Ο Έρωτας και η πουτανιά δε γιατρεύονται

Δημοσιεύθηκε από dimark
κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες STRAIGHT
στις 09-07-2020
Ξημέρωσε. Νωρίς το πρωί με τον πατέρα μου πήραμε το αυτοκίνητο να πάμε στο αμπέλι του κυρ Κώστα. Έπρεπε να σκαφτεί. Εκεί μας περίμενε ο ίδιος. Εγώ τότε ήμουν στη Δευτέρα Γυμνασίου ακόμη.

Όταν φτάσαμε εκεί, κατεβάσαμε τη φρέζα από την καρότσα και σε λίγο άρχισε η δουλειά. Με τον πατέρα μου δουλεύαμε εναλλάξ, μια κι εκείνος είχε το πρόβλημα στο πόδι του, έπρεπε να τον ξεκουράζω· στην ουσία όποτε πηγαίναμε μαζί στη δουλειά, ελάχιστα τον άφηνα να δουλεύει. Αυτό το έκανα από όταν ήμουν ακόμα στην πέμπτη Δημοτικού. Ένα ατύχημα κάποτε τού άφησε κουσούρι για πάντα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μη μπορεί να δουλεύει συνεχώς για πολύ ώρα. Σε κάποια στιγμή σταμάτησε, κουράστηκε.

Τότε πήρα εγώ το σκαπτικό και συνέχισα. Ο κυρ Κώστας δεν με είχε δει άλλη φορά να δουλεύω με τέτοια ένταση. Κατά τις έντεκα σταματήσαμε λίγο να κολατσίσουμε.

- Μπράβο, Γιάννη. Άξιος ο γιος σου! Δεν περίμενα από τόσο μικρό παιδί να μπορεί και να ξέρει να κάνει τέτοια βαριά δουλειά.

- Τι να κάνω, Κώστα; Βλέπεις εγώ έμεινα σακάτης από το ατύχημα και μετά. Να ‘ναι καλά που με βοηθάει. Είναι όμως καλός, μπορεί και αγαντάρει καλά το μηχάνημα, χωρίς να βάζει πλάτη, έχει τον τρόπο του. Απλά, δεν θέλω να τον παίρνω μαζί μου, γιατί δεν θέλω να αμελήσει τα γράμματα. Βλέπεις, εγώ δεν τα έμαθα και το έχω απωθημένο. Θέλω τα παιδιά μου να μάθουν γράμματα.

- Τα πας καλά, Δημήτρη, με τα γράμματα;… με ρώτησε ο κυρ Κώστας.

- Ε, το παλεύω κ. Κώστα, δεν έχω πρόβλημα!

- Καλός είναι, είπε ο πατέρας μου. Και αυτός και η Μαρία διαβάζουν. Δεν έχω παράπονο. Οι καθηγητές μού λένε καλά λόγια.

Σε λίγο έφτασε ο γιος του κυρ Κώστα, ο Μάνος και η κόρη του η Μαργαρίτα.

Ο Μάνος ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερος από μένα. Από μικρός είχε κόντρα μαζί μου. Ήταν αλαζόνας και πολλές φορές γινόταν και κυνικός, μια και είχε καλύτερη οικονομική επιφάνεια. Ποτέ δεν τα πηγαίναμε καλά, γι’ αυτό απέφευγα τα πάρε δώσε μαζί του. Η Μαργαρίτα ήταν ένα χρόνο μικρότερή μου. Ήταν το πιο όμορφο κορίτσι στο σχολείο. Τη θαύμαζα από το Δημοτικό. Όμορφα καστανόξανθα μαλλιά, και δύο καταγάλανα εκφραστικά μάτια. Θα έλεγε κανείς ότι ήταν ένας άγγελος σε ομορφιά. Με τη Μαργαρίτα εγώ τα πήγαινα περίφημα. Ο Μάνος ήταν λίγο βαρύς στα γράμματα. Δεν τα γούσταρε. Η Μαργαρίτα όμως ήταν καλή μαθήτρια. Κάναμε παρέα και στο Γυμνάσιο που πηγαίναμε. Ήθελε να σπουδάσει σαν κι εμένα, χημικός. Ήταν το αγαπημένο μας μάθημα στο σχολείο και κάναμε πολλές συζητήσεις γι’ αυτό από μικρά.

- Καλημέρα σας, είπε η Μαργαρίτα με ένα πανέμορφο χαμόγελο.

- Καλημέρα σας, είπα κι εγώ, ανταποδίδοντάς το χαμόγελο.

Ο Μάνος είπε μια καλημέρα, που θα ήταν καλύτερα να μην την έλεγε. Αρχίσαμε τις διάφορες συζητήσεις. Οι γονείς μας μάς ρωτούσαν για το σχολείο. Ο Μάνος ούτε που ήθελε να ακούσει. Άρχισε να κόβει βόλτες μέσα στο κτήμα. Ύστερα εγώ και η Μαργαρίτα αρχίσαμε να μιλάμε για το σχολείο και να κουτσομπολεύουμε τους καθηγητές μας. Με αυτά που λέγαμε έσπαγαν πλάκα και οι γονείς μας. Η ώρα πέρασε και σηκώθηκα και έπιασα δουλειά. Σε κάποια στιγμή σταμάτησα να πάρω ανάσα. Ήρθε δίπλα μου ο Μάνος.

- Καλά, ρε ψοφίμι, δε μπορείς πιο γρήγορα; είπε έχοντας την έπαρση του αφεντικού.

- Ορίστε;… του είπα. Έλα, πιάσε την εσύ και κάνε πιο γρήγορα. Έλα να σε δω!

Ήταν πολύ εγωιστής. Έπιασε το μηχάνημα, αλλά για να μην ξέρει να το χειρίζεται και να είναι απλά ένας εγωιστής, το μηχάνημα του έφυγε από τα χέρια. Ο ίδιος πανικοβλήθηκε. Έτρεξα και σταμάτησα το μηχάνημα. Αυτός ντροπιάστηκε. Εγώ δε μίλησα. Ο κυρ Κώστας του έβαλε χέρι. Ο Μάνος νευρίασε και έφυγε πίσω με τη Μαργαρίτα. Εκείνη τη μέρα έμεινα μέχρι αργά το σούρουπο με τον πατέρα μου και τελειώσαμε τη δουλειά.

Την άλλη μέρα στο σχολείο συναντηθήκαμε με τη Μαργαρίτα. Με το που με είδε στο προαύλιο, έτρεξε αμέσως κοντά μου με μία φίλη της, την Ελένη. Με την Ελένη είμαστε γείτονες και φιλαράκια από μικρά.

Τη μέρα εκείνη σχολάσαμε και ο καθένας πήρε το δρόμο για το σπίτι του. Η Ελένη ήρθε μαζί μου. Μέναμε στην ίδια γειτονιά. Προχωρούσαμε στο δρόμο λέγοντας διάφορα. Σε μια στιγμή γυρίζει και με κοιτάζει.

- Να σου πω βρε Δημητρό, είσαι λίγο στραβός ή μου φαίνεται; Εκτός αν είσαι εντελώς βλάκας…

- Γιατί το λες αυτό, ρε συ;

- Τι να σου πω καημένε; Όσο έξυπνος δείχνεις, τόσο μπουμπούνας είσαι!

- Τι θες να πεις, ρε βλαμμένο; Μίλα και μ’ έσκασες!

- Δεν έχεις καταλάβει τίποτα τόσο καιρό;

- Σαν τι;

- Για τη Μαργαρίτα. Δεν βλέπεις; Αυτή, βρε, έχει δαγκώσει τη λαμαρίνα εντελώς μαζί σου!

- Έλα ρε συ…

- Α, μα είσαι εντελώς μαλάκας; Εγώ σου το λέω γιατί το συζητήσαμε χθες στο τηλέφωνο. Όχι μόνο χθες, βέβαια, αλλά και παλιότερα. Χθες σε έβλεπε και σε καμάρωνε στο κτήμα. Γιατί νομίζεις ότι ήρθε με το βλάκα, τον αδερφό της, για να δει τα κλήματα;

- Για πες, τι σου είπε;

- Τι να μου πει ρε συ; Σ’ αγαπάει! Κοίτα, κακομοίρη μου, κάνε σύντομα το πρώτο βήμα εσύ, γιατί αλλιώς θα σου τη φάει κανένας άλλος. Ξέρεις πόσοι τη ζαχαρώνουν; Εγώ φιλαράκι μου, έκανα το καθήκον μου. Τώρα εσύ, πράξε!

Με την Έλενα προχωρήσαμε λίγο ακόμα. Φτάσαμε στα σπίτια μας. Λίγο πριν χωριστούμε μου είπε:

- Κανόνισε να τα βρείτε, αύριο κιόλας! Εγώ θα της πω αυτά που είπες.

- Τι σου είπα ρε βλαμμένο; Εσύ μιλούσες όλη την ώρα.

- Τη γουστάρεις ρε ή δεν την γουστάρεις;

- Ναι, ρε συ.

- Ε, ωραία θα της το πω, μιας που εσύ κομπλάρεις.

- Μην κάνεις καμιά μαλακία!

- Καλά, άντε γεια! Πάω γιατί πεινάω σα λύκος.

Χωριστήκαμε ο καθένας για το σπίτι του. Το απόγευμα έπρεπε να πάω στο φροντιστήριο. Λίγο πριν φτάσω στο φροντιστήριο είδα τη Μαργαρίτα με την Ελένη ένα στενό μακριά. Λογομαχούσαν. Η Μαργαρίτα έδειχνε εκνευρισμένη. Τις πλησίασα χωρίς να με αντιληφθούν. Κι εκεί άκουσα την Μαργαρίτα να λέει:

- Και, βρε βλαμμένο, πώς θα τον αντικρίσω τώρα; Τι θα πω; Ντρέπομαι!

- Το ίδιο κι εκείνος ρε μαλάκα, καψούρα είναι μαζί σου, μια απόφαση είναι, λες και θα φάτε ο ένας τον άλλον και φοβάστε· βλαμμένα και τα δυο σας!

Τελειώνοντας τη φράση η Έλενα γύρισε προς το μέρος μου. Με είδε και πάγωσε, ύστερα μου έκλεισε το μάτι. Γύρισε και η Μαργαρίτα. Εκείνη ήταν που ουσιαστικά έχασε το χρώμα της.

- Καλησπέρα, κορίτσια, είπα με ένα χαμογελαστό και άνετο ύφος.

- Καλησπέρα, είπαν και οι δυο ταυτόχρονα.

- Εγώ φεύγω, είπε η Ελένη, και έφυγε τρέχοντας για το φροντιστήριο.

Η Μαργαρίτα έμεινε να με κοιτάζει αμήχανη. Την πλησίασα, της έπιασα τρυφερά τα χέρια. Δεν τραβήχτηκε. Την κοιτούσα στα μάτια. Σκύβω και τη φιλάω πεταχτά στο στόμα. Εκείνη έκλεισε τα μάτια και έμεινε ακίνητη. Δεν έδειξε να εκπλήσσεται.

- Σ’ αγαπάω, καιρό τώρα. Απλά έπρεπε να βρω το θάρρος να σου το πω.

Εκείνη τη στιγμή γαντζώθηκε πάνω μου και με φίλησε στο στόμα.

- Κι εγώ σ’ αγαπάω, Δημήτρη μου!

Από εκείνη τη μέρα άρχισε η σχέση μας. Δε χάναμε την ευκαιρία, πότε μετά το σχολείο, πότε στο φροντιστήριο, να βρίσκουμε χρόνο σε στενά δρομάκια της πόλης μας, να βρισκόμαστε οι δυο μας και να είμαστε μέσα στα φιλιά και τις αγκαλιές.

Ο καιρός περνούσε κι εμείς ολοένα και δενόμαστε ο ένας με τον άλλον. Είχαμε πάει στο Λύκειο. Μέχρι που πήγα εγώ στην Τρίτη Λυκείου δεν προχωρήσαμε να κάνουμε έρωτα.

Ήταν Σεπτέμβρης, Παρασκευή βράδυ. Είχαμε πάει στα γενέθλια της Λουκίας, μιας συμμαθήτριας που πήγαινα μαζί της στην ίδια τάξη. Ο δεσμός μου με τη Μαργαρίτα ήταν γνωστός σε όλο τον κύκλο των συμμαθητών μας. Εκείνο το βράδυ πήρα το μηχανάκι του πατέρα μου.

Αργά το βράδυ φύγαμε οι δυο μας. Τραβήξαμε σε ένα δρόμο όπου υπήρχε μια οικοδομή, γιαπί ακόμα. Κατεβήκαμε και μπήκαμε μέσα. Ο ελάχιστος φωτισμός από το δρόμο που έμπαινε μέσα ήταν αρκετός να μη σκοντάψουμε και σκοτωθούμε.

Αγκαλιαστήκαμε και αρχίσαμε τα φιλιά. Έβαλα το χέρι μου κάτω από την μπλούζα της, έπιασα τα τρυφερά νεανικά βυζιά της και άρχισα να τα χαϊδεύω. Είχαμε ανάψει για τα καλά. Ύστερα έβαλα το χέρι μου κάτω από τη φούστα που φορούσε. Δε με απομάκρυνε, όπως έκανε πολλές φορές. Άρχισα να της χαϊδεύω το μουνί πάνω από το κιλοτάκι. Αναστέναζε. Μου έλεγε συνεχώς ότι με αγαπάει.

Σε λίγο είχα ξεκουμπώσει το παντελόνι μου. Έπιασα τον πούτσο μου και τον έτριβα πάνω από το κιλοτάκι. Είχε ανάψει κι εκείνη για τα καλά. Της κατέβασα το κιλοτάκι και το έβγαλα. Δε με εμπόδισε. Με τη Μαργαρίτα είχαμε μιλήσει κι άλλες φορές γι’ αυτό. Θέλαμε κι οι δυο τόσο πολύ να το κάνουμε. Απλά εκείνη φοβόταν. Το σεβόμουν και το εκτιμούσε. Εκείνο το βράδυ ήταν σα να είχαμε συμφωνήσει βουβά κι οι δυο να ολοκληρώσουμε τη σχέση μας. Ακούμπησα τον πούτσο μου πάνω στο μουνί της και άρχισα λίγο να το τρίβω ανάμεσα στα μουνόχειλά της. Ήταν υγρή. Σε μια στιγμή έσπρωξα απότομα. Μπήκα μέσα λίγο, την έσπασα. Η Μαργαρίτα βόγκηξε από τον πόνο. Σχεδόν έχωσε τα νύχια της στην πλάτη μου. Σταμάτησα για λίγο. Ύστερα άρχισα να κουνιέμαι σιγά-σιγά. Σε λίγο ο πόνος της πέρασε και τη θέση του άρχισε να παίρνει η ηδονή. Δεν άντεξα πολύ. Έχυσα πάνω στα πόδια της. Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά και φιλιόμαστε με πάθος.

- Σ’ αγαπάω, κοριτσάκι μου! Σε λατρεύω.

- Κι εγώ σ’ αγαπώ, Δημήτρη μου, θα είσαι ο παντοτινός μου έρωτας!

- Να ξέρεις άγγελέ μου, ότι η ζωή μου είναι ταυτισμένη με σένα. Δεν υπάρχει ζωή για μένα χωρίς εσένα.

- Σε λατρεύω… είπε και σφίχτηκε πάνω μου.

Από εκείνο το βράδυ θεωρούσαμε ότι εμείς πλέον είμαστε ένα· ήταν ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα και για τους δυο.

Φύγαμε. Την άφησα πιο πέρα από το σπίτι της. Με φίλησε πεταχτά και έφυγε. Εγώ γύρισα τρισευτυχισμένος στο σπίτι. Πετούσα στα σύννεφα.

Την άλλη μέρα ήταν Σάββατο. Η Μαργαρίτα είπε στο σπίτι ότι θα πάει με την Έλενα βόλτα. Εγώ είχα ζητήσει τα κλειδιά από το σπίτι που νοίκιαζε ένας συμμαθητής μου. Ο Τάκης ήταν από ένα ορεινό χωριό της περιοχής μας. Λόγω της απόστασης νοίκιαζε σπίτι. Το Σάββατο εκείνο θα πήγαινε στο χωριό του. Έτσι μου άφησε το κλειδί.

Με το που συναντηθήκαμε με τη Μαργαρίτα πήγαμε κατευθείαν στο σπίτι του Τάκη. Μπήκαμε και καθίσαμε σε ένα παλιό καναπεδάκι που είχε στο χολ. Αρχίσαμε τα φιλιά και τα χάδια. Σε λίγο ήμαστε γυμνοί και όρθιοι και οι δύο. Η αίσθηση που μας έδινε η επαφή των γυμνών κορμιών μας ήταν φανταστική. Η Μαργαρίτα ξάπλωσε στο καναπέ. Έσκυψα πάνω της και άρχισα να τη φιλάω στα στήθη της. Σε λίγο ήμουν μέσα της. Στην αρχή παραπονέθηκε ότι πονούσε λίγο, γι’ αυτό και ήμουν πολύ προσεκτικός. Τον έβαλα σιγά-σιγά. Ήταν στενή. Λογικό ήταν να μην αντέξω. Έχυσα πάνω στην κοιλιά της. Πλυθήκαμε στο μπάνιο και αράξαμε γυμνοί στον καναπέ. Σε δέκα λεπτά πάλι ο πούτσος μου ήταν έτοιμος. Ξάπλωσε πάλι και μπήκα ξανά μέσα στης. Σιγά-σιγά άρχισα τις παλινδρομικές κινήσεις. Ήταν υπέροχο! Το μουνάκι της μου έδινε τόση ηδονή. Συνεχίσαμε αρκετά μέχρι που ένιωσα να συσπάται το κορμί της ολόκληρο. Έφτασε σε έναν δυνατό οργασμό, τον πρώτο της πραγματικό.

Εκείνη τη μέρα φύγαμε αργά το απόγευμα. Το κάναμε τρεις φορές. Μάλιστα η τρίτη, θυμάμαι είχε πάνω από μία ώρα διάρκεια. Ήταν κάτι μοναδικό που βίωσα στη ζωή μου. Αλλάζαμε δειλά-δειλά στάσεις μια και μας έλειπε η εμπειρία, αλλά η ένταση και στους δυο μας δεν έλεγε να πέσει.

Θυμάμαι ήταν ο καιρός που θα σκαλίζαμε τα αμπέλια. Ο πατέρας μου πήγε όπως συνήθιζε αρκετά χρόνια στον κ. Κώστα. Φυσικά πήγα και εγώ. Μάλιστα, εκείνη τη μέρα δεν άφησα τον πατέρα μου να κάνει τίποτα. Αργά το απόγευμα, μόλις τέλειωσα, πήγαμε με τον κ. Κώστα μαζί μέχρι το σπίτι του, μιας και εκείνος ήρθε μαζί μας με το δικό μας αυτοκίνητο. Μας είπε να πάμε μέσα να μας κεράσει ένα τσίπουρο. Πήγαμε.

Καθίσαμε στο σαλόνι και σε λίγο φάνηκε η Μαργαρίτα. Ήταν ντυμένη σα μια κούκλα. Η ίδια χαμογελαστή, όπως πάντα, μας πρόσφερε τα τσίπουρα. Το ότι έλαμπε το πρόσωπο και των δυο μας ήταν κάτι που δεν μπορούσαμε να κρύψουμε. Δεν καθίσαμε πολύ. Φύγαμε και πήγαμε στο σπίτι.

Τον καιρό εκείνο εγώ έμπαινα στην τελική ευθεία για τις πανελλήνιες. Όποτε μπορούσαμε με τη Μαργαρίτα του δίναμε και καταλάβαινε στον έρωτα. Κι αν δε μπορούσαμε κάτι τέτοιο, όταν την έβλεπα, είχε έναν τρόπο να με κάνει να μου φεύγει το άγχος των εξετάσεων που με περίμενε. Ήξερε να με ηρεμεί με δυο κουβέντες, ένα χαμόγελο, με ένα χάδι.

Έφτασε ο καιρός. Έδωσα και πέρασα στην Αθήνα. Επιτέλους θα σπούδαζα αυτό που ήθελα.

Τον πρώτο χρόνο, παρ' όλες τις υποχρεώσεις στο πανεπιστήμιο, έβρισκα χρόνο και ήμουν συχνά στο σπίτι μου. Συναντούσα τη Μαργαρίτα σε ένα ξενοδοχείο. Μάλιστα την κράτηση την έκανα με μια φίλη μας που δούλευε στη ρεσεψιόν· και με αυτόν τον τρόπο περνούσαμε απαρατήρητοι από τα κακά βλέμματα. Τη στήριζα πολύ τη Μαργαρίτα. Προσπαθούσα να την αποφορτίσω από το άγχος της προετοιμασίας για τις πανελλήνιες· αυτό είχε κάνει εξάλλου κι αυτή όταν ήμουν σε αυτήν τη φάση.

Από ένα σημείο και μετά, ο δεσμός μας πια ήταν κοινό μυστικό στις οικογένειές μας. Το γνώριζαν και οι δικοί της. Ο κ. Κώστας είχε μεγάλη αδυναμία στη Μαργαρίτα. Έτσι δεν ήθελε να της χαλάσει χατίρι. Εκείνος που με αντιμετώπιζε πάντα εχθρικά ήταν ο Μάνος ο αδερφός της, όπως και η μάνα της Μαργαρίτας, που δε με έβλεπε ποτέ με καλό μάτι. Δε με ένοιαζε όμως καθόλου.

Ο Καιρός πέρασε. Η Μαργαρίτα έδωσε και πέρασε στην Αθήνα. Έμενε με το Μάνο σε ένα μεγάλο διαμέρισμα. Ο Μάνος στην Αθήνα πήγαινε σε μια ιδιωτική σχολή.

Με τη Μαργαρίτα στην Αθήνα σχεδόν ήμαστε κάθε μέρα μαζί. Στο σπίτι της δεν πατούσα καθόλου μιας και ο Μάνος εξέφρασε ανοιχτά την αντίρρησή του για τη σχέση μας πολλές φορές. Μάλιστα μια μέρα που λογομάχησε με την αδερφή του της τόνισε ότι δεν γουστάρει να πατήσω το πόδι μου στο σπίτι τους· και να μην τολμήσω. Και αυτό έκανα. Δεν πήγα ποτέ από εκεί, κυρίως για να μην φέρω την αγαπημένη μου σε δύσκολη θέση. Έτσι ερχόταν εκείνη και έμενε με τις μέρες στο σπίτι μου.

Εγώ από την άλλη δούλευα κάνοντας φροντιστήρια σε μικρούς μαθητές. Με βοήθησε αρχικά ένας γείτονας που είχαμε πολύ καλές σχέσεις. Έπρεπε να δουλεύω, μιας και τα έξοδα ήταν πολλά, δεδομένου ότι η Μαρία, η αδερφή μου, πέρασε γιατρός σε άλλη πόλη.

Θυμάμαι ότι μια φορά που γιορτάζαμε την επέτειό μας. Είχαμε έρθει μαζί με το λεωφορείο στην Αθήνα. Συνταξιδεύαμε. Η Μαργαρίτα πήγε στο σπίτι της και άφησε τα πράγματα. Ντύθηκε να έρθει σε μένα. Μόλις την είδε τότε ο Μάνος την αγρίεψε. Ακολούθησε καυγάς.

- Άκου να σου πω, Μάνο, σήμερα με το Δημήτρη έχουμε την επέτειό μας. Θα βγούμε να το γιορτάσουμε. Θα σε καλούσαμε, αλλά ξέρω πόσο αντιπαθείς τον Δημήτρη κι αν ερχόσουν μόνο πρόβλημα θα δημιουργούσες. Λυπάμαι, αδερφούλη μου. Λυπάμαι για λόγου σου!

- Δεν πάτε στο διάολο, μαλακισμένα… είπε με νεύρα και τη χαστούκισε.

Εκείνο το βράδυ, όταν τα έμαθα, θύμωσα τόσο πολύ, που ήθελα να πάω να τον βρω και να τον σαπίσω στο ξύλο. Μπορεί εκείνος να ήταν δυο χρόνια πιο μεγάλος από μένα αλλά ήταν ένας λαπάς· ήμουν πιο γεροδεμένος από εκείνον.

Το βράδυ εκείνο βγήκαμε και πήγαμε για φαγητό με κάτι παιδιά που κάναμε παρέα από τη σχολή. Ύστερα πήγαμε σπίτι μου.

Μπήκαμε μέσα. Η πρώτη μας σκέψη ήταν να κάνουμε μπάνιο. Μπήκε πρώτη η Μαργαρίτα. Εγώ μπήκα μετά από αυτήν. Μπήκα κι εγώ στην μπανιέρα που την είχε γεμίσει με νερό και αφρόλουτρο. Μείναμε αρκετά ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Την έτριβα στην πλάτη. Αυτό της άρεσε πολύ. Το ίδιο έκανε κι εκείνη με μένα.

Σε λίγο κάθισε πάλι μπροστά μου με την πλάτη σε μένα. Άρχισα να της τρίβω τα στητά βυζιά της. Οι ρώγες της είχαν ερεθιστεί. Τη φιλούσα στον αυχένα και πίσω από το αυτί. Της άρεσε αυτό και πάντα ερεθιζόταν πολύ. Σηκώθηκε λίγο και κάθισε πάνω στον πούτσο μου παίρνοντάς τον μέσα της. Άρχισε να κουνιέται αργά, ενώ εγώ συνέχιζα να της χαϊδεύω τις ρώγες με τις παλάμες μου. Ο ερεθισμός ήταν έντονος κα στους δύο. Με το πόδι της έβγαλε άθελά της το πώμα της μπανιέρας. Γελάσαμε και οι δύο. Την αφήσαμε να αδειάσει. Τη σήκωσα όρθια και την έβαλα να ακουμπήσει στα πλακάκια. Άρχισα να τη γαμάω από πίσω με δύναμη. Πλησίασα να χύσω· το κατάλαβε. Βγήκε απότομα, γονάτισε και άρχισε να τον παίρνει στο στόμα. Τέτοιο βαθύ τσιμπούκι μου έκανε όταν ήταν πολύ ερεθισμένη. Άρχισα να χύνω. Δεν τραβήχτηκε για πρώτη φορά. Έχυνα μέσα στο στόμα της, καθώς συνέχιζε να τον παίζει και να τον γλείφει και άφηνε τα χύσια να τρέχουν από το στόμα της. Όταν τελείωσα, σηκώθηκε με αγκάλιασε και με φίλησε στο στόμα. Με κοίταξε στα μάτια.

- Σ’ αγαπώ! Πολύ σ’ αγαπώ, Δημήτρη μου!

- Και εγώ σ’ αγαπώ καρδιά μου!

Βγήκαμε από το μπάνιο. Πήγαμε στο κρεβάτι. Μέχρι το πρωί εκείνη τη μέρα δεν κάναμε τίποτα άλλο από έρωτα.

Αισίως έφτασα στο τέλος των σπουδών μου. Με τη Μαργαρίτα είχαμε σκεφτεί να αρραβωνιαστούμε μόλις θα τελείωνε κι εκείνη.

Τελείωσα και τη θητεία μου. Η Μαργαρίτα τελείωσε τις σπουδές της και επέστρεψε στο σπίτι της· όπως και όλοι μας. Η αδερφή μου έμενε ακόμα στη Θεσσαλονίκη για να κάνει το αγροτικό και την ειδικότητά της.

Ήταν καλοκαίρι, Αύγουστος. Κανονίσαμε με τη Μαργαρίτα να πάμε διακοπές οι δυο μας. Στο σπίτι της είπε πως θα πήγαινε με μια φίλη της από το Κόρινθο, παλιά συμφοιτήτρια. Φύγαμε. Φτάσαμε στο λιμάνι του Πειραιά. Μπήκαμε στο πλοίο για την Σαντορίνη. Σε όλο το ταξίδι ήμαστε μέσα στην τρελή χαρά.

Φτάσαμε και βρήκαμε το δωμάτιο που νοικιάσαμε. Την πρώτη μέρα παρόλη την κούραση του ταξιδιού, μόλις αφήσαμε τα πράγματα, βγήκαμε να τριγυρίσουμε τα σοκάκια του νησιού. Την κρατούσα από το χέρι και γυρίζαμε στα καλντερίμια θαυμάζοντας τις ομορφιές του νησιού.

Πήγε αργά. Από ένα σημείο και μετά, άρχισε να μας βγαίνει η κούραση. Πήραμε να φάμε κάτι πρόχειρο και γυρίσαμε στο δωμάτιο. Κάναμε ένα ντους και ξαπλώσαμε.

Την πήρα αγκαλιά κι από την κούραση αποκοιμήθηκε. Την κρατούσα μέσα στα μπράτσα μου σαν να ήταν κάτι εύθραυστο. Το ένιωθε κι κείνη και το απολάμβανε. Αποκοιμηθήκαμε κι οι δυο.

Την άλλη μέρα ξυπνήσαμε από τις πρώτες αχτίνες του ήλιου που έμπαιναν από το παράθυρο.

- Δημήτρη μου, είπε με ένα παράπονο, πονάνε τα πόδια μου, πιάστηκα!

- Μην ανησυχείς, μωρό μου, θα σε κάνω καλά.

Κι άρχισα να της τρίβω τα πόδια. Το μασάζ αυτό την ανακούφιζε και τη χαλάρωνε. Η Μαργαρίτα φορούσε μόνο τα εσώρουχα. Σε λίγο έβγαλε το σουτιέν και γύρισε μπρούμυτα. Άρχισα να της τρίβω την πλάτη. Αργότερα τα τριψίματα έγιναν χάδια. Κατέβηκα προς τα κάτω. Άρχισα να χαϊδεύω τους μηρούς της από μέσα. Άνοιξε λίγο ακόμα τα πόδια της να μου δίνει καλύτερα χέρι. Πλέον τα χέρια μου χάιδευαν το μουνάκι της πάνω από το κιλοτάκι που φορούσε. Αφέθηκε εντελώς στα χάδια μου. Της έβγαλα το κιλοτάκι και άρχισα να της φιλάω τρυφερά τα κωλομέρια. Η γλώσσα μου αργότερα πέρασε ανάμεσα στα κωλομάγουλα. Γύρισε ανάσκελα.

- Αγαπημένε μου, να πάω στο μπάνιο μια στιγμή;

- Ναι, μωρό μου!

Έφυγε. Γύρισε εντελώς γυμνή. Πήγα κι εγώ και έκανα ένα γρήγορο ντους. Βγήκα και ξάπλωσα δίπλα της. Δίχως να χάσει καιρό με καβάλησε φέρνοντας το μουνί της στο πρόσωπό μου. Άρχισα να παίζω με τα μουνόχειλά της. Έσκυψε και πήρε τρυφερά το πουτσοκέφαλο μέσα στο στόμα της. Το έγλειφε τόσο ωραία. Εγώ συνέχισα με την κλειτορίδα της χώνοντας δύο δάχτυλά μέσα στο μουνί της. Ο ρυθμός εντάθηκε.

Σηκωθήκαμε και την έστησα στα τέσσερα. Ήταν υπέροχο. Τη γαμούσα με τέτοιο πάθος. Η Στάση αυτή μας άρεσε και στους δυο. Ύστερα ξάπλωσα και κάθισε πάνω στον πούτσο μου. Τον πήρε μέσα της και άρχισε να τρίβεται μπρος πίσω. Ήταν υπέροχο. Δεν αργήσαμε να φτάσουμε σχεδόν ταυτόχρονα σε ένα δυνατό οργασμό. Έχυσα μέσα της. Τέλος έπεσε πάνω μου και αρχίσαμε τα γλωσσόφιλα. Την αγκάλιασα.

- Σ’ αγαπώ, Μαργαρίτα μου!

- Σ’ αγαπώ, Δημητράκη μου! Σε λατρεύω!

Μείναμε ξαπλωμένοι αρκετά. Ύστερα βγήκαμε να πάμε για μπάνιο.

Το μεσημέρι πήγαμε σε μια ψαροταβέρνα και φάγαμε. Σε κάποια στιγμή σηκώθηκα να πάω στην τουαλέτα. Γυρίζοντας, βλέπω έναν τύπο να έχει σηκωθεί από μια άλλη παρέα και να την πέφτει στα ίσια στη Μαργαρίτα. Μόλις πλησίασα στο τραπέζι τον κοίταξα περίεργα.

- Μαργαρίτα, συμβαίνει κάτι;

- Όχι, αγάπη μου, λέει η Μαργαρίτα. Ο κύριος μόλις έφευγε.

- Φίλε, συμβαίνει κάτι; Τον ρώτησα με εμφανείς της προθέσεις μου στο ύφος μου.

- Όχι, ρε μεγάλε, συγγνώμη. Είπε κι έφυγε.

Κάθισα στο τραπέζι.

- Ποιος ήταν;

- Μην δίνεις σημασία, βρε Δημήτρη μου! Ένας ενοχλητικός ήταν και τίποτα άλλο.

- Κοίτα θράσος, βρε παιδί μου!

- Έλα τώρα, ηρέμησε. Δεν ήρθαμε εδώ, μωράκι μου, να χαλαστούμε, είπε και με χάιδεψε στο πρόσωπο.

Στο δρόμο ήμουν σκεφτικός.

- Τι έχεις βρε αγάπη μου; μου είπε.

- Εκνευρίστηκα!

- Ζήλεψες;

- Όχι, τι να ζηλέψω;

Πήγαμε στο δωμάτιο. Η Μαργαρίτα είχε διάθεση να με πειράξει με το συμβάν.

- Να σου πω, αγόρι μου, ζήλεψες;

- Σου είπα, όχι! Απλά, δεν θέλω να σε ενοχλεί κανένας!

- Καλά. Ξέρεις, λέω σήμερα το απόγευμα να πάμε για μπάνιο ο ένας ξεχωριστά από τον άλλον. Σε άλλη παραλία εσύ, σε άλλη εγώ. Και τα λέμε αργά το βράδυ. Και θα πούμε ο ένας στον άλλον πώς περάσαμε, τις εμπειρίες μας. Τι λες;

- Τι;… της είπα, με ένα ύφος γεμάτος έκπληξη.

- Ε, απόδειξέ μου ότι είσαι πολύ προχωρημένο άτομο, ότι δεν είσαι κανένας αρρωστημένος ζηλιαρόγατος, ότι μου έχεις τυφλή εμπιστοσύνη…

- Τι ώρα είπαμε έχει το επόμενο πλοίο;

- Κουτέ! Είπε μέσα στα γέλια. Σε πειράζω, αγάπη μου. Μα πώς σου πέρασε κάτι τέτοιο από το μυαλό; Έλα τώρα, παραδέξου το ότι ζήλεψες!

- Όχι! Είπα με έναν εκνευρισμό.

- Έλα, αγάπη μου, πες την αλήθεια! Είπε μέσα στα γέλια.

- Ε, ναι, άι στο διάολο κι εσύ βρε Μαργαρίτα, ζήλεψα! Τι θέλεις; ζήλεψα. Σ’ αγαπάω πολύ! Δεν το ξέρεις; Ούτε μια στιγμή δε θα άντεχα να σε χάσω.

- Το ξέρω! Κι εγώ σ’ αγαπάω. Για μένα, Δημήτρη μου, είσαι τα πάντα!

Έπεσε πάνω μου κι άρχισε να με γαργαλάει.

- Τι έπαθες ζηλιάρη μου;… γαργαλιέσαι;

Εγώ λίγωσα. Δεν το άντεχα άλλο. Αγκαλιαστήκαμε τρυφερά. Με πήρε αγκαλιά και με φιλούσε συνέχεια. Με έσφιξε πάνω της κι άρχισε να λέει:

- Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ… μέχρι που τέλειωσε η αναπνοή της.

Οι μέρες πέρασαν μέσα στην ευτυχία και τη διασκέδαση, στον έρωτα. Πήραμε το δρόμο του γυρισμού. Φτάσαμε. Με το που μπήκε η Μαργαρίτα στο σπίτι, έριξε έναν καυγά με τον αδερφό της. Εκείνος έμαθε πως στη Σαντορίνη ήταν μαζί μου κι όχι με τη φίλη της.

Είχαμε με τη Μαργαρίτα συναντηθεί με σκοπό να πάμε στο ξενοδοχείο. Καθίσαμε πρώτα σε μια παμπ με τα άλλα παιδιά. Σε λίγο η Μαργαρίτα τηλεφώνησε στο σπίτι και είπε ότι θα πάει σε μια φίλη της να μείνει.

Τραβήξαμε στο ξενοδοχείο. Με το που μπήκαμε μέσα γδυθήκαμε κι οι δυο. Είχαμε μια μεγάλη δίψα και οι δυο για έρωτα. Τα κορμιά μας κυλίστηκαν πάνω στο κρεβάτι προσπαθώντας ο ένας να πάρει και την τελευταία σταγόνα πάθους από τον άλλον. Σε κάποια στιγμή τελειώσαμε. Μείναμε αγκαλιασμένοι λέγοντας ερωτόλογα ο ένας στον άλλον. Ξαφνικά χτύπησε το κινητό της. Ήταν η μάνα της.

- Δημήτρη μου, πρέπει να φύγουμε. Πήγε αυτό το βλαμμένο, ο αδερφός μου, και έκανε πάλι ολόκληρη φασαρία για σένα στο σπίτι. Στενοχώρησε και τον μπαμπά πολύ.

- Μα, δεν καταλαβαίνω, τι τον έχει πιάσει μαζί μου; Τι του έχω κάνει;

- Ξέρω κι εγώ τι τον έπιασε;

- Γιατί δεν αρραβωνιαζόμαστε, να τελειώσει το πρόβλημα;

- Δεν ξέρω. Δημιουργεί πολύ φασαρία στο σπίτι. Και μαζί του φυσικά είναι και η μάνα μου. Είναι και εκείνη αντίθετη με τη σχέση μας. Άλλη από εκεί…

Αν και στο πρόγραμμα είχαμε να φύγουμε την άλλη μέρα, φύγαμε την ίδια μέρα αργά το βράδυ. Η Μαργαρίτα έφυγε για το σπίτι της. Εγώ δεν είχα διάθεση να πάω στο σπίτι. Ήμουν πολύ στενοχωρημένος. Περπατούσα προς την πλατεία της πόλης με σκυμμένο το κεφάλι και σκεφτόμουν. Σε ένα στενό ακούω να με φωνάζει κάποιος.

- Δημήτρη, στάσου, βρε μαλάκα!

Στάθηκα, γύρισα και είδα το Μάνο να έρχεται με ένα πολύ σοβαρό κι αγριεμένο ύφος. Με πλησίασε.

- Την αδερφή μου ρε αρχίδι να την αφήσεις ήσυχη, κατάλαβες;

- Τι έπαθες, ρε Μάνο; Τι σου έκανα, γαμώ το θεό μου; Γιατί μου συμπεριφέρεσαι έτσι; είπα με αγανάκτηση.

- Άκουσες ρε;… είπε και άπλωσε το χέρι του και με έπιασε από την μπλούζα.

Με το άλλο χέρι του μου έριξε μια γροθιά στο πρόσωπο. Αμέσως αντέδρασα κι εγώ. Του έριξα δύο απανωτές γροθιές στο πρόσωπο. Η δεύτερη ήταν που του μελάνιασε το μάτι. Τον έσπρωξα με δύναμη προς τα πίσω. Είδε ότι δεν τα έβγαζε πέρα και γύρισε και έφυγε χωρίς να πει κουβέντα.

Εγώ γύρισα στο σπίτι μετά το συμβάν. Σε μία ώρα με πήρε η Μαργαρίτα στο κινητό. Με πρόλαβε. Είχα σκοπό να της τα πω σε μήνυμα. Εκείνος είπε ότι του επιτέθηκα πρώτος. Το μάτι του είχε μελανιάσει.

Την επόμενη συναντηθήκαμε και τα είπαμε. Ήταν στενοχωρημένη, γιατί το κλίμα στο σπίτι χειροτέρευε.

Ο καιρός περνούσε. Ήταν ένα χειμωνιάτικο απόγευμα. Συναντήθηκα με τη Μαργαρίτα στο γνωστό μας στέκι με σκοπό να πάμε στο ξενοδοχείο. Εκεί μου ανακοίνωσε την αντίρρηση των δικών της για μένα. Θεωρούσα ότι κ. Κώστας με εκτιμούσε και δεν θα είχε αντίρρηση. Όμως έπεσα έξω. Επηρεάστηκε κι εκείνος από την μάνα της Μαργαρίτας και τον Μάνο, ίσως κι από το γεγονός του καυγά μου με τον Μάνο.

- Γιατί δεν τους παρατάς; Πάμε να ζήσουμε μαζί, οι δυο μας.

- Δε γίνεται βρε Δημήτρη μου. Πρέπει να βρω τρόπο να τους μεταπείσω.

- Ναι, αλλά έτσι θα τους αναγκάσουμε να συμβιβαστούν.

- Δε θέλω βρε αγάπη μου να στενοχωρήσω τον μπαμπά. Μου έχει μεγάλη αδυναμία, και αν έκανα κάτι τέτοιο θα τον στενοχωρούσα πολύ.

Εκείνη τη μέρα είχαμε χάσει το κέφι μας και οι δυο. Καθόμαστε θλιμμένοι ψάχνοντας λύσεις. Αργά το απόγευμα χωριστήκαμε.

Την άλλη μέρα έπρεπε να συναντηθούμε στην καφετέρια πάλι, να συζητήσουμε το τι θα κάνουμε. Κάθε μέρα δεν κάναμε άλλο παρά να ψάχνουμε λύση. Πήγα πρώτος και περίμενα. Η ώρα είχε πάει 11. Το ραντεβού μας ήταν στις 10. Κοιτούσα το κινητό για κάποιο μήνυμα αλλά μάταια. Την παίρνω στο κινητό.

- Δε μπορώ να σου μιλήσω, θα έρθει η Ελένη να σε βρει και να σου εξηγήσει.

Σε λίγο βλέπω την Ελένη να έρχεται με βιαστικό βήμα προς τη μεριά μου.

- Καλημέρα, Δημήτρη!

- Καλημέρα, Έλενα! Τι Κάνεις;

- Καλά είμαι, είπε με σκεπτικό ύφος. Τη Μαργαρίτα περιμένεις;

- Ναι, την πήρα, αλλά δε μπορούσε μου μιλήσει, θα έρθεις εσύ είπε· δεν κατάλαβα, γιατί έγινε κάτι;

Κάθισε στο απέναντι κάθισμα.

- Κοίτα, Δημήτρη, με πήρε η Μαργαρίτα στο σπίτι και μου είπε ότι δε θα έρθει.

- Γιατί, τι έγινε;

- Ο πατέρας της μάλλον έπαθε έμφραγμα. Τον έχουν στο νοσοκομείο. Είναι σοβαρό, αλλά μάλλον θα τη γλιτώσει.

- Πρέπει να πάω.

- Όχι, Δημήτρη. Αυτό μου είπε η Μαργαρίτα. Μου είπε να σε παρακαλέσω να μην πας, γιατί δεν κάνει να συγχυστεί ο άνθρωπος.

- Μα, τον πατέρα της τον γνωρίζω από μικρός. Δεν έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνο το ότι είναι πατέρας της Μαργαρίτας.

- Ναι, αλλά είναι καλύτερα να μην πας.

- Εντάξει, είπα ξεφυσώντας την αναπνοή μου. Τι να σου προσφέρω;

- Καφέ, Δημήτρη. Με ξύπνησε η Μαργαρίτα και έφυγα άρον-άρον από το σπίτι.

Με την Έλενα καθίσαμε αρκετά. Η ίδια ήταν αρραβωνιασμένη με τον Αποστόλη. Ένα παλικάρι από τα μέρη μας. Γεωπόνος όπως και η ίδια. Τους ζήλευα μπορώ να πω. Ζήλευα που οι δικοί τους δεν είχαν καμιά αντίρρηση για τη σχέση τους και το γάμο τους. Φύγαμε από την καφετέρια.

Εμένα όμως δε μου χωρούσε να μην πάω να δω τον πατέρα της. Μπήκα στο αμάξι και πήγα κατευθείαν στον νοσοκομείο. Βρήκα το θάλαμο και άνοιξα την μισάνοιχτη πόρτα. Μόλις με είδε η κυρία Ζωή, αμέσως κατέβασε τη μούρη της. Μου έδειξε αμέσως πόσο ανεπιθύμητος ήμουν. Πλησίασα τον κ. Κώστα. Του χαμογέλασα.

- Καλησπέρα, κύριε Κώστα! Τι κάνετε; Πώς είστε.

- Καλά, Δημήτρη μου… σε ευχαριστώ που ήρθες.

- Τι έγινε, τι σας είπαν οι γιατροί;

- Τίποτα το σπουδαίο! Ένα μικρό εμφραγματάκι.

- Είστε γερό σκαρί εσείς κύριε Κώστα. Μην φοβάστε… και τον χτύπησα παρηγορητικά στο χέρι.

Εκείνος, όση ώρα ήμουν εκεί, μου καλομιλούσε και λέγαμε αστεία. Η κυρία Ζωή όμως είχε μια μούρη μέχρι το πάτωμα. Μετά από κάποια λεπτά επίσκεψης, και μια και δεν ήμουν επιθυμητός, ιδιαίτερα από τη μητέρα τη Μαργαρίτας, τους χαιρέτησα ευγενικά και έφυγα. Βγαίνοντας συνάντησα ένα γνωστό μου γιατρό και τον ρώτησα. Μου είπε ότι δεν ήταν τίποτα σοβαρό. Φεύγοντας πέρασα έξω από το δωμάτιο. Άκουσα τότε από τη μισάνοιχτη πόρτα την κα. Ζωή να λέει:

- Βρήκε η βλαμμένη η κόρη μας να αγαπήσει άνθρωπο. Ένα φτωχομπινέ.

- Γιατί, βρε Ζωή μου;… είπε ο κ. Κώστας. Ο Δημήτρης είναι καλό παιδί, σπουδαγμένος, δουλειά έχει, δεν είναι κανένας τεμπέλης και προπάντων, το αγαπάει το κορίτσι μας, όπως κι εκείνο τον αγαπάει.

- Σαχλαμάρες! Αγάπες και βλακείες. Άμα δεν έχουν αν φάνε ή ζουν μέσα στη φτώχεια, θα σου πω εγώ…

Έφυγα. Στο δρόμο μέχρι το πάρκινγκ σκεφτόμουν τους χαρακτηρισμούς και θύμωσα πολύ. Στο προαύλιο του νοσοκομείου συνάντησα για λίγο την Μαργαρίτα.

- Σε ευχαριστώ για το ενδιαφέρον, αγάπη μου, αλλά έπρεπε να προσέξεις. Η μάνα μου έχει ξεσπαθώσει εναντίον σου. Το ίδιο και ο αδερφός μου.

- Μα εγώ, άσχετα το ότι εμείς αγαπιόμαστε, Μαργαρίτα μου, θα πήγαινα έτσι κι αλλιώς. Τον πατέρα σου δεν τον γνώρισα χθες.

- Το ξέρω, καλέ μου, αλλά δε θέλει πολύ να ανάψει η φωτιά.

- Έχεις δίκιο. Τώρα πού πας;

- Πάω στο σπίτι. Θα έρθει ο Μάνος να με πάρει. Μιλήσαμε λίγο πριν στο κινητό. Θα πάω μια στον πατέρα μου και θα περιμένω το Μάνο.

- Θέλεις να σε πάω;

- Όχι, μωρέ, άσε! Να μη σε βάζω και σε κόπο.

- Μα τι κόπο, είσαι καλά κορίτσι μου, εσύ εμένα σε κόπο; Θα σε πάω και θα σε αφήσω έξω και θα φύγω.

- Όχι, αγαπημένε μου! Θα σε πάρω αύριο να βρεθούμε!

- Εντάξει, γλυκιά μου… είπα, την αγκάλιασα και τη φίλησα.

Κάθε που έβλεπα το χαμόγελό της και την ματιά της μπορούσα να ξεχάσω όλα τα βάσανα. Την άφησα έξω στο προαύλιο του νοσοκομείου και πήγα στο πάρκινγκ. Μπήκα στο αμάξι και έκανα μανούβρα να βγω. Πήγα πιο κάτω και έκανα αναστροφή. Ξαφνικά βλέπω μπροστά μου τον Μάνο με έναν φίλο του. Ανοίγω το παράθυρο.

- Καλησπέρα, Μάνο, τι κάνεις;

- Κοίτα, κωλόπαιδο, με την αδερφή μου κομμένα. Ο πατέρας μου έπαθε ζημιά. Δεν αντέχει συγκινήσεις και εντάσεις. Κατάλαβες;

Δε μίλησα. Γκάζωσα το αμάξι και έφυγα. Ήμουν μέσα στα νεύρα, αλλά δεν ήθελα να πω κάτι που θα τους έδινε λαβή να πιαστούν από κάπου. Έφυγα και πήγα στο σπίτι μου. Ήμουν μέσα στα νεύρα και άκεφος. Το βράδυ μιλήσαμε με τη Μαρία την αδερφή μου. Θα ερχόταν σε λίγο καιρό στο σπίτι με τον Ορέστη, τον μνηστήρα της. Ήταν κι εκείνος γιατρός. Το βράδυ από τη στενοχώρια και τους προβληματισμούς με έπιασε πονοκέφαλος. Πήρα ένα παυσίπονο και ξάπλωσα στο δωμάτιό μου.

Την άλλη μέρα σηκώθηκα νωρίς. Φόρεσα τις φόρμες και πήγα για περπάτημα. Το συνήθιζα. Σκόπευα μόλις γυρίσω, να πάρω τη Μαργαρίτα στο κινητό να βρεθούμε. Έστειλα ένα μήνυμα με το κινητό μου ότι θα την έπαιρνα, μόλις γύριζα από το περπάτημα. Το συνήθιζα το περπάτημα. Ιδιαίτερα όταν έπρεπε να σκεφτώ. Έβγαινα κάποια χιλιόμετρα έξω από την πόλη.

Βγήκα στο δρόμο. Περπάτησα αρκετά. Ήμουν πια έξω από την πόλη. Περπατούσα σε ένα χωματόδρομο. Κοίταξα στην τσέπη της φόρμας να δω αν μου απάντησε η Μαργαρίτα στο τηλέφωνο. Τότε συνειδητοποίησα ότι το είχα ξεχάσει.

- Γαμώ το! μονολόγησα μέσα μου. Τώρα που είναι ανάγκη γαμώ την αφηρημάδα μου;

Γύρισα σε έναν κεντρικό δρόμο και προχώρησα λίγο τρέχοντας με σκοπό να επισπεύσω την επιστροφή μου. Σε κάποια στιγμή βλέπω ένα αυτοκίνητο να έρχεται με μεγάλη ταχύτητα κατά πάνω μου. Πήδηξα μέσα σε ένα χαντάκι προκειμένου να το αποφύγω. Φρενάρισαν λίγα μέτρα πιο κάτω. Βγήκα πάνω στο δρόμο. Βγήκε ο Μάνος κι Χρήστος, ένας κολλητός φίλος του Μάνου, από το αμάξι.

- Δεν σου είπα, ρε μπινέ, να μην ξαναπλησιάσεις την αδερφή μου;

- Η Μαργαρίτα, Μάνο, είναι ενήλικη και μπορεί να αποφασίζει μόνη της, κατάλαβες;…

του απάντησα σε αυστηρό ύφος, μιας και με τσάτισε πολύ. Με τη Μαργαρίτα αγαπιόμαστε τόσα χρόνια.

- Τώρα θα δεις αγάπη και ρομάντζο, κωλόπαιδο!

Κι όρμησε κατά πάνω μου. Τα πρώτα χτυπήματα τα απέφυγα. Ύστερα μου επιτέθηκε κι ο Χρήστος. Άρχισα κι εγώ να τους χτυπάω. Δεν είχα επιλογή. Στην αρχή τις μοιραζόμαστε. Σε κάποια στιγμή με πιάνει ο Χρήστος από πίσω και με κρατούσε δυνατά. Ο Μάνος άρχισε να με χτυπάει δυνατά με λύσσα στο σώμα και στο πρόσωπο. Κόντευα να λιποθυμήσω. Σε κάποια στιγμή σηκώνει το πόδι και μου δίνει μια δυνατή κλωτσιά στο στομάχι και με μάζεψε κουβάρι. Ο άλλος με άφησε κάτω. Δε μπορούσα να ανασάνω από τον πόνο. Άρχισαν να με κλωτσάνε με λύσσα όπου έβρισκαν. Μια κλωτσιά του Μάνου μου ήρθε πάνω από το μάτι και μια δεύτερη στο πρόσωπο. Ζαλίστηκα. Κατρακύλησα μέσα στο χαντάκι.

- Ασ' τον, ρε Μάνο, είπε ο Χρήστος, όταν με είδε πώς είχε γίνει το πρόσωπό μου.

- Θέλει λίγο ακόμα, μέχρι να βάλει μυαλό, είπε ο Μάνος και πλησίασε.

Στο χαντάκι υπήρχαν παλιοί πάσσαλοι πεταμένοι. Έβλεπα το Μάνο να έρχεται. Δεν είχα επιλογή. Τον άφησα να με πλησιάσει. Έπιασα ένα πάσσαλο και τον χτύπησα με δύναμη στον αστράγαλο. Ούρλιαξε από τον πόνο και έπεσε κάτω. Του έριξα άλλη μια στο χέρι, δυνατή, με όση δύναμη είχα. Ο Χρήστος είχε σαστίσει. Έκανε να έρθει προς εμένα. Σηκώθηκα όρθιος με όση δύναμη μου απέμεινε. Στο πρόσωπό μου έτρεχε το αίμα βρύση. Οι πληγές που μου προκάλεσαν ήταν «καλές». Γυρίζω προς το Χρήστο. Ο άλλος σφάδαζε από τον πόνο. Σίγουρα του είχα σπάσει κόκκαλο.

- Κοίτα, μαλάκα Χρήστο, αποφάσισε πώς θα τελειώσει το σημερινό! Μπορώ να φτάσω σε σημείο που δε φαντάζεσαι. Γουστάρεις να γίνουμε πρωτοσέλιδα αύριο;…

είπα πνιγμένος μέσα στα αίματα. Εκείνος κώλωσε.

- Παρ’ τον και τσακιστείτε. Εγώ πάω στην αστυνομία. Θα τραβηχτούμε και τρεις μας, για τα καλά. Ανοίξατε τους ασκούς του Αιόλου για τα καλά. Τώρα δεν έχει γυρισμό.

Γύρισα και έφυγα σιγά-σιγά κουτσαίνοντας. Σε λίγο με προσπέρασε ο Χρήστος με το αυτοκίνητο. Ο Μάνος ήταν ξάπλα στο πίσω κάθισμα. Προχώρησα γύρω στα εκατό μέτρα ακόμα. Οι δυνάμεις μου πια δεν με κρατούσαν. Δεν μπορούσα να πάρω ανάσα. Άρχισε ο έντονος πόνος στο στήθος κάθε που ανάσαινα. Γονάτισα κάτω. Το πρόσωπό μου και το κεφάλι μου αιμορραγούσαν. Θα λιποθυμούσα.

Για καλή μου τύχη πέρασε ένα περιπολικό της αστυνομίας. Με είδαν τα παιδιά, και μάλιστα ο ένας με αναγνώρισε αμέσως. Με το Θωμά ήμαστε συμμαθητές στο σχολείο.

Σε λίγο ήμουν στο νοσοκομείο. Είχα σπασμένα πλευρά. Αφού με συμμάζεψαν οι γιατροί στα επείγοντα, με κράτησαν μέσα για παρακολούθηση. Φοβήθηκαν κάποια εσωτερική αιμορραγία. Όταν συνήλθα λίγο, ειδοποίησα τον Αποστόλη και την Έλενα. Δεν ήθελα να ανησυχήσω τον πατέρα μου και τη μάνα μου.

Όταν ήρθαν τα παιδιά και είδαν την κατάστασή μου έφριξαν. Τους εξήγησα με κάθε λεπτομέρεια αυτό που είχε συμβεί. Τους παρακάλεσα να μην πουν τίποτα στη Μαργαρίτα. Τουλάχιστον μέχρι να συνέλθει το πρόσωπό μου. Το βράδυ μίλησα με την αδερφή μου στο τηλέφωνο. Εκείνο το βράδυ έμεινε ο Αποστόλης μαζί μου. Την επόμενη πέρασε και ο Θωμάς. Κάθισε αρκετά και μου έκανε παρέα.

Σε δύο μέρες βγήκα. Πήγα στο σπίτι μου. Με το που με είδαν οι δικοί μου, έφριξαν. Τους τα είπα. Δεν γινόταν πια να μείνει μυστικό.

Την άλλη μέρα με πήρε η Μαργαρίτα στο κινητό. Ήταν θυμωμένη. Άρχισε να με κατσαδιάζει. Βέβαια εκείνη γνώριζε αυτά που της είχαν πει οι άλλοι. Κατάλαβα ότι το κλίμα στρώθηκε κατάλληλα εναντίον μου.

- Ό,τι και να σου είπε ο αδερφός μου, Δημήτρη, δεν έπρεπε να φτάσεις εκεί, να του σπάσεις το πόδι και το χέρι. Τα πράγματα έχουν χειροτερέψει πολύ τώρα. Τώρα είναι κι ο μπαμπάς ανοιχτά εναντίον μας. Σήμερα βγήκε από το νοσοκομείο και είναι έξω φρενών μαζί σου.

- Δεν σου είπαν πώς άρχισε;

- Εσύ τους όρμησες. Κι αν δεν ήταν ο Χρήστος εκεί να τον βγάλει από τα χέρια σου, ένας θεός ξέρεις τι κατάληξη θα υπήρχε. Γιατί το έκανες αυτό;

- Μάλιστα… τους πιστεύεις, βρε αγάπη μου; Μα είσαι σοβαρή;

- Τι μάλιστα, τι σοβαρή, μωρέ; Να ξέρεις δε σε περίμενα έτσι. Τι τους πιστεύεις μου λες; Εδώ φαίνεται η ζημιά. Και να ήταν μόνο ο Μάνος, εντάξει. Εδώ τα ίδια λέει κι ο Χρήστος. Το έκανες και τις προάλλες στον Μάνο, όταν φύγαμε από το ξενοδοχείο, θυμάσαι; Και τότε μου είπες πως εκείνος άρχισε τον καυγά. Τι να σου πω; Γεια σου Δημήτρη!

Έκλεισε το τηλέφωνο. Ήθελα να ουρλιάξω από τα νεύρα, να κλάψω!

Οι μέρες πέρασαν. Άρχισα σιγά-σιγά να συνέρχομαι. Από το πρόσωπό μου έφυγαν οι μελανιές και έμειναν οι ουλές πάνω από το φρύδι και στον κρόταφο. Όσο ήταν εντελώς χάλια το πρόσωπό μου, δεν ήθελα να βγαίνω έξω. Ντρεπόμουν και δεν ήθελα και να με ρωτάνε. Έπαιρνα την Μαργαρίτα στο τηλέφωνο και μου το έκλεινε κατάμουτρα. Αργότερα ο αριθμός του κινητού μου είχε φραγή. Ήμουν μέσα στη θλίψη.

Πέρασαν πάνω από ένας μήνας. Μια μέρα βγήκαμε με τα παιδιά για καφέ σε ένα μαγαζάκι στον πεζόδρομο της πόλης. Καθόμαστε και λέγαμε διάφορα. Τα παιδιά προσπαθούσαν να μου φτιάξουν το κέφι λέγοντας διάφορα αστεία. Μαζί μας ήρθε κι ο Θωμάς με τον άλλο συνάδελφό του που με βρήκαν στο δρόμο. Είχαν ρεπό εκείνη τη μέρα. Ο Θωμάς μάλιστα ήταν πολύ κεφάτο παιδί. Πέρα από τα πειράγματα, του άρεσαν και τα ανέκδοτα. Από παλιά αυτό το παιδί ήταν η ψυχή της παρέας.

Σε κάποια στιγμή βλέπω τη Μαργαρίτα να πλησιάζει με τη μάνα της και τον αδερφό της. Ο Μάνος κρατούσε μια πατερίτσα και πήγαινε σιγά-σιγά. Δίπλα του ήταν η Μαργαρίτα. Όταν έφτασαν κοντά μας η κα. Ζωή προπορεύτηκε λίγο, πλησίασε με ύφος στο τραπέζι και ξεσπάθωσε.

- Παλιό αλήτη, θα το πληρώσεις αυτό που έκανες στο γιο μου! Δεν θα περάσει έτσι αυτό!

Η Μαργαρίτα δε μιλούσε. Ήταν πολύ μαγκωμένη. Έτοιμη να κλάψει θα έλεγα. Καθώς πλησίαζε με τον Μάνο, είδε καλύτερα τα χάλια του προσώπου μου. Γούρλωσε τα μάτια της και με κοίταζε. Οι ουλές μπορεί να επουλώθηκαν αλλά έμειναν σημάδια. Η Λένα ήταν έτοιμη να εκραγεί. Τη συγκράτησα. Ύστερα προχώρησαν. Δεν είπα τίποτα. Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό μου.

- Μπορείς να τους κάνεις μήνυση, Δημήτρη. Γάμησε τον, το κωλόπαιδο, είπε ο Θωμάς με νεύρα.

Όλοι στην παρέα είχαν τσατιστεί πάρα πολύ με το σκηνικό.

- Όχι, Θωμά μου, όχι. Δεν έχει νόημα πια. Έχασα, φίλε μου, έχασα. Αναστέναξα βαθιά και τον χτύπησα φιλικά στην πλάτη.

Δάκρυσα. Τα παιδιά κατάλαβαν σε τι κατάσταση βρισκόμουν και δεν είπαν κουβέντα. Ήταν όλοι όμως πολύ εκνευρισμένοι με τη φάση.

- Θα φύγω, παιδιά. Θα πάω σπίτι. Δε νιώθω καλά.

- Όπως θες, είπε ο Αποστόλης, σε καταλαβαίνω.

Φύγαμε, με το αμάξι με τον Αποστόλη και τη Λένα. Έφτασα σπίτι. Κλείστηκα στο δωμάτιό μου μόνος και έβαλα τα κλάματα. Δεν το πάλευα όλο αυτό. Δεν το δεχόμουν, αλλά δε μπορούσα να κάνω και κάτι. Ίσως αν δε μου είχαν επιτεθεί δε θα είχαν οδηγηθεί τα πράγματα σε αυτό το σημείο. Έβλεπα το τέλος της σχέσης μου με την Μαργαρίτα να πλησιάζει. Η Μαργαρίτα θύμωσε, αλλά δε γνώριζε την αλήθεια.

Την άλλη μέρα την πήρα στο τηλέφωνο. Το σήκωσε μια φορά η μάνα της και με έβρισε. Ύστερα δεν απαντούσε. Επιχείρησα στο κινητό της, αλλά πάλι είχε φραγή στον αριθμό μου. Άρχισε να μου τη βιδώνει. Δεν το περίμενα αυτό. Περίμενα ότι κάποια στιγμή θα της περνούσε ο θυμός και θα μου έδινε την ευκαιρία να της μιλήσω έστω.

Έπρεπε όμως να τη συναντήσω. Δε μπορούσα να μην τη δω. Μετά από λίγες μέρες περίμενα μέσα στο αυτοκίνητο πιο κάτω από το σπίτι της. Περίμενα με τις ώρες. Την είδα που βγήκε. Άφησα να απομακρυνθεί λίγο από το σπίτι και τότε ξεκίνησα. Έφτασα κοντά της.

- Τι έγινε, Μαργαρίτα, ούτε να μου μιλήσεις δε θέλεις;

- Δημήτρη, σε παρακαλώ!

- Τι σε παρακαλώ; Στάσου μια στιγμή.

Βγήκα από το αμάξι. Την πλησίασα. Την έπιασα από το χέρι.

- Σταμάτα, σε παρακαλώ, γαμώ το θεό μου! ακόμα και ένοχος να ήμουν σε κάτι θα έπρεπε τουλάχιστον μια φορά να με ακούσεις και μόνο κι ύστερα καταδίκασέ με και φύγε. Αλλά μια φορά! Δεν νομίζεις πώς είσαι άδικη;

- Λέγε, τι θέλεις;… μου είπε με ένα δήθεν ψυχρό ύφος.

- Δεν ξέρω τι διάολο σου είπαν, αλλά προφανώς τα πράγματα δεν στα είπαν καλά, ούτε ο αδερφός σου, ούτε ο Χρήστος. Εγώ, αγάπη μου, πήγα για το συνηθισμένο περπάτημα. Μου την έπεσαν άσχημα. Με χτύπησαν πολύ Μαργαρίτα. Ήμουν άσχημα, μέσα στα αίματα, με σπασμένα πλευρά, να μην μπορώ να πάρω ανάσα, μπρούμυτα μέσα στο χαντάκι. Ο αδερφός σου έρχονταν μαινόμενος κατά πάνω μου. Δεν γινόταν, έπρεπε να αντιδράσω. Φοβήθηκα ότι θα με σκότωνε.

- Δεν γίνεται να ήσουν σε τέτοια κατάσταση που λες και να του έκανες τόση μεγάλη ζημιά.

- Μα το θεό! σου λέω. Κινδύνευα! Ήταν δύο κι ήμουν μόνος. Ο Χρήστος με κρατούσε και ο αδερφός σου με χτυπούσε με μανία. Ύστερα με έβαλαν κάτω με κλωτσούσαν με μανία. Τι δεν καταλαβαίνεις γαμώ το;

- Κοίτα, Δημήτρη, πρέπει να πάψουμε να βλεπόμαστε, έστω για κάποιο διάστημα. Να ηρεμήσουν τα πράγματα. Η κατάσταση του πατέρα μου είναι σοβαρή. Δε μπορώ να τον στενοχωρήσω.

Σταμάτησε να μιλάει. Ήταν σοβαρή.

- Δεν γίνεται να πάμε παρακάτω, δεν το καταλαβαίνεις; Έγιναν πολλά!

- Κατάλαβα Μαργαρίτα, σηκώνοντας το χέρι σε νεύμα να σταματήσει αυτά που λέει. Αναστέναξα! Κατάλαβα, θες να το τελειώσουμε. Παρ'όλα όσα μου έκαναν οι δικοί σου, εγώ συνεχίζω και θα συνεχίζω να σ’ αγαπώ Μαργαρίτα. Να το ξέρεις αυτό. Θα είσαι για μένα η παντοτινή μου αγάπη. Θυμάσαι που στο ξαναείπα αυτό; Δε θα πάψω να σ’ αγαπώ.

Με κοίταζε χωρίς να μιλάει. Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό μου. Δε μπορούσα να συνεχίσω άλλο να μιλάω. Είχα γίνει κουρέλι. Τα μάτια μου βούρκωσαν. Δεν το πάλευα άλλο, ήμουν έτοιμος να καταρρεύσω. Πήγε κάτι να πει, μα σταμάτησε. Επιστράτευσα όση υπερηφάνεια μου είχε μείνει, γύρισα την πλάτη και πήγα στο αυτοκίνητο. Έφυγα με τα μάτια γεμάτα δάκρυα.

Οι μέρες πέρασαν. Ήρθε η Μαρία με τον Ορέστη. Κάθισα μια μέρα και τους τα είπα. Καθώς τους τα έλεγα, δάκρυσα.

- Κοίτα, Δημήτρη μου, θέλεις να έρθεις μαζί μας στη Θεσσαλονίκη; Δε θέλεις να κάνεις ένα μεταπτυχιακό εκεί και να δεις μετά τι θα κάνεις. Εδώ απλά αδερφούλη μου θα μαραζώσεις, κι είναι κρίμα, είπε και με χάιδεψε στα μαλλιά.

Με τη Μαρία και τον Ορέστη φύγαμε μαζί. Σχεδόν αμέσως έπιασα δουλειά σε μια μεγάλη οινοποιητική εταιρεία ως χημικός. Η δουλειά ήταν καλή, και παράλληλα άρχισα τις μεταπτυχιακές μου σπουδές πάνω σ’ αυτό.

Την ερχόμενη άνοιξη η αδερφή μου παντρεύτηκε με τον Ορέστη. Στην αρχή έμενα στα παιδιά. Καταλάβαιναν τόσο η Μαρία όσο κι ο Ορέστης την κατάστασή μου. Με τον Ορέστη μάλιστα ταιριάζαμε σε πολλές απόψεις και κάναμε καλή παρέα.

Ο καιρός περνούσε. Αν και έδειχνα να έχω συνέλθει, ήμουν ευχάριστος, έλεγα τα αστεία μου, αλλά μέχρι εκεί. Σχέση δεν έκανα κι ούτε μπορούσα να κάνω. Τουλάχιστον την περίοδο εκείνη. Κάθε βράδυ όταν έκλεινα τα μάτια μου σκεφτόμουν τη Μαργαρίτα.

Πέρασε ένας χρόνος. Εκείνη την περίοδο είχαμε ένα συνέδριο στη Θεσσαλονίκη. Εγώ έπρεπε να το παρακολουθήσω. Εκεί λοιπόν γνωρίστηκα με τον κ. Αντώνη. Έναν τύπο που αν και είχε σπουδές, παρόμοιες με μένα, ασχολούταν με το εμπόριο. Δεν είχα καταλάβει ποτέ τι ζητούσε εκείνος εκεί. Μαζί του ήταν και η γυναίκα του. Μια γυναικάρα με όλη τη σημασία της λέξεως. Μελαχρινή με ένα πρόσωπο που έβγαζε ένα πάθος και μαγνήτιζε τον κάθε άντρα στο πέρασμά της. Ο Αντώνης αυτό το αντιλαμβανόταν και το γούσταρε θα έλεγα. Όμως κι ο ίδιος έριχνε πάντα κλεφτές ματιές σε ωραίες γυναίκες που περνούσαν δίπλα του. Μάλιστα, αν έβλεπε καμιά μικρή στην ηλικία, την έγδυνε κυριολεκτικά με τα μάτια.

Ήταν τέσσερις μήνες μετά το συνέδριο. Βγήκα με τον Κωστή, έναν συνάδελφο για καφέ. Εκεί μου είπε για μια χήρα που γνώρισε. Η ίδια ήταν αχόρταγη για πούτσο. Εκείνος την είχε πάρει δυο τρεις φορές. Και ήξερε ότι δεν ήταν ο μόνος που εκείνη πηδιόταν.

- Άμα θες, ρε Μήτσο, να κάνω κατάσταση, πες μου. Είναι ωραία γκόμενα!

- Τι να πω, ρε συ;

- Τι να πεις; Άντε, ρε κορόιδο, κάθεσαι και μαραζώνεις! Κοίτα λίγο τον εαυτό σου!

Το βράδυ στο σπίτι το σκεφτόμουν έντονα. Η ιδέα του Κωστή μου τριβέλιζε το μυαλό. Στο κάτω-κάτω δε θα πήγαινα και για αρραβώνα...

Το ραντεβού το κανόνισε ο Κωστής σε ένα καφέ, κοντά στις Καμάρες. Ήταν σαββατόβραδο. Σε λίγο φάνηκαν οι δυο τους. Μόλις την είδα έπαθα. Ήταν η γυναίκα του εμπόρου, του Αντώνη. Με θυμήθηκε κι εκείνη. Κάθισε και λέγαμε περί ανέμων και υδάτων. Σε λίγο ο Κωστής έφυγε προφασιζόμενος ότι έχει δουλειά. Εμείς καθίσαμε λίγο ακόμα και τα λέγαμε. Εκεί έμαθα ότι ο Αντώνης, ο άντρας της, σκοτώθηκε σε τρακάρισμα. Τον βρήκαν με την γκόμενα, μια αλλοδαπή πιτσιρίκα, μέσα στο αυτοκίνητο. Από τότε η Καίτη τον εκδικούταν ακόμη και πεθαμένο. Γαμιόταν σαν τη μεγαλύτερη πουτάνα με όποιον της γυάλιζε. Θα έλεγε κανείς ότι είχε να κάνει με μια τρελή νυμφομανή και μόνο.

- Λοιπόν, Δημήτρη, θα πάμε σπίτι σου; Θέλω να μου το δείξεις.

- Και δεν πάμε;… είπα, αφού έπιασα το υπονοούμενο.

Πλήρωσα το λογαριασμό και φύγαμε. Τόσο στο καφέ όσο και όταν πηγαίναμε προς το σπίτι, εγώ της συμπεριφερόμουν πολύ ευγενικά. Φτάσαμε στο σπίτι. Ζήτησε να μπει στο μπάνιο. Βγήκε μετά από ένα τέταρτο. Εγώ της πρόσφερα ένα αναψυκτικό που είχα στο ψυγείο. Σε μια στιγμή πέφτει πάνω μου και αρχίζει να με φιλάει με πάθος. Δεν άργησε πούτσος μου να γίνει κάγκελο. Σε λίγο ήμαστε γυμνοί κάτω στο πάτωμα. Με καβάλησε με τη μία και άρχισε να γαμιέται με πάθος πάνω μου. Τα μεγάλα βυζιά της λικνίζονταν με την κινήσεις που έκανε και μου άρεσε πολύ. Έχυσε πριν από μένα. Σε λίγο ήρθε και η δική μου η κορύφωση. Τον έβγαλα και έχυσα πάνω στην κοιλιά μου. Όσο έχυνα, εκείνη έτριβε το μουνί της πάνω στον πούτσο μου. Μείναμε για λίγο λαχανιασμένοι. Σε λίγο σηκωθήκαμε και πήγαμε στο μπάνιο να πλυθούμε.

Καθίσαμε στο σαλόνι. Η ίδια πήρε αμέσως θάρρος. Σηκώθηκε και πήγε στο ψυγείο. Κρατούσε δύο μπύρες. Τις ανοίξαμε και πίναμε. Από μια μεριά δεν πίστευα αυτό που ζούσα. Ήταν για μένα πρωτόγνωρο. Και πώς να μην ήταν, αφού στην μέχρι τότε ζωή μου αφιερώθηκα μόνο στην Μαργαρίτα που… δυστυχώς αγαπούσα ακόμα.

Σηκωθήκαμε και πήγαμε στο κρεβάτι. Με έσπρωξε ανάσκελα και όρμησε μια λύσσα πάνω στον πούτσο μου. Άρχισε να τον ρουφάει ολόκληρο. Σε λίγο ήμουν πάλι έτοιμος. Την έβαλα ανάσκελα και άρχισα να την γαμάω με δύναμη. Εκείνη είχε εκστασιαστεί. Σήκωσε τα πόδια της κι άλλο, κρατώντας τα από κάτω από τα γόνατα. Ο πούτσος μου χωνόταν ολόκληρος.

Ύστερα την έστησα στα τέσσερα. Άρχισα να της τον χώνω πάλι με λύσσα. Το πισωκολλητό διαδέχθηκε η πλάγια στάση. Μια στάση πιο ξεκούραστη και για τους δυο.

Έβγαλα τον πούτσο μου από το μουνί της και τον ακούμπησα στην κωλοτρυπίδα της. από τα υγρά της ο πούτσος μου γλίστρησε με σχετική ευκολία μέσα στην τρύπα της. Άρχισε να κουνιέται. Σε λίγο έμπαινε ολόκληρη η ψωλή μου μέσα στον κώλο της. Έχυσα με δύναμη μέσα της. Βγήκα μόνο όταν ο πούτσος μου άρχισε να πέφτει.

- Ήσουν απίθανη, Καίτη μου!

- Είσαι πολύ γλυκός! Μου αρέσεις. Με τους περισσότερους άντρες που έχω πάει, όλοι μού φέρονταν πολλές φορές χυδαία. Εσύ είσαι ευγενικός.

Με την Καίτη εκείνο το βράδυ δεν κοιμηθήκαμε καθόλου. Μας πήρε ο ύπνος κατά τις εννιά το πρωί.

Την άλλη μέρα σηκωθήκαμε κατά το απόγευμα. Η Καίτη έπρεπε να φύγει. Έπρεπε να συναντήσει τον αδερφό της.

Την ίδια μέρα πέρασα από την αδερφή μου. Μου είπαν το ευχάριστο της εγκυμοσύνης και χάρηκα κι εγώ μαζί τους. Ο Ορέστης μας πρότεινε να βγούμε να το γιορτάσουμε.

Βγήκαμε σε ένα μεζεδοπωλείο. Καθόμαστε χαλαρά όλοι μας και το απολαμβάναμε. Σε μια στιγμή βλέπω την Καίτη να συνοδεύεται από δύο άντρες. Κάθισαν στο ίδιο μαγαζί. Δεν με πήρε είδηση. Φαινόταν ότι με τον έναν κάτι έτρεχε. Κρατιούνταν από το χέρι. Κάθισαν και πήραν μπύρες. Οι τρεις τους έδειχναν να διασκεδάζουν. Εγώ δεν ασχολήθηκα περισσότερο μαζί της. Μιλούσαμε με τα παιδιά και περνούσαμε καλά.

Σε κάποια στιγμή σηκώθηκε προφανώς να πάει στην τουαλέτα. Με είδε και κοντοστάθηκε σε μια στιγμή. Εγώ έκανα ότι δεν την είδα. Το διασκέδαζα μέσα μου. Προχώρησε στις τουαλέτες και βγήκε λίγο πιο μετά. Αμέσως σχεδόν σηκώθηκαν και έφυγαν.

Πέρασαν δύο μέρες. Είχα γυρίσει από τη δουλειά. Είχα ξαπλώσει μια και ήμουν κουρασμένος. Χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Καίτη και ήθελε να με δει επειγόντως.

Ήρθε. Έβαλα δύο χυμούς και καθίσαμε στο σαλόνι. Μιλούσαμε για τον αδερφό της. Ο Θανάσης ήθελε να κάνει μια επένδυση στα μέρη μου. Μάλιστα έβαλε μεσίτες και βρήκε και αγόρασε κτήματα. Τον ενδιέφερε πολύ η παραγωγή κρασιού και μάλιστα προσανατολιζόταν να φτιάξει αποστακτήριο και οινοποιείο.

Όση ώρα μιλούσε είχε ένα εντελώς διαφορετικό ύφος, πολύ σοβαρό. Με ξάφνιασε όλη αυτή η σοβαρότητα της Καίτης. Σε μια στιγμή νόμισα πως μπροστά μου ήταν μια άλλη γυναίκα. Σε κάποια στιγμή με κοιτάει όπως ήταν σοβαρή.

- Δημήτρη, θέλω να ξέρεις και κάτι ακόμα. Καταρχάς εκτιμώ το σεβασμό που έδειξες απέναντί μου, όταν με είδες με τους δύο άντρες προχθές. Σε ευχαριστώ. Ξέρεις, δε το θέλω αυτό που κάνω. Δεν ξέρω, θέλω συνεχώς να εκδικούμαι το μακαρίτη. Πληγώθηκα πολύ. Και αυτό που κάνω το βρίσκω σαν διέξοδο.

Εγώ την άκουγα με προσοχή. Σε καμιά περίπτωση δεν ήθελα να την κάνω να αισθανθεί άσχημα. Σε μια στιγμή άπλωσε το χέρι και με χάιδεψε στο μάγουλο. Της το έπιασα στα χέρια μου τρυφερά και το φίλησα.

- Ψυχούλα είσαι Καίτη, ψυχούλα! Πρέπει να πάψεις να αδικείς και να τιμωρείς τον εαυτό σου!

Δάκρυσε και έπεσε και με φίλησε. Σε λίγο στα φιλιά της προστέθηκε και το πάθος. Την έβαλα πάνω μου. Εκείνη τότε έδειξε όλη ην τέχνη της στον έρωτα. Με ξεπέταξε μέσα σε πέντε λεπτά. Ξάπλωσα και ήρθε και κούρνιασε στην αγκαλιά μου. Την αγκάλιασα τρυφερά και τη φίλησα. Σε λίγο αποκοιμηθήκαμε αγκαλιασμένοι και οι δυο. Το πρωί σηκώθηκα νωρίς για τη δουλειά. Εκείνη κοιμόταν ακόμα. Της άφησα ένα σημείωμα.

«Έχω εφεδρικό κλειδί στο τραπεζάκι του διαδρόμου, για να μπορείς να φύγεις αν θέλεις. Εγώ θα γυρίσω στις πέντε το απόγευμα. Φιλιά»

Γύρισα μετά τη δουλειά και με το που μπήκα μέσα έπαθα. Η Καίτη συγύρισε όλο το σπίτι. Με περίμενε με ένα χαμόγελο. Είχε μαγειρέψει και είχε στρώσει και τραπέζι στην κουζίνα. Πραγματικά έμεινα. Μια γυναίκα που κάνει τέτοια ζωή, δεν πίστευα ότι έχει τέτοια νοικοκυροσύνη μέσα της. Με το μου μπήκα, τη φίλησα.

- Καλησπέρα, κορίτσι μου!

- Καλώς τον, το λεβέντη μου! άναψα θερμοσίφωνα. Άντε να κάνεις ένα μπάνιο κι έλα να φάμε.

Καθίσαμε και φάγαμε λέγοντας αστεία. Ένιωθα ότι μπροστά μου δεν ήταν η Καίτη που στον μυαλό της είχε μόνο το πώς να γαμηθεί όσο γίνεται περισσότερο, αλλά μια άλλη, εντελώς διαφορετική γυναίκα. Ύστερα βγήκαμε βόλτα στην παραλία.

Αργά το βράδυ γυρίσαμε σπίτι. Με το που μπήκαμε την άρπαξα την έσπρωξα στον τοίχο και άρχισα να τη φιλάω με πάθος. Της άνοιξα τα πόδια, σήκωσα λίγο τη φούστα και παραμέρισα λίγο το κιλοτάκι που φορούσε. Άρχισα να τη γαμάω με πάθος. Τον ένιωθε κι εκείνη και άναψε για τα καλά. Σε λίγο έχυσα πάνω στα μπούτια της. Με φίλησε στο στόμα.

- Τι ήταν αυτό αγόρι μου;

- Το πάθος μου για σένα. Σε γουστάρω κορίτσι μου, σε γουστάρω πολύ. Πώς να σου το πω;

Σε λίγο ήμαστε γυμνοί στο κρεβάτι και λέγαμε διάφορα τρυφερά λόγια ό ένας στον άλλον. Της συμπεριφερόμουν πολύ τρυφερά. Ένιωθα ότι της άρεσε. Εκείνο το βράδυ το κάναμε άλλες δύο φορές.

Δεν ξέρω, μαζί της απλά καλοπερνούσα και τίποτα άλλο. Με την Καίτη ξεχνούσα σχεδόν την πίκρα που είχα εξαιτίας των γεγονότων με τη Μαργαρίτα. Το διασκέδαζα μαζί της, χαλάρωνα. Όλες αυτές τις μέρες δεν είχαμε ποτέ πει ο ένας στον άλλο σ’ αγαπώ. Το θεωρούσα υποκριτικό, γελοίο, αφού η σχέση μας άρχισε με ένα και μοναδικό στόχο, το σεξ και τίποτα άλλο.

Έτσι πέρασε σχεδόν όλη η βδομάδα. Το Σάββατο το βράδυ βγήκαμε σε ένα εστιατόριο πολυτελείας. Ήθελε μου είπε να μου κάνει το τραπέζι. Σε κάποια στιγμή βλέπω έναν καλοντυμένο άντρα, να μας πλησιάζει. Φαινόταν από τους ματσωμένους ανθρώπους, από το ύφος του, την εμφάνιση και τον αέρα του αυτό εισέπραξα.

- Καλησπέρα, είπε με μια ευγένεια.

- Καλησπέρα, Θανάση! Είπε η Καίτη. Δημήτρη, να σου συστήσω τον αδερφό μου.

- Σηκώθηκα όρθιος και του έδωσα το χέρι ευγενικά.

- Καθίστε; Του είπα.

Η συζήτηση ήταν ευχάριστη μαζί του. Ο Θανάσης ήταν κι εκείνος επιχειρηματίας. Μάλιστα μου είπε ότι στα μέρη μου είχε βάλει μεσίτες, να βρει να αγοράσει κτήματα, προκειμένου να φυτέψει αμπελώνες. Ταυτόχρονα προσπαθούσε να συνάψει συμβόλαια με αμπελοκαλλιεργητές. Στα άμεσα σχέδιά του ήταν η εγκατάσταση οινοποιείου και αποστακτηρίου στα μέρη μου. Ο άνθρωπος είχε χρήμα και του φαινόταν. Τόσο αυτός όσο και η αδερφή του η Καίτη ντυνόταν με τα πιο ακριβά ρούχα.

Η Καίτη, από την άλλη, θα μπορούσε να κάνει μια διαφορετική ζωή, κι όχι αυτή της ψόφιας που ψάχνει να γαμηθεί με όποιον της γυάλιζε κάθε φορά. Από το θάνατο του άντρα της και μετά άρχισε να ψάχνεται για αχαλίνωτο σεξ και μόνο.

Ο Θανάσης μάλλον γνώριζε τα βίτσια της αδερφής του. Ήταν κι εκείνος εργένης. Παντρεμένος, χωρισμένος, όπως μου είπε μια μέρα η Καίτη. Τον χώρισε η γυναίκα του, μια και εκείνος ήταν αρκετά εγωιστής, παράξενος κι αυταρχικός άνθρωπος.

Ο καιρός με την Καίτη περνούσε ευχάριστα. Ελάχιστα βράδια δεν ερχόταν στο σπίτι μου. Έπρεπε να είναι στο σπίτι της, όπως μου έλεγε. Και κάθε φορά που ξαναβρισκόμασταν έκανε σαν τρελή να πέσει στην αγκαλιά μου. Αν δεν την ήξερα, θα έλεγα ότι είναι τρελά ερωτευμένη μαζί μου. Πραγματικά τα γαμήσια που έκανε ήταν ανεπανάληπτα. Όταν έμενε στο σπίτι μαζί μου για μέρες με έκανε πολλές φορές να αισθάνομαι σα βασιλιάς. Είχα όλη την περιποίηση και την φροντίδα. Θα έλεγε κανείς ότι είναι η πιο αφοσιωμένη γυναίκα στον κόσμο.

Μια Κυριακή βγήκαμε να περπατήσουμε στην παραλία οι δυο μας. Εκεί την χαιρέτησαν πάνω από πέντε άτομα από άσχετες παρέες. Ντράπηκα, θίχθηκα. Ένιωσα μεγάλη ντροπή, πραγματική όμως. Αισθάνθηκα σαν να πήρα μια πουτάνα από το μπουρδέλο και την έβγαλα βόλτα. Ο τρόπος που μας κοίταζαν έδειχνε καθαρά, ότι όλοι τους, δεν ήταν παρά οι περιστασιακοί γαμιάδες της. Προφασίστηκα πειστικά ότι έχω πονοκέφαλο και της ζήτησα να πάμε στο σπίτι. Ήδη είχαμε πολλές ώρες στη βόλτα.

- Μα πριν λίγη ώρα βρε μωρό μου, είπε ήσουν μια χαρά, ευδιάθετος.

- Δεν ξέρω βρε κορίτσι μου! Τι να πω; Συγγνώμη που σου τη σπάω.

- Μα τι λες, Δημήτρη μου; Πάμε, το ρωτάς;

Φτάσαμε στο σπίτι μου. Πήρα ένα παυσίπονο και ξάπλωσα στον καναπέ.

- Τι θέλεις να σου φτιάξω για φαγητό;

- Τίποτα, καρδιά μου! Ας μη μπούμε σε κόπο. Δεν παίρνουμε καλύτερα απ' έξω;

- Καλά όπως θέλεις.

Παραγγείλαμε και φάγαμε. Εγώ δεν είχα ιδιαίτερη όρεξη. Όταν τελειώσαμε ξάπλωσα στον καναπέ. Έκλεισα τα μάτια μου. Ήθελα να σκεφτώ.

«Τι κάνω; αναρωτιόμουν. Τι ζωή κάθομαι και κάνω εγώ μαζί της; Κι όσο είμαι μαζί της, σκεφτόμουν δεν υπάρχει περίπτωση να βρω κάποια κοπέλα να με πάρει στα σοβαρά»

Ύστερα χαλάρωσα, και στις σκέψεις μου ήρθε, όπως κάθε μέρα, η Μαργαρίτα. Σκεφτόμουν όλα αυτά που είχαν συμβεί και δεν έβγαζα άκρη, βασανιζόμουν.

«Γιατί σε μένα; Αναρωτιόμουν».

Δεν περνούσε μέρα που να μην τη σκεφτώ. Είχαν περάσει δύο χρόνια σχεδόν, και την σκεφτόμουν πάντα το ίδιο.

Σε λίγο καιρό τέλειωσα και τον μεταπτυχιακό μου. Η Καίτη είχε ξεκόψει εντελώς τα τσιλημπουρδήματα. Μέναμε συνεχώς μαζί. Κάποια στιγμή χτύπησε το τηλέφωνό της. Ήταν ο αδερφός της. Ζήτησε να πάμε από εκεί.

Πήγαμε. Εκεί, ο Θανάσης μου ανακοίνωσε ότι θα έφευγε για τα μέρη μου. Είχε ήδη βρει τους χώρους και έψαχνε κάποιον με τις γνώσεις μου για να στήσει τις δουλειές του. Εγώ δέχθηκα χωρίς πολύ σκέψη. Ήθελα να γυρίσω πίσω. Μου άρεσε το μέρος που μεγάλωσα. Εκεί είχα και πραγματικούς φίλους από παιδί· ίσως και γιατί θα ένιωθα κατά κάποιον τρόπο κοντά στη Μαργαρίτα. Εγώ θα έφευγα μετά από τρεις μήνες με την Καίτη.

Με την Καίτη αρχίσαμε να σχεδιάζουμε τη ζωή μας. Πέρασε ένα δίμηνο. Εγώ εκείνες τις μέρες έπρεπε να δώσω παραίτηση στην εταιρία που δούλευα.

Μια μέρα καθόμαστε μετά τη δουλειά μου. Η Καίτη είχε κάνει μπάνιο και ήταν με ένα μπουρνούζι. Κάθισα δίπλα της. Άρχισα να τη φιλάω. Της άρεσε να παίρνω εγώ την πρωτοβουλία στον έρωτα. Ξάπλωσε ανάσκελα και έπεσα ανάμεσα στα πόδια της. Το μουνί της φρεσκοξυρισμένο, μοσχομύριζε. Άρχισα να το φιλάω πεταχτά στα μουνόχειλα. Αυτό την απογείωνε. Πήγε να πάρει πρωτοβουλία.

- Σ… μην κάνεις τίποτα, αγάπη μου! Ήταν η πρώτη φορά που την αποκάλεσα έτσι μετά από τόσο καιρό.

Αφέθηκε εντελώς ανοίγοντας διάπλατα τα καλοσχηματισμένα πόδια της. Η γλώσσα μου άρχισε να οργώνει τρυφερά τη σχισμή του μουνιού της. Αναστέναζε και το μουνί της είχε πλημμυρίσει από καύλα. Έβαλα ένα δάχτυλο μέσα στο μουνί της και άρχισα να την δαχτυλώνω. Η γλώσσα μου πια πιπίληζε την κλειτορίδα της που είχε πρηστεί από την καύλα. Την έπαιζα και τη ρουφούσα πεταχτά. Έχωσα κι άλλο ένα δάχτυλο στην κωλοτρυπίδα της που μόλις είχε καθαρίσει. Άρχισα να τη δαχτυλώνω με ένα δάχτυλο στο μουνί και ένα στον κώλο. Βογκούσε από καύλα. Σε λίγο άρχισε να βογκάει πιο δυνατά. Έχυσε με ένταση. Το κορμί της σπαρταρούσε. Με το χέρι της μου κρατούσε το κεφάλι πιέζοντάς με ελαφρά. Τεντώθηκε πίσω. Το μουνί της έτρεχε ποτάμια.

Σηκώθηκα γονάτισα και της έβαλα ένα μαξιλάρι κάτω από τη μέση της. Άρχισα να τη γαμάω στο μουνί. Μετά από πέντε λεπτά τον έβγαλα. Πήρα ένα τζελ που είχαμε και έβαλα αρκετό σ’ αυτήν και σε μένα. Κεντράρισα τον πούτσο μου και τον έβαλα, σιγά-σιγά άρχισα να τη γαμάω. Μου άρεσε αυτή η στάση γιατί έβλεπα τον πούτσο όπως χωνόταν μέσα στην κωλοτρυπίδα της. Μετά από λίγο τον έβαζα ολόκληρο, μέχρι που τα αρχίδια μου ακουμπούσαν στον κώλο της. Τον έβγαλα και τον ξανάβαλα μέχρι τη μέση. Ξανά. Μου άρεσε να παίζω με την κωλοτρυπίδα της. Το έκανα καμιά δεκαριά φορές αυτό. Μετά τον έχωσα βαθιά και άρχισα τα δυνατά σπρωξίματα. Η Καίτη ήρθε ξανά σε οργασμό. Μόλις τελείωσε βγήκα από τον κώλο της και χώθηκα μέσα στο μουνί της. Έφτασα στο τέλος την έχυσα πάνω στην κωλοτρυπίδα της και στα μουνόχειλά της. Έτριβα τον πούτσο μου πάνω στο μουνί της. Άπλωσε το χέρι της και πίεζε το πουτσοκέφαλο πάνω στην κλειτορίδα της.

- Ήσουν υπέροχος, αγαπημένε μου! είπε και με φίλησε με πάθος στο στόμα με ένα γλωσσόφιλο που κράτησε πολύ.

Την άλλη μέρα πήγα από την εταιρία που δούλευα και δήλωσα παραίτηση. Με την Καίτη πήγαμε στο σπίτι πάλι. Ξανά του δώσαμε να καταλάβει στο σεξ, στο παθιασμένο σεξ.

Χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Θανάσης. Μίλησε με την Καίτη. Εγώ ήμουν στην κουζίνα. Μόλις έκλεισε το τηλέφωνο ήρθε στην κουζίνα. Ετοίμαζα καφέδες.

- Μάντεψε, Δημήτρη μου, τι μου είπε ο Θανάσης.

- Τι σου είπε;

- Αρραβωνιάστηκε. Μια όμορφη κοπέλα από τα μέρη σου. Χθες πήγε και τη ζήτησε από τους δικούς της. Τον παίδεψε πολύ η άτιμη, αλλά στο τέλος δέχθηκε.

Ξέρεις, ο Θανάσης ξέρει να διεκδικεί. Ήταν ικανός να πιέσει και τους δικούς της ακόμα. Μάλλον θα επηρέασε πολύ και τους δικούς της και την πείσανε.

- Μα, τι λες βρε Καίτη; Και είναι καταστάσεις αυτές, βρε μωρό μου; Δεν το βρίσκω σωστό. Σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει μερικά πράγματα να τα αφήνεις να έρχονται μόνα τους. Άμα τα πιέσεις δεν έχουν καλό τέλος, και στο τέλος πληγώνεσαι.

- Πάντως, δείχνει ενθουσιασμένος με την… πώς την είπε… α, Μαργαρίτα.

Εκείνη την ώρα ένιωσα το ταβάνι να πέφτει να με πλακώνει. Δεν πίστευα αυτό που άκουσα. Μου ήρθε σαν κεραμίδα. Ήπια δυο γουλιές καφέ να κρύψω την ταραχή μου.

- Ίσως την γνωρίζεις, είπε…

- Ναι, κάπου πάει το μυαλό μου, αλλά κοντός ψαλμός αλληλούια. Σε μια βδομάδα κατεβαίνουμε και εμείς, οπότε θα λυθεί το μυστήριο.

- Α, και κάτι ακόμα. Η Εταιρία που ανοίγει ο αδερφός μου, να ξέρεις είναι μισή-μισή μαζί μου.

- Δηλαδή, θα σε έχω αφεντικό;

- Ναι, κι αν δεν είσαι καλός μαζί μου, θα σε μαλώνω και θα σε βάζω τιμωρία, είπε με ένα νάζι και με φίλησε στο στόμα.

Ήρθε η μέρα που θα φεύγαμε. Πήγαμε με δύο αυτοκίνητα, αφού τα πράγματά μας ήταν πολλά. Ο Θανάσης φρόντισε και να μας νοικιάσει ένα μεγάλο διαμέρισμα.

Φτάσαμε. Ο Θανάσης μας περίμενε στο διαμέρισμα να μας δώσει τα κλειδιά. Μαζί του ήταν και η Μαργαρίτα. Όταν άνοιξε η πόρτα και μας είδε, η Μαργαρίτα έχασε το χρώμα της.

- Καλησπέρα σας! Είπα με ένα χαμόγελο... τι κάνεις Μαργαρίτα;

- Καλά, Δημήτρη.

- Καίτη, είπε η Καίτη και άπλωσε το χέρι στη Μαργαρίτα.

- Μαργαρίτα! Είπε κι εκείνη μαγκωμένη.

- Τελικά ο μπαγάσας ο Θανάσης έχει γούστο. Μια κούκλα είσαι, είπε η Καίτη.

Καθίσαμε στο σαλόνι. Ήπιαμε έναν καφέ να συνέλθουμε από το ταξίδι. Σε λίγο ο Θανάσης με τη Μαργαρίτα έφυγαν. Όσο ήταν εκεί, η Καίτη άνοιξε συζήτηση στην Μαργαρίτα. Η Μαργαρίτα προσπαθούσε να συμπεριφερθεί φυσιολογικά. Δε μπορούσε να κρύψει την αμηχανία της από μένα. Την ήξερα καλύτερα από τον καθένα. Ήξερα ότι το να φύγουν με τον Θανάση από το σπίτι, όσο πιο γρήγορα γινόταν, θα ήταν λυτρωτικό για εκείνη, αλλά και για μένα ταυτόχρονα. Όσο και να γνώριζα τον αρραβώνα της με το Θανάση από πριν, από τη στιγμή που την είδα ξανά, ένιωθα σαν να βρίσκομαι μπροστά σε μια καταιγίδα η οποία επρόκειτο να ξεσπάσει από στιγμή σε στιγμή. Πόσο θέατρο θα μπορούσαμε να παίξουμε κι εγώ κι εκείνη; Αλλά δεν γινόταν να κάνει και κάποιος πίσω. Ίσως ήταν το γραφτό μας έτσι.

Σε κάποια στιγμή φύγανε. Εγώ με την Καίτη κάναμε ένα μπάνιο και πέσαμε για ύπνο. Ήμαστε πτώματα από το ταξίδι.

Στις τρεις το πρωί ξύπνησα. Με βασάνιζαν πάλι οι σκέψεις. Η Καίτη κοιμόταν του καλού καιρού. Την κοίταζα και σκεφτόμουν. Τελικά υπάρχει η μοίρα του ανθρώπου. Δίπλα μου είχα μια κοπέλα, που όταν πήγα πρώτη φορά μαζί της, την έβλεπα σαν μια ψωλαρπάχτρα που θα με ξεφούσκωνε κάθε φορά Κι έτσι στην ουσία ξεκινήσαμε τη σχέση μας. Εγώ, ήμουν πολύ κύριος και ευγενικός απέναντί της και εκείνη προφανώς το εκτίμησε. Ήταν κι εκείνη μέσα στην τρέλα. Όσο στην αρχή συναντιόμαστε, εκείνη πήγε κάποιες φορές και με άλλους. Δεν της έκανα όμως ποτέ σκηνικό. Τη δέχθηκα όπως είναι, της έδειξα σεβασμό· κι ίσως αυτό την έκανε να αλλάξει. Πλέον δέθηκε μαζί μου. Με ήθελε περισσότερο από κάθε άλλον άντρα στην αρχή και κατέληξε, όπως η ίδια μου είπε, ότι από ένα σημείο και μετά, σημασία γι’ αυτήν να έχω μόνο εγώ και κανένας άλλος.

Όμως υπέφερα. Κακά τα ψέματα. Με τη Μαργαρίτα ήμουν ακόμα ερωτευμένος ο ηλίθιος. Θα ήθελα να την αρπάξω από την αγκαλιά του Θανάση και να φύγω μακριά. Ήμουν σίγουρος ότι με αγαπούσε κι εκείνη. Το είδα στα μάτια της. Την ήξερα. Με τη Μαργαρίτα, ήμαστε ένα για πάρα πολλά χρόνια. Πονούσε ο ένας για τον άλλον.

Η ώρα είχε πάει 6 το πρωί. Σηκώθηκα και έκανα καφέ. Βγήκα στο μπαλκόνι και άραξα. Κατά τις οχτώ σηκώθηκε και η Καίτη. Ήρθε στο μπαλκόνι. Με αγκάλιασε και με φίλησε. Καθίσαμε μαζί. Εγώ έφτιαξα κι άλλον ένα καφέ. Ύστερα χτύπησε το κινητό μου. Ήταν ο Θανάσης. Μας ήθελε στο γραφείο του.

Πήγαμε με την Καίτη. Ο Θανάσης άρχισε να δίνει εντολές σε δύο παιδιά που προσέλαβε. Ύστερα καθίσαμε οι τρεις μας. Έπρεπε να συζητήσουμε πολλά τεχνικά θέματα. Σε λίγες μέρες θα έρχονταν ο μηχανολογικός εξοπλισμός του οινοποιείου και του αποστακτηρίου. Έπρεπε εκεί να φτιάξω το πλάνο της εγκατάστασης και τα χρονοδιαγράμματα.

Τις επόμενες μέρες δούλευα πυρετωδώς. Όλα ήταν έτοιμα, από την πλευρά μου. Μάλιστα τους έδωσα και πολύ αυστηρά και σύντομα χρονοδιαγράμματα. Τέτοια που ο Θανάσης μου είπε πως φαίνονται δύσκολα να υλοποιηθούν τόσο γρήγορα.

Έφτασαν τα μηχανήματα. Εκείνη τη μέρα ήρθε κι ο αδερφός της Μαργαρίτας ο Μάνος. Ήταν εκείνη την περίοδο άνεργος. Έπρεπε να βρει μεροκάματο. Με το που τον είδα, τα πήρα στο κρανίο. Ήταν και η Καίτη εκεί και το κατάλαβε.

Με τραβάει παράμερα.

- Τι τρέχει, βρε Δημήτρη μου; Συμβαίνει κάτι;

- Κοίτα, μωρό μου, επειδή όλη την τεχνική ευθύνη ως μηχανικός την έχω εγώ, θέλω να έχω τον πλήρη έλεγχο της εγκατάστασης. Εγώ έκανα τα σχέδια, εγώ θα έχω και την ευθύνη, καθώς όμως θέλω να έχω και το πάνω χέρι. Θα έπρεπε να με ρωτήσετε για το ποιους θα παίρναμε να μας βοηθήσουν στην εγκατάσταση. Δεν θέλω ούτε άσχετους, ούτε και κανένα εργατικό ατύχημα σε αυτήν την τόσο ευαίσθητη φάση και να τραβιόμαστε.

- Κοίτα, ρε συ, μην είσαι απόλυτος! Τον Μάνο, βέβαια, ίσως τον ξέρεις καλύτερα από μένα και τον Θανάση, αλλά παρακάλεσε ο ίδιος, μπροστά μου, τον αδερφό μου. Ε… αδερφός της Μαργαρίτας είναι, τι να έκανε; Θα είναι και δυο άλλοι φίλοι μαζί του. Ένας Χρήστος και ένας Γιάννης.

Εκεί ήταν που άναψα μέσα μου. Βέβαια μαζί τους θα ήταν και δυο άλλα παιδιά που τους ήξερα. Ευτυχώς. Εκείνοι τουλάχιστον ήταν καλά παιδιά και είχαν πολλές τεχνικές γνώσεις.

Τα φορτηγά ήρθαν. Εγώ κατέβηκα στο χώρο εγκατάστασης καλοντυμένος κρατώντας μία τσάντα με σχέδια. Μαζί μου ήθελα και την Καίτη. Άρχισα να δίνω εντολές, κοφτές, απόλυτες. Ήμουν σοβαρός και αγέλαστος σε όλη τη φάση. Σε μια στιγμή ο Μάνος ακούμπησε κάτι πακέτα κοντά στην είσοδο.

- Όχι, εκεί σε παρακαλώ, είπα με ένα πολύ σοβαρό ύφος. Κατευθείαν στα ράφια της αποθήκης. Εγώ θα γίνει ζημιά, είπα και πήγα προς το άλλο φορτηγό που είχε τον μεγάλο εξοπλισμό.

Εκείνος έδειξε τη δυσφορία του, αλλά δε μπορούσε να πει και κάτι. Παίρνοντας τα άλλα δύο παιδιά που είχαν τεχνικές γνώσεις πήγαμε σε ένα τραπέζι στο βάθος του χώρου να δώσω κάποιες οδηγίες. Μαζί τους έμεινε η Καίτη.

Έστειλα τους άλλους δύο να τελειώσουν κάποιες λεπτές τεχνικές εργασίες και γύρισα στα φορτηγά. Βρήκα την Καίτη με τους μάγκες να γελάνε και να λένε αστεία. Ο Χρήστος μάλιστα την έγδυνε με τα μάτια. Νευρίασα μόλις το αντιλήφθηκα. Γύρισα για μια στιγμή προς τους άλλους δύο κι ύστερα γύρισα αμέσως ξανά κοντά τους.

- Παλληκάρια, θα μείνουμε μέχρι αργά σήμερα. Με το κουβάλημα πρέπει να τελειώσουμε σήμερα. Αύριο αρχίζουμε την τοποθέτηση.

Με τραβάει παράμερα η Καίτη.

- Μα, ρε Δημήτρη, τι κάνεις; Τους ξεπάτωσες!

- Δεν έχουν ανάγκη, πίστεψέ με! Κι εξάλλου, μωρό μου, εγώ έδωσα χρονοδιαγράμματα. Και τις υποσχέσεις μου δεν τις αθετώ.

Άπλωσε το χέρι και με χάιδεψε στα μαλλιά. Ύστερα μου έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο. Σε λίγο ήρθε και ο Θανάσης. Μόλις του είπα ότι θα είμαι μέσα στο χρονοδιάγραμμα, δεν το πίστευε.

- Αποκλείεται, βρε Δημήτρη!

- Πάμε στοίχημα;

- Όπα, γαμπρέ! Πάμε, τι θέλεις;

- Τραπέζι. Παίρνουμε τις γυναίκες μας και πάμε να φάμε. Κι όποιος χάσει κερνάει, είσαι;

- Μέσα, είπε ο Θανάσης έχοντας ένα χαμόγελο ικανοποίησης στο πρόσωπό του.

Ο Θανάσης έβλεπε ότι δεν τους άφηνα να πάρουν ανάσα. Χαμογέλασε σε μια στιγμή.

- Έλα, ρε Μήτσο, κούλαρε!

- Μη φοβάσαι, Θανάση μου, αντέχουν! Ξέρω τι σου λέω. Κι αν τους θέλεις και παραπέρα στη δουλειά, τώρα πρέπει να στρώσουν, αλλιώς…

Εκείνος γέλασε και πήγε με την Καίτη στο γραφείο. Σε λίγο η Καίτη έφυγε με τον Θανάση. Τότε είχα ακόμα πιο πολύ το πεδίο ελεύθερο. Τους ξεπάτωσα κανονικά, εκτός από τα παιδιά που έκαναν τις τεχνικές δουλειές. Εκείνους τους έδιωξα νωρίτερα. Αυτούς όμως ήθελα να τους φτάσω στο αμήν. Η ώρα πήγε εννιά το βράδυ. Τους έβλεπα που σέρνονταν από την κούραση και το ευχαριστιόμουν.

- Μάγκες, είπα, τέλος για σήμερα. Αύριο στις εφτά το πρωί εδώ πάλι. Και να ξέρετε ότι τις ώρες που δουλέψατε παραπάνω θα τις πληρωθείτε.

Όλη τη διάρκεια που δούλευαν δε μιλούσα καθόλου μαζί τους, παρά μόνο όταν έπρεπε να δώσω εντολές. Ο Μάνος ήταν μέσα στα νεύρα. Το άλλοτε πλουσιόπαιδο που το έπαιζε μπροστά μου και στον πατέρα μου άρχοντας, λύγισε. Ήμουν σίγουρος ότι με μισούσε περισσότερο από κάθε άλλη φορά.

Σε λίγο κλείδωσα τις εγκαταστάσεις και έφυγα κι εγώ. Πήγα στο σπίτι. Η Καίτη με περίμενε. Είχε κάνει μπάνιο, αρωματίστηκε και είχε αράξει στο σαλόνι.

- Καλησπέρα, κορίτσι μου!

- Καλησπέρα, Δημήτρη μου! Κάνε μπάνιο. Έχω παραγγείλει απ' έξω.

Βγήκα από το μπάνιο και καθίσαμε μέσα στις αγκαλιές και τα φιλιά. Σε λίγο ήρθε το φαγητό και φάγαμε. Ύστερα καθίσαμε στο σαλόνι αγκαλιασμένοι χαζεύοντας την τηλεόραση.

- Τελικά ο Θανάσης είναι ενθουσιασμένος με τις ικανότητές σου. Να σου πω, στην αρχή νόμιζε ότι λες αερολογίες. Κατά πρώτον δεν περίμενε να έχεις τα πλάνα και τα χρονοδιαγράμματα τόσο γρήγορα έτοιμα με τέτοια ακρίβεια και λεπτομέρεια, και κατά δεύτερο, αυτό που του είπες με το στοίχημα τον έβγαλες νοκ άουτ. Μπράβο καλέ μου!

- Αν σήμερα πήρε φωτιά ο κώλος τους όλων εκεί μέσα, φαντάσου πόσο θα με μισήσουν στην εγκατάσταση που θα αρχίσει από αύριο. Δε θα ανεχτώ ούτε ένα λάθος. Στο τέλος θα ακούνε Δημήτρη και θα τρέχουν να κρυφτούν σαν τα ποντίκια. Αλλά να ξέρεις, δε γίνεται να γίνει αλλιώς.

- Κατάλαβα. Εγώ θα πρέπει να κάτσω στο γραφείο έχω πολύ δουλειά αύριο. Ο Θανάσης θα είναι σχεδόν παντού.

- Τέλος πάντων, μωράκι μου, ξέρεις τι θέλω τώρα;

- Τι;… είπε με ένα νάζι

- Σεξ, για να με χαλαρώσεις.

Σηκώθηκε και με καβάλησε αγκαλιάζοντάς με. Πήρε το πρόσωπό μου στα χέρια της και άρχισε να με φιλάει. Κατέβηκε και με έγδυσε από το σορτς που φορούσα. Έσκυψε πάνω στον πούτσο μου και άρχισε να μου παίρνει μια καταπληκτική πίπα. Τον έπαιρνε αργά, αισθησιακά ολόκληρο μέσα της. Ύστερα με καβάλησε. Άρχισε να κουνιέται. Ήταν τέλειο. Το έκανε με τον τρόπο που μόνο εκείνη ήξερε να το κάνει. Σε λίγο έφτασα στο τελείωμα. Το ίδιο κι εκείνη. Έχυσα μέσα της με δύναμη. Ένιωθα τα υγρά της να με πλημμυρίζουν. Μείναμε αγκαλιασμένοι.

Μετά από λίγα λεπτά πήγαμε στο μπάνιο. Ύστερα πήγαμε στο κρεβάτι και ξαπλώσαμε. Την πήρα τρυφερά αγκαλιά και αποκοιμήθηκε σαν μικρό παιδί.

Την άλλη μέρα πήγαμε μαζί στη δουλειά νωρίς. Στις εφτά ήμαστε εκεί. Σε λίγο ήρθε και ο Θανάσης. Ήταν και η Μαργαρίτα μαζί του.

- Μαργαρίτα μου, ξέρεις με το Δημήτρη χθες βάλαμε ένα στοίχημα. Αν καταφέρει να είναι μέσα στα αυστηρά διαγράμματα που έθεσε, τότε του χρωστάω τραπέζι, αν όχι μας χρωστάει, είπε ο Θανάσης με ένα χαμόγελο.

- Για να δούμε, είπε η Μαργαρίτα, ποιος από τους δυο σας θα κεράσει;

Εγώ άρχισα τη δουλειά αμέσως. Μέχρι το βράδυ δεν πήραμε ανάσα. Η Καίτη πήρε τη Μαργαρίτα στο γραφείο και τα λέγανε. Στο τέλος της μέρας η περισσότερη δουλειά είχε γίνει. Πέρασαν άλλες τρεις μέρες και η μονάδα παραγωγής ήταν στημένη. Οι τεχνικοί των εταιριών ήρθαν, έκαναν ρυθμίσεις και μας ενημέρωσαν. Μια ημέρα πριν το χρονοδιάγραμμα όλα ήταν στη θέση τους. Ήρθε ο Θανάσης και τα έβλεπε και καμάρωνε.

- Λοιπόν, το στοίχημα;… του είπα χαμογελώντας.

- Αύριο ετοιμαστείτε. Θα πάμε να φάμε.

- Οk.

Την επόμενη μέρα ήρθαν από το σπίτι με τη Μαργαρίτα και φύγαμε. Βγήκαμε λίγο έξω από την πόλη σε ένα καλό εστιατόριο. Όλη την ώρα λέγαμε αστεία. Φυσικά εγώ δεν άνοιγα καμιά ιδιαίτερη συζήτηση με τη Μαργαρίτα. Σε κάποια στιγμή η Καίτη βλέπει το Μάνο στο δρόμο. Ήταν με μια κοπέλα στο αμάξι.

Ο Θανάσης τον πήρε τηλέφωνο αμέσως. Εκείνος δε μπορούσε να αρνηθεί να έρθει. Ο Θανάσης, όσο κι ευγενικός να ήταν τις περισσότερες φορές, ήξερε να πιέζει τους άλλους. Ήρθαν και τα παιδιά. Ο Μάνος με την Αθηνά ήταν συνεσταλμένοι. Η Καίτη τους άνοιγε συνεχώς συζητήσεις. Προφανώς της άρεσε η παρέα του και του το έδειχνε. Αργά το βράδυ φύγαμε.

Το καλοκαίρι περνούσε και εγώ ήμουν συνεχώς στον πυρετό να προετοιμαστούμε για την πρώτη παραγωγή από συνεργάτες παραγωγούς. Τα σαββατοκύριακα ξεκλέβαμε χρόνο με την Καίτη και πηγαίναμε σε παραλίες και κάποιες φορές σε διάφορα νησιά οι δυο μας.

Ένα σαββατοκύριακο είχαμε πάει σε μια παραλία της Λάρισας για σαββατοκύριακο. Κάναμε μπάνιο. Βγήκαμε σε κάποια στιγμή και αράξαμε στις ξαπλώστρες. Δύο νεαροί άντρες ήταν πιο πέρα. Αντιλήφθηκα ότι ο ένας καρφωνόταν συνεχώς πάνω στην Καίτη. Τα πήρα στο κρανίο. Σε κάποια στιγμή της στέλνει ένα φιλί από μακριά. Εκεί δεν άντεξα. Σηκώθηκα και κάθισα στην ξαπλώστρα, τον κοίταξα με ένα αγριεμένο ύφος.

- Να σου πω, φιλαράκο, συμβαίνει τίποτα; Τι έγινε;

- Τι είναι, βρε Δημήτρη, είπε η Καίτη;

- Ξέρω κι εγώ; Ο Μάγκας περνιέται για γόης. Μπορεί το παλικάρι να γουστάρει να του δώσω κάποια επιβεβαίωση. Τι λες μάγκα, είσαι;… και σηκώθηκα όρθιος.

Ο φίλος του που ήταν πιο λογικός μου ζήτησε αμέσως συγγνώμη. Τον πήρε και φύγανε αμέσως. Εγώ ήμουν μέσα στα νεύρα.

- Ετοιμάσου κι εσυ… είπα επιτακτικά στην Καίτη. Φεύγουμε!

- Μα, βρε Δημήτρη…

- Φεύγουμε, τώρα για το σπίτι.

Σηκώθηκα χωρίς άλλη κουβέντα και πήγα στο αμάξι. Σε λίγο ήρθε και η Καίτη. Δε μιλούσα. Ήμουν τσατισμένος. Το θεωρούσα προσβολή για μένα. Πήγαμε στο ξενοδοχείο. Πλήρωσα αμέσως το λογαριασμό. Ανεβήκαμε στο δωμάτιο, έκανα ένα ντους και ντύθηκα αμέσως. Η Καίτη πήγε να με καλοπιάσει. Είχα τσατιστεί πάρα πολύ. Πρώτη φορά με έβλεπε η Καίτη έτσι.

- Πήρες τα πράγματά σου;

- Ναι, τα πήρα… είπε με ένα ύφος, προφανώς προσπαθώντας να ανακτήσει κάποιον έλεγχο της κατάστασης.

- Ωραία, φεύγουμε πίσω.

Πήραμε το δρόμο του γυρισμού. Για αρκετή ώρα ήμουν θυμωμένος και δεν μιλούσα.

- Άκου να σου πω, της είπα σε μια στιγμή. Όταν γνωριστήκαμε στη Θεσσαλονίκη, έκανες μια άστατη ζωή. Στάθηκα σοβαρός απέναντί σου. Ξέρεις ότι σου φέρθηκα με σεβασμό, ακόμα κι όταν στην αρχή πηδιόσουν και με άλλους. Σου φέρθηκα όπως φέρονται σε κυρίες, σε αντίθεση με τους άλλους που σου συμπεριφέρονταν σαν να είσαι μια κοινή πουτάνα.

Εδώ πήγε κάτι να πει, αλλά τη διέκοψα.

- Σκάσε, Καίτη… είπα υψώνοντας τη φωνή μου. Πρέπει να ξέρεις ότι μου αρέσει να λέω τα πράγματα με το όνομά τους χωρίς να μασάω τα λόγια μου. Αυτά που σου είπα, τα εννοώ· όσο κι αν σε θίγουν Καιτούλα. Στη Θεσσαλονίκη κάποτε που βγήκαμε βόλτα, αν θυμάσαι, σε χαιρετούσαν διάφοροι, σαν τη φίρμα του σινεμά. Νομίζεις ότι δεν κατάλαβα ποιοι ήταν; Κοιτάζεις που δεν είπα τίποτα τότε. Δεν ήθελα να σε θίξω, να σε προσβάλω, γι’ αυτό δεν μίλησα και προφασίστηκα αδιαθεσία. Όμως… από τώρα και στο εξής κοίτα να είσαι πολύ σοβαρή, αν θες να είσαι μαζί μου, γιατί να ξέρεις ότι δεν ανέχομαι τις προσβολές. Κατάλαβες; Αν με προσβάλεις με οποιοδήποτε πούστη τρόπο, να ξέρεις ότι θα έχω άσχημες αντιδράσεις, τέτοιες που θα φρικάρεις και εσύ και όλοι όσοι βρίσκονται γύρω μου. Κατάλαβες, Καιτούλα; Πρόσεξε καλά την συμπεριφορά σου, γιατί δε με ξέρεις από την καλή πλευρά. Σε είδα πώς έπαιξες με τα μάτια μαζί τους. Αν τα πάρω, δε είμαι από τους τύπους που κωλώνουν να τα τινάξω όλα στον αέρα. Εγώ είμαι μαθημένος στα δύσκολα. Στη ζωή μου και δεν μου χαρίστηκε τίποτα ποτέ και έφαγα την αδικία και την πίκρα πολλές φορές με το κουτάλι. Την έχω συνηθίσει τη γεύση. Κατάλαβες γαμώ το θεό σου;…

είπα αγριεμένος. Εκείνη τα έχασε. Δε με περίμενε να αντιδράσω έτσι. Έσκυψε το κεφάλι. Κατάλαβε ότι δεν αστειευόμουν καθόλου. Μου ζήτησε συγνώμη.

Φτάσαμε στο σπίτι μας. Μόλις μπήκα έκανα ένα ντους και πήγα στο σαλόνι. Σε λίγο βγήκε και η Καίτη από το μπάνιο. Φορούσε ένα μπουρνούζι. Κάθισε δίπλα μου. Με κοιτούσε με ένα χαμηλωμένο και πονηρό βλέμμα.

- Για σήκω να σε δω;… είπα.

Έβγαλε το μπουρνούζι και ο πέταξε στο πάτωμα. Σηκώθηκε και έκανε μια στροφή.

Της έκανα νόημα να γονατίσει κάτω. Γονάτισε ναζιάρικα και ήρθε μπουσουλώντας σε μένα. Μου έλυσε το κορδόνι από ένα σορτς που φορούσα. Πάτησα στα δυο πόδια κι εκείνη μου το κατέβασε, μαζί με το μποξεράκι. Ο πούτσος μου σχεδόν ήταν έτοιμος. Άρχισε να μου παίρνει μια βαθιά και αισθησιακή πίπα. Της έπιασα τρυφερά το κεφάλι και της χάιδευα τα αυτιά και τα μαλλιά. Η πίπα της κράτησε κάπου 2 με 3 λεπτά. Ύστερα την σήκωσα και την έβαλα να καθίσει πάνω μου με πρόσωπο προς εμένα. Τον πήρε μέσα στο μουνί της ολόκληρο. Άρχισε να χοροπηδάει. Εγώ ήμουν χαλαρός. Ήθελα να κρατήσει πολύ. Ξεκίνησε τον μπρος πίσω έχοντας καρφωμένο τον πούτσο βαθιά μέσα της. Τα υγρά της τα ένιωθα να τρέχουν ποτάμι πάνω μου. Σε αυτή τη στάση εγώ έπαιζα πότε-πότε με τα βυζιά της.

Σε λίγο τη σήκωσα. Την έβαλα να ξαπλώσει στον καναπέ, έχοντας κρεμασμένα τα πόδια κάτω. Γονάτισα μπροστά της. την έπιασα από τη μέση και της κάρφωσα τον πούτσο μου μέσα της. Σε αυτή τη στάση είχα θέα το μουνί της, καθώς το γαμούσα. Έβλεπα τον πούτσο μου να ανοίγει τα ξυρισμένα μουνόχειλά της και το απολάμβανα.

Μετά από λίγο την ξάπλωσα ανάσκελα ολόκληρη στον καναπέ. Της σήκωσα τα πόδια ψηλά και άρχισα να τη γαμάω δυνατά. Τρελαθήκαμε κι οι δύο από την καύλα. Σε μια στιγμή τον έβγαλα από το μουνί και τον κεντράρισα στη σούφρα της. Πίεσα και χώθηκε το πουτσοκέφαλο μέσα. Άρχισα να τη γαμάω πιο δυνατά. Παραπονέθηκε ότι πονάει, μια και δεν βάλαμε λιπαντικό. Σε λίγο έχυσα δυνατά μέσα της. Η κωλοτρυπίδα της γέμισε με τα χύσια μου. Αυτό βοήθησε στο να γλιστράει η ψωλή μου μέσα της και να μην πονάει.

Βγήκα και κάθισα δίπλα της. Με φίλησε στο μάγουλο και σηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα. Έκανε ένα τέταρτο να βγει. Εγώ κάθισα χαλαρός και την περίμενα.

Σε λίγο βγήκε. Μπήκα εγώ και έκανα ένα γρήγορο ντους. Βγήκα γυμνός τελείως. Πήγα στην κρεβατοκάμαρα.

Μετά από μια ώρα βλέπω την Καίτη να μπαίνει μέσα. Βγάζει το μπουρνούζι και έρχεται δίπλα μου. Άρχισε να τρίβεται. Την έβαλα να ξαπλώσει ανάσκελα. Άρχισα ένα γλειφομούνι. Της το έγλειφα με τρόπο που ήξερα ότι της άρεσε. Της άρεσε να περιπαίζω με τα μουνόχειλά της πριν ακουμπήσω την κλειτορίδα της. Σήκωσα λίγο τη μέση της και έβαλα δύο μαξιλάρια από κάτω. Αυτό διευκόλυνε και μένα. Άρχισα να οργώνω την σχισμή με την άκρη της γλώσσας μου. Ύστερα περίλαβα την κλειτορίδα της. Τη ρουφούσα τρυφερά και την έπαιζα με την άκρη της γλώσσας μου. Είχε σαλτάρει από την καύλα. Πήγε να μου πιάσει το κεφάλι με τα χέρια. Το έκανε συχνά αυτό. Δεν την άφησα. Συνέχισα με τον τρόπο που ήξερα. Έβαλα δύο δάχτυλα μέσα της και άρχισα να τη γαμάω, ενώ την έγλειφα. Σε λίγο έφτασε σε ένα πολύ δυνατό οργασμό.

Μόλις σχεδόν τελείωσε της κάρφωσα με δύναμη τον πούτσο μου στο μελωμένο από την καύλα μουνί της. Άρχισα να τη γαμάω. Με έπιασε από τα μπράτσα και με κρατούσε δυνατά, σχεδόν χώνοντας τα νύχια της μέσα μου. Έχυσε ξανά. Τη γύρισα στα τέσσερα και άρχισα πάλι να τη γαμάω. Σε λίγο ανασηκώθηκα και όπως είχε τουρλωμένο τον κώλο της, τον έβαλα σιγά-σιγά μέσα στην κωλάρα της. Άρχισα να τη γαμάω δυνατά αυτή τη φορά. Στηριζόμουν πάνω στα κωλομέρια της και στη μέση της. Δε χρειαζόταν προσπάθεια να χωθεί ο πούτσος μου βαθιά μέσα της. Άφηνα το βάρος μου κι ο πούτσος μου χωνόταν μέχρι το τέρμα. Σε αυτή τη στάση συνέχισα αρκετά. Ήταν η δεύτερή μας φορά κι μου ήταν δύσκολο να χύσω γρήγορα. Όταν ένιωσα ότι πλησίαζα να χύσω σηκώθηκα όρθιος στο πάτωμα. Την έβαλα να γονατίσει και άρχισε να μου γλείφει το πουτσοκέφαλο. Την έπιασα από το κεφάλι και την πίεσα να τον παίρνει όσο βαθιά μπορούσε. Τα μάτια της δάκρυσαν. Σε λίγο έχυσα μέσα στο στόμα της. Έβγαλε τον πούτσο μου και πήγε να τα φτύσει. Της έκλεισα βίαια το στόμα.

- Θα τα καταπιείς, μωρό μου! Αλίμονο, αν σου φύγει σταγόνα.

Ζορίστηκε σε μια στιγμή, αλλά τα κατάφερε. Είχε κοκκινίσει. Ξάπλωσα ανάσκελα. Έκανε να σηκωθεί για τον μπάνιο. Την έπιασα και την τράβηξα πίσω. Έπεσε πάνω μου.

- Άσε με να πάω να πλυθώ!

Την έπιασα και άρχισα τα γλωσσόφιλα. Σε λίγο ηρέμησε κι εκείνη.

- Είσαι τρελός, βρε, και δε σου φαίνεται!

- Είδες που με ανακαλύπτεις σιγά-σιγά; Να τη φοβάσαι αυτή την τρέλα μου!

Καθίσαμε για λίγα λεπτά χωρίς να μιλάμε. Απολαμβάναμε την αγκαλιά ο ένας του άλλου. Ανασηκώθηκε λίγο. Της κρατούσα το χέρι.

- Άσε με να πάω στο μπάνιο!

- Φίλα με πρώτα!

Με φίλησε και σηκώθηκε. Δεν άντεχε άλλο προφανώς. Στο μπάνιο άργησε αρκετά. Αργά το βράδυ τη γάμησα άλλη μια φορά στον κώλο αποκλειστικά και μόνο. Όσο και να τον ζητούσε στο μουνί, δεν της έκανα τη χάρη. Την άλλη μέρα ξημέρωσε Κυριακή. Ήπιαμε τον καφέ μας.

- Ετοιμάσου! Θα πάμε οι δυο μας από το οινοποιείο.

- Κυριακάτικα;

- Ναι, θέλω να δω κάτι και θα φύγουμε αμέσως. Ύστερα θα πάμε στους δικούς μου μια βόλτα. Έχω μέρες να τους δω.

Βγήκαμε στο αμάξι της Καίτης. Εγώ πήρα τη μάνα μου. Χάρηκε που με άκουσε. Φτάσαμε στο οινοποιείο. Πήγαμε στο δωμάτιο του εργαστηρίου. Με το που μπήκαμε μέσα έκλεισα την πόρτα. Τη στρίμωξα πάνω στον πάγκο και τη φιλούσα με πάθος. Την έβαλα να κάθισει λίγο στον πάγκο. Της σήκωσα τη φούστα και έχωσα το καυλί μου μέσα με τη μία και τη γάμησα αρκετά. Σε λίγο βγήκα και την έβαλα να γονατίσει στο πάτωμα. Της τον έχωσα μέσα στο στόμα.

- Βαθιά, πουτανίτσα μου, βαθιά όπως χθες. Και μην σου φύγει σταγόνα.

Υπάκουσε. Έχυσα μέσα της και τα κατάπιε όλα. Αυτή τη φορά δεν κατάλαβα να έχει ζοριστεί. Ίσως και να μπόρεσε να το κρύψει. Σηκώθηκε πάνω. Τη φίλησα με ένα παθιασμένο γλωσσόφιλο. Πήγε στο μπάνιο και πλύθηκε. Φύγαμε για τη μάνα μου.

- Καλά γι’ αυτό με έφερες εδώ;… με ρώτησε στο δρόμο.

- Για ποιο; ρώτησα κάνοντας τον βλάκα.

- Για να με γαμήσεις;

- Για να σου κάνω έρωτα, κορίτσι μου. Από ένα σημείο και μετά, εδώ και πολύ καιρό εγώ το βλέπω έρωτα· εκτός βέβαια, αν εσύ συνεχίζεις, απλά, να το βλέπεις γαμήσι και τίποτα άλλο.

Η απάντησή μου αυτή την σόκαρε. Δε μίλησε παραπέρα, έχασε τα λόγια της. Με φίλησε στο μάγουλο.

- Σ’ αγαπάω… είπε.

Δε μίλησα. Φτάσαμε στη μάνα μου. Οι δικοί μου μας υποδέχθηκαν εγκάρδια. Περάσαμε χαλαρά. Εγώ τουλάχιστον χαλάρωνα πάντα όταν ήμουν στο σπίτι μου.

Την επόμενη στην εταιρεία καθόμουν στο γραφείο. Είχα λίγη δουλειά. Ο Θανάσης ήταν πριν από μένα με τη Μαργαρίτα εκεί. Σε μια στιγμή τον βλέπω να φεύγει μόνος του. Με παίρνει στο κινητό.

- Δημήτρη, πετάγομαι μέχρι την τράπεζα. Είναι και η Καίτη εκεί. Θα έρθουμε μετά από εδώ.

- Εντάξει, Θανάση. Τα λέμε αργότερα.

Καθίσαμε με τη Μαργαρίτα στο γραφείο. Στην αρχή δε μιλούσαμε.

- Θα πιεις καφέ, να σου κάνω;

- Πολύ ευχαρίστως, Δημήτρη, σ’ ευχαριστώ!

Έφτιαξα δύο καφέδες και κάθισα απέναντί της. Φορούσε ένα μπλε φόρεμα και της πήγαινε τέλεια με τα ξανθά της μαλλιά. Ήταν πραγματικά ένας άγγελος σε ομορφιά.

- Ωραίο φόρεμα! Σου πάει.

- Σε ευχαριστώ! Δημήτρη μου… της ξέφυγε.

Όλη την ώρα κάναμε προσπάθεια και οι δυο να μην ανοίξουμε κάποια κουβέντα. Όμως δεν άντεξα.

- Είδες όμως η πουτάνα η μοίρα τι παιχνίδια μας παίζει, ε;

- Τι εννοείς;

- Ποιος θα το έλεγε, ότι από ζευγάρι που ήμαστε, να καταλήξουμε μπατζανάκια;

Χαμογέλασε με μια πίκρα.

- Δημήτρη, ας τα αφήσουμε τώρα. Ό,τι έγινε-έγινε. Τα πράγματα πήραν άλλη τροπή τώρα.

- Τους δώσαμε άλλη τροπή, Μαργαρίτα. Δεν την πήραν μόνα τους. Και μάλιστα, εσύ τους έδωσες άλλη τροπή.

- Μα, γιατί τα σκαλίζεις τώρα; Τι θα βγει; Εσύ είσαι με την Καίτη.

- Σωστά. Περασμένα ξεχασμένα! Εσύ είσαι καλά με το Θανάση, δείχνεις ευτυχισμένη, και θα είναι και οι δικοί σου. Τώρα έχουν γαμπρό στα γούστα τους, είπα με μια πίκρα.

Με το που τελείωσα τη φράση, είδα το Θανάση να παρκάρει το αμάξι. Μαζί του και η Καίτη. Το μεσημέρι εκείνης της μέρας πήγαμε οι τέσσερις μας για φαγητό.

Μια μέρα ήμουν μόνος στην εταιρεία. Ήταν μεσημέρι. Τέλειωσα τη δουλειά και έφευγα. Δεν είχα πάρει είδηση το Θανάση με τη Μαργαρίτα. Είδα ξαφνικά το αυτοκίνητό του έξω. Νόμισα ότι είναι μόνος του. Ανέβηκα στο γραφείο του. Η πόρτα ήταν ορθάνοιχτη. Τους άκουγα που τσακώνονταν. Εκείνος επέμενε να επισπεύσουν το γάμο, εκείνη έλεγε να περιμένουν. Ο καυγάς δυνάμωνε. Σε λίγο τον βλέπω από μακριά να την πιάνει από το μαλλί και να την χτυπάει. Εκείνη έβαλε τα κλάματα. Δεν περίμενα να είναι τόσο βίαιος. Εκείνος στάθηκε και κοίταζε προς τα έξω στο παράθυρο, προφανώς προσπαθούσε να ηρεμήσει. Η Μαργαρίτα με είδε που αναψοκοκκίνισα από τα νεύρα και ήμουν έτοιμος να επέμβω να τον σπάσω στο ξύλο. Μου έκανε νόημα να μην πλησιάσω.

Γύρισα και έφυγα αναψοκοκκινισμένος. Μπήκα στο αμάξι και έφυγα για το σπίτι. Ήμουν πολύ τσατισμένος. Όταν έφτασα, με περίμενε άλλη έκπληξη. Βρήκα το Μάνο με την Καίτη να κάθονται στο σαλόνι. Ο Μάνος καθόταν σε μια πολυθρόνα απέναντί της. Στο τραπέζι του σαλονιού ήταν δύο φλιτζάνια με καφέ. Τα φλιτζάνια όμως δίπλα-δίπλα από την μεριά της Καίτης, λες και κάθονταν ο ένας δίπλα στον άλλον. Προφανώς εκείνος σηκώθηκε και άλλαξε θέση μόλις κατάλαβαν ότι έμπαινα στο σπίτι.

Το στομάχι μου δέθηκε κόμπος. Συγκράτησα την ψυχραιμία μου. Δεν είπα τίποτα. Τους χαιρέτησα χαμογελαστός και πήγα στο μπάνιο κατευθείαν. Κάθισα πέντε λεπτά να συνέλθω. Τόσο το σκηνικό με τη Μαργαρίτα όσο κι αυτό με το Μάνο και την Καίτη ήταν αρκετό για να είμαι πολύ εκνευρισμένος.

Βγήκα άνετος και κάθισα μαζί τους. Τα φλιτζάνια είχαν αλλάξει θέση. Ο Μάνος είχε ένα ένοχο βλέμμα. Σε λίγο έφυγε. Εγώ πήρα ένα παυσίπονο και πήγα να ξαπλώσω. Πονούσε το κεφάλι μου. Η Καίτη ήρθε και ξάπλωσε λίγο μαζί μου. Ύστερα από ένα τέταρτο σηκώθηκε.

- Μην ενοχλείσαι, μωρό μου, θα βγω μια βόλτα σε κάτι δουλειές. Θα αργήσω λίγο. Εσύ ηρέμησε, κοιμήσου, αγάπη μου. Θα τα πούμε το βράδυ.

Με φίλησε και έφυγε. Την Καίτη ποτέ δεν τη ρωτούσα πού πήγαινε. Από την αρχή της σχέσης μας. Πέρασε μισή ώρα. Δε με χωρούσε ο τόπος.

«Κάτι σκαρώνει, σκέφτηκα. Το ξέρω αυτό το ύφος της. Σίγουρα με το Μάνο θα είναι. Δεν γίνεται να με γελάσει η διαίσθησή μου». Εκείνη την ώρα μου ήρθε στο νου η αποθήκη που είχε ο κ. Κώστας στο αμπέλι του, δεν ξέρω γιατί. « Η αποθήκη θα ήταν μια ιδανική κρυψώνα», σκέφτηκα. Δεν έχασα καιρό, πήρα το αμάξι και πήγα προς τα εκεί. Σταμάτησα μακριά πίσω από κάτι δέντρα για να μην με πάρουν είδηση. Είδα το αμάξι του Μάνου που ήταν εκεί. Ήμουν πια σίγουρος.

«Πριν μισή, μία ώρα ήταν στο σπίτι μου και μετά βρέθηκε εκεί, να κάνει τί;» αναρωτήθηκα. Προχώρησα με τα πόδια. Στάθηκα στην πόρτα. Ακούγονταν τα βογκητά της μέσα. Έξω υπήρχαν κάτι παλιά εργαλεία για τα βάτα. Πήρα ένα που έμοιαζε σαν γυριστός μπαλτάς. Είχα πολλά νεύρα. Έδωσα μια δυνατή κλωτσιά την πόρτα και μπούκαρα. Ο Μάνος κι ο Χρήστος πηδούσαν την Καίτη μαζί. Ήταν όλοι θεόγυμνοι. Τα έχασαν.

Στεκόμουν στην πόρτα και τους κοιτούσα σκεπτικός. Κοίταζα το κοπτικό εργαλείο που κρατούσα. Εκείνοι ντύθηκαν όπως-όπως και με κοιτούσαν παγωμένοι από το φόβο τους. Δεν άρθρωσαν λέξη. Για ένα ολόκληρο λεπτό κοίταζα μια τη λεπίδα που κρατούσα στο χέρι μου, μια αυτούς. Ο Μάνος και ο Χρήστος ήξεραν ότι δεν είμαι από τους ανθρώπους που αστειεύονται. Από το ύφος τους κατάλαβα ότι περίμεναν άγρια επίθεση και πραγματικά τα είχαν κάνει πάνω τους. Σκέφτηκα όμως πώς δεν άξιζε τον κόπο. Αν γινόταν κάποιο επεισόδιο εκείνη τη στιγμή, θα είχε πολύ τραγική κατάληξη. Τους κοίταζα έναν-έναν στο πρόσωπο με σφιγμένα τα δόντια από τα νεύρα μου και δεν έλεγα τίποτα. Πέταξα το δρεπάνι. Έφυγα σκυφτός με ένα αργό σταθερό βήμα με τα πόδια. Ένιωθα τέτοια απογοήτευση, θλίψη, πίκρα… που πλέον δε μπορούσα να κρύψω. Ο Χρήστος έφυγε με το Μάνο με το αμάξι σαν να τους κυνηγούσαν. Πίσω μου ερχόταν η Καίτη με βιαστικό βήμα να με προλάβει.

- Δημήτρη, στάσου, να σου εξηγήσω!

Δε μιλούσα. Προχωρούσα προς το αυτοκίνητο.

- Άκουσέ με σε παρακαλώ, συγγνώμη, Δημήτρη μου, συγγνώμη!

Μπήκα στο αμάξι. Κοντοστάθηκε λίγο. Περίμενα να μπει. Μπήκε. Εγώ συνέχιζα να είμαι σιωπηλός. Ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσα να κάνω για να διατηρήσω την ψυχραιμία μου. Αν άφηνα τον εαυτό μου στην οργή που ένιωθα, τότε σίγουρα η Καίτη δεν θα έφτανε καλά στο σπίτι. Ένιωθα ένα μεγάλο μίσος για όλους!

Φτάσαμε στο σπίτι. Μπήκαμε μέσα. Κάθισα στο σαλόνι λίγο. Η Καίτη κάθισε απέναντί μου σαν βρεγμένη γάτα. Την κοίταξα με μια απογοήτευση στα μάτια μου. Σηκώθηκα. Πήρα τη βαλίτσα μου και μάζεψα γρήγορα τα πράγματά μου. Εκείνη καθόταν με σκυμμένο κεφάλι. Κάθισα πάλι απέναντι στο άλλον καναπέ του σαλονιού.

- Σου εξηγήθηκα, ότι δεν σηκώνω προσβολές. Μάλλον με πήρες πολύ αψήφιστα, κοπελιά. Πίστεψα ότι μπόρεσα να σε κάνω να αλλάξεις, να σοβαρευτείς, να είσαι μια κυρία· είχες όλα τα προσόντα, αλλά έπεσα έξω. Δεν έχεις φιλότιμο! Είσαι γεννημένη πουτάνα. Δεν ήταν τα γεγονότα με τον άντρα σου η αιτία, όπως έλεγες. Αυτά ήταν απλώς η αφορμή για να βγάλεις τον καλό σου χαρακτήρα προς τα έξω. Τελειώσαμε! Γεια σου Καίτη!

Εκείνη δεν μίλησε. Έφυγα για το πατρικό μου. Βγαίνοντας πέταξα το κλειδί στο πάτωμα του σαλονιού. Μόλις η μάνα μου, με είδε κατάλαβε αμέσως ότι κάτι σοβαρό μου συμβαίνει. Δε μίλησε όμως. Με ήξερε και δεν ήθελε να κάνει τα πράγματα χειρότερα.

Κάθισα λίγο. Ήμουν όμως μέσα στα νεύρα. Σκεφτόμουν ότι το κάθαρμα ο Μάνος με πρόσβαλε για άλλη μια φορά στη ζωή μου· και δεν έπρεπε να περάσει έτσι αυτό. Το θέμα πια ήταν προσωπικό, ανάμεσα στους δυο μας.

Πήγα με τα πόδια και περίμενα έξω από το σπίτι του Μάνου, λίγο πιο κάτω. Περίμενα. Μόλις βγήκε, τον άρπαξα από το λαιμό και τον πέταξα κάτω. Άρχισα να τον χτυπάω αλύπητα στο πρόσωπο. Εκείνος τα είχε χάσει. Δεν με περίμενε με τέτοιο μένος, δεν πρόλαβε καν να αντιδράσει. Τον έκανα αγνώριστο. Τον άφησα κάτω μέσα στα αίματα.

- Τι σου έχω κάνει, ρε γαμημένε, και μου έκανες τόσο κακό; Να ξέρεις την επόμενη φορά, ρε καργιόλη που θα συναντηθούμε, θα είναι για να σε σκοτώσω, κατάλαβες;…

είπα και του έχωσα μια δυνατή κλωτσιά στα πλευρά. Έμεινε σφαδάζοντας από τον πόνο. Σε λίγο βρήκε το κουράγιο και στάθηκε όρθιος. Έφυγε πίσω στο σπίτι του. Γύρισα και έφυγα με τα πόδια όπως ήμουν. Είχα ακόμα μεγάλη ένταση. Σταμάτησα σε μια στιγμή στη μέση του δρόμου. Έσφιξα τις γροθιές μου και ούρλιαξα δυνατά από τα νεύρα.

Την άλλη μέρα πήγα στη δουλειά κατά τις εννιά το πρωί. Έπρεπε να τελειώσω τις υποχρεώσεις που είχα αναλάβει το συντομότερο δυνατόν. Βρήκα τη Μαργαρίτα να με περιμένει εκεί. Την είδα και τη χαιρέτησα κάνοντας ένα νεύμα. Είχα μούτρα και δεν είχα διάθεση να μιλήσω σε κανέναν. Έπρεπε να στήσω λίγα τελευταία πράγματα στο εργαστήριο. Ήταν η τελευταίο που μου είχε απομείνει και μετά να την κάνω. Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Σε μια στιγμή μπήκε η Μαργαρίτα. Ήταν βουρκωμένη.

- Γεια σου, Δημήτρη!

- Γεια σου, Μαργαρίτα! Είπα χωρίς να σηκώσω τα μάτια μου να την κοιτάξω.

Κάπου ένιωθα ίσως κι έναν θυμό μαζί της. Όλη την ώρα που δούλευα ήμουν με έναν κόμπο στο λαιμό. Πλησίασε μέσα στο εργαστήριο.

- Γιατί το έκανες αυτό στον αδερφό μου; Πες μου, σε παρακαλώ! Εγώ, τι σου έχω κάνει; Γιατί να έρθεις με την Καίτη, βρε Δημήτρη; Τόσο πολύ με μισείς και θέλεις να βασανίζομαι; Ήθελες να με εκδικηθείς. Δεν εξηγείται αλλιώς. Υποφέρω με όσα γίνονται, δεν το καταλαβαίνεις; Γιατί, ρε Δημήτρη; Τόσο πολύ με μισείς πια; Είπε δακρυσμένη. Ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα.

- Τι είπες; είπα με μια φωνή που μόλις έβγαινε.

Γύρισα προς το μέρος της ακουμπώντας τη μέση μου και τα χέρια μου στον πάγκο. Χαμήλωσα το κεφάλι. Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό μου. Δεν άντεχα άλλο. Έτρεμα ολόκληρος.

- Ναι, Μαργαρίτα, σε μισώ… είπα μέσα στα δάκρυα που δεν μπορούσα πια να συγκρατήσω σφίγγοντας τις γροθιές μου από τα νεύρα. Σε μισώ για το κακό που μου έκανες, Μαργαρίτα. Σε μισώ, γιατί σ’ αγάπησα! Σε μισώ, γιατί ακόμα σ’ αγαπώ που να με πάρει ο διάολος! Σε μισώ, γιατί ποτέ δεν μπόρεσα να σε ξεπεράσω, κι ούτε πρόκειται! Σε μισώ, γιατί δεν μπορώ να αγαπήσω άλλη γυναίκα όπως αγάπησα εσένα! Σε μισώ, ανάθεμά σε, γιατί στο πρόσωπο κάθε γυναίκας βλέπω εσένα! Σε μισώ, γιατί κάθε βράδυ σε βλέπω τον ύπνο μου, γιατί δεν περνάει μια γαμημένη μέρα, χωρίς να σε σκεφτώ! Αυτή είναι η αλήθεια! Γι’ αυτό σε μισώ και δεν τον αντέχω άλλο αυτό το μίσος! Πονάει, πονάει πάρα πολύ! Με σκοτώνει! Μόλις τελειώσω αυτό που κάνω, εγώ θα εξαφανιστώ. Δε θέλω να βλέπω κανένα σας. Δε μπορώ να μην σ’ αγαπώ και δεν μπορώ να σε βλέπω με άλλον! Κατάλαβες Μαργαρίτα; Γι’ αυτό σε μισώ! Είπα μέσα σε λυγμούς και δάκρυα.

Έπεσα πάνω στον πάγκο και έκλαιγα με λυγμούς σαν μικρό παιδί. Εκείνη με κοιτούσε κλαίγοντας ακίνητη, δε μιλούσε! Είχε σοκαριστεί από το ξέσπασμά μου. Σηκώθηκα και την κοίταξα. Συμμάζεψα όσο κουράγιο μου είχε απομείνει πια.

- Έμαθες ποτέ την αλήθεια για εκείνο τον γαμημένο καυγά με τον αδερφό σου που μας κατέστρεψε; Ενδιαφέρθηκες ποτέ να μάθεις;… πες μου. Ξέρεις, ο Θωμάς τράβηξε μια φωτογραφία με το χάλι που είχα, τη στιγμή που με βρήκαν. Εγώ δεν τον άφησα να στη δείξει. Και ξέρεις γιατί; Γιατί περίμενα να με ακούσεις τότε, έστω και μια φορά. Ήμουν ο άνθρωπός σου και περίμενα άλλα από εσένα που αγαπούσα και που λάτρευα. Αλλά εσύ… πίστεψες το κάθαρμα τον αδερφό σου. Αν δεν τον χτυπούσα τότε στο χέρι και στο πόδι, θα ήμουν νεκρός τώρα. Δεν είχε σκοπό να σταματήσει. Ακόμα κι ο Χρήστος με λυπήθηκε σε μια στιγμή και τον παρακαλούσε να με αφήσει. Αλλά εκείνο που δεν κατάλαβα είναι, γιατί δε με άφησες τότε να σου εξηγήσω; Δεν το περίμενα ποτέ από σένα. Φεύγω Μαργαρίτα και δε θα με ξαναδείς πια. Θα σε απαλλάξω από την παρουσία μου και το μίσος μου! Σου εύχομαι να έχει καλή ζωή με το Θανάση. Μακάρι να σ’ αγαπήσει όσο σε μίσησα εγώ. Εμένα δεν θα με ξαναδείς ποτέ πια στη ζωή σου. Και για να μην νομίζεις ότι σου λέω για ακόμα μια φορά ψέματα και φτηνές δικαιολογίες, ορίστε και η φωτογραφία που σου είπα. Να δεις μια φορά την αλήθεια, για το γαμώ το!

Κι έβγαλα το κινητό και της έδειξα τη φωτογραφία. Την είδε και έμεινε αμίλητη μέσα στα δάκρυα.

- Ορίστε, η αλήθεια, έτσι με έκαναν και έπρεπε να αντιδράσω! Κατάλαβες;

- Δεν το ήθελα, δεν ήξερα! Συγγνώμη, Δημήτρη μου! Είπε μέσα στα κλάματα. Με πίεσαν ο Μάνος και η μάνα μου πολύ. Δε μπόρεσα, βρε Δημήτρη μου! Κατάλαβέ με! είπε και έπιασε το κεφάλι της με τα χέρια.

Σκούπισα για λίγο τα δάκρυά μου. Πήρα μια ανάσα.

- Χθες, έπιασα στα πράσα τον αδερφό σου και τον Χρήστο να πηδάνε την Καίτη στην αποθήκη σας! Στα χέρια μου κρατούσα ένα δρεπάνι. Θα μπορούσα να τους αποτελειώσω και τους τρεις και σήμερα να έχουμε κηδείες. Αλλά συνειδητοποίησα ότι δεν άξιζε τον κόπο. Του έδωσα, του αδερφού σου όμως ένα καλό μάθημα να με θυμάται. Όχι για το συμβάν με την Καίτη, αλλά για όσα έκανε να διαλύσει τη σχέση μας, Μαργαρίτα. Και δεν είναι η Καίτη ο λόγος που φεύγω. Ο λόγος είσαι εσύ Μαργαρίτα. Την Καίτη την ήξερα ότι ήταν μια πουτάνα, από την αρχή. Εσένα δε μπορώ να βλέπω. Δε μπορώ να σε βλέπω αγκαλιά με το Θανάση. Γιατί κάθε που σε βλέπω είναι σαν να πεθαίνω, ξανά και ξανά και είναι ένα μαρτύριο που δεν το αντέχω άλλο. Ευχήθηκα πολλές φορές ότι ήταν καλύτερα να είχα πεθάνει τότε. Γεια σου, Μαργαρίτα, γεια σου αγάπη μου! Καλή τύχη να έχεις! Σκούπισα τα δάκρυά μου. Τοποθέτησα τα δύο τελευταία πράγματα. Πήρα την τσάντα μου βιαστικά και έφυγα. Η Μαργαρίτα έμεινε συντετριμμένη και έκλαιγε. Φεύγοντας, είδα το αμάξι της Καίτης να πηγαίνει προς την εταιρία. Σταμάτησε, με κοίταξε με ένα ένοχο βλέμμα και μετά συνέχισε.

Πήγα στο σπίτι μου. Πήρα τη βαλίτσα και έφυγα. Οι δικοί μου έλειπαν. Πήρα το δρόμο για την Αθήνα. Στο δρόμο χτύπησε το κινητό μου. Ήταν ο Θανάσης.

- Τι έγινε, βρε Δημήτρη, πού είσαι;

Σταμάτησα σε ένα πάρκινγκ. Τον πήρα πίσω.

- Κοίτα, Θανάση, φεύγω. Έγιναν πολλά πριν γνωριστούμε, έγιναν και πολλά μετά. Σου είπε η Καίτη;

- Αυτό το έμαθα, Δημήτρη. Λυπάμαι και σου ζητάω συγγνώμη για λογαριασμός της. Σε παρακαλώ όμως, σε χρειάζομαι, θέλω έναν καλό στο πόστο αυτό. Και εσύ έχεις και πείρα και γνώσεις. Οργάνωσες τις εγκαταστάσεις σε χρόνο ρεκόρ. Ήσουν απίστευτος. Και τώρα να φύγεις; Και άντε να το δεχθώ· η προσβολή που δέχθηκες από την αδερφή μου ήταν μεγάλη. Αλλά, βρε Δημήτρη μου, εσύ δεν πληρώθηκες καν γι’ αυτά που έκανες. Και έκανες πάρα πολλά.

- Δεν πειράζει, βρε Θανάση, δεν φεύγω μόνο για την Καίτη.

- Αλλά;

Κι εκεί κάθισα κι του τα εξήγησα όλα, με κάθε λεπτομέρεια αυτά που έγιναν με τη Μαργαρίτα παλιά, ακόμα και το τελευταίο διάλογο που είχαμε στο εργαστήριο εκείνη την ημέρα με τη Μαργαρίτα.

- Εγώ όμως, όπως και η Μαργαρίτα, άσχετα από όσα συνέβησαν πριν μεταξύ μας, σταθήκαμε εντάξει απέναντί σου Θανάση. Δεν προδώσαμε την εμπιστοσύνη που μας έδειξες. Και θέλω να σε παρακαλέσω για ένα πράγμα μόνο! Αν συνεχίσετε μαζί, να της φερθείς ευγενικά. Είναι πολύ καλή ψυχή και υπέφερε πολύ εξαιτίας των δικών της. Μόνο αυτό σου ζητάω. Τίποτα άλλο δε θέλω. Ειλικρινά σου λέω! Δεν ήθελα ποτέ, ούτε να σε προσβάλω ούτε να σε πληγώσω. Εγώ κατεβαίνω στην Αθήνα. Δεν αντέχω άλλο το βάσανο που ζω! Με έχει ξεπεράσει για πολύ βρε Θανάση. Αν έμενα, ίσως να μην το είχα παλέψει άλλο όλο αυτό και να είχα φουντάρει· πολλές φορές το σκέφτηκα από τον καιρό που γύρισα από τη Θεσσαλονίκη, γιατί δεν το άντεχα άλλο αυτό το μαρτύριο, ειλικρινά σου μιλάω. Θα προσπαθήσω να ηρεμήσω λίγο και μετά θα δω τι θα κάνω. Μου το υπόσχεσαι αυτό που σου ζήτησα για τη Μαργαρίτα; Έμεινε για λίγο σιωπηλός.

- Στο υπόσχομαι, Δημήτρη. Εγώ να ξέρεις, όσο και παράξενος να είμαι, τον λόγο μου τον κρατάω. Συγγνώμη και πάλι για τη συμπεριφοράς της Καίτης.

Κλείσαμε το τηλέφωνο. Στο καπάκι πήρα την αδερφή μου στη Θεσσαλονίκη. Μιλήσαμε αρκετά. Της τα εξήγησα όλα. Η Μαρία είχε ένα μαγικό τρόπο να με ακούει. Όταν της έλεγα τα προβλήματά μου ξαλάφρωνα πραγματικά. Έφτασα στην Αθήνα. Έφτασα αργά και πήγα σε ένα ξενοδοχείο.

Την άλλη μέρα πήγα στο θείο μου. Ήξερα ότι είχε ένα μικρό δυάρι. Το είχε ξενοίκιαστο. Αμέσως του το ζήτησα να το νοικιάσω. Το σπίτι ήταν σχεδόν κολλητά με το δικό του. Άρχισα να ψάχνω δουλειά. Πέρασαν πέντε μέρες.

Κάθε μέρα γύριζα κατάκοπος. Παρ' όλο που δε δούλευα, αισθανόμουν πτώμα. Καθόμουν μέσα στη θλίψη. Δεν είχα διάθεση για τίποτα. Ο θείος μου με κατσάδιαζε που με έβλεπε έτσι. Ο ίδιος ήταν μποέμ άνθρωπος. Πάντα με τα αστεία του, τις ατάκες του. Ένα βράδυ που ήμουν στις μαύρες μου και το έδειχνα ανοιχτά με φώναξε στο σπίτι να πιούμε καμιά μπύρα.

- Μη στενοχωριέσαι, βρε ανιψιέ. Θα σου βρω εγώ μια νεράιδα, που θα σκάσουν όλες από τη ζήλεια τους!

- Δεν πειράζει, θείε μου. Θα μου περάσει. Απλά, είναι νωρίς ακόμη.

- Αμ δεν βλέπω να σου περνάει εύκολα, ανιψιέ! Έχεις βαριά αρρώστια. Άντε βίβα!

- Ε βίβα… είπα κι εγώ και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια.

Ήταν Παρασκευή. Γύρισα μετά από μια κουραστική μέρα. Γύριζα από το πρωί να ψάχνω δουλειά σε διάφορες εταιρείες. Σε κάποια στιγμή ακούω το θείο μου από το μπαλκόνι.

- Δημήτρη!

Βγήκα στο δικό μου!

- Τι είναι, θείε μου;

- Έλα να δεις τι σου βρήκα! κάνοντάς μου νεύμα να βιαστώ.

Κατέβηκα στο δρόμο. Εκείνος ήταν στο μπαλκόνι.

- Άντε, βρε παιδί μου, πριν είναι αργά!

Ανέβηκα στο σπίτι. Μου άνοιξε. Μπήκα στο χολ.

- Σου βρήκα μια νεράιδα, όνειρο!

- Θείε, είσαι στα καλά σου; Σε παρακαλώ… είπα με αγανάκτηση.

- Γιατί, βρε, ντρέπεσαι;

- Άσε με, ρε θείε, με τα αστεία σου, δεν έχω όρεξη!

- Την αγαπάς ακόμα την χωριάτα, ε;

- Δε είναι χωριάτα, θείε μου… απάντησα εμφανώς ενοχλημένος με το χαρακτηρισμό. Η Μαργαρίτα είναι ένας άγγελος. Αλλά τι κάθομαι και συζητάω μαζί σου! Γίνομαι και ρεζίλι σε ξένη κοπέλα. Έχεις τρελαθεί μου φαίνεται… κι έκανα να γυρίσω να φύγω.

- Μπες μέσα, ρε…

είπε με ένα επιτακτικό ύφος και με πιάνει από το χέρι και με τραβάει με δύναμη μέσα. Προχώρησα στο σαλόνι. Έμεινα ξερός με το στόμα ανοιχτό. Η Μαργαρίτα στεκόταν με ένα χαμόγελο, αλλά τα μάτια της ήταν δακρυσμένα. Την κοίταζα άναυδος για κάποια δευτερόλεπτα. Ύστερα την άρπαξα στην αγκαλιά μου, τη φίλησα και τη σήκωσα πάνω μου.

- Δεν το πιστεύω, Μαργαρίτα μου!

Αγκαλιαστήκαμε ξανά. Τη φίλησα στο στόμα .

- Αγάπη μου… είπα. Ήταν το μόνο που θα μπορούσε να βγει από το στόμα μου εκείνη τη στιγμή.

- Δημήτρη μου, αγάπη μου… δε μπορούσα να ζήσω χωρίς το μίσος σου. Πού θα έβρισκα άλλον να με μισεί κατ’ αυτόν τον τρόπο και τόσο πολύ;

- Είδες ανιψιέ πώς ξηγιέται ο θείος σου; Νεράιδα δεν σου έταξα; Ορίστε!

- Αχ, βρε θείε, είσαι λεβεντιά!

Εκείνος κορδώθηκε και καμάρωνε! Χάρηκε με τη χαρά μου. Φαινόταν, στο πρόσωπό του ήταν ζωγραφισμένη η ικανοποίησή του. Πήρα την Μαργαρίτα από το χέρι και πήγαμε στο σπίτι μου. Με το που μπήκαμε μέσα αγκαλιαστήκαμε ξανά. Δεν πίστευα στα μάτια μου! Μου φαινόταν ότι ζω ένα όνειρο. Έπιασα τρυφερά το πρόσωπό της και τη φίλησα στο στόμα.

- Μου φαίνεται πως ζω ένα όνειρο… της είπα.

- Όχι, αγάπη μου! Είμαι εδώ, για σένα και θα είμαι για πάντα, γλυκέ μου!

Καθίσαμε στον καναπέ. Όλη την ώρα την κρατούσα αγκαλιά. Λες και επρόκειτο να τη χάσω ξανά. Εκείνο το βράδυ βγήκαμε μια βόλτα να φάμε. Εκεί μου τα εξήγησε όλα όσα ακολούθησαν τη μέρα που έφυγα. Έφυγε αμέσως μετά από μένα. Στην Καίτη ούτε και που μίλησε όταν συναντήθηκε στην είσοδο. Συναντήθηκε με τον Θανάση μετά το δικό μου τηλεφώνημα, στο σπίτι τους. Πήγε να του μιλήσει.

- Μην πεις τίποτα, Μαργαρίτα! Τα ξέρω όλα. Μίλησα με το Δημήτρη πριν λίγο και μου τα είπε όλα, με λεπτομέρειες.

Ο Θανάσης όχι μόνο δε θύμωσε μαζί της, αλλά την παρότρυνε να φύγει και να με βρει. Μάλιστα της έδωσε κι έναν κλειστό φάκελο με την αμοιβή μου. Όλο το βράδυ δεν κοιμηθήκαμε. Προσπαθούσαμε ο ένας να χορτάσει τον άλλο κάνοντας πραγματικό έρωτα.

Με την Μαργαρίτα παντρευτήκαμε στην Αθήνα τον επόμενο μήνα. Οι γονείς της και ο αδερφός της δεν ήρθαν στο γάμο μας. Δεν με ένοιαξε όμως καθόλου· ούτε και τη Μαργαρίτα. Εγώ έπιασα δουλειά σε ένα εργοστάσιο με χημικά και σαν ειδικός αμείβομαι καλά και μπορούμε και ζούμε άνετα. Κάθε μέρα δε βλέπω την ώρα και τη στιγμή να γυρίσω στο σπίτι και να κρατήσω αγκαλιά τη Μαργαρίτα μου, τον άγγελό μου.




Copyright protected OW ref: 177482