτοιμη να χύσει. Άναρθρες κραυγές βγαίνουν από μέσα της. Δαγκώνω δυνατά την κλειτορίδα της.

- Αχ καργιόλη, χύνω… χύνω η πουτάνα, χύνω, μη σταματάς!

Αρχίζουν οι σπασμοί. Χύνει δυνατά, χύνει άγρια. Τα μουνόζουμα, πετάγονται στο στόμα μου και στο πρόσωπό μου. Συνεχίζω να την ρουφάω και να τα πίνω. Θέλω να της τα ρουφήξω όλα… να τη στραγγίξω.

- Τι χύσιμο ήταν αυτό; Άδειασα η γυναίκα...

φωνάζει με τη λεπτή καυλιάρικη φωνούλα της. Οι σπασμοί συνεχίζονται. Και η ανάσα της έχει γίνει λαχάνιασμα πλέον. Συνεχίζω να της πιπιλάω απαλά την κλειτορίδα, ενώ τα δάκτυλα μου έχουν μείνει μόνιμα και ακίνητα στις τρύπες της. Μια λεπτή πετσούλα τα χωρίζει κι έχω βαλθεί να της την τρίβω. Έχει παραλύσει από την καύλα. Παραλίγο να μου πέσει από το μπαρ που στηρίζεται με τους αγκώνες της. Προλαβαίνω και την παίρνω αγκαλιά. Κρεμιέται από πάνω μου και κατευθυνόμαστε προς το τεράστιο κρεβάτι. Τότε ξανά πρόσεξα το Δημητράκη. Με το τσιμπούκωμα της θεούσας και το γλειφομούνι τον είχα ξεχάσει. Όπως κρέμεται από την οροφή, το φορεματάκι του έχει σηκωθεί ψηλά και φαίνεται το δαντελένιο κιλοτάκι του. Τα καυλάκι του είναι έτοιμο να πεταχτεί έξω. Μέχρι τώρα δεν είχε ακουστεί καθόλου. Περνώντας από μπροστά του με την Καίτη στα χέρια, στο λιγοστό φως, το μουνάκι της γυαλίζει.

- Κύριε Τάκη σας παρακαλώ…. Φέρτε τη να την γλείψω κι εγώ…

παρακαλάει καυλωμένος.

- Μην τολμήσεις παλιοπουτράκι… τι είπαμε; Όταν ξεπατωθώ θα με αντικαταστήσεις…

Συνεχίζουμε προς το κρεβάτι. Φτάνοντας, την πετάω πάνω στα μαύρα σατέν σεντόνια. Το σώμα της αναπηδά κι αρχίζει να πάλλεται έντονα. Στρώμα νερού σκέφτηκα. Ανοίγει τα πόδια της. Με κοιτάει στα μάτια χωρίς να μιλάει. Τα χείλη της μισάνοιχτα και υγρά. Επιδεικτικά, πιάνω την πούτσα μου από την ρίζα και την κουνάω πάνω – κάτω. Με τα χέρια της ανοίγει τη μουνάρα της. Με το δάκτυλο τρίβει την κλειτορίδα της. Ανεβαίνω στο κρεβάτι και γονατίζω ανάμεσα στα πόδια της. Ανασηκώνει την λεκάνη της. Θέλει να ξεσκιστεί η γαμιόλα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά είμαι καυλωμένος σαν ταύρος. Αυτή η αλλαγή, από θεούσα σε πουτάνα με εξιτάρει. Χτυπάω το καυλί μου πάνω στο μουνί της. Είναι μούσκεμα. Μια το χτυπάω και μια το τρίβω στη μουνοχαράδρα της. Σηκώνει ακόμα πιο ψηλά τη λεκάνη της. Η ανάσα της προδίδει την καύλα της. Την αφήνω να «χαρεί» την προσμονή και συνεχίζω να το χτυπάω και να το τρίβω στο μουνί της. Δεν αντέχει άλλο… έχει φτάσει στα όρια της. Μια λεπτή, καυλιάρικη, λάγνα φωνούλα, σαν ψίθυρος, βγαίνει από τα χείλη της.

- Σε παρακαλώ ψωλαρά μου, σκίσε με, γάμα με, δεν αντέχω άλλο, λυπήσου με, μπες σε παρακαλώ… μπες!

Σκύβω πάνω της. Τα χέρια μου τεντωμένα, αριστερά – δεξιά στο κορμάκι της, στηρίζονται γερά στο στρώμα. Ακουμπάω το ψωλοκέφαλο στη μουνάρα της. Αισθάνομαι τα μουνόχειλα της, λες και το χαϊδεύουν. Καίει ολόκληρη. Σπρώχνω ελαφρά. Το πουτσοκέφαλο της ανοίγει τα μουνόχειλα. Στάζει η καργιόλα, στάζει. Την κοιτάω. Τα μάτια της κλειστά και τα υγρά της χείλη μισάνοιχτα. Η ανάσα της στους ρυθμούς της καύλας. Με μια απότομη κίνηση μπαίνω μέσα της.

- Αχ ναι… μ’ έσκισες καργιόλη… γάμα με, ξέσκισέ με, κόψε με στα δυο…

Παραπάνω από την μισή ψωλάρα μου είναι μέσα της. Μένω για λίγο ακίνητος. Ανεβοκατεβάζει την λεκάνη της και γαμιέται πάνω στο καυλί μου. Ένα «μ…» όλο πάθος βγαίνει από μέσα της. Την αφήνω κάνα δυο λεπτά, να προσπαθεί να τον χωνέψει όλο μέσα της. Η καύλα της έχει χτυπήσει κόκκινο. Πέφτω με δύναμη πάνω της. Η ψωλάρα μου χάνεται στη μούνα της. Είναι όλη μέσα. Τ’ αρχίδια μου χτυπάνε τα κωλομέρια της, που είναι μούσκεμα από τα ζουμιά της. Μπαινοβγαίνω αργά μέσα της αλλά όλο και επιταχύνω. Σε λιγάκι την γαμάω αλύπητα. Ο πούτσος μου της ξεσκίζει τη μουνάρα. Μικρές κραυγούλες και ψιθυριστά «ναι» βγαίνουν από το στόμα της ακολουθώντας το ρυθμό μου. Τη γαμάω όλο και πιο γρήγορα. Οι κραυγούλες της γίνονται κραυγές και οι ψίθυροι φωνές.

- Α… ναι… τι ψωλάρα είναι αυτή;… γάμα με, σκίσε με την πουτάνα, πέταξέ μου τη μήτρα έξω…

Σπαρταράει πάνω στο καυλί μου. Διπλώνει τα πόδια της γύρω μου, λες και δε θέλει να χάσει ούτε πόντο από τον πούτσο μου. Πιάνω το αλυσιδάκι που ενώνει τις ρώγες της και το τραβάω στο ρυθμό που την ξεσκίζω. Σε λιγάκι, μένει για κάποια δευτερόλεπτα ακίνητη με το καυλί μου μέσα της κι αρχίζουν οι σπασμοί.

- Χύνω… χύνω η πουτάνα... αδειάζω στην ψωλάρα σου γαμιά μου!

- Δώσ' τα μου μωρή καργιόλα... πνίξε μου τη πούτσα στα μουνόζουμα...

Τα πόδια της λύνονται και πέφτουν στο κρεβάτι. Συνεχίζω να τη γαμάω όσο χύνει. Έχω χύσει τόσες φορές σήμερα, που αντέχω κάργα ακόμα. Περνάω το αριστερό μου πόδι πάνω από το δεξί το δικό της, σηκώνω το αριστερό της πόδι ψηλά, το κρατάω και συνεχίζω να την ξεσκίζω ψαλιδάκι τώρα.

- Ξέσκισέ την κύριε Τάκη τη ξεκωλιάρα… ξέσκισέ την να μη μπορεί να περπατήσει το πρωί…

μου φωνάζει ο Δημητράκης.

Η θεούσα παραληρεί. Η ανάσα της κοντεύει να γίνει λαχάνιασμα. Φωνάζει, ουρλιάζει, παρακαλάει να την ξεσκίζω. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της, απλωμένα στο κρεβάτι. Κουνάει το κεφάλι δεξιά – αριστερά. Τα χέρια της ανοιχτά, σφίγγουν με λύσσα τα σεντόνια, λες και θέλει να τα σκίσει όπως την ξεσκίζω. Φοράει ακόμα τις γόβες της. Όπως της κρατάω το πόδι ψηλά, της βγάζω την γόβα και κρατώντας τη από το μεταλλικό τακούνι, τρίβω τη μύτη της στο κωλοτρυπίδι της. Νοιώθοντας η πουτάνα το κρύο δέρμα να προσπαθεί να της ανοίξει το κωλί, αρχίζει πάλι να χύνει με σπασμούς.

- Χύνω γαμιά μου, χύνω πάλι για σένα... χύνω…

φωνάζει, χτυπιέται και κλαίει από την καύλα. Νοιώθω την πούτσα μου να πλημμυρίζει από ζουμιά. Συνεχίζω να τον έχω μέσα της. Τη γαμάω συνέχεια. Της τον καρφώνω αλύπητα. Ούτε ξέρω πόση ώρα γαμιόμαστε.

- Παλιοπουτάνα, θα στη σκίσω τη μουνάρα, θα στην ανοίξω σαν τριαντάφυλλο… χύσε μωρή γαμιόλα, χύνε… άδειασε… δώσ' τα μου όλα...

Σπαρταράει και την ξεμουνιάζω. Τώρα τραβάει μόνη της, τ’ αλυσιδάκι στις ρώγες της. Πονάει… το νοιώθω, το 'χει στα στόμα και κουνάει το κεφάλι της δεξιά – αριστερά σα δαιμονισμένη. Τραβάει τα σεντόνια, χτυπιέται, ουρλιάζει, παραληρεί.

Τα γόνατα μου έχουν πιαστεί μετά από τόση ώρα γαμήσι. Ξαπλώνω πάνω της χωρίς να βγω από μέσα της. Περνάω τα χέρια μου στην μέση της και την κρατάω σφιχτά πάνω στη ψωλή μου. Γυρνάω… ξαπλώνω ανάσκελα κι αυτή βρίσκεται καρφωμένη πάνω στη πούτσα μου. Περνάει τα πόδια της δεξιά και αριστερά μου κι αρχίζει να χοροπηδάει πάνω στο καυλί μου. Κάποιες στιγμές σταματάει και τον καρφώνει όλο μέσα της. Έχει στο στόμα το αλυσιδάκι, τραβάει και παιδεύει τις ρώγες της, που έχουν γίνει τεράστιες από το πρήξιμο. Την πιάνω από την μέση και την χτυπάω δυνατά πάνω στη ψωλάρα μου. Έχει γύρει το κεφάλι πίσω και λαχανιασμένα ουρλιάζει από καύλα. Αν την άκουγε κανείς θα νόμιζε πως τη σκοτώνουν.

- Τελείωσέ την κύριε Τάκη… πέθανε την τη βρωμιάρα… το κωλαράκι μου καίγεται… θέλει να το σβήσεις με την μάνικα σου…

φωνάζει ο Δημητράκης.

- Σκάσε ξεκωλιασμένο… αγάμητο θα μείνεις…

ουρλιάζει η Καίτη και απλώνει το χέρι της στο μαύρο κομοδίνο δίπλα μας. Κάτι πιάνει… μια τάπα… τη βάζει στο στόμα κι αρχίζει να τη γλείφει και να τη σαλιώνει. Μόλις τη μούσκεψε καλά, κωλοκάθεται πάνω στη πούτσα μου και χωρίς να τη βγάλει από μέσα της, στρίβει και μου γυρνάει πλάτη. Σκύβει μπροστά κι αρχίζει να βάζει την τάπα στο κωλοτρυπίδι της. Ζορίζεται, αλλά την κρατάει έμπειρα και τη σπρώχνει δυνατά. Χάνεται όλη στον πάτο της και μόνο το μαύρο τελείωμα διακρίνεται πάνω στο κωλοχαράδρα της. Σηκώνεται και συνεχίζει να χοροπηδάει πάνω στο καυλί μου. Η πλαστική λαβή της τάπας χτυπάει στην κοιλιά μου. Σε μια στιγμή, μένει ακίνητη. Νοιώθω τα πρησμένα της μουνόχειλα να σφίγγουν το ψωλοκέφαλο μου. Παίρνει μια βαθιά ανάσα και καρφώνεται μ’ όλο το βάρος της, πάνω στη ψωλάρα μου. Η λαβή της τάπας χτυπάει στη κοιλιά μου.

- Αχ…

ουρλιάζει δυνατά κι αρχίζουν πάλι οι σπασμοί. Χύνει… σπαρταράει και χύνει. Τώρα δε φωνάζει, μόνο ένα δυνατό «μ…» βγαίνει από τα σωθικά της σα να ζορίζεται. Και ξαφνικά ένα παρατεταμένο «α…» που σιγά – σιγά σβήνει, ακούγεται. Ποτάμι τα ζουμιά της.

- Σε χύνω γαμιά μου… χύνω από παντού η σκύλα...

και νοιώθω τα χέρια της στο μουνί της και στη ρίζα της πούτσας μου, σαν να προσπαθεί κάτι να σταματήσει.

- μου φεύγουν… μου φεύγουν… κατουράω στην πούτσα σου άντρα μου… δε μπορώ να κρατηθώ η καργιόλα, στα δίνω όλα... τι μου 'χεις κάνει θεέ μου;

Χύνει και ανακουφίζεται πάνω στο καυλί μου. Μένει για λίγο ακόμα καρφωμένη πάνω στο καυλί μου και γέρνοντας στα πλάγια, τον βγάζει σιγά – σιγά από την μουνάρα της. Ξαπλώνει μπρούμυτα και προσπαθεί να βρει την ανάσα της.

- Δε χόρτασες λυσσάρα;… μια ώρα και παραπάνω ξεσκίζεσαι… δεν αντέχω.. λύσε με να γαμηθώ κι εγώ… θέλω να χύσω με την ψωλάρα του κυρίου Τάκη στη τρύπα μου!

Δεν του απαντά… απλά σηκώνεται, πάει στο κομοδίνο, πιάνει λιπαντικό κι έρχεται ξανά στο κρεβάτι. Βάζει μια καλή ποσότητα στη χούφτα της κι αρχίζει να την απλώνει στην ψωλάρα μου. Είναι πέτρα από την καύλα. Οι φλέβες φουσκωμένες διαγράφονται στο χαμηλό φωτισμό και το πουτσοκέφαλο γυαλίζει. Τον χαϊδεύει και τον μαλάζει απαλά, απλώνοντας το λιπαντικό. Τον κοιτάει, η γλώσσα της υγραίνει τα χείλη της. Η ιεροτελεστία κρατάει κάποια λεπτά. Έχω χάσει την αίσθηση του χρόνου. Σηκώνεται, γονατίζει στο πάτωμα, ακουμπάει με την κοιλιά στο κρεβάτι και προσεκτικά βγάζει τα μανταλάκια που συγκρατούν το αλυσιδάκι από τις ρώγες της. Είναι πρησμένες. Σκούρες, χοντρές, τεράστιες. Ξαπλώνει με την κοιλιά στο κρεβάτι. Πιάνει την λαβή της τάπας και την βγάζει αργά – αργά από το κωλοτρυπίδι της. Βάζει πάλι μπόλικο λιπαντικό στη χούφτα της και το φέρνει πίσω της. Όπως είμαι ξαπλωμένος, δε βλέπω τι κάνει, αλλά καταλαβαίνω. Την ετοιμάζει για μένα. Αντιλαμβάνομαι πότε βάζει τα δάκτυλά της μέσα στο τρυπίδι της, γιατί ένα καυλιάρικο «αχ…» βγαίνει από τα χείλη της.

- Μακάρι να σου στεγνώσει μωρή κωλόγρια…

της φωνάζει ο Δημητράκης κι ακούγεται ο ήχος της αλυσίδας που τον κρατάει κρεμασμένο. Γυρνώντας προς το μέρος του το κεφάλι της, του βγάζει την γλώσσα κοροϊδευτικά. Συνεχίζει να περιποιείται το κωλαράκι της. Τώρα έχει πάρει ένα λάγνο ύφος και το δαχτυλιάζει. Δεν αντέχω άλλο. Θέλω να την ξεκωλιάσω τη θεούσα. Σηκώνομαι και πάω πίσω της. Στέκομαι όρθιος και έχω το κορμί της, ανάμεσα στα πόδια μου. Γονατίζω ελαφρά με τα γόνατα μου ν’ αγγίζουν την άκρη του κρεβατιού. Πιάνω τη ψωλάρα μου και την τρίβω πάνω στη γλιστερή κωλοχαράδρα της. Φέρνω το πουτσοκέφαλο στο ύψος της τρυπούλας της και σπρώχνω.

- Σιγά – σιγά μωρό μου… δεν ξέρω αν μπορώ να πάρω αυτό το καυλί μέσα μου. Δεν έχω ξαναγαμηθεί από τέτοιο κοντάρι…

Σπρώχνω λίγο ακόμα. Ο σφικτήρας της αντιστέκεται. Σπρώχνω κι άλλο…

- Δε θα μπει μωρό μου… δεν ανοίγει…

ψελλίζει καυλιάρικα και με παράπονο.

- Χαλάρωσε κυρία Καίτη… χαλάρωσε… μη σκέφτεσαι τον πόνο… σκέψου την απόλαυση, άσε την πούτσα να σε ανοίξει…

ακούγεται η φωνή του Δημητράκη. Πιο ήρεμη τώρα. Πιο προστατευτική.

- Αγόρι μου γλυκό είναι τεράστια… δεν είναι σαν την δική σου… δε θα μπει…

του απαντά ήρεμα η Καίτη. Τώρα πια ο ένας προσπαθεί να βοηθήσει και να παροτρύνει τον άλλο. Τέλος η φαγωμάρα.

- Σας έχω ανοίξει με τις τάπες κυρία Καίτη, θα μπει, απλά χαλαρώστε…

Πιάνω το μπουκαλάκι με το λαδάκι και της ρίχνω στην αρχή της κωλοχαράδρας της. Τρέχει ανάμεσα στα κωλομάγουλα. Φτάνει στο ψωλοκέφαλό μου και το μουσκεύει. Χουφτώνω τη ψωλάρα μου και σπρώχνω δυνατά.

- Αχ… μαλάκα… σταμάτα, α...

Το πουτσοκέφαλό μου, της έχει ανοίξει το σφικτήρα κι είναι μέσα της. Σηκώνω το χέρι μου και το κατεβάζω δυνατά στο κωλομάγουλο.

- Μωρή πουτάνα, θα σε ξεκωλιάσω… να δεις ποιος είναι μαλάκας…

και της ρίχνω άλλο ένα δυνατό κωλοσκάμπιλο. Σίγουρα πονάει. Χτυπιέται πάνω στο κρεβάτι και ουρλιάζει…

- Αχ… βγάλ' τον… σε παρακαλώ βγάλ' τον, πονάω, δε μπορώ, πονάω, λυπήσου με… σε παρακαλώ…

και βάζει τα κλάματα. Της ρίχνω κι άλλο κωλοσκάμπιλο, στ’ άλλο κωλομέρι. Χτυπιέται πάνω στο κρεβάτι και κλαίει. Της πατάω με δύναμη την πλάτη και την κρατάω ακινητοποιημένη στο κρεβάτι. Προσπαθεί ν’ αντισταθεί. Μάταια, την έχω ακινητοποιήσει.

- Χαλάρωσε κυρία Καίτη… χαλάρωσε… μην αντιστέκεσαι, σε λίγο θα νοιώθεις την μεγαλύτερη καύλα της ζωής σου, βαθιές ανάσες και χαλάρωσε κυρία Καίτη…

τη δασκαλεύει ο Δημητράκης.

Έχω αφήσει το καυλί μου ακίνητο μέσα της να συνηθίσει το ξέσκισμα η τρυπούλα της. Σπρώχνω ελαφρά λίγο ακόμα. Γλιστράει κι άλλο μέσα της. Ένα ξέπνοο μακρόσυρτο «αχ» βγαίνει από τα χείλη της. Ξανά ακίνητος να συνηθίζει. Συνεχίζει να κλαίει. Έχω τέτοιες καύλες, που θέλω να καρφωθώ όλος μέσα της. Τη λυπάμαι όμως τη θεούσα. Ξέρω πως πονάει… υποφέρει. Νοιώθει ν’ ανοίγεται στα δύο. Της βάζω λίγο ακόμα μέσα τη ψωλάρα μου. Πάλι «αχ» και βαθιές ανάσες τώρα σαν να ξεγεννάει. Σπρώχνω λίγο ακόμα. Τώρα γλιστράει πιο εύκολα η πούτσα μου μέσα της. Η τρυπούλα της ανοίγει. Έχω βάλει σχεδόν το μισό μου καυλί μέσα της. Οι γρήγορες βαθιές ανάσες της, ακούγονται σ’ όλο το δωμάτιο.

- Χαλάρωσε κυρία Καίτη… χαλάρωσε… αρχίζει η απόλαυση…

ακούγεται ο Δημητράκης.

Αρχίζει να χαλαρώνει… το νοιώθω. Σταματάω να την κρατάω ακινητοποιημένη. Τραβιέμαι προς τα έξω και ξανά μέσα της. Τη γαμάω πολύ αργά με το μισό μου πούτσο. Ένα «μ...» δείχνει πως αρχίζει να το απολαμβάνει. Επιταχύνω αλλά δεν της το βάζω όλο μέσα. Τώρα πια δεν αντιστέκεται καθόλου. Συνεχίζω να την κωλογαμάω όλο και πιο γρήγορα και πιο βαθιά. Τα χέρια της ανοιχτά πάνω στο κρεβάτι. Τα νύχια της καρφωμένα στο σεντόνι, τόσο δυνατά που οι κόμποι στους καρπούς της, έχουν ασπρίσει. Δαγκώνει με λύσσα το σεντόνι, λες και προσπαθεί να το σκίσει. Οι βαθιές γρήγορες ανάσες, έχουν σταματήσει. Σε λίγο, τα χέρια της σταματάνε να σφίγγουν το σεντόνι και το κεφάλι της ανασηκώνεται ελαφρά. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της σκεπάζουν το πρόσωπό της. Δε μπορώ να το δω. Η καύλα της, αρχίζει να φαίνεται από την αναπνοή της και από τα καυλιάρικα βογκητά της. Σκύβω και τη φιλάω στην πλάτη. Η γλώσσα μου ακολουθεί τη διαδρομή της σπονδυλική της στήλης. Τη γαμάω αργά και σταθερά. Παραμερίζω τα μαλλιά της και κολλάω τα χείλη μου στ’ αυτάκι της. Χώνω τη γλώσσα μου, υγρή, μέσα στο αυτάκι της… ένα μακρόσυρτο, καυλιάρικο «μ...» βγαίνει από τα χείλη της. Της δαγκώνω ελαφρά στο αυτάκι. Ένα ναζιάρικο «αχ…» ξεφεύγει από μέσα της.

- Είσαι έτοιμη ξεκωλιάρα να σου ξεσκίσω το πάτο;…

«Ναι… τώρα σκίσε μου το κωλοτρυπάκι μου… ξεκώλιασε με!

Σηκώνω το κορμί μου από πάνω της… και συγχρόνως σπρώχνω δυνατά. Όλη μου η ψωλάρα καρφώνεται μέσα της. Αρχίζω να μπαινοβγαίνω γρήγορα, άγρια και βίαια στο κωλοτρυπίδι της και να την ξεκωλιάζω.

- Αχ… ναι… σκίσε με ψωλαρά μου… άνοιξέ με σαν το πουστράκι μου, ναι…

- Παλιοπουτάνα, ξεκωλιάρα... πατόχωνα θα είμαστε κι οι δύο τώρα…

φωνάζει ο Δημητράκης.

- Ξέσκισέ την κύριε Τάκη… ξεκώλιασε την ξεσκίστρω… άνοιξέ της τη κωλάρα, ξεχείλωσε της το κωλάντερο…

φωνάζει, λες και το πανηγυρίζει ο μικρός. Τα πόδια μου, έτσι λυγισμένα που είναι, έχουν αρχίσει να πονάνε. Προσπαθώ να την ανεβάσω στο κρεβάτι για να την ξεσκίσω στα τέσσερα. Τραβιέται ελαφρά και με απωθεί να βγω από μέσα της.

- Μισό λεπτό γαμιά μου… δωσ’ μου μισό λεπτό.

Σηκώνεται. Πάει και ξεκρεμάει τον Δημητράκη. Του τρίβει τα μουδιασμένα του μπράτσα. Περνάει τα χέρια της πίσω από το κεφάλι του και κολλάει πάνω στο μαύρο του φορεματάκι το κορμί της.

- Σ΄ ευχαριστώ αγορίνα μου… σ’ ευχαριστώ για όλα!

Ο Δημητράκης την αγκαλιάζει από την μέση, σκύβει και κολλάει τα χείλη του στα δικά της… γλωσσοφιλιούνται με πάθος. Μόλις σταματάνε το γλωσσόφιλο:

- Σ΄ αγαπάω κυρία Καίτη… σε λατρεύω…

- Κι εγώ μωρό μου… σε λατρεύω… θα είμαστε μαζί για πάντα…

και γυρνώντας του τη πλάτη…

- Ξεκούμπωσέ μου αυτή τη μαλακία… αρκετά ξεκουράστηκε ο Τάκης μας…

Τα επιδέξια δάκτυλα του μικρού, ξεκουμπώνουν τον μαύρο σατέν κορσέ και τον πετάνε στο κρεβάτι. Έχει μείνει μόνο με τις διχτυωτές κάλτσες, τις ζαρτιέρες της και ξυπόλητη. Οι δωδεκάποντες γόβες της είναι, η μια πεταμένη στο κρεβάτι κι η άλλη στο πάτωμα. Κατευθύνεται προς την πισινούλα. Κουνάει προκλητικά το κωλαράκι της, αλλά τα σημάδια του άγριου ξεσκίσματος, προδίδονται από το περπάτημά της. Μπαίνει στο νερό. Δυο σκαλιά βάθος έχει η πισινούλα. Γονατίζει και κάθεται εκεί ακριβώς μου βγάζει νερό το υδρομασάζ. Η απόλαυση φαίνεται στο πρόσωπό της.

- Έλα ψωλαρά μου… έχουμε αφήσει κάτι στη μέση!

Σηκώνομαι και πάω προς τα εκεί. Είμαι ακόμα καυλωμένος. Ο Δημητράκης δεν ξεκολλάει τα μάτια του από τον πούτσο μου.

- Κύριε Τάκη μας… απόψε θα μας ξεκωλιάσετε και τις δυο πουτάνες σας…

μου λέει χαμογελώντας πονηρά.

Μπαίνω στο νερό. Είναι υπέροχο… ότι χρειαζόμουν. Κάθομαι απέναντι από τη θεούσα. Κουνάει την λεκάνη της στην εξαγωγή του υδρομασάζ. μου πιάνει την ψωλάρα κι αρχίζει να μου την παίζει ελαφρά μέσα στο νερό. Τη νοιώθω να καυλώνει με το γαργάλημα του νερού και τα χάδια στο καυλί μου. Βάζει το κεφάλι στο νερό και μου ρουφάει τη πούτσα. Με πιπώνει τέλεια… χείλη, γλώσσα, δουλεύουν υπέροχα την ψωλή μου. Βγάζει το κεφάλι έξω από το νερό, παίρνει βαθιά ανάσα και ξανά. Πάω να κάνω το σώμα μου γέφυρα, να βγει το καυλί μου έξω από το νερό, αλλά δε μ’ αφήνει. Συνεχίζει να με τσιμπουκώνει μέσα στο νερό. Σε λίγο η ψωλάρα μου έχει γίνει πέτρα. Γονατίζει μπροστά μου και στηρίζει τους αγκώνες της, στο πάτωμα, έξω από την πισινούλα. Γονατίζω πίσω της. Πιάνω το καυλί μου και το οδηγώ στο κωλοτρυπίδι της. Τώρα πια είναι έτοιμο. Σπρώχνω… αμέσως το σουφρίδι της ανοίγει. Την πιάνω από τους ώμους κι αρχίζω το ξεκώλιασμα.

- α... καργιόλη με ξεκωλιάζεις…

Την κωλογαμάω δυνατά και άγρια. Ο Δημητράκης έρχεται και ξαπλώνει μπροστά της. Δε γδύνεται. Καυλώνει το πουτανάκι με τα ρουχαλάκια του. Κατεβάζει το ημιδιαφανές μωβ κιλοτάκι του, κάτω από τα αρχιδάκια του. Ένα καυλί, το μισό από το δικό μου, ξεπροβάλει κάτω από το φορεματάκι του. Είναι λεπτό και ίσιο, μ’ ένα τεράστιο για το μέγεθος και το πάχος του, πουτσοκέφαλο. Το πιάνει και το χώνει στο στόμα της Καίτης. Η θεούσα, το ρουφάει και το πιπιλάει δαιμονισμένα. Όπως είναι μπουκωμένη, μουγκρίζει από καύλα και ηδονή. Κάτι λέει, αλλά είναι αδύνατον να καταλάβω. Αφήνω τους ώμους της, περνάω και τα δύο μου χέρια χαμηλά στη μέση της και χαϊδεύω τη μουνάρα της, μέσα στο νερό. Τα μουνόχειλά της είναι ακόμα πρησμένα από το ξέσκισμα που της έκανα. Με τα δάκτυλα του αριστερού μου χεριού παίζω με την κλειτορίδα της και με του δεξιού δακτυλιάζω και χαϊδεύω τη μούνα της. Συγχρόνως την καρφώνω δυνατά πάνω στην ψωλάρα μου.

- Μ… ψωλαρά μου, ξεκώλιασε με την πουτάνα... τρύπα δε μου άφησες γαμιά μου αγάμητη… όλα μου τα γαμάς… όλα...

και ξαναρουφάει το καυλί του Δημητράκη. Μουγκρίζει μπουκωμένη. Ο μικρός τρέμει από την καύλα. Δεν το κόβω να κρατιέται για πολύ. Η ανάσα του είναι γρήγορη και ρυθμική όπως οι χειλάρες της Καίτης. Κάθε φορά που σπρώχνω και η ψωλάρα μου χάνεται στο πάτο της, το καυλί του Δημητράκη εξαφανίζεται στο στόμα της. Όσο επιταχύνω εγώ… τόσο η αναπνοή του μικρού γίνεται πιο γρήγορη. Έχουμε ξεφύγει πλέον. Η θεούσα ξεκωλιάζεται άγρια. Ο μικρός σπαρταράει σαν ψάρι στη στεριά κι εγώ μπαινοβγαίνω δαιμονισμένα στον πάτο της. Έχουμε χάσει την αίσθηση του χρόνου.

Ξαφνικά ο Δημητράκης τραβιέται πίσω. Γονατίζει. Δεν βλέπω τι κάνει αλλά καταλαβαίνω. Βγάζει την τάπα από το τρυπίδι του. Ένα «αααααχχχχ…» ακούγεται…

- Κυρία Καίτη σας παρακαλώ… θέλω να χύσω σαν πουτάνα, με τη ψωλάρα του κυρίου Τάκη μέσα μου…

και χωρίς να περιμένει απάντηση, μπαίνει με τα ρούχα στο νερό και στέκεται, όπως ακριβώς και η θεούσα, δίπλα της. Το φορεματάκι του σηκώνεται μέσα στο νερό. Φαίνεται το κιλοτάκι του. Η Καίτη, τραβιέται ελαφρά και αργά – αργά, βγαίνω από μέσα της. Γυρνάει, πιάνει με τα νύχια της το λεπτό ύφασμα και τραβάει με δύναμη. Το κιλοτάκι του μικρό, σκίζεται αποκαλύπτοντας ένα ανοιγμένο κωλοτρυπίδι. Η τάπα έχει κάνει καλή δουλειά. Κάθομαι, ακουμπώντας την πλάτη μου στα πλακάκια της πισινούλας, το νερό φτάνει στο στήθος μου. Ο Δημητράκης σηκώνεται κι έρχεται, ανοίγοντας με τα χέρια του το σκισμένο του κιλοτάκι και κάθεται πάνω στη ψωλή μου. Το πουστράκι την έχει ανοίξει τέλεια. Ο πούτσος μου γλιστράει μέσα του. Κάθεται όλος πάνω του. Τον χωνεύει όλο μέσα κι αρχίζει ν’ ανεβοκατεβαίνει δυνατά πάνω του.

- Αχ… σκίσε μου τον κώλο άντρα μου… τόση ώρα περιμένω και ξεκωλιαστώ η καριόλα... τι πούτσαρος είναι αυτός κύριε Τάκη μου;…

και χοροπηδάει δυνατά πάνω μου. Η θεούσα σηκώνεται όρθια, ανοίγει με τα χέρια της τη μουνάρα της κι έρχεται και την κολλάει στο στόμα του Δημητράκη. Ο μικρός την κρατάει από τα κωλομάγουλα και τη γλείφει. Μια της πιπιλάει την κλειτορίδα και μια την γλωσσογαμάει. Μπουκωμένος όπως είναι, μουγκρίζει σα ζώο όπως τον ξεκωλιάζω. Η Καίτη, κουνώντας ρυθμικά την λεκάνη της, απολαμβάνει το γλειφομούνι. Που και που, τρώει και κανένα κωλοσκάμπιλο. Ο Δημητράκης περνάει το χέρι του ανάσα στα πόδια της κι αρχίζει να την κωλοδακτυλιάζει άγρια και γρήγορα… στο ρυθμό που χοροπηδάει στο καυλί μου.

- Αχ… πιο σιγά ρε μαλακισμένο, θα με γδάρεις…

του φωνάζει η Καίτη, σκύβει από πάνω του και με γλωσσοφιλάει λυσσασμένα. Ο μικρός πρέπει να της έχει βάλει μέσα, όλα τα δάκτυλα και της γαμάει το ξεσκισμένο της κωλοτρυπίδι, πάντα στο ρυθμό που ξεκωλιάζεται πάνω στη ψωλάρα μου, ενώ δεν έχει σταματήσει λεπτό να τη γλειφουμουνιάζει.

- Αχ… κύριε Τάκη μου… σκίσε με, γάμα με, ξεκώλιασε με όπως τη γαμιόλα. Πηγάδι της τον έκανες γαμιά μου, ξεπάτωσέ με πουτσαρά μου… πηγάδι δίχως πάτο κάνε το μουνοκωλί μου.

Η θεούσα, μου δαγκώνει ελαφρά τη γλώσσα, στο άκουσμα πως την έκανα πηγάδι. Μόλις σταματάμε να γλωσσοφιλιόμαστε, σηκώνεται, γυρνάει, κωλοκάθεται, πιάνει το καυλί του Δημητράκη και το χώνει όλο στην κωλάρα της. Αρχίζει να χοροπηδάει πάνω στο καυλί του μικρού ακολουθώντας το ρυθμό μας. Σε λιγάκι έχουμε συγχρονιστεί τέλεια. Το πάμε τραινάκι και γαμιόμαστε δυνατά και άγρια. Έχουμε ξεφύγει τελείως. Η καύλα μας στα κόκκινα. Βογκητά και κραυγούλες, έχουν γεμίσει το δωμάτιο. Δε θ’ αντέξω για πολύ ακόμα… τι καύλα είναι αυτή. Αισθάνομαι το Δημητράκη να καρφώνεται στη ψωλάρα μου και να μένει ακίνητος….

- Μ… χύνω στην κωλάρα σου καργιόλα… σε κωλοζουμιάζω κυρία Καίτη…

- Χύσε με…. άδειασε τον στο τρυπίδι μου μωρό μου… χύνω… χύνω μαζί σου πούστη… χύνω η πουτάνα... α…

- Σας χύνω ξεκωλιάρες… σας χύνω… παρ' τα αγορίνα μου… παρ' τα στο κωλάντερο γαμιόλη... με στραγγίξατε ξεσκισμένες…

Πόση ώρα μείναμε σ' αυτή τη στάση, ούτε που κατάλαβα, τα ‘χα παίξει, τι γαμήσι και το αποψινό. Όταν βγήκαμε από την πισινούλα, δε μπορούσαμε να πάρουμε τα πόδια μας. Αγκαλιαστήκαμε και οι τρεις και οι γλώσσες μας άρχισαν να το γλεντάνε μεταξύ τους. Σε λίγο πέφταμε όλοι στο μεγάλο κρεβάτι, με τη θεούσα ανάμεσά μας. Το πρωί θα έχουμε συνέχεια.




Copyright protected OW ref: 174289