Μια κούρσα στη Νεμέα

Δημοσιεύθηκε από hunter25
κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες STRAIGHT
στις 14-09-2020
Τους χαιρετισμούς μου στην παρέα. Με λένε Πάνο. Είμαι από μια κωμόπολη της Αρκαδίας. 25 χρονών, 1.85, αρκετά σκληραγωγημένος, μια και μεγάλωσα σε χωριό και τα τελευταία δύο χρόνια γυμνάζομαι σχεδόν καθημερινά σε γνωστό γυμναστήριο της περιοχής μου. Με τα γράμματα δεν τα πήγαινα καλά, αν και τα έπαιρνα εύκολα. Από μικρός είχα κλήση στ’ αυτοκίνητα. Ο γέρος μου είχε Αγοραίον, ένα από τα λίγα της περιοχής. Από τα 20 μου είχα κι εγώ επαγγελματικό δίπλωμα. Μετά το Λύκειο λοιπόν, καβάλησα επαγγελματικά το αμάξι. Μόλις απολύθηκα από φαντάρος, ο μεγάλος αδερφός του γέρου μου, γεροντοπαλίκαρο χωρίς οικογένεια, με ταξί στην Αθήνα, μου το γύρισε στ’ όνομα μου (και ένα κατάλογο πελατών), μου άφησε και το διαμέρισμά του σ’ ένα ήσυχο προάστιο της Αθήνας κι ήρθε να μείνει μόνιμα στο σπίτι μας στο χωριό. Έτσι ξεκίνησα ταξιτζής στην πρωτεύουσα. Δούλευα κυρίως με ραντεβού, μια και ο μπάρμπας μου, είχε μεγάλη και μόνιμη πελατεία.

Κυριακή μεσημεράκι, με ξυπνάει το κινητό. Είχα κοιμηθεί κατά τις 8 το πρωί, γιατί το σαββατόβραδο είχε πολύ δουλειά. Δεν είχα καμιά διάθεση να απαντήσω, αλλά ήταν το κινητό της δουλειάς. Πολλοί θα με πείτε ταληροφονιά, αλλά όταν δουλεύεις με ραντεβού… επιβάλλεται. Ήταν η κυρία Σόνια, καλή πελάτισσα. Αν μπορούσα, Δευτέρα πρωί να πάμε Νεμέα. Αφού το κανονίσαμε, γύρισα πλευρό και κοιμήθηκα. Δε θα έβγαινα για δουλειά. Καλό το αυριανό δρομολόγιο. Σήμερα ξεκούραση.

Δευτέρα πρωί κατά τις 10, είμαι κάτω από την πολυκατοικία της. Μια μεγάλη βαλίτσα, ένα σακβουαγιάζ, κάνα δυο σακούλες στο πορτμπαγκάζ και ξεκινάμε. Κάθεται πίσω, 55χρονη, καλοδιατηρημένη για την ηλικία της, βαμμένο κατάξανθο το μαλλί, πιασμένο σ' ένα πρόχειρο κότσο, μακιγιαρισμένη όπως πάντα, μ’ ένα έντονο άρωμα να πλημμυρίζει το αμάξι, μέσα στο φλοράλ μαύρο μίντι φόρεμα της, βολεύεται όσο καλύτερα μπορεί. Δεν είχαμε κάνει ούτε εκατό μέτρα κι αρχίζει τη συζήτηση. Περί ανέμων και υδάτων. Αυτά που συνήθως βαριέμαι. Αλλά… αυτό το αλλά με τρώει από τα 16 μου… χαίρομαι να την ακούω και την αφήνω να μιλάει ασταμάτητα γιατί οι ώριμες γυναίκες είναι η αδυναμία μου. Πολύ τις γουστάρω. Ξέρουν τι θέλουν, πότε το θέλουν, γιατί το θέλουν… και πως το θέλουν. Πριν βγούμε από Αθήνα, σταματάω για να πάρω και για να την κεράσω καφέ και συνεχίζουμε.

Αν κι έχει αρκετή κίνηση μέχρι την Ελευσίνα, η ώρα κυλάει γρήγορα και ευχάριστα με την κουβέντα. Μου λέει να πάμε από Παλιά Εθνική, γιατί θα κάνουμε μια στάση Κινέττα, να πάρουμε κάτι πράματα από μια φίλη της. Βασικά της αρέσει η διαδρομή, γιατί θα μπορούσαμε να μπούμε κι από Μέγαρα ή και κατευθείαν Κινέττα. Ήδη από Μεγάλο Πεύκο έχει αρχίσει η ζέστη μια και είμαστε αρχές Ιουλίου. Έχω μάθει γιατί πάει Νεμέα, πως έχει ένα κτήμα, μπόλικα στρέμματα, με σταφίδα και ελιές και πως κατεβαίνει γιατί ο άντρας της (συνταξιούχος εφοριακός) βαριέται που ζει και πρέπει αυτή να ασχολείται με όλα. Τα παιδιά δεν ενδιαφέρονται παρά μόνο για το χαρτζιλίκι τους και πόσο άξιος είμαι που δουλεύω και δεν επιβαρύνω τους δικούς μου… και άλλα τέτοια που τα 'χω ακούσει άπειρες φορές. Μ’ αυτά και μ’ αυτά φτάνουμε Κινέττα. Μιλάει στο κινητό στη φίλη της και λέει να βγει να μας φέρει τα πράγματα, για να μην καθυστερούμε. Λίγο πιο κάτω, μια μιλφάρα μας περιμένει με μια τσάντα στο χέρι. Ένα μπικίνι κόκκινο της φωτιάς, αφού μόλις γύρισε από την θάλασσα όπως είπε, που ελάχιστα κρύβει από το χυμώδες σώμα της, βαμμένο κατάμαυρα πολύ κοντό μαλλί και πανύψηλες πλατφόρμες δεμένες σαν αρχαία σανδάλια μέχρι το γόνατο.

Χωρίς να βγει από το αμάξι η κυρία Σόνια, κάνει τις συστάσεις. Από δω η Πέπη, από δω ο Πάνος και τα σχετικά. Το μάτι της Πέπης αστρίτης, με ζυγιάζει από πάνω μέχρι κάτω. Το 'χω ξαναδεί αυτό το… πολλά υποσχόμενο βλέμμα. Κατεβαίνω να βάλω την τσάντα στο πορτμπαγκάζ. Μόλις που πρόλαβα να πάρω μια κάρτα με τα τηλέφωνά μου, για να πασάρω στην Πέπη, πού έξυπνα εξαφανίζει στο χέρι της. Μετά από κάνα πεντάλεπτο κι αφού οι φιλενάδες χαιρετήθηκαν και φιλήθηκαν σταυρωτά, η Πέπη μου έκλεισε το μάτι με νόημα, συνεχίζουμε για Νεμέα πια. Η συζήτηση με την κυρία Σόνια συνεχίζεται. Αυτή την φορά, περιστρέφεται γύρω από την Πέπη, πόσο καλή παρέα κάνανε παλιά, πως τώρα δεν πολυβλέπονται… και πόσο καλά διατηρείται η Πέπη, ενώ έχουν σχεδόν μια ηλικία.

- Α… κυρία Σόνια θα σας μαλώσω… μια χαρά κρατιέστε κι εσείς, μην πω και καλύτερα!

- Πάνο μου σ' ευχαριστώ, αλλά τα ρημάδια περνάνε. Γέρασα πια…

- Τι λόγια είναι αυτά κυρία Σόνια; Είστε μια υπέροχη ώριμη κυρία. Πολλές θα σας ζηλεύανε και θα θέλανε να σας μοιάζουν.

- Αχ Πάνο μου, με κολακεύεις. Αλλά ήρθε η σειρά μου να σε μαλώσω. Τι κυρία Σόνια και πληθυντικοί είναι αυτοί; Σόνια και ενικός. Μία είμαι, αν και με τα κιλά που έχω πάρει τελευταία, άνετα με λες και δύο!

- Κυρία Σο… Σόνια ήθελα να πω, είσαι όμορφη, χυμώδης κυρία. Πολλοί θα θέλανε να σε γνωρίσουν κι είμαι σίγουρος, πως στο δρόμο, θ' ακούς πολλά και θα βλέπεις και πως σε κοιτάνε οι άντρες.

- Συγνώμη βρε αγόρι μου. Εσύ, αν μ’ έβλεπες στο δρόμο, θα με πρόσεχες ή θα πέρναγα απαρατήρητη; Γιατί ο γιός μου που έχετε σχεδόν την ίδια ηλικία, χοντρή με ανεβάζει, μπουλούκα με κατεβάζει κι ας μη μιλήσουμε για τον άντρα μου. Αυτός δε με βλέπει καν σα γυναίκα πλέον.

- Τράβα του το αυτί να δεις θα το ξαναπεί; Όσο για το σύζυγο, τι να πω; Μάλλον δε θα σε πρόσεξε ποτέ καλύτερα.

Μ΄ αυτά και μ’ αυτά φθάσαμε Ισθμό. Σταμάτησα σε μια καφετέρια, για να πιούμε τίποτα και να ξεμουδιάσουμε λιγάκι. Μέχρι να έρθει η παραγγελία μας, η κυρία Σόνια πάει τουαλέτα να φτιαχτεί λιγάκι όπως είπε. Επιστρέφει και κάθεται σχεδόν απέναντί μου. Τα τρία επάνω κουμπιά του φορέματος και πολύ περισσότερα από κάτω ανοιχτά. Οι βυζάρες της, έτοιμες να πεταχτούν έξω και τα μαυρισμένα από την ηλιοθεραπεία μπούτια σε κοινή θέα. Δε μπορώ να πάρω τα μάτια μου από πάνω της. Ελπίζω πως δεν τα βλέπει μέσα από σκουρόχρωμα γυαλιά ηλίου που φοράω. Πάντως με μια κίνηση για να κάτσει πιο αναπαυτικά, μου αποκαλύπτει περισσότερο τις μπουτάρες της. «Χμ… είμαστε σε καλό δρόμο» σκέφτηκα.

Μπαίνουμε στ’ αμάξι για να φύγουμε. Αυτή την φορά κάθεται μπροστά. Η συζήτηση συνεχίζεται σε πιο προσωπικό επίπεδο. Αν έχω κορίτσι… και η νεολαία σήμερα το ένα.. και η νεολαία σήμερα το άλλο… κι άλλο κουμπί ξεκουμπώνεται χαμηλά στο φόρεμα για να πάρουν λίγο χρωματάκι τα πόδια της και μετά κι άλλο επάνω για να πάρει και το στήθος της και γελάκια… και αστεία… κι εγώ καυλώνω όλο και περισσότερο. Το τζην παντελόνι μ’ ενοχλεί. Ο πούτσος πιέζεται αφόρητα. Μισή ντροπή δικιά της, μισή δικιά μου. Με την γνωστή κίνηση τον τακτοποιώ, αλλά τώρα το παντελόνι φουσκώνει επιδεικτικά. 20 πόντους ψωλή, χοντρή σαν στειλιάρι και μ' ένα ψωλοκέφαλο σαν μικρό ροδάκινο, δεν κρύβεται εύκολα. Πόσο μάλλον τώρα που έχει γίνει πέτρα από την καύλα. Δεν ξέρω αν τον κοιτάει. Φοράει κι αυτή μεγάλα σκουρόχρωμα γυαλιά ηλίου. Το χέρι μου στις ταχύτητες, αλλά τα δάχτυλά μου αγγίζουν ελαφρά μπουτάκι.

Το χαϊδεύω απαλά. Δεν τραβιέται. Απεναντίας νιώθω μια πίεση στα δάχτυλα… το φέρνει κι άλλο προς το μένα. «Πάνο.. όλα για όλα» σκέφτομαι. Αφήνω τις ταχύτητες και απλώνω το χέρι μου στο μπούτι της. Τη νιώθω να ανατριχιάζει. Συνεχίζει να μιλάει σαν να μην τρέχει τίποτα. «Μ… τα θέλει η κυρία». Τη χαϊδεύω απαλά, από γόνατο μέχρι επάνω, χασκογελάει, δεν τα ανοίγει όμως τα μπούτια να προχωρήσω. Ακουμπάει το χέρι της πάνω στο δικό μου, όχι για να μου το διώξει. Αντιθέτως, πλέκει τα δάχτυλά της με το δικά μου. Αφού την χαϊδεύω κάνα πεντάλεπτο και η καύλα μου έχει βαρέσει κόκκινο, αποφασίζω να τα παίξω όλα για όλα. Αφού δεν ανοίγει τις μπουτάρες της, κι όπως μου κρατάει το χέρι, φεύγω από το μπούτι και το ακουμπάω στο καυλί μου… στο δυνατό σημείο μου. Στην αρχή το αγγίζει με τα ακροδάχτυλα, αφήνει το χέρι μου και μόνη της πια το ψηλαφίζει, σα να το μετράει.

- Πάνο μου… τι εργαλείο είναι αυτό; (Με μια περιέργεια και ένα θαυμασμό στη φωνή της).

Δεν απαντάω.. απλά με μια κίνηση της δίνω περισσότερο αέρα να ‘χει να χαϊδεύει. Μου χαϊδεύει την ψωλάρα πάνω από το παντελόνι και που και που τη σφίγγει. Έχω γίνει τούρμπο.

- Είναι όσος πιάνω; Εσύ αγόρι μου είσαι προικισμένος απ’ όλους τους θεούς του Ολύμπου!

Χαμογελάω γυρίζοντας προς το μέρος της και δεν λέω τίποτα. Στο πάρκινγκ, πριν την έξοδο για Νεμέα, μπαίνω μέσα. Κάνω άκρη και λίγο όπισθεν προς την είσοδο. Το ξέρω από προσωπική πείρα. Όλοι μπαίνουν βιαστικοί και δεν κοιτάνε τα πρώτα αυτοκίνητα. Κάνω το κάθισμα λίγο πίσω και ξεκουμπώνω το παντελόνι. Κατεβάζω λίγο παντελόνι και σλιπάκι. Η κυρία Σόνια, βγάζει τα γυαλιά και μένει ακίνητη. Τον κοιτάει. Τα μάγουλα της παίρνουν το ρόδινο χρώμα της κάψας. Τα χέρια της και τα δύο, σε μικρή απόσταση από την πούτσα μου, αλλά δεν κάνει καμιά κίνηση. Έχω καυλώσει τρελά… θέλω να χύσω!

- Πως σου φαίνεται Σόνια; Είναι όσος έπιανες;

- Δεν ήξερα ότι υπάρχουν και τέτοια μεγέθη… δεν το περίμενα (λέει με τρεμάμενη φωνή).

- Πιάσ' τον… δε δαγκώνει.

Κοιτάει μια την ψωλή μου και μια έξω. Κατάλαβα… την καθησυχάζω.

- Μην ανησυχείς… δε φαίνεται τίποτα έξω, δε μας βλέπει κανείς, είναι φιμέ τα τζάμια.

Τον χουφτώνει και με τα δυο χέρια. Το ένα πάνω από το άλλο, σαν να τον μετράει. Περνάω το χέρι μου πίσω από το κεφάλι της, την πιάνω από τα μαλλιά και την τραβάω πάνω μου. Τα χείλη μου βρίσκουν τα δικά της. Η γλώσσα μου καρφώνεται στο ανοιχτό στόμα της κι οι γλώσσες μας αρχίζουν ένα τρελό παιχνίδι. Όση ώρα φιλιόμαστε μου τον παίζει ελαφρά και με τα δύο χέρια. Μόλις σταματάμε να γλωσσοφιλιόμαστε, την πιάνω από τον κότσο και σπρώχνω το κεφάλι της προς το καυλί μου. Με το στόμα ανοιχτό, τη γλώσσα ελαφρώς έξω και τα μάτια καρφωμένα πάνω του, δε φέρνει καμιά αντίσταση. Μου σκάει ένα φιλί στο ψωλοκέφαλο. Με τη γλώσσα το σαλιώνει και αρχίζει να τον βάζει στο στόμα. Νιώθω τις χειλάρες της να σφίγγονται πάνω του.

- Ρούφα τον καύλα μου… τόση ώρα κόντεψε να μου σκίσει το παντελόνι για σένα.

Μου κάνει μια πίπα απίστευτη. Το κατέχει το άθλημα η κυρία. Το δεξί της χέρι έχει γλιστρήσει στ’ αρχίδια μου. Τα χαϊδεύει με τα νύχια και τα μαλάσει προσεκτικά. Οι χειλάρες της ανεβοκατεβαίνουν στην ψωλάρα μου. Τι καύλα είναι αυτή; Βολεύεται καλύτερα και συνεχίζει να με τσιμπουκώνει. Το χέρι μου γλιστράει στα ανοιχτά πλέον πόδια της. Το κιλοτάκι της είναι μούσκεμα. Παραμερίζω το κιλοτάκι κι αρχίζω ν’ ασχολούμαι με τη μούνα και την κλειτορίδα της. Μπουκωμένη όπως είναι μουγκρίζει σαν αγρίμι. Τη δαχτυλώνω όλο και πιο γρήγορα. Δυο δάχτυλα τώρα γαμάνε το μουσκεμένο της μουνί. Νιώθω τις συσπάσεις του. Έρχεται η πουτάνα… δεν άντεξε άλλο. Την δαχτυλώνω δυνατά. Τραβιέται πίσω. Η πούτσα μου γλιστράει έξω από το στόμα της. Βαθιές ανάσες και κραυγούλες βγαίνουν από μέσα της. Καρφώνω τα δάχτυλά μου όσο πιο βαθιά μπορώ μέσα της και τα περιστρέφω ελαφρά.

- Χύνω… τι μου έκανες Πάνο μου;… Χύνω, χύνω…

και αρχίζουν οι σπασμοί. Τραβάω τα δάχτυλα από μέσα της κι αρχίζω να της σκαμπιλίζω τη μουνάρα.

- Μ… σταμάτα... όχι… μου φεύγουν από παντού… Α…

Μουνόζουμα και κάνουν μούσκεμα το φόρεμά της. Κολλάει το κορμί της στη πόρτα και χύνει ασταμάτητα. Δεν αντέχω άλλο. Πιάνω την ψωλάρα μου κι αρχίζω να την παίζω δυνατά. Η κυρία Σόνια, με κλειστά μάτια και μισάνοιχτο στόμα, τρέμει ακόμα από τον οργασμό κι εγώ τον παίζω για πάρτη της.

- Για σένα πουτανίτσα… για σένα τον παίζω…

Δεν αντέχω άλλο… έρχονται… είμαι έτοιμος ν’ αδειάσω…

- Πάρ' τα… πάρ' τα πουτάνα… χύνω… χύνω…

Με μια αστραπιαία κίνηση, ανοίγει τα μάτια και καρφώνει την πούτσα μου στο στόμα της. Τα αδειάζω όλα μέσα… τα καταπίνει όλα… μαστόρισσα στα τσιμπούκια η κυρία… και δεν της το ΄χα. Μου γλείφει το ψωλοκέφαλο και μου το στραγγίζει με τις χειλάρες της, ούτε σκούπισμα δε θέλει. Μόλις βρίσκουμε τις ανάσες μας.

- Τι καυλιάρης είσαι αγόρι μου; Τι χάνω τόσο καιρό;

- Η καλύτερη πίπα που μου έχουν κάνει… (κοιτάζοντάς τη στα μάτια).

Χαμογελάει πονηρά… φτιάχνει το φόρεμά της σαν να μην τρέχει τίποτα… άσχετα που είναι χάλια από τα ζουμιά μας. Φτιάχνει και το μαλλί. Μου σκάει ένα φιλί στο χείλια…

- Μη σκεφτείς να επιστρέψεις Αθήνα απόψε. Το ορντέβρ ήταν υπέροχο… Πάμε σπίτι και για το κυρίως πιάτο.

Βρακώνομαι, φτιάχνω το κάθισμα και συνεχίζουμε τα ταξίδι μας. Η μέρα μας μόλις άρχισε… θέλω να τη γαμήσω και ξέρω πως γουστάρει τρελά. Αυτό ξανακάνει την πούτσα μου κοντάρι.

Σ’ ένα 20λεπτο είμαστε σπίτι της. Ένα τεράστιο κτήμα, γεμάτο αμπέλια και ελιές. 50 μέτρα από την είσοδο του κτήματος, ένα μεγάλο σπίτι με κεραμίδια και βεράντα γύρω – γύρω. Παραδίπλα μια αποθήκη μεγαλούτσικη. Μέχρι να ξεφορτώσω μπαίνει στην αποθήκη και βγαίνει κρατώντας ένα δίσκο με ποτήρια και μια παγωτιέρα με παγάκια. Ανοίγει το σπίτι. Μέχρι να πάω τα πράγματα μέσα έχει αρχίσει κι ανοίγει παράθυρα.

- Είναι καιρό κλειστό, αλλά με το αεράκι που έχει αμέσως θα ξεμυρίσει.

Βγάζουμε ένα τραπέζι και καρέκλες στη βεράντα… έχει μια υπέροχη δροσούλα. Η θέα είναι μαγευτική. Αράζω και απολαμβάνω το τσιγάρο μου.

- Πάω να κάνω ένα ντουζάκι να δροσιστώ και να φτιάξω ένα μεζεδάκι μέχρι να γίνει το φαί.

Χαλαρώνω. Όσο σκέπτομαι τι έγινε στη διαδρομή και αρχίζω πάλι να καυλώνω. Ξεπέτα η κυρία. Αυτές οι γυναίκες με τρελαίνουν. Δείχνουν σεμνές και πιστές… και όταν τις παίξεις, μεταμορφώνονται σε ξέκωλα. Η καύλα τους ξεχειλίζει από παντού. Τα δίνουν όλα για την πούτσα. Ασυναίσθητα, χαϊδεύω το καυλί μου σκεπτόμενος τι θα επακολουθήσει.

- Κάνε κι εσύ ένα ντουζάκι να δροσιστείς… (μου φωνάζει από μέσα).

Μπαίνω στο μπάνιο. Το φόρεμα της πεταμένο στο πάτωμα και δίπλα το βρακάκι της και το σουτιέν. Πιάνω το κιλοτάκι της, ακόμα μουσκεμένο είναι, έχει καύλες η κυρία. Μπαίνω στη μπανιέρα κι αφήνω το νερό να τρέξει πάνω μου… δροσίζομαι. Σαπουνίζομαι. Η πούτσα μου όμως δεν ηρεμεί. Δεν πάει άλλο. «θα σου δώσω εγώ μεζέ κυρία Σόνια μας». Μια και δεν το ‘χα υπολογίσει, δεν έχω καθαρό εσώρουχο μαζί μου. Διπλώνω την πετσέτα γύρω μου και πάω προς την κουζίνα. Είναι μπροστά στο νεροχύτη. Μια παλιομοδίτικη ρόμπα καλύπτει το κορμί της μέχρι κάτω. Εξαίρεση οι ψηλοτάκουνες διαφανείς γόβες. Λίγο με νοιάζει, δεν αντέχω, θα την γαμήσω εδώ και τώρα. Πάω πίσω της. Δεν ξέρω αν μ’ έχει αντιληφθεί ή με περιμένει, αλλά όταν την αγκαλιάζω από πίσω, δε δείχνει ξαφνιασμένη. Τα χέρια μου διπλώνονται γύρω της. Τη φιλάω στο λαιμό. Γέρνει το κεφάλι πίσω.

- Μ… άσε με… έχω δουλειά… (μου πετάει ναζιάρικα).

Ανεβαίνω ψηλότερα… χαϊδεύω τις βυζάρες της. Λίγο πεσμένες, αλλά νιώθω τις ρώγες της να σκληραίνουν. Χωρίς να σταματήσω να τη φιλάω και να την γλείφω στο λαιμό, αρχίζω να ξεκουμπώνω την ρόμπα της. Πολλά κουμπιά. Μόλις της έχω ανοίξει αρκετά, την πιάνω από τους ώμους και της την κατεβάζω μέχρι την μέση περίπου. Γλιστράει μόνη της στα πλακάκια. Μια έκπληξη με περιμένει. Ένα διχτυωτό μαύρο κορμάκι, με άνοιγμα από το μουνί μέχρι τον κώλο, εφαρμόζει γάντι επάνω της.

- Τι καύλα είσαι εσύ μωρό μου;

Χωρίς να την αφήσω, με μια κίνηση, η πετσέτα πέφτει στο πάτωμα. Τρίβω την ψωλάρα μου πάνω της. Τη νιώθω να κουνάει ελαφριά το κώλο της και να τον τρίβει πάνω στο καυλί μου. Τη γυρνάω. Με κοιτάει στα μάτια, μ' ένα λάγνο βλέμμα. Τα χείλια της υγρά και μισάνοιχτα. Σίγουρα περιμένουν τα δικά μου. Γλωσσοφιλιόμαστε με πάθος. Τη σηκώνω, την καθίζω στον πάγκο της κουζίνας, σηκώνω το δεξί της πόδι πάνω στο πάγκο. Η μουνάρα της γυαλίζει, φρεσκοξυρισμένη και μούσκεμα από τα ζουμιά της. Σκύβω κι αρχίζω να τη γλείφω. Της ανοίγω τα μουνόχειλα και η γλώσσα μου παίζει με το ψιλομαυρισμένα γλωσσίδια της. Η κλειτορίδα της προβάλει σα μεγάλο φασόλι μπρος στα μάτια μου. Περνάω την γλώσσα μου από πάνω της. Την δαγκώνω ελαφρά. Μου πιάνει το κεφάλι και το πιέζει στη μουνάρα της. Τη δαγκώνω πιο δυνατά…

- Αχ… καυλιάρη άντρα… ξέρεις να καυλώνεις τις γυναίκες…

Συνεχίζω να τη γλείφω και να τη γαμάω με τη γλώσσα. Όλο και πιο βαθιά… όλο και πιο γρήγορα. Σε λίγο νιώθω τα μπούτια της να μου σφίγγουν το κεφάλι. Έτοιμη είναι η πουτάνα να χύσει… αγάμητη την έχει ο μαλάκας της. Μόλις η πίεση γίνεται εντονότερη, σταματάω το γλείψιμο, φτύνω στη μούνα της, σηκώνομαι, πιάνω την ψωλάρα μου κι αρχίζω να την τρίβω στα μουνόχειλα της.

- Χωσ’ τη μου ρε καργιόλη, μη με παιδεύεις, ξέσκισέ με τη γυναίκα, σκίσε μου το μουνί, δεν αντέχω…

- Πουτάνα! Παρ’ τον γαμιόλα… και της τον καρφώνω με δύναμη μέσα της.

- Αχ… πιο σιγά ψωλαρά μου… έχω μήνες να γαμηθώ αγόρι μου…

Τον καρφώνω όλο μέσα της, θα την ξεσκίσω την καριόλα, δεν ξέρω γιατί, αλλά μου βγάζει μια αίσθηση σα να θέλει να ξεσκιστεί και να πονάει. Θα δοκιμάσω. Την πιάνω από τα μαλλιά… της τα τραβάω και της κάνω το κεφάλι πίσω με δύναμη. Πόνεσε… ένα "αχ…" βγαίνει από τα χείλη της αλλά συνεχίζει να αγκομαχάει από τον πούτσο που τρώει. Καλά το κατάλαβα. Της αρέσει της πουράκλας να την πονάνε. Παραληρεί από το γαμήσι που της κάνω. Τη γαμάω άγρια… δυνατά. Της χτυπάω τη μήτρα ανελέητα. Αρχίζουν οι συσπάσεις… έρχεται. Την πιάνω από το λαιμό και την σφίγγω ελαφρά.

- Χύσε μωρή ψώλα… χύσε την πουτσάρα μου…

και πριν προλάβω να ολοκληρώσω την φράση μου αρχίζει να σπαρταράει σαν ψάρι στη στεριά. Της ρίχνω ένα χαστούκι, γουρλώνει τα μάτια κι αρχίζουν οι οργασμοί, απανωτοί οργασμοί.

- Χύνω… δικά σου γαμιά μου, είμαι η σκύλα σου, κάνε με ότι θες, κάνε με πουτάνα σου…

Ούτε κατάλαβα πόση ώρα κράτησαν οι σπασμοί και οι οργασμοί της. Βογκάει, ουρλιάζει μέσα στο παραλήρημα της καύλας, ούτε καταλαβαίνω τι λέει, μιλάει ασυνάρτητα.

Έχει σφίξει το πόδια της γύρω μου. Τον έχω όλο μέσα της. Μένω ακίνητος και σπαρταράει πάνω στο καυλί μου αδειάζοντας πάνω του. Οι σπασμοί αραιώνουν. Τα πόδια της γλιστράνε από πάνω μου και κρέμονται χαλαρά προς το πάτωμα. Τα μάτια της κλειστά… η καύλα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της και η ανάσα της προσπαθεί να βρει ρυθμούς.

Βγάζω την πούτσα μου από τη μουνάρα της. Τα ζουμιά της τρέχουν στις μπουτάρες της και στον πάγκο. Τη σηκώνω όρθια. Δυσκολεύεται να βρει ισορροπία, μια και η μια γόβα έχει φύγει από το πόδι της. Την πιάνω από τον λαιμό. Με κοιτάει με μισάνοιχτα μάτια γεμάτα πόθο, είναι χαμένη στη καύλα της. Η γλώσσα μου χυδαία γλύφει και σαλιώνει το πρόσωπό της από το σαγόνι χαμηλά έως πάνω από τα μάτια…

- Μ… ναι… είμαι το πουτανάκι σου άντρα μου…

Τη γυρνάω και στηρίζεται στον πάγκο με τα χέρια. Της ρίχνω ένα κωλοσκάμπιλο που ακούστηκε σ’ όλο το δωμάτιο. Την πιάνω από τα μαλλιά και τη σκύβω στο πάγκο. Κι άλλο κωλοσκάμπιλο. Βάζω την ψωλάρα μου ανάμεσα στα μπούτια της και την τρίβω πάνω στα ζουμιά της. Κι άλλο κωλοσκάμπιλο, κι άλλο, κι άλλο, τα κωλομάγουλα της έχουν κοκκινίσει… καίνε!

- Αχ… μη... με πονάς, πονάω μωρό μου…

- Τώρα θα γίνεις αληθινό πουτανάκι μου ψωλαρπάχτρα!

Κι όπως είναι μουσκεμένος ο πούτσος μου από τα καυλόζουμα της, της τον ακουμπάω στην κωλότρυπα. Σπρώχνω ελαφρά, είσαι στενή η τρύπα της, αλλά δε βρίσκω μεγάλη αντίσταση. Τον δουλεύει τον κώλο η καργιόλα.

- Ναι… σκίσε μου τον κώλο, κάνε με πουτάνα σου, άνοιξέ με, έχω τρελαθεί στην καύλα, ξέσκισέ με…

Σπρώχνω δυνατά, η ψωλάρα μου γλιστράει δυνατά στα σωθικά της, νιώθω το κωλοτρυπίδι της να ανοίγει, τον καρφώνω τέρμα μέσα, τ’ αρχίδια μου χτυπάνε στη μουσκεμένη της μουνάρα.

- Σκίσε με καργιόλη… ξέσκισε με, κάνε μου χωνί τον πάτο, πονάω, μη σταματάς, γάμα με, ξέσκισέ με…

Τη γαμάω άγρια. Θέλω να την ακούω να ουρλιάζει. Βογκάει σαν αγρίμι. Η ανάσα της στο ρυθμό της καύλας της. Άναρθρες κραυγές βγαίνουν από μέσα της. Τα δίνει όλα. Γαμιέται σα σκύλα. Την πιάνω από τα μαλλιά. Τραβάω το κεφάλι της πίσω με δύναμη. Την ξεκωλιάζω δυνατά. Τραβάω την ψωλή μου έξω, μόνο το ψωλοκέφαλο μέσα. Τον αφήνω εκεί για λίγο και τον καρφώνω ξανά δυνατά στη κωλίθρα της. Πάλι ακίνητος, πάλι έξω, ακίνητος, πάλι δυνατά μέσα της, ακίνητος. Την γαμάω έτσι, δυνατά, άγρια, βίαια.

- Σκίσε με γαμιά μου, ξεκωλιασέ με την πουτάνα, κάνε με νιώσω γυναίκα, γάμα με…

Το μάτι μου πέφτει σ' ένα αγγούρι δίπλα στο νεροχύτη. Το πιάνω και το νιώθω βρεγμένο. Χωρίς προειδοποίηση της το καρφώνω στη μουνάρα της, όσο πιο βαθιά μπορεί να μπει. Μένει άγαλμα. Νιώθω το αγγούρι να πιέζει το καυλί μου, μια πετσούλα τα χωρίζει…

- Παρ’ τα μωρή γαμιόλα, όλες οι βρωμότρυπες γεμάτες, θα σε ξεσκίσω πουτάνα, θα σε ανοίξω στα δύο ξεκωλιάρα…

Τώρα την ξεκωλιάζω δυνατά και γρήγορα. Με τον ίδιο ρυθμό της βάζω και της βγάζω το αγγούρι στη μούνα της. Έχουμε χαθεί στην καύλα μας και στην ηδονή. Βογκάει από την καύλα. Φωνάζει. Σκούζει. Χτυπιέται πάνω στην πούτσα μου δυνατά. Κάποιες στιγμές χτυπάει τα χέρια της στον πάγκο.

- Τέλειωσε με γαμιά μου… τέλειωσε με, γάμα με αλύπητα, ξέσκισέ με…

Δεν αντέχω άλλο. Τ’ αρχίδια μου θέλουν ν' αδειάσουν. Την ξεσκίζω άγρια. Τν νιώθω να λιώνει στο καυλί μου. Φωνάζει, παρακαλάει να την πονάω, να την ξεσκίζω κι αρχίζουν οι σπασμοί. Δυνατοί… τρέμει όλο της το σώμα, σπαρταράει, χτυπιέται, με παρασύρει μαζί της.

- Χύνω… χύνω… χύνω…

Χύνει, ουρλιάζει, κλαίει από την καύλα και τους απανωτούς οργασμούς. Νιώθω τα καυλόζουμα της να τρέχουν πάνω στο αγγούρι που της το καρφώνω όλο μέσα. Της το βγάζω απότομα και κατουριέται από την καύλα. Της φεύγουν, τρέχουν στα μπούτια της και στο πάτωμα, σταματημό δεν έχει, χύνει και κατουράει, αδειάζει από παντού. Η κωλάρα της σφίγγει δυνατά την ψωλαρά μου. Την κρατάει φυλακισμένη μέσα της, δεν αντέχω άλλο!

- Πουτάνα χύνω, παρ' τα ξεκωλιάρα…

- Μέσα μου, άδειασε στον κώλο μου, κάψε με ψωλαρά μου… χύσε με!

- Παρ' τα καργιόλα στην κωλάρα σου όλα… χώνεψέ τα σκύλα… παρ' τα…

Μένω για λίγο μέσα της και βγαίνω απότομα. Η κωλότρυπα της χάσκει ξεσκισμένη. Τρέχουν τα φλόκια μου, τρέχουν από το κωλοτρυπίδι της. Φέρνει το χέρι πίσω, κωλοδαχτυλιάζεται σαν να θέλει να τα κρατήσει μέσα της. Στάζουν στο χέρι της. Ταπώνει την κωλάρα της και μένει ακίνητη πάνω στον πάγκο. Έχω πέσει πάνω της. Ψάχνουμε να βρούμε τις ανάσες μας. Τέτοιο γαμήσι είχα καιρό να κάνω.

Όταν ηρεμούμε σηκώνεται, φέρνει το χέρι της με τα χύσια μου στο στόμα της και τα παίρνει όλα, τα καταπίνει. Το γλείφει να μην πάει σταγόνα χαμένη. Κολλάει τα χείλια της στα δικά μου, έχει κρεμαστεί από τον λαιμό μου και φιλιόμαστε παθιάρικα. Νιώθω τη γεύση από τα ζουμιά μου, τι καύλα είναι αυτή;

- Αγόρι μου σ’ ευχαριστώ, ξανάνιωσα γυναίκα μετά από χρόνια, τέτοιο σεξ είχα πολλά χρόνια να κάνω, μ’ έκανες ξανά γυναίκα (και χαμογελώντας πονηρά), μ’ έκανες πουτάνα, παλιόπαιδο και μ’ αρέσει! Για όσο θες και για όταν θες, θα είμαι η πουτανίτσα σου καυλιάρη μου.

- Άναψα το φιτίλι σου δυναμίτη μου, είσαι ηφαίστειο Σόνια μου (και της σκάω μια τσιμπηματιά στη ρωγούλα της).

- Αχ… πονηρούλη. Πήγαινε για ντουζάκι, ετοιμάζω τραπέζι.

Πιάνω το αγγούρι που την ξεμούνιαζα…

- Κόφτο να το φάμε…

Πάω για μπάνιο. Κολλάω ολόκληρος. Πριν ανοίξω το νερό, ακούω το κινητό της να χτυπάει. Κάνω μπάνιο και βγαίνω, χωρίς πετσέτα γύρω μου αυτή την φορά.

- Κάτσε μωρό μου… πάω να ρίξω κι εγώ λίγο νερό πάνω μου κι έρχομαι να φάμε. Να ξαπλώσουμε και λιγάκι. Απόψε θέλω να σε χαρώ. Θέλω να γαμιόμαστε συνέχεια.

Περνώντας δίπλα μου, της δίνω μια κωλαριά και μ’ ένα τσαχπίνικο περπάτημα χάνεται στο μπάνιο. Πριν προλάβω να σερβίρω κρασί στα ποτήρια μας, χτυπάει το κινητό μου. Άγνωστος αριθμός.

- Γεια σου Πάνο. Η Πέπη είμαι. Οδηγάς και σ' ενοχλώ;

- Γεια σου ομορφιά μου. Όχι. Νεμέα είμαι ακόμα. Θα μείνω εδώ απόψε.

- Νεμέα; Χμ… κι η πουτανίτσα η φιλενάδα μου, μου είπε πως έφυγες και είναι μόνη και κάνει δουλειές. Ότι ώρα φύγεις αύριο, χτύπα ένα τηλέφωνο, τώρα έχεις κι εσύ το τηλέφωνό μου. Να πιούμε κανένα καφέ αγόρι μου… (ναζιάρικα) αν θες βέβαια!

- Θα πιούμε σίγουρα…

- Σε χαιρετώ Πάνο μου. Θα σε περιμένω. Φιλάκια…

Αυτή η κούρσα στη Νεμέα… δεν έχει τελειωμό. Η συνέχεια σύντομα δική σας…




Copyright protected OW ref: 178767