Μάθημα αυτοπεποίθησης: Η άσχημη

Δημοσιεύθηκε από Ιανός
κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες STRAIGHT
στις 24-10-2020
"Άκου να σου πω λεβεντάκο μου! Για το καλό που μου έκανες, για την ελεημοσύνη που μου έδειξες, θα σου διδάξω ένα μάθημα ζωής. Μη με βλέπεις πως έχω καταντήσει τώρα. Παλιότερα είχα λεφτά, σπίτι, δουλειά. Ζούσα τη ζωή μου έντονα. Άσε το τώρα. Άσε την κατάντια μου. Μη σκέφτεσαι αυτό που βλέπεις. Μην κρίνεις. Να το μάθημα. Βρες μια άσχημη γκόμενα, μια τόσο πατσαβούρα που θα έμενε στο ράφι και πήδα τη! Δεν ξέρω πώς θα το κάνεις. Αλλά να το κάνεις. Φόρεσε της σακούλα στο κεφάλι, ζορίσου, κλείσε τα φώτα, αλλά πήδα τη. Και όχι μια φορά και τέλος. Να την πάρεις ένα ολόκληρο βράδυ. Μη με διακόψεις… σου δίνω μάθημα. Αφού τα καταφέρεις με την άσχημη, τότε βρες μια πανέμορφη, μια θεά, ένα μοντέλο. Πλήρωσε τη στην ανάγκη. Αλλά να την πηδήξεις και αυτή ένα ολόκληρο βράδυ. Τώρα με κατάλαβες. Μπράβο σου! Αυτό είναι το συμπέρασμα. Θα μπορείς να λες στον εαυτό σου, στους φίλους σου, αλλά και στις άλλες γκόμενες ότι έχεις πηδήξει από την πιο άσχημη έως την πιο όμορφη. Αυτό θα σου δώσει αυτοπεποίθηση!"

Θυμάμαι ακόμα τα λόγια αυτά που μου είχε πει ένας ζητιάνος στη Θεσσαλονίκη. Καθόταν στην Τσιμισκή και άλλοι του έδιναν κατιτίς, αλλά οι περισσότεροι όχι. Τον κοίταξα καλά και με κάποιο τρόπο ήξερα μέσα μου ότι δεν είναι απλός ζητιάνος ή αλκοολικός. Τον είχα ρωτήσει τι θέλει και μου απάντησε στα ίσα δυο ρετσίνες. Πήγα στο περίπτερο και πήρα δύο μισόκιλες μαλαματίνες, ένα μεγάλο σακούλι πατατάκια και του τα έδωσα. Ο αθεόφοβος σε μηδενικό χρόνο με έναν αναπτήρα άνοιξε το πρώτο μπουκάλι που είχε τσίγκινο καπάκι όπως αυτά της μπύρας και την άδειασε μονορούφι. Τη δεύτερη την απόλαυσε σιγά-σιγά και μου είπε τα παραπάνω λόγια μασουλώντας ταυτόχρονα τα τσιπς. Τότε ήμουν δεν ήμουν δεκαοχτώ και πίστευα ότι είχα πάει με όμορφες γυναίκες. Ότι γαμάει ο καθένας σε εκείνη την ηλικία το έβρισκε όμορφο. Παρ' όλα αυτά δεν αγνόησα τη συμβουλή, αλλά την έβαλα στα βάθη του μυαλού μου.

Δέκα χρόνια μετά από αυτό το συμβάν, είχα ζήσει ήδη πολλά. Είχα αγαπήσει και είχα χάσει την αγάπη μου. Όμως είχα κλειστεί στον εαυτό μου. Είχε έρθει η ώρα να παρουσιαστώ στο στρατό κι αυτό μου έφτιαξε τη διάθεση γιατί όντας πιτσιρικάς είχα δηλώσει αλεξιπτωτιστές και το χαρτί έλεγε να παρουσιαστώ στη σχολή στον Ασπρόπυργο. Ήμουν σίγουρος ότι θα είχαν κάνει λάθος. Εξ' άλλου το πρόβλημα που είχα στον σπόνδυλο δε με κατέτασσε σε ι1 που ήταν και απαραίτητο. Για να μην τα πολυλογώ τελικά είχε γίνει λάθος. Μου είπαν να τρέξω στο τάδε στρατολογικό γραφείο, αλλά τους το έκοψα. Έκανα ενυπόγραφη αναφορά και δήλωσα τόπο κατοικίας να με βρουν αυτοί. Δε θα πλήρωνα εγώ το δικό τους λάθος. Φαίνεται ότι η αναφορά βοήθησε και τέσσερις μέρες αργότερα ένας στρατονόμος μου παρέδωσε το νέο χαρτί. Αυλώνα!

Ήμουν ο μεγαλύτερος σε ηλικία της σειράς μου. Φίλοι μου με είχαν προειδοποιήσει για καψόνια (που απαγορεύονται κανονικά), αλλά δε με ένοιαζε. Δύο μήνες βασική και να 'μαι οδηγός αρμάτων μάχης. Πρώτη μετάθεση Λήμνο. Δύο ύλες αρμάτων, μόνο εφτά οδηγοί. Τα κακά των μεταθέσεων γιατί πολλοί έβαζαν βύσμα για να μην πατήσουν στις άκρες. Εμένα δε με ένοιαζε. Οι έξι αρχαιότεροι οδηγοί ήθελαν να μου επιβάλλουν να γρασάρω. Γέλασα στα μούτρα τους και έκανα αναφορά κατ' ευθείαν προς λόχο, τάγμα, σύνταγμα και ΓΕΣ με αριθμό πρωτοκόλλου και όλα τα συναφή. Δήλωνα ότι είμαι οδηγός και όχι συντηρητής και πως αν κάποιος ανώτερός μου με διέταζε να συντηρήσω το άρμα δε θα ήμουν υπεύθυνος για τυχόν βλάβες, αλλά και θα ζητούσα τέτοια διαταγή υπογεγραμμένη σε περίπτωση που το άρμα (κοστίζει και κάτι εκατομμύρια δραχμές) όντως πάθαινε κάτι. Δυο ώρες μετά την αναφορά με καλεί ο διοικητής. Συζητήσαμε πολιτισμένα και βρήκαμε τη λύση. Φυσικά και δε με είχαν στη μπούκα γιατί γνώριζα το πρωτόκολλο. Γραφειοκρατία και σε δουλειά να βρισκόμαστε. Τρεις μέσα μία έξω δε με πείραζε. Χειμώνας στη Λήμνο και όλο ερημιά. Σεργιανούσα στα αρχαία χώματα.

Σε ένα από αυτά τα σεργιάνια μου έτυχε να βρεθώ στην Παλιόπολη. Ήξερα ήδη την τοπογραφία του νησιού και αποφάσισα να βρω το ιερό των Καβείρων. Κίνησα προς τους λόφους. Ήταν μεσημεράκι του Γενάρη και έκανε κρύο, αλλά δε με ένοιαζε. Λίγο πριν φτάσω στο ναό, είδα κατσίκες να βόσκουν. Είχαν περασμένα κουδούνια στο λαιμό. Κοίταξα τριγύρω να βρω τον τσοπάνη, αλλά δεν αντίκρισα ψυχή. Πήγα προς τα ερείπια και κάθισα κοντά καπνίζοντας τρία τσιγάρα και ρεμβάζοντας. Το μικρό μπουκάλι κονιάκ που είχα μαζί μου με ζέσταινε αρκετά. Άκουσα σαν τρίξιμο από πίσω μου και όταν στράφηκα είδα μια γυναίκα που ήταν φασκιωμένη με πολλά ρούχα, είχε περασμένο ένα κασκόλ στο πρόσωπο, φορούσε κουκούλα από το μπουφάν, είχε κάτι σαν ταγάρι και κρατούσε ένα ραβδί που έμοιαζε λίγο και με γκλίτσα.

- Ε φαντάρε. Δε με κερνάς ένα τσιγαράκι;

Έβγαλα το πακέτο από την τσέπη και της έδωσα δύο.

- Το άλλο για μετά, της είπα.

- Ευχαριστώ. Να 'σαι καλά.

Η φωνή της ακουγόταν σαν να ήταν από μεσήλικη. Κατέβασε το κασκόλ και για πρώτη φορά είδα το πρόσωπό της. Ήταν άσχημο, βλογιοκομμένο και είχε περίεργες ουλές. Διαπίστωσα δε ότι το δεξί μάτι της ήταν εντελώς τυφλό και υπήρχε μια μεγάλη ουλή που ξεκινούσε από το πάνω μέρος του ματιού και έφτανε ως το κεφάλι της, πάνω από το μέτωπο. Όμως στο πρόσωπο μου δε φάνηκε κανένα συναίσθημα.

- Θες φωτιά;… ρώτησα κοιτώντας την.

- Έχω ίσκα, μου απάντησε και έβγαλε πραγματικά μια ίσκα με ένα μακρύ σκληρό κορδόνι.

- Τέτοιο πράγμα είχα να δω από το συγχωρεμένο τον παππού μου στο χωριό, της είπα χαμογελώντας.

Η γυναίκα με κοίταξε καλύτερα και αμέσως αντιλήφθηκα ότι χάρηκε που δεν τρόμαξα, στράβωσα τα μούτρα μου, ή οτιδήποτε άλλο είχε συνηθίσει να βλέπει στα πρόσωπα των άλλων που την έβλεπαν είτε για πρώτη φορά ή για πολλοστή.

- Ήρθες για τα "θεία" καλόπαιδο;… με ρώτησε παίρνοντας μια τζούρα.

- Ναι. Είχα διαβάσει γι' αυτό το μέρος και ήθελα να το δω.

- Είναι ωραίος ο τόπος. Αλλά τον έχουν μολέψει οι επιστήμονες. Δεν κάνει να ταράζεις τον ύπνο των αρχαίων.

Ο τρόπος που μιλούσε δε με πείραξε. Ο τρόπος που τα έλεγε όμως ήταν κάτι διαφορετικό. Λες και περίμενε να της απολογηθώ για κάτι. Το μυαλό μου πήρε γρήγορα στροφές.

- Δεν έχω σκοπό να ταράξω τον ύπνο τους. Ήρθα να δω αν ακόμα ονειρεύονται. Να νιώσω!

- Σε ακούω. Ξέρω τι εννοείς.

Κάθισε σε ένα βράχο παραδίπλα μου και καπνίσαμε τα τσιγάρα μας. Έβγαλα το μπουκάλι με το κονιάκ και αφού ήπια μια γουλιά το έτεινα προς αυτήν.

- Δε σιχαίνεσαι;

- Εσύ μου φαίνεσαι πολύ πιο καθαρή από κάτι άλλους που είναι στο τάγμα. Κανονικά θα έπρεπε να ρωτάς εγώ τι κουβαλάω.

Στράφηκε προς το μέρος μου προσπαθώντας να με διαβάσει. Δεν είδε αυτό που νόμιζε ότι θα δει και χαμογέλασε στραβά. Στη συνέχεια πήρε το μπουκάλι, άνοιξε το ταγάρι της και έβγαλε ένα τσίγκινο ποτήρι. Έβαλε όσο ήθελε και μου το πάσαρε πίσω. Σήκωσε το ποτήρι ψηλά προς χαιρετισμό είπε: " Στην υγειά σου και τη δική τους" και ήπιε το κονιάκ με μικρές αργές γουλιές.

Καθίσαμε και οι δύο ήρεμα, χωρίς να μιλάμε. Πέρασε μισή ώρα και την καληνύχτισα δίνοντας της όλο το πακέτο που είχα. Με ρώτησε αν θα μου λείψουν και της είπα με περιμένουν κι άλλα πίσω στο στρατόπεδο.

Πέρασαν πέντε μήνες κι ακόμα είχα να δω μετάθεση. Μάλλον μου την είχαν κόψει. Δε με ένοιαζε γιατί είχε καλοκαιριάσει και πλέον ήμουν ο αρχαιότερος. Στα τέλη Ιουνίου, άρχισα να προετοιμάζομαι. Είχα μαζέψει μέρες αιμοδοσίας και όλη την άδεια μου την κράτησα για το τέλος. Επιπλέον είχα πέντε μέρες τιμητική για μια άσκηση που είχα δώσει το καλό παράδειγμα οδηγού. Καθόλου κράτηση, καθόλου φυλακή. Και τέλος ήμουν μία μέσα, μία έξω.

Εκείνο το καλοκαίρι ήταν ζεστό. Εγώ τρεις φορές την εβδομάδα δούλευα σε ένα μπαρ. Οι ντόπιοι με είχαν μάθει πλέον και έβγαζα μεροκάματο. Όμως όταν μπήκε ο Ιούλιος, τα παράτησα. Με είχε πιάσει η αγωνία και μετρούσα τις μέρες για να την κοπανήσω. Δε με χωρούσε ο τόπος. Βρέθηκα να τριγυρνάω πάλι μόνος στο ιερό των Καβείρων. Βρέθηκα να κάθομαι στον ίδιο βράχο που είχα καθίσει και πριν μερικούς μήνες. Αυτή τη φορά έσβηνα τα τσιγάρα μου προσεχτικά και τα έβαζα σε ένα τσίγκινο κουτάκι αναψυκτικού. Δεν ήθελα να μολύνω τον τόπο. Και κατά βάθος, πολύ βάθος, ήξερα γιατί ήμουν εκεί. Την περίμενα να έρθει. Και ήρθε.

Φορούσε τζιν παντελόνι ξεθωριασμένο και άρβυλα. Πουκάμισο και μαντήλι στα μαλλιά που σκέπαζε το πρόσωπό της, καθώς και γυαλιά ηλίου. Έβγαλα τσιγάρο και όταν πλησίασε αρκετά τέντωσα το χέρι μου να της το δώσω και είπα:

- Καλώς την. Πάρε τσιγάρο.

- Ευχαριστώ καλόπαιδο. Σε θυμάμαι.

Έγνεψα καταφατικά.

- Δε χρειάζεται να κρύβεις το πρόσωπο σου με εμένα.

Κάγχασε, αλλά κατάλαβα ότι δεν ήταν ειρωνικό. Έβγαλε το μαντήλι και κάθισε εκεί που είχε καθίσει παλιά.

- Ο ένας ξύπνησε, άρχισα να λέω. Ήταν εδώ και κάτι ζητούσε. Δεν κατάλαβα τι. Μήπως εσύ γνωρίζεις;

- Δώσε μου τη φωτιά σου καλόπαιδο, είπε και όταν της έδωσα τον αναπτήρα συνέχισε. Έχεις δίκιο. Ο ένας ξύπνησε. Παράξενο γι' αυτόν. Γιος του Ηφαίστου κι όχι της Αφροδίτης.

Γύρισα και την κοίταξα στο καλό μάτι. Μου φάνηκε ότι είδα μια σπίθα να λάμπει.

- Είσαι ανώμαλος ρε συ ή έχεις καιρό να γαμήσεις;

- Όχι δεν είμαι. Και μπορεί να έχω καιρό να γαμήσω, αλλά αυτό δεν είναι το θέμα μας. Δεν είσαι παρθένα.

- Όχι δεν είμαι. Με βάτεψαν κάποιοι παλιά. Τώρα όμως ο ένας είναι γιολέντες και τον άλλο τον τρώνε τα σκουλήκια.

- Γιολέντες; Δεν την ξέρω τη λέξη.

- Μουνουχισμένος.

- Α! Μάλιστα. Εσύ;

- Όχι. Ο συχωρεμένος ο πατέρας μου. Αλλά είδα καλόπαιδο, ήμουν μπροστά...

Ένα χαμόγελο χαράς φάνηκε στο πρόσωπο της, ικανό να τρομάξει ακόμα και τον πιο άφοβο άντρα στον κόσμο. Η γκριμάτσα που είχε σχηματιστεί στο πρόσωπό της ήταν αποκρουστική και αποτρόπαια. Αλλά εγώ δεν έπαψα να κοιτάζω με θαυμασμό.

- Καλά τους έκανε. Σκατά στον τάφο τους, είπα και έφτυσα δυνατά.

- Σκατά… είπε και έφτυσε κι αυτή.

Γύρισε προς το μέρος μου και με κοίταξε καλά και για αρκετή ώρα.

- Δε με σιχαίνεσαι που με βλέπεις, δήλωσε παρά ρώτησε.

- Βλέπω τον άνθρωπο και όχι τη μάσκα. Πώς σε λένε;

- Λαμπιτώ. Εσένα

- Ιανός.

- Περίεργο όνομα έχεις.

- Κι εσύ δεν πας πίσω. Λαμπιτώ! Ωραίο όνομα. Γάργαρο.

- Ποτιστικό, είπε κι έβαλε τα γέλια.

Τα λόγια του ζητιάνου από τη Θεσσαλονίκη αντήχησαν στα αυτιά μου σα να ήταν μπροστά μου και να μου τα έλεγε ο ίδιος:

"Βρες μια άσχημη γκόμενα, μια τόσο πατσαβούρα που θα έμενε στο ράφι και πήδα τη! Δεν ξέρω πώς θα το κάνεις. Αλλά να το κάνεις".

- Πάμε σπίτι σου, της είπα.

- Πρέπει να μαζέψω τις γίδες. Έχω και τη μάνα μου. Στο γαλάρι αν θέλεις. Μέσα στα πεύκα. Εκτός κι αν φοβάσαι για το δερματάκι σου.

- Ο ήλιος δε μου κάνει καλό.

- Το ξέρω. Σήκω.

Σηκώθηκα και την ακολούθησα. Με περίεργα σφυρίγματα και γλουγλακίσματα της γλώσσας και του στόματος φώναξε τις γίδες κι εκείνες μαζεύτηκαν. Περπατήσαμε κανένα μισάωρο και φτάσαμε σε ένα μικρό πευκοδάσος. Εκεί, κάτω από τα δέντρα ήταν ένα μαντρί και δίπλα ένα πηγάδι. Τη βοήθησα να βγάλει νερό και να ποτίσει τα ζωντανά. Στη συνέχεια τα έβαλε στο μαντρί και τα άρμεξε σε μια μεγάλη καρδάρα. Κατόπιν έβαλε ένα λευκό διαφανές μαντήλι (τσαντίλα που λέμε εμείς στο χωριό μου) πάνω από ένα μεγάλο δοχείο και άδειασε το γάλα μέσα. Στη συνέχεια το σφράγισε και το έβαλε πάνω σε ένα καρότσι. Τα ζώα καθίσανε στο ανοιχτό γαλάρι, ενώ εκείνη με οδήγησε πιο βαθιά στο δάσος. Εκεί ήταν ένα άλλο, χτισμένο με πλίθες, κεραμίδια, τσίγκο για να τα στεγάζει το χειμώνα. Άνοιξε την πόρτα και με κοίταξε.

- Μικρή είχα περάσει το χτικιό.

- Φυματίωση;

- Ναι. Και τύφο. Όλα τα καλά. Μου έκαναν τα εμβόλια παλιότερα, αλλά η αρρώστια με έκανε έτσι όμορφη. Και για το μάτι φταίνε οι άλλοι. Κοτάς να μπεις;

Μπήκα με τόλμη. Μέσα σε αυτή τη στάνη υπήρχε μικρό τζάκι στη γωνία που δεν το είχα προσέξει. Επίσης ήταν χωρισμένη αρμονικά και είχε ένα παλιό ξεφτισμένο στρώμα. Παραδόξως δεν έκανε ζέστη μέσα. Η Λαμπιτώ μπήκε μετά από εμένα και έκλεισε την πόρτα πίσω της.

- Θα με βατέψεις δηλαδή; Να στηθώ;

Την είδα που έτρεμε και την πλησίασα. Της έπιασα μαλακά το χέρι και το φίλησα. Ήταν τραχύ από τις αγροτικές δουλειές και μύριζε λίγο γιδίλα, αλλά από πίσω έπιασα τη μυρωδιά του πράσινου σαπουνιού.

- Δε θα σε βατέψω. Δε μου αρέσει αυτή η λέξη. Δεν είμαστε ζώα.

- Όλοι οι άνθρωποι είναι ζώα. Θα με γαμήσεις;

- Ναι. Αλλά αργά. Όχι όπως το νομίζεις…

- Στάσου μια στιγμή, είπε και άνοιξε μια μαύρη τσάντα που ήταν στοιβαγμένη κάτω από το στρώμα.

Έβγαλε μια κουβέρτα και ένα σεντόνι που μύριζαν δυόσμο, λεβάντα και δεντρολίβανο. Με γρήγορες κινήσεις τα άπλωσε πάνω στο πάπλωμα.

- Με περίμενες;

- Προσευχόμουν, αλλά δεν ήξερα γιατί.

Την πλησίασα από πίσω και πέρασα τα χέρια μου μπροστά από το παντελόνι της. Ξεκούμπωσα τα κουμπιά από το τζιν και το κατέβασα κάτω αργά, θωπεύοντας απαλά με τα χέρια μου τα μπούτια της. Όντως βρήκα ουλές από τον τύφο στα πόδια της. Επίσης παρατήρησα ότι φορούσε την κιλότα της "γιαγιάς"

"Cum aliis oculis videre!" (Δες με άλλα μάτια) ήρθε η φωνή μιας φίλης μου στ' αυτιά μου.

Κατέβηκα αργά, ενώ την άκουγα να ανασαίνει βαθιά. Έλυσα τα κορδόνια από τα άρβυλα που φορούσε και τη βοήθησα να τα βγάλει μαζί με το παντελόνι. Στη συνέχεια ανέβηκα με τα χέρια μου ψηλά και άρχισα να χαϊδεύω, τις γάμπες, τους γλουτούς, τον κώλο της, την μέση της. Ανασήκωσα το πουκάμισο και άρχισα να το ξεκουμπώνω από μπροστά. Από μέσα ένιωσα μόνο σάρκα. Στο ύψος του στήθους, πέρασα τα χέρια μου από μέσα και τη χούφτωσα. Δε φορούσε σουτιέν, είχε μικρά βυζιά, αλλά οι ρώγες της ήταν κάργα ερεθισμένες. Όταν τις έτριψα και τις δύο απαλά, βόγκηξε και η μέση της συσπάστηκε.

- Τι κάνεις;… με ρώτησε αγκομαχώντας.

- Θα δεις…

Γρήγορα ξεκούμπωσα και τα δύο τελευταία κουμπιά από το πουκάμισο και το έβγαλα. Στη συνέχεια τη γύρισα προς το μέρος μου και έβαλα το στόμα μου στην αριστερή της θηλή. Πιπίλισα και έγλειψα, ελαφριά και κατόπιν άρχισα να βυζαίνω. Την άκουσα να εισπνέει βαθιά και να αναστενάζει και στη συνέχεια έκανα το ίδιο πράγμα στη δεξιά καυλωμένη θηλή. Το χέρι μου κατέβηκε ανάμεσα στα πόδια της και μπήκε κάτω από το μεγάλο αρχαίο εσώρουχο. Σγουρές τρίχες υπήρχαν παντού, αλλά τα δάχτυλα μου επιδέξια βρήκαν και έτριψαν την κλειτορίδα της, ενώ ο δείκτης μου χώθηκε βαθιά μέσα στο μουνί της. Μου έπιασε το κεφάλι και με σταμάτησε από το να βυζαίνω τραβώντας με ώστε να την κοιτάξω

- Τι κάνεις;

- Ηρέμησε και θα μάθεις, είπα.

Το μάτι της με κοιτούσε εξεταστικά, το σώμα της έτρεμε, τα μάγουλα της είχαν κοκκινίσει. Εκεί που δεν το περίμενε σηκώθηκα και τη φίλησα στο στόμα. Το χέρι μου πήγε στο λαιμό της και πίεσε απαλά. Τα χείλη της ήταν σφιγμένα.

- Άνοιξε το στόμα σου Λαμπιτώ. Μη ντρέπεσαι…

- Δε σιχαίνεσαι;

- Όχι.

Επιτέλους κατάφερα να βάλω τη γλώσσα μου στο στόμα της. Εκείνη κοκάλωσε, αλλά η πίεση που ασκούσε ο δείκτης μου μέσα της και ο αντίχειρας στην κλειτορίδα της, την έκαναν να αναστενάξει κι έτσι βρήκα την ευκαιρία να γαργαλήσω με τη δική μου γλώσσα τη δική της. Κι εκεί που άρχισε επιτέλους να κουνά τα χείλη της, προσπαθώντας με τον τρόπο της να ανταποδώσει το φιλί, σταμάτησα και γονάτισα μπροστά της.

- Μη ρε ηλίθιε… δεν κάνει.

Στράφηκα προς το μέρος της, ανασήκωσα το ένα φρύδι και είπα.

- Κάνει!

Κατέβασα με μανία το εσώρουχο της και κρατώντας την από τα πόδια την έσπρωξα να ξαπλώσει στο στρώμα. Στη συνέχεια με τα δάχτυλα μου άνοιξα το θάμνο που έκρυβε το μουνί της και χωρίς δεύτερη σκέψη άρχισα να γλείφω την κλειτορίδα της. Μύριζε κι εκεί σαπούνι πράσινο. Δύο λεπτά αργότερα εισχώρησα το δείκτη και το μέσο στο μουνάκι της. Οι λαγόνες της άρχισαν να κινούνται από μόνοι τους. Η μέση της κατέβαινε για να δεχτεί πιο βαθιά τα δάχτυλα μου. Η κλειτορίδα της πρηζόταν πιο πολύ.

- Τι κάνεις;…

- Άσε ελεύθερο τον εαυτό σου γαμώτο. Σταμάτα τις ερωτήσεις!

Τα δάχτυλα μου κινήθηκαν κυκλικά, με ολοένα και μεγαλύτερη ταχύτητα. Ένιωσα τα μπούτια της να σφίγγονται. Κατέβασα στα γρήγορα το παντελόνι και το εσώρουχο μου και με μια γρήγορη κίνηση σφήνωσα την πούτσα μου, κι ας ήταν μισοσηκωμένη στο μουνί της. Τα χείλη μου κόλλησαν στη ρώγα της και άρχισα να σπρώχνω και να ρουφάω. Και να σκέφτομαι κάτι άλλο. Μερικά σπρωξίματα αργότερα η πούτσα μου έσφιξε και τα βογκητά της Λαμπιτώς έγιναν πιο δυνατά.

- Τι κάνεις; Τι μου κάνεις; Δεν πονάω πια, μου αρέσει, ναι, ναι…

- Αυτό είναι οργασμός, όπως ο τράγος βατεύει τη γίδα και τη γκαστρώνει νιώθει έκσταση, έτσι νιώθεις κι εσύ.

- Μα… νόμιζα ότι η γίδα δε νοιώθει.

- Τα περισσότερα θηλυκά ζώα δε νοιώθουν. Όμως τα ζώα άνθρωποι νοιώθουν.

- Τότε γάμα με… μη σταματάς!

Δε σταμάτησα! Για μισή ώρα την πηδούσα και αυτή βογκούσε, αναστέναζε, έχυνε και κάποια στιγμή άρχισε να κλαίει. Οι ρώγες της, που τις βύζαινα ήταν σαν πέτρες και θα μπορούσαν να ανοίξουν τρύπες σε τοίχο με μπετόν-αρμέ. Το μουνί της ήταν μούσκεμα και οι οργασμοί της έρχονταν απανωτοί. Πότε με έσφιγγε ανεξέλεγκτα και μου ρουφούσε την ψωλή και πότε κολύμπαγα μέσα στο μουνάκι της. Κάποια στιγμή δεν άντεξα και έβγαλα το παπάρι μου από το μουνί της και άρχισα να χύνω. Όταν είδε τα χύσια μου, σταμάτησε, με κοίταξε και ρώτησε με κομμένη φωνή

- Γιατί δε με σκάγιωσες μέσα;

- Για να μη σε γκαστρώσω και τρέχουμε.

- Δε γκαστρώνομαι… με είχε χαλάσει η αρρώστια.

Ήξερα ότι το εννοούσε.

- Την επόμενη φορά.

- Την επόμενη;

Με ρώτησε με απορία. Έσκυψα και έβγαλα από το τσαντάκι μέσης τα τσιγάρα μου. Της έδωσα ένα και άρχισα να καπνίζω κι εγώ. Πλέον δε ντρεπόταν και κοιτούσε την ψωλή μου. Ενώ ρούφαγε το τσιγάρο, το χέρι της πήγε δειλά-δειλά προς την πούτσα μου.

- Είναι πιο παχύ από του τράγου, μου είπε και βάλαμε τα γέλια. Το κορμί της ιδρωμένο. Το μάτι της κατακόκκινο από τα δάκρυα. Ήταν άσχημη στο πρόσωπο και ίσως και στο σώμα, αλλά δε με ένοιαζε. Την έβλεπα όπως εγώ ήθελα να τη δω.

Αφού καπνίσαμε και σβήσαμε τις γόπες προσεκτικά, ξάπλωσα και την έβαλα να με χαϊδέψει. Της έδειξα πώς να το κάνει, αλλά η Λαμπιτώ πολύ γρήγορα ανασηκώθηκε και με καβάλησε, καρφώνοντας το μουνάκι της στην πούτσα μου. Άρχισε να με καβαλάει αργά και με τα χέρια της μου χάιδευε το στήθος. Σιγά-σιγά άρχισε να αυξάνει το ρυθμό της. Μισή ώρα αργότερα ανεβοκατέβαινε με ταχύτητα κι εγώ τη βοηθούσα, έχοντας πιάσει τη μέση της, αλλά και σπρώχνοντας με τη λεκάνη μου.

Ιδρώτας έτρεχε από πάνω της σαν ποτάμι. Την έπιασα απότομα και τη γύρισα. Άρχισα να κινούμαι όσο πιο ορμητικά μπορούσα μέσα της. Ξαφνικά ο κόλπος της συσπάστηκε και αυτή ούρλιαξε δυνατά. Η πούτσα μου φυλακίστηκε σε μια σιδερένια μέγγενη, που απότομα άνοιξε δυνατά και μετά ξανάκλεισε. Εκείνη τη στιγμή του πόνου, άρχισα να χύνω μέσα της δυνατά.

- Τα νοιώθω τα σκάγια σου… καίνε.

Το μουνί της συνέχισε να συσπάται, αλλά στην έκσταση της στιγμής δεν πονούσα πλέον. Με άρμεξε πραγματικά και ήμουν σίγουρος ότι άδειασα περισσότερο σπέρμα από την πρώτη φορά. Έπεσα βαρύς πάνω της και τα χέρια της μου αγκάλιασαν την πλάτη. Παλεύαμε να βρούμε την αναπνοή μας.

- Τι μου έκανες;

- Σεξ! Και σταμάτα να κάνεις αυτή την ερώτηση γιατί δε θα στο ξανακάνω.

Τα χείλη της σφίχτηκαν.

- Διψάω, μου είπε.

- Κατσ' αυτού. Πάω να φέρω νερό από το πηγάδι. (με είχε πιάσει το χωριάτικο μου)

Σηκώθηκα, ντύθηκα και πήγα στο πηγάδι. Γέμισα τον κουβά μέχρι σχεδόν απάνω και πρώτα ξεδίψασα εγώ. Μετά το έφερα πίσω. Την είδα να πίνει με τις χούφτες της όπως έκανα εγώ και με βουλιμία. Είχε βγάλει δύο τσιγάρα, αλλά δεν τα είχε ανάψει. Όταν ξεδίψασε, άναψε ένα τσιγάρο και μου το έδωσε. Μετά άναψε ένα για τον εαυτό της.

- Δε ρωτάω, μου δήλωσε.

- Ευτυχώς! Γιατί υπάρχουν τρόποι να σου βουλώσω το στόμα.

Με κοίταξε ερευνητικά. Της έκλεισα το μάτι και της έδειξα με το χέρι την πούτσα μου. Αφού καπνίσαμε πήρε μια βαθιά αναπνοή.

- Γιατί είσαι τόσο καλός μαζί μου;

Στη στιγμή σηκώθηκα και κατέβασα το παντελόνι μου. Της έπιασα το χέρι και το έβαλα πάνω στην πούτσα μου. Της έδειξα πως να την παίξει.

- Οι γυναίκες για να ευχαριστήσουν ένα άντρα, του πιπηλάνε το καυλί, το ρουφάνε σαν παγωτό και δε δαγκώνουν!

Το κατάλαβε. Έσκυψε και μύρισε την πούτσα μου. Δειλά με τη γλώσσα της άρχισε να γλείφει τη βάλανο. Εγώ είχα κλείσει τα μάτια και σκεφτόμουν κάτι άλλο. Τα χείλη της φυλάκισαν την πούτσα μου και ρούφηξαν απαλά. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα άρχισα να σκληραίνω. Όσο πιο πολύ καύλωνα, τόσο εκείνη με έγλειφε με περισσότερο θάρρος. Πέντε λεπτά αργότερα μου ρουφούσε το καυλί με μανία. Τη σταμάτησα και τη γύρισα ανάποδα. Την έβαλα να γονατίσει και της έγλειψα το μουνί από πίσω. Ήταν υγρή ξανά. Με μια ανάσα έμπηξα την πούτσα μου στο μουνάκι της και άρχισα να τη γαμάω πισωκολλητό.

Έξω είχε αρχίσει να βραδιάζει και οι στάσεις είχαν αλλάξει πέντε-έξι φορές, αλλά ακόμα δε μπορούσα να τελειώσω. Συνέχισα όμως να τη γαμάω, είτε ιεραποστολικά, είτε στο πλάι, είτε στη στάση καρεκλάτο σε κρεβάτι κλπ. Χρησιμοποιούσα όλη μου τη φαντασία. Πότε-πότε σταματάγαμε και με έγλειφε αυτή ή εγώ. Κάποια στιγμή περάσαμε κι από το 69. Μου έλεγε ότι της άρεσε η γεύση της πούτσας μου με τα υγρά της. Η Λαμπιτώ συνέχισε να χύνει δυνατά και επιτέλους μετά από ώρα κατάφερα να τελειώσω κι εγώ για τρίτη φορά.

Καθίσαμε αγκαλιασμένοι μέσα στο σκοτάδι για να ξαποστάσουμε. Ο κουβάς του νερού κόντευε να αδειάσει. Δεν είχαμε όρεξη για τσιγάρο. Μόνο ξεκούραση.

- Φεύγεις ε; Σύντομα;

- Σε έξι μέρες.

- Και θα μπορούσες να πας στα μέρη σου και να βατέψεις όποια ήθελες. Γιατί εμένα;

- Γιατί όχι; Εσύ δηλαδή δεν έχεις ψυχή;

- Από λύπηση με μαρκάλεψες;

- Όχι Λαμπιτώ. Σε μαρκάλεψα γιατί γούσταρα να το κάνω. Δε σε βίασα! Δε σε πειθανάγκασα. Το ήθελες κι εσύ.

- Δεν ήξερα τι ήθελα! Δεν ήξερα πως το κάνουν οι....

- Οι ποιοι;

- Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι.

- Τώρα ξέρεις. Πάμε να πιάσουμε νερό από το πηγάδι;

- Όχι. Πάμε σπίτι μου. Αν θες να έρθεις δηλαδή. Η μάνα μου θα κοιμάται.

- Τι θα πει ο κόσμος;

- Να πάνε να γαμηθούν. Όλοι τους.

Μισή ώρα αργότερα φτάσαμε στο σπίτι της. Το χωριό της ήταν απλωμένο στη γύρω περιοχή, αλλά λόγω παραλίας παραδίπλα που υπήρχε ένα μπιτς-μπαρ, ο δρόμος ήταν πολυσύχναστος.

Δε με ένοιαξε. Με έμπασε στο σπίτι της και σταυροκοπήθηκε. Φάγαμε λίγο ψωμί και πήγαμε στο δωμάτιο της. Το κάναμε αργά όλη νύχτα και τελείωσα άλλες δύο φορές μέσα της. Κατά τις 5 τα χαράματα, βγήκα από το σπίτι και πήρα τηλέφωνο ένα γνωστό ταξιτζή να έρθει να με μαζέψει. 6 η ώρα είχε εγερτήριο.

Ο ταρίφας πονηρός όπως ήταν με είδε με κόκκινα από την αγρυπνία μάτια.

- Έμπηξες καμιά ντόπια;

- Ναι!

- Καλή;

- Τέλεια!

- Η Καίτη ε;… με ρώτησε και μου έκλεισε το μάτι.

- Ονόματα δε λέμε... είπα όσο πιο κουτοπόνηρα μπορούσα να ακουστώ.

- Καλά, έκανε πως γελάει και γέλασα κι εγώ.

Δεν είχα ιδέα ποια ήταν αυτή η Καίτη. Έξι παρά τέταρτο περνούσα από την πύλη και έδινα το χαρτί της διανυκτέρευσης. Τη Λαμπιτώ δεν την ξαναείδα στη ζωή μου.




Copyright protected OW ref: 179496