Η τιμωρία (2ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από SKLIROS AFENTIS
κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες STRAIGHT
στις 24-08-2020

Προηγούμενο μέρος: Η τιμωρία (1ο μέρος)

Έβαλα δεύτερο ποτό, άλλαξα δίσκο και πλησίασα κοντά της. Την έπιασα απ' το χέρι και τη σήκωσα. Δάγκωσα τις ρώγες της, τις έστριψα, τις τράβηξα δυνατά. Βόγκηξε, καύλωσε και πάλι η σκλάβα μου.

- Στα γόνατα σκλάβα, τη διέταξα.

Υπάκουσε αμέσως. Συνέχισα να την αγγίζω, στο πρόσωπό της, στα χείλια της, της έχωσα ένα δάχτυλο στο στόμα και ξεκίνησε να το ρουφά και να το πιπιλά αχόρταγα. Το τράβηξα, με το σαλιωμένο δάχτυλο άγγιζα τις ρώγες της, έπαιζα με το στήθος της.

- Ανοιχτά πόδια σκλάβα… τη διέταξα κι απομάκρυνε τα γόνατα μεταξύ τους.

- Πιο όρθιο το σώμα σου…

υπάκουσε.

- Χέρια στα γόνατα, ψηλά το κεφάλι, μπράβο σκλάβα!

Την άφησα γονατισμένη χαμένη στις σκέψεις της και στη καύλα της. Κάθισα στον καναπέ, μπροστά της, εκείνη τεντωμένη προσπαθούσε ν' αφουγκραστεί, να καταλάβει τι θα ακολουθούσε.

- Πως σε λένε σκλάβα;

Τα έχασε.

- Πως σε λένε σκλάβα; Την ξαναρώτησα.

- Μαρία Κύ…

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την απάντησή της κι ένα χαστούκι έκανε το κεφάλι της να γυρίσει απ την άλλη.

- Μα Κύριε…

δεν την άφησα να συνεχίσει, δεύτερο και τρίτο χαστούκι.

- Μουνί σε λένε καριόλα, μουνί, βάλ' το καλά στο μυαλό σου γιατί δε θα το ξαναπώ, μουνί είναι τα' όνομά σου και κάθε φορά που σε ρωτάω πως σε λένε, μουνί θ' απαντάς.

Κι άλλο χαστούκι. Δάκρυα έτρεξαν στα μάγουλά της, κάτω απ τη δερμάτινη μάσκα των ματιών. Δε μ' ένοιαξε, ήταν πολύ σημαντικό το τσάκισμα του εγωισμού της, πολύ πιο σημαντικό απ τα δάκρυά της.

- Λοιπόν; Πως σε λένε σκλάβα;

- Μου.. μουνί κατάφερε να ψελλίσει.

- Πιο δυνατά σκλάβα, πως σε λένε;

- Μουνί Κύριε, κατάφερε αυτή τη φορά ν' απαντήσει σωστά.

- Τι είσαι σκλάβα;

Σιωπή…

- Τι θέλεις σκλάβα;

Σκυμμένο κεφάλι και σιωπή. Τα χε χάσει σίγουρα αλλά πια το πείσμα της κυριαρχούσε. Δε θ' απαντούσε.

- Τσιμουδιά, της είπα και σηκώθηκα.

Άδειασα το τραπέζι του σαλονιού απ όσα πράγματα είχε πάνω του, ήξερα απ' τις συζητήσεις μας πως πίσω-πίσω στη ντουλάπα των ρούχων της είχε κρυμμένα ένα δυο μαστίγια, σκοινί μαλακό για δεσίματα, ένα κολάρο και κάποια ακόμη αξεσουάρ. Την άφησα γονατισμένη, πήγα στη ντουλάπα της πήρα το σχοινί κι ένα μαστίγιο κι επέστρεψα στο σαλόνι.

- Όρθια καργιόλα, τη διέταξα κι αφού την έπιασα απ το μπράτσο τη βοήθησα να σηκωθεί.

Της έλυσα τις χειροπέδες, άφησα τη δερμάτινη μάσκα στα μάτια της και την ξάπλωσα ανάσκελα πάνω στο ξύλινο τραπέζι του σαλονιού. Την έδεσα, χέρια πόδια, ορθάνοιχτα, ένα γυμνό ανθρώπινο Χ πάνω στο χαμηλό τραπεζάκι. Διάλεξα ένα απ' τα κεριά που φώτιζαν το χώρο κι άρχισα να το στάζω από ψηλά πάνω της. Στο στήθος, στις ρώγες της, στη κοιλιά της, στα μπούτια της, στο εφήβαιό της.

Έσφιγγε τα δόντια να μη φωνάξει, το σώμα της τεντωμένο, το πείσμα της την είχε κυριεύσει. Άφησα το κερί να κρυώσει πάνω της. Έπιασα το μαστίγιο κι άρχισα να χτυπάω το σώμα της, όπου είχε κερί έπεφτε το μαστίγιο, πιο απαλά στο στήθος και στις ρώγες της, πιο δυνατά στα μπούτια και στην ήβη της.

Φλούδες κεριού τιναζόταν από πάνω της κι η σκλάβα τιναζόταν σε κάθε μου χτύπημα. Πάλι και πάλι το μαστίγιο ιππασίας την όργωνε μέχρι που πια το περισσότερο κερί ήταν στο τραπέζι και στο πάτωμα του σαλονιού. Πνιχτοί λυγμοί έβγαιναν απ' τα σφιγμένα χείλη της, πονούσε και σφιγγόταν, το μουνί της όμως είχε άλλη γνώμη, έσταζε υγρά και μούσκευε το τραπέζι. Λίγα χτυπήματα με το μαστίγιο ιππασίας στα υγρά της μουνόχειλα την έκαναν να τιναχτεί πάνω στο τραπέζι. Με την πλατιά δερμάτινη άκρη του μαστιγίου χάιδευα τα μουνόχειλά της, μάζευα τα υγρά της, μούσκευα το μαστίγιο. Το πλησίασα στο σφιγμένο στόμα της.

- Γλείψ' το σκλάβα, τη διέταξα.

Υπάκουσε απρόθυμα, ήταν ακόμη μέσα στο πείσμα και το έβλεπα σε κάθε της κίνηση.

- Θέλεις να σε λύσω; Τη ρώτησα.

- Ναι, απάντησε, λύσε με.

- Ευχαρίστως, αλλά αν σε λύσω θα φύγω, της είπα.

Σιωπή ξανά.

- Το θέλεις σκλάβα;

- Όχι Κύριε, απάντησε έντρομη, μη φύγετε, κάντε με ότι θέλετε αλλά μη φύγετε.

- Πολύ καλά, της απάντησα και ξεκίνησα να τη λύνω.

Τα έχασε, σάστισε.

- Μα Κύριε, κάντε με ότι θέλετε, μη με λύνετε.

- Σ… μην ανησυχείς σκλάβα, της απάτησα και συνέχισα να τη λύνω. Γύρνα μπρούμυτα, δεν τελειώσαμε ακόμη, της είπα.

Υπάκουσε και μ ένα τεράστιο χαμόγελο γύρισε μπρούμυτα πάνω στο τραπέζι. Την ξανάδεσα όπως και πριν, χέρια και πόδια ορθάνοιχτα. Ξανά το κερί, στην πλάτη στον κώλο, στα μπούτια της. Την άφησα δεμένη, πήγα και πήρα το δεύτερο μαστίγιο, μια μακριά βίτσα δερμάτινη ιππασίας. Απαλά και προσεκτικά χτυπήματα στην πλάτη, δυνατά στα μπούτια της, ακόμη πιο δυνατά στον κώλο της. Κεριά, βογγητά και κραυγές, πόνου και καύλας γέμιζαν το χώρο.

Ήξερα πόσο λάτρευε τον πόνο αλλά τώρα το έβλεπα και στο πόσο είχε ανασηκώσει το κωλαράκι της, περίμενε, προσδοκούσε τη βίτσα, να την πονέσει, να τη λυτρώσει, να την ελευθερώσει.

Επικεντρώθηκα στον κώλο της με αργά κοφτά χτυπήματα. Χαρακιές, κόκκινες αυλακιές σχηματίζονταν, διαδρομές πόνου κι ηδονής στο κωλαράκι της.

- Πως σε λένε σκλάβα;

- Μουνί Κύριε, απάντησε αμέσως αυτή τη φορά.

- Τι είσαι ακλάβα;

- Είμαι σκλάβα Κύριε.

Η βίτσα συνέχισε να σκάει στον κώλο της.

- Τι άλλο είσαι σκλάβα;

- Είμαι πουτάνα Κύριε.

Η βίτσα συνέχισε το έργο της.

- Είμαι ψώλα Κύριε, είχε λυθεί και πάλι, είχε παραμερίσει το πείσμα της, είχε παρατήσει τον εγωισμό της και μιλούσε, είμαι καριόλα Κύριε, είμαι δούλα Κύριε.

- Τι θέλεις να γίνεις σκλάβα;

- Θέλω να γίνω καλύτερη σκλάβα Κύριε, θέλω να εκπαιδευτώ, θέλω να υποταχτώ, θέλω να ανήκω, θέλω να σας ανήκω.

Επιτέλους είχε αφήσει πίσω τον εγωισμό της. Μιλούσε για όσα ήθελε χωρίς ντροπές, αναστολές κι άμυνες. Την έλυσα, τη βοήθησα να σηκωθεί, της έβγαλα τη μάσκα και την οδήγησα στο μπάνιο. Γδύθηκα και μπήκα μαζί της στη μπανιέρα. Την έπλυνα, σαπούνισα το κορμί της, απομάκρυνα τα κεριά από πάνω της κι εκείνη παρά τα σημάδια της έλαμπε ολόκληρη.

- Σας ευχαριστώ Κύριε είπε με δάκρυα χαράς στα μάτια της.

Άγγιξε τον καυλωμένο πούτσο μου με το χέρι της.

- Μπορώ Κύριε;…

με ρώτησε και πριν προλάβω ν' απαντήσω καταφατικά ήταν ήδη γονατισμένη μέσα στη μπανιέρα. Με πήρε στο στόμα της και ξεκίνησε ένα τσιμπούκι λαίμαργο, διψασμένο, αχόρταγο. Τα χέρια της είχαν αγκαλιάσει τα πόδια μου και το στόμα της, δεύτερο μουνί, καρφωνόταν στον πούτσο μου. Δεν άργησα να της δώσω τα χύσια μου, έχυνα και ρούφαγε ασταμάτητα, διψασμένα, με κοίταγε μ' ένα τεράστιο χαμόγελο και συνέχιζε να καταπίνει τα χύσια μου.




Copyright protected OW ref: 178272