Γυναίκα, η αρχή του κόσμου (2ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από Milena
κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες STRAIGHT
στις 19-10-2020

Προηγούμενο μέρος: Γυναίκα, η αρχή του κόσμου

Δεκέμβρης 2014

Έχει περάσει μια εβδομάδα από την νύχτα μαζί της και κάθε μέρα που περνάει συνειδητοποιώ πόσο λάθος ήταν. Αν πριν ερχόταν στο μυαλό μου μερικές φορές μέσα στην ημέρα, τώρα έρχεται και κατοικοεδρεύει όλο το 24ωρο. Είναι σε κάθε κύτταρο μου. Την αποφεύγω όσο μπορώ να μη δει τα χάλια μου. Ο Φώτης έχει αρχίσει να ανησυχεί σοβαρά. Τα ξενύχτια αντί να κοπούν, πολλαπλασιάστηκαν. Τα μεθύσια επίσης. Μόνο εκείνη μπορεί να με γιατρέψει. Ορκίστηκα όμως ότι δε θα την ξαναενοχλήσω και τον όρκο αυτόν θα τον τιμήσω ό,τι και να γίνει!

Αυτά σκέφτομαι όσο οδηγώ για το σπίτι. Όπως συνήθως περνάω μπροστά από το δικό της κι ας κάνω κύκλο. Στολισμένο όπως κάθε χρόνο. Το ρεβεγιόν τους είναι παροιμιώδες για τον μικρόκοσμο μας. Όλη η γειτονιά καλεσμένη, ξεχνά αντιπάθειες, κουτσομπολιά, μίση και πάθη και γίνεται μια παρέα. Εμείς δεν έχουμε πάει ποτέ, αφού κάθε χρόνο λείπουμε. Πλέον, έχει γίνει θεσμός και τα τελευταία χρόνια, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που περίμεναν ακριβώς αυτό το ρεβεγιόν για να ανακοινώσουν έναν αρραβώνα, μια εγκυμοσύνη ή προαγωγή.

Μπαίνω στο σπίτι και πριν καλά-καλά ξεντυθώ έρχεται η κεραμίδα. “Φέτος δε μου δίνουν άδεια κι αναγκαστικά θα μείνουμε εδώ” λέει σκυθρωπά η κυρά μου. Συνεχίζει ένα απίστευτο λογύδριο για το τι έγινε στην δουλειά, στο οποίο δεν δίνω απολύτως καμιά σημασία. Η μόνη μου έννοια τώρα είναι πως θα αποφύγω το ρεβεγιόν γιατί βλέπω προς τα που πάει το πράγμα. Και δεν πέφτω έξω. Ούτε λίγο ούτε πολύ μου ανακοινώνει ότι έχουμε προσκληθεί κι εμείς. Πρόσκληση την οποία πρέπει να αποφύγω πάση θυσία.

Δοκιμάζω να διαμαρτυρηθώ αλλά οι φωνές που ακούω δεν έχουν τελειωμό. Η κυρά άνοιξε το μοτεράκι και δε λέει να το κλείσει. Μόνο το προπατορικό αμάρτημα δε μου χρέωσε!

Έτσι όπως είμαι δεν έχω κουράγιο ούτε να αντισταθώ, ούτε να αμυνθώ. Στο κάτω-κάτω κάποτε θα συναντιόμασταν, δε μπορώ να την αποφεύγω για πάντα. Ας γίνει τουλάχιστον εκεί που θα υπάρχει τόσος κόσμος. Πετάω ένα “Οκ” και πάω για ύπνο. Η κυρά με ακολουθεί με πονηρές διαθέσεις μα την αποφεύγω. Μετά την νύχτα με εκείνη δεν έχω διάθεση να ακουμπήσω καμία.

-----

Παραμονή Πρωτοχρονιάς 2015

Τα παιδιά στους παππούδες και 21:00 η ώρα χτυπάμε την πόρτα της. Το γνωστό χτυποκάρδι ξεκίνησε ήδη από την ώρα που ντυνόμουν. Ανοίγει η ίδια. Το χτυποκάρδι γίνεται αρχή εγκεφαλικού.

Φοράει ένα βαθύ πράσινο μακρύ φόρεμα που τονίζει τις ματάρες της πιο πολύ από ποτέ. Στενό ως συνήθως φαρδαίνει μόνο αφού αφήνει να διαγραφεί ο τέλειος κώλος της πρώτα. Έχει μόνο έναν ώμο και μια υποψία στήθους κάνει τη φαντασία και το πέος μου να ξυπνάνε από το λήθαργο τους. Τα μαλλιά της πιασμένα ψηλά αφήνουν να φανεί ο λαιμός κι ο ακάλυπτος ώμος της. Τα σημεία δηλαδή από όπου θέλω να ξεκινήσω να την φιλάω και όπου με βγάλει.

Μπαίνει η γυναίκα μου πρώτη, φιλιούνται στον αέρα όπως κάνουν οι γκόμενες και χάνεται μέσα στον κόσμο. “Σειρά σου τώρα, κοίτα να μείνεις όρθιος” σκέφτομαι και της απλώνω το χέρι. Εκείνη το αγνοεί, με πιάνει από τα μπράτσα, σηκώνεται στις μύτες των ποδιών της να με φτάσει και μου σκάει ένα φιλί στο μάγουλο. Το εγκεφαλικό που λέγαμε πριν, συνοδεύεται κι από ένα εμφραγματάκι. Έχω κοκαλώσει και την κοιτάω σα χάνος (προσφιλής συνήθεια όταν την βλέπω όπως αποδεικνύεται).

Κάνει ένα βήμα πίσω και με κοιτάει από πάνω ως κάτω. Τα μάτια της γυαλίζουν όταν μου λέει “Στις μεγάλες ομορφιές σου σήμερα. Τίποτα καλύτερο από ένα ωραίο κοστούμι φορεμένο από έναν ακόμα ομορφότερο άντρα!”

Το εμφραγματάκι γίνεται σειρά εμφραγμάτων και προσπαθώ να καταλάβω αν άκουσα καλά! “Μπα...”, λέω μέσα μου “είναι απλά ευγενική. Ποιος ξέρει και πόσα ποτηράκια θα έχει κοπανήσει”. Κόσμος μπαινοβγαίνει και την παρασύρουν μαζί τους πριν προλάβω να της πω κουβέντα.

Ανακατεύομαι με τον κόσμο, βλέπω τη γυναίκα μου, τον άντρα της, γνωστούς και φίλους αλλά πουθενά εκείνη. Βρίσκω μια γωνιά κάπως ήσυχη και πάω κι αράζω εκεί. Το χτυποκάρδι σταματά. Δε γουστάρω ούτε χαιρετούρες, ούτε τίποτα. Θέλω απλά να περάσει η ώρα, να αλλάξει η χρονιά και να φύγουμε. Ψάχνω με τα μάτια να τη βρω αλλά μάταια. Κάποιος κάθεται στο μπράτσο του καναπέ δίπλα μου. Γυρίζω να τον βρίσω όποιος κι αν είναι και βλέπω εκείνη.

Να σου πάλι το γαμημένο το καρδιοχτύπι.Ανοίγω το στόμα μου να μιλήσω αλλά ούτε αυτό το μπορώ. Μα τι έχω πάθει ο πούστης; Μου δίνει ένα ποτήρι ουίσκι και μου λέει στο αυτί: “Απ’ ό,τι θυμάμαι αυτό ήταν το φάρμακο την τελευταία φορά που σε έπιασε η ίδια μουγκαμάρα! Άντε, μια κι έξω!” Το κατεβάζω μονοκοπανιά και το κάψιμο στο λαιμό μου ενεργοποιεί τον μηχανισμό ομιλίας. “Ευχαριστώ, απ’ ό,τι φαίνεται πάντα πιάνει” της λέω. Γελάει και περνάει το χέρι της από τα μαλλιά μου. “Αχ, μην μου κάνεις τέτοια...” σκέφτομαι “γιατί δε θα ξαναμιλήσω ποτέ!” και την κοιτάω στα μάτια. Πόσο γυαλίζουν σήμερα!

- Έλα πάρε τώρα κι αυτό, αλλά σιγά-σιγά αυτή τη φορά, ε;…

λέει και μου δίνει το ποτήρι της.

- Ε, δε θα πιω και το ποτό σου!

- Εγώ δεν πίνω σήμερα, θέλω να είμαι νηφάλια. Και τα δύο για σένα ήταν. Αλλά και το ποτό μου να ήταν τι σε πειράζει; Τις προάλλες μοιραστήκαμε πολύ περισσότερα…

- Ε, τις προάλλες ήταν αλλιώς

της λέω με μια βαριά φωνή που ούτε εγώ δεν αναγνωρίζω.

- Α… γι’ αυτό εξαφανίστηκες; Επειδή ήταν αλλιώς;

- Ε, μια νύχτα μόνο είπαμε. Σου το είπα. Δε θα ξαναενοχλήσω. Τι το κάνεις τόσο θέμα; Μια νύχτα συμφωνήσαμε, έγινε, τέλος. Έληξε το θέμα. Τι εξαφανίστηκα;…

της λέω με την ίδια βαριά φωνή ενώ ο εγκέφαλος μου στέλνει σήματα ότι κάποια χοντρή μαλακία κάνω.

- Οκ, κατάλαβα… και πολύ καλά μάλιστα…

λέει θυμωμένα και φεύγει. Εγώ αρχίζω να συνειδητοποιώ τι είπα. Βγαίνω στον κήπο. Παίρνω το Φώτη. Έχει υπηρεσία κι όσο κι αν προσπάθησα να αλλάξω μαζί του δε με άφησε. Το σηκώνει αμέσως. Του διηγούμαι τι έγινε και αρχίζει να φωνάζει τόσο που σε λίγο θα τον ακούω και χωρίς τη βοήθεια του τηλεφώνου.

- Πας καλά ρε μαλάκα; Εδώ και δεκαπέντε μέρες κοντεύεις να πεθάνεις και να με πεθάνεις και μένα και τώρα έρχεται η γκόμενα και στα ρίχνει στην ψύχρα κι εσύ της ρίχνεις άκυρο;

- Μα μου τα ‘ριξε όντως; Μήπως το παρεξηγούμε;

- Μήπως είσαι ακόμα μεγαλύτερος μαλάκας απ’ όσο δείχνεις; Άντε τράβα μέσα ρε αρχίδι και πήγαινε να τα μπαλώσεις γιατί θα σε γαμήσω εγώ στο τέλος…

μου λέει και μου το κλείνει. Τον ξαναπαίρνω.

- Ρε συ, κι αν δεν κατάλαβα καλά; Και αν πάω να κάνω κίνηση και φάω και καμιά σφαλιάρα από πάνω; Άσε που έχω ορκιστεί κιόλας…

του λέω μόλις το σηκώνει.

- Τη σφαλιάρα θα την φας αλλά θα την φας από μένα. Η γκόμενα ψήνεται σου λέω, άλλο ένα γαμησάκι το ‘χεις σίγουρο. Ή μάλλον το είχες! Τράβα μέσα τώρα και κάνε καταγραφή των ζημιών και άσε τα τηλέφωνα σαν τις γκομενίτσες…

λέει και το ξανακλείνει. Με αναπτερωμένες ελπίδες, πάω μέσα και ψάχνω να τη βρω. Πράγμα ακατόρθωτο αφού τώρα με αποφεύγει επιδεικτικά. Σκατά τα έκανα πάλι.

Η ώρα έχει πάει 02:00, η χρονιά άλλαξε και οι μισοί έχουν στρωθεί για χαρτιά, ανάμεσα τους κι οι σύζυγοι μας. Εκείνη άφαντη. Ρίχνω μια ματιά στον κήπο, δεν είναι εκεί. Ψάχνω στην κουζίνα, ρίχνω μια ματιά στο μπάνιο πουθενά. Αρχίζω να ανησυχώ μήπως έπαθε τίποτα. Ανεβαίνω στον όροφο, κοιτάω στα δωμάτια, ούτε εδώ είναι. Τώρα ανησυχώ σοβαρά. Έμεινε μόνο η ταράτσα. Ανεβαίνω κι από το μυαλό μου περνάνε όλα τα ζοφερά ενδεχόμενα του τι μπορεί να έχει συμβεί. Από το να λιποθύμησε έως να την έχουν απαγάγει. Είναι και η φύση του επαγγέλματος τέτοια που δε βοηθάει. Επιτέλους τη βρίσκω και η καρδιά μου πάει στη θέση της. Τυλιγμένη με ένα πανωφόρι, στηρίζεται στο κάγκελο και καπνίζει.

- Αμάν πια που είσαι; Έφαγα όλο το σπίτι να σε βρω! Ανησύχησα!

- Από όλους, εσύ είσαι ο τελευταίος που με νοιάζει αν ανησυχείς…

μου λέει θυμωμένα αλλά ακούγεται κλαμένη. Πάω κοντά κι ακουμπάω το μάγουλο της. Είναι όντως υγρό. Έκλαιγε. Έκλαιγε για μένα! Θέλω να αρχίσω να χοροπηδάω. Με θέλει… όντως με θέλει!

- Έκλαιγες; Έκλαιγες για μένα;

της λέω κι αμέσως καταλαβαίνω ότι πάλι μαλακία είπα. Μα τι έχω πάθει σήμερα;

- Μπορείς να χαρείς λίγο περισσότερο; Μόνο ο Άγιος Βασίλης είναι πιο χαρούμενος από σένα τώρα. Και δεν κλαίω για σένα. Κλαίω για μένα που σε άφησα να με πιάσεις μαλάκα. Αλλά δε φταις εσύ. Εγώ έπρεπε να το ξέρω. Ένα μουνί από τα χιλιάδες ήμουν. Λίγο πιο δύσκολο από τα υπόλοιπα αλλά τελικά καμιά δεν γλιτώνει από το καυλί σου, ε;…

λέει επιθετικά και κάνει να φύγει ενώ χοντρά δάκρυα κυλάνε από τα μάτια της. Την τελευταία φορά που την άκουσα να βρίζει ήμουν μέσα της και καύλωνα. Τώρα είμαι απέναντι της και νιώθω τελείως μαλάκας. Έτοιμος να τα μπήξω κι εγώ. Την πιάνω από το χέρι να τη σταματήσω.

- Δεν είναι έτσι! Δεν ξέρω τι με πιάνει μαζί σου και τα κάνω όλα λάθος. Δεν το εννοούσα έτσι όπως ακούστηκε!.

- Α, εκτός από πουτάνα είμαι και ηλίθια τώρα και δεν κατάλαβα; Τι έγινε αγοράκι μου, καυλώσαμε πάλι κι είπαμε να ξεμπουκώσουμε στον πρώτο κουβά που θα βρούμε μπροστά μας; Ή μήπως είπες να ρίξεις έναν πούτσο να μπει καλά το ‘15;

Όσο την ακούω να μιλάει έτσι τόσο θυμώνω. Θυμώνω με εκείνη που δεν καταλαβαίνει, θυμώνω με μένα που δε μπορώ να την κάνω να καταλάβει, θυμώνω με το σύμπαν που τα κάνει όλα δύσκολα όταν πρόκειται για μας.

Την αρπάζω και από τα δυο χέρια και την τραβάω πάνω μου. Εκείνη συνεχίζει να βρίζει, να με προσβάλλει και να κλαίει. Ξεστομίζει απίθανες βρισιές, προσβολές και χυδαιότητες. Με θυμώνει τόσο πολύ που θέλω να τη χτυπήσω για να την κάνω να σταματήσει. Να σταματήσει να με βρίζει και κυρίως να σταματήσει να κλαίει. Το κλάμα της που πριν με έκανε να αισθάνομαι μάγκας τώρα με κάνει και νιώθω τιποτένιος.

Προφανώς έχει πει όσα είχε να πει και τώρα το μόνο που φωνάζει είναι “φύγε” και “άσε με” ενώ το κλάμα της έχει γίνει λυγμός. Την παίρνω στην αγκαλιά μου κι αρχίζω να φιλάω τα δάκρυα της που πλέον ανακατεύονται με τα δικά μου. Κλαίει ακατάπαυστα και μαζί της κλαίω κι εγώ αλλά δε σταματάω να την φιλάω. Δεν προσπαθεί πια να φύγει. Τα χείλη μου συναντούν τα δικά της και ψάχνω τη γλώσσα της. Πριν τη φίλαγα για να την παρηγορήσω, να την καλμάρω, να την κάνω να με καταλάβει. Τώρα τη φιλάω με όλο μου το πάθος. Κι εκείνη ανταποκρίνεται. Δεν παύει να κλαίει, αλλά ανταποκρίνεται.

Την πάω σιγά-σιγά προς τα πίσω μέχρι που καταλαβαίνω ότι ακουμπάει στον τοίχο. Συνεχίζει να κλαίει αλλά πιο ήρεμα πλέον ενώ εγώ δε σταματάω να τη φιλάω. Φιλάω το λαιμό της, τα μαλλιά της, τα μάτια της. Δε με νοιάζει πια αν το φιλί στα μάτια είναι χωρισμός, την έχω ήδη χάσει. Δε μπορώ να την κάνω να πάψει να κλαίει αλλά τώρα μερικά ξέπνοα “μη” και “άφησε με” βγαίνουν απ’ τα χείλη της. Δεν είναι ικανά να με σταματήσουν όμως. Συνεχίζω να τη φιλάω με όλο και περισσότερο πάθος ενώ τη σφίγγω πάνω μου όλο και πιο πολύ. Φιλάω τη βάση του λαιμού της και τον γυμνό της ώμο κι ακούω μερικούς αναστεναγμούς, αναφιλητά και πολλά “μη...” “μη...” που καταλήγουν σε ένα ξέπνοο “μη... σταματάς”.

Τα δάχτυλα της μπλέκονται στα μαλλιά μου κι εγώ κατεβαίνω σιγά-σιγά προς το στήθος της. Κατεβάζω το φόρεμα και το αριστερό της στήθος πετάγεται ολόλευκο με μια κατακόκκινη καυλωμένη ρώγα που την παίρνω αμέσως στο στόμα μου.

Το αριστερό μου χέρι θωπεύει τώρα τους γλουτούς της μέσα από το παλτό αλλά πάνω από το φόρεμα που είναι πολύ μακρύ για να βρω την άκρη του. Οδηγώ το δεξί της πόδι στη μέση μου, βρίσκω την άκρη του φορέματος και περνάω το χέρι μου κάτω από το ύφασμα. Δε φοράει ούτε κάλτσες, ούτε καλσόν. Φτάνω το κιλοτάκι της και το κάνω στην άκρη εύκολα μιας και δεν είναι τίποτα άλλο από ένα απλό κορδονάκι. Τα δάχτυλα μου ψάχνουν απεγνωσμένα κάποια από τις τρυπούλες της. Όποια να ‘ναι. Τρέμει αλλά τρέμει έντονα. Αφήνω το πιπίλισμα της ρώγας της και ανεβαίνω στο αυτί της. “Κρυώνεις;” τη ρωτάω ψιθυριστά και μου γνέφει “ναι” με το κεφάλι της ενώ τρέμει όλο και περισσότερο. Βλέπω όμως ότι δεν κλαίει πια. Τη φιλάω στο στόμα ξανά. Με αγκαλιάζει.

Την οδηγώ αργά-αργά προς την πόρτα και μπαίνουμε στο πλυσταριό. Περιμένω να συνηθίσουν τα μάτια μου στο σκοτάδι και την καθοδηγώ προς το πλυντήριο χωρίς να αφήνω τα χείλη της. Με τα μάτια της κλειστά, παραδομένη στο φιλί μου, παύει να τρέμει σιγά-σιγά.

Την καθίζω επάνω στο πλυντήριο και οδηγώ και τα δύο πόδια της στη μέση μου. Τυλίγεται πάνω μου. Σηκώνω το φόρεμα της και τα χέρια μου μοιράζονται ανάμεσα στο στήθος και τον κόλπο της.

Το μουνάκι της είναι υγρό ήδη και τα χέρια της ψάχνουν να βρουν το φερμουάρ μου. Χωρίς να ξεκολλάω τα χείλη μου από τα δικά της κατεβάζω το μοναδικό ώμο του φορέματος και το παλτό μέχρι τη μέση της πλάτης της. Και τα δυο της στήθια τώρα είναι ακάλυπτα κι αρχίζω να τρίβω και τις δύο ρώγες της. Εκείνη έχει απελευθερώσει το πέος μου από το παντελόνι και το μαλάζει απαλά. Το νιώθω να μεγαλώνει μέσα στο χέρι της. Πετρώνει γρήγορα και το οδηγεί στην μουνίτσα της. Μπαίνω μέσα της διστακτικά ενώ το παρατεταμένο φιλί μας δε λέει να τελειώσει. Τα χέρια της τώρα βρίσκονται στον πισινό μου. Με τραβάει πάνω της και νιώθω όλη τη ζεστασιά του κόλπου της να τυλίγει το καυλί μου. Αφήνω τις ρώγες της και την αγκαλιάζω. Είμαι εγώ αυτός που την τραβάω πάνω μου τώρα. Αρχίζω να την καρφώνω δυνατά και οι συσπάσεις του μουνιού της συγχρονίζονται με αυτές του πούτσου μου. Τραβάω τα χείλη μου κι αρχίζω να πιπιλάω το αυτί της. Αρχίζει να αναστενάζει γλυκά και να κουνάει την λεκάνη της στον ίδιο ρυθμό με την ψωλή που σκίζει τη μουνάρα της.

Αισθάνομαι τα υγρά μου να ανεβαίνουν ολοταχώς την ώρα που ψιθυρίζει βραχνά στο αυτί μου “χύνω…” και σφίγγεται πάνω μου τυλίγοντας τον λαιμό μου με τα χέρια της. Το σύνθημα δόθηκε και η ψωλή μου ακολουθεί υποτακτικά το χύσιμο του μουνιού της. Ατελείωτα χύσια εκτοξεύονται στον κόλπο της που τα υποδέχεται φιλόξενα και τα αναμιγνύει με τα δικά της.

Προσπαθούμε και οι δύο να βρούμε τις ανάσες μας και χτυπάει το κινητό της. Ο άντρας της. Τραβιέται από πάνω μου και απαντάει, του λέει ότι ανέβηκε στην ταράτσα για ένα τσιγάρο και κατεβαίνει σε λίγο. “Πρέπει να πάμε στο μπάνιο να σουλουπωθούμε. Εσύ στο πάνω, εγώ στο κάτω” μου λέει και φεύγει βιαστικά. Μαζεύομαι κι εγώ, κουμπώνομαι και την ακολουθώ.

Μετά από ένα γρήγορο φρεσκάρισμα στο μπάνιο κατεβαίνω κι εγώ και τη βρίσκω να κάθεται δίπλα στον άντρα της και να παρακολουθεί το παιχνίδι. Τίποτα πάνω της δε μαρτυράει τα όσα έγιναν στην ταράτσα πριν λίγο.

Κάθομαι στον καναπέ και στέλνω μήνυμα στο Φώτη να με πάρει τηλέφωνο. Έχει σχολάσει κι εύχομαι να μην έχει κοιμηθεί. Με παίρνει αμέσως. Παριστάνω ότι ψάχνω το κινητό ώστε να χτυπήσει μερικές φορές να ακουστεί και στο τέταρτο χτύπημα το σηκώνω. Λέω το όνομα του δυνατά και πιάνω την κυρά να με κοιτάει ανήσυχα.

Βγαίνω στον κήπο, του λέω ότι πρέπει να βρεθούμε και κανονίζουμε σε μισή ώρα στο γνωστό κωλόμπαρο. Μπαίνω μέσα, λέω κάτι μαλακίες ότι χρειάζονται βοήθεια στην υπηρεσία και πρέπει να φύγω. Εκείνη κι ο άντρας της λένε ότι καταλαβαίνουν και ότι δεν είναι ανάγκη να φύγει και η γυναίκα μου, θα την πάνε εκείνοι σπίτι. Λέω “οκ” και φεύγω.

Η ώρα είναι κοντά 4:30 όταν μπαίνω στο κωλόμπαρο και βρίσκω το Φώτη.

- Τι έγινε ρε μαλάκα κι αντί να πάω να χτυπήσω κάνα γκομενάκι βρίσκομαι πάλι εδώ να μπεκροπίνω μαζί σου;… μου λέει και με κοιτάει καλύτερα. Τη γάμησες;…

ρωτάει και γνέφω “ναι” με το κεφάλι μου.

- Πως γίνεται ρε μαλάκα και κάθε φορά που γαμιόσαστε γυρίζεις σαν κλαμένο μουνί; Τη στιγμή που υποτίθεται κιόλας ότι αυτή σου κάνει και τα καλύτερα κουνήματα απ’ όλες;

Παραγγέλνω ένα ποτό και του τα λέω αναλυτικά. Όσο μιλάω εκείνος κουνάει το κεφάλι του, τα ποτά διαδέχονται το ένα το άλλο και τα φάσκελα πέφτουν βροχή.

- Και τώρα;

- Τώρα τι ρε Φώτη; Αν ήξερα τι να κάνω θα σε κουβάλαγα εδώ πέρα; Δε μιλήσαμε καθόλου μετά το γαμήσι και δεν ξέρω ούτε τι σκέφτεται, ούτε τι πιστεύει. Τι να κάνω τώρα; Να την αφήσω ήσυχη; Να την ξεχάσω; Να ξαναπροσπαθήσω; Τι;

- Ας τα πάρουμε από την αρχή. Λες να την ξεχάσεις. Κι εγώ σε ρωτάω. Μπορείς;

- Όχι

- Ε, τότε μία είναι η μόνη επιλογή. Ξαναπροσπαθείς! Απ’ ό,τι δείχνει γουστάρει. Το θέμα είναι εσύ να μην τα κάνεις σκατά πάλι! Τηλεφώνησε της, βρεθείτε και μιλήστε. Τι σκατά, ενήλικοι άνθρωποι είσαστε! Αυτή δηλαδή. Γιατί για σένα πολύ αμφιβάλλω. Και πρόσεξε τι θα πεις αυτή τη φορά! Στη θέση της όχι δε θα σου καθόμουνα, θα σε πέταγα κι έξω από το σπίτι. Γι’ αυτό σου λέω. Η γκόμενα γουστάρει!

- Κι αν απλά ήταν μια στιγμή αδυναμίας και δε θέλει ούτε να με ξαναδεί ούτε να με ξανακούσει;

- Δεν την αδικώ για να είμαστε ειλικρινείς. Αν όντως είναι αυτό τότε πήγαινε πάσο.

- Δε μπορώ ρε μαλάκα, δε μπορώ!

- Δε μπορώ, δε μπορώ. Ρε μαλάκα την καψουρεύτηκες;

- Όχι! Αλλά τη γουστάρω! Τη γουστάρω τρελά. Και μόνο που τη βλέπω χύνω.

- Παπαριές! Και μόνο που τη βλέπεις το 166 στέλνει αυτομάτως ασθενοφόρο. Κι έκοψες και τα σαβουροπηδήματα. Άσε τις μαλακίες σε μένα! Τέσπα. Ό,τι κι αν είναι παρ' την τηλέφωνο και μιλήστε κι από κει και μετά βλέπουμε. Άντε γιατί αν συνεχίσεις έτσι σε βλέπω μαλάκα σε κάνα δυο χρόνια με αναπηρική σύνταξη.

Ξέρω ότι ο Φώτης έχει δίκιο. Σε όλα. Πρέπει να μιλήσουμε και μάλιστα το συντομότερο δυνατό. Κατεβάζω μονορούφι άλλο ένα ουίσκι και της στέλνω μήνυμα:

“Πρέπει να μιλήσουμε. Μπορείς το πρωί;”

“Να πούμε τι ακριβώς; Ένα πήδημα ήθελες, το πήρες, τέλος όπως είπες κι εσύ. Και πήρες και πρωτοχρονιάτικο bonus άλλο ένα. Τι θες τώρα; Το θέμα έληξε! Αντίο”

“Δεν είναι έτσι όπως τα λες! Παρεξήγησες! Γι’ αυτό σου λέω πρέπει να μιλήσουμε”

“Ναι, γιατί όπως είπαμε δεν είμαι απλά πουτάνα, είμαι και ηλίθια πουτάνα από πάνω! Δεν έχουμε να πούμε τίποτα! Εξάλλου εσύ δεν ήσουν που είπες δε θα με ξαναενοχλήσεις; Άντε τράβα λοιπόν στις υπόλοιπες τσουλίτσες και πες τους και πόσο μεγάλος γαμιάς είσαι αφού κατάφερες να πηδήξεις και την αρχιτσουλάρα και μάλιστα δις”

Νευριάζω που μιλάει έτσι. Και νευριάζω και με μένα γιατί καταλαβαίνω πόσο την πλήγωσα. Αντί να νιώθω μάγκας όπως συνήθως αισθάνομαι γελοίος. Της στέλνω:

“Ή θα έρθεις με το καλό ή θα την στήσω κάτω απ’ το σπίτι σου και μόλις βγει ο άντρας μπουκάρω μέσα και θα μ’ ακούσεις με το έτσι θέλω! Και ξέρεις ότι θα το κάνω! Χέστηκα και για τη γειτονιά και για όλους και για όλα!”

Με γράφει στην αφεντομουνάρα της και δεν απαντάει καν.

-----

Πρωτοχρονιά 2015

Απάντηση καμία κι εγώ την έχω στήσει όντως κάτω από το σπίτι της. Λίγο το χθεσινό ξενύχτι, λίγο ότι η Πρωτοχρονιά έπεσε Πέμπτη και αρκετοί λείπουν, λίγο η αργία η γειτονιά είναι έρημη ευτυχώς. Εκείνη άφαντη, ούτε στο παράθυρο δεν έχει βγει. Έχω περάσει όλη την ημέρα κάτω από το σπίτι της κι αρχίζει να νυχτώνει πια. Της τηλεφωνώ, κλειστό. Της στέλνω μήνυμα με μπλοκάρει. Καταλαβαίνω ότι είναι άσκοπο. Φεύγω.

-----

15 Γενάρη

Με έχει μπλοκάρει από παντού. Μέχρι και τηλέφωνο έχει αλλάξει. Κάναμε δυο τρεις απροειδοποίητες επισκέψεις οικογενειακώς, είπε ότι έχει δουλειά και κλειδώθηκε στο γραφείο της. Τα προηγούμενα δυόμιση χρόνια ήταν παράδεισος μπροστά στο τι γίνεται τώρα! Αλλά κι εγώ είμαι αποφασισμένος να τα παίξω όλα για όλα!

Με τη βοήθεια του Φώτη νοίκιασα μια μικρή επιπλωμένη μονοκατοικία λίγο πιο έξω από την Αθήνα μόνο και μόνο για να υπάρχει κάπου που θα δεχτεί να έρθει. Αποκλείεται να δεχόταν να έρθει σε ξενοδοχείο ή οπουδήποτε αλλού που μπορεί να μας έβλεπαν. Το μόνο που έλειπε τώρα είναι να την πείσω να έρθει έστω για 10 λεπτά. Κι εδώ σε θέλω κάβουρα! Πως στο διάολο θα το κατάφερνα αυτό;

Ζήτησα δέκα μέρες αναρρωτική. Στα χάλια που είμαι την πήρα εύκολα. Είπα στην κυρά κάτι μαλακίες για ένα σεμινάριο. Μάζεψα λίγα ρούχα και μετακόμισα στη μονοκατοικία. Κάθισα και της έγραψα ένα γράμμα. Ήταν το μόνο που έμεινε. Ξεκίνησα για ένα πρόχειρο σημείωμα και έγραψα πάνω από 10 σελίδες. Το έβαλα σε ένα φάκελο μαζί με τα δεύτερα κλειδιά του σπιτιού. Εν ολίγοις, τη θερμοπαρακάλεσα να ‘ρθει να μιλήσουμε ό,τι ώρα να είναι, όποια μέρα ήθελε, εξηγώντας της που θα βρίσκομαι μέχρι τις 23 του μηνός.

Της το έστειλα με courier με απόδειξη επίδοσης. Έδωσα το όνομα του Φώτη που δεν τον ξέρει για να μην αρνηθεί να το παραλάβει και τόνισα ότι πρέπει να επιδοθεί στην ίδια και μόνο.

Πριν λίγο ειδοποιήθηκα ότι το παρέλαβε η ίδια. Το μόνο που μπορώ να κάνω πια είναι να περιμένω.

-----

23 Γενάρη

Οι μέρες πέρασαν βασανιστικά αργά. Δεν ξεμύτισα ούτε δευτερόλεπτο από το σπίτι μην τυχόν και έρθει και λείπω. Για τον ίδιο λόγο δεν άνοιξα και στο Φώτη που χτύπαγε σαν τρελός όσες φορές ήρθε να με τσεκάρει. Πάντα κατέληγε να αφήνει τα τσιγάρα, το ουίσκι και το φαγητό που έφερνε για να με δελεάσει στο χαλάκι. Ούτε στο τηλέφωνο μιλούσαμε μην τυχόν πάρει εκείνη και δεν προλάβω να κλείσω. Μιλούσαμε μόνο με μηνύματα.

Ο Φώτης είχε αρχίσει να ανησυχεί σοβαρά για τη διανοητική μου κατάσταση. Το ίδιο κι εγώ εδώ που τα λέμε. Αν δεν ήμουν ο ένοικος του σπιτιού και χρειαζόταν να το παρακολουθήσω θα μπουζούριαζα όποιον έμενε μέσα από την τρίτη κιόλας μέρα.

Γύρναγα σαν αγρίμι μέσα στο κλουβί. Χτυπούσε το κινητό και πεταγόμουν σαν ελατήριο. Δεκάδες μηνύματα από τις υπόλοιπες που απορούσαν που χάθηκα. Αδιαφορούσα για τα πάντα. Καμία σεξουαλική διάθεση εξάλλου. Καμία διάθεση γενικώς. Τα μόνα τηλέφωνα που έκανα καθημερινά ήταν μόνο για να μιλάω με τα παιδιά. Η μόνη ώρα που ηρεμούσα.

Ίσα-ίσα που έτρωγα. Από ύπνο κάνα δίωρο κι αυτό σπαστά σε μια πολυθρόνα που έβαλα απέναντι από την πόρτα μην τυχόν έρθει και δεν την πάρω χαμπάρι. Ξυριζόμουν κι έκανα μπάνιο καθημερινά για να είμαι έτοιμος για εκείνη. Το σπίτι επίσης στην εντέλεια για τον ίδιο λόγο. Δεν έπινα μην έρθει και πω πάλι καμιά μαλακία. Μόνο κάπνιζα κι έπινα καφέδες.

Αλλά εκείνη πουθενά. Ούτε ένα σημείο ζωής. Έβαλα το Φώτη να την στήσει δυο φορές κάτω από το σπίτι της να βεβαιωθώ ότι είναι καλά. Αν και διαφωνούσε με όλα αυτά, μου έκανε το χατίρι. Ήταν μια χαρά. Εγώ να πεθαίνω λίγο-λίγο κι εκείνη να συνεχίζει τη ζωή της, θυμωμένη μάλιστα για την “πουστιά” που της έκανα! Ποια; Εκείνη που είναι η μόνη γυναίκα που πόθησα τόσο πολύ, η μόνη που έφτασα στα άκρα για χάρη της, η μόνη που με πονάει τόσο πολύ.

Ο Φώτης λέει ότι είμαι φουλ καψούρης. Εγώ δεν ξέρω. Αν αυτό είναι καψούρα τότε είναι η πρώτη φορά που αγαπάω κάποια. Δεν προσπαθώ να καταλάβω τι είναι πια. Προσπαθώ μόνο να επιβιώσω από αυτή την απίστευτη άβυσσο που με έριξε εκείνη.

Έχουν περάσει μεσάνυχτα. Ξημερώνει 24. Έχω πάρει απόφαση πια ότι δεν πρόκειται να έρθει. Έχω μαζέψει τα πράγματα μου, το πρωί γυρίζω πίσω. Πίσω στους ζωντανούς όπως λέει ο Φώτης. Ένας νεκρός μέσα στους ζωντανούς όπως λέω εγώ. Πλέον είναι άσκοπο να μην πίνω. Όλα τελείωσαν. Την έχασα.

Το “Έλα” της Βάνου με την φωνή του Πλούταρχου παίζει συνεχόμενα στο CD κι εγώ έχω βουλιάξει στην πολυθρόνα απέναντι από την πόρτα, αγκαλιά με το ουίσκι και τα τσιγάρα. Έχω ταυτιστεί με το τραγούδι και την σκέφτομαι. Σκέφτομαι την νύχτα που περάσαμε μαζί.

Ξαναζώ τις στιγμές μας και βουλιάζω όλο και πιο πολύ στην απελπισία. Κλαίω. Ακούω τη φωνή της, μυρίζω το άρωμα της, αισθάνομαι το δέρμα της στα ακροδάχτυλα μου. Αρνούμαι να ανοίξω τα μάτια μου μη τυχόν κι εξαφανιστεί η μορφή της από μπροστά μου.

Το μυαλό μου παίζει περίεργα παιχνίδια. Φαντάζομαι τα μαλλιά της στο μάγουλο μου. Τα δάχτυλα της στο στέρνο μου. Την ανάσα της στον λαιμό μου. Τα χείλη της στο μέτωπο μου που καίει. Την έχω ανάγκη τόσο πολύ που τώρα νιώθω τα χάδια της σαν να την έχω πραγματικά στην αγκαλιά μου. Γεύομαι το φιλί της. Αισθάνομαι τη φλόγα στα χείλη μου. Ανοίγω τα μάτια μου και είμαι τόσο παραδομένος στην φαντασίωση μου και στον πυρετό που με καίει που τώρα την βλέπω και με τα μάτια ανοιχτά.

“Έλα. Μια τελευταία χάρη κάνε. Ήμουν δικός σου όσο να ‘ναι. Δεν ήμουν ένας αριθμός”

Στους στίχους αυτούς κλείνω τα μάτια ξανά κι αφήνομαι να παρασυρθώ στην φαντασίωση μου. Ονειρεύομαι τα χέρια της στον λαιμό μου και τα χείλη της στα δικά μου. Τα χέρια μου την αναζητούν. Μπλέκονται στα μαλλιά της. Ταξιδεύουν στην πλάτη της και την πιέζουν επάνω μου. Ακούω την φωνή της να λέει “Συγνώμη. Συγνώμη που άργησα.”

Μα για στάσου, αυτή η φωνή δεν ακούγεται από τα βάθη του μυαλού μου. Ακούγεται εδώ, μπροστά μου. Είναι αληθινή!

Ανοίγω τα μάτια μου! Είναι όντως εκείνη; Είναι εδώ; Ή μήπως είναι άλλο ένα παραλήρημα του πυρετού σε συνδυασμό με το ποτό; Κι όμως όχι! Αυτά τα γκρίζα μάτια που με κοιτάζουν δε μπορεί να είναι της φαντασίας μου.

Δεν είναι της φαντασίας μου! Είναι εκείνη. Και είναι εδώ. Μέσα στην αγκαλιά μου. Δε μπορώ να ξεχωρίσω πότε ακριβώς ήρθε και ούτε που με νοιάζει.

Την τραβάω πάνω μου κι αρχίζω να τη φιλάω. Στ’ αλήθεια αυτή τη φορά! Καίω ολόκληρος από τον πυρετό και τα χάδια της είναι μια πραγματική όαση δροσιάς από κάθε άποψη. Είμαι εγώ αυτός που κλαίει αυτή τη φορά κι εκείνη αυτή που φιλάει τα δάκρυα μου. Φιλάω τα χέρια της. Ψελλίζω “Δε με νοιάζει. Δεν με νοιάζει πόσο άργησες. Αρκεί που είσαι εδώ!” και σηκώνομαι όρθιος παρασύροντας κι εκείνη μαζί μου.

Την παίρνω αγκαλιά και την πάω στην κρεβατοκάμαρα. Την ξαπλώνω στο κρεβάτι. Η καθαρή ατμόσφαιρα της κάμαρας και το άρωμα του κορμιού της με επαναφέρουν πλήρως στην πραγματικότητα. Το κορμί μου ξυπνάει και ζητάει το δικό της. Η φωτιά του πόθου μου σε συνδυασμό με τον πυρετό με κάνουν ασυγκράτητο!

Πετάω όλα τα ρούχα από πάνω μου τόσο γρήγορα που ούτε εγώ δεν καταλαβαίνω για πότε βρέθηκα γυμνός. Αφαιρώ τα δικά της μανιασμένα αλλά όχι άγρια. Ό,τι με δυσκολεύει το σκίζω και δεν αργώ να την έχω ολόγυμνη στην αγκαλιά μου. Τα κορμιά μας ενώνονται παθιασμένα, λαίμαργα, πυρετικά!

Μπαίνω μέσα στην υγρή άβυσσο της. Με καταπίνει όπως οι ρουφήχτρες της θάλασσας τα καράβια. Δεν ακούγεται τίποτα άλλο από τους ήχους που κάνουν τα κορμιά μας κατά την ένωση μας. Φιλιόμαστε, χαϊδευόμαστε, στροβιλιζόμαστε, πέφτουμε από το κρεβάτι και ακάθεκτοι συνεχίζουμε στη φλοκάτη. Μπαινοβγαίνω μέσα της με λύσσα και φόβο μην τη χάσω ξανά.

Αναστενάζει, μουγκρίζει, βογκάει. Τα πόδια της έχουν τυλιχτεί στην πλάτη μου. Χάνομαι μέσα της βαθιά, αδυσώπητα. Τα κορμιά μας γλιστράνε από τον ιδρώτα αλλά ο κόλπος της με έχει πραγματικά εγκλωβίσει. Με καίει! Με προκαλεί να τον γεμίσω με το σπέρμα μου και για πρώτη φορά χύνω πριν από εκείνη προκαλώντας της απίστευτες συσπάσεις. Ο οργασμός της έρχεται και είναι τόσο έντονος που το ουρλιαχτό της ξεσκίζει την σιωπή της νύχτας και τα νύχια της τη σάρκα μου. Μια πραγματική λύκαινα παραδομένη απόλυτα στο πάθος.

Ο πόνος που μου προκάλεσαν τα νύχια της, ο ιδρώτας που πέφτει στην πληγή σαν αλάτι, η φωτιά του κόλπου της και τα ουρλιαχτά της εξαπολύουν νέα κύματα σπέρματος μέσα της.

Έχω χύσει ήδη δυο φορές αλλά η καύλα και η έξαψη μου δεν έχει μειωθεί στο ελάχιστο. Ούτε εκείνη φαίνεται να πτοείται. Βγαίνω από μέσα της και χωρίς να της πω τίποτα την ξαπλώνω στην άκρη του κρεβατιού. Γονατίζω μπροστά της. Καταλαβαίνει τι έρχεται και ανοίγει τα πόδια της. Τα υγρά μας κυλάνε από την μουνάρα της στην τρύπα της κωλάρας της. Αρχίζω και τη γλείφω και σηκώνει τα πόδια της. Τα φέρνει στους ώμους της και τα κρατάει σφιχτά εκεί αφήνοντας και τις δύο τρύπες της στην απόλυτη κυριαρχία μου. Βλέπω την κωλοτρυπίδα της να συσπάται και παρ' όλο που ήθελα να τη γλείψω, καρφώνω την πούτσα μου στην σούφρα της μονοκόμματα και δυνατά. Λίγο τα υγρά μας, πολύ η καύλα μας, της γαμάω τώρα τον κώλο σαν να ήταν η μουνάρα της. Σηκώνω τη μέση της και χωρίς να βγω από τον κώλο της ανεβαίνω στο κρεβάτι. Φέρνει τα πόδια της στους ώμους μου και τυλίγει τους αστραγάλους της στον λαιμό μου. Την καρφώνω με δύναμη ενώ εκείνη παίζει την κλειτορίδα της. Όσο την ξεκωλιάζω τόσο περισσότερο γλιστράει και σε λίγο χωρίς να καταλάβω πως βρισκόμαστε σε μια από τις πιο καυλωτικές στάσεις που μπορούσα ποτέ να φανταστώ.

Εκείνη βρίσκεται με το κεφάλι στο πάτωμα στηρίζοντας το βάρος της στο λαιμό της κι εγώ κάθετα από πάνω της καρφώνω την πούτσα μου πότε στο μουνί και πότε στην κωλάρα της. Οι βυζάρες της υπακούν στην βαρύτητα και φτάνουν άνετα στο στόμα της. Με τη γλώσσα της γαμάει τις ρώγες της την ίδια στιγμή που εγώ μπαινοβγαίνω εναλλάξ στις τρύπες της. Με τα χέρια της στηρίζει τη μέση της κι εγώ αρχίζω τα πουτσοσκάμπιλα στην μικρή περιοχή που χωρίζει τις δύο τρύπες της. Βλέπω τις τρύπες της να ανοιγοκλείνουν και τρελαίνομαι. Κρατάω τα πόδια της και βεβηλώνω τη μία τρύπα της μετά την άλλη. Σε κάποια στιγμή που βρίσκομαι στην κωλάρα της βλέπω τη μουνάρα της να ανοιγοκλείνει δυνατά και τα χύσια της να ξεχειλίζουν σαν ηφαίστειο που μόλις ξύπνησε. Πίδακες από τα υγρά της εκτινάσσονται και στο κεφάλι μου σκάνε βαρελότα. Πλημμυρίζω κι εγώ την κωλάρα της με τόσο σπέρμα που νομίζω ότι θα φύγει και το αίμα μου μαζί.

Αδειάζω την ψωλή μου, την βγάζω από την κωλάρα της και κάθομαι την άκρη του κρεβατιού. Την πιάνω από την μέση και την σηκώνω με δύναμη για να την φέρω στην αγκαλιά μου. Το καταφέρνω ευτυχώς με τη μία και τώρα την έχω αναψοκοκκινισμένη να κουρνιάζει στον ώμο μου. Χαϊδεύω τα μαλλιά της, πάω πιο μέσα στο κρεβάτι και ξαπλώνω με εκείνη στην αγκαλιά μου σα νεογέννητο.

Την ακούω που ρυθμίζει την ανάσα της και προσπαθώ να καταλάβω τι ακριβώς έγινε. Πότε μπήκε, πότε ήρθε στην αγκαλιά μου, πότε άρχισε να με φιλάει. Όσο κι αν προσπαθώ δε μπορώ να ξεχωρίσω πότε η φαντασία εξελίχθηκε σε πραγματικότητα. Φοβάμαι να πω το οτιδήποτε μην τα χαλάσω πάλι όλα και μένω σιωπηλός να απολαμβάνω την στιγμή.

Προσπαθεί να σηκωθεί αλλά ακόμα δεν έχει συνέλθει και δεν τα καταφέρνει. Την κοιτάω και καταλαβαίνω τι χρειάζεται. Τη βγάζω μαλακά από την αγκαλιά μου και φέρνω τα τσιγάρα μας και δυο μπουκαλάκια νερό. Με κοιτάει με ευγνωμοσύνη και με χίλια ζόρια σηκώνεται. Ανάβω ένα από τα τσιγάρα της και μαλακά την τραβάω στα μαξιλάρια. Της βάζω το τσιγάρο στο στόμα και με χέρι που τρέμει τραβάει μια πρώτη δυνατή τζούρα. Φέρνει τα γόνατα της στο στήθος της κι ακουμπάει πάνω το κεφάλι της. Τη βλέπω που καπνίζει με κλειστά μάτια προσπαθώντας ακόμα να συνέλθει. Ανάβω ένα τσιγάρο κι εγώ και κάθομαι δίπλα της.

Ανοίγω το ένα μπουκαλάκι με το νερό και της το δίνω. Πίνει άπληστα και λίγο νερό τρέχει από το στόμα της και πέφτει στο στήθος της. Δε μπορώ να αντισταθώ. Πάω μπροστά της, ανοίγω τα πόδια της και τραβάω την μέση της ώστε να βρεθεί μισοξαπλωμένη στα μαξιλάρια. Κατεβάζω το κεφάλι μου ανάμεσα στα σκέλια της και ξεκινάω αυτό που της χρωστάω. Ένα γλειφομούνι που θα την κάνει να ξεχάσει και το όνομα της ακόμα.

Γέρνει το κεφάλι της πίσω, βολεύεται καλύτερα, κλείνει τα μάτια της κι ανάβει καινούργιο τσιγάρο. Την πουτάνα. Θέλει να το απολαύσει. Αλλά ακριβώς αυτό θέλω κι εγώ!

Και οι δυο της τρύπες είναι ακόμα υγρές από τα υπολείμματα των υγρών μας. Πρώτη μου δουλειά να καθαρίσω αυτές τις υπέροχες τρύπες με την γλώσσα μου. Ρουφάω άπληστα τους χυμούς και των δυο μας και πολύ γρήγορα τόσο το μουνί της όσο και η κωλοτρυπίδα της γυαλίζουν ανυποψίαστες για το τι θα ακολουθήσει. Σηκώνω τον κορμό μου και τη βλέπω να καπνίζει ακόμα χαμογελώντας. Είναι καυλωμένη και χαλαρή. Παίρνω το χέρι της και το οδηγώ στην ρώγα της. Αρχίζει να την τσιμπάει κι εγώ βάζω δυο δάχτυλα στη μουνότρυπα της ενώ με τον αντίχειρα της μαλακίζω την κλειτορίδα.

Αρχίζει να κουνάει την μέση της. Καυλώνει. Σβήνει το τσιγάρο της. Με το ελεύθερο χέρι μου ανάβω άλλο και της το δίνω. Δεν το αρνείται. Βάζω τον αντίχειρα μου στην κωλοτρυπίδα της. Αυξάνει την ταχύτητα του λικνίσματος της. Κρατάω τα δάχτυλα μου σταθερά κι εκείνη κανονίζει μόνη της ρυθμό και ταχύτητα. Από τα χείλη της βγαίνει ο καπνός από το τσιγάρο της συνοδευόμενος από βαριά βογκητά. Ανάμεσα στον καπνό μοιάζει με μια φιλήδονη νύμφη που έχει παραδοθεί απόλυτα στην καύλα της. Γαμιέται ηδονικά με τα δάχτυλα μου κι εγώ τη βλέπω και παίζω το καυλί μου. Πάλι λοξοδρόμησα και το τέλειο γλειφομούνι που σχεδίαζα πήγε περίπατο αλλά τίποτα δε συγκρίνεται με το θέαμα που έχω μπροστά μου.

Τα δάχτυλα μου εκτελούν χρέη δονητή κι εκείνη όλο και αυξάνει την ένταση. Το τσιγάρο της τελειώνει αλλά της δίνω άλλο αμέσως. Ξαναπιάνω την πούτσα μου. Βλέπω τα πρώτα υγρά στο πουτσοκέφαλο. Οι τζούρες που παίρνει καπνίζοντας αποτυπώνονται στις τρύπες της που ανοιγοκλείνουν πιο έντονα κάθε φορά που τραβάει τον καπνό μέσα της. Νιώθω τις συσπάσεις του μουνιού και του κώλου της στα δάχτυλα μου και παίζω την πούτσα μου μανιασμένα. Δεν αντέχω άλλο και πηχτά χύσια πετάγονται στην κοιλιά της και κατρακυλάνε στη μουνάρα της. Δεν ανοίγει τα μάτια της αλλά με το δάχτυλο της παίρνει λίγα από τα ψωλοχύματα μου και αλοίφει τα χείλη της. Τα γλείφει τραβώντας άλλη μια τζούρα. Απολαμβάνει τη γεύση του καπνού και της καύλας μου ταυτόχρονα. Το ευχαριστιέται πραγματικά και φαίνεται στις δονήσεις τόσο του μουνιού της όσο και του κώλου της.

Σβήνει το τσιγάρο και με τα δυο της χέρια απλώνει τα υπόλοιπα ψωλοχύματα μου στο κορμί της. Καυλώνω τόσο πολύ όπως τη βλέπω. Η πούτσα μου είναι πάλι όρθια. Την πιάνω από τα πόδια και την τραβάω πάνω μου. Η μουνάρα της καρφώνεται στο καυλί μου. Όπως έγινε πριν με τα δάχτυλα μου και τώρα μένω ακίνητος και την αφήνω να γαμηθεί μόνη της με την πούτσα μου. Το μόνο που κάνω επιπλέον είναι να βάλω και δύο δάχτυλα στην κωλοτρυπίδα της για να μπουκώσω κι αυτή της την τρύπα.

Ανεβοκατεβάζει με ένταση την μέση της, μαλακίζει την κλειτορίδα της και χουφτώνει τα βυζιά της. Τα μάτια της ορθάνοιχτα, γκρίζα, καρφώνονται στα δικά μου. Σηκώνεται απότομα και με τόση δύναμη που βρίσκομαι ξαπλωμένος με εκείνη να καβαλάει την πούτσα μου σαν cowgirl. Ανεβοκατεβαίνει με λύσσα πάνω στο καυλί μου. Αρπάζω τα βυζιά της, τα χουφτώνω και τρίβω τις ρώγες της. Τα νύχια της οργώνουν το στέρνο μου. Καρφώνεται με δύναμη στην πούτσα μου. Ουρλιάζει. Χύνει… δυνατά! Τα χύσια της φτάνουν στα αρχίδια μου. Γι’ ακόμα μια φορά υπακούω στο πρόσταγμα της και χύνω κι εγώ μαζί της. Η ανάσα μου κόβεται. Θα με πεθάνει αυτή η γυναίκα αλλά τουλάχιστον θα πάω ευτυχισμένος.

Ξαπλώνει επάνω μου να ηρεμήσει. Φιλάω τα μαλλιά της. Φιλάει το μέτωπο μου και η δροσιά των χειλιών της με ξεκουράζει.

- Έπεσε ο πυρετός…

- Α, αυτό έκανες; Κι εγώ νόμιζα ότι ήταν φιλί συγχώρεσης.

- Είναι γνωστή και αποδεδειγμένη μέθοδος μέτρησης θερμοκρασίας.

- Χα, χα… αλήθεια; Έχω πολλά να μάθω ακόμα φαίνεται!

- Έχεις αλλά τι να σε κάνουμε. Θα στα μάθουμε!

- Δηλαδή;

- Δηλαδή, αν προσλάβεις κάποιον να φτιάξει και λίγο τον κήπο νομίζω μπορώ να έρχομαι μια δυο φορές την εβδομάδα για κανένα ιδιαίτερο.

- Το εννοείς;

- Για τον κηπουρό; Απόλυτα! Το ξέρεις άλλωστε πόσο μ’ αρέσει να πίνω τον καφέ μου στον κήπο.

- Και για το ιδιαίτερο;

- Ε, αφού θα έρχομαι μέχρι εδώ. Τόση ταλαιπωρία, είναι πολύ για τον κήπο μόνο!

Σηκώνεται και πάει στο μπάνιο. Ακούω τη βρύση της μπανιέρας να ανοίγει. Δεν την ακολουθώ. Αφενός γιατί της αρέσει το νερό να είναι παγωμένο και αφετέρου γιατί προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τι μου είπε μόλις. Βγαίνει μετά από λίγο ανανεωμένη και σηκώνομαι να πάω εγώ. Είναι τυλιγμένη με μια μεγάλη πετσέτα και μοιάζει με αναγεννησιακό πίνακα. Κάνω ένα καυτό ντους και νιώθω τους μύες μου να χαλαρώνουν. Προσπαθώ ακόμα να πιστέψω πως ό,τι ζω συμβαίνει στα αλήθεια. Φρέσκος φρέσκος, τυλίγω μια πετσέτα (μικρή ομολογουμένως) στη μέση μου και γυρίζω κοντά της. Με βλέπει κι αρχίζει να γελάει. Πόσο ανάγκη το έχω αυτό το γάργαρο γέλιο. Είναι σαν καταρράκτης που ξεπλένει τις αμαρτίες μου.

- Ωραίο πετσετάκι! Αν σου πέφτει μεγάλο στην κουζίνα μπορεί να βρούμε τίποτα πιάστρες για το φούρνο!

Γελάω κι εγώ μαζί της! Ξέγνοιαστα μετά από χρόνια. Πάω κοντά της και την παίρνω αγκαλιά. Ανάβει ένα τσιγάρο και μου δίνει και μένα ένα. Την ρωτάω

- Τα εννοούσες αυτά που είπες πριν;

- Και βέβαια! Δεν ξέρω πόση δουλειά χρειάζεται αλλά σίγουρα τον κηπουρό του τον θέλει!

- Χα, χα, χα… μην κάνεις τη χαζή! Για το ιδιαίτερο δις εβδομαδιαίως λέω!

- Χωρίς να το αναλύσουμε άλλο, ναι το εννοώ. Τώρα αν θα είναι δύο ή μία φορά την εβδομάδα θα εξαρτηθεί από το πρόγραμμα μας. Υπάρχουν όμως και κάποιοι όροι.

- Δεκτοί όλοι!

- Άκουσε τους πρώτα. Όσον αφορά εμένα δε θα γίνεται ποτέ τίποτα την ίδια μέρα που κάνω κάτι με τον άντρα μου. Τον αγαπάω και δε θέλω με τίποτα να καταλάβει κάτι. Επίσης, δεν πρόκειται ποτέ να βγούμε έξω μαζί. Ό,τι είναι θα γίνεται εδώ. Τρίτον και τελευταίο, ό,τι μα ό,τι και να γίνει δεν θα προσβάλλει και δεν θα πειράξει κανένας μας το σύζυγο του άλλου με οποιονδήποτε τρόπο. Αντιληπτά;

- Απόλυτα. Συμφωνώ και στα τρία. Ώρα να σφραγίσουμε την συμφωνία.

Την ξαπλώνω και της βγάζω την πετσέτα. Πάω προς τα σκέλια της αλλά δε με αφήνει. Αντίθετα όπως είμαι γονατιστός στο κρεβάτι έρχεται και βάζει το κεφάλι της ανάμεσα στα μπούτια μου. Τα χείλη της παγιδεύουν το πουτσοκέφαλο μου και η γλώσσα της του επιτίθεται γλυκά. Προσέχοντας μη βγει από το στόμα της γυρίζω ώστε να βλέπω τη μουνάρα της. Το γλειφομούνι που έχω στο μυαλό μου θα γίνει ο κόσμος να χαλάσει. Σκύβω να φτάσω την μουνάρα της. Βρίσκει την ευκαιρία και τον παίρνει όλο στο στόμα της. Ακόμα και σήμερα εντυπωσιάζομαι πως τον παίρνει τόσο εύκολα τόσο βαθιά.

Ανοίγω τα πόδια της περισσότερο και στη συνέχεια ανοίγω τα μουνόχειλα της με τα δάχτυλα μου. Γλείφω το εσωτερικό τους αργά με την άκρη της γλώσσας μου. Εκείνη στο πόστο της τρομπάρει αργά το καυλί μου. Αισθάνομαι τα χείλια της να ανεβοκατεβαίνουν στην πούτσα μου και την γλώσσα της να παίζει γλυκά μαζί της. Ταυτόχρονα μαλάζει τα αρχίδια μου με τα χέρια της. Τα παίρνει κι αυτά στο στόμα της. Μα πως τα χωράει όλα η πουτάνα μέσα στο στόμα της χωρίς να πνίγεται; 21 εκατοστά δεν τα λες και λίγα!

Γλείφει ο ένας τον άλλο αργά και ερεθιστικά. Ήρεμα μεν αλλά με ένταση. Η γλώσσα της κάνει τρελά παιχνίδια με τα παπάρια μου ενώ εγώ παιδεύω την κλειτορίδα της. Με κρατάει από τα κωλομάγουλα για να κατευθύνει την πούτσα μου όπου θέλει εκείνη. Την έχει σαλιώσει για τα καλά και έχει αρχίσει να συσπάται για τα καλά. Εγώ έχω περάσει στη μουνότρυπα της τώρα και την ρουφάω όσο πάει και δυνατότερα. Βάζω τη γλώσσα μου μέσα της και κάθε σύσπαση της ψωλής μου συνοδεύεται από μια σύσπαση του μουνιού της. Γεύομαι ήδη τα πρώτα υγρά της τα οποία ρουφάω άπληστα.

Για λίγη ώρα το μόνο που ακούγεται είναι οι ήχοι που κάνουν τα χείλη μας όσο γλείφουν, ρουφάνε, πιπιλάνε. Σαν να είχαμε συνεννοηθεί αρχίζουμε ταυτόχρονα ο ένας να γλείφει την κωλοτρυπίδα του άλλου. Εκείνη κυκλικά βάζοντας την γλώσσα της μόνο στην αρχή της κωλοτρυπίδας μου και παίζοντας ταυτόχρονα το καυλί μου. Εγώ έχοντας όλη τη γλώσσα μέσα στην σούφρα της χουφτώνω τα κωλομάγουλα της.

Θέλω να συνεχίσω να την γλείφω αλλά αυτός ο θεσπέσιος κώλος με διατάζει να εισβάλλω μέσα του. Σηκώνομαι και τη στήνω στα τέσσερα. Σκύβει και τουρλώνει την κωλάρα της. Δίνω μερικά πουτσοσκάμπιλα στην κωλοτρυπίδα της κι ένα δυο σκαμπίλια στα κωλομέρια της. Βλέπω το σημάδι της παλάμης μου πάνω τους κα καυλώνω χειρότερα. Αρχίζει και παίζει την κλειτορίδα της, συνεχίζω τα σκαμπίλια. Ακουμπάω το πουτσοκέφαλο στην κωλοτρυπίδα της και αργά-αργά μπαίνω μέσα της. Έχει ρουφήξει εύκολα το καυλοκέφαλο και ενώ ετοιμάζομαι να βάλω και το υπόλοιπο καυλί μου, σηκώνει απότομα την μέση της και καρφώνεται με την μία στην πούτσα μου κάνοντας τη να χαθεί μέσα στην κωλάρα της. Την πιάνω από τη μέση, ξανασκύβει και τουρλώνεται ακόμα περισσότερο κι αρχίζω να την ξεκωλιάζω δυνατά. Αρχίζει να φωνάζει και φωνάζω κι εγώ μαζί της. Σφίγγει τη σούφρα της και δε συσπάται μόνο το καυλί μου αλλά ολόκληρο το κορμί μου. Έχω μουδιάσει από την καύλα όταν ο κώλος της αρχίζει να συσπάται δυνατά και γρήγορα. Χύνει… χύνει και το φωνάζει! Τίποτα δε με κρατάει πια και χύνω κι εγώ μαζί της ουρλιάζοντας. Τρέμουμε και οι δύο και πέφτουμε στο κρεβάτι. Προσπαθεί να ανασάνει όπως κι εγώ. Βγαίνω από μέσα της και γέρνω δίπλα της γιατί το βάρος μου τη δυσκολεύει.

Γυρίζουμε ανάσκελα και λαχανιασμένη ακόμα την τραβάω στην αγκαλιά μου. Κουρνιάζει πάνω μου κι εγώ της χαϊδεύω τα μαλλιά νιώθοντας τι πάει να πει υπέρτατη ευτυχία. Αποκοιμιέται στο στέρνο μου και αυτή την φορά τη μιμούμαι. Για πρώτη φορά μετά από σχεδόν δυόμιση χρόνια βυθίζομαι σε έναν ύπνο γλυκό, ήρεμο, ξέγνοιαστο.

Το ταξίδι μου μαζί της μόλις άρχισε...




Copyright protected OW ref: 179449