Θεία Αγνή: Την επομένη του γάμου (1ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από tsolias1
κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
στις 23-05-2020

Προηγούμενο μέρος: Τάκης & θεία Αγνή - Ο Γάμος

Το επόμενο πρωί με ξύπνησε το κινητό μου γύρω στις έντεκα.

- Καλημέρα αγάπη μου! Κοιμάσαι ακόμη;

- Έλα μαμά… καλημέρα, τι έγινε;

- Είμαι κάτω με τον μπαμπά. Πληρώσαμε τα δωμάτια και στις δώδεκα είναι το check out. Μην αργήσεις.

Σηκώθηκα και μπήκα κατευθείαν κάτω από την ντουζιέρα. Παρ' όλο που όλο το βράδυ τον έπαιζα, τράβηξα άλλη μια μαλακία στο ντους.

Ντύθηκα, μάζεψα τα πράγματά μου και τα χυμένα κωλόχαρτα από το κρεβάτι και κατέβηκα στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου.

- Πως τα πέρασες εχθές;…

είπε η μάνα μου καθώς άλειφε μια φέτα με μαρμελάδα.

- Καλά ήταν.

Ετοίμασα τον καφέ μου και έκανα να σηκωθώ να βγω έξω για να καπνίσω. Με σταμάτησε όμως ο πατέρας μου.

- Περίμενε λίγο, εμείς λέμε να περάσουμε από Καρδίτσα να δούμε μια φίλη της μαμάς, την Ελπίδα, τη θυμάσαι;

- Ναι, τη θυμάμαι.

- Θέλεις να έρθεις μαζί μας ή θα γυρίσεις Βόλο στο σπίτι;

- Θα γυρίσω σπίτι. Έχω κανονίσει το βράδυ.

- Ωραία, θα γυρίσεις με τη θεία τότε, φώναξε κάποιον να έρθει να σε πάρει από Αγχίαλο.

- Θέλει η θεία;

- Γιατί να μην θέλει καλέ;

- Δεν ξέρω.

- Θέλει, στο λέω εγώ.

- Εντάξει. Πάω έξω να κάνω ένα τσιγάρο.

- Πήγαινε, την παίρνω να της το πω. Ακόμη κοιμάται κι αυτή.

Καθόμουν σε ένα τραπεζάκι και χάζευα στο κινητό μου όταν βγήκαν.

- Όλα καλά μωρό μου, η θεία κατεβαίνει σε λίγο κι εμείς φεύγουμε.

- Πότε θα γυρίσετε εσείς;

- Μάλλον αύριο βράδυ. Έχει άδεια ο μπαμπάς.

Με φίλησε και απομακρύνθηκαν προς το πάρκινγκ. Δεν πέρασαν δέκα λεπτά αφότου έφυγαν όταν την είδα να πλησιάζει κρατώντας ένα τεράστιο χυμό. Φορούσε ένα ροζ παρεό και το μαγιό της.

- Καλημέρα, Πως είσαι;

Φερόταν σαν να μην συνέβη τίποτα και αυτό με χαλάρωσε κάπως.

- Καλημέρα, καλά είμαι. Θα κάτσεις;

- Πάω στην πισίνα,, θέλεις να έρθεις;

- Πάμε, ναι.

Σηκώθηκα και την ακολούθησα. Ήταν όμορφη και ζουμερή γυναίκα, νομίζω πως δε χρειάζεται να σας περιγράψω πως την κοιτούσαν οι άντρες γύρω μας. Βρήκε ένα ζευγάρι ξαπλώστρες και έστρωσε επάνω στη μια την πετσέτα της.

- Θα βουτήξεις;

- Δε φοράω μαγιό.

Έβγαλα τη μπλούζα μου και βολεύτηκα δίπλα της.

- Έχεις αδυνατίσει πολύ ή μου φαίνεται;

- Και η αδερφή σου αυτό μου λέει συνέχεια.

- Δεν τρως;

- Τρώω, σα ζώο.

- Είναι που παίζεις μπάλα τότε!

«Είναι επειδή έχω τρελαθεί στην μαλακία» σκέφτηκα. Πιάσαμε κι οι δυο τα κινητά μας και πέρασε λίγη ώρα πριν μιλήσει κάποιος.

- Κοιμήθηκες καλά;

- Δε θα το έλεγα.

- Λόγω των χθεσινοβραδινών;

- Ναι.

Με πλησίασε και κατέβασε λίγο τα γυαλιά της να με κοιτάξει.

- Αυνανίστηκες πάλι;

- Ναι… αυνανίστηκα.

Προσπάθησα να δώσω ένα τόνο ειρωνείας στα λόγια μου αλλά ή δεν τα κατάφερα καλά ή απλά το προσπέρασε.

- Πόσες φορές;

- Τέσσερις.

- Wow… τέσσερις φορές μέσα σε λίγες ώρες! Πρέπει να είναι ρεκόρ αυτό, ε;

- Δεν είμαι σίγουρος.

- Θα σε πάω εγώ Βόλο μου είπε η μάνα σου.

- Μέχρι Αγχίαλο, θα έρθει να με πάρει από εκεί ένα φιλαράκι.

- Όχι, θα σε πάω μέσα γιατί έχω μια δουλίτσα. Πάμε σιγά – σιγά;

- Πάμε.

Ήπιε λίγο χυμό, μάζεψε τα πράγματά της και σηκώθηκε.

- Η βαλίτσα σου;

- Τα έχω στην ρεσεψιόν.

Περάσαμε από την ρεσεψιόν, πλήρωσε και μου έδειξε τις βαλίτσες της.

- Αυτές εκεί είναι. Πήγαινέ τες στο αυτοκίνητο εσύ, εγώ αλλάζω κι έρχομαι.

Πήρε τη μικρότερη τσάντα, μου έδωσε το κλειδί και έφυγε. Τακτοποίησα τις βαλίτσες μας στο αυτοκίνητο και άναψα ένα τσιγάρο όσο την περίμενα. Εμφανίστηκε φορώντας μια στενή, τζιν φούστα που μετά βίας κάλυπτε τα απαραίτητα και ένα στενό, λευκό πουκάμισο ασορτί με τις γόβες της.

«Θα με τρελάνει τελείως» σκέφτηκα.

- Άργησα;

- Όχι, καθόλου.

Της έδωσα το κλειδί, έκατσε στο κάθισμα του οδηγού και έβγαλε και μου έδωσε τις γόβες της.

- Βαλ’ τες εκεί.

Η φούστα της είχε σηκωθεί τόσο που φαινόταν το εσώρουχό της. Μαύρο με διαφάνεια και ασημί λεπτομέρειες. Με κοίταξε και χαμογέλασε χωρίς να κάνει την παραμικρή κίνηση να το καλύψει.

- Όλα καλά;

- Ε.. ναι, έτσι νομίζω.

Είχα μείνει μαλάκας. Κρατούσα σφιχτά τις γόβες τις επάνω μου, μη μπορώντας να πάρω τα μάτια μου από πάνω της.

- Δε φτιάχνεις το GPS εσύ να μη χαθούμε;

- Τι βάζω;

- Καραγάτς βάλε και θα το βρω εγώ από εκεί.

Για λίγα λεπτά και ενώ οδηγούσε δεν μίλησε καθόλου, μέχρι που με είδε να προσπαθώ να τακτοποιήσω τη στύση μου μέσα στην βερμούδα.

- Έχεις ερεθιστεί;

- Φαίνεται;

- Θέλεις να σταματήσουμε κάπου να… το διευθετήσεις;

Ήταν απίστευτη η τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα έως εκείνη την ώρα, πόσο μάλλον αυτά που θα συνέβαιναν αργότερα και μέχρι το τέλος της μέρας.

- Ναι θεία, δεν αντέχω άλλο!

Έπιασα την πούτσα μου και την έσφιξα δυνατά με ένα ρίγος να διαπερνά όλο μου το κορμί. Σταμάτησε στο πρώτο πάρκινγκ που βρήκαμε και έσβησε το αυτοκίνητο.

- Χαρτί έχει στο ντουλαπάκι.

Νόμισα ότι θα βγω έξω να τον παίξω αλλά την είδα να στρίβει, όσο της επέτρεπε η θέση της, προς το μέρος μου.

- Θα μου κανείς μια χάρη;

- Τι είναι;

- Μου είπες εχθές στον γάμο, ότι το κανείς με φωτογραφίες μου στο Facebook, σωστά;

- Σωστά.

- Μπορείς να μου δείξεις ποια σου αρέσει περισσότερο;

Έπιασα το κινητό μου και έψαξα στο προφίλ της να βρω την φωτογραφία που με ενέπνευσε να τραβήξω τις περισσότερες μαλακίες για εκείνη. 2011, καλοκαίρι στον Άη Γιάννη Πηλίου. Λίγες ώρες μετά την πρώτη μου μαλακία μέσα στη θάλασσα που την τράβηξα, βλέποντάς την, ξαπλωμένη στην ξαπλώστρα της. Επέστρεψα σπίτι και τον έπαιζα όποτε έβρισκα ευκαιρία. Τα αγοράκια θα με καταλάβουν.

- Αυτή εδώ είναι.

Της έδωσα το κινητό μου και έβγαλα την πούτσα μου έξω εστιάζοντας ανάμεσα στα μπούτια της και στο κυλοτάκι της.

Με κοίταξε πάνω από το κινητό με ένα άτακτο χαμόγελο.

- Δεν ντρέπεσαι βρε; Εδώ είμαι με τη μαμά σου!

Ήμουν τόσο καυλωμένος που έχυσα μόλις σε λίγα δευτερόλεπτα. Προσπάθησα να σώσω με τη χούφτα μου «το κακό» αλλά μάταια.

- Βρε συ… δε σου είπα να πάρεις χαρτί; Κοίτα τι έκανες; Γέμισες τον τόπο!

Μια ριπή από σπέρμα έσκασε μπροστά στο παρμπρίζ και μια άλλη στο τιμόνι. Ήταν το τελευταίο που με ένοιαζε. Έτρεμα ολόκληρος κυριολεκτικά.

- Μαζέψου λίγο να πάρω χαρτί από το ντουλαπάκι.

Μαζεύτηκα στην άκρη και έβγαλε από το ντουλαπάκι ένα πακέτο υγρά χαρτομάντιλα.

- Πέντε;

- Τι «πέντε»;

- Πέμπτη φορά ήταν αυτή;

- Νομίζω.

Σκούπισε τα λερωμένα σημεία και μου έδωσε κι εμένα δυο μαντηλάκια να σκουπιστώ.

- Ευχαριστώ.

- Πρέπει να το σαλιώνεις, δεν κάνει να το κανείς έτσι.

- Καλά. Να βγω για ένα τσιγάρο ή βιαζόμαστε;

- Δε βιαζόμαστε. Κάνε ένα.

Βγήκα και μετά από λίγο βγήκε κι ο εκείνη.

- Έχεις το μεγαλύτερο πουλί που έχω δει. Ζωντανά, όχι σε βίντεο.

- Βλέπεις και βίντεο θεία;

- Γιατί να μη βλέπω εγώ;

- Δεν ξέρω, νόμιζα πως δε βλέπετε οι γυναίκες.

Γέλασε ψεύτικα.

- Όλοι βλέπουν πορνό.

Περπάτησε λίγο πέρα, δώθε και τεντώθηκε.

- Τι θα κάνουμε τώρα;

- Τι εννοείς;

- Το Σεπτέμβρη υποτίθεται ότι θα σε φιλοξενούσαμε για τις σπουδές σου στην Θεσσαλονίκη. Τώρα;

- Άλλαξε κάτι;

- Φυσικά και άλλαξε. Δε μπορώ να σε έχω σπίτι ξέροντας ότι… καταλαβαίνεις έτσι;

- Δεν καταλαβαίνω. Δε νομίζω να σε πίεσα σε κάτι.

- Όχι βρε! Θέλω να πω πως θα έχεις διαβάσματα και δε θα είναι καλό να είμαστε στον ίδιο χώρο.

«Ευκολάκι» σκέφτηκα, είχα αδιάψευστα στοιχεία για να την καθησυχάσω.

- Θεία σήμερα που μιλάμε έχω συγκεντρώσει την έβδομη καλύτερη βαθμολογία στις Πανελλήνιες στα σχολεία του Βόλου. Έχω Goethe πιστοποίηση στα Γερμανικά μου και στον Τοξότη που παίζω μπάλα, είμαι αναντικατάστατος.

Ακολούθησε μια μικρή παύση και αφού δεν είπε κάτι, συνέχισα.

- και ναι, είσαι μέσα σε όλες μου τις φαντασιώσεις όταν τον παίζω.

- Δε νομίζω όμως να ελπίζεις σε κάτι περισσότερο από αυτό, έτσι;

- Ελπίζω, δε θα πω ψέματα αλλά σε καμία περίπτωση δε θα γίνω πιεστικός. Σου το υπόσχομαι.

- Εντάξει αγάπη μου, με κάλυψες νομίζω. Θέλω να κατουρήσω τώρα κάπου.

Έψαξε δεξιά κι αριστερά για να βρει το κατάλληλο σημείο και αφού πήρε κάτι από το πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου κινήθηκε προς ένα μεγάλο θάμνο.

- Θεία μήπως μπορώ κι εγώ να…

- Ούτε να το σκεφτείς!

Μόλις χάθηκε από τα μάτια μου την ακολούθησα.

- Δε σου είπα να μην έρθεις; Σε ακούω.

Είχα βγάλει ήδη τον πούτσο μου και τον έπαιζα.

- Λιγάκι.. από δω.. δε βλέπω!

- Το παίζεις πάλι;

- Ναι.. συγνώμη αλλά δε μπορώ να... δε θα αργήσω.

- Έλα από δω... έλα!

Η καρδιά μου πήγε να σπάσει. Καθόταν στη γνωστή γυναικεία στάση κρατώντας ένα πακετάκι μωρομάντηλα.

- Βρε ούτε πέντε λεπτά δεν πέρασαν!

Δεν την άκουγα. Είχα εστιάσει στο φρεσκοξυρισμένο μουνί της και περίμενα να τη δω να αδειάζει την κύστη της επάνω στα ξερά φύλλα.

- Έχεις ξαναδεί ζωντανά κάτι τέτοιο;

- Όχι, όχι ποτέ!

Το χέρι μου άρχισε να κινείται γρήγορα. Δε θα άντεχα για πολύ ακόμη.

- Αν θέλεις μπορείς να τελειώσεις στο βρακάκι μου, εκεί είναι.

Μου έδειξε ένα μεγάλο αγκωνάρι λίγο πιο κει.

- Σε περιμένω, μην αγχώνεσαι.

Άρπαξα το βρακί της και το έφερα στο πρόσωπο μου χωρίς να σταματήσω να τραβάω δυνατά μαλακία με το άλλο χέρι.

- Αγάπη μου μην βιάζεσαι, εδώ είμαι, δε φεύγω. Και σάλιωσε το λίγο, δεν κάνει έτσι!

Έφτυσα δυο, τρεις φορές χωρίς να πετύχω στόχο και συνέχισα. Εκείνη γέλασε όπως γελάει μια μαμά που βλέπει το παιδί της αδέξια να προσπαθεί να δέσει τα κορδόνια του. Ένα λευκοκίτρινο ρυάκι άρχισε αναβλύζει από το μουνί της και ασυναίσθητα πλησίασα και γονάτισα μπροστά της.

- Θέλεις να τα κρατήσω λίγο; Πες μου.

- Όχι… όχι σε παρακαλώ, συνέχισε μη σταματάς!

Σκέπασα τον πούτσο μου με το κιλοτάκι της μόλις άρχισε η αντίστροφη μέτρηση.

- Έτσι μωρό μου... στο βρακάκι της θείας!

Έχυσα και παρά λίγο να πέσω με τα μούτρα στο έδαφος. Σηκώθηκε, σκουπίστηκε με ένα μαντηλάκι και με πλησίασε.

- Είσαι εντάξει;

- Ναι, ευχαριστώ... ευχαριστώ πολύ, πήγαινε εσύ κι έρχομαι.

Έσκυψε και μου έδωσε ένα μαντηλάκι.

- Μην αργήσεις, αν συνεχίσουμε έτσι μιάμιση ώρα διαδρομή θα την κάνουμε τέσσερις.

Μπήκα στο αυτοκίνητο όσο εκείνη φορούσε καθαρό εσώρουχο στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου.

- Θα μου δώσεις το βρακί μου;

Γύρισα και την κοίταξα απογοητευμένος.

- Τι;

- Μπορώ να το κρατήσω;

- Όχι, δε μπορείς.

Το έβγαλα από την τσέπη μου και της το έδωσα.

- Θα το βρει η μάνα σου και θα έχουμε άλλα!

Μπήκε μέσα, πέταξε τις γόβες της στο πίσω κάθισμα και σκέπασε τα πόδια της με μια πετσέτα.

- Δεν ξανασταματάμε.

Γύρω στις δύο φτάσαμε Βόλο.

- Θα περάσω να πάρω μια φίλη και μετά θα σε πάω σπίτι, εντάξει;

- Εντάξει.

- Τι έχεις;

- Πεινάω σα λύκος!

- Θέλεις να σταματήσουμε να πάρεις κάτι;

- Δεν πειράζει, θα παραγγείλω από το σπίτι.

Σταματήσαμε έξω από μια ωραία μονοκατοικία και πήρε τηλέφωνο.

- Έφτασα, βγες.

Βγήκα από την θέση του συνοδηγού και έκατσα πίσω.

- Γιατί έκατσες πίσω;

- Πείτε τα εσείς, δεν έχω πρόβλημα.

Την είδα να πλησιάζει βιαστικά από το απέναντι πεζοδρόμιο. Γύρω στα σαράντα, μελαχρινή με μακριά, ίσια μαλλιά. Φορούσε ένα στενό, midi, βυσσινί φόρεμα με μαύρα ραντάκια, μαύρες δωδεκάποντες γόβες και κρατούσε ένα επίσης μαύρο, μικρό τσαντάκι.

Μπήκε φουριόζα μέσα χωρίς να με δει.

- Έχω κάτι…

Τη διέκοψε απότομα η Αγνή για να μας συστήσει.

- Ο Τάκης είναι ανιψιός μου. Τάκη μου η Εύα είναι πολύ καλή φίλη.

Κατέβασε τα γυαλιά της να με δει καλύτερα. Είχε όμορφα, μαύρα, και εκφραστικά μάτια.

- Συγνώμη αγόρι μου δε σε είδα. Χάρηκα! Με ξεπέταξε στα γρήγορα χωρίς χαιρετούρες και τέτοια.

- Πως είσαι έτσι ντυμένη μωρή;

- Δε σου είπα ότι έρχομαι από Τρίκαλα;

- Και θα έρθεις έτσι; Χάλια είσαι!

- Θα πάμε από το σπίτι της αδερφής μου, θα κάνω ένα μπάνιο και θα ετοιμαστώ.

- Είπα κι εγώ!

Η Εύα μύριζε πολύ όμορφα και πλησίασα λίγο το μπροστινό κάθισμα, η Αγνή όμως με πήρε χαμπάρι και μου έριξε ένα επικριτικό βλέμμα από τον καθρέφτη σαν να μου έλεγε «Μικρέ κάτσε φρόνιμα». Το σίγουρο ήταν πως δεν θα έκλεινα μάτι πάλι όλη τη νύχτα. Μετά από αρκετή ώρα καταφέραμε και βρήκαμε θέση πάρκινγκ κοντά στο σπίτι.

- Τάκη μου... τη μαύρη βαλίτσα βγάλε μόνο.

Φορτώθηκα τη βαλίτσα της και το σακίδιό μου και παρ' όλο που πηγαίναμε στο σπίτι μου, εγώ ήμουν αυτός που τις ακολουθούσε. Άνοιξα την πόρτα και μπήκαμε. Πέταξα τα πράγματα στην είσοδο και έψαξα στο κινητό μου το τηλέφωνο της πιτσαρίας.

- Εγώ θα παραγγείλω πίτσα. Θέλει καμία;

- Εγώ δε θέλω, Αγνή μου θέλεις εσύ;

- Δεν παίρνουμε μία να υπάρχει;

- Πάρε και σε εμάς μια σπέσιαλ τότε.

Παράγγειλα και μοίρασα τα πράγματά μας στα δωμάτια. Όταν επέστρεψα τις βρήκα καθισμένες στο μεγάλο καναπέ.

- Μωρό μου δε μπαίνεις εσύ πρώτος για ένα μπανάκι;

- Μπες εσύ αν θες, εγώ δε βιάζομαι.

- Ούτε εμείς, μπες εσύ.

Στο μπάνιο η φαντασία μου, όπως ήταν φυσικό, οργίασε. Κρατήθηκα όμως και δεν τον έπαιξα. Φόρεσα μια καθαρή βερμούδα και μια μακό μπλούζα και βγήκα την ώρα που χτύπησε το θυροτηλέφωνο ο διανομέας.

- Έχεις λεφτά μωρό μου;

- Έχω.

Επέστρεψα και βρήκα την Εύα μόνη στο σαλόνι αφοσιωμένη στο κινητό της. Άνοιξα το ένα κουτί επάνω στο τραπεζάκι και έφερα από την κουζίνα τρία σερβίτσια.

- Συγνώμη αλλά εγώ τρώω. Πεθαίνω της πείνας.

Χαμογέλασε και συνέχισε αυτό που έκανε. Η Αγνή βγήκε από το μπάνιο ενώ είχα χλαπακιάσει ήδη τη μισή πίτσα και δυο κουτάκια κόλα. Φορούσε το μπουρνούζι της μαμάς και βολεύτηκε κι εκείνη στον καναπέ απέναντί μου.

- Δε θα ετοιμαστείς;

- Όχι, μια χαρά είμαι.

- Πλάκα μου κανείς, έτσι;

Η Εύα φάνηκε να «φορτώνει» με την αναισθησία της φίλης της.

- Εδώ θα κάτσουμε.

- Τι εννοείς μωρή; Με έβαλες και ετοιμάστηκα για…

- Τι δεν καταλαβαίνεις; Εδώ θα κάτσουμε είπα.

Τις κοιτούσα προσπαθώντας να βγάλω νόημα.

- Θέλεις να πεις ότι…

Η Εύα με κοίταξε σαν να περίμενε να πω κάτι.

- Τι πάθατε;

- Ανιψιός σου δεν είπες πως είναι;

- Ανιψιός μου είναι.

- Πας καλά μωρή; Πόσο είσαι αγόρι μου;

- Δεκαεπτά. Γιατί;

- Τίποτα, φάε την πίτσα σου!

Μόλις έφαγα και το τελευταίο κομμάτι συμμάζεψα λίγο και έφερα μια ακόμη κόλα από το ψυγείο.

- Δε θα φύγετε τελικά;

- Όχι, λέμε να μείνουμε. Σε πειράζει; Ήθελες να κανείς κάτι;

- Όχι, απλά είμαι λίγο κουρασμένος θεία και έλεγα να ξαπλώσω λιγάκι.

- Να ξαπλώσεις ή να παίξεις πάλι με το πουλάκι σου;

Είδα την Εύα που της ξέφυγε ένα πονηρό χαμόγελο.

- Ξέρει η κυρία Εύα. Αν θέλεις μπορείς να το κανείς εδώ, μαζί μας.

Άνοιξε τα πόδια της και τα ανέβασε επάνω στον καναπέ. Η Εύα παρέμεινε καθισμένη σε ένα σεμνό σταυροπόδι. Η αλήθεια είναι πως υπό φυσιολογικές συνθήκες θα την είχα βγάλει και θα την έπαιζα, η παρουσία όμως μιας ξένης γυναίκας στο δωμάτιο μου δημιουργούσε μια δυσλειτουργία. Η ίδια όμως έσπευσε να αποκαταστήσει κάπως τα πράγματα.

- Μου είπε η θεία σου πως δεν έχεις γαμήσει ακόμη και πως έχεις μια ωραία και μεγάλη πούτσα. Είναι αλήθεια;

Ήπια λίγη κόλα και κοίταξα τη θεία μου ψάχνοντας ένα στήριγμα. Δε φάνηκε διατεθειμένη όμως να μου το προσφέρει.

- Δεν ξέρω… είπα.

- Δεν ξέρεις εάν έχεις γαμήσει; Νομίζω πως εάν το είχες κάνει θα το θυμόσουν, σωστά;

Άπλωσε το χέρι της και άρχισε να χαϊδεύει το μουνί της Αγνής. Ούτε στις πιο τρελές φαντασιώσεις μου δεν είχα ζήσει κάτι τέτοιο, πόσο μάλλον με αυτό που επρόκειτο να ακολουθήσει. Νόμισα πως από στιγμή σε στιγμή θα ξυπνούσα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου πασαλειμμένος με τα χύσια μου όπως μου είχε συμβεί τόσες φορές στο παρελθόν. Έπιασα το καυλί μου πάνω από την βερμούδα και το έσφιξα.

- Ξέρεις τι έκανε η αγαπημένη σου θεία στις δυόμιση τη νύχτα;

Στην ουσία δεν περίμενε κάποια απάντηση και συνέχισε.

- Γαμούσε το μουνί της με μια πλαστική πούτσα. Έτσι δεν είναι αγάπη μου;

Η Αγνή έγνεψε καταφατικά και συνέχισε:

- Με πήρε τηλέφωνο και μου είπε πως γνώρισε κάποιον ο οποίος έπαιζε τον πούτσο του μέσα σε ένα μαγαζί με κόσμο. Μου είπε επίσης ότι η πούτσα του ήταν τεράστια και χοντρή. Σηκώθηκε από τον καναπέ και γονάτισε ανάμεσα στα πόδια μου.

- Ακουγόταν πολύ καυλωμένη η καημένη!

Φίλησε δυο τρεις φορές απαλά το καυλί μου πάνω από την βερμούδα και κατέβασε προσεκτικά το φερμουάρ μου.

- Να υποθέσω πως κι εσύ βάραγες τον πούτσο σου στις δυόμιση ώρα;

Οι χτύποι της καρδιάς μου μέσα στα αυτιά μου δυνάμωναν σε αντίθεση με τον ήχο της φωνής της που φαινόταν να απομακρύνεται. Η Αγνή στον απέναντι καναπέ απολάμβανε την υλοποίηση του πρότζεκτ γεμάτη ικανοποίηση.

«Τι είδους σχέση μπορεί να έχει η θεία μου με αυτή τη γυναίκα;» σκέφτηκα.

Η Εύα τράβηξε τον πούτσο μου έξω και τον πήρε ευγενικά στο στόμα της. Τον έβγαζε μόνο όταν ήθελε να πει κάτι.

- Πρώτη φορά ανοίγω τόσο το στόμα μου για να πάρω τσιμπούκι! Είναι στα αλήθεια όπως μου τα είπε η θεία.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν το ωραιότερο πράγμα που είχα ζήσει στη ζωή μου. Ζύγισε αρχίδια μου με το χέρι της και έπαιξε τη γλώσσα της επάνω στο πρησμένο μου πουτσοκέφαλο.

- Μου υπόσχεσαι πως θα τον παίξεις και για μένα απόψε;

Κούνησα το κεφάλι μου μα δεν της έφτανε αυτό.

- Θέλω να σε ακούσω να το λες.

- Ναι!

Με κοίταξε σφίγγοντας δυνατά το καυλί μου με τα δυο της χέρια.

- Πες… «Θα τον παίζω για σένα όλο το βράδυ κυρία Εύα»

- Θα τον παίζω για εσένα όλο το βράδυ κυρία Εύα!

- Μπράβο αγάπη μου!

Τον πήρε στο στόμα της και άρχισε να μου τον παίζει γρήγορα. Αυτό δε θα το άντεχα για πολύ και προσπάθησα να την απομακρύνω σπρώχνοντάς την ευγενικά. Εκείνη όμως συνέχισε πιο γρήγορα αυτή τη φορά. Κοίταξα την Αγνή όπως κοιτάζει ένα παιδί την μαμά του όταν κάποιος ξένος του δίνει ένα γλύκισμα. Απλά χαμογέλασε και δάγκωσε τα χείλη της. Ένιωθα τη γλώσσα της να κοπανάει επάνω στο πετσάκι μου και τα δάχτυλά της να γαργαλάνε τα αρχίδια μου. Αυτό ήταν.

- Να τελειώσω;

- Μ…

- Θα τελειώσω κυρία Εύα… τώρα!

- Μ…

Τον έβγαλε από το στόμα της αφού τον στράγγισε καλά και κατάπιε και την τελευταία σταγόνα. Πριν προλάβω να αντιδράσω σηκώθηκε και με φίλησε στο στόμα.

- «Χύνω» λέει ο κόσμος! Άκου «Τελειώνω»… «Τελειώνω κυρία Εύα»! Ήμαρτον αγόρι μου!

- Συγνώμη!

Γέλασε και έκατσε δίπλα μου. Πολύ συχνά επαναλάμβανε, φράσεις και λέξεις μου που δεν της άρεσαν, με ένα δικό της κοροϊδευτικό ύφος που εμένα μου άρεσε.

- Είσαι χαζούλης ε;

Έπιασε το καυλί μου και το τίναξε δυο, τρεις φορές.

- Λοιπόν θα σου πω ένα μυστικό αλλά πρέπει να μου υποσχεθείς πως δεν πρόκειται να το πεις σε κανένα, εντάξει;

- Εντάξει.

Μου γύρισε την πλάτη και σήκωσε ψηλά τα μαλλιά της.

- Κατέβασέ μου το φερμουάρ σε παρακαλώ. Προσεκτικά.

Έκανα αυτό που μου είπε και σηκώθηκε αφήνοντας το φόρεμα της να γλιστρήσει στο ξύλινο πάτωμα. Συνέχισε με το μοναδικό εσώρουχο που φορούσε, το σουτιέν το οποίο το δίπλωσε και το άφησε επάνω στο τραπεζάκι.

- Ο θείος σου ο Νίκος και ο άντρας μου πληρώνουν αγοράκια για να μας «περιποιούνται».

Είδα την Αγνή απέναντι με το μπουρνούζι της μαμάς μου σε ένα αρκετά αποκαλυπτικό σταυροπόδι να χαϊδεύει προκλητικά τα μπούτια της περιμένοντας μάλλον την αντίδρασή μου.

- Και ξέρεις τι κάνουν αυτοί; Τραβάνε μαλακία!

Κοίταξε την πούτσα μου που παλλόταν όρθια και ανεξέλεγκτα πάνω, κάτω και συνέχισε.

- Δεν υπάρχει τίποτα πιο καυλωτικό για μια γυναίκα, από το να βλέπει τον άντρα της να μαλακίζεται, την ώρα που εκείνη τη γαμάει κάποιος άλλος.

Έκατσε δίπλα μου, έφτυσε τη χούφτα της και άρχισε να μου τον παίζει.

- Πόσο μάλλον να την γαμάει κάποιος με μία τέτοια ψωλή!

Η Αγνή πέταξε από πάνω της το μπουρνούζι και μας πλησίασε.

- Μωρό μου, μου υπόσχεσαι πως θα προσεχείς;

- Ορίστε;

- Θα κάτσω επάνω σου τώρα, θέλω να αφήσεις εμένα να το ελέγχω, εντάξει;

- Ναι... ναι!

- Και πριν τελειώσεις να μου πεις.

- Ναι!

Δεν είχαν περάσει παρά δύο ή τρεις ώρες από όταν μου είπε στο πάρκινγκ να μην ελπίζω σε κάτι περισσότερο από μια γρήγορη μαλακία και όμως ήταν εκεί μπροστά μου και σάλιωνε το μουνί της προκειμένου να δεχτεί το καυλί μου μέσα της.

Είχα διαβάσει πολλά σχετικά με την «πρώτη φορά» αλλά τίποτα δε μπορούσε να συγκριθεί με αυτό που ένιωσα καθώς μπήκα μέσα της. Ήταν τόσο όμορφα και ζεστά εκεί μέσα και η αίσθηση πρωτόγνωρη αλλά και οικεία συνάμα.

Θα προτιμούσα να ήταν γυρισμένη προς το μέρος μου και να βλέπω τα μεγάλα, καστανοπράσινα μάτια της και τις βυζάρες της να χοροπηδάνε πάνω – κάτω, αλλά η θέα της κωλότρυπας της που ανοιγόκλεινε σε κάθε κατακόρυφη κίνηση της λεκάνης της με αντάμειβε και με το παραπάνω. Προς μεγάλη της απογοήτευση δεν μπόρεσα να κρατηθώ ούτε πέντε λεπτά και με ξεψυχισμένη, τρεμάμενη φωνή το είπα:

- Τελειώνω… νομίζω!

- Λίγο ακόμη.. σε παρακαλώ λίγο!

Μου ήταν αδύνατον να κρατηθώ. Εξάλλου εκείνη ζήτησε να έχει τον έλεγχο.

- Σήκω μωρή, θα χύσει!

- Δε μπορώ… κοντεύω κι εγώ! Λιγάκι μωρό μου… λιγάκι!

Χοροπηδούσε επάνω στον πούτσο μου σα δαιμονισμένη αλλά πρόλαβε και πετάχτηκε και γονάτισε ανάμεσα στα πόδια μου συνεχίζοντας να αυτοϊκανοποιείται με το χέρι της.

- Χύσε αγάπη μου... χύσε!

Άρχισα ήδη να χύνω πριν προλάβει να τον πάρει στο στόμα της λερώνοντας τα μάτια της και το μάγουλό της. Τα τελειώματα τα κατάπιε και συνέχισε να μου ρουφάει το πουτσοκέφαλο μέχρι που τελείωσε κι εκείνη. Έπιασε λίγο χαρτί από το τραπεζάκι και σκούπισε το πρόσωπό της.

- Εντάξει είσαι;

- Συγνώμη αλλά μου ήταν πολύ δύσκολο να…

- Δεν πειράζει αγάπη μου, καταλαβαίνω.

Σηκώθηκε κι έκατσε κι εκείνη δίπλα μου.

- Έχει κρασάκι η μαμά;

- Νομίζω πως έχει, ναι.

- Θα μας φέρεις λίγο;

Σηκώθηκα κι έφερα από την κουζίνα ένα μπουκάλι κρασί με τρία ποτήρια. Εκείνες είχαν μεταφερθεί στον μεγάλο καναπέ, είχαν ανοίξει την τηλεόραση και συζητούσαν όπως θα το έκαναν και ντυμένες όμορφα σε ένα καφέ. Γέμισα και τα τρία ποτήρια, πήρα το δικό μου και κινήθηκα για να κάτσω απέναντί τους μέχρι που με έκοψε η θεία μου.

- Δεν σου αρέσει η παρέα μας;

Έκαναν χώρο και έκατσα ανάμεσά τους.

- Η Εύα λέει πως θα πρέπει να μιλήσω στο θείο.

- Πως;

- Θα μπορούμε να κάνουμε ελεύθερα ότι θέλουμε εάν του μιλήσω.

- Δηλαδή θα το ξανακάνουμε;

- Εσύ τι λες; Από Σεπτέμβρη θα μένουμε μαζί.

- Δηλαδή θα το κάνουμε με το θείο στο σπίτι;

- Καλύτερα δε θα είναι από το να περιμένουμε να φύγει για να κάνουμε κάτι;

Την κοιτούσα σαν χαζός.

- Αφήστε τα αυτά τώρα, έχετε χρόνο να τα συζητήσετε.

Η Εύα έπιασε πάλι τον πούτσο μου και άρχισε να μου τον παίζει.

- Πες μας τι θα ήθελες από εμάς τώρα.

Η θεία μου κατάλαβε πως σε καμία περίπτωση δε θα έλεγα τόσο εύκολα αυτό που θα ήθελα και πήρε το λόγο.

- Μην ντρέπεσαι μωρό μου, πες μας…

Δίστασα λίγο αλλά το είπα.

- Μπορώ να σας το βάλω και από πίσω;

Η Εύα έσκασε στα γέλια.

- Δεν ξέρω η θεία σου, αλλά εγώ αυτό το πράγμα στον κώλο μου δεν το βάζω!

Η Αγνή μάλλον κρατήθηκε να μη γελάσει.

- Αγάπη μου δεν είναι εύκολο αυτό, ξέρεις...

- Η Αγνή θέλει να σου πει πως έχεις πολύ χοντρό πούτσο και πολύ δύσκολα θα βρεις γυναίκα να τον πάρει στον κώλο της. Δεν είμαστε και πορνοστάρς!

- Θέλει μια προεργασία Τάκη μου. Σου υπόσχομαι πως θα το προσπαθήσουμε όταν έρθεις Θεσσαλονίκη.

Κοίταξε το ερεθισμένο μου όργανο μέσα στο χέρι της φίλης της και με τράβηξε επάνω στο στήθος της.

- Τι να το κάνω μωρέ; Το αγαπάω!

Η γλώσσα μου έπαιξε λίγο επάνω στην ερεθισμένη θηλή της και μετά την πήρα ευγενικά στο στόμα μου και την πιπίλισα. Ήμουν σαν υπνωτισμένος. Η Εύα αφού έφτυσε δυο, τρεις φορές στο καυλί μου άρχισε να το παίζει γρήγορα.

- Τι να κάνω τώρα; Θα με γαμήσεις ή θα χύσεις πάλι σε δυο λεπτά;

- Ναι, ναι…

απάντησα χωμένος μέσα στα βυζιά της θείας μου χωρίς όμως να είμαι σίγουρος. Ένιωσα πάλι την ζέστη υγρασία του μουνιού στον πούτσο μου και την Εύα να τον παίρνει σχεδόν όλο μέσα της.

- Δεν ξέρεις μωρή πόσο σε ζηλεύω! Να έχεις μια τέτοια πούτσα, άμεσα διαθέσιμη μέσα στο σπίτι σου!

Αν και δεν τις είδα κατάλαβα πως φιλήθηκαν.

- Μπορείτε να έρχεστε όποτε θέλετε… έτσι δεν είναι μωρό μου; Θέλεις να έρχεται και η κυρία Εύα σπίτι;

Περισσότερο σα να μούγκρισα πρέπει να ακούστηκα παρά σαν να απάντησα θετικά. Άρχισε να κοπανιέται επάνω στον πούτσο μου γρήγορα ενώ ένιωθα το πουτσοκέφαλό μου να τερματίζει βίαια κάπου μέσα της. Θα τελείωνε από λεπτό σε λεπτό και εγώ για πρώτη φορά μπορούσα να την περιμένω.

- Μη χύσεις.,. μη χύσεις.,. τελειώνω!

Σταμάτησε για λίγο και με τον πούτσο μου βαθιά μέσα της άρχισε να τρέμει ολόκληρη ενώ γρατζούναγε με τα νύχια της τα πλευρά μου. Πονούσα αλλά δεν αντέδρασα. Μόλις συνήλθε κάπως με άρπαξε και με φίλησε δυνατά κουνώντας αισθησιακά τη λεκάνη της.

- Μπράβο μωρό μου!

Σηκώθηκε και άρχισε να μου τον παίζει γρήγορα ενώ η Αγνή με κρατούσε στοργικά μέσα στα βυζιά της επιτρέποντάς μου να απολαμβάνω τις γεύσεις και τις μυρωδιές της. Δεν ξέρω πως το κατάλαβε αλλά λίγο πριν τελειώσω τον πήρε για άλλη μία φορά στο στόμα της και ρούφηξε και την τελευταία σταγόνα.

Εδώ τελειώνει το πρώτο μέρος της ιστορίας μου. Ακολουθεί το δεύτερο μέρος με την αποχώρηση της Εύας κι εμένα με τη θεία μου μόνους στο σπίτι μου.

Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση.




Copyright protected OW ref: 176395