Μυστικά και ψέματα: Οι συγγενείς

στις 04-01-2020

Προηγούμενο μέρος: Μυστικά και ψέματα: Η συνάντηση (2ο μέρος)

Ο κος Νίκος είχε σηκωθεί είχε πάει στη τουαλέτα και αφού ήπιε λίγο νερό ξάπλωσε.

- Αν θες να πας, πήγαινε τώρα. Έχω σκοπό να σε γεμίσω σήμερα.

Σηκώθηκα χαμογελώντας. Περπάτησα αργά κουνώντας το κωλαράκι μου. Στάθηκα στην πόρτα. Το κρεβάτι ήταν ακριβώς διαγώνια. Έσκυψα ελαφρά γύρισα και χαμογελώντας του έκλεισα το μάτι. Σιγά-σιγά γινόμουν ένα πολύ καυλιάρικο πορνίδιο. Γύρισα στο κρεβάτι. Ο κος Νίκος ξαπλωμένος ανάσκελα μου έκανε νόημα να καθίσω πάνω στο πρόσωπο του. Πήρα θέση κι ένιωσα τη γλώσσα του να βυθίζεται στο μουνάκι μου παίζοντας και τσιμπώντας τοε ρώγες μου κάνοντας με να τεντώνομαι γεμίζοντας τον με τα υγρά μου. Με σήκωσε και με έστησε στα 4. Έσκυψα το κεφάλι και τούρλωσα το κωλαράκι μου. Όρθιος στο κρεβάτι αφού ήρθε από πάνω μου ένιωσα να μου γεμίζει τα σπλάχνα με την ψωλάρα του.

- Ναι μωρό μου… όλο μέσα καύλα μου, σε έβλεπα πέρσι στην παραλία όταν έκανες ηλιοθεραπεία και μαλακιζόμουν για χάρη σου… σ'αρέσει που σου σκίζω το μουνάκι;

- Ναι κύριε Νίκο, πολύ, αχ ναι κύριε Νίκο… σας θέλω πιο βαθιά… αχ τι μου κάνετε, αχ ναι...

Άπλωσα το χέρι μου, έπιασα τ' αρχίδια του κι άρχιζα να τα τρίβω.

Αυτό μάλλον τον τρέλανε. Άρχισε να επιταχύνει και σε κάποια στιγμή ελάττωσε το ρυθμό του. Βγήκε με γύρισε και μου τον έδωσε στο στόμα αρχίζοντας να χύνει τα καυτά υγρά του. Προσπαθούσα να καταπιώ όσα πιο πολλά μπορούσα. Με ξάπλωσε και με μια κίνηση χώθηκε μέσα μου και συνέχισε να χύνει ότι υπόλοιπο είχε μέσα στ' αρχίδια του.

Ξαπλωμένος πάνω μου προσπαθούσε να βρει την αναπνοή του.

- Πρέπει να φύγω, είπα και τον φίλησα.

- Πότε θα ξανάρθεις;

- Δεν ξέρω.

- Όποτε θες, εδώ θα είμαι για σένα. Σ' ευχαριστώ για τις υπέροχες στιγμές.

Σηκώθηκα κι αφού ντύθηκα άνοιξα τη πόρτα και βγήκα στο δρόμο. Το σπίτι δεν ήταν μακριά αλλά δεν ήθελα να γυρίσω ακόμα. Αλλά υπολόγισα χωρίς τους... συγγενείς μου.

- Λίλιαν, Λίλιαν, άκουσα μια γνώριμη φωνή να με φωνάζει. Γύρισα και είδα το αμάξι του παππού μου. Δίπλα του ο θείος μου ο 3 χρόνια μικρότερος αδελφός του πατέρα μου.

- Γεια σου παππού, γεια σου θείε, καλώς ήρθατε.

- Καλώς σε βρήκαμε. Πας κάπου;

- Όχι από τον γιατρό τον κύριο Νίκο γυρίζω.

Κι εκεί για να μην έχω ντράβαλα με τον πατέρα μου συμπλήρωσα…

- Είχα πάει ως τη φίλη μου τη Σοφία αλλά έλειπε...

- Στον γιατρό; Γιατί;… τι έπαθες;

- Λίγο η μέση μου με πόναγε αλλά μου έδωσε μια αλοιφή και ήδη νιώθω καλύτερα.

Εγώ με τα πόδια, κι αυτοί με το αμάξι φτάσαμε σπίτι. Ο πατέρας μου συνέχιζε να εργάζεται στον υπολογιστή του.

- Γεια σου αδελφέ… είπε ο θείος μου αφήνοντας το σακβουαγιάζ του πάνω στο τραπέζι .

- Ρε καλώς τους.

- Καλώς σε βρήκαμε… απάντησε ο παππούς μου, χτυπώντας τον στη πλάτη. Σήκω να φέρεις μπύρες να πιούμε.

- Λίλιαν… είπε και με κοίταξε, φέρε μας μπύρες.

- Εσένα είπα να φέρεις, αν ήθελα να έφερνε το παιδί, θα έλεγα στο παιδί να φέρει.

Ο πατέρας μου σηκώθηκε, πήγε να φέρει τις μπύρες και ήμουν σίγουρη ότι μέσα του θα έβριζε.

Αφού ήπιαν τις μπύρες τους (εγώ δε μπορούσα να πιω λόγω ηλικίας αλλά τελικά με παρέμβαση του παππού μου ήπια ένα ποτήρι.) Ζούσα το θέατρο του παραλόγου. Είχα κάνει έρωτα με 4 άντρες, είχα κάνει παρτούζα, είχα καταπιεί χύσια αλλά μπύρα όχι. Και μάλιστα ήταν ο πατέρας μου που μου το απαγόρευσε. Θα ήθελε ως φαίνεται να κρατήσει τα προσχήματα ποιός ξέρει.

- Μάγκες θα πάω για ψάρεμα, είπε ο θείος μου κι άρχισε να ετοιμάζει τα σύνεργα του. Θα έρθεις;… ρώτησε τον πατέρα μου, που πετούσε τη σκούφια του για ψάρεμα.

- Βαριέμαι, απάντησε ο πατέρας μου.

- Ρε αϊ στο διάολο… σήκω να πάμε, φώναξε ο αδελφός του σπρώχνοντας τον.

- Καλά ρε οκ έρχομαι, απάντησε ο πατέρας μου.

Μείνανε μόνοι εγώ κι ο παππούς μου. Εγώ κάθισα να χαλαρώσω κι ο παππούς μου ανέλαβε να ποτίσει τον κήπο. Πήγε μέσα όπου άλλαξε για να μη λερωθεί και βγήκε να ποτίσει. Ο παππούς μου ήταν στα 60, 1.78 ύψος, πρώην νταλικέρης, με μαύρα μαλλιά τα οποία δεν τα έβαψε όπως κάποιοι νόμιζαν, με σώμα που κρατούσε τις γραμμές του. Ξαπλωμένη στην αιώρα καθώς λικνιζόμουν άρχισα να τον παρατηρώ. Δεν θα ήταν άσχημα να είχα μια εμπειρία μαζί του. Είχα πάρει το γιο του, γιατί να μην έπαιρνα και τον πατέρα του, δηλαδή τον παππού μου; Με μια κίνηση παραμέρισα το σορτσάκι μου ώστε να φαίνεται λίγο το μουνάκι μου (αφού δε φορούσα βρακάκι) και συνέχισα να κουνιέμαι.

Σε κάποια στιγμή τον είδα να με κοιτάζει προς το μέρος μου. Είχε μείνει να με κοιτάζει. Άφησε το λάστιχο στις ντομάτες και με πλησίασε. Άνοιξα τα πόδια μου λίγο περισσότερο κι άνοιξα ελαφρά τα χείλη μου. Έσκυψε ανάμεσα στα πόδια μου με την πλάτη γυρισμένη προς εμένα κι αφού τράβηξε λίγο το σορτσάκι μου έχωσε την γλώσσα του μέσα μου. Άρχισε να με γλείφει και να με δαχτυλιάζει. Τα υγρά μου πεταγόταν στη γλώσσα του. Σηκώθηκε κι έκλεισε τη βρύση. Εγώ ήμουν ήδη μέσα στο σπίτι ξαπλωμένη γυμνή στον καναπέ. Δεν είπε λέξη. Ήρθε κοντά μου με σήκωσε και με έβαλε με το κεφάλι προς τα κάτω και τα πόδια πάνω στον καναπέ. Ήρθε ανάποδα προς εμένα κι άρχισε να χώνει τη ψωλάρα του στο μικρό μου στόμα. Με υπολογισμένες κινήσεις τον βύθιζε όλο και πιο μέσα πνίγοντας με. Μάλλον με λυπήθηκε γιατί σηκώθηκε από πάνω μου. Όπως ήμουν με τράβηξε και με έβαλε σε ορθή γωνία με το πάτωμα και τον καναπέ λυγίζοντας τα πόδια μου. Με μια κίνηση αφού έφτυσε την παλάμη του και χάιδεψε τον πούτσο του χώθηκε μέσα μου. Άρχισε να με ξεσκίζει. Έβλεπα το καυλί του παππού μου να χάνεται μέσα μου.

- Βλέπω ότι σε άνοιξε καλά ο μπαμπάκας σου, είπε και συνέχισε να κουνιέται.

- Στο είπε;… ρώτησα απορημένη.

- Φυσικά. Μου τα λέει όλα. Έχεις πολλά να μάθεις ακόμα μωρό μου. Έλα τώρα σήκω και ξάπλωσε.

Υπάκουσα. Μου σήκωσε τα πόδια και μπήκε μέσα μου με δύναμη. Ένιωθα να με ανοίγει στα 2. Ήταν πραγματικά φανταστικό. Απελευθέρωσε τα πόδια του από τους ώμους του και στηριζόμενος στον καναπέ συνέχισε να με πηδάει πιο γρήγορα. Βγήκε απότομα κι άρχισε να χύνει πάνω στη κοιλιά μου στα βυζάκια μου στο πρόσωπο μου.




Copyright protected OW ref: 173508