Στο ψάρεμα

Δημοσιεύθηκε από Nik1978
κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες STRAIGHT
στις 07-04-2020
Η γνωστή ρήση λέει "δε γαμάς που δε γαμάς, δεν πας για ψάρεμα;" στην ιστορία αυτή δεν ισχύει.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, είμαι 40 ετών και άρχισα το ψάρεμα, όχι επειδή δε γαμάω, αλλά για να ηρεμήσω λίγο λόγω της πίεσης στη δουλεία. Ξεκίνησα να πηγαίνω τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα, είχα ψάξει και είχα βρει τις πιο απομακρυσμένες παραλίες και πολλές φορές μάλιστα και τις πιο ωραίες που είχα συναντήσει.

Ένα πρωινό καλοκαιριού ξεκίνησα νωρίς το πρωί γύρω στις 6 να πάω σε μία παραλία, η οποία μάλιστα δεν είχε πρόσβαση με αυτοκίνητο αλλά έπρεπε να περπατήσεις αρκετά για να τη βρεις. Είχα απλώσει τις πετονιές, είχα κάτσει σε μια γωνία και απολάμβανα την ηρεμία, τσιγάρο, καφές και απόλυτη ηρεμία, ότι καλύτερο μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Λίγο αργότερα άκουσα ομιλίες από μακριά. Τότε εμφανίστηκαν δύο γυναίκες με έναν άντρα. Προφανώς δεν με είχαν αντιληφθεί και τους άκουγα ξεκάθαρα.

- Ελάτε, μη ντρέπεστε δεν υπάρχει κανείς εδώ κοντά και η θάλασσα είναι υπέροχη.

Ο τύπος είχε βγάλει τα ρούχα του και ετοιμαζόταν να μπει στη θάλασσα γυμνός.

- Μπες εσύ πρώτα και θα το σκεφτούμε.

Η ομιλία τους ακουγόταν πολύ καθαρά. Εγώ δεν έβγαλα άχνα, καθόμουν ακίνητος και περίμενα την ώρα που θα έμεναν γυμνές. Ψάρια δεν είχε, τουλάχιστον θα έπαιρνα το μάτι μου. Μετά από λίγο άκουσα να λένε:

- Ο Γιώργος, έτσι έλεγαν τον τύπο, θέλει να σε γαμήσει, άντε τι κάθεσαι;

- Ωραίος είναι ρε Αφροδίτη αλλά δε γουστάρω.

- Καλά άμα δε θες εσύ Ελπίδα, θα του κάτσω εγώ, ελπίζω να μη σε πειράζει.

- Κάνε ότι θες.

Σηκώθηκε η πρώτη κι άρχισε να γδύνεται. Μελαχρινή, γύρω στα 25, με μακριά μαλλιά, στήθος 2αρι και πολύ ωραίο κώλο, δεν την έλεγες μουνάρα γιατί είχε τα πιασιματάκια της. Αφού έβγαλε τα ρούχα της, έμεινε μόνο με τα εσώρουχα και πλησίασε τη θάλασσα.

- Έμπα τι περιμένεις;… της φώναξε ο Γιώργος. Εσύ Ελπίδα δε θα μπεις;

- Ας κάνει την αρχή η Αφροδίτη και ίσως μπω κι εγώ σε λίγο, θα θαυμάσω λίγο το τοπίο.

Η Αφροδίτη έβγαλε και το σουτιέν και το κιλοτάκι και ξεκίνησε δειλά-δειλά να μπαίνει στη θάλασσα. Οι ρόγες της είχαν αρχίσει να σκληραίνουν και μπορούσες να τις δεις από μακριά. Γύρισε, κρυφογέλασε στην Ελπίδα και βούτηξε κοντά στο Γιώργο.

- Γιώργο είναι παγωμένη η θάλασσα, δεν έρχεσαι να με ζεστάνεις;

- Έλα να κολυμπήσουμε να ζεσταθείς.

- Ελπίδα έλα, τι περιμένεις;… είπαν και οι δύο με μια φωνή.

- Σε λίγο παιδιά, θα αράξω λίγο σας είπα, κολυμπήστε εσείς.

Οι δυο τους άρχισαν να κολυμπούν και αφού απομακρύνθηκαν λίγο η Αφροδίτη πλησίασε το Γιώργο και κόλλησε πάνω του, του έλεγε κάτι στο αυτί χωρίς να μπορώ να ακούσω, το μόνο που διέκρινα ήταν τον Γιώργο να έχει κοκκινίσει και να κοιτάει την Ελπίδα. Η Αφροδίτη είχε το ένα χέρι της γύρω από το λαιμό του και το άλλο μέσα στη θάλασσα χωρίς να μπορώ να διακρίνω, αλλά μπορούσα να φανταστώ που το είχε βάλει.

Μετά από λίγο έβγαιναν προς τα έξω και τότε έκανε την κίνηση και η Ελπίδα να μπει στη θάλασσα. Ένα κορμί θεϊκό, 1.70, με στήθος 3αρι και υπέροχο γυμνασμένο σώμα. Ο κώλος της ήταν σφιχτός και σφριγηλός και τα πόδια της ατέλειωτα.

- Τώρα μπαίνεις;… της λέει ο Γιώργος.

- Ναι είναι καλύτερα τώρα…

Ο τρόπος που μπήκε μέσα στη θάλασσα έκανε την πούτσα μου να σηκωθεί σαν κατάρτι. Οι άλλοι είχαν βγει και αφού ξάπλωσαν, η Αφροδίτη πλησίασε και άρχισε να πιάνει την πούτσα του.

- Μανάρι μου σου αρέσει;

- Ναι, αλλά η Ελπίδα;

- Αφού δε θέλει… δεν είναι κρίμα;

- Και άρχισε να γλείφει σιγά όλο το σώμα του. Κατέβηκε και άρχισε να γλείφει την πούτσα του, είχε ταλέντο, τον έχωνε αργά στο στόμα της και τον κοιτούσε στα μάτια, του έπιανε τα αρχίδια και τα ζούλαγε. Ο τύπος της έπιασε το κεφάλι και της πίεζε το κεφάλι να τον πάρει όλο και η πουτάνα το κατάφερνε. Έβγαζε την γλώσσα της και του έγλειφε όλο τον πούτσο. Είχαν ξεχάσει την Ελπίδα η οποία είχε απομακρυνθεί αρκετά και ίσως δε μπορούσε να διακρίνει ακριβώς τι παιζόταν. Ο Γιώργος ζούλαγε τα βυζιά της και φαινόταν ότι θα τελείωνε σύντομα.

- Τι καύλα είσαι μανάρι μου, τι τσιμπούκι είναι αυτό;… έτσι… και τα αρχίδια ρούφα!

- Μ…

- Συνέχισε θα χύσω… ρούφα τα, ρούφα τα όλα…

Πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση του, άρχισε να χύνει. Η Αφροδίτη, αφού ρούφηξε τα πρώτα, την έβγαλε και συνέχισε να τον παίζει πάνω στα βυζιά της. Στο τέλος άρχισε να του καθαρίζει την πούτσα και αφού τη στράγγισε την καθάρισε και σηκώθηκε να μπει να καθαριστεί στη θάλασσα.

Η Ελπίδα πλησίασε κι αυτή την ακτή και βγαίνοντας, ήταν σαν να βγαίνει μια θεά μέσα από τη θάλασσα. Βγήκε και η Αφροδίτη κι έκατσε δίπλα στο Γιώργο. Χωρίς να χάσει χρόνο άρχισε να χαϊδεύει την πούτσα του, προφανώς και θα είχαμε συνέχεια. Ήθελα να δω όμως τη συνέχεια και πως θα αντιδρούσε η Ελπίδα.

- Τι έχουμε εδώ;

- Ε φιλενάδα… ορέξεις είναι αυτές.

Άρχισε να χαϊδεύει πάλι το Γιώργο ο οποίος, την έπιασε, την ξάπλωσε και άρχισε να τη φυλάει, αρχίζοντας από το λαιμό και κατέβαινε προς τα κάτω. Η Αφροδίτη άπλωσε το χέρι της προς την Ελπίδα προτρέποντάς την πάει κοντά τους. Ο Γιώργος συνέχιζε να γλείφει την Αφροδίτη, της είχε ανοίξει τα πόδια και της έγλειφε το μουνί.

- Αχ… τι καύλα είναι αυτή;…

είχε αφεθεί πλέον και απολάμβανε. Δεν άργησε να φτάσει σε οργασμό. Οι φωνές της ακούγονταν σε όλη την παραλία.

- Έλα στην παρέα μας Ελπίδα, της είπε.

Η Ελπίδα δε μίλησε, σηκώθηκε και για κακή μου τύχη κατευθύνθηκε προς το μέρος μου. Ο Γιώργος είχε ανέβει πάνω στην Αφροδίτη και άρχισε να τη γαμάει. Της είχε σηκώσει τα πόδια ψηλά και τη σφυροκόπαγε ανελέητα. Τα βογγητά της έπνιγαν τη σιωπή της ώρας. Βλέποντας την Ελπίδα να έρχεται προς το μέρος μου δεν ήξερα τι να κάνω, να φύγω να κρυφτώ, να κάτσω εκεί και ότι γίνει, τελικά αποφάσισα να μείνω, άλλωστε το μάτι το είχα πάρει. Η Ελπίδα μόλις με πλησίασε, αφού με αντιλήφθηκε τρόμαξε και προσπάθησε να καλυφθεί βάζοντας τα χέρια μπροστά της.

- Μη φοβάσαι, είχα έρθει από νωρίτερα για ψάρεμα, δε θα σου κάνω κακό.

- Ε… μάλλον πρέπει να γυρίσω…

και έκανε να φύγει.

- Κάτσε, μπορεί να μου φέρεις και γούρι στο ψάρεμα.

Η Ελπίδα κοντοστάθηκε και γύρισε προς το μέρος μου.

- Θα κεράσω και καφέ αν θες.

- Εντάξει, μέχρι να τελειώσουν οι φίλοι μου… και γέλασε.

Είχα τρελαθεί, είχα μια θεά γυμνή μπροστά μου, ποιος να μου το έλεγε; Έβγαλα το θερμός και της έβαλα λίγο καφέ. Την πλησίασα να της το δώσω και τα βλέμματα μας συναντήθηκαν, ήταν πολύ όμορφη. Άρχισε να με ρωτάει περί ψαρέματος, μέχρι που της λέω:

- Θες να βουτήξουμε;

- Ναι ας κάνουμε άλλη μια βουτιά.

Μπήκε πρώτη κι ακολούθησα, αλλά με σταμάτησε λέγοντάς μου:

- Είναι άδικο!

- Τι;

- Εγώ είμαι γυμνή κι εσύ να μπεις με μαγιό;… δεν πάει!

Κοντοστάθηκα κι έβγαλα το μαγιό αμέσως. Ενώ κολυμπούσαμε ακούγαμε την Αφροδίτη να σκούζει, είχε τρελαθεί προφανώς από την καύλα, η Ελπίδα γύρισε με κοίταξε και γέλασε. Κολυμπήσαμε λίγο και βγαίνοντας ακούω:

- Αχ…

- Τι έπαθες;

- Κάτι πάτησα.

- Κάτσε να το δω.

Την έβαλα να κάτσει στην καρέκλα και κοίταξα το πόδι της. Είχε πατήσει ένα αχινό.

- Κάτσε της λέω να το βγάλω.

Της σήκωσα το πόδι και άρχισα να τον πιέζω μέχρι να βγει. κόντευε να βγει αλλά δε μπορούσα να το πιάσω, έτσι έβαλα το στόμα μου και άρχισα να το δαγκώνω. Μόλις τον έβγαλα, άρχισα να της κάνω λίγο μασάζ στο πόδι.

- Σε πονάει;

- Όχι πολύ, συνέχισε αν μπορείς.

Είχε γύρει το κεφάλι της και έτσι συνέχισα, μόνο που σιγά-σιγά χάιδευα τον αστράγαλο και ανέβαινα προς τη γάμπα της. Περίμενα να με σταματήσει, αντ' αυτού όμως άπλωσε πιο πολύ το πόδι της. Συνέχισα και αφού πήρα θάρρος ανέβαινα και πιο ψηλά. Της σήκωσα το πόδι και άρχισα να της γλείφω το πόδι. Πήρα την πατούσα της και έγλειφα τα δάχτυλα της. Είχε αρχίσει να αναστενάζει, μου έπιασε το κεφάλι και το έσπρωχνε πιο ψηλά. Της άνοιξα τα πόδια και χώθηκα ανάμεσα της. Είχε πολύ απαλό δέρμα και η μουνάρα της ξυρισμένη. Έπεσα με τα μούτρα, την έγλειφα και την έπαιζα με τη γλώσσα μου. Πλέον είχε παραδοθεί στη καύλα της. Της άνοιξα το μουνί με τα χέρια και της έχωνα τη γλώσσα πιο βαθιά. Η αλμύρα της θάλασσας με εξίταρε και της έτρωγα κανονικά το μουνί. Άρχισε να έχει σπασμούς, πίεζε τα πόδια της στο κεφάλι μου και βογκούσε. Άρχισε να χύνει και δε σταματούσα να ρουφάω τα υγρά της. Μόλις έχυσε, έκανε κίνηση να σηκωθεί, αλλά δεν την άφησα. Δεν είχα τελειώσει ακόμα, ήθελα να την τρελάνω. Άρχισα πάλι να της γλείφω τα πόδια. Ανέβαινα μέχρι την κοιλιά της, της μάλαζα τις βυζάρες της και πάλι στα πόδια. Δεν άντεχε, έτρεμε, της έπιασα τα χέρια τα έφερα πίσω και ξανά άρχισα να της γλείφω το μουνί. Αυτή τη φορά ήταν μούσκεμα. Της έβαζα το δάχτυλο μέσα και της έπαιζα τη μουνάρα της. Της το έτριβα πιο γρήγορα, μέχρι που δεν άντεξε και πίδακες άρχισαν να πετάγονται. Έτρεμε όλη και είχε συσπάσεις. Την είχα αφήσει και την κοίταγα.

- Αχ… τι καύλα είναι αυτή; Με τρέλανες

- Τέτοια μουνάρα δεν πρέπει να μένει έτσι μανάρι μου!

Δε μίλησε άλλο, σηκώθηκε, με έβαλε να κάτσω στη καρέκλα και μου χάιδευε την πούτσα. Είχε τόση καύλα που τη ρούφαγε με μανία, την έπαιρνε βαθιά μέσα και την έπαιζε γρήγορα με τα χέρια της. Την έβγαζε, με κοιτούσε και έπαιζε με το πουτσοκέφαλο. Έπιανε τα αρχίδια μου, τα τράβαγε με δύναμη και τα έγλειφε με μανία. Πιάνει την πέτσα και την τραβάει τέρμα κάτω, εμφανίστηκε το πουτσοκέφαλο πρησμένο και κατακόκκινο από την καύλα.

- Θα στο φάω το πουτσοκέφαλο, έχει πρηστεί!

- Ρούφα καύλα, ρούφα!

Άνοιξε το στόμα της και άρχισε να δαγκώνει το πουτσοκέφαλο και να το ρουφάει, δεν άντεξα πολύ και άρχισα να την χύνω. Τα χύσια πετάχτηκαν σε όλο το πρόσωπο της. Τα σκούπισε και συνέχισε να μου καθαρίζει την πούτσα. Σηκώθηκα, την έβαλα κάτω και άρχισα να της πιπιλάω τις βυζάρες. Κατέβηκα προς τη μουνάρα της, την έγλειφα και σύντομα είχα πρηστεί πάλι. Της ακούμπησα την πούτσα στο μουνί της και παρ' ότι είχε χύσει ποτάμια ήταν στενή.

- Σιγά καυλιάρη μου, σιγά…

Της τον έβαλα σιγά και άρχισα να τη γαμάω δυνατά. Της έπιανα δυνατά τις βυζάρες της και τη γαμούσα ανελέητα. Τη σηκώνω και τη γυρίζω στα τέσσερα. Είχα τρελαθεί. Της βάραγα σφαλιάρες στα καπούλια και τότε άρχισε να χύνει πάλι με σπασμούς.

- Χύνω πάλι, αχ…

Πως θες να με χύσεις πουτσαρά μου;

- Θέλω να με καβαλήσεις.

Γύρισα και ανέβηκε πάνω μου. Έπιασε την πούτσα μου, κατέβασε την πέτσα και τον βύθισε στο μουνί της. Είχε σκύψει, της έγλειφα τα βυζιά και της έπιανα την κωλάρα. Μου πιάνει τα χέρια τα τραβάει πίσω και λέει:

- Μη χύσεις μέσα μου πες μου να βγω…

και αρχίζει να χοροπηδάει στην πούτσα μου. Τέτοια καβάλα δε μου είχαν ξανακάνει. Η πούτσα μου είχε πρηστεί και την τρέλαινε. Άρχισε να χύνει πάλι!

- Χύνω πάλι, χύσε με γαμιά μου, χύσε με…

- Βγες μουνάρα, βγες…

Σηκώθηκε και άρχισε να μου γλείφει τη πούτσα. Τα ήπιε όλα, μου καθάρισε την πούτσα σαν καλό κορίτσι και ήρθε και ξάπλωσε πάνω μου. Τότε γυρίσαμε και είδαμε το Γιώργο με την Αφροδίτη να είναι στα δύο μέτρα και να μας κοιτάνε.

Συνεχίζεται...




Copyright protected OW ref: 175440