Απαγορευμένη έλξη (2ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από Ιανός
κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
στις 31-10-2020

Προηγούμενο μέρος: Απαγορευμένη έλξη

Είχαν περάσει τρεις μέρες από τότε που αυτό-ικανοποιήθηκαμε σε μια περίεργη, αλλά αξέχαστη εμπειρία. Ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς. Αν και μοιραζόμασταν καθημερινά τον ίδιο χώρο, το ίδιο τραπέζι για πρωινό, μεσημεριανό και δείπνο. Αν και μιλάγαμε κάθε μέρα, κανένας από τους δύο δεν είχε ξεστομίσει ή είχε κάνει νύξη για εκείνες τις μοναδικές στιγμές.

Μέρα πρώτη

Ακόμα κυκλοφορεί μέσα στα ρουθούνια μου η μυρωδιά της. Το εσώρουχο που είχε αφήσει επίτηδες πάνω στο καλάθι των άπλυτων. Εκείνο το πρωινό ένοιωθα ερωτικά ανακουφισμένος, αλλά δεν τολμούσα να μιλήσω. Τα αισθήματα που μου είχε ξυπνήσει ήταν ταμπού και απαγορευμένα. Είχαμε καθίσει να πιούμε τον καφέ μας. Συζητήσαμε για τον καιρό και για άλλα διάφορα πράγματα. Η Γιώτα ήταν μέσα στις μεγάλες μεταξωτές πιτζάμες και τις χνουδωτές παντόφλες. Εγώ φορούσα μια φόρμα και ένα φούτερ. Καμιά φορά τα μάτια μου ξέφευγαν από τον υπολογιστή και χάιδευαν το σώμα της. Τα λεπτά της χείλη, η μυτούλα της, ακόμα και γωνίες των αυτιών της μου φαίνονταν υπέροχες. Και φυσικά εκείνα τα πράσινα μάτια. Όταν καταλάβαινα ότι με κοιτούσε πίσω, άρχιζα να μιλώ για τα νέα που διάβαζα. Κακοκαιρία στη Γαλλία. Ζέστη στη Φλόριδα. Δεν άφηνα τον εαυτό μου να σκεφτεί περισσότερο το σώμα της. Γιατί ήξερα πως αν το έκανα, η φλόγα που έκαιγε μέσα μου, θα γινόταν πυρκαγιά που θα μας κατάκαιγε.

Αργά το μεσημέρι έπεσα για ύπνο, ενώ η Γιώτα είχε κλειστεί στο δωμάτιο της. Αμέσως τα όνειρα ξεκίνησαν. Το μόνο που θυμόμουν όταν ξύπνησα ήταν η λάμψη που είχε αφήσει ο ιδρώτας στο πρόσωπό της μετά τον οργασμό της. Η στύση μου ήταν τεράστια, αλλά δεν ήθελα να την καταλαγιάσω. Έπρεπε να τυραννήσω λίγο το σώμα μου, το οποίο με καλούσε να σκεφτώ ακόλαστες πράξεις. Όμως το ισχυρό μυαλό μου και η σιδερένια θέληση μου ήταν ανώτερες από τις εντολές-κραυγές της σάρκας. Συγκεντρώθηκα για αρκετή ώρα και μπήκα σε βαθύ διαλογισμό. Σιγά-σιγά άρχισα να εξαλείφω τον πόθο και το παράλογο χυδαίο πάθος μου για την ανιψιά μου. Ήμουν σε απόλυτη συγκέντρωση και αυτογνωσία. Έψαχνα μονοπάτια στον κυκεώνα των σκέψεων μου. Ήξερα ότι η ώρα περνούσε. Μέσα σε σκοτεινά υπόγεια δωμάτια του υποεγώ, σφράγιζα την ακατανίκητη βαρυτική έλξη που μου ασκούσε όταν στεκόταν δίπλα μου. Όταν κλείδωσα και την τελευταία σκέψη, γύρισα πίσω στο ατέρμονο κενό. Εκεί την είδα να στέκεται. Φορώντας απλά καθημερινά ρούχα. Ένα τζιν παντελόνι, αθλητικά παπούτσια, μαύρο πουκάμισο. Το πάθος δεν υπήρχε πλέον. Αλλά υπήρχε κάτι άλλο. Πολύ ανώτερο από τη λαγνεία. Αγάπη.

Η συγκέντρωση μου έσπασε και βγήκα από το διαλογισμό. Κοίταξα το ρολόι στον τοίχο και έλεγε δέκα και είκοσι το βράδυ. Αμέσως τηλεφώνησα στο αφεντικό μου πως θα αργήσω, αλλά στις έντεκα θα ήμουν εκεί. Κανονικά πήγαινα μία ώρα νωρίτερα για να κάνω την απαραίτητη προετοιμασία στο μπαρ. Βγήκα από το δωμάτιο μου και είδα μόνο τα λαμπιόνια από το καράβι να αναβοσβήνουν. Η Γιώτα πρέπει να είχε πάει στη δουλειά της. Μέσα σε δύο λεπτά είχα μπει στο μπάνιο και έκανα ένα χλιαρό ντους για να ξεπλύνω τα τσιτωμένα νεύρα μου. Όταν βγήκα από τη ντουζιέρα, είχα μόνο την πετσέτα προσώπου για να σκουπιστώ. Σκουπίστηκα άρον-αρον και την έβαλα πίσω, βγαίνοντας γυμνός από την τουαλέτα. Στη βιασύνη μου δεν είχα προσέξει ότι το δωμάτιο της είχε κλειστή πόρτα και που τώρα ήταν ορθάνοιχτη. Κάτω από το κούφωμα στεκόταν αυτή. Ντυμένη στην τρίχα για να πάει στη δουλειά της και ότι έκλεινε το φως. Τα μάτια της κινήθηκαν πάνω μου. Ένα μικρό ρίγος με διαπέρασε. Έβαλε τα χέρια της μπροστά στα μάτια της και έκανε μεταβολή. Έτρεξα γρήγορα στο δωμάτιο μου και έκλεισα την πόρτα.

- Συγγνώμη, μου είπε. Νόμιζα ότι είχες φύγει.

- Εγώ συγγνώμη, απάντησα. Νόμιζα κι εγώ πως είχες φύγει…

ξεφώνισα πιο δυνατά. Μπήκα στο δωμάτιο μου!

Οι φωνές μας ακούγονταν και οι δύο έκπληκτες. Ένα λεπτό αργότερα άκουσα την εξώπορτα να ανοίγει και να κλείνει, ενώ ντυνόμουν βιαστικά. Δύο λεπτά αργότερα έβαζα μπρος τη μηχανή και έτρεχα για τη δουλειά. Εκείνη τη νύχτα έκανα λάθος τρεις παραγγελίες. Δε σκεφτόμουν ότι με είδε γυμνό. Σκεφτόμουν ότι πιθανώς να την αγαπάω. Σαν άτομο, σα φίλη, σα γυναίκα, σαν ανιψιά, σαν αδερφή, σα μάνα και σαν το άλλο μου μισό. Όταν γύρισα σπίτι τα ξημερώματα, είδα την καμπαρντίνα της στον καλόγερο. Στη δουλειά δεν είχα πιει ούτε μισό ποτήρι. Παλιότερα όταν οδηγούσα έπινα. Αλλά δεν το έκανα πια. Ένας άλλος πιωμένος είχε καταστρέψει τη ζωή μου. Δε θα έκανα το ίδιο σε κανέναν άλλο.

Αμέσως πήγα στην κουζίνα και έβγαλα ένα μεγάλο ποτήρι. Το γέμισα μέχρι πάνω από τη μέση με ουίσκι και έβαλα λίγο νερό από τη βρύση. Δεν ήθελα να την δω ερωτικά. Δεν ήθελα να νιώσω αγάπη τόσο σύντομα. "Δε θέλεις να είσαι μόνος…" είπα στον εαυτό μου. Το ποτήρι άδειασε σε δυο γουλιές. Η κάψα από το οινοπνευματώδες ποτό πλημμύρισε το λαρύγγι μου και κατόπιν το στομάχι μου. Άναψα τσιγάρο και κάθισα στην καρέκλα της κουζίνας να το τελειώσω. Μου φάνηκε ότι άκουσα έναν περίεργο ήχο από το δωμάτιο της. Αποφάσισα να μη δώσω σημασία και μόλις έσβησα τη γόπα καλά πήγα κατ' ευθείαν για ύπνο.

Αυτή τη φορά δε με στοίχειωσε η παρουσία της. Την άλλη μέρα δε σηκώθηκα με στύση.

Μέρα δεύτερη

Παραδόξως είχα σηκωθεί πρώτος. Ήταν μόλις έντεκα. Έφτιαξα καφέ νες για εμένα και ζέστανα νερό στο μπρίκι γι' αυτή. Κατόπιν άρχισα να χτυπάω με το κουτάλι την κούπα της για να ετοιμάσω τον δικό της. Στη συνέχεια έβγαλα πένες από το ντουλάπι για να τις φτιάξω το μεσημέρι. Αφού ήπια τον μισό καφέ και κάπνισα τέσσερα τσιγάρα την άκουσα που ξύπνησε. Ήρθε στην κουζίνα.

- Καλημέρα, μου είπε με χαμόγελο.

- Καλημέρα, της απάντησα επίσης χαμογελώντας. Η κούπα σου είναι έτοιμη. Θα πάω να πάρω ψωμί και κανένα ψάρι. Είπα να φτιάξω πένες για μεσημέρι.

- Οκ! Αν βρεις πάρε συναγρίδα και κανένα χταποδάκι για μεζέ.

Έγνεψα καταφατικά. Την είδα να κάθεται σταυροπόδι στην καρέκλα και να ανάβει τσιγάρο. Μισή ώρα αργότερα πήγαινα να ψωνίσω. Οι ώρες κυλούσαν γρήγορα όταν ήμουν κοντά της και απελπιστικά αργά όταν ήμουν μακριά. Φάγαμε μαζί και ήπιαμε ένα μπουκάλι λευκό κρασί. Σχεδιάσαμε για την παραμονή πρωτοχρονιάς και την πρωτοχρονιά. Αποφασίσαμε να φτιάξουμε μαζί τη βασιλόπιτα. Εγώ δε θα δούλευα εκείνο το βράδυ, αλλά ούτε κι αυτή. Όμως δε συζητήσαμε αν θα πηγαίναμε κάποια βόλτα στην αλλαγή του χρόνου. Είχαμε ακόμα μια μέρα γι' αυτό. Η Γιώτα έκανε μια λίστα για το σούπερ-μάρκετ με τα απαραίτητα υλικά για τη βασιλόπιτα και ότι άλλο χρειαζόμασταν. Μετά μου είπε ότι ήθελε να διαβάσει και κλείστηκε στο δωμάτιο της. Ο Βασίλης τραγουδούσε από το ραδιόφωνο της το μαύρο γάτο και κατάλαβα ότι όντως μελετούσε. Έκανα τα ψώνια μόνος μου και χάθηκα σε έναν ονειρικό κόσμο στον υπολογιστή μου. Το βιντεοπαιχνίδι που έπαιζα ήταν διαδικτυακό και μου αποσπούσε ένα μεγάλο μέρος της προσοχής. Το ήξερα μέσα μου ότι τα έκανα όλα αυτά για να μην τη σκέφτομαι. Όμως ακόμα και μέσα στο παιχνίδι υπήρχε μια αποστολή να βοηθήσω έναν άντρα να κερδίσει τη γυναίκα που αγαπά. Οι θεοί γελούσαν πάνω από το κεφάλι μου και με κορόιδευαν.

Σε άλλες γυναίκες θα την έπεφτα όσο πιο έξυπνα μπορούσα για να την αποπλανήσω και να θρέψω τη σαρκική ανάγκη μου. Τη Γιώτα δεν την έβλεπα έτσι. Δε θα μπορούσα ποτέ να το κάνω αυτό. Θυμόμουν ότι με το σύζυγό της είχαν καθαρά σωματική έλξη, αλλά σχεδόν κανένα άλλο κοινό ενδιαφέρον. Εκείνος της επέβαλλε να ακούει ελληνική μουσική, μέχρι που η ίδια παραλίγο να ξεχάσει την έννοια ροκαμπίλι που ζούσε μέχρι πριν τον γνωρίσει. Το απόγευμα πέρασε και έφυγα πολύ νωρίς για τη δουλειά. Όταν έφτασα έμαθα τα κακά μαντάτα. Η μητέρα του ιδιοκτήτη χαροπάλευε με την παλιαρρώστια και θα το έκλεινε μέχρι να αποδημήσει. Γύρισα στο άδειο σπίτι.

Ήθελα να μπω στο δωμάτιο της. Να μυρίσω ξανά το άρωμα από το σώμα της. Όχι όμως με το χυδαίο τρόπο που προκαλεί όνειδο. Με στοργή και με την ανάγκη να θυμηθώ έστω και για λίγο. Με τις πραγματικά πιο αγνές μου σκέψεις άνοιξα την πόρτα του δωματίου της και στη συνέχεια την έκλεισα. Επέβαλλα στον εαυτό μου να μην το κάνει. Δέκα λεπτά αργότερα βρισκόμουν στο μπαράκι που δούλευε και παρήγγειλα μπύρα ντραφτ παγωμένη στην ίδια. Η καρδιά μου χτύπησε πιο γρήγορα όταν το πρόσωπό της έλαμψε με πραγματική χαρά όταν με είδε. Το μάτι της έκλεισε σε σινιάλο και κατάλαβα. Κάποιος ηλίθιος της την έπεφτε και ήθελε να τη βοηθήσω. Έγνεψα θετικά. Όταν με πλησίασε, συστήθηκα, την ευχαρίστησα για την άμεση εξυπηρέτηση και ρώτησα για το τατουάζ με τα δύο δελφίνια που είχε στο μπράτσο.

Πολύ γρήγορα αντιλήφθηκα τον τύπο που την ενοχλούσε να απογοητεύεται, αλλά συνέχισα να τη φλερτάρω με όμορφα και διακριτικά κομπλιμέντα. Πολλές φορές για να ρίξω κάποια κοπέλα, έβαζα υποσυνείδητα πρόστυχα μηνύματα στο φλερτ μου, αλλά όχι με τη Γιώτα. Ήθελα κατά βάθος να την αποπλανήσω, αλλά δε μπορούσα. Ήξερα ότι ένοιωθα αγάπη γι' αυτήν και έτσι την προσέγγισα με τον πιο αθώο τρόπο που μπορούσα. Κάποιες φορές είχα την πεποίθηση ότι ανταποκρινόταν στον τρόπο μου, γιατί ποτέ κανένας δεν της την είχε πέσει με μη χυδαίο τρόπο. Όταν χαμογελούσε, όταν με κοίταζε, όταν τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας, ήμουν ένας μικρός θεός. Και μαζί της ήθελα να ζω για πάντα. Σε αυτές τις μικρές στιγμές.

Στο τέλος της βάρδιας της ζήτησα να την συνοδεύσω. Είχα προσέξει κι άλλους λιγούρηδες που τη ζαχάρωναν. Η Γιώτα ήταν πολύ όμορφη γυναίκα και ίσως να με τσίγκλησε λίγο η ζήλια. Μπορεί στο μυαλό μου να σκεφτόμουν ότι την έσωζα από τα κολλητιλίκια, αλλά κατά βάθος είχα και λίγες τύψεις. Το σύνδρομο του ήρωα με απασχολούσε και στη διαδρομή για το σπίτι δεν ανταλλάξαμε κουβέντα.

Όταν φτάσαμε την άφησα να πάει στο μπάνιο πρώτη και έβαλα ένα ποτό για εμένα. Το ήπια μονορούφι και έβαλα δεύτερο. Άκουγα το νερό της ντουζιέρας να κυλάει και έβλεπα με τα μάτια μου τις σταγόνες να της χαϊδεύουν το σώμα.

Μέσα σε λίγα λεπτά βγήκε σχεδόν τρέχοντας, μου πέταξε ένα καληνύχτα και μπήκε μέσα στο δωμάτιο της. Τα πόδια μου με οδήγησαν στο μπάνιο, αλλά ο νους μου με σταμάτησε. Πήρα το μπουκάλι και το ποτήρι στο δωμάτιο μου και κλείστηκα εκεί. Μισή ώρα αργότερα στο τασάκι ήταν πέντε τσιγάρα και το μπουκάλι άδειο. Αχ Γιώτα! Τι μου κάνεις;

Με τη μορφή της στο μυαλό μου έπεσα για ύπνο.

Μέρα τρίτη

Άργησα να ξυπνήσω. Ήταν σχεδόν έντεκα και τέταρτο. Το αλκοόλ με είχε ρίξει αναίσθητο. Είπα στον εαυτό μου ότι είμαι μουλάρι και ντύθηκα με ότι πρόχειρο ρούχο βρήκα διαθέσιμο.

Βγήκα από το δωμάτιο μου και πήγα στην κουζίνα. Οι Queen με υποδέχτηκαν από το ραδιόφωνο. Ο καφές μου ήταν έτοιμος, ζεστός και σερβιρισμένος στη θέση μου. Η Γιώτα με καλημέρισε και απάντησα σχεδόν χωρίς να το καταλάβω. Χρειαζόμουν επειγόντως νικοτίνη και καφεΐνη στον οργανισμό μου. Όταν οι δύο ουσίες αναμείχθηκαν στον εγκέφαλο μου ένιωσα τη μέθη να φεύγει. Όμως μια νέα μέθη ξεκινούσε. Η Γιώτα καθόταν αντίκρυ μου. Το άρωμα της, το χαμόγελο της, το σώμα της. Η παρουσία της γενικότερα, άρχισε να με κολάζει.

Ξεκίνησα μια ψιλή κουβέντα μέχρι να περάσει η ώρα και να ετοιμάσουμε τη βασιλόπιτα. Είχα πάντοτε μαζί μου τις συνταγές της γιαγιάς. Μου ζήτησε να τη βοηθήσω στο ζύμωμα. Στεκόμουν δίπλα της. Τα δάχτυλά μας ενώθηκαν μέσα στη ζύμη και οι νευρικές μου απολήξεις απελευθέρωσαν τεράστιες ποσότητες ερωτογενών ορμονών. Τραβήχτηκε από κοντά μου με τη δικαιολογία ότι κουράστηκε. Όμως εγώ το είδα στα μάτια της. Αφού τελείωσα τη δουλειά του ζυμώματος, είπα στη Γιώτα ότι θα στείλω κάμποσα mail και στα γρήγορα κλείστηκα στο δωμάτιο μου.

Όμως δεν έστειλα mail, αλλά πήρα απόφαση να κλειδώσω τον πόθο μου για το σώμα της και να αφήσω μόνο ανοιχτή την καρδιά μου που χτυπούσε πιο δυνατά στην παρουσία της. Αργότερα φάγαμε μαζί μεσημεριανό και ξανακλείστηκα στο δωμάτιο μου δήθεν για να κοιμηθώ για μεσημέρι. Όμως πλέον δε χρειαζόμουν ύπνο, αλλά ισχυρότατο διαλογισμό. Μέσα στο απόλυτο τίποτα, εκεί που πολλοί λίγοι μπορούν να επιτύχουν την κατάσταση του ονειρικού Αώς ή Ζεν, θέλησα να βρω μια σανίδα σωτηρίας για την αγάπη που ένοιωθα. Μου πήρε πολύ ώρα, αλλά τελικά τα κατάφερα. Μετά την αλλαγή του χρόνου θα της έλεγα ότι την αγαπάω. Αλλά θα επέβαλλα στον εαυτό μου να μην τολμήσει να την αγγίξει. Θα της πάσαρα τη μπάλα. Αν μου πει πως με αγαπάει κι αυτή, έχει καλώς. Αν όχι...

Μα προτρέχω! Το ξέρω ήδη ότι έχει τα ίδια συναισθήματα που έχω κι εγώ. Μόνο το αίμα μας που είναι κοινό, είναι το μεγάλο χάσμα που μας χωρίζει από το να εκφραστούμε. Και ξέρω ότι το βάθος έκφρασης μας θα είναι παραπάνω από μεγαλειώδες.

Όταν βγήκα από το διαλογισμό και πήγα στην κουζίνα, η Γιώτα πήγαινε για ύπνο. Αφού έφτιαξα ένα κουταλάτο φραπέ, πήγα κι έκανα ένα μπάνιο και πήρα κάμποσα τηλέφωνα. Η καρδιά μου ήταν πιο ανάλαφρη τώρα που είχα αποφασίσει τι να κάνω. Στο μυαλό μου ήρθε και σφήνωσε μια καταπληκτική ιδέα. Ήθελα το δείπνο μας να είναι τέλειο και έτσι πήρα τηλέφωνο ένα φίλο μου που είχε μεγάλη συλλογή κρασιών και τον παρακάλεσα για ένα μπουκάλι Σατώ Λαφίτ Ροθστσάιλντ του 1982. Του είπα ότι θα τον πλήρωνα και ότι ήταν ανάγκη να το έχω. Το σπίτι του ήταν δύο ώρες δρόμο μακριά με κίνηση. Κοίταξα το ρολόι μου και υπολόγισα. Άφησα ένα μήνυμα στη Γιώτα για να μην ανησυχεί και έφυγα με τη μηχανή.

Μου πήρε ακριβώς δύο ώρες για να φτάσω στο σπίτι του. Όταν του εξήγησα κι από κοντά, ο μπαγάσας κατάλαβε ότι είχα ζητήσει το συγκεκριμένο μπουκάλι για κάποια γυναίκα. Με ρώτησε μόνο αν με κάνει ευτυχισμένο και απάντησα ένα πιεστικότατο ναι. Μου έδωσε το μπουκάλι και το πακέταρα με τρόπο στη μπαγκαζιέρα της μηχανής. Τον ρώτησα τι του όφειλα και μου είπε μόνο "Καλή και ευτυχισμένη η νέα χρονιά".

Ενώ γύρναγα χαρούμενος στο σπίτι, έχοντας στο μυαλό μου τη Γιώτα, δε διαπίστωσα ότι η κίνηση παραήταν αυξημένη. Επίσης το Σύνταγμα είχε κλείσει και οι παρακάμψεις με ανάγκασαν να κάνω σαρανταπέντε λεπτά παραπάνω. Ανέβηκα τις σκάλες τρέχοντας και μπήκα λαχανιασμένος μες το σπίτι. Απολογήθηκα που άργησα, αλλά της έδειξα το μπουκάλι. Η Γιώτα είδε την επιγραφή και μιλήσαμε λίγο σχετικά για το πώς το βρήκα. Γρήγορα όμως οι κουβέντες μας άλλαξαν και δεν καταλάβαμε ότι πέρασε η ώρα.

Καμπάνες άρχισαν να χτυπούν και ακούσαμε τον κρότο των βεγγαλικών. Επίσης τα τηλέφωνα μας χτύπησαν. Χωρίς να το καταλάβουμε, πιασμένοι από το χέρι, βγήκαμε έξω στο μικρό μπαλκόνι να απολαύσουμε το θέαμα. Την ένοιωσα να τρέμει και την πήρα αυθόρμητα στην αγκαλιά μου. Κάμποσα λεπτά κύλισαν έτσι όταν τα κεφάλια μας στράφηκαν και τα βλέμματα μας συναντήθηκαν.

Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι να ψιθυρίζουμε "Καλή Χρονιά" σχεδόν ταυτόχρονα. Γιατί μετά από αυτό, νέα βαρελότα και πυροτεχνήματα άρχισαν να σκάνε. Αυτή τη φορά γύρω μας, δίπλα μας, πάνω μας. Τα χείλη μας είχαν βρεθεί σαν ένα πανίσχυρο μαγνητικό πεδίο να τα είχε διατάξει. Το φιλί μας από απαλό και στοργικό, έγινε έκρηξη ηφαιστείου. Κανένας ποιητής ή συγγραφέας δε θα μπορούσε ποτέ να περιγράψει με λόγια αυτό το φιλί και ούτε εγώ θα τολμήσω να το κάνω.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Μια διαφορετική παραμονή Πρωτοχρονιάς. Και οι δύο υποκρινόμαστε - και με μεγάλη επιτυχία μάλιστα - πως εκείνος ο ονειρεμένος, πρωτόγνωρος, κοινός οργασμός τρεις νύχτες πριν δεν συνέβη ποτέ. Ήταν όμως έτσι πραγματικά;

Μέρα πρώτη

Παρ' ότι ήξερα πως αυτό που ζήσαμε το προηγούμενο βράδυ ήταν απαγορευμένο, το θηλυκό μέσα μου δε μπόρεσε να αντισταθεί στη φωνή της μητέρας Εύας. Έτσι εξαπέλυσα το φίδι που ήλπισα ότι θα τον παρασύρει στην απαγορευμένη πράξη που ποθούσαμε τόσο και οι δύο. Το εσώρουχο που φορούσα την προηγούμενη νύχτα σε αναμενόμενο μεν, εμφανές δε σημείο στο μπάνιο.

Έχω πάει από νωρίς στο σαλόνι και πίνω καφέ τάχα μου βλέποντας τηλεόραση. Στην πραγματικότητα απλά περιμένω σαν την αράχνη να περάσει η μύγα στο σαλονάκι μου. Πάει στο μπάνιο και η καρδιά μου χτυπά δυνατά. Καθυστερεί λίγο περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως. Οι ελπίδες μου όμως εξανεμίζονται όταν τον βλέπω να βγαίνει σχεδόν ατάραχος. Σχεδόν…

Πάω κι εγώ με την σειρά μου στο μπάνιο, μόνο και μόνο για να δω τα αποτελέσματα της παγίδας μου. Επιβεβαιώνω την ήττα μου. Το εσώρουχο μου, τακτοποιημένο πια εκεί που θα έπρεπε να βρίσκεται εξαρχής, μαρτυρά ότι η λογική είναι αυτή που νίκησε. Προς το παρόν τουλάχιστον…

Φόρεσα το πιο λαμπερό μου χαμόγελο, έβαλα τη "δε συμβαίνει τίποτα" φορεσιά μου πάνω από τις πυτζάμες μου και βγήκα για να πιούμε τον καθιερωμένο πρωινό καφέ μας μαζί.

Έδειχνε άνετος και χαλαρός μα μικρά σημαδάκια ενδιαφέροντος πλεγμένα με αμηχανία αναπτέρωναν προς στιγμήν τις ελπίδες μου. Απέστρεφε το βλέμμα του κάθε φορά που τον έπιανα να προσπαθεί να εξερευνήσει το σώμα μου με μια κλεφτή ματιά. Άρχιζε να μιλά ακατάπαυστα και για θέματα που δεν ενδιέφεραν κανέναν από τους δύο. Εκείνο το πρωινό είχα μάθει τις καιρικές συνθήκες αναλυτικά και για τα δύο ημισφαίρια.

Η υπόλοιπη μέρα ήταν βασανιστική. Κλείστηκα στο δωμάτιο μου για να αποφύγω οποιαδήποτε μορφή περαιτέρω επικοινωνίας και έπεσα στο κρεβάτι μου. Στην σκέψη μου κυριαρχούσε εκείνος και διάφορα πλάσματα τον συνόδευαν. Πότε οι Ερινύες που με κατακεραύνωναν για το ηθικό αμάρτημα που ήμουν έτοιμη να διαπράξω και πότε οι νύμφες που ήθελαν να με παρασύρουν στον ερωτικό χορό τους και να με απελευθερώσουν από τις ενοχές μου. Η μάχη ήταν αμφίρροπη και με κούρασε τόσο που σύντομα αφέθηκα σε έναν ύπνο βαθύ, χωρίς όνειρα.

Ξύπνησα και ο μόνος που ήταν δίπλα μου ήταν ο Απόλλωνας με την ιδιότητα του ως θεός της Λογικής και της Ηθικής Τάξης. Πλήρως συνειδητοποιημένη πλέον για το τι μου συμβαίνει και για το τι πρέπει να συμβεί - ή μάλλον να μη συμβεί -, πέρασα και την υπόλοιπη μέρα κλεισμένη στο δωμάτιο μου.

Η ώρα είχε πάει δέκα παρά. Σηκώθηκα να ετοιμαστώ για την δουλειά. Συνήθως δεν έκανα καμιά ιδιαίτερη προετοιμασία αλλά τώρα τις γιορτές το αφεντικό είχε ζητήσει από όλους και όλες μας να είμαστε καλοντυμένοι και σύμφωνα με το στυλ του μαγαζιού. Μόνο που το μαγαζί ήταν ένα από τα πιο γνωστά Ελληνάδικα της εποχής και το αμιγώς δικό μου στυλ δεν ήταν αυτό που ζητούσε ο ιδιοκτήτης. Κατέληξα σε ένα ζευγάρι δερμάτινες κολλητές μπότες μέχρι το γόνατο με τακούνι στιλέτο, μια δερμάτινη στενή φούστα, αρκετά κοντή για να είναι κατάλληλη για το μαγαζί χωρίς όμως να είναι όλα έξω και ένα πράσινο εξώπλατο μπλουζάκι που έδενε πίσω από το λαιμό. Έβαψα τα χείλη μου σε ένα έντονο κόκκινο που όμως δεν ήταν πρόστυχο και τόνισα λίγο τα μάτια μου. Κρίκοι στα αυτιά και άρωμα και ήμουν έτοιμη.

Δεν άκουγα κανέναν θόρυβο από το υπόλοιπο σπίτι και ξέροντας ότι ο Ιανός πηγαίνει πάντα νωρίτερα για να βοηθήσει στην προετοιμασία, ήμουν σίγουρη ότι είχε φύγει. Πήρα την τσάντα μου και άπλωσα το χέρι μου στον διακόπτη να σβήσω το φως βγαίνοντας από το δωμάτιο μου. Κι εκείνη ακριβώς την στιγμή το φίδι επανήλθε στο προσκήνιο αλλά ήταν ο Αδάμ που το έστειλε αυτή την φορά.

Ακριβώς τη στιγμή που έβγαινα από την πόρτα του δωματίου μου, εκείνος έβγαινε από το μπάνιο ολόγυμνος. Έβαλα τα χέρια μου μπροστά στα μάτια μου, αλλά η μητέρα Εύα είχε ήδη προλάβει να εξερευνήσει κάθε ορατή λεπτομέρεια του κορμιού του.

Γύρισα γρήγορα στο δωμάτιο μου. Ταραγμένοι και συνάμα έκπληκτοι και οι δύο, φωνάξαμε "Συγνώμη" σχεδόν ταυτόχρονα. Μόλις άκουσα την πόρτα και του δικού του να κλείνει, βγήκα τρέχοντας, άρπαξα την καπαρντίνα μου και έφυγα βιαστικά για το μαγαζί.

Η δουλειά εκείνο το βράδυ κύλησε χωρίς απρόοπτα ή/και λάθη αλλά αυτό οφειλόταν κυρίως στο ότι εμείς οι γυναίκες μπορούμε να κάνουμε πολλά πράγματα ταυτόχρονα με την ίδια επιτυχία και όχι στο ότι δεν σκεφτόμουν το τι έγινε στο σπίτι πριν φύγω. Η αλήθεια ήταν τελείως διαφορετική. Για την ακρίβεια, όλη τη νύχτα δεν σκεφτόμουν τίποτα άλλο από εκείνον. Και όχι μόνο ότι τον είδα γυμνό. Τα αισθήματα που ένιωθα δεν ήταν ένα απλό εξιτάρισμα ή πόθος. Ήταν πολύ βαθύτερα. Θύμιζαν κάτι που είχα πολύ καιρό να αισθανθώ. Έμοιαζαν με… αγάπη.

Γύρισα σπίτι πριν από εκείνον και χώθηκα γρήγορα στο μπάνιο να κάνω ένα ντους βιαστικά για να προλάβω να πάω στο δωμάτιο μου. Δεν ήμουν έτοιμη να τον αντικρίσω ξανά. Δεν ήμουν έτοιμη ούτε καν να ακούσω την φωνή του. Ευτυχώς η τύχη ήταν με το μέρος μου αυτή τη φορά.

Ξάπλωσα στο κρεβάτι μου και σκεφτόμουν όλα έγιναν τις τελευταίες δύο βραδιές. Προφανώς η Σελήνη είχε βάλει σκοπό να μας οδηγήσει στην αμαρτία και από την ώρα που ο ήλιος έδυε χρησιμοποιούσε όλα τα διαθέσιμα όπλα της. Θυμήθηκα τη χθεσινή νύχτα και ένιωσα μια ακατανίκητη επιθυμία να χαϊδέψω το κορμί μου με την σκέψη του να καθοδηγεί τα χέρια μου. Με πολύ, πραγματικά πολύ, κόπο κατάφερα να επιβληθώ στον εαυτό μου και κοιμήθηκα χωρίς να δώσω στη Σελήνη τη χαρά ότι με νίκησε.

Δεν τον άκουσα να γυρίζει και κοιμήθηκα ανήσυχη ως το πρωί.

Μέρα δεύτερη

Με ξύπνησαν οι αχτίδες του ήλιου στο πρόσωπο μου γύρω στις 7:00 το πρωί. Δεν άκουγα κανέναν άλλο θόρυβο γύρω μου εκτός από τους χτύπους της καρδιάς μου σε ένα ακανόνιστο ρυθμό.

Ο Ιανός πρέπει να κοιμόταν ακόμα και δεν ήθελα να βγω εγώ πρώτη από το δωμάτιο μου. Προτιμούσα να βγει εκείνος πρώτος ώστε να είχε τον χρόνο να διαμορφώσει την κατάσταση όπως ήθελε. Να μου δείξει εκείνος το μονοπάτι που έπρεπε να ακολουθήσω γιατί η δική μου καρδιά ήδη τον έβλεπε διαφορετικά και το μυαλό μου δυσκολευόταν πολύ να την τιθασεύσει.

Κάπνιζα το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο περιμένοντας τον να ξυπνήσει. Η αναμονή φαινόταν ατελείωτη. Κοίταζα το ρολόι στον τοίχο κάθε πέντε λεπτά.

Άνοιξα το παράθυρο να μπει φρέσκος αέρας κι ας ήταν κρύος. Ήθελα να φύγει η τσιγαρίλα από το δωμάτιο αλλά κυρίως ήθελα να φύγει η σκέψη μου από εκείνον.

Κατά τις έντεκα άκουσα θόρυβο. Ξύπνησε επιτέλους. Τον άκουσα να πηγαίνει στο μπάνιο και μετά στην κουζίνα. Την ώρα που τον άκουσα να ετοιμάζει και τον δικό μου καφέ αποφάσισα να πραγματοποιήσω την ηρωική μου έξοδο. Κοιτάχτηκα λίγο στον καθρέφτη, έφτιαξα λίγο τα μαλλιά μου και πήγα στην κουζίνα.

Είπα ένα χαμογελαστό “Καλημέρα” το οποίο ανταπέδωσε επίσης χαμογελαστά αλλά χωρίς κάποιο υπονοούμενο. Όσο πίναμε τον καφέ μας προσπαθούσα να καταλάβω τις διαθέσεις του. Τίποτα δεν έδειχνε περίεργο. Όλα είχαν γυρίσει στο normal mode, σαν οι δύο τελευταίες μέρες να υπήρξαν μόνο στην φαντασία μου.

Συζητήσαμε τυπικά για το μεσημεριανό και μετά εκείνος πήγε να ψωνίσει. Μαγείρεψε πέννες με συναγρίδα όπως του είχα ζητήσει και φάγαμε παρέα, αδειάζοντας και ένα μπουκάλι λευκό κρασί. Συζητήσαμε για την Παραμονή και την Πρωτοχρονιά κι αποφασίσαμε να φτιάξουμε σπιτική βασιλόπιτα μαζί. Του έκανα μια λίστα με το τι ψώνια χρειαζόμασταν κι εκείνος ετοιμάστηκε να πάει να τα πάρει μαζί με ό,τι άλλο πίστευε ο ίδιος ότι μπορεί να έλειπε. Το μυαλό και η καρδιά μου βασανιζόταν κοντά του οπότε του είπα ότι θα πάω να διαβάσω και κλείστηκα στο δωμάτιο μου και πάλι.

Έβαλα τον Βασίλη να παίζει δυνατά, αφενός για να απασχολήσει το μυαλό μου και αφετέρου για να γίνω πιο πειστική ότι διαβάζω. Πήρα ένα βιβλίο και μερικές σημειώσεις και ξάπλωσα στο κρεβάτι έτοιμη να παραστήσω ότι όντως διαβάζω αν τυχόν ήθελε κάτι κι ερχόταν στο δωμάτιο μου.

Οι ώρες κυλούσαν βασανιστικά αργά και οι σκέψεις μου έπαιζαν κρυφτό με τις επιθυμίες μου. Η Σελήνη είχε ήδη πάρει την σκυτάλη και με κοίταζε ειρωνικά σαν να μου έλεγε ότι ξέρει ότι δεν μπορώ να αντισταθώ. Για να διώξω το μυαλό μου από τον Ιανό αποφάσισα να ασχοληθώ με το τι θα φορέσω.

Παρ' όλο που το ντύσιμο μου αυτές τις ημέρες έπρεπε να είναι πολύ διαφορετικό από το στυλ που μου αρέσει δεν ήταν δύσκολο για μένα να μεταμορφωθώ. Το έκανα για αρκετά χρόνια κατά την περίοδο του γάμου μου και ήξερα τι χρειάζεται. Για σήμερα προτίμησα ένα πολύ στενό υφασμάτινο παντελόνι και το συνδύασα με ένα κόκκινο τοπ που κάλυπτε λίγο παραπάνω από τα απαραίτητα. Η κοιλιά, η πλάτη και τα χέρια μου ήταν γυμνά. Αποφάσισα να τονίσω πιο πολύ τα μάτια μου σήμερα κι έβαλα ένα απλό λιπγκλός στα χείλη μου για να δείχνουν πιο ζουμερά. Ασημί καρφωτά σκουλαρίκια και τις μπότες που φόρεσα χτες και ήμουν έτοιμη.

Κάθισα στο κρεβάτι και περίμενα να περάσει η ώρα για να φύγει ο Ιανός. Δεν ήθελα να τον ξανασυναντήσω μέχρι την επόμενη μέρα. Ευτυχώς έφυγε νωρίς. Μόλις τον άκουσα, περίμενα τρία λεπτά, άρπαξα την καπαρντίνα μου κι έφυγα κι εγώ βιαστικά.

Η δουλειά στο μαγαζί ήταν αρκετούτσικη και δυστυχώς πάλι είχαμε κρούσμα ανδρός μέσης ηλικίας που θεωρούσε τον εαυτό του κελεπούρι. Αυτή ήταν και η αφορμή για να ξανάρθει στο νου μου ο Ιανός. Αν ήταν εδώ θα με έσωζε για ακόμη μία φορά. Αλλά αυτό δε μπορούσε να γίνει. Όπως και πολλά άλλα πράγματα δεν μπορούσαν να γίνουν με τον Ιανό.

Και όμως… τον είδα να μπαίνει ξαφνικά μέσα στο μαγαζί και να με πλησιάζει. Η χαρά που ένιωσα ήταν απερίγραπτη. Άλλη μια απόδειξη ότι αυτά που πάσχιζα να κρατήσω μέσα μου δεν ήταν απλή σαρκική έλξη. Ήταν κάτι πιο βαθύ και πιο μεγάλο.

Του έβαλα τη μπύρα που ζήτησε και του έκλεισα το μάτι για να καταλάβει ότι χρειαζόμουν σωτηρία για ακόμα μία φορά. Έγνεψε ότι κατάλαβε και σε λίγο άρχισε να με φλερτάρει ρωτώντας για το τατουάζ στο μπράτσο μου. Σιγά-σιγά γινόταν πιο τολμηρός και ανταποκρινόμουν αντίστοιχα.

Έπιανα τον εαυτό μου να απολαμβάνει αυτό το ερωτικό παιχνίδι μεταξύ μας παρ' όλο που ήξερα ότι ήταν ψεύτικο. Το φλερτ του ήταν έξυπνο και καθόλου χυδαίο. Σπιρτόζικο και εξιταριστικό. Έπαιζε μαζί μου όπως η γάτα με το ποντίκι, καρότο και μαστίγιο μαζί. Έπαιζε με τη γυναικεία μου φύση και το μυαλό μου. Όχι με την σάρκα μου. Με έκανε όχι μόνο να τον ποθώ, αλλά να τον θέλω πραγματικά. Οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί. Ο Αδάμ ήταν αυτός που κόλαζε την Εύα τώρα. Μόνο που δεν ήξερα αν όντως ήθελε να την κάνει να αμαρτήσει.

Η ώρα πέρασε γρήγορα και ήρθε η ώρα για να φύγω. Μου ζήτησε να με συνοδεύσει και δέχτηκα με μεγάλη χαρά σα να μην ήξερα ότι αυτό θα γινόταν ούτως ή άλλως.

Χαιρέτησα τα παιδιά και το αφεντικό μιας και θα τους έβλεπα με την καινούρια χρονιά πια και ξεκινήσαμε για το σπίτι.

Με έπιασε αγκαζέ και το άγγιγμα του αναστάτωνε κάθε μόριο του κορμιού μου. Η Σελήνη έβαζε τα δυνατά της για ακόμα μία φορά. Αλλά το ίδιο κι εγώ. Δε μιλούσε καθόλου και το έκανε ακόμα πιο δύσκολο να του αντισταθώ. Προσπαθούσα να διώξω την σκέψη μου από εκείνον και επίτηδες σκέφτηκα μέχρι και τον πρώην άντρα μου.

Ευτυχώς φτάσαμε γρήγορα σπίτι. Του ζήτησα να μπω πρώτη στο μπάνιο και με άφησε. Έκανα γρήγορα ένα καυτό ντους και με μια γρήγορη καληνύχτα εξαφανίστηκα γρήγορα στο δωμάτιο μου.

Το κορμί μου με προκαλούσε. Να τρέξω να χωθώ κάτω από τα σκεπάσματα του. Να επαναλάβουμε το αμαρτωλό μας παιχνίδι. Να μου χαρίσει έναν ακόμα απαγορευμένο οργασμό.

Η λογική μου επικράτησε για ακόμα μία φορά αλλά η μάχη ήταν σκληρή και εξοντωτική. Ο ύπνος ήρθε γρήγορα μετά από αυτόν τον εσωτερικό πόλεμο σαν λύτρωση.

Μέρα τρίτη

Η Παραμονή είχε επιτέλους φτάσει. Σηκώθηκα με όρεξη και με μια διάθεση να κλείσω εκκρεμότητες. Ο Ήλιος αντίθετα από την Σελήνη ήταν σύμμαχος μου. Άνοιξα τις κουρτίνες και το φως και η ζωογόνος δύναμη του εισέβαλε στο δωμάτιο.

Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη αποφασιστικά. Αποφάσισα ότι οι αμαρτωλές μου σκέψεις πρέπει να χαθούν βαθιά στο υποσυνείδητο μου, χαμογέλασα στο είδωλο μου και βγήκα από το δωμάτιο.

Έβαλα νερό στο μεγάλο μπρίκι για να φτιάξω καφέ και για τους δυο μας. Ειλικρινά δε μπορούσα να καταλάβω γιατί εκείνος χρησιμοποιούσε το μικρότερο κάνοντας την ίδια δουλειά δυο φορές.

Έβαλα στο λάπτοπ να παίζει χαμηλά η μουσική που άρεσε και στους δυο μας. Οι στίχοι και η μουσική των Queen μας ηρεμούσαν εξίσου. Έβγαλα τα υλικά για το δείπνο και τη βασιλόπιτα. Θα ξεκινούσαμε με την βασιλόπιτα και μετά εγώ θα έφτιαχνα το χοιρινό σύμφωνα με την συνταγή της γιαγιάς που ήξερα πόσο άρεσε και στους δυο μας.

Μετά από περίπου ένα τέταρτο, μπήκε στην κουζίνα κι εκείνος. Μου πέταξε ένα μαχμουρλίδικο “Καλημέρα” και έψαξε για τον καφέ του που τον είχα κρατήσει ζεστό. Του έδωσα το σταχτοδοχείο πριν να μου το ζητήσει. Ήξερα καλά πως ο Ιανός χρειάζεται καφέ και τσιγάρο το πρωί περισσότερο από ότι χρειάζεται το οξυγόνο όλο το υπόλοιπο εικοσιτετράωρο.

Ήπιε την πρώτη γουλιά και κοιτάζοντας προς τον πάγκο της κουζίνας ο ήλιος τον χτύπησε στο πρόσωπο και το πράσινο των ματιών του έγινε ακόμα πιο δελεαστικό. Φορούσε ένα χειμωνιάτικο φανελάκι και μια φόρμα και με τον τρόπο που καθόταν μπορούσα να ξεχωρίσω άνετα την αιτία του κακού. Το μυαλό μου είχε αρχίσει να παρασύρεται σε άνομες σκέψεις για ακόμα μία φορά αλλά η φωνή του με επανέφερε στην πραγματικότητα.

Είχε ήδη καπνίσει το πρώτο του τσιγάρο για σήμερα και τα γρανάζια του εγκεφάλου του ήταν πλέον σε πλήρη λειτουργία. Γύρισα προς το παράθυρο και βρήκα το σύμμαχο μου. Ο Ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από κάτι σύννεφα, ίσως για να μην βλέπει τις προηγούμενες άνομες σκέψεις μου. Μου χαμογελούσε όμως ενθαρρυντικά λέγοντας μου πως θα μου συγχωρέσει αυτό το μικρό παραστράτημα. Υποσχέθηκα ότι θα είμαι φρόνιμη από δω και πέρα και γύρισα στον Ιανό.

Μιλήσαμε λίγο περί ανέμων και υδάτων μέχρι που καταλάβαμε πως η ώρα είχε πάει δώδεκα και έπρεπε να αρχίσουμε τις ετοιμασίες. Όπως είχαμε συμφωνήσει ξεκινήσαμε με τη βασιλόπιτα. Εκείνος διάβαζε τη συνταγή κι εγώ εκτελούσα το κάθε βήμα της.

Ώσπου φτάσαμε στο ζύμωμα και του ζήτησα να με βοηθήσει γιατί ήθελε λίγη δύναμη στην αρχή. Έπλυνε τα χέρια του και άρχισε να ζυμώνει μαζί μου. Τα δάχτυλα μας μπλέχτηκαν και ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί μου. Τραβήχτηκα - λίγο απότομα είναι η αλήθεια - και με τη δικαιολογία ότι πόνεσαν οι καρποί μου τον άφησα να τελειώσει το ζύμωμα μόνος του.

Με το που τελείωσε μου είπε ότι έπρεπε να στείλει κάποια emails για χρόνια πολλά και ότι θα επέστρεφε σε λίγο να με βοηθήσει με τα υπόλοιπα. Ανακουφίστηκα με τη φυγή του και αφοσιώθηκα στη μαγειρική μου.

Γύρισε μετά από τρία τέταρτα περίπου και με ρώτησε τι θα ήθελα να κάνει για να με βοηθήσει. Είχα βάλει ήδη τη βασιλόπιτα στο φούρνο και ετοίμαζα το χοιρινό. Του είπα ότι έμεναν μόνο οι σαλάτες αλλά θα μπορούσαμε να τις κόψουμε και πιο μετά. Απάντησε ότι καλύτερα να το κάναμε τώρα για να προσθέσουμε και το λάδι από νωρίς ώστε να “μείνει” αρκετές ώρες για να πάρει τη γεύση των λαχανικών. Κόλπο της γιαγιάς κι αυτό αλλά δεν ήξερα ότι το γνώριζε κι εκείνος.

Τελειώσαμε με τα μαγειρέματα, τσιμπήσαμε κάτι πρόχειρο κι εκείνος πήγε για τη μεσημεριανή σιέστα του που σήμερα θα λάμβανε χώρα απόγευμα. Εγώ θα περίμενα λίγο ακόμα για να βγάλω τη βασιλόπιτα και να βάλω το χοιρινό που χρειαζόταν αρκετές ώρες για να σιγοψηθεί.

Όταν πια τελείωσα με τα της κουζίνας, είχε περάσει τόσο η ώρα που ο Ιανός ξύπνησε ενώ εγώ πήγαινα για ύπνο. Συναντηθήκαμε στο σαλόνι, του επανέλαβα τις οδηγίες για το χοιρινό που του είχα αφήσει γραπτώς στο τραπέζι της κουζίνας και χώθηκα γρήγορα στο κρεβάτι μου. Κοιμήθηκα γρήγορα για να προλάβω το μυαλό μου πριν αρχίσει να τον σκέφτεται με τον τρόπο που δεν έπρεπε.

Ξύπνησα κατά τις εννέα. Εκείνος έλειπε και μου είχε αφήσει ένα σημείωμα ότι κατά τις δέκα μισή θα ήταν πίσω. Πήγα στην κουζίνα. Όλα ήταν έτοιμα και τακτοποιημένα. Το μόνο που έλειπε ήταν ένα ωραίο κρασάκι αλλά δεν είχε σταθεί τυχερός στα ψώνια της προηγούμενης μέρας.

Μπήκα να κάνω ένα μπάνιο και μετά να ετοιμαστώ. Δεν είχαμε μιλήσει για το αν θα βγαίναμε μετά την αλλαγή του χρόνου αλλά είχαμε συμφωνήσει να τον υποδεχτούμε με όλες τις τιμές, ντυμένοι με τα καλά μας.

Αφού τελείωσα με το μπάνιο, άρχισα να ντύνομαι. Ήθελα να είμαι πολύ όμορφη απόψε. Όχι για να με ποθήσει αλλά για να τον σαγηνεύσω. Να τον κάνω να μη θέλει, να μη μπορεί να σκεφτεί τίποτα άλλο εκτός από μένα. Μα τι είναι αυτά που σκέφτομαι πάλι; Η κακούργα η Σελήνη δε θα με άφηνε σε ησυχία ποτέ;

Έβαλα ένα μαύρο στενό φόρεμα από βελούδο, απομεινάρι στη γκαρνταρόμπα μου από την εποχή του γάμου μου. Βάφτηκα πολύ ελαφρά, τονίζοντας κυρίως τα μάτια μου. Το συνδύασα με ένα ζευγάρι βελουτέ μαύρες μυτερές γόβες με λεπτό τακούνι - κι αυτό από την έγγαμη ζωή μου. Λίγο άρωμα και ήμουν έτοιμη.

Βγήκα στο σαλόνι και περίμενα. Η ώρα περνούσε κι εκείνος δεν ερχόταν. Ένιωθα μια θλίψη που μεγάλωνε όσο η ώρα κυλούσε. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο δεν ανησυχούσα. Ήξερα ότι ήταν καλά. Στεναχωριόμουν όμως που έλειπε από κοντά μου. Τα συναισθήματα μου δεν είχαν να κάνουν με την σάρκα. Δε μου έλειπε τόσο ως εραστής όσο ως σύντροφος.

Η ώρα είχε πάει έντεκα και τέταρτο και άρχισα να στρώνω το τραπέζι για να απασχολήσω το μυαλό μου. Τα ετοίμασα όλα και χαμήλωσα τα φώτα ανάβοντας κεριά χωρίς να ξέρω ακριβώς το γιατί. Μόλις τα ετοίμασα όλα η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα λαχανιασμένος.

Ήταν τόσο όμορφος. Άρχισε να μιλάει βιαστικά και να μου ζητάει συγνώμη που άργησε αλλά μου είχε μια έκπληξη. Έβγαλε από την τσάντα που κρατούσε ένα μπουκάλι Σατώ Λαφίτ Ροθστσάιλντ του 1982 και μου εξήγησε ότι του το είχε βρει ένας φίλος αλλά με την κίνηση στους δρόμους άργησε περισσότερο από όσο υπολόγισε.

Μιλήσαμε λίγο και μ’ αυτά και μ’ αυτά ήρθαν μεσάνυχτα. Οι καμπάνες άρχισαν να χτυπούν, όπως και τα τηλέφωνα και βεγγαλικά ακουγόντουσαν να σκάνε κάπου κοντά.

Λες και ήμασταν συνεννοημένοι κινηθήκαμε και οι δυο προς το μπαλκόνι και βγήκαμε να θαυμάσουμε τα βεγγαλικά.

Χωρίς να μιλήσουμε αποφασίσαμε να απολαύσουμε λίγο το θέαμα και μετά να απαντήσουμε στα τηλέφωνα και να φάμε. Άρχισα να τρέμω ελαφρά και με αγκάλιασε να με ζεστάνει. Δεν ήθελα να μπω ακόμα στο σπίτι και εκείνος το ήξερε χωρίς να του το πω. Στρέψαμε ταυτόχρονα τα κεφάλια μας και κοιταχτήκαμε στα μάτια. Τα δικά του είχαν σκουρύνει αρκετά και μέσα τους αντικατοπτρίζονταν τα βαρελότα αλλά και η Σελήνη που μου έκλεινε πονηρά το μάτι. Δεν κρύωνα πια. Αντιθέτως ένιωθα κάθε εκατοστό της σάρκας μου να καίει. Δεν ήθελα να βγω από την αγκαλιά του.

Τον κοίταζα στα μάτια και όλος ο κόσμος γύρω μου είχε ατονήσει. Ένιωθα σα να έχουμε ξεκολλήσει από το πάτωμα και να πετάμε αγκαλιά πάνω από τον κόσμο, έξω από τα σώματα μας. Ψιθυρίσαμε ταυτόχρονα το “Καλή Χρονιά” που ακόμα δεν είχαμε πει και χωρίς κανείς μας να πει ή να κάνει τίποτα άλλο τα χείλη μας ενώθηκαν σαν μια μυστηριώδης σκοτεινή δύναμη να τα είχε υποτάξει και οδηγήσει στο πιο αισθησιακό κι ερωτικό φιλί που είχε δοθεί από καταβολής κόσμου.

Όταν τα χείλη μας ξεκόλλησαν επιτέλους για να πάρουμε αέρα, αντικρίσαμε και οι δύο ο ένας τον άλλο να βαριανασαίνουμε. Τα σώματα μας έτρεμαν με πρωτόγνωρο πάθος. Ο γιος της Αφροδίτης μας διέταζε με φωνές και με βέλη να ακολουθήσουμε τις επιταγές της σάρκας. Τα μάγουλα μας είχαν κοκκινίσει. Το μόνο παγωμένο στοιχείο στην ατμόσφαιρα ήταν τα κινητά τηλέφωνα που χτυπούσαν ασταμάτητα.

- Θα ανησυχούν, είπα κουνώντας το κεφάλι μου αρνητικά.

- Ναι… συμφώνησε η Γιώτα. Πρέπει να απαντήσουμε.

- Γιώτα;

- Ναι;

- Σ' αγαπάω!

- Κι εγώ σ' αγαπάω!

Τα τηλέφωνα απαντήθηκαν στο σαλόνι. Τα λαμπιόνια του καραβιού αναβόσβηναν. Τα μάτια μας δεν έχασαν οπτική επαφή. Όταν τα κινητά έκλεισαν, τα σώματα μας βρέθηκαν κολλημένα στον καναπέ. Τα χείλη μας ενώθηκαν σε ακόμα μια μαγική στιγμή. Δεν ξέρω πώς τα μυαλά μας επικοινωνούσαν, αλλά το κατάφερναν. Προς το παρόν γνωρίζαμε ότι ο σαρκικός πόθος μας τυραννούσε αλλά δε θα του κάναμε έτσι εύκολα της χάρη. Λες και τα χέρια μας είχαν συνεννοηθεί, βρέθηκαν να ανιχνεύουν εκατέρωθεν τα σημεία του σώματος που ούρλιαζαν απελπισμένα για εξιλέωση.

Το χέρι μου βρήκε και ξεκούμπωσε το στενό της φόρεμα και πλανήθηκε γρήγορα στην πηγή της ζωής της. Το τάγκα κιλοτάκι παραμερίστηκε και τα δάχτυλα μου χάιδεψαν τρυφερά την πρησμένη κλειτορίδα και εισχώρησαν στο άδυτο της. Το χέρι της ξεκούμπωσε το παντελόνι και έλυσε τη ζώνη μου. Με λίγη βοήθεια από μέρους μου, ο ανδρισμός μου ελευθερώθηκε, παλλόμενος και σφριγηλός πήρε θέση στην παλάμη της.

Τα χείλη μας δεν ξεκόλλησαν. Οι γλώσσες μας χόρεψαν τανγκό, βαλς και λαμπάντα στα στόματά μας. Και όσο χόρευαν αυτές, τα χέρια μας κινούνταν στον ρυθμό τους. Ήθελαν να δώσουν την απόλυτη ολοκλήρωση. Τα σώματά μας είχαν μεθύσει με αγάπη. Δεν ήταν λαγνεία! Γιατί ξέραμε τι θέλαμε.

Μισό λεπτό αργότερα το φιλί μας έσπασε και τα μάτια μας είχαν κλείσει, όμως τα σώματα μας έτρεμαν και αναστενάζαμε μαζί και δυνατά. Οι βρυσούλες της πλημμύριζαν τα δάχτυλα μου, ενώ εγώ εκτόξευα κύματα από τον εαυτό μου παντού στο σαλόνι. Δύο λεπτά αργότερα τα χείλη μας ξαναβρέθηκαν. Αυτή τη φορά το φιλί μας ήταν τόσο αγνό και απαλό που ούτε σε αυτό υπάρχει τρόπος περιγραφής.




Copyright protected OW ref: 179561